748 New Articles

Ηθική και καθήκον όπως προβάλλονται στη αρχαία δραματική ποίηση και στη νεωτερική-μετανεωτερική κοινωνία. Δύναται να παραχθεί σήμερα τραγική ποίηση με τις αξίες που παραδοσιακά εκπροσωπεί;

Ηθική και καθήκον όπως προβάλλονται στη αρχαία δραματική ποίηση και στη νεωτερική-μετανεωτερική κοινωνία. Δύναται να παραχθεί σήμερα τραγική ποίηση με τις αξίες που παραδοσιακά εκπροσωπεί;

Bill and the Kidd
Typography
  • Smaller Small Medium Big Bigger
  • Default Helvetica Segoe Georgia Times

Bill and the Kidd

Το θέατρο θεμελιώθηκε θεσμικά ως πολιτιστική έκφραση του δημοκρατικού πολιτεύματος στην αρχαία Αθήνα, όπου οι πολίτες συμμετείχαν υποχρεωτικά ενεργά σε όλες τις εκφάνσεις της πολιτικής ζωής και των κοινών. Η αρχαία τραγωδία συγκεκριμένα χαρακτηριζεται από τη σύγκρουση δύο μορφών δικαίου. Του θετού και του φυσικού. Και οι δύο μορφές θεωρούνται ισχυρές αλλά εμφορούνται από διαφορετικές πηγές. Το μεν θετό σχετίζεται με την νομιμοποιημένη αρχή που το δημιουργεί κι εξυπηρετεί το Κράτος[1] χωρίς να υφίστανται περιθώρια συναισθηματισμών. Το δε φυσικό χαρακτηρίζει τον άγραφο παραδοσιακό αξιακό κώδικα μιας οντότητας ή ομάδας και βασίζεται κατά βάσιν στους δεσμούς αίματος. Οι δύο αυτές μορφές δικαίου θεωρούνται γενικώς αποδεκτές και ηθικές.[2] Στις τραγωδίες έχουμε τη σύγκρουση καλού εναντίον καλού, με κοινό ήθος (κατά βάσιν θετικού χαρακτήρα ή έξεις) αλλά με διαφορετική διάνοια (ιδεολογική και διανοητική αφετηρία), παράγοντας το εκάστοτε τραγικό γεγονός.[3] Ο λόγος έτσι αντικρούεται και η εναλλαγή θέσης-αντίθεσης σε ένα διαρκές διαλεκτικό σχήμα οδηγεί στην σύνθεση. Ο διάλογος αποθεώνεται με κύριο άξονα τα κοινά πάθη και προβλήματα που απασχολούσαν ολόκληρη την πόλη και τα οποία παρουσιάζονται σε κοινή θέα. Στο τέλος κάθε τραγωδίας επέρχεται η κάθαρσις. H κάθαρσις ορίζεται με δύο τρόπους: α) η αναφερόμενη στα συναισθήματα ή πάθη των θεατών (συμπόνοια ή και φόβος). Στο τέλος επέρχεται η λύσις του δράματος και ο θεατής λυτρώνεται από αυτά, β) η αναφερόμενη στον εξαγνισμό από τα συμβάντα της πλοκής που δύναται επίσης να προκαλέσουν δυνατά συναισθήματα στους θεατές. Η λύσις του δράματος επιφέρει ανάλογο καθαρμό.

Οι σχέσεις ανθρώπων-θεών και οι επιδράσεις των τελευταίων στους πρώτους συνυπάρχουν, ως κύριο φιλοσοφικό θεολογικό και ανθρωπολογικό υπόβαθρο, στο σύνολο των έργων των τραγικών ποιητών. Έτσι τα οντολογικά φιλοσοφικά ερωτήματα κι αναζητήσεις αναδύονται αβίαστα από τους τραγικούς ποιητές στα έργα τους, ενώ ταυτόχρονα ο πρωταγωνιστής συγκρούεται και αναμετράται με τα πάθη του και τα όρια των γνώσεών του. Η αρχαία τραγωδία βασίζονταν διαρκώς στην αρμονική ισορροπία μεταξύ ρεαλισμού και υπερβατισμού. Ο Nietzsche θεωρούσε ότι ο Διαφωτισμός εκθρόνισε οριστικά το κομμάτι του υπερβατισμού και ενθρόνισε στη θέση του τον ορθολογισμό, σβήνοντας τελικώς τη μία κύρια συνιστώσα των αρχαίων τραγωδιών. Εκθρόνισε παράλληλα την αρχαιοελληνική θρησκευτικότητα και ηθική οι οποίες εκφράζονταν χαρακτηριστικά στο σύνολο των εν λόγω ποιητικών έργων. Εδώ έγκειται και η μεγάλη διαφορά μεταξύ των Κρατών που γεννήθηκαν ή ανδρώθηκαν μετά τον Διαφωτισμό και τη Νεωτερική περίοδο, κατά την οποία δε δύναται να κατανοηθεί η διαχρονική προτίμηση του Έλληνα στη θέση της Αντιγόνης κι όχι σε αυτή του Κρέοντα που εκφράζει την κυνικότητα της κρατικής εξουσίας. Έτσι πηγάζει αβίαστα το απλό αλλά βασικό ερώτημα. “Είναι το νόμιμο πάντα ηθικό;”. Σύμφωνα με την ανωτέρω θεώρηση δεν τίθεται καν τέτοιο ζήτημα. Συνεπώς μετά το Διαφωτισμό δε δύναται να υφίσταται πλέον τραγωδία με την παραδοσιακή μορφή της, διότι ο Διαφωτισμός βασίστηκε σε διαφορετικές αρχές από αυτές της τραγωδίας. Πρόσφατα ο Steiner απάντησε εμφατικά αρνητικά στο ερώτημα εάν δύναται σήμερα κάποιος να γράψει τραγωδία. Αυτό διότι η εμμονή των προτεσταντών στην πιστή εφαρμογή των νόμων και στην ιεραρχία της εξουσίας, δίδει σαφές αν όχι απόλυτο προβάδισμα στο καθήκον που πηγάζει από το γραπτό δίκαιο κι όχι στην ηθική που πηγάζει από το εθιμικό δίκαιο. Ο Hegel άλλωστε θεωρούσε ότι μόνο μέσω του Κράτους δύναται να επιτευχθεί η αποκορύφωση της ηθικής αυτοσυνειδησίας και της έννοιας της ελευθερίας, θεωρώντας παράλληλα ως ιδεατό Κράτος αυτό της Πρωσίας. Συνεπώς το άτομο οφείλει να υποτάσσεται στην έννοια της κρατικής οντότητας, δηλαδή αυτής που εκφράζει ή που θα έπρεπε να εκφράζει το όλον.[4]

