442 New Articles

Τι χρειάζεται ν’ αλλάξει στον ΣΥΡΙΖΑ

Από την πρώτη κιόλας μετεκλογική συνεδρίαση της πολιτικής γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ έχει τεθεί το ζήτημα της αντιστοίχισης του κόμματος με την εκλογική επιρροή του. Υπάρχει, ωστόσο, ένα ερώτημα που προηγείται: η ηγεσία αυτού του κόμματος, το οποίο κατόρθωσε να διευρύνει την εκλογική επιρροή του σε τέτοιο βαθμό, υπήρξε και είναι αντιστοιχημένη με τις απαιτήσεις και τις ανάγκες του, που αναδείχθηκαν στη διάρκεια της διεύρυνσης της εκλογικής επιρροής του;
Να εξηγήσουμε γιατί. Το μέγεθος και η σταθερότητα της εκλογικής επιρροής ενός κόμματος εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από την ικανότητά του να συλλαμβάνει και να εκφράζει τις απαιτήσεις και τις προσδοκίες μεγάλων τμημάτων του εκλογικού σώματος. Ένα κόμμα που έχει κατορθώσει από το επίπεδο του μονοψήφιου εκλογικού ποσοστού να φτάσει να διεκδικεί και να εξασφαλίζει σε αντίξοες συνθήκες την προτίμηση του ενός τρίτου του εκλογικού σώματος, κατά τεκμήριο έχει κάνει κατά βάση ορθές στρατηγικές και τακτικές επιλογές. Δηλαδή, έχει αντιστοιχηθεί με τις ανάγκες και τις απαιτήσεις της σχετικής, τουλάχιστον, πλειονότητας των εκλογέων. Συνεπώς, έχει στην πράξη απαντήσει στο αρχικό ζήτημα. Και δεν έχει απλώς το δικαίωμα, αλλά και την υποχρέωση να αντιστρέψει το ερώτημα και να απευθυνθεί στην ηγεσία του: εκείνη, βρίσκεται σε αντιστοίχιση με τα καθήκοντα που από καιρό της έχει θέσει η αυξανόμενη και εδραιούμενη εκλογική επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ;

Κόμμα με προϊστορία

Το κόμμα, ως συλλογικός πολιτικός οργανισμός μελών και στελεχών, έχει επανειλημμένα και σε κρίσιμες στιγμές αποδείξει ότι υπερβαίνει εαυτόν και προσπαθεί να βρίσκεται σε αντιστοιχία με τις ανάγκες που αναδεικνύει η κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα: από ένα κόμμα που αγωνιούσε αν θα μπει στη Βουλή (Συνασπισμός), μεταβλήθηκε, όχι διά μαγείας αλλά με ορθές και συνεπείς επιλογές, σε ενωτικό κόμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς, που μπορεί να θέτει με αξιώσεις ως στόχο τη διεκδίκηση της κυβέρνησης (ΣΥΡΙΖΑ). Και όλα αυτά που συνήθως λέγονται ελαφρά τη καρδία περί «κόμματος διαμαρτυρίας», που ευτυχώς άλλαξε χαρακτήρα, δείχνουν μάλλον άγνοια: αυτή η αριστερά που υπηρετούμε μισό αιώνα, δεν υπήρξε ποτέ «κόμμα διαμαρτυρίας», από το αντίθετο σύνδρομο κινδύνεψε ορισμένες φορές. ΚΚΕ Εσωτερικού, ΣΥΝ, ΑΚΟΑ, ακόμα και το ΚΚΕ της εποχής, στην πράξη δεν αδιαφόρησαν ποτέ για το ζήτημα της κυβέρνησης, παρότι τα οράματά τους ήταν οράματα αριστεράς και ο ορίζοντάς τους δεν περιοριζόταν στα όρια της συγκυρίας.
Αυτός ο πολιτικός οργανισμός αποδείχθηκε ικανός να ασκήσει και κυβερνητικά καθήκοντα σε καθεστώς μνημονιακού καταναγκασμού, χωρίς να διαλύσει την εκλογική επιρροή του, αντίθετα σταθεροποιώντας τη. Κι αυτό συνέβη παρά τις λανθασμένες τακτικές, επικοινωνιακές και άλλες επιλογές της ηγεσίας του, παρά τις άστοχες εκτιμήσεις της, που έθεσαν σε σοβαρό κίνδυνο τα έως τότε θετικά βήματα, όπως φάνηκε στις ευρωεκλογές. Το ακριβώς αντίθετο, λοιπόν, μπορεί να ισχυριστεί κάποιος: παρότι αυτό το κόμμα επιχειρεί και μέχρι τώρα το καταφέρνει να αντιστοιχείται, με δυσκολία έστω, στις αυξημένες απαιτήσεις της διευρυνόμενης εκλογικής επιρροής του, η ηγεσία του δεν έχει κάνει κάτι σημαντικό και ουσιαστικό (όχι μόνο στην τετραετία που την απορρόφησαν τα κυβερνητικά καθήκοντα), ώστε η ίδια να αντιστοιχηθεί με τις ανάγκες αυτού του κόμματος, που υπολειτουργεί, δεν αναπτύσσεται, δεν μπορεί να μετατρέψει τους προβληματισμούς των μελών του σε ιδεολογική, πνευματική και πολιτική τελικά καλλιέργεια και παραγωγή, δεν βοηθιέται να μετατραπεί σε κόμμα που μετασχηματίζει την εκλογική επιρροή του σε στέρεη, διαρκή και αναπτυσσόμενη σχέση με τα κοινωνικά στρώματα που προσβλέπουν σ’ αυτό.
Αυτό το κομματικό σώμα έχει αποδείξει ότι είναι σε θέση να αναλάβει έναν τέτοιο ρόλο, εάν και εφόσον η ηγεσία του αντιληφθεί και αναλάβει τις δικές της υποχρεώσεις. Εάν αναλύσει την πραγματική κατάσταση και δεν αναλωθεί σε ευρήματα και τακτικισμούς μιας χρήσης, που υποκαθιστούν με το χειρότερο τρόπο την ανάγκη να καλυφθεί ένα πραγματικό κενό, δηλαδή με τη συντήρηση μιας ακόμα κρισιμότερης απουσίας: της απουσίας ηγεσίας που νοιάζεται για την οικοδόμηση κόμματος όχι απλώς αντίστοιχου με την εκλογική επιρροή του (πράγμα τόσο αυτονόητο που καταντάει κοινοτοπία), αλλά και ικανού να τη μετατρέπει σε στρατηγική ενίσχυσης και αναβάθμισης του δεσμού με τα κοινωνικά στρώματα που θέλει να εκφράσει πολιτικά και εκλογικά.

