462 New Articles

Η Μάχη του Ρίμινι

Στρατιωτική αναμέτρηση του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, κατά την οποία δοξάστηκαν τα ελληνικά όπλα. Διεξήχθη από τις 13 έως τις 21 Σεπτεμβρίου 1944 επί ιταλικού εδάφους, στο πλαίσιο της συμμαχικής Επιχείρησης Ελαία (Operation Olive). Είχε ως αντικειμενικό σκοπό τη διάσπαση της λεγόμενης «Γοτθικής Αμυντικής Γραμμής», που είχαν συμπήξει οι υποχωρούντες Γερμανοί.

Μετά την κατάληψη της Ρώμης από τα συμμαχικά στρατεύματα (4 Ιουνίου 1944), οι γερμανικές δυνάμεις που στάθμευαν στην Ιταλία συμπτύχθηκαν επί της «Γοτθικής Αμυντικής Γραμμής», που εκτεινόταν από την Πίζα έως το Ρίμινι στις ακτές της Αδριατικής. Την εκτέλεση της Επιχείρησης Ελιά ανέλαβαν η 5η Αμερικανική Στρατιά υπό τον αντιστράτηγο Μαρκ Κλαρκ στα δυτικό τομέα και η 8η Βρετανική Στρατιά υπό τον αντιστράτηγο σερ Όλιβερ Λις στον ανατολικό τομέα, ο οποίος εκτεινόταν έως την Αδριατική Θάλασσα.

Στην 8η Βρετανική Στρατιά είχε ενταχθεί η 3η Ελληνική Ορεινή Ταξιαρχία, αποτελούμενη από τρία τάγματα πεζικού, με διοικητή τον συνταγματάρχη Θρασύβουλο Τσακαλώτο (1897-1989). Η μονάδα αυτή είχε συγκροτηθεί στη Μέση Ανατολή μετά το Εαμικό στασιαστικό κίνημα της 6ης Απριλίου 1944 και αποτελείτο κυρίως από νομιμόφρονες προς την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση του Εμμανουήλ Τσουδερού, αξιωματικούς και στρατιώτες. Η Ταξιαρχία μεταφέρθηκε στο Τάραντα στις 11 Αυγούστου 1944 και από εκεί σιδηροδρομικώς στο χωριό Κατόλικα, 20 χιλιόμετρα νοτίως του Ρίμινι, όπου από τις 8 Σεπτεμβρίου ανέλαβε τον παραλιακό τομέα, ενταχθείσα αρχικά υπό τις διαταγές της 2ης Νεοζηλανδικής Μεραρχίας και στη συνέχεια υπό τη 1η Καναδική Μεραρχία. Το ίδιο βράδυ, αλλά και στις 10 Σεπτεμβρίου, βρέθηκε κάτω από εχθρικά πυρά, τα οποία απέκρουσε επιτυχώς. Την περιοχή του Ρίμινι υποστήριζαν μονάδες της 76ης Μηχανοκίνητης Στρατιάς της Βέρμαχτ, υπό τη διοίκηση του στρατηγού Τράουγκοτ Χερ.