«Πλέον οι καταστάσεις δε διαμορφώνονται από υπερβατικές ή εκτός των ανθρωπίνων ορίων και δικαιοδοσίας δυνάμεις, όπως συνέβαινε συχνά στη δραματική ποίηση, αλλά εκπορεύονται από τις βουλές των κυβερνώντων του εκάστοτε Κράτους δικαίου σε πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο. Αυτός είναι και ο κύριος λόγος που δε δύναται να γραφτεί σήμερα τραγωδία» (1806, Napoleon σε συνάντηση με τον Goethe).

Bill and the Kidd

 

[1] Δες το έργο Προμηθεύς Δεσμώτης όπου η βωβή αλλά επιθετική Βία καθηλώνει τον Προμηθέα, με το απρόσωπο κι ανέκφραστο Κράτος να απηχεί την απρόσωπη μορφή του και την Ανάγκη να απηχεί αντίστοιχα τις βουλές του Δία.

[2] Θετικό ή θετό Δίκαιο=ονομάζεται το εκουσίως ισχύον και νομικά θεσμοθετημένο παραγόμενο δίκαιο (το οποίο προέρχεται κατά βάσιν από ανθρώπινη βούληση), μέσα από διαρκείς εξελικτικές διαδικασίες που ονομάστηκαν στην εξέλιξη του δικαίου νομικός θετικισμός, όπου το δίκαιο εκλογικεύεται και σταδιακά απαλείφεται η ιδέα περί θεϊκής ή ηθικής προέλευσής του.

Φυσικό Δίκαιο =ονομάζεται το άγραφο και εθιμικό δίκαιο το οποίο αναπτύχθηκε σε βάθος αιώνων βασισμένο σε αξίες που βρίσκονται συνήθως σε συμφωνία με τη φύση. Πηγάζει από αυτήν και εμπεριέχει το θεϊκό στοιχείο σύμφωνα με τον Aquinas. Ο Hobbes υπήρξε ο εκπρόσωπος της εξελιγμένης θεωρίας περί φυσικού δικαίου, όπου μέσω των παρατηρήσεων εξάγονται εμπειρικά συμπεράσματα για το ρόλο του ανθρώπου στην κοινωνία του. Θεωρείται  θεμελιωτής-και διαμορφωτής  του σύγχρονου κράτους και ιδρυτής της νεοπαγούς πολιτικής επιστήμης και φιλοσοφίας. (Σούρλας, 1995).

[3] Δες το έργο Αντιγόνη.όπου το άτομο, εν προκειμένω η Αντιγόνη εκπροσωπεί την ηθική, οφείλει να υποτάσσεται στην έννοια του όλου και του καθήκοντος έναντι της εξουσίας η οποία εκπροσωπείται από τον Κρέοντα.

[4] Είναι γνωστό ότι η ελληνική αρχαιογνωσία ριζώθηκε στη Γερμανία από τον 18ο έως τον 20ο αιώνα και πολλοί φιλόσοφοι, όπως ο Nietzsche δίδασκαν έργα αρχαίων τραγικών στα Πανεπιστήμια. Άλλοι προσπάθησαν να αναβιώσουν την τραγωδία όπως ο Wagner ως ένα αυτόνομο μουσικό δράμα όπως το ονομάτισε ο ίδιος. Θεωρούσαν και οι δύο τους την τραγωδία ως ένα συνολικό έργο τέχνης που ένωνε πολλές επιμέρους τέχνες (χορό, τραγούδι, σκηνοθεσία, όρχηση, υποκριτική κ.α.) και προσπαθούσαν διακαώς να την αναγεννήσουν χωρίς ωστόσο να το επιτύχουν.

Προέλευση φωτογραφίας: http://www.greek-language.gr/

Join Radio

Εγγραφείτε προκειμένου να λαμβάνετε δωρεάν ειδοποιήσεις όταν έχουμε νεότερες πληροφορίες.