442 New Articles

Για τον Ιερό Αυγουστίνο - Μια σύντομη μελέτη για μια κορυφαία προσωπικότητα

του Διονύση Τραμπαδώρου

 

 

Προέλευση εικόνας:https://www.sostis.gr

 

Αυγουστίνος Ιππώνος (Aurelius Augustinus Hipponensis)

Ο βίος του

Οι σπουδαιότερες χρονολογίες του βίου του συνοπτικά:

Γεννήθηκε στην Ταγάστη της Νουμιδίας (Β. Αφρική) στις 13 Νοεμβρίου 354, 373-382 Μανιχαϊστής, από το 375 διδάσκαλος ρητορικής, 384 άφιξη στα Μεδιόλανα, 386 επιστροφή στην Εκκλησία, βαπτίζεται το Πάσχα του 387, το φθινόπωρο του 387 θάνατος της μητέρας του Μόννικας, φθινόπωρο 388 επιστροφή στην Αφρική, 391 πρεσβύτερος, 395 επίσκοπος, από το 395 πολέμιος του Μανιχαϊσμού, από το 400 πολέμιος του Δονατισμού και από το 412 πολέμιος του Πελαγιανισμού. Πέθανε στις 28 Αυγούστου του 430, στην Ιππώνα.

Ο Αυγουστίνος Ιππώνος (στα λατινικά, Aurelius Augustinus Hipponensis), γνωστός και ως Άγιος Αυγουστίνος ή Ιερός Αυγουστίνος, ήταν χριστιανός θεολόγος, του οποίου τα γραπτά είχαν πολύ μεγάλη επιρροή στην ανάπτυξη του Δυτικού Χριστιανισμού και της Δυτικής φιλοσοφίας.

Ως προσωπικότητα αποτελεί το σύνορο ανάμεσα στον αρχαίο ελληνορωμαϊκό κόσμο και τον μεσαιωνικό, τον χριστιανικό.

Είναι στραμμένος και προς το παρελθόν, τον κλασικό κόσμο και την Αγία Γραφή, αλλά και προς το μέλλον, προς το Μεσαίωνα.

Η Αγία γραφή και ο Πλωτίνος,ο τελευταίος μεγάλος Έλληνας φιλόσοφος της αρχαιότητας, είναι οι δύο πηγές από τις οποίες αντλεί ο Αυγουστίνος[i].

Η παρουσία του Αυγουστίνου σηματοδοτεί το γλυκοχάραμα του νεώτερου δυτικού (ή ευρωπαϊκού τύπου ανθρώπου. Και δεν είναι μόνον αυτό το χαρακτηριστικό που τον ξεχωρίζει.

Ο Αυγουστίνος πολεμώντας το αρχαίο πνεύμα το ζει, το βιώνει.

Πολεμώντας την εγκόσμια πολιτεία δεν καταφεύγει σαν ασκητής στην έρημο, αλλά ζητάει να εξασφαλίσει για την Εκκλησία την πολιτειακή κληρονομιά και τον οικουμενισμό της Ρώμης.

Τέλος, πολεμώντας τον εαυτόν του δεν κρύβει από τα μάτια μας τον αγώνα του, δεν αφανίζει τα ατομικά ψυχικά του παθήματα για να αφήσει να ισχύσουν, όπως θα έκανε ο κλασσικός Έλληνας, οι υπερπροσωπικές μονάχα λύσεις και εκβάσεις των εσωτερικών του αγώνων, αλλά ανοίγει την ψυχή του με τις εσωτερικές της αντιφάσεις και τα δυο της «Εγώ», τραγουδάει και κλαίει λυρικά τον ίδιο τον εαυτόν του και γίνεται έτσι ο πρώτος μουσικός λυρικός[ii].

Γεννήθηκε στις 13 Νοεμβρίου 354 στην ορεινή πόλη Ταγάστη, της Νουμιδίας (σημερινό Σουκ Αράς της Αλγερίας) και απεβίωσε στις 28 Αυγούστου 430 στην Ιππώνα της Νουμιδίας (σημερινό Ανάμπα της Αλγερίας), από υψηλό πυρετό, κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της πόλης από τους Βανδάλους[iii].Ήταν ο μεγαλύτερος γιος της Αγίας Μόν(ν)ικας[iv] - όνομα Βερβέρικο - και του Πατρικίου, Ρωμαίου πολίτη, ειδωλολάτρη ως προς τις θρησκευτικές πεποιθήσεις. Ο πατέρας του, μάλιστα,  βαφτίστηκε χριστιανός λίγο πριν πεθάνει[v], το 371.

 

Ο Αυγουστίνος ήταν επίσκοπος Ιππώνος για το χρονικό διάστημα από το 396 μέχρι το 430 και θεωρείται ένας από Λατίνους Πατέρες της Εκκλησίας και, ίσως, ο σημαντικότερος Χριστιανός στοχαστής μετά τον Απόστολο Παύλο[vi].

Την πρώτη μόρφωσή του την έλαβε στην Ταγάστη, και ήταν λατινική αποκλειστικά, τα Μάδαυρα, και εν συνεχεία σπούδασε ρητορική στην Καρχηδόνα[vii], ακολουθώντας τις πατρικές επιθυμίες για ρητορικές σπουδές. Όταν πέθανε ο πατέρας του, διέκοψε τις σπουδές του και επέστρεψε στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Ένας όμως συντοπίτης του, ο Ρωμανιανός[viii], θέλησε να τον ενισχύσει οικονομικά για να συνεχίσει τις σπουδές του. Σε αυτόν θα αφιερώσει αργότερα το πρώτο του σύγγραμμα ο Αυγουστίνος.

Ο Ιερός Αυγουστίνος σε μικρή ηλικία (19 ετών) ακολούθησε το φιλοσοφικό ρεύμα του Ορτενσίου΄(Hortensius), του Μάρκου Τύλλιου Κικέρωνος Και τούτο γιατί ενθουσιάστηκε από το έργο αυτό του Κικέρωνα που του ενέπνευσε την έννοια όχι απλώς της αφοσίωσης στην αναζήτηση της αλήθειας, αλλά την πεποίθηση για πραγματική αφιέρωση σε αυτή την αναζήτηση έναντι της επιδίωξης εγκόσμιων φιλοδοξιών[ix].

Εξαιτίας αυτής της στροφής του προς τη φιλοσοφία και λόγω του ότι θεωρούσε  πως η Ρωμαϊκή Εκκλησία ήταν απελπιστικά κενή από φιλοσοφικές έννοιες, σε σημείο που κανείς καλλιεργημένος άνθρωπος να μην μπορεί να την ακολουθήσει, στράφηκε προς το Μανιχαϊσμό[x] που διακήρυττε ότι απευθυνόταν στον ορθό λόγο παρά στην αυθεντία[xi].

Το  ρεύμα του Μανιχαϊσμού, ήταν σε ιδιαίτερη έξαρση τον 4ο αιώνα και παρέμεινε ακόλουθός του για 7 έτη (ή 9 κατά τη γνώμη άλλων). Σε ηλικία δεκαέξι ετών γνωρίζεται και με μία χριστιανή, με την οποία ζει εκτός γάμου για δεκαπέντε χρόνια και αποκτά μαζί της έναν γιο, τον Αδεοδάτο. Θα την εγκαταλείψει μετά από σχετική προτροπή της μητέρας του, αργότερα στο Μιλάνο, επειδή τον εμπόδιζε στην σταδιοδρομία του. Στο ίδιο διάστημα δρα ως διδάσκαλος της ρητορικής στην Ταγάστη και την Καρχηδόνα. Το 383 μεταβαίνει στη Ρώμη, όπου και συνεχίζει το διδακτικό του έργο. Στη Ρώμη και μετά από έντονη εσωτερική αναζήτηση, καθώς πλέον η διδασκαλία του Μανιχαϊσμού δεν κάλυπτε τις πνευματικές ανησυχίες και αναζητήσεις του, θέλγεται από τη διδασκαλία του Αμβροσίου, επισκόπου Μεδιολάνων, και σε συνδυασμό με την έντονη ενασχόλησή του με τον Πλάτωνα προσέρχεται στο χριστιανισμό.

Συγκεκριμένα, όταν μετέβη στη Ρώμη απέκτησε γνωριμίες, χάρη στις οποίες διορίστηκε σε μια δημόσια διδακτική θέση στα Μεδιόλανα (Μιλάνο), που ήταν τότε τόπος διαμονής του Αυτοκράτορα της Δύσης.

Εκεί γνώρισε τον Αμβρόσιο[xii], τον επίσκοπο Μεδιολάνων, τον επιφανέστερο εκκλησιαστικό άνδρα της εποχής, και παρά το γεγονός ότι ουδέποτε ανέπτυξε πραγματική φιλία μαζί του, το κήρυγμα του Αμβροσίουήταν αρκετό για να κλονίσει την προκατάληψή του έναντι της διδασκαλίας της Εκκλησίας[xiii].

Μολονότι είχε εγκαταλείψει τα δόγματα του Μανιχαϊσμού,  διατηρούσε το υλιστικό υπόβαθρο της σκέψης του, με αποτέλεσμα να μη βρίσκει ικανοποιητικές απαντήσεις στις μανιχαϊστικές αντιλήψεις για την τελική πραγματικότητα[xiv].

Η ουσία του Θεού, η φύση και η προέλευση του Κακού, παρέμεναν για αυτόν άλυτα προβλήματα[xv].

Σε αυτά τα ζητήματα ο Αυγουστίνος έλαβε την απάντηση μέσω μιας τυχαίας γνωριμίας με τον Νεοπλατωνισμό, απαντήσεις για τις οποίες ενδεχομένως να είχε προϊδεαστεί από τον Αμβρόσιο.

Ο Νεοπλατωνισμός του 3ου μ.Χ. αιώνα, έτσι όπως παρουσιάστηκε από τον φιλόσοφο και μυστικό Πλωτίνο, ήταν ένας πνευματικός μονισμός, όπου όλα ανάγονται σε μια και μόνη αρχή και όπου ο κόσμος της υπαρκτής πραγματικότητας υπάρχει ως μια όλο και ατελέστερη σειρά εκπορεύσεων από το απόλυτο «Εν».

Το εσωστρεφές είναι ανώτερο από το εξωστρεφές, και για να φθάσει κανείς στο Αγαθό, που είναι το πραγματικό, πρέπει να επανέλθει στον εαυτόν του, στο Νου, που βρίσκεται στον εσώτερο εαυτόν του και τον συνδέει με το πρωταρχικό «Εν»[xvi].

Δεν είναι οπωσδήποτε τυχαία η αναφορά του Αυγουστίνου, στις Εξομολογήσεις, στη μυστική εμπειρία που είχε όταν σε μια τέτοια πράξη ενδοσκόπησης βρήκε το Θεό[xvii].

Δεν ήταν απλώς η κατάληξη μιας έλλογης διαδικασίας, αλλά ένα άγγιγμα που ήλθε και παρήλθε, που όμως άφησε ως αποτέλεσμα την απάντηση που ο Αυγουστίνος έψαχνε να βρει στα ζητήματα που τον απασχολούσαν.

Πράγματι ο Θεός είναι φως και το κακό είναι σκότος, όπως έλεγαν οι Μανιχαίοι, όμως το φως και το σκότος δεν είναι υλικές ουσίες.

Το αμετάβλητο φως του Θεού είναι απολύτως πνευματικό ον και το κακό είναι ανυπαρξία, «μη ον», όπως το σκότος είναι απλώς η απουσία φωτός[xviii].

Ο Νεοπλατωνισμός είχε ενισχύσει στον εσωτερικό του κόσμο την μανιχαϊσική πεποίθηση ότι η πορεία της επιστροφής στο Θεό γίνεται μέσω της φυγής από το σώμα και επομένως τη φυγή από τη σεξουαλικότητα[xix].

Στο όγδοο βιβλίο των Εξομολογήσεων περιγράφεται η αυτοπεριφρόνηση που ένιωσε όταν έμαθε τα κατορθώματα των ασκητών στη Δύσης και την Ανατολή.

Η πάλη του Αυγουστίνου για να κατανικήσει τη σεξουαλική του φύση μπορεί να θεωρηθεί και ως η τελική φάση της πορείας του προς την επιδίωξη του φιλοσοφικού βίου, όπως τον είχε γνωρίσει από τον Ορτένσιο του Κικέρωνα.

Δεν μπορούμε όμως να αμφισβητήσουμε το ό,τι η πρόθεσή του ήταν πραγματικά χριστιανική όταν δέχθηκε το βάπτισμα  την άνοιξη του 387, από τον Αμβρόσιο[xx].

Παρόλα αυτά όταν 3-4 χρόνια αργότερα έγραφε το Περί της Αληθούς θρησκείας (Deverareligione), ο τρόπος που σκεφτόταν και ανέλυε ήταν νεοπλατωνικός και η επίδραση του πλωτίνειου Νου, ο οποίος φωτίζει το Λόγο μέσω του οποίου η ψυχή του ανθρώπου μπορεί να προσεγγίσει την υπερβατική θεότητα ήταν φανερή.

Αμέσως μετά την βάπτισή του, το 388, ο Αυγουστίνος αποφασίζει μαζί με τη μητέρα του και μια ομάδα από φίλους του να εγκαταλείψει τα Μεδιόλανα και να επιστρέψει στην Αφρική[xxi].

Στο ταξίδι της επιστροφής, στην Όστια, το επίνειο της Ρώμης, πεθαίνει η μητέρα του.

Όταν φτάνουν στην Αφρική, ο Αυγουστίνος και οι φίλοι του εγκαθίστανται στην Ταγάστη, δημιουργώντας μια ομάδα αφοσιωμένη στην περισυλλογή και στην μελέτη.

Η ήσυχη ζωή διακόπηκε το 391, όταν σε μια επίσκεψή του στην Ιππώνα αναγκάζεται να χειροτονηθεί ιερέας για να γίνει βοηθός του ηλικιωμένου επισκόπου Βαλερίου. Το 395 εκλέγεται επίσκοπος Βασιλικού Ιππώνος (Hippo Regio), της Νουμιδίας, σε αντικατάσταση του Βαλερίου, ο οποίος πέθανε.