Από τις 13 Σεπτεμβρίου η ελληνική ταξιαρχία πέρασε στην αντεπίθεση. Υποστηριζόμενη από το πυροβολικό και τα τεθωρακισμένα των συμμάχων είχε ως αντικειμενικό σκοπό την κατάληψη της πόλης του Ρίμινι. Οι Γερμανοί αμύνονταν λυσσωδώς, αλλά η ελληνική επίθεση υπήρξε θυελλώδης. Στις 15 Σεπτεμβρίου οι άνδρες του Τσακαλώτου επιτέθηκαν στο αεροδρόμιο του Ρίμινι, το οποίο κατέλαβαν μετά από τριήμερη μάχη. Ο δρόμος για το Ρίμινι ήταν ανοιχτός. Στις 4:30 μ.μ. της 20ης Σεπτεμβρίου το 2ο Τάγμα της 3ης Ορεινής Ταξιαρχίας ανέτρεψε τη γερμανική αντίσταση και τις πρωινές ώρες της 21ης Σεπτεμβρίου εισήλθε πρώτο στο Ρίμινι, όπου ύψωσε την ελληνική σημαία στο Δημαρχείο της πόλης. Ακολούθησαν ευθύς αμέσως το 1ο και το 3ο Τάγμα. Στις 7:30 π.μ. ο Δήμαρχος του Ρίμινι παρέδωσε άνευ όρων την πόλη δια πρωτοκόλλου στον διοικητή του 2ου Λόχου του 3ου Τάγματος, λοχαγό Μιχαήλ Αποστολάκη. Οι συνολικές απώλειες της ελληνικής Ταξιαρχίας στις εννιά ημέρες που διάρκεσε η Μάχη του Ρίμινι ανήλθαν σε 116 νεκρούς (10 αξιωματικοί και 106 οπλίτες) και 316 τραυματίες (23 αξιωματικοί και 293 οπλίτες).

Ο Διοικητής των Συμμαχικών Στρατευμάτων στην Ιταλία, βρετανός στρατάρχης Χάρολντ Αλεξάντερ, σε έκθεση του με τον τίτλο «Οι Σύμμαχοι Στρατοί στην Ιταλία από τις 3 Σεπτεμβρίου 1943 μέχρι τις 12 Δεκεμβρίου 1944» σημειώνει για τη δράση της 3ης Ελληνικής Ορεινής Ταξιαρχίας τα εξής:

Στις 20 Σεπτεμβρίου, έπειτα από πάλη χωρίς ελπίδα, εκκαθαρίσθηκε το Σαν Φορτουνάτο και στη διάρκεια της νύχτας οι Έλληνες, υπό τη διοίκηση της 1ης Καναδικής Μεραρχίας, εισήλθαν στο Ρίμινι. Ήμουνα ευτυχής, γιατί η επιτυχία αυτή είχε τόσο έγκαιρα λαμπρύνει τα πεπρωμένα της ηρωικής αυτής χώρας, που ήταν η μόνη μαχόμενη σύμμαχος στο πλευρό μας σε στιγμές ζοφερές και γιατί μία νέα νίκη στην Ιταλία είχε προστεθεί στη δόξα που αποκτήθηκε στα βουνά της Αλβανίας.

 

Η ανατίναξη του κτιρίου της ΕΣΠΟ

Μία από τις κορυφαίες αντιστασιακές πράξεις κατά των Γερμανών κατακτητών και των Ελλήνων συνεργατών τους ήταν η πολύνεκρη ανατίναξη του κτιρίου της ναζιστικής «Εθνικής Σοσιαλιστικής Πατριωτικής Οργάνωσης» (ΕΣΠΟ) στη γωνία των οδών Πατησίων και Γλάδστωνος. Το εγχείρημα έφερε σε πέρας στις 20 Σεπτεμβρίου 1942 μια ομάδα αποφασισμένων ανδρών και γυναικών της αντιστασιακής οργάνωσης «Πανελλήνιος Ένωσις Αγωνιζομένων Νέων» (ΠΕΑΝ).

Την εποχή εκείνη η ΕΣΠΟ, με αρχηγό τον γιατρό Σπύρο Στεροδήμο, προκαλούσε τους υπόδουλους Έλληνες, επειδή προσπαθούσε να στρατολογήσει νέους για να συγκροτήσουν την «Ελληνική Λεγεώνα», που θα πολεμούσε στο πλευρό της Βέρμαχτ στο ανατολικό μέτωπο. Η ΠΕΑΝ ήταν μια μικρή αντιστασιακή οργάνωση με αρχηγό τον δημοκρατικό αξιωματικό της Αεροπορίας Κώστα Περρίκο, που είχε αποταχθεί τον Απρίλιο του 1935 από την κυβέρνηση του Παναγή Τσαλδάρη.

