453 New Articles

Τζον Νας 1928 – 2015

Ο Τζον Νας ήταν αμερικανός μαθηματικός, που τιμήθηκε με το βραβείο ΝόμπελΟικονομίας το 1994 για τη συμβολή του στη θεωρία των παιγνίων. Έγινε ευρύτερα γνωστός από τη βιογραφική ταινία «Ένας υπέροχος άνθρωπος» («A Beautiful Mind»), με πρωταγωνιστή τον Ράσελ Κράου ως Τζον Νας, η οποία γνώρισε μεγάλη επιτυχία και βραβεύτηκε με τέσσερα Όσκαρ το 2002.

Ο Τζον Φορμπς Νας (John Forbes Nash) γεννήθηκε 13 Ιουνίου 1928 στο Μπλούφιλντ της Δυτικής Βιρτζίνια. Ο πατέρας του ήταν ηλεκτρολόγος μηχανικός και η μητέρα του δασκάλα. Σπούδασε μαθηματικά στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο Κάρνεγκι (νυν Πανεπιστήμιο Κάρνεγκι - Μέλον) και συμπλήρωσε τις σπουδές του στο ονομαστό Πανεπιστήμιο του Πρίνστον. Το 1950 ανακηρύχθηκε διδάκτορας με μία διατριβή σχετικά με τα μη συνεργατικά παίγνια, που περιείχε τον ορισμό και τις ιδιότητες αυτού που αργότερα θα ονομαζόταν «Ισορροπία Νας» («Nash equilibrium»).

Στη συνέχεια ακολούθησε πανεπιστημιακή καριέρα στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον και το Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Μασαχουσέτης (MIT). To 1959 άρχισε να πάσχει από μία μορφή σχιζοφρένειας, μετά το γάμο του με την Αλίσια Λόπες (γ. 1933), φοιτήτρια φυσικής από το Σαν Σαλβαδόρ, η οποία ήταν έγκυος στο γιο τους Τζον. «Ήμουν διαταραγμένος με τον τρόπο αυτό για μια πολύ μακρά χρονική περίοδο, κάτι σαν 25 χρόνια», είχε πει ο Νας σε συνέντευξή του το 2004. Είχε υπογραμμίσει πως η περίπτωσή του ήταν πολύ ασυνήθιστη, καθώς μπορούσε κάποια στιγμή να σταματά τα φάρμακα και να επιστρέφει στις φυσιολογικές δραστηριότητες και την έρευνά του.

Η διανοητική αυτή περιπέτειά του αποτέλεσε τη βάση του βιβλίου της Σίλβιας Nασάρ «A Beautiful Mind», που σημείωσε μεγάλη κυκλοφοριακή επιτυχία στα τέλη του 20ου αιώνα και μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη με τον ίδιο τίτλο το 2001 από τον σκηνοθέτη Ρον Χάουαρντ, με πρωταγωνιστές τον Ράσελ Κράου στο ρόλο του Νας και την Τζένιφερ Κόνελι, στο ρόλο της γυναίκας του Αλίσια. Η ταινία τιμήθηκε με τέσσερα βραβεία Όσκαρ (καλύτερης ταινίας, δευτέρου γυναικείου ρόλου, διασκευασμένου σεναρίου και σκηνοθεσίας).

Εκτός από τη θεωρία των παιγνίων, ο Τζον Νας ασχολήθηκε με τη διαφορική γεωμετρία και τις μερικές διαφορικές εξισώσεις. Το επιστημονικό του έργο βρήκε εφαρμογές στην οικονομία, στη βιολογία, στην τεχνητή νοημοσύνη, στη στρατιωτική θεωρία, στην πολιτική και τη λογιστική.

Το 1994 τιμήθηκε με το Νόμπελ Οικονομίας μαζί με τους Ράινχαρτ Ζέλτεν και Τζον Χαρσάνι για τη συνεισφορά τους στη θεωρία των παιγνίων. Στις 19 Μαΐου 2015, μία εβδομάδα πριν από το θάνατό του, τιμήθηκε μαζί με τον Καναδό Λούις Νίρεμπεργκ με το βραβείο Άμπελ, που θεωρείται το Νόμπελ των Μαθηματικών, για τις «εντυπωσιακές και σημαίνουσες συνεισφορές τους στη θεωρία των μη γραμμικών μερικών διαφορικών εξισώσεων και στις εφαρμογές τους στη γεωμετρική ανάλυση».