Εκεί θα ξεχωρίσει για την ποιμαντική του δραστηριότητα αλλά και ως ιεροκήρυκας και δικαστής, και, επίσης, για την έντονη αντι-αιρετική του δράση[xxii].

Ο Αυγουστίνος δεν διακρινόταν για την ευρωστία της υγείας του, και το μεγάλο σε  όγκο έργο του οφείλεται στις υπηρεσίες των ταχυγράφων, αλλά και στην δική του δεινότητα στην αυτοσχέδια διατύπωση ολοκληρωμένης σκέψης.

Δεν υπήρξε συστηματικός θεολόγος.

Έγραψε πολλά έργα κατόπιν εκκλήσεων από άλλους, χάρη στην αυξανόμενη φήμη του στον χριστιανικό κόσμο, για την επίλυση διαφόρων προβλημάτων.

Υπήρξε ακαταπόνητος στις έριδες με τους αιρετικούς Μανιχαίους, Δονατιστές και Πελαγιανούς, όπως άλλωστε φαίνεται και από την εργογραφία του που παρατίθεται στην παρούσα εργασία.

Η βαθύτερη σκέψη του όμως βρίσκεται στα υπομνήματά του στην Αγία Γραφή και στις Ομιλίες του, ιδιαίτερα στα κείμενά του για τους Ψαλμούς, τα Ευαγγέλια και την Α’ Επιστολή του Ιωάννη[xxiii].

Η σφραγίδα που έθεσε στην χριστιανική θεολογία δεν ήταν προϊόν δογματικών διενέξεων.

Η αποφασιστική καμπή στη ζωή του ήταν η ακούσια χειροτονία του στην ιεροσύνη, που σήμανε και την μεταστροφή του από το θεωρητικό βίο στον κόσμο, και από τη φιλοσοφία στην Αγία Γραφή[xxiv].

Η θεολογία του Αυγουστίνου

Από την εποχή της βάπτισής του αυτό που αναζητούσε ήταν η γνώση του Θεού και της ψυχής.

Ακολουθώντας τον Πλωτίνο αναζήτησε το Θεό μέσα στον ίδιο του τον εαυτό, γεγονός που δεν είναι ασύμβατο με την Βίβλο, που αναφέρεται στο ομοίωμα του Θεού που είναι αποτυπωμένο στην ψυχή.

Για τις σχέσεις Πλατωνισμού και Χριστιανισμού ο Μπέρτραντ Ράσσελ στην Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας αναφέρει τα λόγια του πρωθιερέα Ίνγκ: «Ο Πλατωνισμός είναι μέρος της ζωτικής δομής της χριστιανικής θεολογίας, με την οποία, τολμώ να ειπώ, καμιά άλλη φιλοσοφία δεν μπορεί να συνυπάρξει δίχως προστριβές». Και συνεχίζει, «Είναι εντελώς αδύνατο να αποκόψει κανείς τον Πλατωνισμό από το Χριστιανισμό χωρίς να κατακερματίσει το Χριστιανισμό». Τονίζει δε, ότι ο Αυγουστίνος είχε χαρακτηρίσει το πλατωνικό σύστημα «ως το καθαρότερο και λαμπρότερο σ’ ολόκληρη την φιλοσοφία», ενώ χαρακτηρίζει τον Πλωτίνο σαν έναν άνθρωπο στον οποίο ο «Πλάτων ανέζησε»[xxv].

Ενώ όμως στον Νεοπλατωνισμό η «ομοίωση» της ψυχής προς τον θεό είναι ελαττωμένης θεότητας, για τον χριστιανισμό είναι μια προσωρινή και μεταβλητή εικόνα του «αιώνιου» και αμετάβλητου.

Έτσι, κατά τον Αυγουστίνο, χρέος χριστιανικής φιλοσοφίας είναι να προσπαθήσει, καθοδηγούμενη από τη βιβλική αποκάλυψη, να γνωρίσει το Θεό, μέσω της εικόνας του που υπάρχει στην ανθρώπινη ψυχή.

Αυτό ακολούθησε στο Περί Τριάδος.

Κατά τη γνώμη του, η αληθινή γνώση για τη φύση της ψυχής μπορεί να βασίζεται μόνο στην άμεση αυτογνωσία της συνείδησης.

Και η αυτεπίγνωση της ψυχής είναι εκείνη μιας τριαδικής ενότητας που ανακλά την ουσία του Πλάστη της.

Δεν αγνοεί την ύπαρξη του «εγώ» που «είναι, γνωρίζει, βούλεται», αλλά πιστεύει ότι αυτό το «εγώ» δεν είναι ανεξάρτητο ή αυτοδύναμο.

Άλλωστε είναι εμφανής σε αυτό το σημείο η επίδραση των Πλατωνιστών γύρω από το ότι ο Θεός δημιουργεί κάθε ύπαρξη, αποκαλύπτει κάθε αλήθεια και χαρίζει κάθε ευδαιμονία (Η πολιτεία του Θεού, DecivitateDei)[xxvi].

Ο χρόνος είναι μια κοσμολογική κατηγορία. Ο Θεός κείται πέρα από κάθε χρόνο.

Η αιωνιότητα του Θεού είναι απαλλαγμένη από τη σχέση του χρόνου. Κάθε χρόνος είναι σ’ Εκείνον παρόν αμέσως.

Ο Θεός ίσταται αιωνίως, εκτός της ροής του χρόνου.

Στον Αυγουστίνο έχουμε τρεις χρόνους: το παρών των παρόντων, το παρόν των παρελθόντων και το παρόν των μελλόντων [ενόραση (intuition), μνήμη, προσδοκία][xxvii].

Ο χρόνος δεν είναι παρά στιγμή δίχως διάρκεια, και συνείδηση του χρόνου σημαίνει ότι το πνεύμα είναι εκείνο που εκτείνεται ως μνήμη προς το παρελθόν και ως αναμονή προς το μέλλον[xxviii].

Η καλύτερη καθαρά φιλοσοφική εργασία του Αυγουστίνου είναι το ενδέκατο βιβλίο των Εξομολογήσεων το οποίο δεν είναι βιογραφικό όπως τα βιβλία μέχρι το 10ο.

Σε αυτό το βιβλίο κυρίαρχο ζήτημα είναι το ζήτημα της δημιουργίας και επομένως το σημαντικό ζήτημα του χρόνου[xxix].

Στον Αυγουστίνο, λόγος και πίστη συνυπάρχουν, όμως η δεύτερη  προηγείται χρονικά του πρώτου. Και ο ένας όρος προϋποθέτει τον άλλο. Τα μη ορατά και τα ορατά μπορούν να γίνουν αντιληπτά μόνο και δια της πίστεως.

Η πίστη βασίζεται στην Αγία Γραφή, η αυθεντικότητα της οποίας στηρίζεται στην ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Όσα περιέχονται σε αυτήν είναι προσλήψιμα δια της πίστεως κι όχι μόνο μέσω του νου[xxx].

Ο Αυγουστίνος παρ΄ ό,τι θεωρεί την πίστη απαραίτητη δεν απορρίπτει τη γνώση.

Μέσω της φιλοσοφίας μπορεί να προσδιορισθεί ο σκοπός, αλλά όχι και η οδός. Η οδός είναι ο ενανθρωπήσας θείος λόγος, δια του οποίου ο άνθρωπος καθίσταται σοφός και ευδαίμων[xxxi].

Η κοσμολογία του Αυγουστίνου

Κατά τον Πλωτίνο, η δημιουργία δεν έχει κίνητρο ούτε σκοπό και είναι αυτόματο παράγωγό της θεϊκής ενδοσκόπησης.

Κατά τον Αυγουστίνο, πηγή της δημιουργίας είναι «η βούληση ενός αγαθού Θεού να υπάρξουν αγαθά πράγματα» (Η πολιτεία του Θεού).

Η ενέργεια της αγάπης που πηγάζει από τον Δημιουργό είναι η βασική αρχή της θεολογίας του.

Ό,τι υπάρχει είναι αγαθό εφόσον είναι αποτέλεσμα της ενέργειας του Δημιουργού.

Και επειδή υπάρχουν διαβαθμίσεις αγαθότητας υπάρχουν και διαβαθμίσεις ύπαρξης.

Ακόμα όμως και ότι βρίσκεται κοντά στην ανυπαρξία στο «μη ον» είναι κατά βάση αγαθό αφού δημιουργήθηκε από τον Θεό[xxxii].

Ως πλατωνιστής θεωρεί το Θεό ως κορύφωμα της πραγματικότητας, ουσιαστικά ασύλληπτο από τη δική μας περιορισμένη νόηση.

Ο Θεός δεν προσδιορίζεται από ανθρώπινες (κατηγορίες ποσότητα, χώρο ποιότητα, χρόνο) και το μόνο που ταιριάζει σε αυτόν δεν είναι παρά το «είναι».

Όπως και στον Πλάτωνα έτσι και στον Αυγουστίνο το πρωταρχικό και ανώτατο ον είναι και το ύψιστο αγαθό.

Κάθε τι που είναι καλό το οφείλει στη μετοχή του στο Θεό, όπου υπάρχουν τα αιώνια πρότυπα των πραγμάτων.

Ο Αυγουστίνος μεταμορφώνει τον απρόσωπο κόσμο του Πλάτωνα σε ιδέες ενός προσωπικού Θεού.

Ο κόσμος μπορεί να μας παραπέμψει στο Θεό που τα «παραδείγματά» του απεικονίζει.

Ο άνθρωπος είναι η κορωνίδα της δημιουργίας και ο συνδετικός αρμός ανάμεσα στον ορατό και τον αόρατο κόσμο.

Η σύνθεση σώματος και ψυχής έχει περιορισμένη διάρκεια γιατί το σώμα είναι από τη φύση του κοντά στο μηδέν και υπόκειται στο θάνατο.

Η ψυχή είναι ανώτερη και χαρακτηρίζεται από την αγάπη, που διακρίνεται στην αληθινή  αγάπη, που σημαίνει αγάπη του Θεού, και την αγάπη του κόσμου που σημαίνει επιθυμία χρονικών πραγμάτων.

Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα όλης της Τριάδος κι όχι μόνο του Υιού, διότι τότε τα τρία πρόσωπα θα ήταν ανόμοια ως προς την ουσία τους (ουσιοκρατική αντίληψη)[xxxiii].

Η ύπαρξη του κακού δεν πρέπει να αναζητείται στον υλικό κόσμο.

Ο Αυγουστίνος αρνείται να αποδώσει την ανθρώπινη κακία στις υλικές συνθήκες της ανθρώπινης ζωής.

Η γνωσιολογία του Αυγουστίνου

Ακολουθώντας τον Πλάτωνα υποστηρίζει ότι η ικανότητα της ορθής κρίσης δεν έρχεται στον εσωτερικό κόσμο του κάθε ανθρώπου από τα έξω.

Η ατομική διάνοια ασυνείδητα γνωρίζει και ο άνθρωπος, ο δάσκαλος, αυτό που μπορεί να κάνει είναι να βοηθήσει τον μαθητή να αντιληφθεί αυτό που ασυνείδητα γνωρίζει.

Ο στοχαστής δεν κατασκευάζει την αλήθεια αλλά την ανακαλύπτει.

Και μπορεί να την αποκαλύψει γιατί ο Χριστός, ως αποκαλυπτικός λόγος του Θεού, είναι ο εσωτερικός δάσκαλος, ο «magisterinterior» που καθιστά κάθε άνθρωπο ικανό να αντιλαμβάνεται την αλήθεια όταν αυτός τον ακούει.

Η γνωσιολογία του Αυγουστίνου συνδέεται με την οντολογία και την κοσμολογία του[xxxiv].

Η ηθική του Αυγουστίνου

Ο Αυγουστίνος δεχόταν την βασική υπόθεση της αρχαίας ηθικής θεωρίας ότι η συμπεριφορά ορθώς κατευθύνεται προς την επίτευξη της ευδαιμονίας, που θεωρείται η κοινή επιδίωξη όλων των ανθρώπων.

Για τον Αυγουστίνο η διαβάθμιση των όντων είναι ταυτοχρόνως και διαβάθμιση των αξιών. Τα κατώτερα υποτάσσονται στα ανώτερα: το σώμα στο πνεύμα και το πνεύμα στο Θεό.

Ο Άνθρωπος θα πρέπει να αποδίδει στον εαυτό του την πρέπουσα σχετική αξία[xxxv].

Ονομάζει την ηθική αξία που επιδρά στη διαγωγή amor (ανθρώπινη αγάπη).

Είναι η ηθική δυναμική που ωθεί τον άνθρωπο στην πράξη.

Αν ο άνθρωπος κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, τότε ποτέ δεν θα προσδώσει μεγαλύτερη αξία στα κατώτερα απ’ ό,τι στα ανώτερα.

Τα κατώτερα θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ως βοηθήματα για τα ανώτερα (πλατωνισμός).

Μόνο το ύψιστο αγαθό θα πρέπει να απολαμβάνεται ως ο τελικός σκοπός προς τον οποίο προσβλέπει η καρδιά.

Και υπέρτατο αγαθό είναι ο Θεός που φύση του είναι η αγάπη (agape).

Αν λοιπόν η ανθρώπινη αγάπη μπορεί να ανυψωθεί στην απόλαυση του Θεού, θα μετέχει της θείας αγάπης, της αγάπης αυτής καθαυτής.

Έτσι, ο Θεός θα προσφέρει την αγάπη του στους ανθρώπους και έτσι οι άνθρωποι μετέχοντας στην αγάπη του θα αγαπούν αλλήλους, όπως ο Θεός αγαπά τους ανθρώπους, αντλώντας από το Θεό τη δύναμη να προσφέρουν τον εαυτόν τους στους άλλους

Η φιλοσοφία της Ιστορίας του Αυγουστίνου-Η πολιτική του θεωρία

Διακρίνοντας ανάμεσα στην πολιτεία του Θεού και στην πολιτεία του κόσμου, ήθελε να εξηγήσει την παγκόσμια ιστορία σαν πορεία που εξελίσσεται με βάση δυο αρχές[xxxvi].