Σχέση καλής γειτονίας με το κέντρο

Από τη στιγμή, όμως, που θα προφέρουμε τη λέξη «στρατηγική», θα πρέπει να αφήσουμε τα παιχνίδια με τις λέξεις. Ο ΣΥΡΙΖΑ, και πρώτα απ’ όλα η ηγεσία του, οφείλει να εντάξει όλες τις σχετικές κινήσεις του σε μια στρατηγική μακράς πνοής και όχι ευκαιρίας. Ως κυβέρνηση έχει νομοθετήσει την απλή αναλογική. Πώς θα αντιστοιχίσει αυτή τη σαφή επιλογή του με την πρακτική του ως κόμμα που επιδιώκει την ανάδειξή του στην κυβέρνηση; Μπορεί να υπηρετηθεί αυτή η αξιακή επιλογή με την επιδίωξη της αφομοίωσης των όμορων πολιτικών δυνάμεων ; Και όσοι δεν αφομοιωθούν, είναι αδιάφορο τι θα απογίνουν, ποιον θα προσεγγίσουν; Η επιλογή της απλής αναλογικής κάνει ακόμα πιο απαραίτητη την επεξεργασία και εφαρμογή μιας στρατηγικής συμμαχιών σε άμεση συνάφεια με το ρόλο και το χαρακτήρα του ΣΥΡΙΖΑ. Εδώ εντοπίζεται μια πολύ σοβαρότερη αναντιστοιχία που απαιτείται να αρθεί.
Ειδικότερα, χρειάζεται μια επαρκέστερη ανάλυση για το ρόλο των κομμάτων του κέντρου, για το ρόλο των μεσοστρωμάτων, για τον χαρακτήρα των μικροαστικών πολιτικών συμπεριφορών και προσδοκιών, για την ιδεολογία που τις στηρίζει, για τις ιδιαιτερότητες των μερίδων που τα αποτελούν. Δεν αρκεί το σύνθημα της – αναγκαίας – φορολογικής ελάφρυνσής τους. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θεωρεί τα κόμματα αυτά τεχνητά εμπόδια μιας αυτοδυναμίας, αλλά πιθανούς συμμάχους σε μια προγραμματική σύγκλιση, οφείλει να αποκτήσει αντίστοιχη στρατηγική. Στις συνθήκες που διαμορφώνονται με κυβέρνηση ΝΔ και με αναμφισβήτητα προέχουσα πια τη θέση του ΣΥΡΙΖΑ στη δημοκρατική αντιπολίτευση, είναι πιο πιθανό να διαμορφωθούν οι προϋποθέσεις για σχέσεις καλής γειτονίας με τις δυνάμεις του κέντρου στην κεντρική πολιτική σκηνή, αλλά και στα κινήματα. Ένα κόμμα που φιλοδοξεί να παίξει ηγεμονικό ρόλο στον εντεύθεν της δεξιάς πολιτικό χώρο, δεν μπορεί να μη θέτει αυτά τα ερωτήματα και να μην αναζητά απαντήσεις. Χωρίς απαντήσεις, χωρίς καν να τεθούν τέτοιου είδους ερωτήματα, η πιο πιθανή κατάληξη για το αίτημα της αντιστοίχισης του ΣΥΡΙΖΑ με την εκλογική επιρροή του, είναι η πλήρης ταύτισή του μ’ αυτή την επιρροή και η απουσία κόμματος, η απουσία στρατηγικής, η απουσία πολιτικής, η απουσία οργανικής σχέσης με την κοινωνία. Υπάρχει έστω και ένας, και αστικός ακόμα, πολιτικός σχηματισμός που να έχει επιχειρήσει κάτι τέτοιο; Αυτός που μας νίκησε, πάντως, στις πρόσφατες εκλογές, ήταν πάντοτε ένα κόμμα καλά οργανωμένο και ιδεολογικά συγκροτημένο, ανεξάρτητα από τη συγκυριακή αύξηση ή μείωση της εκλογικής επιρροής του.

Χ. Γεωργούλας

Πηγή: http://epohi.gr

Προβληματισμός στην ευρωπαϊκή αριστερά

«Με όλους κόντρα εδώ και τέσσερα χρόνια, ο Τσίπρας υποστηρίζεται από το 31,5% του εκλογικού σώματος. Το μάθημα αυτών των ετών είναι ότι οι οικονομικές δυνάμεις και τα ΜΜΕ έχουν περισσότερη ισχύ από το λαό. Όμως, ο ΣΥΡΙΖΑ πάλεψε. Αξίζει το σεβασμό μας.» Ο Πάμπλο Ιγγλέσιας, ηγέτης του Ποδέμος, με αυτό το μήνυμα απέδωσε με σαφήνεια την πορεία των τεσσάρων χρόνων της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Ήταν αναμενόμενο ότι το εκλογικό αποτέλεσμα θα προκαλούσε το έντονο ενδιαφέρον των μέσων μαζικής ενημέρωσης της Ευρώπης και όχι μόνο. Καθώς και ότι θα άνοιγε τη συζήτηση για τα πεπραγμένα της πρώτης αριστερής κυβέρνησης στην Ελλάδα.

Προκαλεί, ωστόσο, εντύπωση πώς ορισμένοι αναλυτές παρέμειναν στο 2015 για να βγάλουν τα συμπεράσματά τους, σαν να μην παρακολούθησαν τις εξελίξεις στη χώρα μας. Δεν αναφέρονται καθόλου στην κοινωνική και οικονομική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ, τα δικαιώματα, το προσφυγικό, τη Συμφωνία των Πρεσπών και τέλος την έξοδο από την επιτροπεία και τη ρύθμιση του χρέους. Ακόμα αρνήθηκαν να αναφερθούν στο υψηλό ποσοστό 31,5% του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές.
Ένα ποσοστό πρωτοφανές για κυβέρνηση που μπήκε στα μνημόνια. Όλα σχεδόν τα κόμματα των ευρωπαϊκών χωρών που εφάρμοσαν πολιτικές λιτότητας, με μνημόνια ή όχι, όπως π.χ. το Γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα είδαν τα ποσοστά τους να περιορίζονται σημαντικά, προσβλήθηκαν από τον ιό της «πασοκοσιζασιόν». Ο ΣΥΡΙΖΑ αντίθετα συνεχίζει να είναι δυναμικά παρών στην ελληνική πολιτική ζωή και στην ευρωπαϊκή αριστερά. Από αυτή την άποψη, έχει ενδιαφέρον να αναφέρουμε πως είδε τα αποτελέσματα μια μη αριστερή εφημερίδα της Γαλλίας η «Ζουρνάλ ντε Ντιμάνς»: «Ο απερχόμενος πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας αναγνώρισε την καθαρή νίκη του αντιπάλου του και υποσχέθηκε ότι θα είναι παρών από τη θέση της αντιπολίτευσης και έτοιμος να αντισταθεί σε κάθε προσπάθεια κατάργησης των κατακτήσεων που σημειώθηκαν στη διάρκεια της θητείας του.» Έτσι έδωσε απάντηση και σε γνωστό φιλόσοφο, ο οποίος σε συνέντευξή του στο «Nouvelle Obs» έθεσε το ερώτημα τι θα κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Τσίπρας όταν ο Μητσοτάκης θα παίρνει μέτρα λιτότητας. Και συνέχισε: «Ο Αλ. Τσίπρας αναδείχθηκε πολιτικός ηγέτης τότε που η Ελλάδα βρισκόταν σε πλήρες χάος, λόγω της κρίσης χρέους και της λιτότητας που είχαν επιβάλει οι δανειστές της. […] Προκάλεσε κύμα ενθουσιασμού με την εκλογή του το 2015 και αναζωπύρωσε την ελπίδα σε ένα λαό σαστισμένο από τη χρεοκοπία και τα κοινωνικά προγράμματα προσαρμογής. Ωστόσο ο νέος ηγέτης της ριζοσπαστικής αριστεράς αναγκάστηκε να δεχθεί ένα πρόγραμμα για να αποφύγει τα χειρότερα, την έξοδο της χώρας του από την ευρωζώνη και αυτό φαίνεται οι ψηφοφόροι δεν το συγχώρησαν.»