Πολλά από τα μέλη της οργάνωσης συμπαθούσαν πολιτικά τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο και βρίσκονταν σε ανοιχτή γραμμή μαζί του. Ιδεολογικά κινούνταν μεταξύ φιλελευθερισμού και σοσιαλδημοκρατίας. Η ΠΕΑΝ προέτρεπε τους Έλληνες σε αντίσταση με κάθε μέσο, προκειμένου να ενισχυθεί η μεταπολεμική θέση της χώρας και οι εθνικές διεκδικήσεις και καλούσε σε ενότητα όλες τις αντιστασιακές οργανώσεις. Ήταν δημοφιλής στη μορφωμένη νεολαία των αστικών κέντρων, αλλά οι σχέσεις της με το ΕΑΜ ήταν ψυχρές.

Το χτύπημα εναντίον της ΕΣΠΟ προετοιμάστηκε προσεκτικά και αποφασίστηκε να γίνει το πρωί της Κυριακής 20 Σεπτεμβρίου. Στην επιχείρηση πήραν μέρος τέσσερα άτομα: Ο Περρίκος, ο τεχνικός τηλεπικοινωνιών Αντώνης Μυτιληναίος, ο φοιτητής Νομικής Σπύρος Γαλάτης και η δασκάλα Ιουλία Μπίμπα. Η βόμβα συναρμολογήθηκε στο σπίτι της Μπίμπα και μεταφέρθηκε από την ίδια και τον Μυτιληναίο με μεγάλη προσοχή έξω από τα γραφεία της ΕΣΠΟ.

Ο Μυτιληναίος και ο Γαλάτης εισχώρησαν στο κτίριο από μια αφύλαχτη πόρτα της οδού Γλάδστωνος και τοποθέτησαν τη βόμβα σ' ένα άδειο γραφείο στον ημιώροφο. Στον πρώτο όροφο στεγάζονταν τα γραφεία της ΕΣΠΟ και στους υπόλοιπους γερμανικές υπηρεσίες. Ο Γαλάτης άναψε το φιτίλι και αμέσως μαζί με τον Μυτιληναίο απομακρύνθηκαν. Ο Περρίκος και η Μπίμπα παρακολουθούσαν την επιχείρηση από κοντινό ζαχαροπλαστείο, έτοιμοι για κάθε βοήθεια.

Κώστας Περρίκος - Ιουλία Μπίμπα

Ήταν ακριβώς 12:03 το μεσημέρι, όταν ακούστηκε μια εκκωφαντική έκρηξη και πυκνός μαύρος καπνός σκέπασε την Πατησίων. Επικράτησε μεγάλη σύγχυση και πανικός, ώστε οι Γερμανοί σήμαναν συναγερμό, νομίζοντας ότι επρόκειτο για αεροπορική επιδρομή. Το εσωτερικό του κτιρίου κατέρρευσε και πήρε φωτιά. Η πυροσβεστική ξέθαβε νεκρούς από τα ερείπια: 29 μέλη της ΕΣΠΟ και 48 Γερμανοί αξιωματικοί έχασαν τη ζωή τους. Ο αρχηγός της ΕΣΠΟ Σπύρος Στεροδήμος ανασύρθηκε βαρύτατα τραυματισμένος και εξέπνευσε λίγες μέρες αργότερα. Η ναζιστική οργάνωση, μετά το πλήγμα, διαλύθηκε.