Ο Τζον Νας σκοτώθηκε μαζί με τη σύζυγό του σε τροχαίο δυστύχημα στο Νιου Τζέρσεϊ στις 23 Μαΐου 2015, όταν ο οδηγός του ταξί στο οποίο επέβαιναν έχασε τον έλεγχο του οχήματος, με αποτέλεσμα αυτό να λοξοδρομήσει και να προσκρούσει σε προστατευτικό κιγκλίδωμα.

Το Κίνημα του Ναυτικού

Συνωμοτική ενέργεια ομάδας αξιωματικών του Πολεμικού Ναυτικού για την ανατροπή της Χούντας των Συνταγματαρχών και την επαναφορά της Δημοκρατίας στην Ελλάδα. Το Κίνημα που ετοίμαζαν από το 1969 δεν εκδηλώθηκε, γιατί προδόθηκε στις 22 Μαΐου1973. Ακολούθησαν αθρόες συλλήψεις και βασανισμοί.

Το Ναυτικό, στρατιωτικό σώμα με φιλελεύθερη παράδοση, δεν έλαβε ενεργά μέρος στο πραξικόπημα της 21ης Απριλίου. Αυτό φάνηκε και από την παραίτηση του αρχηγού του Κωνσταντίνου Εγκολφόπουλου, αμέσως μετά την επικράτηση των συνταγματαρχών. Η πρώτη αντίδραση του Ναυτικού στη Χούντα εκδηλώθηκε στο αποτυχόν κίνημα του Βασιλιά Κωνσταντίνου (13 Δεκεμβρίου 1967), όταν ο Στόλος εξήλθε στο Αιγαίο.

Αμέσως μετά, στελέχη του Ναυτικού της τάξεως του 1940, όπως οι Πλωτάρχες Παππάς, Σέκερης και Μάλιαρης, άρχισαν να οργανώνουν ένα συνωμοτικό πυρήνα εντός του στρατεύματος, με στόχο την ανατροπή της Δικτατορίας. Από τις αρχές του 1969 ο μικρός πυρήνας των στελεχών αυτών άρχισε να μεγαλώνει, με τη συστηματική μύηση αξιωματικών στο κίνημα τα οποία έδιδαν όρκο ότι θα αγωνιστούν για την ανατροπή της Χούντας και την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στη χώρα.

Στο πλαίσιο αυτό είχαν εκπονηθεί διάφορα σχέδια: από την απαγωγή του Παπαδόπουλου κατά τη διάρκεια της άσκησης του Στόλου με την επωνυμία «Θρίαμβος» (Αύγουστος 1969), μέχρι την κατάληψη της Κρήτης, της Μήλου και άλλων νησιών και το σχηματισμό εκεί κυβέρνησης από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, με την επάνοδο και του Βασιλιά Κωνσταντίνου (Ιούνιος 1969). Στην πράξη, όμως, τα σχέδια αυτά ποτέ δεν υλοποιήθηκαν.

Τρία χρόνια αργότερα, ο κύκλος των κινηματιών είχε μεγαλώσει, ενώ επίλεκτα μέλη της είχαν καταλάβει καίριες θέσεις στην Ιεραρχία του Ναυτικού. Οι Παππάς, Παπαδόγκωνας, Μάλλιαρης, Γκιόγκεζας, Κουσουρής κ.ά. ήταν όλοι τους διοικητές σε μεγάλα αντιτορπιλικά, έχοντας μυήσει και ανώτερα στελέχη κάθε πλοίου, ώστε να είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμοι να πάρουν τα πλοία και να εξεγερθούν κατά της χούντας. Στο Κίνημα είχαν μυηθεί και αξιωματικοί από τον Στρατό και την Αεροπορία, πολίτες μέλη αντιστασιακών οργανώσεων, αλλά και απόστρατοι αξιωματικοί, όπως ο Βαρδής Βαρδινογιάννης, που θα προμήθευε με καύσιμα τους κινηματίες από την οικογενειακή επιχείρηση.