Η επιστροφή της «φαμιλιοκρατίας»

Σε άλλο σημείο η εφημερίδα αναφέρει πως η Ελλάδα μετά από την αποφυγή της χρεοκοπίας της προχώρησε στις πρώτες εκλογές. Ο ΣΥΡΙΖΑ πήρα το 31,5% των ψήφων και εξέλεξε 86 βουλευτές από τους 144 που είχε στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης κέρδισε την απόλυτη πλειοψηφία των 158 εδρών στις 300 με το 39,8% των ψήφων. Η εκλογή του τρία χρόνια μετά την ανάδειξή του στην ηγεσία του κόμματος της ΝΔ είναι μια επιτυχία. Ο Κ. Μητσοτάκης θεωρείται ένθερμος μεταρρυθμιστής, προσκείμενος στους επιχειρηματικούς κύκλους και ο ίδιος δεν σταμάτησε να υπόσχεται ότι η οικονομία θα ανακάμψει και ότι θα αφήσει την τελευταία κρίση πίσω. Η εκλογή αυτού του νέου πρωθυπουργού, που προέρχεται από μια πολιτική δυναστεία, σηματοδοτεί την επιστροφή της κυβέρνησης της Ελλάδας στη «φαμιλιοκρατία». Πρόκειται για μια παράδοση που διέκοψε ο Αλ. Τσίπρας παίρνοντας την κυβέρνηση σε ηλικία 40 χρονών.

Αποτυχία της ευρωπαϊκής αριστεράς

Τα εκλογικά αποτελέσματα και το τέλος της κυβέρνησης Τσίπρα κάλυψε με ρεπορτάζ, συνεντεύξεις και άρθρα η «Ουμανιτέ»: «Είναι προφανές πως πρέπει να αναλυθούν οι αιτίες αυτής της αποτυχίας. Η αποτυχία του Αλ. Τσίπρα είναι αποτυχία της ευρωπαϊκής Αριστεράς». Γιατί στη μεγάλη σύγκρουση των πρώτων μηνών του 2015 κανείς στην Ευρώπη δεν κατόρθωσε να βοηθήσει «πραγματικά την ελληνική κυβέρνηση». Την ίδια άποψη έχει εκφράσει και ο γνωστός οικονομολόγος-ακτιβιστής Πιέρ Κάλφα υπογραμμίζοντας πως δεν έγινε ούτε μια ελληνική απεργία που είχε ανάγκη η Ελλάδα. Μια χώρα που έχει μόνο το 2% του ΑΕΠ της ευρωζώνης, «μια χώρα ταπεινωμένη, πειραματόζωο της τρόικας» που ταυτόχρονα επεδίωκε να καταδικάσει σε αποτυχία την κυβέρνηση της Αριστεράς. Η μαζική απόρριψη από τον ελληνικό λαό «των όρων που ήθελε να επιβάλει η τρόικα με το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου του 2015 δεν ήταν ικανό να προκαλέσει ένα πραγματικό ρήγμα στη σιδερένια λογική της ευρωπαϊκής λιτότητας. Η ελληνική κυβέρνηση αφέθηκε μόνης της να δώσει τη μάχη. Έτσι καταπολεμήθηκε και εξαναγκάστηκε να υπογράψει το τρίτο μνημόνιο. Μετά κατέφυγε και πάλι στις εκλογές τον Σεπτέμβριο του 2015 τις οποίες κέρδισε. Η έξοδος όμως από την επιτροπεία ήρθε τον Αύγουστο του 2018». Τότε η ελληνική κυβέρνηση άρχισε να παίρνει μέτρα που σηματοδοτούσαν μια αριστερή πολιτική. Τα μέτρα αυτά δεν ήταν αμελητέα, προκάλεσαν «νέες αντιπαραθέσεις στην ελληνική κοινωνία, σταμάτησαν το σπιράλ της κοινωνικής αποδιάρθρωσης με τα μέτρα υπέρ των πιο φτωχών στρωμάτων. Οι συνθήκες ζωής, όμως, συνολικά δεν καλυτέρευσαν. Για παράδειγμα, ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε, οι μεσαίες όμως αμοιβές συνέχισαν να παραμένουν στάσιμες». Η επιστροφή της Δεξιάς στην κυβέρνηση φοβίζει γιατί μπορεί να σημάνει την έναρξη ενός νέου σπιράλ προς τα κάτω.

Ζητούνται απαντήσεις

Τα ερωτήματα που τίθενται στην ευρωπαϊκή αριστερά είναι δύο: «Από τη μια, πώς μπορεί να εξηγηθεί η αδυναμία της να δώσει πραγματική βοήθεια στην ελληνική κυβέρνηση και, από την άλλη, αυτή η κατάσταση αδυναμίας θέτει εκ νέου το πρόβλημα άσκησης της εξουσίας από την Αριστερά και την ανάγκη αλλαγής του συσχετισμού δυνάμεων σε μια μη επαναστατική κατάσταση, έτσι ώστε να μετακινηθούν οι διαφορετικές γραμμές σε μια Ευρώπη όπου κυριαρχείται από το νεοφιλελευθερισμό». Γι’ αυτά τα ερωτήματα-κλειδιά είναι ανάγκη να ανοίξει μια πλατιά πολιτική συζήτηση καθώς και για την οικοδόμηση του συσχετισμού δυνάμεων στην Ευρώπη, αναφέρει ο αρθρογράφος. Τα ερωτήματα αυτά είχαν τεθεί και πριν από την ελληνική εμπειρία, με την περίπτωση της Κύπρου, όταν το ΑΚΕΛ είχε κερδίσει την προεδρία με τον αείμνηστο Χριστόφια. Τα ίδια ερωτήματα, σε διαφορετικές συνθήκες και με διαφορετικούς όρους, τίθενται και για τις περιπτώσεις που επιτυγχάνεται μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία της Αριστεράς χωρίς τη συμμετοχή σε κυβερνητικές ευθύνες με την κριτική στήριξη των σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων Πορτογαλίας, Δανίας και ενδεχομένως Ισπανίας.
Η ευρωπαϊκή αριστερά, δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας και της οικολογίας βρίσκονται ήδη μετά τις πρόσφατες ευρωεκλογές και τη νέα ηγεσία της Ευρώπης, μπροστά σε νέα προβλήματα που θα πρέπει να δώσουν απαντήσεις.