Την κοσμική αρχή, όπου μια πολιτεία μπορεί να είναι καλά οργανωμένη και επιτυχημένη, αλλά είναι πρόσκαιρη και με αξίες που δεν είναι παρά σκιές, και που, επίσης, της λείπει η τάση προς τον έσχατο σκοπό που βρίσκεται στο Θεό.

Αντίθετα, η θεϊκή πολιτεία διέπετε από την αιώνια τάξη και την αγάπη του Θεού, που συνενώνει όλα τα μέλη της[xxxvii].

Έτσι σχηματικά περνά σε μια αντιπαράθεση ανάμεσα στην κοσμική πολιτεία και την πολιτεία του Θεού που είναι ο πόλεμος ανάμεσα στη δύναμη του καλού και του κακού αντίστοιχα, και όπου στο τέλος θα θριαμβεύσει το καλό[xxxviii].

Στην Πολιτεία του Θεού είναι ο πρώτος στον κόσμο που επιχειρεί την αναγωγή της ιστορίας σε «σύστημα», την αναγωγή του άπειρου ιστορικού γίγνεσθαι σε αντικείμενο φιλοσοφικής θέας[xxxix].

Ο Αυγουστίνος αντέκρουσε και τους ειδωλολάτρες στοχαστές του καιρού του, όπως τον νεοπλατωνιστή Πορφύριο, που υποστήριζε ότι τα γεγονότα του καιρού εκείνου όπως οι επιδρομές και οι καταστροφές από την πλευρά των Βαρβάρων δεν ήταν συμβατές με την κηρυγμένη χριστιανική πεποίθηση για την οικουμενική οδό της σωτηρίας.

Σχετικές ήταν και οι απορίες των χριστιανών σχετικά με το πώς συμβιβάζεται η σοφή διακυβέρνηση με τις καταστροφές[xl].

Στην αντίθεση της πολιτείας του Θεού και την πολιτεία του κόσμου βασίζεται και η πολιτική του θεωρία

Ο Αυγουστίνος ήρθε σε αντίθεση με τους των ειδωλολάτρες διανοούμενους, όπως τον Κικέρωνα, οι οποίοι ισχυρίζονταν πως σκοπός μιας οργανωμένης πολιτείας ήταν η απονομή δικαιοσύνης. Όμως αυτό δεν μπορούσε να το κάνει μια ειδωλολατρική κοινότητα, έλεγε ο Αυγουστίνος. Ένα κράτος είναι δίκαιο, μόνο αν είναι χριστιανικό τελικά[xli].

Σχετικά με το καλό και το κακό

Το κακό είναι κάτι που δεν υπάρχει, είναι «μη-ον», στέρηση του όντος-αγαθού ή και ελάττωσή του. Το κακό είναι έτσι δυνατό στο αγαθό, μέσα στο οποίο εμφανίζεται.

Δεν μπορεί να το δει κανείς αποκομμένο από το γενικό σχέδιο του κόσμου[xlii].

Δεν υπάρχει τίποτα που να μην έχει κάποιο ποσοστό αγαθότητας.

Δεν δέχεται μίξη καλού και κακού.

Στην πραγματικότητα πρόκειται για βαθμίδες αγαθότητας.

Το κακό συνδέεται με το ιεραρχημένο σύστημα του Αυγουστίνου και κατά το ό,τι τα ανώτερα πράγματα πρέπει να άρχουν των κατώτερων πραγμάτων.

Αν ισχύει το αντίστροφο, δηλαδή τα κατώτερα εξουσιάζουν τα ανώτερα, τότε έχουμε το κακό, δηλαδή μια αντεστραμμένη ταξινόμηση[xliii].

Συγγραφικό έργο

Ο Αυγουστίνος ήταν ένας από τους πιο παραγωγικούς Λατίνους συγγραφείς, όσον αφορά την σωζόμενα έργα, και ο κατάλογος των έργων του αποτελείται από περισσότερους από εκατό ξεχωριστούς τίτλους. Στους τόμους αυτούς περιλαμβάνονται απολογητικά έργα εναντίον των αιρέσεων των Αρειανών, Δονατιστών, Μανιχαίων και Πελαγιανών[xliv].

Κατά τον καθηγητή θεολογίας Στυλιανό Γ. Παπαδόπουλο που έχει ασχοληθεί, μεταξύ άλλων, και με τους εκκλησιαστικούς πατέρες η έκταση του έργου του Αυγουστίνου και η ποικιλία της θεματολογίας του είναι μια από τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο μελετητής σχετικά με την κατανόηση του έργου αυτού[xlv].

Επίσης, κείμενα σχετικά με το χριστιανικό δόγμα, κυρίως το De Doctrina Christiana (Από το χριστιανικό δόγμα, σε 4 βιβλία), ερμηνευτικά έργα όπως σχόλια επί της Γένεσης, τους Ψαλμούς και την Προς Ρωμαίους του Παύλου επιστολή.

Ακόμα, έγραψε πολλά κηρύγματα και επιστολές, και τις Retractationes, μια αναθεώρηση των προηγούμενων έργων του που έγραψε κοντά στο τέλος της ζωής του.

Εκτός από αυτά, ο Αυγουστίνος είναι ίσως περισσότερο γνωστός για τις Εξομολογήσεις του (Confessiones, σε 13 βιβλία), που αποτελούν έναν προσωπικό λογαριασμό της προηγούμενης ζωής του, καθώς και για το De civitate Dei (Πόλη του Θεού, που αποτελείται από 22 βιβλία), που έγραψε για να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των συντρόφων του Χριστιανών, η οποία είχε κλονίστηκε από τη λεηλασία της Ρώμης, από τους Βησιγότθους, το 410. Το έργο του για την Αγία Τριάδα, (Περί Τριάδος, De Trinitate, σε 15 βιβλία), στο οποίο αναπτύχθηκε αυτό που έχει γίνει γνωστό ως η «ψυχολογική αναλογία» της Αγίας Τριάδας, θεωρείται, επίσης, ότι είναι ένα από τα  αριστουργήματά του, και αναμφισβήτητα ένα από τα μεγαλύτερα θεολογικά έργα όλων των εποχών.

Επίσης, έγραψε για την ελεύθερη επιλογή της βούλησης (De libero arbitrio), για να αντιμετωπίσει το ερώτημα γιατί ο Θεός δίνει τον άνθρωπο την ελεύθερη βούληση που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για κακό[xlvi].

Το έργο του, στην παλαιά έκδοση των Βενεδικτίνων, καταλαμβάνουν 11 τόμους, ενώ στην έκδοση του Migne και στην έκδοση των CSEL (Corpus Scriptorum Ecclesiasticorum Latinorum) πολύ μεγάλη έκταση.

Ο μαθητής, φίλος του και επί πολύ χρόνο σύνοικος του Αυγουστίνου Ποσσίδιος, ανα- φέρει ότι ο Αυγουστίνος συνέταξε 1030 συγγράμματα, συμπεριλαμβανομένων των επιστολών, των ομιλιών, και των μικρότερων δοκιμίων.

Ο ίδιος ο Αυγουστίνος, στις Αναθεωρήσεις αναφέρει ότι μέχρι το 427 είχε συγγράψει 93 συγγράμματα σε 232 βιβλία. Από αυτά μόνον 10 χάθηκαν.

Τα έργα του Αυγουστίνου θα μπορούσαν να διαιρεθούν στις εξής τρεις κατηγορίες.

Τα αυτοβιογραφικά, τα φιλοσοφικά, και τα θεολογικά.

Α. Αυτοβιογραφικά έργα

  1. Αναθεωρήσεις (Retractationes)

Συντάχθηκαν περί τα τέλη της ζωής του Αυγουστίνου, δηλαδή το 427.

Διαιρείται σε δύο βιβλία. Σε αυτά αναλύει και κρίνει τα συγγράμματά του, ενώ τα κατατάσσει κατά χρονολογική σειρά δημοσιεύσεως.

Στο πρώτο βιβλίο αναλύει τα έργα του από το 386, όταν έγινε χριστιανός, ενώ στο δεύτερο τα έργα του από τα Χριστούγεννα του 395, όταν χειροτονήθηκε επίσκοπος Ιππώνος και μέχρι το 427.

Απαριθμεί 94 έργα, δίδοντας αξιόλογες πληροφορίες σχετικά με την αφορμή και τον σκοπό σύνταξης κάθε έργου, σύντομες περιλήψεις αυτών, τις κεντρικές ιδέες, διορθώνει τυχούσες ελλείψεις και σφάλματα, κάνει αυτοκριτική, γεγονός που είναι μοναδικό για αρχαίο συγγραφέα και μάλιστα αυτοκριτική όχι μόνον επί των αυτοτελών συγγραφών του, αλλά και επί των ομιλιών του και επιστολών του.

Το έργο παρέμεινε ημιτελές.

  1. Εξομολογήσεις (Confessiones), Όπως και οι Αναθεωρήσεις έτσι και οι Εξομολογήσεις αποτελούν μοναδικό φιλολογικό είδος χριστιανικής αυτοβιογραφίας.

Συντάχθηκε  μεταξύ των ετών 397 και 401 και αποτελούνται από 13 βιβλία.

Στις Εξομολογήσεις ο Αυγουστίνος ασκεί οξεία αυτοκριτική και αυτοέλεγχο όλου του βίου.

Στο 10ο βιβλίο περιλαμβάνεται μια λεπτή ψυχολογική ανάλυση και ηθικοθρησκευτική περιγραφή, κατά την εποχή που συνέτασσε το έργο, όντας επίσκοπος.

Στα βιβλία 11-13 αναπτύσσεται το κεφάλαιο της Γενέσεως, της δημιουργίας του κόσμου και του ανθρώπου και δίδονται βαθυστόχαστες απαντήσεις σε ζητήματα θεολογικά και φιλοσοφικά περί του άχρονου Θεού, περί του χρόνου δημιουργίας του κόσμου, περί του χρόνου και της αιωνιότητας[xlvii],περί του τρισυπόστατου της Θεότητας, περί του τρισυνθέτου του ανθρώπου κ.ά.

Ο Αυγουστίνος ζητεί να αποδείξει την άπειρη φιλανθρωπία του Θεού και να εμφανίσει τη θεία χάρη, τη σωτηρία του ανθρώπου με κάθε τρόπο και πάντοτε.

Ο συγγραφέας ζητεί να διδάξει, να οικοδομήσει, να ποδηγετήσει, να κηρύξει να φιλοσοφήσει, να αντικρούσει, να απολογηθεί να καταπείσει, να ικανοποιήσει, να ηρεμήσει, να αναπαύσει κάθε βεβαρυμμένη ψυχή[xlviii].

 

Β. Φιλοσοφικά έργα

  1. Περί του ωραίου και του προσήκοντος (Del pulchro et apto).

2.Κατά των Ακαδειμικών (Contra Academicos), στο οποίο εναντιώνεται στην αρχή των σκεπτικών Νέο-Ακαδειμικών ότι τίποτα δεν μπορεί να γνωρισθεί με ασφάλεια.

  1. Περί της μακαρίας ζωής (De beata vita) αποτελούμενο από 4 βιβλία στο οποίο υποστηρίζει ότι η ευτυχία της ζωής και η μακαριότητα έγκεινται στη γνώση του Θεού
  2. Περί της τάξεως (De ordine), σε 2 βιβλία.
  3. Μονόλογοι (Soliloquia), σε 2 βιβλία.
  4. Περί της αθανασίας της ψυχής (de immortalitate animae), ατελές, επειδή ο Αυγουστίνος παραπονείται ότι ήρθε στη δημοσιότητα παρά τη θέλησή του.
  5. Εγκυκλοπαιδικά έργα, δηλαδή εγχειρίδια των διαφόρων επιστημών και τεχνών υπό τον τίτλο Disciplinarum libri (De grammatica, De musica (De rhythmo), De dialectica, De rhetorica, De geometrica, De arithmetica, De philosophia. Εκτός των δύο πρώτων τα υπόλοιπα ουδέποτε αποπερατώθηκαν, ενώ από το De grammatica διασώθηκαν 2 αποσπάσματα

Πλήρες διασώθηκε το De music libis ex.

Από το σύγγραμμα αυτό διασώθηκαν αποσπασματικά το Principia dialecticae και Principia rhetorices, ενώ οι Categoria edecem ex Aristotele decerptae θεωρούνται νόθες.

  1. Περί ποσότητος της ψυχής (De quantitat e animae).
  2. Περί του Δασκάλου (De magistro).

Όλα τα φιλοσοφικά έργα του Αυγουστίνου είναι γραμμένα με τη μορφή διαλόγου, ενώ όχι μόνο αυτό το λογοτεχνικό είδος, αλλά και το ύφος και τα νοήματα και οι ιδέες είναι πλατωνικά.

Γ. Θεολογικά έργα

Α. Απολογητικά

  1. Περί της πολιτείας του Θεού (De civitate Dei).

To εκτενέστερο, σπουδαιότερο απ’ όλα τα έργα του Αυγουστίνου.

Συντάχθηκε στην Ιππώνα μεταξύ των ετών 413-426 και αποτελείται από 22 βιβλία.

Με το έργο επιζητείται να αποδειχθεί ότι τα συμβαίνοντα στις ανθρώπινες κοινωνίες βρίσκονται πάντοτε εντός του σχεδίου της Θείας Πρόνοιας, ο οποία λειτουργεί χωρίς την άρση ή τη δέσμευση της ανθρώπινης βούλησης[xlix].

  1. Περί της μαντείας των δαιμόνων (De divinatione daemonum). Μικρό εγχειρίδιο που συντάχθηκε μεταξύ 406 και 411 ή 414.
  2. Πραγματεία κατά των Ιουδαίων (Tractatusad versus Judaeos).

 

Β. Δογματικά έργα

1.Εγχειρίδιον προς Λαυρέντιον είτε περί της πίστεως, ελπίδος, και αγάπης (Enchiridion ad Laurentium sive De fide, spe et caritate liber unus). Γράφτηκε το 423 κατά παράκληση του Ρωμαίου φίλου του Λαυρεντίου που του ζήτησε συνοπτική έκθεση της χριστιανικής Δογματικής και Ηθικής.