Μετά την εξέγερση της Νομικής τον Φεβρουάριο του 1973, οι κινηματίες πήραν το λαϊκό μήνυμα και αποφάσισαν να δράσουν. Την απόφασή τους αυτή την κοινοποίησαν στον Ευάγγελο Αβέρωφ και μέσω αυτού στον Κωνσταντίνο Καραμανλή και τον Βασιλιά Κωνσταντίνο. Το σχέδιό τους προέβλεπε τον αποκλεισμό του Πειραιά και άλλων μεγάλων λιμανιών και την κατάληψη της Σύρου, που θα ήταν το ορμητήριό τους. Στο νησί υπήρχε η Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών του Στρατού, την οποία αφού καταλάμβαναν θα τοποθετούσαν διοικητή τον απόστρατο ταγματάρχη Σπύρο Μουστακλή, που ήταν μυημένος στο Κίνημα. Μόλις επικρατούσαν, θα καλούσαν πολιτικούς όλων των κομμάτων για να σχηματίσουν κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας.

Ο πλωτάρχης Νίκος Παππάς

Η ημερομηνία για την εκδήλωση του κινήματος ορίσθηκε η 22α Μαΐου, όταν στο Αιγαίο θα έπλεε μοίρα Νατοϊκών πλοίων, παρά τις αντιρρήσεις των Παππά, Σέκερη και Παπαθανασίου, που προτιμούσαν την 18η Μαΐου, όταν τρία αντιτορπιλικά θα απέπλεαν σε προγραμματισμένες ασκήσεις με σχεδόν όλη τη δύναμη των Πεζοναυτών. Πρότειναν να κυκλώσουν με τα αντιτορπιλικά τους τα πλοία με τους πεζοναύτες και είτε να τους πάρουν με το μέρος τους, είτε να τους χρησιμοποιήσουν ως ομήρους για να εκβιάσουν τη Χούντα. Η πρότασή τους δεν έγινε αποδεκτή.

Την παραμονή της εκδήλωσης του κινήματος, οι μυημένοι αξιωματικοί υποψιάστηκαν ότι το σχέδιό τους έγινε αντιληπτό από τη Χούντα και αποφάσισαν την αναβολή του. Το βράδυ της 22ας Μαΐου, στρατιωτικές δυνάμεις υπό τον αρχηγό των Ενόπλων Δυνάμεων στρατηγό Οδυσσέα Αγγελή περικύκλωσαν τον Ναύσταθμο, ενώ από το πρωί της 23ης Μαΐου αρχίζουν οι συλλήψεις, οι ανακρίσεις και οι βασανισμοί. Η έλλειψη ενός ηγέτη στο Κίνημα ήταν εμφανής, ιδιαίτερα όταν έχουμε να κάνουμε με ομάδα στρατιωτικών.

Η Χούντα με ανακοίνωσή της έκανε λόγο για «οπερέτα ναυτικού κινήματος ολίγων αποστράτων αξιωματικών», αποκρύβοντας το μέγεθος του κινήματος, που το γνώριζε πολύ καλά. Σε ηρωική μορφή του Κινήματος του Ναυτικού αναδείχτηκε ο απόστρατος ταγματάρχης Σπύρος Μουστακλής, ο οποίος βασανίστηκε απάνθρωπα στα μπουντρούμια του ΕΑΤ-ΕΣΑ για 47 ημέρες και έμεινε ανάπηρος.

Στις 25 Μαΐου 1973, το πολεμικό πλοίο «Βέλος», με κυβερνήτη τον Νίκο Παππά, έναν από τους πρωτεργάτες του κινήματος, αποχώρησε από την άσκηση του ΝΑΤΟ, που διεξαγόταν στα ανοικτά της Σαρδηνίας και κατέπλευσε στο Φιουμιτσίνο της Ιταλίας, όπου κυβερνήτης και πλήρωμα ζήτησαν πολιτικό άσυλο, ρίχνοντας με αυτό τον τρόπο την αυλαία του Κινήματος του Ναυτικού. Η ενέργειά του αυτή έλαβε μεγάλη δημοσιότητα διεθνώς και κατέδειξε ότι η αντίθεση στη Δικτατορία ήταν μεγάλη και μέσα στο στράτευμα.