Μπάμπης Κοβάνης

 
Πηγή: http://epohi.gr

Η ολοκλήρωση ενός κύκλου επανευθυγραμμίσεων

2012-2019: ΚΟΜΜΑΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΚΑΙ ΨΗΦΟΦΟΡΟΙ

Η ολοκλήρωση  ενός κύκλου επανευθυγραμμίσεων 

 

Πιθανότατα οι εκλογές του 2019 θα μείνουν στην ιστορία ως το κλείσιμο ενός κύκλου του κομματικού συστήματος, ο οποίος θα πρέπει να ειδωθεί με ενιαίο τρόπο. Οι εκλογές του 2019 αποτέλεσαν ουσιαστικά και το επισφράγισμα της επιστροφής στην «κανονικότητα», η οποία διαταράχθηκε κατά τον διπλό εκλογικό σεισμό του 2012. Σημαντικότερη ένδειξη της ομαλοποίησης του κομματικού συστήματος αποτελεί αναμφίβολα ή επιστροφή των ποσοστών του δικομματισμού στα επίπεδα που αυτά είχαν σταθεροποιηθεί το 2009, δηλαδή λίγο πάνω από 70%. Ο δικομματισμός (ΝΔ-ΠΑΣΟΚ) το 2009 άθροιζε 77,4%, στις εκλογές αποευθυγράμμισης του 2012 μειώθηκε δραματικά στο 35,7%, ενώ τα επόμενα χρόνια εν μέσω μιας διαδικασίας επανευθυγραμμίσεων ψηφοφόρων και ανάδειξης ενός νέου δικομματισμού (ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ) κυμάνθηκε σε επίπεδο βουλευτικών εκλογών μεταξύ 56,6% και 64,1%, φτάνοντας στις πρόσφατες κάλπες το εντυπωσιακό 71,4%.

Παράλληλα, έναν δεύτερο παράγοντα ομαλοποίησης ενός κομματικού συστήματος αποτελεί και το ύψος της εκλογικής συμμετοχής. Σε αυτό το επίπεδο, η μείωση της συμμετοχής που παρουσιάστηκε σταδιακά και με επί μέρους διακυμάνσεις (71% max – 59,3% min) από το 2009 μέχρι και τις πρώτες εκλογές του 2015, φαίνεται ότι σταθεροποιήθηκε ουσιαστικά λίγο κάτω από το 60% κατά τις τρείς εκλογικές αναμετρήσεις που διεξήχθησαν έως και σήμερα (βουλευτικές εκλογές Σεπτεμβρίου 2015, ευρωεκλογές 2015, βουλευτικές εκλογές 2019). Η μείωση της εκλογικής συμμετοχής είναι ένα ζήτημα που ταλανίζει τις δυτικές δημοκρατίες τις τελευταίες δεκαετίες και υπό αυτή την έννοια η αναχαίτιση και τελικά σταθεροποίηση της προηγούμενης πτωτικής της πορείας φαντάζει ισχυρή ένδειξη κανονικοποίησης ενός κομματικού συστήματος (βλ. πίνακας 1)

 

Πίνακας 1.

Ο τρίτος σημαντικός παράγοντας που συμβαδίζει με τις εξελίξεις στον διεθνή αλλά και ελληνικό χώρο είναι η άνοδος ακραία συντηρητικών κομμάτων,  των οποίων η σημαντική ορατότητα οφείλεται σε μια σειρά από παράγοντες που σχετίζονται μεταξύ άλλων με την προσφυγική και οικονομική κρίση αλλά και το εμφανές έλλειμμα δημοκρατίας των πολιτικών συστημάτων. Στην ελληνική περίπτωση η εκλογική επιρροή σχηματισμών της άκρας δεξιάς δεν ξεπέρασε ποτέ από την μεταπολίτευση και έπειτα το 6,5% (βλ. πίνακα 2), όταν και στον διπλό εκλογικό σεισμό του 2012, εμφανίστηκαν να αθροίζουν περίπου 22%. Η πορεία τους από εκείνο το σημείο και έπειτα (και με επιμέρους μετακινήσεις στο εσωτερικό του ακροδεξιού χώρου) παρουσίασε σταδιακή πτώση, με αποκορύφωμα τις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές του 2019, όπου η εκλογική επιρροή της άκρας δεξιάς περιορίστηκε περίπου στα επίπεδα που βρίσκονταν και το 2009, δηλαδή στο 6,9%. Η σημαντικότερη ένδειξη της επιστροφής στην κανονικότητα είναι η δραματική συμπίεση της πιο ακραίας έκφρασης του ακροδεξιού κύματος που εξαπλώθηκε την τελευταία δεκαετία στην Ευρώπη, της νεοναζιστικής Χρυσής Αυγής, η οποία συμπίεση παρά την ανάδειξη νέων -μετριοπαθέστερων συγκριτικά- ακροδεξιών σχηματισμών (βλ. Ελληνική Λύση) σηματοδοτεί αναμφίβολα την ποιοτική υποχώρηση της πολιτικής ανωμαλίας.

Πίνακας 2.

Ενδεικτική της πορείας προς την κανονικοποίηση είναι και η εκλογική επιρροή του παραδοσιακού πολιτικού εκφραστή του χώρου που εκτείνεται από την κεντροδεξιά έως και τις παρυφές της υπερσυντηρητικής δεξιάς, της Νέας Δημοκρατίας. Η συντηρητική παράταξη κατέγραψε το 2009 ποσοστό 33,5%, το 2012 σημείωσε αρνητικό εκλογικό ρεκόρ, περιοριζόμενη στο 18,9%, ενώ για τα επόμενα 7 χρόνια και σε 4 εκλογικές διαδικασίες δεν κατάφερε να ξεπεράσει το 29,7%. Στις βουλευτικές εκλογές του 2019 κατέγραψε για πρώτη φορά μετά από σχεδόν μια δεκαετία ποσοστά άνω του 35% (βλ. πίνακας 2).

Πίνακας 3.

Παράλληλα, η τελευταία ένδειξη ότι συντελείται μια κανονικοποίηση του κομματικού συστήματος αποτελεί και η εξαφάνιση σχηματισμών «κομητών» από την πολιτική σκηνή με τον τρόπο που ακριβώς εμφανίστηκαν: Αιφνίδια. Ευκαιριακοί σχηματισμοί χωρίς κοινωνικές αναφορές που αξιοποίησαν ευκαιρίες σε μια περίοδο κρίσης του κομματικού συστήματος, όπως η Ένωση Κεντρώων.

Η επόμενη μέρα της λεγόμενης «κανονικοποίησης» αποτελεί ουσιαστικά την επιστροφή σε μια μορφή δικομματισμού, με συντριπτική συμπίεση ακραία δεξιών κομμάτων αλλά και άλλων σχηματισμών χωρίς κοινωνικές αναφορές. Ο νέος κύκλος που ανοίγεται μπροστά είναι το νέο τοπίο εντός του οποίου θα διεξαχθεί τα επόμενα χρόνια ο κομματικός ανταγωνισμός. Σε αυτό το νέο σκηνικό μοιάζουν όλοι να εκκινούν κερδισμένοι, ακριβώς γιατί ο καθένας δείχνει να λαμβάνει σαφώς οριοθετημένο πολιτικό χώρο έναντι του άλλου. Η Νέα Δημοκρατία θα αποτελέσει τον μεγάλο και ευρύ πόλο έλξης του συντηρητικού χώρου, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ τον αντίστοιχο και εξίσου ευρύ πόλο του προοδευτικού χώρου έπειτα από τις συνεχείς αποστοιχίσεις και επαναστοιχίσεις ψηφοφόρων που σημειώθηκαν ένα προηγούμενο διάστημα εντός του χώρου (βλ. πίνακα 4). Στην πραγματικότητα, το νέο τοπίο αν και κανονικοποιημένο από την οπτική των ευθυγραμμίσεων, μοιάζει ποιοτικά διαφορετικό από το προηγούμενο, καθώς το κέντρο βάρους του προοδευτικού πόλου εντοπίζεται αριστερότερα συγκριτικά με τον προηγούμενο υπό την κυριαρχία του ΠΑΣΟΚ, ενώ από την άλλη μεριά ο συντηρητικός πόλος δείχνει «απλωμένος» από το φιλελεύθερο κέντρο έως και την ακραία δεξιά.