  1. Περί πίστεως και συμβόλου (De fide et symbol). Ουσιαστικά περιλαμβάνει τον υπό τον Αυγουστίνο λόγο στην σύνοδο της Ιππώνος στις 8 Οκτωβρίου 393.

Είναι περιληπτική ερμηνεία του αποστολικού συμβόλου.

  1. Λόγοι περί συμβόλου προς κατηχούμενους (Sermones de symbol ad catechumenos), των οποίων η γνησιότητα αμφισβητείται.
  2. Περί πίστεως εις τα μη ορώμενα (De fide rerum quae non videntur). Ομιλία του 399-400 για την ανάγκη πίστης στις υπερφυσικές αλήθειες.
  3. Περί πίστεως και έργων (De fide et operibus). Γραμμένο το 413. Σχετικά με το ότι δεν αρκεί η πίστη, αλλά υπάρχει ανάγκη και αγαθοεργιών.
  4. Περί Τριάδος (Detrinitate). To σπουδαιότερο δογματικό έργο του Αυγουστίνου, το οποίο συντάχθηκε σε διάστημα 17 ετών (399-416). Αποτελείται από 15 βιβλία, εκ των οποίων τα 8 πρώτα αναπτύσσουν το τριαδικό δόγμα στη βάση της Αγίας Γραφής, τα δε επόμενα διασαφηνίζουν το τριαδικό δόγμα δι’ αναλογιών από τον ψυχικό κόσμο.

 

Η Τριαδολογία του Αυγουστίνου

Ο Τριαδικός Θεός είναι απλός και άτρεπτος, και είναι απλός επειδή ταυτίζεται το έχειν με το είναι του. Αντίθετα ο κτιστός κόσμος είναι τρεπτός και σύνθετος και μπορεί να χάσει ότι έχει. Υπάρχει χαώδης διαφορά ανάμεσα στον Θεό και τον κόσμο, κι ο άνθρωπος δεν γνωρίζει επί της ουσίας τον Θεό. Το χάσμα αυτό όμως δεν είναι και αγεφύρωτο επειδή υπάρχει ένας μεσίτης ο Υιός του Θεού. Ο Τριαδικός θεός είναι συγχρόνως ενότητα και διάκριση των θείων προσώπων[l]. Η ενότητα ξεκινά από την κοινή θεία ουσία και φύση και επεκτείνεται και στην κοινή θέληση, πράξη ή ενέργεια. Μέχρις εδώ ο Αυγουστίνος ακολουθεί την σκέψη των Καππαδοκών πατέρων, την οποία γνωρίζει έμμεσα μόνο, αφού αγνοεί την ελληνική γλώσσα, δια μέσου άλλων θεολόγων που την γνωρίζουν όπως ο Ιλάριος Πικταβίου και ο Αμβρόσιος Μεδιολάνων.

Επί του ζητήματος της γνώσης ης ελληνικής γλώσσας και γραφής[li] από τον Αυγουστίνο υπάρχει και η άποψη ότι ίσως να μπορούσε να διαβάσει ελληνικά κείμενα με τη βοήθεια λεξικού, αν και η γνώση της ελληνικής την οποία είχε δεν ήταν καλή[lii].

Επίσης, αγνοούσε την εβραϊκή γλώσσα και το εβραϊκό αλφάβητο[liii].

Ο Αυγουστίνος επιχειρεί να περιγράψει τις ενδοτριαδικές σχέσεις με εικόνες ειλημμένες από τις λειτουργίες της ανθρώπινης ψυχής: όπως είμαστε ,λέει, μια αδιαίρετη ενότητα, αλλά αποτελούμαστε από 

«μνήμη», «νου» και «θέληση» (μνήμη, νόηση, άμεση και έμμεση και βούληση)[liv] έτσι συμβαίνει και με τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος.

Αποκλίνει από την Καππαδοκική θεολογία κατά το ό,τι δίνει έμφαση στη ενότητα του τριαδικού Θεού παρά στις υποστατικές διακρίσεις, εκκινώντας από την «φύση» ή «ουσία» του Θεού κι όχι από τα «Πρόσωπα». Αντίθετα οι Καππαδόκες εκκινούν από τα «Πρόσωπα» και στη συνέχεια επιχειρούν κατά το δυνατόν να μιλήσουν για τη θεία φύση.

Ο Αυγουστίνος αναπτύσσει την περί σχέσεων θεολογία του για να απαντήσει στον Αρειανισμό, ο οποίος θεωρούσε πως στον Θεό δεν υπάρχει συμβεβηκός, δηλαδή αλλαγή ή ποιότητα, κάτι που συνεπαγόταν πως ο Υιός ήταν ετερούσιος.

Ο Αυγουστίνος απαντούσε πως, η μεταξύ του Υιού και του Πατρός σχέση είναι σχέση ουσίας. Και οι δύο είναι ομοούσιοι.

Ένα μειονέκτημα της θεολογίας του ήταν η ανυπαρξία στην λατινική γλώσσα όρων επαρκών να αποδώσουν της θεολογικές έννοιες. Έτσι για τον όρο «Υπόστασις» χρησιμοποιεί τον όρο «Πρόσωπο» και αποδίδει στην λατινική τον όρο «Υπόστασις» ως substantia, ο οποίος χρησιμοποιείται για να αποδοθεί η ουσία και το θείο είναι.

Ανεξάρτητα από αυτό ο λόγος που ο Αυγουστίνος δεν αναπτύσσει εκτενώς μία τριαδική θεολογία έχει να κάνει με το ενδεχόμενο να οδηγηθεί στην παραδοχή τριών θεοτήτων ή μιας τριπλής θεότητας.

Η περί των σχέσεων των τριών προσώπων της θεότητας θεολογία του έχει αριστοτελική φιλοσοφική ρίζα[lv].

Το De trinitate μεταφράστηκε, αρχικά, στα ελληνικά, από τον Μάξιμο Πλανούδη το 13ο αιώνα.

  1. Περί των μοιχικών γάμων προς Πολλέντινον (De conjugiis ad ulterinis ad Pollentium). Γράφτηκε περί το 419, αποτελείται από 2 βιβλία και αναφέρει ότι ο χριστιανικός γάμος είναι αδιάλυτος.
  2. Περί των νεκρών καταβλητέας μερίμνης (De cura gerenda pro mortuis. Γράφτηκε περί το 421, ως απάντηση σε ερώτημα περί του ζητήματος που τέθηκε από τον άγιο Παυλίνο Νώλης.

9.Περί 83 διαφορετικών ζητημάτων (De diversis quaestionibus octoginta tribus liber unus). Το πρώτο ήμισυ των ερωτημάτων είναι δογματικού περιεχομένου, τα δε υπόλοιπα ερμηνευτικού.

10 Περί διαφόρων ζητημάτων προς τον Σιμπλικιανό (De diversis quaestionibus ad Simplicanum libri duo). Περί το  379, για να απαντήσει σε ρωτήματα του διαδόχου του Αμβροσίου Μεδιολάνων, Σιμπλικιανού, σχετικά με το νόημα ορισμένων θέσεων της προς Ρωμαίους επιστολής και των Βασιλειών.

  1. Περί 8 ζητημάτων του Δουλκιτίου (De octo Dulcitii quaestionibus liber unus). Γράφτηκε, μάλλον, μεταξύ του 422 και 425 και απαντά σε ερμηνευτικά και δογματικά ζητήματα που έθεσε ο αυτοκρατορικός νοτάριος στην Καρθαγένη Δουλκίτιος.

Γ. Αντιρρητικά έργα και δογματοπολεμικά

-Περί των αιρέσεων προς τον Quodvultdeum (De haeresibus ad Quodvultdeum).

Το έργο αυτό θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως εισαγωγή στα ειδικά αντιρρητικά και πολεμικά έργα του τα οποία στρέφονται κατά των αιρέσεων του Μανιχαϊσμού, του Πρισκιλλιανισμού, του Δονατισμού και του Πελαγιανισμού.

Συντάχθηκε το 428-429 κατά παράκληση του διακόνου από την Καρχιδόνα Quodvultdeus.

  1. Κατά Μανιχαίων
  2. Περί των ηθώ της καθολικής εκκλησία ςκαι των ηθών των Μανιχαίων (De moribus ecclesiae catholicae et de moribus Manichaeorum). Σε δύο βιβλία, γραμμένο το 388-389.
  3. Περί της ελευθέρας βουλήσεως βιβλία τρία (De libero arbitrio libri tres). Το έργο άρχισε να συντάσσεται στη Ρώμη το 388, αλλά ολοκληρώθηκε στην Αφρική το 395. Αποτελεί διάλογο μεταξύ του Αυγουστίνου και του Αλυπίου.
  4. Περί της Γενέσεως κατά των Μανιχαίων (De Genesi contra Manichaeos libri duo. Υπεραμύνεται των τριών πρώτων κεφαλαίων της Γενέσεως κατά των Μανιχαίων. Έχει γραφτεί το 389.
  5. Περί της Αληθούς θρησκείας (De verareligione liber unus), σχετικά με το ότι η μοναδική αλήθεια βρίσκεται στην Καθολική Εκκλησία.
  6. Περί της ωφελείας του πιστεύειν προς τον Ονωράτον(DeutitlitatecredendiadHonoratum). Εγράφη στην Ιππώνα, όταν ήταν πρεσβύτερος περί το 391.
  7. Περί των δύο ψυχών κατά Μανιχαίων (DeduabusanimabuscontraManichaeos). Έργο του391 περίπου.
  8. Πρακτικά ή συζήτησις κατά του Μανιχαίου Φορτουνάτου (AetaseudisputatiocontraFortunatumManichaeum). Με βάση τις συζητήσεις της 28ης και 29ης Αυγούστου 392 στην Ιππώνα.
  9. Κατά του Μανιχαίου Αδειμάντου (ContraAdimantumManichaeidiscipulum). Περί το Σχετικά με την εγκυρότητα της Παλαιάς Διαθήκης.
  10. Κατά της επιστολής Μανιχαίου, ην λέγουσι θεμελιώδη (ContraepistolamManichaeiquamvocantfundamenti). Περί το 397. Εδώ συναντούμε την περίφημη ρήση του Αυγουστίνου «Egoveroevangeliononcrederem, nisimecatholicaeecclesiaecommoveretauctoritas» που σημαίνει ότι εγώ δεν θα πίστευα στο αληθές ευαγγέλιο αν η αυθεντία της καθολικής Εκκλησίας δεν με παρακινούσε.
  11. ΚατάτουΜανιχαίουΦαύστου(Contra Faustum Manichaeum libri triginta tres).Περί το 400.Τριάντα τρία βιβλία που περιέχουν την συνδιάλεξη του Αυγουστίνου με τον κορυφαίο των Μανιχαίων Φαύστου, επισκόπου Μιλεύης στη Βόρεια Αφρική. Είναι το σπουδαιότερο και εκτενέστερο έργο του Αυγουστίνου κατά του μανιχαϊσμού.
  12. Περί των πρακτικών των συζητήσεων μετά του Μανιχαίου Φήλικος (DeactisFeliceManichaeolibriduo). Αφορά τη συζήτηση περί της ελευθερίας της βουλήσεως.
  13. Περί της φύσεως του αγαθού κατά Μανιχαίων (DenaturabonicontraManichaeos). Περί το 404, για την συνύπαρξηκαλού και κακού.
  14. Κατά του Μανιχαίου Σεκουνδίνου (ContraSecundinumManichaeum). Γράφτηκε περί το405 . Απαντά στον Σεκουνδίνο που τον παρότρυνε τον Αυγουστίνο να γυρίσει στον Μανιχαϊσμό.
  15. Κατά του πολεμίου του νόμου και των προφητών (Contraadversariumlegisetprophetarum) και Προς Ορώσιον κατά των Πρισκιλλιανιστών και Ωριγενιστών (AdOrosiumcontraPriscillianistasetOrigenistas).

Οι Πρισκιλλιανιστές ήταν συγγενής αίρεση των Μανιχαίων, στην Ισπανία. Το πρώτο από αυτά τα έργα γράφτηκε περί το 420 και είχε να κάνει με την αντίκρουση της κακόδοξης αντίληψης ότι η Παλαιά Διαθήκη είναι έργο πονηρού δαίμονος. Το δεύτερο απαντά σε ερώτημα του Ισπανού πρεσβυτέρου Ορωσίου περί Πρισκιλλιανισμού και Ωριγενισμού.

ΙΙ. Κατά Δονατιστών.