Το σύνολο των συλληφθέντων στο Κίνημα του Ναυτικού ήταν 79 άτομα. Από αυτούς, οι 63 ήταν του Ναυτικού (60 εν ενεργεία και τρεις απόστρατοι), πέντε του Στρατού (τρεις απόστρατοι και δύο εν ενεργεία), πέντε της Αεροπορίας (εν ενεργεία) και έξι ιδιώτες. Όλοι τους αφέθηκαν ελεύθεροι έως τις 27 Αυγούστου 1973 και κανείς τους δεν οδηγήθηκε σε δίκη, αφού έλαβαν αμνηστία. Δεν συνέφερε τη Χούντα να αντιπαρατεθεί με έναν ολόκληρο Κλάδο των Ενόπλων Δυνάμεων.

Το Κίνημα του Ναυτικού μπορεί να απέτυχε οργανωτικά, αλλά πέτυχε πολιτικά. Διότι έκανε φανερό ότι το καθεστώς των Απριλιανών κλονίζεται στη βάση του, που ήταν οι Ένοπλες Δυνάμεις. Το καθεστώς Παπαδόπουλου προσπάθησε στη συνέχεια να δείξει ένα «φιλελεύθερο» πρόσωπο, αλλά μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου ανετράπη από τους σκληροπυρηνικούς στρατιωτικούς του Ιωαννίδη.

Πηγή: https://www.sansimera.gr

 

Άγιοι Κωνσταντίνος και Ελένη οι Ισαπόστολοι

Κάθε χρόνο στις 21 Μαΐου η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη του Ρωμαίου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Α’ του Μεγάλου και της μητέρας του Ελένης. Τους ονομάζει Ισαποστόλους για τις μεγάλες υπηρεσίες που πρόσφεραν στον Χριστιανισμό. Την ημέρα αυτή γιορτάζουν όσοι φέρουν το όνομα Κωνσταντίνος, Κωνσταντίνα, Ελένη και Έλενος.

Ο Κωνσταντίνος (272-337) βασίλεψε από το 306 έως τον θάνατό του. Με το διάταγμά του περί ανεξιθρησκείας (313) έπαψε τους διωγμούς κατά των χριστιανών, βοηθώντας έτσι την ακώλυτη άσκηση της λατρείας και την εξάπλωση της νέας θρησκείας. Το 325 συνεκάλεσε την Α’ Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια της Μικράς Ασίας και την προσφώνησε αυτοπροσώπως. Η σύνοδος αυτή είναι βασική στην πορεία του Χριστιανισμού, αφού καταδίκασε την αίρεση του Αρειανισμού και διαμόρφωσε το δόγμα του («Σύμβολο της Πίστεως»). Λίγο πριν από τον θάνατό του βαπτίστηκε χριστιανός.

Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία δεν τον έχει εντάξει στο Αγιολόγιό της, επειδή η ιστορική έρευνα του χρεώνει τη διαταγή για τη δολοφονία του γιου του Κρίσπου (από την πρώτη του γυναίκα Μινερβίνη) και της δεύτερης γυναίκας του Φαύστας (Κρίσπος και Φαύστα πρέπει να είχαν ερωτική σχέση, σύμφωνα τα νεώτερα ιστορικά δεδομένα). Αντίθετα, τιμούν τη μνήμη του, εκτός από την Ορθόδοξη Εκκλησία, η Αγγλικανική Εκκλησία και διάφορες Λουθηρανικές ομολογίες.

Η βασιλομήτωρ Ελένη (246/250 - 327/330) βρήκε τον Τίμιο Σταυρό στους Αγίους Τόπους και χρηματοδότησε την ανέγερση χριστιανικών ναών σε πολλά μέρη της αυτοκρατορίας. Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία τιμά τη μνήμη της στις 18 Αυγούστου.

Απολυτίκιο

Του Σταυρού σου τον τύπον εν ουρανώ θεασάμενος, και ως ο Παύλος την κλήσιν ουκ εξ ανθρώπων δεξάμενος, ο εν βασιλεύσιν, Απόστολός σου Κύριε, Βασιλεύουσαν πόλιν τη χειρί σου παρέθετο· ην περίσωζε δια παντός εν ειρήνη, πρεσβείαις της Θεοτόκου, μόνε Φιλάνθρωπε.