Το Κίνημα Αλλαγής δείχνει ότι θα αποτελέσει τον διακριτό πόλο των μετριοπαθέστερων ψηφοφόρων, ενώ το Κομμουνιστικό Κόμμα τον πόλο εκείνο που θα συσπειρώνει το παραδοσιακά ορατό κομμουνιστογενές ρεύμα της ριζοσπαστικής αριστεράς.

 

Πίνακας 4.

Καταληκτικά, μένει να φανεί αν τα δύο μικρότερα κόμματα που κατόρθωσαν οριακά να εισέλθουν στο ελληνικό κοινοβούλιο (Ελληνική Λύση και ΜΕΡΑ25) θα καταφέρουν να δημιουργήσουν νέους χώρους σε αυτό το μάλλον μακροπρόθεσμα (για τους χρόνους των κομματικών συστημάτων) κανονικοποιημένο νέο τοπίο. Το πρώτο θα διεκδικήσει ουσιαστικά την αυτοτελή ορατότητα της ακροδεξιάς εντός του πεδίου μέσα στο οποίο διεξάγεται ο κομματικός ανταγωνισμός, ενώ το δεύτερο σε μια μάλλον πιο δύσκολη αποστολή θα επιχειρήσει να βρει ζωτικό χώρο μεταξύ του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΚΕ. Ωστόσο, οι εξελίξεις του επόμενου διαστήματος θα φανερώσουν αν όντως υπάρχουν ακόμα ευκαιρίες για παγίωση τέτοιων σχηματισμών στην νέα εποχή που ανοίγεται μπροστά ή αν η εκλογική τους επιτυχία είναι απλώς ό,τι απέμεινε από έναν 10ετή σχεδόν κύκλο ρευστότητας που μόλις ολοκληρώθηκε.

 

Άγγελος Σεριάτος, MSc Political Communication, University of Amsterdam

Πηγή: http://epohi.gr

Συνέντευξη με τον Γιώργο Πλειό, καθηγητή του τμήματος επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών

Μία καμπάνια με δύο ημίχρονα
** Βρισκόμαστε σε μια νέα εποχή που αλλάζει ο τρόπος που σχεδιάζεται η επικοινωνιακή στρατηγική των κομμάτων

 

Τη συνέντευξη πήρε η Ιωάννα Δρόσου

Κατά την προεκλογική περίοδο διέκρινες κάποιο καινούριο-ειδοποιό στοιχείο, σε σχέση με το παρελθόν;
Πριν απαντήσω σε αυτή ή άλλες ερωτήσεις να πω πως ως ερευνητής θα ήθελα πρώτα να συγκεντρώσω και οργανώσω το απαραίτητο υλικό, και να δημιουργήσω τα εργαλεία μελέτης για να έχω αξιόπιστες απαντήσεις. Ωστόσο, λόγω εμπειρίας, θα αποτολμήσω κάποιες απαντήσεις με την αίρεση των όποιων διορθώσεων. Νομίζω ότι αυτή εδώ η προεκλογική καμπάνια, για όλα τα κόμματα μιλώντας, ήταν μια καμπάνια με δυο ημίχρονα, ως τώρα ποδοσφαίρου γιατί ενδέχεται να προκύψει πως ήταν ημίχρονο αγώνα μπάσκετ. Το πρώτο για τις ευρωεκλογές, και το δεύτερο για τις εθνικές. Και τούτο διότι αυτές οι ευρωεκλογές, όπως και οι ευρωεκλογές πριν το 2014, είχαν έντονο εθνικό χρώμα, όπως σε πλείστες άλλες χώρες. Συνεπώς, και οι δυο αναμετρήσεις αφορούσαν πάνω κάτω τις ίδιες πολιτικές δυνάμεις, τα ίδια προβλήματα και τις ίδιες λύσεις. Πέραν αυτού αν εξαιρέσει κάποιος τη βαρύτητα της ΝΔ στην ποικιλία των μέσων προβολής, ιδιαίτερα των νέων μέσων, που  χρησιμοποιεί, αξίζει να σημειώσουμε την πολύ έντονη πόλωση, η οποία μάλιστα είναι και δυσανάλογη σε σχέση με το διακύβευμα των εκλογών και τις υποσχέσεις των κομμάτων.

Δεδομένου ότι έχει καταγραφεί σε διάφορες έρευνες ότι ο κόσμος δεν εμπιστεύεται τα ΜΜΕ, πιστεύεις ότι έδειξε ενδιαφέρον να παρακολουθήσει την προεκλογική συζήτηση; Αναδείχθηκαν οι ιδεολογικές διαφορές-θέσεις; 
Θεωρώ πως λόγω της διάρκειας της προεκλογικής περιόδου αλλά και του μικρού πολιτικού και οικονομικού καλαθιού καθ’ όλη τη διάρκεια τα κρίσης, και ιδιαίτερα σε αυτές τις εκλογές, όπου η κρίση πλέον έχει κανονικοποιηθεί, έχει ενσωματωθεί στην καθημερινή ζωή και δεν είναι «εισβολέας» όπως τα προηγούμενα χρόνια, οι μεγάλες υποσχέσεις άρα και οι μεγάλες αυταπάτες είναι αδύνατες, ως εκ τούτου και το διακύβευμα, αν υπάρχει γενικά, μικρό και αμφίβολο. Αυτό σε συνάρτηση με την απογοήτευση κάνει δύσπεπτη την προεκλογική πολιτική τροφή από όπου κι αν προέρχεται και κυρίως δύσπιστη την κοινή γνώμη απέναντι στις προτεινόμενες διαφοροποιήσεις των μεν απέναντι στους δε και τούμπλαλιν. Δεν λέω αν πραγματικά υπάρχουν διαφοροποιήσεις ή όχι, λέω πως ερμηνεύω την ερμηνεία της κοινής γνώμης και δυνητικά του εκλογικού κοινού, κάτι που οφείλεται και στα ΜΜΕ, θα έλεγα με τη μερίδα του λέοντος να την παίρνει σε αυτόν τον τομέα το διαδίκτυο  και τα κοινωνικά δίκτυα, αντίθετα από ότι συνέβαινε το 2015. Το 2015, οι «μαχητές» του διαδικτύου ήταν σαφώς με τον ΣΥΡΙΖΑ, ενώ σήμερα έχουν μείνει λιγότεροι ή κάποιοι έχουν ταχθεί και εναντίον του.
Αλλά για αυτόν πάλι το λόγο, εξ αιτίας του μικρού καλαθιού και της δυσπιστίας του κοινού, έχει αυξηθεί η ένταση της αντιπαράθεσης και της πόλωσης. Συνήθως η πόλωση εντείνεται, εκατέρωθεν, ακριβώς όταν το καλάθι δεν είναι μεγάλο. Και σε συνθήκες κανονικοποίησης η πόλωση αντίθετα από ότι επιδιώκεται, δεν εμπνέει.