  1. Ψαλμός κατά της μερίδος του Δονάτου (PsalmuscontrapartemDonati). Περί το 393.Δημώδες ποίημα ή ψαλμός για λαϊκή χρήση.
  2. Κατά της επιστολής του Δονάτου (ContraepistolamDonati), (απολεσθέν).
  3. Κατά της μερίδος του Δονάτου, σε δύο βιβλία. Συνταχθέν το 399, (απολεσθέν).
  4. Κατά της επιστολής του Παρμενιανού (ContraepistolamParmenianilibritres). Γραμμένοπερί το 400.
  5. Περί βαπτίσματος κατά των Δονατιστών (DebaptismocontraDonatistaslibriseptem) Έργο περίπου του 400 στο οποίοαποκρούει τη θεωρία του αναβαπτισμού.
  6. Κατά του Δονατιστού Κεντουρίου (ContraquodattulitCenturiusaDonatistisliberunus), γραμμένο μετά το 400 (απολεσθέν).
  7. Κατά των γραμμάτων του Πετιλιανού δονατιστού επισκόπου Σύρτεως (ContralitteraPetilianiDonatistasCirtrnsisepiscopilibritres. Γραμμένο μεταξύ του 401 και 403.
  8. Επιστολή προς τους Καθολικούς κατά των Δονατιστών είτε περί της ενότητος της Εκκλησίας (AdCatholicosepistolacontraDonatistas, vulgoDeunitateecclesiaeunus). Αμφισβητείται η γνησιότητά του.
  9. Κατά του γραμματικού Κρεσκονίου, οπαδού του Δονάτου (ContraCresconiumgrammaticumpartisDonatilibriquator). Έργο που γράφτηκε το 406.
  10. Μία Συλλογή μαρτυριών και αποδείξεων των ετών 406-407 υπό τον τίτλο“ProbationumettestimoniorumcontraDonatistasliberunus,απολεσθέν.
  11. Επίσης απολεσθέντα θεωρούνται τα έργα ContranascioquemDonatistamliberunus , Κατά του ον αγνοώ Δονατιστού (406/7) και AdmonitioDonatistarumdeMaximianistis (Υπόμνησις Δονατιστών περί Μαξιμιανιστών), έργο των ετών 406/407.
  12. Περί του ενός βαπτίσματος κατά του Πελιτιανού προς τον Κωνσταντίνον (DeunicobaptismcontraPetilianum, adConstantinum,liberunus).
  13. De Maximianistis contra Donatistas liber unus. Συντάχθηκε το 410-411 και είναι απολεσθέν.
  14. Βραχεία είδησις περί της μετά των Δονατιστών διαπραγματεύσεως (BreviculuscollationiscumDonatistis). Περίληψη συνδιάλεξης που έγινε στην Καρθαγένη το 411.
  15. Συμπλήρωση του προηγούμενου έργου είναι το έργο:Προς τους Δονατιστάς μετά την διαπραγμάτευση (AdDonatistaspostcollationemlibrunus,του 412.
  16. Προς τον Εμέριτον, επίσκοπον των Δονατιστών μετά την διαπραγμάτευση.(Ad Emeritum Donatistarum episcopum post collationem liber unus . Περίτο 417, απολεσθέν.
  17. ΛόγοςπροςτονλαόντηςενΚαισαρείαΕκκλησίας, παρόντοςΕμερίτου(Sermo ad Caesarieensis ecclesiae plebem Emerito praesente habitus). Εννοεί την Καισαρεία της Μαυριτανίας στη Β. Αφρική και είναι ο λόγος που εξεφώνησε την 18η Σεπτεμβρίου 418 για την ανάγκη συμφιλίωσης Καθολικών και Δονατιστών.
  18. Βιβλίον περί των διαπραγματεύσεων μετά του Εμερίτου, του εν Καισαρεία Δονατιστού επισκόπου (LiberdegestiscumEmerito, CaesareensiDonatistarumepiscopo). Στενογραφημένη απόδοση των συζητήσεων της 18ης-20ης Σεπτεμβρίου 418, στην Καισαρεία.
  19. Κατά του Γκαουδεντίου επισκόπου των Δονατιστών (ContraGaudentiumDonatistarumepiscopumlibriduo. Περί το 420.

Ο Γκαουδέντιος ήταν κατά το 411 ένας από τους αρχηγούς των Δονατιστών στην Καρθαγένη.

Μηγνήσιαθεωρούνταιταέργα Sermo de Rusticiano subdiacono a Donatistis rebaptizato et in diaconum ordinate και  Contra Fulgentium Donatistam.

 

 

Η . Ποιήματα

  1. Psalmus contra partem Donati. Εναντίον των Δονατιστών.
  2. Deanima (αποδίδεται).
  3. Exsultet (προεόρτιο της Αναστάσεως, ψαλλόμενο το Μ. Σάββατο), αποδιδόμενο το οποίο, όμως, δεν του ανήκει.
  4. Στην Anthologia Latina βρίσκονται πολλά δίστιχα (ρητά, αποφθέγματα ) που αποδίδονται στον Αυγουστίνο.
  5. Επιτάφειον Επίγραμμα εις τον διάκονον Nabor, που δολοφονήθηκε από τους Δονατιστές.

Ελληνικές μεταφράσεις του έργου του Αυγουστίνου

  1. Μάξιμου Πλανούδη (1310), ο οποίος μετέφρασε το De trinitate και το ψευδο-Αυγουστίνειο Dedecemabusionumgradibus.
  2. Δημητρίου Κυδώνη (1324-1397/8), ο οποίος μετέφρασε τους Μονολόγους (Soliloquia), το Defideseuderegulaveraefidei, του Πρόσπερου Ακυιτανίας Augustinidelibatarumliber,  το αποδιδόμενο στον Αυγουστίνο έργο του  Fulgentius von Ruspe, De fide ad Petrum), και επίσης πολλές επιστολές όπως και μέρος της Ερμηνείας του Αυγουστίνου εις τον Ευαγγελιστή Ιωάννη που κατά κάποιους αποδίδεται στον Βησσαρίωνα.
  3. Αυγουστίνεια και ψευδο-Αυγουστίνια έργα επίσης μετέφρασαν και οι Πρόχορος Κυδώνης \(1330-1368/9), Ιωάννης Κασσομάτης, Νεόφυτος Ροδινός (1669, θάνατος), Αυγουστίνος Χαλκός, Ευγένειος Βούλγαρης (θάνατος 1806), Δ. Σ. Μενάγιας, ο Πενταπόλεως Νεκτάριος Κεφαλάς, ο Ανδρέας Δαλέζιος κ.ά.
  4. Δημοσίευση περί των ελληνικών μεταφράσεων του Αυγουστίνου έκανε ο Mich. Ranckl, Die griechischen Augustinusubersetzungen, στο Miscellanea Francesco Ehrle. Srcitti di storia et paleografia, I (Roma 1929), 1-38[lviii].

Βιβλιογραφία

Μελέτες

Walter Berscihn,, Ελληνικά γράμματα και λατινικός μεσαίωνας.Από τον Ιερώνυμο ως τον Νικόλαο Κουσανό, Μτφρ:  Δ. Ζ. Νικήτας, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1998.

Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλου, Χριστιανικά και φιλοσοφικά μελετήματα, Βιβλιοθήκη Αποστολικής Διακονίας, Αθήναι 1949.

Παναγιώτη Κανελλόπουλου, Ιστορία του ευρωπαϊκού πνεύματος. Από τον Αυγουστίνο ως τον Γκαίτε, τόμος, Α’, Αετός, Αθήνα 1942.

Κωνστ. Γ. Μπόνη, Ο Άγιος Αυγουστίνος Επίσκοπος Ιππώνος, [13 Ν/βρίου 354 – 28 Αυγ. 430].Βίος και συγγράμματα, Ανάτυπον εκ της Επιστημονικής Επετηρίδος της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Τόμος ΙΕ’, τιμητικόν αφιέρωμα εις Νικόλαον Λούβαριν, Αθήναι 1964.

Μπέρτραντ Ράσσελ, Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας Α. Η αρχαία φιλοσοφία.Η καθολική φιλοσοφία, τόμος Α’, μτφρ.-σημειώσεις: Αιμ. Χουρμούζιου, Ι. Δ. Αρσενίδης & Σία, Αθήνα, χχ.

 

Εγκυκλοπαίδειες

Θ. Βέικος, «Ο Αυγουστίνος ως στοχαστής», Πάπυρος-Λαρούς-Μπριττάνικα, τόμος 12, Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα 1996.

Χ.Ο., «Αυγουστίνος», Πάπυρος-Λαρούς-Μπριττάνικα, τόμος 12, Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα 1996

Άρθρα

Πέτρος Βασιλειάδης, Ο ιερός Αυγουστίνος ως ερμηνευτής του αποστόλου Παύλου και το πρόβλημα της ανθρώπινης σεξουαλικότητας, προέλευση academia.edu.

 

Γεώργιος Μαρτζέλος, Νους και βούληση κατά τον Ιερό Αυγουστίνο και την ελληνική πατερική παράδοση, προέλευση academia.edu.

Πανεπιστημιακές σημειώσεις

Γεώργιος Στείρης, Σημειώσεις ΦΣ 105 «Μεσαιωνική Φιλοσοφία», Πανεπιστήμιο Αθηνών, Φιλοσοφική Σχολή, Τομέας Φιλοσοφίας, Αθήνα, χ.χ, προέλευση academia.edu.

Ιστοσελίδες

 

Εισήγηση για την ιστορία της κορινθιακής σταφίδας του Δ. Τραμπαδώρου

Από την πλευρά μου θα κάνω μια αναφορά στην ιστορία της κορινθιακής σταφίδας.

Oι αρχαίοι Έλληνες με τη λέξη σταφίς ή ασταφίς αποκαλούσαν την κοινή σταφυλή σε ξηρά κατάσταση, ενώ, μάλλον, δεν γνώριζαν την σταφιδάμπελο, η καλλιέργεια της οποίας φαίνεται να εισάγεται από τους Φράγκους, κατά την περίοδο 1212-1360, αρχικώς στις περιοχές της Πάτρας και της Ηλείας (στο δουκάτο της Γλαρέντζας) και αργότερα στην επαρχία Κορίνθου.

Μετά την κατάληψη της Πελοποννήσου από τους Βενετούς (το 1389), η σταφίδα αρχίζει να αποτελεί βασικό είδος εξαγωγικού εμπορίου προς τις χώρες της Ευρώπης.

Ήδη από το 14ο αιώνα η Αγγλία εμφανίζεται ως η χώρα με τη μεγαλύτερη κατανάλωση του προϊόντος. Από εκεί η σταφίδα έγινε γνωστή στη Γαλλία και την Ολλανδία και στη συνέχεια στη Γερμανία.

Με την παράδοση της Πελοποννήσου στον Σουλεϊμάν τον Α’, το 1540, οι Βενετοί ενθαρρύνουν την καλλιέργεια της σταφιδαμπέλου στα Ιόνια Νησιά, πρώτα στη Ζάκυνθο και στη συνέχεια στην Κεφαλλονιά και την Ιθάκη, ενώ η παραγωγή της σταφίδας στην Πελοπόννησο ελαττώθηκε κατά πολύ, λόγω της γενικότερης ερήμωσης και οικονομικής εξάντλησης της περιοχής.

Άλλοι παράγοντες που ευνοούν την καλλιέργεια της σταφίδας στα Ιόνια Νησιά είναι η θέση τους στον εμπορικό δρόμο που τα φέρνει σε άμεση επαφή µε τις ευρωπαϊκές αγορές, η γειτνίαση τους µε την Πελοπόννησο, το πρόσφορο του εδάφους τους για τη συγκεκριμένη καλλιέργεια και η αυξανόμενη ζήτηση της σταφίδας στην Ευρώπη.

Τα προστατευτικά μέτρα των Άγγλων και οι εξωτερικοί πόλεμοι της Βενετίας θα ανακόψουν τη σχετική με τη σταφίδα εμπορική δραστηριότητα κατά την περίοδο 1500-1520· αλλά από το 1532 παρατηρείται µία νέα άνθηση της δραστηριότητας αυτής, στην οποία συνέβαλε η ατονία της «αρχής της κυριάρχου» (Dominante), που απαγόρευε την πρόσβαση μη βενετικών πλοίων στα λιμάνια του Ιονίου, το μεθοδευμένο εμπορικό ενδιαφέρον των Άγγλων στην Ανατολή, καθώς και οι αντιδράσεις των Επτανησίων στις οικονομικές επιλογές των Βενετών.

Το σταφιδικό ζήτημα, ως υπερβάλλουσα σε σχέση με τη ζήτηση προσφορά, δεν έκανε την εμφάνισή του για πρώτη φορά στην Πελοπόννησο, αλλά το 1655 στα νησιά του Ιονίου.

Στα βενετοκρατούμενα Επτάνησα, το «σταφιδικό ζήτημα» αντιπροσωπεύει µία κρίση για την κοινωνία και την οικονομία των νησιών, η οποία έρχεται ως παράγωγο της οικονομικής διαπάλης για το άνοιγμα των αγορών στην Ανατολή. Συγκεκριμένα, στα Επτάνησα του 17ου αιώνα έχουμε, µε επίκεντρο την παραγωγή και εμπορία της σταφίδας, µία πολύπλευρη εμπορική, οικονομική και κοινωνική διαπάλη, στην οποία εμπλέκονται Άγγλοι, Βενετοί και Επτανήσιοι.

Όταν οι Βενετοί κατέλαβαν εκ νέου την Πελοπόννησο (1685-1715), κατέβαλαν μεγάλες προσπάθειες για την ανάπτυξη της καλλιέργειας της σταφίδας, οι οποίες ωστόσο ανακόπηκαν λόγω της ανάκτησης της Πελοποννήσου από τους Οθωμανούς, παρά το γεγονός ότι, μετά από προτροπή της αγγλικής κυβέρνησης, οι Τούρκοι άρχισαν να ενδιαφέρονται για την ανάπτυξη της καλλιέργειας.

Θα πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι στο τέλος αυτής της περιόδου, και συγκεκριμένα το 1715, έχουμε και τη μεταφορά της καλλιέργειας του προϊόντος στη Λευκάδα, από τους Κρητικούς επήλυδες οι οποίοι είχαν έρθει από την Κρήτη στην Πελοπόννησο μετά την πτώση του Χάνδακα, στα 1669, και οι οποίοι γνωρίζοντας την καλλιέργεια, πήγαν σε αυτό το νησί, μετά την ανακατάληψη της Πελοποννήσου από τους Οθωμανούς στα 1715.

Όμως, στα τέλη του 18ου αιώνα, εποχή της ραγδαίας εκβιομηχάνισης της Αγγλίας και μεγάλης αύξησης της ζήτησης σταφίδας, που τη χρησιμοποιούσαν για την κατασκευή γλυκισμάτων και κυρίως πουτίγκας, η καλλιέργεια του προϊόντος άρχισε να εξαπλώνεται με γρήγορους ρυθμούς στη βόρεια και βορειοδυτική Πελοπόννησο.

Η μεγάλη ζήτηση για το προϊόν συνεχίστηκε και στις αρχές του 19ου αιώνα, μεταβάλλοντας σε ένα από τα κυριότερα εμπορεύματα εξαγωγής από την Πελοπόννησο και την καλλιέργειά του σε μια πραγματική μονοκαλλιέργεια στη Bόρεια και ΒΔ Πελοπόννησο (στην Αχαΐα, την Αιγιαλεία, σε τμήματα της Κορινθίας και στη Βόρεια Ηλεία), όπου παραγόταν η μεγαλύτερη ποσότητα, ενώ είχαμε παραγόμενες ποσότητες και στην Αιτωλοακαρνανία.