 

Η Μάχη της Κρήτης

Με την ονομασία αυτή έμεινε στην ιστορία η αεραποβατική επιχείρηση, που επιχείρησε η Ναζιστική Γερμανία κατά της Κρήτης στις 20 Μαΐου 1941 και η οποία έληξε δώδεκα μέρες μετά, την 1η Ιουνίου, με την κατάληψη της Μεγαλονήσου. Ήταν μία από τις σημαντικότερες μάχες του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, με πολλές πρωτιές σε επιχειρησιακό επίπεδο.

Η απόφαση για την επίθεση στην Κρήτη ελήφθη από το Χίτλερ στις 25 Απριλίου 1941, λίγες μέρες μετά την παράδοση της ηπειρωτικής Ελλάδας στις δυνάμεις του Άξονα, και έλαβε την κωδική ονομασία «Επιχείρηση Ερμής» («Unternehmen Merkur»). Ήταν αμυντική και όχι επιθετική επιχείρηση, όπως αποδείχθηκε αργότερα. Οι Γερμανοί είχαν ως στόχο να εξασφαλίσουν τα νοτιοανατολικά τους νώτα, ενόψει της Επιχείρησης Μπαρμπαρόσα (Εκστρατεία στη Ρωσία) και να εξορμήσουν στη Βόρεια Αφρική, με εφαλτήριο την Κρήτη, όπως πίστευαν οι Σύμμαχοι.

Τις παραμονές της επίθεσης, οι Σύμμαχοι είχαν τακτικό πλεονέκτημα σε ξηρά και θάλασσα, ενώ οι Γερμανοί στον αέρα. Έτσι, το γερμανικό επιτελείο αποφάσισε να διεξαγάγει την επιχείρηση από αέρος με τη χρησιμοποίηση δυνάμεων αλεξιπτωτιστών σε ευρεία κλίμακα, για πρώτη φορά στην παγκόσμια στρατιωτική ιστορία. Επικεφαλής των γερμανικών δυνάμεων τέθηκε ο πτέραρχος Κουρτ Στούντεντ, 51 ετών, βετεράνος πιλότος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Είχε στη διάθεσή του 1190 αεροπλάνα (πολεμικά και μεταγωγικά) και 29.000 άνδρες (αλεξιπτωτιστές και πεζικάριους), ενώ οι Ιταλοί θα συνεισέφεραν 3.000 στρατιώτες.

Την Κρήτη υπερασπίζονταν όσοι έλληνες στρατιώτες είχαν παραμείνει στο νησί και δυνάμεις της Βρετανικής Κοινοπολιτείας (Βρετανοί, Αυστραλοί και Νεοζηλανδοί στρατιωτικοί), που είχαν διεκπεραιωθεί από την κατεχόμενη Ελλάδα. Το γενικό πρόσταγμα είχε ο νεοζηλανδός στρατηγός Μπέρναρντ Φράιμπεργκ, 52 ετών, βετεράνος και αυτός του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Οι υπερασπιστές της Μεγαλονήσου ανήρχοντο σε περίπου 40.000, αλλά είχαν ανεπαρκή και απαρχαιωμένο οπλισμό, ιδίως οι Έλληνες.

Στην περιοχή των Χανίων είχε εγκατασταθεί ο Βασιλιάς Γεώργιος Β' και η εξόριστη Ελληνική Κυβέρνηση υπό τον Εμμανουήλ Τσουδερό. Οι Σύμμαχοι γνώριζαν με μεγάλες λεπτομέρειες το γερμανικό σχέδιο επίθεσης, αφού είχαν κατορθώσει για πρώτη φορά να σπάσουν του γερμανικό κώδικα επικοινωνιών («Επιχείρηση Αίνιγμα»). Όμως, το πλεονέκτημα αυτό δεν το εκμεταλλεύτηκαν, εξαιτίας των διαφωνιών του Φράιμπεργκ με τους ανωτέρους του στο Λονδίνο. Οι Αμερικανοί δεν είχαν εισέλθει ακόμη στον Πόλεμο.