Ο φόβος και η ελπίδα

Ποιο ήταν το πλεονέκτημα και ποιο το μειονέκτημα του κάθε κόμματος στην καμπάνια του;
Κατά τη γνώμη μου, σε αυτές τις εκλογές, τόσο τις ευρωπαϊκές όσο και τις εθνικές, ο  ΣΡΙΖΑ έχει ως αξονική στρατηγική πρώτο το έργο της περιόδου διακυβέρνησης με τα θετικά, όπως αναφέρει, αποτελέσματα στα δημόσια οικονομικά και ορισμένες κατηγορίες πληθυσμού όπως οι άνεργοι, οι συνταξιούχοι κ.λπ. και δεύτερο την επίκληση του φόβου επανόδου της ΝΔ που, όπως επικαλείται, θα σημάνει όχι απλώς επιστροφή στην πολιτική της πρώτης περιόδου της κρίσης, αλλά ακόμα πιο εκτεταμένο ξήλωμα της κοινωνικής πολιτικής, δηλαδή ακόμα βαρύτερες κοινωνικές συνέπειες από όσα γνωρίσαμε την πρώτη περίοδο της κρίσης. Συνολικά απευθύνεται σε ένα κοινό που πλήγηκε βαρύτερα από την κρίση, είναι μεγαλύτερης ηλικίας και ζει πιο κοντά στα σύνορα του κοινωνικού αποκλεισμού και της κοινωνικής υποβάθμισης, με επικέντρωση στο φόβο και στο παρελθόν, αντίθετα από ότι συνέβαινε τον Ιανουάριο 2015 που επικέντρωνε στο μέλλον, στην ελπίδα και αρκετά περισσότερο στους νέους. Πρέπει να σημειωθεί πως ιδιαίτερα δε στις ευρωεκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ υιοθέτησε την  πολιτική των διασημοτήτων (celebrities), μια πολιτική που είτε ξενίζει είτε «ξινίζει» ένα μέρος της της αριστεράς και την πολιτική της κουλτούρας.
Αντίθετα, η ΝΔ απευθύνεται σε ένα εκλογικό κοινό που είναι ή θέλει να γίνει μικρός ή μεγαλύτερος επιχειρηματίας ή να έχει τον τρόπο ζωής και τις αξίες τους, γι’ αυτό δίνει έμφαση στις ατομικές επιλογές σε παιδεία, υγεία, επικοινωνία κ.λπ. έναντι της συλλογικής κατανάλωσης και ταυτόχρονα στη μείωση της φορολογίας, δηλαδή με μια επιλογή δυο προτάσεις, με άλλα λόγια δίνει  την προτεραιότητα στις αξίες του ατομικισμού έναντι της αλληλεγγύης. Ταυτοχρόνως,, σε συνάρτηση με τον πιο πάνω στόχο χρησιμοποιεί μια πλειάδα μέσων επικοινωνίας, ακόμα λ.χ. και τις σχετικές διαφημιστικές θέσεις στο μετρό, ιδίως όμως τις διάφορες πλατφόρμες του διαδικτύου. Ως εκ τούτου, απευθύνεται σε ένα κοινό με πιο νεανικό προφίλ, όχι απαραίτητα μικρής ηλικίας, μυημένο στις νέες τεχνολογίες και τον σύγχρονο αστικό τρόπο ζωής, μέσα ή κοντά στις τάσεις τις μόδας σε διαφόρους τομείς της κοινωνικής ζωής και του πολιτισμό.
Με λίγα λόγια, ενώ στην προεκλογική εκστρατεία Ιανουαρίου 2015, η ΝΔ πρόβαλε το Grecovery και το φόβο από τον ερχομό του ΣΥΡΙΖΑ και ο ΣΥΡΙΖΑ πρόβαλε την ελπίδα για τη χώρα τα θύματα της κρίσης τώρα διαφαίνεται περίπου το αντίστροφο.  Με μια διαφορά. Ενώ υπήρχε η υπόσχεση πως πόροι θα έρθουν από την αναδιανομή, διαμέσου του κράτους, δηλαδή από αυτούς που έχουν,  τώρα διατυπώνεται η υπόσχεση πως θα έρθουν μέσα από την αναδιανομή που θα γίνει μέσω της αγοράς, δηλαδή από τον διπλανό. Σε γενικές γραμμές, αυτό που διαφαίνεται είναι πως το καλάθι είναι μικρό, κι αυτό είναι αναμενόμενο όταν κατ’ ουσία η οικονομική πολιτική είναι βασικά ήδη διαμορφωμένη και υπαγορευμένη.

Η προεκλογική περίοδος σαν διαφήμιση

Η προσέγγιση των ψηφοφόρων έγινε κυρίως με διαφήμιση σε σόσιαλ μίντια και youtube.
Νομίζω πως βρισκόμαστε σε μια νέα εποχή που αλλάζει ο τρόπος που σχεδιάζεται η επικοινωνιακή στρατηγική των κομμάτων. Νομίζω πως έχουμε περάσει για τα καλά πλέον σε μια άλλη εποχή σε ότι αφορά το σχεδιασμό και την υλοποίηση των τις προεκλογικών εκστρατειών, που δεν ξεκίνησε τώρα,  αλλά τώρα ωριμάζει.  Και η εξέλιξη της κρίσης έπαιξε καθοριστικό ρόλο σε αυτό. Βασικά της στοιχεία της είναι η μετατόπιση του κέντρου βάρους όχι πλέον στα ΜΜΕ, ούτε πλέον γενικά στο διαδίκτυο και στα κοινωνικά δίκτυα, αλλά σε νέες πλατφόρμες όπως το Instagram, η χρήση νέων πιο εξατομικευμένων, ανάλαφρων και επιτηδευμένων αφηγηματικών στρατηγικών, η αξιοποίηση νέων διαφημιστικών μέσων όπως οι σχετικές πινακίδες στο μετρό κοκ.  Αυτό συμβαίνει αφενός γιατί η χρήση του διαδικτύου και των κοινωνικών μέσων είναι πλέον σημαντικά πιο διαδεδομένη και πιο εκτεταμένη για όλες τις χρήσεις, η πολιτική συμμετοχή και το πολιτικό ενδιαφέρον μειωμένα, το διακύβευμα των εκλογών μικρό και η απογοήτευση μεγάλη. Κάποιες φορές για κάποιο κοινό είναι πιο σημαντικό να ζει την ίδια την προεκλογική περίοδο  παρά τις ίδιες τις εκλογές, ειδικά αν πιστεύει ότι δεν αλλάξουν και πολλά πράγματα. Σαν να βλέπει ωραίες διαφημίσεις αλλά χωρίς να αγοράζει τα διαφημιζόμενα προϊόντα.
Νομίζω όμως ότι τα κόμματα, όχι όλα στον ίδιο βαθμό και με τον ίδιο τρόπο, πρώτα καθορίζουν την πολιτική στρατηγική της προεκλογικής περιόδου μετά  σχεδιάζουν τη διαδικασία της επικοινωνίας, και αυτό εδώ και καιρό έχει αποδειχθεί λάθος, όχι μόνο στην Ελλάδα και σαφώς όχι πρώτα στην Ελλάδα.