Σχεδόν αμέσως, η Γκεστάπο εξαπέλυσε ανθρωποκυνηγητό για τη σύλληψη των δραστών της βομβιστικής επίθεσης. Χρειάστηκαν τη συνδρομή ενός προδότη υπαξιωματικού της Χωροφυλακής, του Πολύκαρπου Νταλιάνη, για να εξαρθρώσουν στις 11 Νοεμβρίου 1942 τον επιχειρησιακό πυρήνα της ΠΕΑΝ. Περρίκος, Μπίμπα, Μυτιληναίος και Γαλάτης συνελήφθησαν και μεταφέρθηκαν στα ανακριτικά γραφεία της Γκεστάπο στον Πειραιά. Παρότι υπέστησαν φρικτά βασανιστήρια, δεν λύγισαν και δεν μίλησαν. Μάλιστα, ο Αντώνης Μυτιληναίος κατόρθωσε να δραπετεύσει και να διαφύγει στη Μέση Ανατολή.

Τα υπόλοιπα τρία μέλη της οργάνωσης πέρασαν από γερμανικό στρατοδικείο και καταδικάσθηκαν στην εσχάτη των ποινών. Ο αρχηγός της ΠΕΑΝ Κώστας Περρίκος τρις εις θάνατον και 15 χρόνια δεσμά και η δασκάλα Ιουλία Μπίμπα δις εις θάνατον και 15 χρόνια δεσμά. Ο Γαλάτης καταδικάσθηκε σε θάνατο και 5 χρόνια δεσμά, αλλά τελικά του δόθηκε χάρη, αφού η οικογένειά του πλήρωσε 1.000 λίρες και μεταφέρθηκε σε φυλακές στη Γερμανία. Στις 4 Φεβρουαρίου 1943, ο 37χρονος υποσμηναγός Κώστας Περρίκος εκτελέστηκε στην Καισαριανή, παρά τις μεγάλες προσπάθειες του αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού. Η Ιουλία Μπίμπα μεταφέρθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Γερμανία και καρατομήθηκε δια πελέκεως. Ο προδότης Νταλιάνης σκοτώθηκε αργότερα από αντιστασιακούς.

Η είδηση της ανατίναξης του κτιρίου της ΕΣΠΟ πέρασε γρήγορα τα σύνορα της Ελλάδας. Οι ραδιοφωνικοί σταθμοί Λονδίνου και Μόσχας μίλησαν με ενθουσιασμό για το εγχείρημα, χαρακτηρίζοντάς το ως το μεγαλύτερο σαμποτάζ στην τότε κατεχόμενη Ευρώπη. Το ΕΑΜ, είτε από επίξειξη μικρότητας είτε από κακή εκτίμηση, καταδίκασε το εγχείρημα κάνοντας λόγο για «επικίνδυνη και πρόωρη ατομική τρομοκρατία» και το χαρακτήρισε «προβοκάτσια», ενώ εκτίμησε ότι ο Περρίκος ήταν άνθρωπος της Γκεστάπο και ότι σύντομα επρόκειτο να αφεθεί ελεύθερος.

Μαρτυρίες

  • Αντώνης Μυτιληναίος: «Μαρτύρων Πορεία» (εκδόσεις. «Επικαιρότητα»)
  • Π.Μ. Μιχαηλίδης: «Αγαθουπόλεως 7» (εκδόσεις «Καστανιώτης»)
 

Ένωσις Κέντρου

Φωτογραφία: Οι ιδρυτές της Ενώσεως Κέντρου, (όρθιοι) Ηλ. Τσιριμώκος, Στ. Στεφανόπουλος, Σ. Παπαπολίτης, Στ. Κωστόπουλος, Αλεξ. Μπαλτατζής, (καθήμενοι) Π. Κατσώτας, Γ. Παπανδρέου, Γ. Αθανασιάδης- Νόβας

Η Ένωσις Κέντρου, σύμφωνα με την καθαρεύουσα της εποχής, υπήρξε ένας κομματισμός σχηματισμός που δέσποσε στα πολιτικά πράγματα της Ελλάδας τη δεκαετία του 1960 και μέχρι την επιβολή της Δικτατορίας.