Στην περίπτωση της Ηλείας, η καλλιέργεια επεκτάθηκε στην τω χρόνω προς τον νότο, ενώ τις παραμονές της επανάστασης, στα τέλη της δεκαετίας του 1810, μαρτυρείται, η ύπαρξη εκτεταμένων σταφιδοκαλλιεργειών μέχρι και το Δερβή Τσελεμπή, δηλαδή μέχρι και την σημερινή Αμαλιάδα.

Αντίθετα, στην περιοχή του Πύργου, η εισαγωγή της σταφιδοκαλλιέργειας σε εκτεταμένη βάση είναι υπόθεση που χρονολογείται αργότερα και συγκεκριμένα με την έναρξη της συγκρότησης της κρατικής μας οντότητας, δηλαδή από το 1828 και εφεξής, φαινόμενο το οποίο, μάλιστα, εντάθηκε, σύμφωνα με τον ερευνητή κ. Παναγιώτη Δημάκη, μετά το 1845.

Μέχρι τότε, σύμφωνα με τις περιγραφές των περιηγητών, η περιοχή του Πύργου κατακλυζόταν από καλλιέργειες αμπέλου, γκρηνιά (ενός είδους σιταριού), οπωροφόρων δένδρων, κηπευτικών και βάμβακος,.

Άλλωστε, από τα στοιχεία που προκύπτουν από τις δημοσιεύσεις στην Επίσημη Εφημερίδα του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων, που εκδιδόταν στην Κέρκυρα, προκύπτει μόνον ένα φορτίο σταφίδας από τα λιμάνια του Πύργου (δηλαδή το Πυργί, τον Κόρακα ή Ποτάμι, το Κατάκωλο και τον Αλφειό), το 1822, προς την Ζάκυνθο, που τότε ήταν το κύριο κέντρο της εμπορίας του προϊόντος.

Παρ’όλα αυτά, τα επίσημα στοιχεία δεν δείχνουν το λαθρεμπόριο το οποίο ήταν εκτεταμένο σε αυτό το όριο των δυτικών κυριαρχιών και της οθωμανικής επικράτειας, λαθρεμπόριο που καθόριζε πραγματικότητες, εντασσόμενο στην αντιπαλότητα ή και σύμπλευση συμφερόντων μεταξύ των Δυτικών, των Οθωμανών, των Επτανησίων και των Ελλήνων υπηκόων της οθωμανικής Πύλης.

Μετέπειτα, κατά τη διάρκεια της επανάστασης, περιορίστηκε σημαντικά η παραγωγή της σταφίδας και έτσι η ανάπτυξη η οποία παρατηρείται μετά τον πόλεμο της ανεξαρτησίας είναι χωρίς προηγούμενο. Παρ’ όλα αυτά από την αναδίφηση των αρχείων διαπιστώνουμε ότι και κατά την διάρκεια της Επανάστασης η σταφιδοκαλλιέργεια είχε σπουδαία σημασία. Τις περιόδους του τρύγου παρατηρείται μια σιωπή. Οι εχθροπραξίες σταματούσαν, Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι επιδίδονταν με αφοσίωση σε αυτόν, ενώ από τη Ζάκυνθο κατέφθαναν στην Γλαρέντζα, για να εργαστούν, οι γνωρίζοντες και παραγωγικοί Ζακυνθινοί εργάτες. Ο λόγος ήταν ότι το εμπόριο του προϊόντος προσέφερε πολύτιμους οικονομικούς πόρους τόσο στους επαναστάτες όσο και στους Οθωμανούς. Φαίνεται ότι η σταφίδα χρηματοδότησε τον Αγώνα και παράλληλα δημιουργούσε εισοδήματα για τους κατοίκους της ευρύτερης περιοχής. Για να έρθουμε πάλι στα μετά την Επανάσταση, με την έλευση της Ανεξαρτησίας, από το τέλος της δεκαετίας του 1830 ως τις αρχές της δεκαετίας του 1860, ο όγκος της παραγωγής υπερδεκαπλασιάστηκε (από 7,5 εκατομμύρια ενετικές λίτρες το 1839, σε 82 εκατομμύρια το 1862, ενώ μία ενετική λίτρα ισούται με 477,5 γραμμάρια).

Σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη αυτή διαδραμάτισε κυρίως η ψήφιση του νόμου του 1835 «περί προικοδοτήσεως των αγωνιστών». Ένας άλλος λόγος για την εξάπλωση της σταφιδοκαλλιέργειας είναι το καθεστώς της ελευθερίας των συναλλαγών που υιοθέτησε η Αγγλία κατά την περίοδο από το 1825 έως το 1846. Ο Εδμόνδος Αμπού βλέποντας αυτή την κατάσταση, τα τελευταία έτη της βασιλείας του Όθωνα, τη σατιρίζει και κρούει τον κίνδυνο του κινδύνου.

Το 1851 μεγάλες ποσότητες σταφίδας αντιμετωπίζουν δυσκολίες εξαγωγής. Το έτος αυτό, για πρώτη φορά, η παραγωγή υπερβαίνει τη ζήτηση, σε σημαντικό βαθμό, και λόγω της αθρόας φύτευσης σταφιδαμπέλων, με αποτέλεσμα η τιμή να μειώνεται κατακόρυφα.

Με την προσάρτηση των Επτανήσων, το 1864, η παραγωγή ξεπερνά τα 100 εκατομμύρια ενετικές λίτρες, ενώ το φράγμα των 150 εκατομμυρίων θα ξεπεραστεί το 1871.

Η σταφίδα αντιπροσωπεύει το ένα τρίτο, περίπου, των ελληνικών εξαγωγών το 1845 και το μισό σχεδόν στα 1870/74.

Ως τις αρχές της δεκαετίας του 1860, η νέα καλλιέργεια κέρδισε περίπου 120-150.000 στρέμματα, μόνον στην Πελοπόννησο, που, σε μεγάλο ποσοστό, πρόκειται για νέες γαίες, ακαλλιέργητες ως τότε.

Αν χρησιμοποιήσουμε ως κριτήριο τον προορισμό των εξαγωγών μπορούμε να διακρίνουμε δύο στάδια: Το πρώτο στάδιο εκτείνεται ως το τέλος της δεκαετίας του 1870 και σχεδόν αποκλειστικός αγοραστής είναι η Αγγλία. Το δεύτερο στάδιο, από το τέλος της δεκαετίας του 1870 ως την κρίση υπερπαραγωγής των ετών 1892/93, χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση ενός νέου, σημαντικού, αλλά πρόσκαιρου, όπως αποδείχθηκε, πελάτη, της Γαλλίας.

Στη Γαλλία η σταφίδα δεν ήταν ενταγμένη στη διατροφική κουλτούρα του κοινού, αλλά χρησιμοποιήθηκε για την παρασκευή του σταφιδίτη οίνου (που ήταν και φτηνός και ποιοτικός) σε αντικατάσταση της εσωτερικής παραγωγής της χώρας αυτής που είχε δεχθεί σοβαρό πλήγμα από την φυλλοξήρα.

Στο βραχυχρόνιο επίπεδο οι διακυμάνσεις των τιμών είναι σημαντικές και επηρεάζονται τόσο από την ευρωπαϊκή οικονομική συγκυρία και τη διαμόρφωση των τελών εισαγωγής από τις ευρωπαϊκές χώρες (και κυρίως της Αγγλίας) όσο και από εσωτερικούς παράγοντες και τις ασθένειες της σταφιδαμπέλου.

Αλλά πέρα από την ευρωπαϊκή συγκυρία και τις συνθήκες των εξωτερικών αγορών οι ρυθμοί της παραγωγής έχουν αρχίσει να υπερβαίνουν τους ρυθμούς της ζήτησης προκαθορίζοντας έτσι την πτωτική τάση των τιμών στη μεγάλη διάρκεια.

Mόνο με το άνοιγμα της γαλλικής αγοράς θα δημιουργηθούν αυξητικές τάσεις στην τιμή.

Αυτή η πτωτική τάση της μέσης τιμής της σταφίδας αντικατοπτρίζει, μεταξύ άλλων, και την επέκταση των καλλιεργειών σε γαίες δεύτερης ποιότητας και, επομένως, την όλο και πιο μαζική παρουσία στην αγορά σταφίδας κατώτερης ποιότητας.

Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι παρόλο που κατά την δεκαετία του 1860 έγινε για πρώτη φορά απόπειρα χρήσης μηχανών για τον καθαρισμό και τη διαλογή των ποιοτήτων, η τεχνολογία παρέμεινε πεπαλαιωμένη σε όλη την διάρκεια του 19ου αιώνα, ενώ σχετικά με τη σταφιδική πολιτική την οποία ασκούσε το κράτος την περίοδο πριν το 1893 μπορούμε να πούμε ότι τέτοια δεν υπήρχε, καθώς αυτό ασκώντας φιλελεύθερη οικονομική πολιτική αρκούνταν στο να εκδίδει μόνο τα διατάγματα και τους νόμους για τη φορολογία επί της σταφίδας ή μερικές φορές, να πιέζει δια της διπλωματικής οδού, με σκοπό τη μείωση του δασμού εισαγωγής του προϊόντος σε διάφορες χώρες.

Η αλόγιστη επέκταση των σταφιδοκαλλιεργειών και η απότομη αποχώρηση της τεράστιας γαλλικής αγοράς, στα 1893 (λόγω της εξυγίανσης των γαλλικών αμπελώνων, αλλά και της εφαρμογής πολιτικών εμπορικού προστατευτισμού) δημιούργησαν την μεγάλη σταφιδική κρίση, η οποία ήταν ένα συγκλονιστικό γεγονός για την τοπική κοινωνία και οικονομία, αλλά και για το σύνολο της εθνικής οικονομίας και κοινωνίας, αφού όλες οι παράμετροι του παραγωγικού μοντέλου, μέχρι και οι υποδομές (σιδηρόδρομοι, λιμάνια και διώρυγα της Κορίνθου) ήταν προσανατολισμένες προς την παραγωγή και την εμπορία του προϊόντος.

Ιδιαίτερη αναφορά θα θέλαμε να κάνουμε στην κρατική παρέμβαση εκ μέρους του ελληνικού βασιλείου, αναφορικά με την κρίση του 1893, η οποία (και ιδιαίτερα το επινόημα του Παρακρατήματος) κατά την άποψη των ειδικών, όπως του καθηγητή κ. Θανάση Καλαφάτη, συγκρίνεται με τον σχεδιασμό των παρεμβατικών εργαλείων της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η επιτυχημένη κρατική παρέμβαση για την αντιμετώπισης της κρίσης του 1893 (όπως αποδεικνύεται και από αδημοσίευτη οικονομετρική ανάλυση που έχουμε κάνει σε συνεργασία με τον κ. Γιάννη Παντελάδη) γέννησε θεσμούς όπως η Σταφιδική Τράπεζα, η Ενιαία Διαχείριση, ο ΑΣΟ και το Ινστιτούτο Σταφίδας, θεσμοί οι οποίοι είχαν ιδιαίτερη σημασία για την Ηλεία, διότι η περιοχή μας σήκωσε το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των συνεπειών της κρίσης, αφού οι ποικιλίες της κορινθιακής που ευδοκιμούν σε εμάς ήταν οι πλέον κατάλληλες για οινοποίηση, δηλαδή ήταν οι ποικιλίες που επλήγησαν, κατά κόρον, από την αποχώρηση της Γαλλίας από την αγορά του προϊόντος.

Τότε, κατά την περίοδο της σταφιδικής ακμής, αλλά και αργότερα, λόγω της επιτυχημένης κρατικής παρέμβασης, όπως είπαμε, μπορούμε να μιλάμε για σταφιδική οικονομία, δηλαδή για μία οικονομία η οποία παλλόταν στους ρυθμούς που έδινε η ποσότητα η ποιότητα και οι τιμές της σοδειάς κάθε έτους.

Όλα τα μεγέθη εξαρτιόντουσαν από τη σταφίδα: οι δημοτικοί προϋπολογισμοί, τα δημοσιονομικά σε συνολικοοικονομικό επίπεδο, το πρόγραμμα των δημοσίων επενδύσεων, η ύπαρξη και η πορεία των τοπικών επιχειρήσεων, αλλά και τα κοινωνικά μεγέθη, η γαμηλιότητα, η γεννητικότητα, οι προίκες και φυσικά η μετανάστευση, εσωτερική και εξωτερική, ζητήματα που είχαν επιπτώσεις δευτερογενείς, τριτογενείς κ.ο.κ. σε άλλα μεγέθη, όπως τα ημερομίσθια, η τεχνολογία και η τεχνογνωσία της παραγωγής, η κρίσιμη τιμή των σιτηρών, οι ροές κεφαλαίων του ομογενειακού ελληνισμού, το ιδιοκτησιακό καθεστώς των γαιών.

Επιπροσθέτως, χαρακτηριστικό της σημασίας του προϊόντος είναι ότι για όλη την περίοδο από το 1833 έως το 1950 υπάρχουν εκατοντάδες δημοσιεύματα στα ΦΕΚ, αλλά και χιλιάδες δημοσιεύματα στις εφημερίδες πανελλήνιας κυκλοφορίας, καθώς και στις τοπικές της Ηλείας, σχετικά με σταφιδικά ζητήματα.

Εκτός αυτών θα ήθελα να επισημάνω ότι η ποσότητα, η ποιότητα και ο χαρακτήρας των εργασιών που απαιτούσε η σταφιδοκαλλιέργεια διαμόρφωναν, τελικά, μια καλλιεργητική κουλτούρα, αλλά και μια κοινωνική και οικονομική συμπεριφορά εκ μέρους των σταφιδοκαλλιεργητών που σήμερα είναι δυσεύρετη.

Αυτό το τελευταίο το έχω ζήσει από πρώτο χέρι στο μεγάλο κτήμα με σταφίδα που είχε η οικογένειά μου, μέχρι το 1983, στην περιοχή του Αγίου Ανδρέα Κορακοχωρίου.