Τα ΜΜΕ θεωρείς ότι έπαιξαν το ρόλο τους προεκλογικά;
Τα ΜΜΕ συνολικά έπαιξαν το ρόλο που μπορούσαν να παίξουν μέσα στις διαμορφωμένες οικονομικές, πολιτικές, ιδεολογικο-αξιακές και κοινωνικές συνθήκες. Δεν κατοικούν στον Όλυμπο αλλά και ούτε έπεσαν από τον ουρανό. Ότι έγινε πριν την προεκλογική περίοδο στη διάρκεια της «κανονικής» περιόδου και ότι γίνεται στην προεκλογική περίοδο γίνεται δια των ΜΜΕ και κυρίως γίνεται μέσα στα ΜΜΕ. Λίγες στιγμές, κυρίως στις προεκλογικές συγκεντρώσεις, που έχουν χάσει την αίγλη τους, όπως η πολιτική το ενδιαφέρον, η πολιτική θυμάται κάτι από τον παλιό εαυτό της, για κάποιους σαν ξαναζεσταμένο φαγητό.

 

Ισραηλιτικό Συμβούλιο για Βορίδη: Να αποποιηθεί του παρελθόντος του με δημόσια δήλωση

Στην φωτογραφία, ο  ΓΓ του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου Βίκτωρ Ελιέζερ  FACEBOOK

"Υπάρχει ένα σκοτεινό παρελθόν και τον καλούμε δημόσια να αποκηρύξει το αντισημιτικό του παρελθόν" είπε ο ΓΓ του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου και πρόσθεσε ότι "δεν είμαστε χαρούμενοι με την υπουργοποίηση Βορίδη".

"'Στείλαμε συγχαρητήριες επιστολές σε όλους τους υπουργούς της νέας κυβέρνησης, αλλά όχι στον Μάκη Βορίδη" είπε στο ραδιόφωνο News 24/7 στους 88,6 ο Γ.Γ. του Κεντρικού ΙσραηλιτικούΣυμβουλίου Βίκτωρ Ελιέζερ.

Μιλώντας στον Σεραφείμ Κοτρώτσο σημείωσε ότι "δεν μπορούμε να είμαστε ιδιαίτερα χαρούμενοι με την υπουργοποίηση του κ. Βορίδη, καθώς δεν έχει αποκηρύξει τις ναζιστικές ιδέες που είχε".

Μάλιστα συμπλήρωσε ότι "υπάρχει ένα σκοτεινό παρελθόν και τον καλούμε δημόσια να αποκηρύξει τις αντισημιτικό παρελθόν του".. Επισήμανε δε ότι ένα ναζιστικό κόμμα και οι ναζιστικές ιδέες δεν αφορούν μόνο το Ισραήλ αλλά όλο τον κόσμο.

Πρόσθεσε τέλος ότι "η κυβέρνηση του Ισραήλ έχει πολύ καλές σχέσεις με την κυβέρνηση Μητσοτάκη" και υπενθύμισε τη βράβευση της θείας του κ. Μητσοτάκη γιατί έσωσε Εβραίους στην Κρήτη αλλά και την αναγνώριση του κράτους από τον πατέρα του.

Πηγή: https://www.news247.gr

 

Brain drain: «Ξεθωριάζει» η επιστροφή

ΛΙΝΑ ΓΙΑΝΝΑΡΟΥ

Μικρή κουκκίδα στον ορίζοντα η Ελλάδα για όλο και περισσότερους Ελληνες του εξωτερικού. Οπως αποτυπώθηκε στην τελευταία σχετική έρευνα της ICAP, ο πληθυσμός του brain drain μεγαλώνει ηλικιακά, στήνει τη ζωή του στο εξωτερικό, δημιουργεί δεσμούς, φτιάχνει οικογένεια. Την ίδια στιγμή, εξελίσσεται εργασιακά, καταλαμβάνοντας υψηλότερες ιεραρχικά θέσεις και κερδίζοντας περισσότερα χρήματα. Οσο περισσότερο όμως επιτυγχάνουν στις νέες τους πατρίδες, τόσο πιο μακρινή αρχίζει να δείχνει η προοπτική επιστροφής τους στην Ελλάδα.

Τη διεθνή έρευνα για τη γενιά των νέων απόδημων Ελλήνων (γενιά του brain drain) διεξήγαγε η ICAP People Solutions από 27 Μαρτίου έως 8 Μαΐου 2019, για πέμπτη συνεχόμενη χρονιά, με σκοπό να διερευνήσει τους λόγους για τους οποίους παρατηρείται στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια το φαινόμενο της «μετανάστευσης ανθρώπινου κεφαλαίου» και τους παράγοντες που θα συντελούσαν στην επιστροφή των ατόμων αυτών. Φέτος, συμμετείχαν 942 Ελληνες από 43 χώρες. Η πλειονότητα (75%) εργάζεται στην Ευρώπη και κυρίως στο Ηνωμένο Βασίλειο (24%), ένα 9% στις ΗΠΑ και ένα 5% στην Αυστραλία. Οι κυριότεροι κλάδοι στους οποίους απασχολούνται είναι: πληροφορική, τραπεζικός, οικονομικός και ασφαλιστικός κλάδος. Ακολουθούν οι υπηρεσίες προς επιχειρήσεις, η επιστήμη και έρευνα και η εκπαίδευση.

Αυτές ήταν και οι σπουδές τους. Σε ποσοστό 38% έχουν σπουδάσει Διοίκηση Επιχειρήσεων, Οικονομικά και Μάρκετινγκ, το 16% πήρε πτυχίο Πληροφορικής και το 15% Μηχανικής. Το 69% έχει μεταπτυχιακό τίτλο ή και διδακτορικό. Εχει ενδιαφέρον ότι το 41% των κατόχων διδακτορικού το απέκτησε στην Ελλάδα. Στην αντίστοιχη έρευνα του 2015, το ποσοστό αυτό δεν ξεπερνούσε το 22%.

Διαφθορά, αβεβαιότητα

Σύμφωνα με την τελευταία έρευνα, το 60% μετακινήθηκε στο εξωτερικό, αφότου είχε ήδη εργαστεί στην Ελλάδα. Οι λόγοι, η έλλειψη αξιοκρατίας και η διαφθορά στη χώρα μας, αλλά και η γενικευμένη αβεβαιότητα.

Το 61% έφυγε από την Ελλάδα πριν από πέντε χρόνια και περισσότερο. Εξάλλου, πάνω από το 50% είναι 30-40 ετών, ενώ ένα 29% των Ελλήνων του εξωτερικού είναι 41 ετών και άνω. Το 2015 το ποσοστό αυτό ήταν μόλις 12%. Σήμερα άγαμοι είναι σε ποσοστό 48%. Το 2015, χωρίς δεσμεύσεις ήταν το 71%. Για ακόμα μία φορά, ο αριθμός των υπαλλήλων παρουσίασε μείωση και αντιστοίχως αυξήθηκαν οι ανώτερες και ανώτατες θέσεις (το 2019 προϊστάμενοι, διευθυντές και ανώτατα στελέχη είναι το 46%, έναντι του 27% το 2015), γεγονός που αποτυπώνεται και στις αμοιβές τους. Οι επιχειρηματίες παραμένουν ελάχιστοι.