Ιδρύθηκε στις 19 Σεπτεμβρίου 1961, λίγο πριν από τις εκλογές της 29ης Οκτωβρίου, οπότε κατατέθηκε και το έμβλημά του, που ήταν τα αρχικά Ε.Κ., πλαισιωμένα από στάχυ και κλάδο δάφνης. Ένα χρόνο αργότερα, στις 27 Σεπτεμβρίου 1962, ψηφίστηκε το καταστατικό του νέου κόμματος, που όριζε ότι η Ένωσις Κέντρου είναι «κόμμα εθνικόν και επιδιώκει την πραγματοποίησιν της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής Δημοκρατίας».

Η Ένωση Κέντρου προερχόταν από τη μήτρα του Κόμματος των Φιλελευθέρων του Ελευθερίου Βενιζέλου και ήταν ένας ετερόκλητος συνασπισμός προσωπικοτήτων, που ξεκινούσαν ιδεολογικά από τη Δεξιά (Στέφανος Στεφανόπουλος) και έφθαναν μέχρι την Αριστερά (Ηλίας Τσιριμώκος).

Αναμφισβήτητος αρχηγός του νέου κόμματος ήταν ο Γεώργιος Παπανδρέου και ηγετικά του στελέχη ο Σοφοκλής Βενιζέλος, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ο Γεώργιος Μαύρος, ο Ιωάννης Ζίγδης, ο Σταύρος Κωστόπουλος, ο Αλέξανδρος Μπαλτατζής, ο Ηλίας Τσιριμώκος και αργότερα ο Ανδρέας Παπανδρέου, όταν αποφάσισε να ασχοληθεί με την πολιτική.

Άμεσος στόχος του νέου πολιτικού σχηματισμού ήταν η υπερκέραση της ΕΔΑ, που ήταν αξιωματική αντιπολίτευση από το 1958 και η εκδίωξη της Δεξιάς από την εξουσία και συγκεκριμένα της ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή, που κυβερνούσε από το 1955.

Στις εκλογές της 29ης Οκτωβρίου 1961, η Ένωσις Κέντρου έλαβε το 33,34% των ψήφων (83 έδρες) και κατέλαβε τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η εκ νέου επικράτηση της ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή αμφισβητήθηκε έντονα (εκλογές «βίας και νοθείας») και τις επόμενες μέρες ο Γεώργιος Παπανδρέου κήρυξε τον γνωστό ως «ανένδοτο αγώνα».

Στις επόμενες εκλογές, που έγιναν στις 3 Νοεμβρίου 1963, η Ένωση Κέντρου αναδείχθηκε πρώτο κόμμα (42,04% των ψήφων και 138 έδρες), χωρίς όμως την απόλυτη πλειοψηφία. Σχημάτισε έτσι κυβέρνηση μειοψηφίας, στην οποία η ΕΔΑ προσέφερε την ανοχή της, η οποία δεν έγινε αποδεκτή από τον Γεώργιο Παπανδρέου.

Στις αναπόφευκτα νέες εκλογές που διεξήχθησαν στις 16 Φεβρουαρίου 1964, η Ένωση Κέντρου θριάμβευσε, συγκεντρώνοντας το 52,72% των ψήφων και 171 έδρες. Έχοντας έτσι κατακτήσει την απόλυτη πλειοψηφία, σχημάτισε αυτοδύναμη κυβέρνηση, της οποίας όμως οι αντιφάσεις έγιναν γρήγορα αισθητές. Η ομοιογένεια του κόμματος εξακολουθούσε να είναι το ζητούμενο και οι προσωπικές φιλοδοξίες και ιδεολογικές αντιθέσεις βρίσκονταν στην ημερήσια διάταξη, με κυρίαρχη την αντιπαράθεση ανάμεσα στον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη και τον Ανδρέα Παπανδρέου.