Κλείνοντας θα ήθελα να επισημάνω ότι ανάμεσα στους σκοπούς του Ομίλου μας δεν είναι η νεκρανάσταση μιας πραγματικότητας που δεν είναι δυνατόν να ανασυσταθεί, αλλά αφενός η απόδοση της δέουσας σημασίας σε όλο το σταφιδικό εποικοδόμημα, θα μου επιτρέψετε να πω, το οποίο μας κληροδότησαν οι άμεσοι πρόγονοί μας, και το οποίο θα πρέπει να αποτελέσει βασικό τμήμα του city branding των σταφιδοφόρων περιοχών και επομένως και της περιοχής μας, αλλά και η υποβοήθηση της προσπάθειας που στόχο έχει να βρει η σταφίδα, το μοναδικό, σε παγκόσμιο επίπεδο αυτό προϊόν, τη θέση που της αξίζει, γεγονός που προϋποθέτει, μεταξύ των άλλων, και ορθές γεωπονικές πρακτικές και επιτυχημένες πολιτικές marketing.

Το γεγονός άλλωστε ότι η Αγγλία, χώρα στην οποία η κατανάλωση σταφίδας είναι βαθειά ριζωμένη στην καθημερινότητα, αποτελεί σταθερή πελάτιδα για το προϊόν, επί αιώνες, μας επιτρέπει να υποστηρίξουμε ότι η εισαγωγή της σταφίδας στη διατροφική κουλτούρα του μέσου σπιτιού είτε ελληνικού, είτε της αλλοδαπής, μπορεί να μας προσφέρει ανέλπιστα καλά αποτελέσματα.

Σας ευχαριστώ πολύ για το ενδιαφέρον και την προσοχή σας και εύχομαι οι αρμόδιοι, αλλά και η τοπική κοινωνία και η ηγεσία της να ευαισθητοποιηθούν προς την κατεύθυνση της αξιοποίησης της σταφιδικής κληρονομιάς, στο σύνολό της, αλλά και των ευκαιριών του παρόντος και του μέλλοντος, με σύμμαχο, μεταξύ άλλων, και την ιστορική γνώση, μιας και αυτή μας προσφέρει πολύ περισσότερα και πολύ πιο σύνθετα πράγματα από μια απλή γνώση των συμβάντων του παρελθόντος.


Δ. Ι. Τραμπαδώρος


Προέλευση φωτογραφίας: http://www.iliaoikonomia.gr

Τρία μνημονιακά έγγραφα της περιόδου 1829-1831 για το Μετόχιο της Ιεράς Μονής Στροφάδων και Αγίου Διονυσίου στον Πύργο.

 Η ιστορία του Μετοχίου της Ιεράς Μονής Στροφάδων και Αγίου Διονυσίου, στον Πύργο είναι εν πολλοίς άγνωστη.

Για τον Λ. Χ. Ζώη: Με αφορμή ένα δημοσίευμα της εφημερίδος «Πατρίς» Πύργου της 11ης Οκτωβρίου 1935 *.

του Διονύση Τραμπαδώρου

Δεν χρειάζεται να μιλήσω σε Ζακυνθίους, όντας μη Ζακύνθιος, για τον Λ. Χ. Ζώη, αυτόν τον πολύ σημαντικό ιστορικό ερευνητή του νησιού, η εργασία του οποίου έχει σπουδαιότητα για το πανελλήνιο και πέρα απ’ αυτό ακόμα.

Θα ζητούσα, όμως, την άδεια από το αναγνωστικό κοινό της Ζακύνθου να αναφερθώ στο δημοσίευμα της εφημερίδος του Πύργου «Πατρίς» της 11ης Οκτωβρίου 1935, το οποίο φορά την απόλυση του Λ. Χ. Ζώη από τη θέση του διευθυντή του Αρχειοφυλακείου του νησιού.

Συντάκτης του είναι ο Πύργιος Τάκης Δόξας (φιλολογικό ψευδώνυμο του Παναγιώτη Λαμπρινόπουλου), σημαντική προσωπικότητα των λογοτεχνικών πραγμάτων του Πύργου, με δράση που υπερέβαινε τα στενά όρια της ιδιαίτερης πατρίδας του, καθώς και δεσπόζουσας φυσιογνωμίας της διοίκησης της Ηλειακής Βιβλιοθήκης και μετέπειτα Δημόσιας Βιβλιοθήκης Πύργου.Ο Δόξας, στο συγκεκριμένο δημοσίευμα, αφού εκφράζει την προσωπική του λύπη για τα γεγονός της απόλυσης, μεταφέρει και την ειλικρινή λύπη τόσο των ειδημόνων, όσο και του γενικού κοινού για το γεγονός, αναδεικνύοντας και επισημαίνοντας ταυτόχρονα το μέγεθος και την ποιότητα του ανδρός.

Η απόλυση έγινε σε μια εποχή ταραχώδη, τις αμέσως προηγούμενες ημέρες του πραξικοπήματος του Γεωργίου Κονδύλη, με το οποίο ανατράπηκε η κυβέρνηση του Παναγή Τσαλδάρη που είχε ανέλθει στην εξουσία το 1933, διαδεχόμενη την μεταβατική κυβέρνηση του Αλέξανδρου Οθωναίου.

Χρονολογικά, η είδηση της απόλυσης δημοσιεύεται για πρώτη φορά στις 9 Οκτωβρίου 1935, στην εφημερίδα «Πρόοδος» της Ζακύνθου, του Ανδρέα Ιωάν. Ζώντου, φίλα προσκείμενης, όπως φαίνεται, στη βασιλική παράταξη. Το δημοσίευμα φέρει ως τίτλο «Ο κ. Λεωνίδας Ζώης και το πολυσχιδές έργον του» και υπογράφεται από τον καθηγητή Σπυρίδωνα Γιαννόπουλο. Ο Σπυρίδων Γιαννόπουλος, μάλιστα, δεν αναφέρεται καν σε «απόλυση», αλλά σε «αποχώρηση».Όπως αναφέρεται στο άρθρο η λύπη που προξενεί η απομάκρυνση του Ζώη μετριάζεται από την τοποθέτηση στη θέση του διευθυντή του Αρχειοφυλακείου, του διδάκτορα της νομικής, Δημητρίου Κοριατόπουλου, ο οποίος ήταν, ήδη από το 1922, στενό συγγενικό πρόσωπο του Λ. Χ. Ζώη.

Αναφορά στον Δημήτριο Κοριατόπουλο βρίσκουμε και στις «Μούσες» του Νοεμβρίου του 1936 και συγκεκριμένα ως επιμελητή αρχαιοτήτων, καθώς και στις 19.1.1937, στη δημοσίευση του Λ. Χ. Ζώη ότι λόγω της μετεγκαταστάσεως του στην Αθήνα διακόπτεται η κανονική δεκαπενθήμερη έκδοση των «Μουσών», στο οποίο ο Δ. Σ. Κοριατόπουλος αναφέρεται ως επιμελητής σύνταξης.

Επίσης, άξια αναφοράς είναι αυτή της 1ης Ιουνίου 1936, των «Μουσών», στο Β. Δ. για τη Βιβλιοθήκη Ζακύνθου, καθώς και στα εύσημα που αποδίδονται στο πρόσωπο του Νικολάου Κολυβά, για το γεγονός αυτό.

Εντύπωση μας προκαλεί το ευμενές σχόλιο του περιοδικού για την αντίδραση του Δημητρίου Κοριατόπουλου, από τη θέση του διευθυντή του Αρχειοφυλακείου, στο νέο νομοσχέδιο για τις Βιβλιοθήκες που υποχρέωνε σε μεταφορά μέρους των εγγράφων των Αρχειοφυλακείων σε αυτές (1η Νοεμβρίου 1935).

Παρ’ ό,τι εν πρώτοις, κάποιος θα απέδιδε την απόλυση του Λ. Χ. Ζώη σε πολιτικούς λόγους, η εμπλοκή του προσώπου του Δημητρίου Κοριατόπουλου μας βάζει, εκ των υστέρων, σε δεύτερες σκέψεις.

Εκτός αυτών, ο Σπυρίδων Ιωάν. Γιαννόπουλος, μάλιστα, υπογράφει άλλο ένα άρθρο, στις 16 Οκτωβρίου 1935, σχετικά με την έκδοση της Ιστορίας της Ζακύνθου του Λ. Χ.Ζώη, ενώ σε κεντρικό πρωτοσέλιδο άρθρο της, της 10ης Οκτωβρίου 1935, η εφημερίδα «Πρόοδος», κάνει αναφορά στη σημασία του Αρχειοφυλακείου.

Όπως και να έχει αυτή καθ’ αυτή η αναφορά του Τάκη Δόξα τόσο στο Αρχειοφυλακείο της προσεισμικής Ζακύνθου, όσο και στο πρόσωπο του Λ. Χ. Ζώη αναδεικνύει την υπερτοπική σημασία τόσο του θεσμού, όσο και του προσώπου, καθώς, επίσης, και την στενή σχέση ανάμεσα στην Ηλεία και τον Πύργο ειδικότερα και τη Ζάκυνθο.

Άλλωστε, αναζητώντας στοιχεία στο περιοδικό «Αι Μούσαι», που επί χρόνια εξέδιδε ο Λ. Χ. Ζώης, διαπιστώνουμε τόσο την συνεχή παρουσία σε αυτό του Τάκη Δόξα είτε ως ποιητή (τεύχος 30ης Σεπτεμβρίου 1935, δημοσίευση ποιήματος «Στοχαμοί»), είτε στη στήλη των βιβλιοκρισιών (τεύχος Ιουλίου 1937, βιβλιοκρισία του έργου της Κατίνας Παΐζη «Απλοί Σκοποί»), όσο και του αδικοχαμένου, εκτελεσθέντα από τους Γερμανούς, στην Πάτρα, Πυργίου ποιητή Φώτου Πασχαλινού (φιλολογικό ψευδώνυμο του Θεόδωρου Ζώρα) και της ποιητικής του συλλογής, «Επαρχιακά», που εξέδωσε στον Πύργο. Επίσης, έχουμε συνεχείς αναφορές των «Μουσών» τόσο στο «Σύλλογο Γραμμάτων και Τεχνών» του Πύργου, στον οποίο πρόεδρος είχε εκλεγεί o Τάκης Δόξας (19.1.1937 και Ιούλιος 1937), στην «Ηλειακή Βιβλιοθήκη» (Ιούλιος 1937), όσο και στον τότε νεοϊδρυθέντα, στον Πύργο, «Σύλλογο διανοουμένων και φιλοτέχνων Ηλείας» (19.1.1937).

Η σχέση αυτή των διανοουμένων της εποχής των δύο περιοχών συνεχίζει τις πολύ παλαιές και πολύπτυχες στενές σχέσεις μεταξύ Ζακύνθου και Ηλείας. Ας έχουμε, επί παραδείγματι, κατά νου το έγγραφο του πολύ πρώιμου 16ου αι. που έχει εκδώσει ο Σπυρίδων Λάμπρος και το οποίο αναφέρεται στις στενές εμπορικές σχέσεις μεταξύ του νησιού και των Χασίων Ποντικού, δηλαδή του σημερινού Κατακώλου.

 

*Το παρόν άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στον τοπικό τύπο της Ζακύνθου.

 

                                              «…κανείς δεν έμεινε, κανείς δεν έφυγε, κανείς δεν λείπει».

                                                          Γιάννης Ρίτσος, Τειρεσίας, Κέδρος, Αθήνα, 1983.

Η παρουσία του Τάκη Δόξα στον τοπικό τύπο κατά τη συγκυρία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και οι απαρχές της παρουσίας του στην «Ηλειακή Βιβλιοθήκη Πύργου»

Του Σάκη Τραμπαδώρου

Τα στοιχεία που ανακοινώνονται εδώ είναι το αποτέλεσμα εξαντλητικής έρευνας στα φύλλα του τοπικού της περιόδου, κυρίως της δεκαετίας του 1930, καθώς και στα πρακτικά της «Ηλειακής Βιβλιοθήκης», για το διάστημα από το 1926 έως το 1952.

Ο Τάκης Δόξας, όπως θα διαπιστώσουμε, νεότατος, κάνει την εμφάνισή του στα γράμματα, αλλά και στον τοπικό τύπο του Πύργου, ξεδιπλώνοντας την πολυσχιδή προσωπικότητά του. Το 1932, και συγκεκριμένα το μήνα Απρίλιο, σε ηλικία μόλις 19 ετών, δημοσιεύει, σε συνέχειες, στην εφημερίδα «Πατρίς» τη νουβέλα με τίτλο το σύμβολο του ερωτηματικού(«;»). Λίγο αργότερα, τον Οκτώβριο του 1935, στην ίδια εφημερίδα, δημοσιεύει άρθρο σχετικά με την απόλυση του αρχειοφύλακα Ζακύνθου και σημαντικότατου Ζακυνθινού ερευνητή Λεωνίδα Χ. Ζώη, αποτέλεσμα, προφανώς, της πολιτικής κατάστασης που επικρατούσε τότε στη χώρα, δείχνοντας έτσι, με το σθένος του, το εφήμερο των εκάστοτε πολιτικών εξουσιών, έναντι της διαχρονικότητας της πνευματικής δημιουργίας.

Κατά το 1936, η παρουσία του αρχίζει και πυκνώνει σε σημαντικό βαθμό. Το Φεβρουάριο αυτού του έτους , πάλι στην «Πατρίδα», δημοσιεύεται από τον Αύγουστο Καπογιάννη η ανακοίνωση της διάλεξης του Δόξα στο Λύκειο των Ελληνίδων, με θέμα «Η φυματική ποιήτρια του πόνου», προφανώς σχετικά με την Μαρία Πολυδούρη. Η φυματίωση είχε ταλαιπωρήσει τη νεοελληνική κοινωνία εκείνη την εποχή και καθόρισε τη ζωή πολλών οικογενειών.