Από εκείνους που έλαβαν πέρυσι μέρος στην ίδια έρευνα στη χώρα μας επέστρεψε το 5%. Οπως λένε οι ίδιοι, επέστρεψαν κατά κύριο λόγο (51%) επειδή αγαπούν την Ελλάδα, αλλά και σε σημαντικό ποσοστό (36%) γιατί θέλουν να κάνουν οικογένεια. Για όσους παραμένουν έξω, οικογενειακοί λόγοι είναι πλέον αυτοί που θα τους έκαναν να επιστρέψουν (56%). Το 2015, οι περισσότεροι δήλωναν ότι θα γυρνούσαν κυρίως για το κλίμα και τον τρόπο ζωής στην Ελλάδα.

Το 42% όσων ζουν στο εξωτερικό δηλώνει ότι δεν σκοπεύει να γυρίσει πίσω. (Πριν από λίγα μόλις χρόνια το ποσοστό δεν ξεπερνούσε το 30%.) Το 45% θεωρεί πιθανό να επιστρέψει στην Ελλάδα σε τρία χρόνια. Αλλωστε, ήδη το 41% έχει συμπληρώσει 5-9 χρόνια στο εξωτερικό.

Τι περιμένουν από τις επιχειρήσεις και τους φορείς στην Ελλάδα; Περισσότερη αξιοκρατία, ανταγωνιστικές χρηματικές απολαβές και καλύτερο εργασιακό περιβάλλον.

Πηγή: https://www.kathimerini.gr (Έντυπη έκδοση)

Με λιγότερα μόρια η πρόσβαση στα περισσότερα ΑΕΙ

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΛΑΚΑΣΑΣ

 

Κάτω από το όριο των 19.000 μορίων θα βρεθεί φέτος η Ιατρική Αθηνών. Αυτό επιβεβαιώνουν οι τελευταίες πληροφορίες από την επεξεργασία των στατιστικών των βαθμών πρόσβασης για τους υποψηφίους των Πανελλαδικών Εξετάσεων. Την ίδια στιγμή, εμφανίζεται ανατροπή σε σχέση με τις αρχικές εκτιμήσεις για τις υψηλόβαθμες σχολές οικονομίας και πληροφορικής. Σε αυτές προκύπτει άνοδος των βάσεων εισαγωγής, η οποία αποτελεί την... ηχηρή εξαίρεση στη γενικευμένη πτώση στις υπόλοιπες βαθμολογικές κλίμακες και των τεσσάρων επιστημονικών πεδίων. Ειδικότερα, εντός των ημερών αναμένεται η ανακοίνωση από το υπουργείο Παιδείας των συγκεντρωτικών στοιχείων για τους βαθμούς πρόσβασης των συνολικά 94.787 υποψηφίων –εκ των οποίων οι 81.244 από τα Γενικά Λύκεια και οι 12.543 από τα Επαγγελματικά Λύκεια– που θα διεκδικήσουν συνολικά 79.631 θέσεις στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Από την επεξεργασία των στοιχείων επιβεβαιώνεται το γενικά πτωτικό πλαίσιο για τις βάσεις εισαγωγής στην πλειονότητα των σχολών ΑΕΙ, με διαβαθμίσεις. Ταυτόχρονα, η πτώση ενισχύεται από την αύξηση των θέσεων στα ΑΕΙ, ενώ γενικό συμπέρασμα είναι ότι η πτώση θα διευρύνεται στα χαμηλότερα βαθμολογικά κλιμάκια κάθε επιστημονικού πεδίου. Επίσης, εκτιμάται ότι, λόγω του μικρότερου αριθμού των θέσεων σε σχέση με τον αριθμό των υποψηφίων, στο 1ο και στο 3ο επιστημονικό πεδίο θα μείνουν υποψήφιοι εκτός ΑΕΙ, ενώ στο 2ο και στο 4ο θα εισαχθεί η συντριπτική πλειονότητα των υποψηφίων.

Πιο συγκεκριμένα, από την επεξεργασία των στοιχείων, προβλέπονται τα εξής:

• Στο 1ο πεδίο (ανθρωπιστικών, νομικών και κοινωνικών επιστημών) εκτιμάται ότι θα υπάρξει ελαφρά πτώση (π.χ. πέρυσι η βάση στη Νομική Αθηνών ήταν 18.219 μόρια), χωρίς να αποκλείεται οι βάσεις σε κάποιες σχολές να μείνουν στο ίδιο επίπεδο.

• Στο 2ο πεδίο (θετικών και τεχνολογικών επιστημών) αναμένεται καθίζηση των βάσεων, μετά την πανωλεθρία στη Χημεία και τα χειρότερα αποτελέσματα στη Φυσική. Βέβαια, οι καλύτερες επιδόσεις σε σχέση με το 2018 στα Μαθηματικά θα συγκρατήσουν την πτώση, χωρίς ωστόσο να ανατρέπουν την εκτίμηση της πίεσης στις επιδόσεις συνολικά. Η πλέον περιζήτητη σχολή –των Η/Υ του ΕΜΠ– αναμένεται να βρεθεί κάτω από τις 18.000 μονάδες (πέρυσι ήταν 18.240).

• Για το 3ο πεδίο (υγείας και ζωής) στη Βιολογία (πρώτο μάθημα βαρύτητας) οι αριστούχοι αυξήθηκαν κατά περίπου 13 ποσοστιαίες μονάδες. Ωστόσο, οι χειρότερες επιδόσεις σε Χημεία και Φυσική θα ψαλιδίσουν τις βάσεις. Η μείωση θα είναι μικρότερη στις ιατρικές αλλά θα διευρύνεται στις χαμηλότερες βάσεις του πεδίου. Για την περιζήτητη Ιατρική Σχολή Αθηνών, εκτιμάται ότι η βάση της θα ψαλιδιστεί περί τις 100 μονάδες, πέρυσι ήταν 19.029 μονάδες.

• Οι επιδόσεις των υποψηφίων του 4ου πεδίου (οικονομίας και πληροφορικής) στα Μαθηματικά είναι λίγο καλύτερες από πέρυσι, ωστόσο είναι χειρότερες στις Αρχές Οικονομικής Θεωρίας. Κατά τις εκτιμήσεις, οι υψηλόβαθμες βάσεις του πεδίου θα κινηθούν ανοδικά. Αντιθέτως, οι μεσαίες και οι χαμηλόβαθμες βάσεις θα κινηθούν πτωτικά.

Οι υποψήφιοι θα πρέπει να οριστικοποιήσουν το μηχανογραφικό τους δελτίο μέχρι την προσεχή Δευτέρα 15/7. Βεβαίως, θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί όσοι επιλέξουν πανεπιστημιακά τμήματα που έως πέρυσι ήταν ΤΕΙ και δεν είναι σαφές εάν είναι πλέον τμήματα μηχανικών (π.χ. στο Μεσογειακό Πανεπιστήμιο και στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής) πενταετών σπουδών, και άρα οδηγούν σε πτυχίο μηχανικού, όπως εκείνα των πολυτεχνικών σχολών.

Πηγή: https://www.kathimerini.gr (Έντυπη έκδοση)

Περισσότερα Άρθρα...

Εγγραφείτε προκειμένου να λαμβάνετε δωρεάν ειδοποιήσεις όταν έχουμε νεότερες πληροφορίες.