Η ρήξη των Ανακτόρων με τον Γεώργιο Παπανδρέου, που οδήγησαν στην παραίτησή του από την πρωθυπουργία στις 15 Ιουλίου 1965 («Ιουλιανά»), αποτέλεσε κομβικό σημείο στην πορεία του κόμματος. Ακολούθησε η διάσπαση του κόμματος με την αποχώρηση κυβερνητικών και κομματικών στελεχών («Αποστασία»), οι οποίοι σχημάτισαν τρεις διαδοχικές κυβερνήσεις (Γεωργίου Αθανασιάδη -Νόβα, Ηλία Τσιριμώκου και Στέφανου Στεφανόπουλου).

Η Ένωση Κέντρου παρέμεινε ως κόμμα της αντιπολίτευσης με μικρότερη κοινοβουλευτική ομάδα γύρω από τον Γεώργιο Παπανδρέου, ώσπου διαλύθηκε, ύστερα από το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967.

Επανεμφανίσθηκε μετά την επάνοδο της Δημοκρατίας και στις εκλογές της 17ης Νοεμβρίου 1974 κατήλθε σε σύμπραξη με πολιτικούς που είχαν αναδειχθεί κατά τη διάρκεια της δικτατορίας με την επωνυμία Ένωση Κέντρου - Νέες Δυνάμεις (ΕΚ-ΝΔ), με επικεφαλής τον Γεώργιο Μαύρο. Απέσπασε το 20,42% των ψήφων και εξέλεξε 60 βουλευτές, κατακτώντας τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης Η αριστερή πτέρυγα της προδικτατορικής Ένωσης Κέντρου ακολούθησε τον Ανδρέα Παπανδρέου στην ίδρυση του ΠΑΣΟΚ.

Το 1976,η ΕΚΝΔ μετονομάστηκε σε Ένωση Δημοκρατικού Κέντρου (ΕΔΗΚ) και στις εκλογές της 20ης Νοεμβρίου 1977 αναδείχθηκε τρίτο κόμμα με το 11,95% των ψήφων και 16 έδρες. Η φθίνουσα πορεία της συνεχίστηκε μέχρι εξαφανίσεως, καθώς τα επόμενα χρόνια συντρίφθηκε ανάμεσα στις συμπληγάδες της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ.

Πηγή: https://www.sansimera.gr

 
 
 

Βασιλικοί Γάμοι στην Αθήνα

Στις 18 Σεπτεμβρίου 1964 η Αθήνα γνώρισε στιγμές μεγαλείου και χλιδής με τον γάμο του βασιλιά των Ελλήνων Κωνσταντίνου Β’ και της Δανής πριγκίπισσας Άννας Μαρίας. Ήταν ο πρώτος και ο τελευταίος επίσημος γάμος εν ενεργεία μονάρχη που έγινε στην Ελλάδα και προσήλκυσε το γενικό ενδιαφέρον.

Και οι δύο μελλόνυμφοι ανήκαν στην ίδια δυναστεία (Σλέσβιχ - Χολστάιν - Ζόντερμπουργκ - Γκλίσμπουργκ) και ήταν μακρινοί συγγενείς. Ο Κωνσταντίνος ήταν μόλις 24 ετών και είχε διαδεχθεί στον ελληνικό θρόνο τον πατέρα του Παύλο, που είχε πεθάνει στις 6 Μαρτίου 1964. Η Άννα Μαρία μόλις είχε συμπληρώσει τα 18 της χρόνια και ήταν η τριτότοκη κόρη του βασιλιά της Δανίας Φρειδερίκου του 9ου και της βασίλισσας Ίνγκριντ.

Το ζευγάρι είχε γνωριστεί το 1959 στη Δανία και αμέσως αναπτύχθηκε μεταξύ τους ένα τρυφερό αίσθημα, που εξελίχθηκε σε έρωτα. Όταν έγιναν οι αρραβώνες του ζεύγους τον Ιανουάριο του 1963, η Άννα Μαρία είχε δηλώσει: «Δεν ονειρεύτηκα ποτέ να παντρευτώ ένα Βασιλιά. Ήθελα απλά να είμαι μία γυναίκα ευτυχισμένη με το σύζυγό της. Ναι, αγαπώ εδώ και καιρό τον Κωνσταντίνο, και εύχομαι ο χρόνος να μας επιτρέψει να ζήσουμε μερικά χρόνια όπως όλος ο κόσμος».