Το Φεβρουάριο, επίσης, του 1936, δημοσιεύεται επιστολή του Δόξα ως προέδρου του «Συλλόγου Γραμμάτων και Τεχνών», σχετικά με την «Ηλειακή Βιβλιοθήκη», ζήτημα που απασχολούσε τότε την τοπική κοινωνία λόγω των οικονομικών δυσχερειών που αντιμετώπιζε, ενώ λίγο αργότερα, τον ίδιο μήνα, δημοσιεύεται ανακοίνωση του «Συλλόγου Γραμμάτων και Τεχνών», υπογεγραμμένη από αυτόν.

Στα τέλη του Μαρτίου του 1936 προαναγγέλλεται η έκδοση της «Απολογίας του Καμπούρη», ενώ στις αρχές Μαΐου 1936 δημοσιεύεται διαφήμιση της έκδοσης της «Απολογίας του Καμπούρη» και άλλων διηγημάτων. Ταυτόχρονα υπάρχει και σχόλιο στην εφημερίδα «Πατρίς», για την έκδοση αυτή.

Στις αρχές Ιουνίου του 1936, στην «Πατρίδα», επίσης, δημοσιεύεται το πεζοτράγουδο «Μεταθανάτιο», με θέμα τη μάνα, ενώ τις 20 Ιουλίου 1936 δημοσιεύεται το ποίημα το «Ξύπνημα των θεών».

Στις αρχές Δεκεμβρίου,του ίδιου έτους, δημοσιεύεται διαφήμιση για την αισθητική μελέτη που κυκλοφόρησε τότε σχετικά με την ποίηση της Μαρίας Πολυδούρη, από τις εκδόσεις του θεσσαλονικιώτικου περιοδικού «Μακεδονική Νεολαία».

Από τις 17 Δεκεμβρίου 1936 έως τις 15 Ιανουαρίου 1937, επίσης στην εφημερίδα «Πατρίς» δημοσιεύεται, στα πλαίσια της στήλης «Σύγχρονοι Ηλείοι Λογοτέχνες», σε συνέχειες, η εκτενής σημαντική μελέτη του για τον Διονύσιο Κόκκινο.

Επίσης, για το 1936 σταχυολογήθηκαν 10 δημοσιεύματα σχετικά με το «Σύλλογο Γραμμάτων και Τεχνών», στην ίδρυση και λειτουργία του οποίου είχε πρωτοστατήσει. Τα δημοσιεύματα αυτά αφορούν διαλέξεις, μουσικοφιλολογικές εκδηλώσεις, καθώς και τα διοικητικά πράγματα του Συλλόγου. Οι διαλέξεις δίδονταν στο θέατρο «Απόλλων», οι μουσικοφιλολογικές εκδηλώσεις, κυρίως, στο καφενείο «Ερμείον», ενώ οι συνελεύσεις του συλλόγου γίνονταν είτε στην αίθουσα του Δικηγορικού Συλλόγου, είτε του Εμπορικού Συλλόγου «Ερμής». Στο δημοσίευμα της 23ης Φεβρουαρίου 1937 έχουμε και τις αρχαιρεσίες του Συλλόγου. Πρόεδρος ανεδείχθη ο Τάκης Δόξας, αντιπρόεδρος ο Νάκης Αυγερινός, γενική γραμματέας η δεσποινίδα Ελένη Μαρκοπούλου, ταμίας ο Αύγουστος Καπογιάννης, και μέλη ο Γ. Τζένος, η κυρία Διάνα Αγγελακοπούλου και η δεσποινίδα Νίκη Πετροπούλου.

Την Πρωτοχρονιά του 1937 δημοσιεύεται, στην «Πατρίδα», πρωτοσέλιδο άρθρο του Δόξα με τίτλο «Η αγωνία του νέου χρόνου».

Στις αρχές Ιουνίου 1938 ο Δόξας αναχωρεί για την Τρίπολη, προσκεκλημένος του Ομίλου Διαλέξεων της πόλεως αυτής, για να μιλήσει με θέμα τον Κώστα Καρυωτάκη. Να σημειώσουμε ότι ο Καρυωτάκης, ως ποιητής είχε γίνει με δυσκολία αποδεκτός. Ας θυμηθούμε τη ρήση του Εμπειρίκου «Το λέγω και θα το ξαναπώ πολλάκις–είναι μεγάλος ποιητής ο Κώστας Καρυωτάκης».

Στην εφημερίδα «Δημιουργία» της Αμαλιάδας, στις 17 Απριλίου 1938, υπάρχει διαφημιστική καταχώρηση για την ποιητική συλλογή του Τάκη Δόξα «Λευκοί Δρόμοι», με την σημείωση ότι κυκλοφορεί λίαν προσεχώς. Στη συνέχεια, στα τέλη Μαΐου 1939, δημοσιεύεται στην εφημερίδα «Δημιουργία» της Αμαλιάδας, επίσης, το ποίημα «Πλεχτό τραγούδι».

Την Πρωτοχρονιά του 1939 δημοσιεύεται το πρώτο μέρος του πρωτοχρονιάτικου διηγήματος του συγγραφέα «Η σπασμένη κούκλα», ενώ στις 21 Ιανουαρίου 1939 ο Δόξας δίνει διάλεξη στην Αμαλιάδα, στο κινηματοθέατρο της πόλεως αυτής «Πάνθεον» προσκεκλημένος του «Προοδευτικού Συνδέσμου Κυριών Αμαλιάδας», με θέμα «Το ερωτικό πάθος της γυναίκας στην νεοελληνική ποίηση». Στις αρχές Μαΐου 1939, ο Δόξας προσκεκλημένος από το Σύνδεσμο Γυναικών και Δεσποινίδων της Αμαλιάδας δίνει, επίσης, στο κινηματοθέατρο «Πάνθεον», διάλεξη με θέμα παρεμφερές με το προηγούμενο και συγκεκριμένα σχετικά με το ερωτικό πάθος στη ελληνική γυναικεία ποίηση.

Στην εφημερίδα Δημιουργία της Αμαλιάδας στις αρχές του Ιουνίου του 1939, δημοσιεύεται το ποίημά του «Ώρα Πρωινή».

Στις 13 Μαΐου 1939, δημοσιεύεται κριτική του Δόξα για δύο βιβλία του συνταξιούχου καθηγητή Ηλία Παπαλεωνίδα. Το ένα από αυτά είχε ως τίτλο «Τα καλά έργα», ενώ το δεύτερο «Η Εθνική ψυχή».

Στις αρχές Σεπτεμβρίου 1939 δημοσιεύει το ποίημα «Το στοιχειό» Όπως αναφέρεται στο τέλος του δημοσιεύματος σκοπός του ποιήματος ήταν να παρασταθεί συμβολικά ο ερχομός του Πολέμου και η ανατροπή της πρότερης κατάστασης, η οποία περιγράφεται με τρόπο εξιδανικευμένο.

Στη συνέχεια, στις 19 Δεκεμβρίου 1939, έχουμε ανταπόκριση από την Πάτρα σχετικά με την πολύ επιτυχημένη διάλεξη που έδωσε ο Τάκης Δόξας, στην πόλη αυτή, στην αίθουσα της Σχολής του Λαού, με θέμα «Η πατρική μορφή του Κωστή Παλαμά».

Στα τέλη του Ιουλίου του 1940, έχουμε δημοσίευση της βιβλιοκρισίας του Περσέα Αθηναίου για το έργο του Τάκη Δόξα «Εσωτερική Τέχνη». Από το κείμενο της κριτικής μαθαίνουμε ότι ο Δόξας εμφανίστηκε κατ’ αρχάς ως πεζογράφος, ενώ πρόσφατα, εκείνη την περίοδο, εμφανίστηκε και ως ποιητής. Επίσης μαθαίνουμε ότι το έργο «Η εσωτερική τέχνη» ήταν βιβλίο κριτικής και εκδόθηκε από τον Αιγυπτιώτη εκδότη Κασιγόνη και τις εκδόσεις «Έρευνα».

Στις 20 Οκτωβρίου 1940 στη στήλη, της «Πατρίδας», «Λυρικά Σχέδια» δημοσιεύεται το πεζοτράγουδο «Η ρόδινη σκιά».

Στις 22 Οκτωβρίου 1940, επίσης, στην στήλη «Λυρικά Σχέδια», δημοσιεύεται το πεζοτράγουδο «Ένα ήρεμο φέγγος», ενώ στις 24 Οκτωβρίου 1940, επίσης στην στήλη «Λυρικά Σχέδια», δημοσιεύεται το πεζοτράγουδο Η Μελωδία της Σιωπής».

Στις 26 Ιανουαρίου 1941, και συγκεκριμένα στη στήλη «Πολεμικοί Παιάνες», δημοσιεύεται άρθρο του με τίτλο «Η δόξα των τραυματιών», αφιερωμένο στον τραυματία πολέμου, Βασίλη Τσιόρδα. Εκείνη την εποχή στα φύλλα των εφημερίδων κυριαρχούν τα πολεμικά γεγονότα, ενώ πολύ ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι στο ίδιο φύλλο δημοσιεύονται δύο διαφημιστικές καταχωρίσεις γυναικών γιατρών του Πύργου και συγκεκριμένα της οδοντιάτρου Αντιγόνης Καραμπέτσου και της ακτινολόγου-μικροβιολόγου Καλλιόπης Τρύφωνος Παπαλεωνίδα.

Εκτός αυτών, εκείνη την εποχή συνεχή παρουσία στα φύλλα του τοπικού τύπου έχουν η σταφίδα, οι θεσμοί που σχετίζονταν με το προϊόν αυτό, το λιμάνι του Κατακώλου, οι επαγγελματίες, κυρίως του Πύργου, αλλά και της Αμαλιάδας, αλλά και πολύ σημαντικές προσωπικότητες των γραμμάτων, όπως ο Κωστής Παλαμάς, η Μαρία Πολυδούρη, ο Γιάννης Σκαρίμπας, ο Ιωάννης Πολέμης και η Μυρτιώτισσα.

Τέλος, στο φύλλο της εφημερίδας «Αυγή» του Αύγουστου Καπογιάννη στις 29 Απριλίου 1946, αναφέρεται ότι υπεύθυνος για την φιλολογική ύλη της εφημερίδας είναι ο Τάκης Δόξας.

Σε σχέση, τώρα, με την παρουσία του Τάκη Δόξα στην «Ηλειακή Βιβλιοθήκη», κατά τις απαρχές της λειτουργίας της, η πρώτη του παρουσία, επισήμως, εντοπίζεται τον Αύγουστο του 1943, όταν η Βιβλιοθήκη αρχίζει να λειτουργεί ξανά, αφού είχε αναστείλει την λειτουργία της λόγω της Κατοχής. Ήταν τότε που εκλέγεται γραμματέας του Σωματείου «Ηλειακή Βιβλιοθήκη», με πρόεδρο τον Αριστομένη Νταϊρόπουλο και ταμία τον Νίκο Δασιό.

Μετέπειτα έχουμε συνεχείς αναφορές, ενώ στις αρχαιρεσίες του Φεβρουαρίου του 1947 ο Τάκης Δόξας εκλέγεται αντιπρόεδρος με πρόεδρο τον Μένη Νταϊρόπουλο, ταμία τον Νίκο Δασιό, γραμματέα τον Νίκο Καραμπάτση και έφορο τον Παναγιώτη Παπαδόπουλο. Το 1951 και το 1952 τον ξαναβρίσκουμε στη θέση του Γραμματέα της «Ηλειακής Βιβλιοθήκης» συμμετέχοντας ενεργά στις διαδικασίες τροποποίησης του άρθρου 25 του καταστατικού του Σωματείου, που είχε να κάνει με τη διάθεση της περιουσίας του σε περίπτωση διαλύσεώς του, καθώς και στις διαδικασίες της κρατικοποίησής της. Ο Τάκης Δόξας, εκτός του λογοτεχνικού του έργου, άφησε την προσωπική του σφραγίδα και στην Βιβλιοθήκη του Πύργου (αρχικά «Ηλειακή» και μετέπειτα δημόσια), αφού φαίνεται να είχε αντιληφθεί πλήρως αυτό που έχει επισημανθεί από τον Reinhard Wittmann σχετικά με τον δημοκρατικό χαρακτήρα των δημοσίων βιβλιοθηκών.

Ο Τάκης Δόξας γέννημα και θρέμμα του Πύργου της οικονομικής ακμής, της σταφιδικής οικονομίας και της πυκνής κοινωνικής ζωής, έκανε αισθητή την παρουσία του, όχι μόνον με το λογοτεχνικό του έργο, αλλά και γενικότερα στην πνευματική ζωή της περιόδου που έζησε, κληροδοτώντας σε εμάς παρακαταθήκες που υπάρχουν και θα υπάρχουν εσαεί.

 

 

1 Το παρόν κείμενο είναι αυτό της διάλεξης που δόθηκε στα πλαίσια της εκδήλωσης για τον Τάκη Δόξα, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 17 Μαρτίου 2018, από την Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη του Πύργου.

2 Ο Σάκης Τραμπαδώρος είναι Οικονομολόγος (Πανεπιστήμιο Μακεδονίας), Ιστορικός (Ιόνιο Πανεπιστήμιο) και κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος Ειδίκευσης στη Μεθοδολογία Κριτικής και Έκδοσης Ιστορικών και Αρχειακών Πηγών (Ιόνιο Πανπιστήμιο).

Ο νομάρχης Ηλείας, κατά το διάστημα 1906-1908, Αλοΰσιος Τόμαν.

Ο Αλοΰσιος Τόμαν του Γουλιέλμου γεννήθηκε στη Σύρο, περί το 1847 και ανήκε στην καθολική κοινότητα του νησιού.

Ο Πύργος κατά το Μεσοπόλεμο

Τσάρλεστον και φοξτροτ κυριαρχούν. Οι κυρίες επιδεικνύουν τον φετιχισμό τους στα καπέλα. Οι πλαζ φιλοξενούν τα πρώτα «μπεν-μιξτ», τα προκλητικά μεικτά μπάνια.

Εγγραφείτε προκειμένου να λαμβάνετε δωρεάν ειδοποιήσεις όταν έχουμε νεότερες πληροφορίες.