Δέκα ημέρες πριν από τη γαμήλια τελετή, η Αθήνα σημαιοστολίζεται και πανηγυρίζει, καθώς στις 11 Σεπτεμβρίου υποδέχεται τη μελλοντική βασίλισσα και τις επόμενες ημέρες πλήθος γαλαζοαίματων, που καταφθάνουν στην ελληνική πρωτεύουσα για το κοσμικό αυτό γεγονός.

Η γαμήλια τελετή ξεκίνησε στις 10 το πρωί της Παρασκευής 18 Σεπτεμβρίου στη Μητρόπολη των Αθηνών, που είχε διακοσμηθεί με 10.000 κόκκινες γλαδιόλες. Την παρακολούθησαν 1.200 προσκεκλημένοι, ανάμεσά τους 18 βασιλείς (Μποντουέν και Φαμπιόλα του Βελγίου, Φουμιφόν και Σιρικίτ της Ταϊλάνδης, Χουσεΐν και Μόνα της Ιορδανίας και όλα τα σκανδιναβικά βασιλικά ζεύγη), 7 διάδοχοι θρόνων, 2 βασιλικοί σύζυγοι, 103 πρίγκιπες και πριγκίπισσες, καθώς και 20 δούκες και κόμητες.

Το μυστήριο του γάμου τέλεσε ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Β’, συνεπικουρούμενος από τον πρωθιερέα των ανακτόρων, αρχιμανδρίτη Ιερώνυμο Κοτσώνη, τον μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Αθηνών επί δικτατορίας. Από εκκλησιαστικής πλευράς, στη γαμήλια τελετή παρέστησαν 104 πατριάρχες, αρχιεπίσκοποι και αρχιερείς της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τα χρυσοΰφαντα άμφιά τους. Η καθολική συμμετοχή των ηγετών της ορθοδοξίας προσέδωσε πανορθόδοξο χαρακτήρα στο γεγονός, επειδή ο Κωνσταντίνος ήταν ο μοναδικός εν ενεργεία ορθόδοξος βασιλιάς.

Στις 11:10 π.μ. η τελετή έληξε και οι νεόνυμφοι υπό τους ήχους πανηγυρικών κανονιοβολισμών επιβιβάστηκαν σε άμαξα, που την έσερναν 6 γκριζόλευκα άλογα. Εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου είχε κατακλύσει τους κεντρικούς δρόμους της Αθήνας για να παρακολουθήσουν τη βασιλική πομπή με τους νεόνυμφους. Δεν ήταν μόνο το θέαμα που τράβηξε τον κόσμο. Το νεαρό ζευγάρι προκαλούσε συμπάθεια. Ιδιαίτερα στον «δημοκρατικό» (μη Δεξιό) κόσμο είχε καλλιεργηθεί η πεποίθηση ότι ο γάμος του Κωνσταντίνου με τη Δανέζα πριγκίπισσα, που διακρινόταν για την απλότητά της, και ο παραμερισμός της πολυπράγμονος βασιλομήτορος Φρειδερίκης, θα σήμανε τον εκδημοκρατισμό της Αυλής και την αποφυγή ανάμειξής της στα πολιτικά πράγματα της χώρας. Γρήγορα, όμως, όσοι καλλιεργούσαν αυτή την πεποίθηση, θα διαψευστούν πανηγυρικά...

Πηγή: https://www.sansimera.gr

 

Περισσότερα Άρθρα...

Join Radio

Εγγραφείτε προκειμένου να λαμβάνετε δωρεάν ειδοποιήσεις όταν έχουμε νεότερες πληροφορίες.