Η γερμανική επίθεση εκδηλώθηκε στις 8 το πρωί της 20ης Μαΐου 1941, με τη ρίψη αλεξιπτωτιστών σε δύο μέτωπα: στο αεροδρόμιο του Μάλεμε και στην ευρύτερη περιοχή των Χανίων. Τα πρώτα κύματα των αλεξιπτωτιστών ήταν εύκολη λεία για τους Νεοζηλανδούς και τους Έλληνες που υπεράσπιζαν το Μάλεμε. Στις μάχες έλαβε μέρος και μεγάλος αριθμός αμάχων με ό,τι όπλο είχε στη διάθεσή του, από μαχαίρια ως όπλα από την εποχή της Κρητικής Επανάστασης.

Οι Γερμανοί δεν υπολόγισαν τη συμμετοχή αμάχων στις επιχειρήσεις

Η συμμετοχή χιλιάδων αμάχων στις επιχειρήσεις ήταν ένας παράγων που δεν είχαν υπολογίσει οι γερμανοί σχεδιαστές της επιχείρησης. Πίστευαν ότι οι Κρητικοί, γνωστοί για τα αντιμοναρχικά τους αισθήματα, θα υποδέχονταν τους Γερμανούς ως ελευθερωτές. Μία ακόμη λανθασμένη εκτίμηση της γερμανικής αντικατασκοπείας υπό τον ναύαρχο Βίλχελμ φον Κανάρις ήταν ο αριθμός των μαχητών στην Κρήτη, τους οποίους υπολόγιζαν σε μόνο 5.000 άνδρες.

Στις 4 το απόγευμα της 20ης Μαΐου ένα νέο κύμα αλεξιπτωτιστών έπεσε στο Ρέθυμνο και μία ώρα αργότερα στο Ηράκλειο. Τώρα, οι μάχες διεξάγονταν σε τέσσερα μέτωπα: Χανιά, Μάλεμε, Ρέθυμνο και Ηράκλειο. Η πρώτη μέρα της Μάχης της Κρήτης έληξε με μεγάλες απώλειες για τους Γερμανούς και αβέβαια έκβαση. Ο διοικητής των γερμανικών δυνάμεων, πτέραρχος Κουρτ Στούτεντ, απογοητευμένος από την εξέλιξη των επιχειρήσεων, σκέφθηκε ακόμη και την αυτοκτονία, αναλογιζόμενος την υπόσχεση που είχε δώσει στον Φύρερ για μια εύκολη νίκη. Το βράδυ της ίδιας μέρας, μετά από μεγάλες περιπέτειες, ο βασιλιάς Γεώργιος Β' και η εξόριστη ελληνική κυβέρνηση μεταφέρθηκαν με βρετανικό πολεμικό στην Αίγυπτο.

Από τα ξημερώματα της 21ης Μαΐου οι μάχες συνεχίσθηκαν με ιδιαίτερη σφοδρότητα και στα τέσσερα μέτωπα. Οι Γερμανοί επικεντρώθηκαν στην κατάληψη του αεροδρομίου του Μάλεμε, όπως ήταν ο πρωταρχικός τους στόχος και τα κατάφεραν προς το τέλος της ημέρας. Επωφελήθηκαν από την ασυνεννοησία στις τάξεις των Συμμάχων, αλλά υπέστησαν και πάλι μεγάλες απώλειες. Ανάμεσα στους γερμανούς αλεξιπτωτιστές που κατέλαβαν το Μέλεμε ήταν μια μεγάλη προσωπικότητα του αθλητισμού και της πυγμαχίας, ο πρώην παγκόσμιος πρωταθλητής βαρέων βαρών Μαξ Σμέλινγκ, 36 ετών, που έφερε το βαθμό του δεκανέα.

Η κατάληψη του αεροδρομίου ήταν στρατηγικής σημασίας για την εξέλιξη των επιχειρήσεων. Οι Γερμανοί άρχισαν να μεταφέρουν μεγάλες δυνάμεις από την Ελλάδα και με τον σύγχρονο οπλισμό που διέθεταν ήταν θέμα χρόνου η κυριαρχία τους στη Μεγαλόνησο. Στις 28 Μαΐου οι Γερμανοί είχαν απωθήσει τις συμμαχικές δυνάμεις προς τα νότια, καθιστώντας τον αγώνα τους μάταιο. Έτσι, το Λονδίνο αποφάσισε την απόσυρση των δυνάμεων της Κοινοπολιτείας από την Κρήτη και τη μεταφορά τους στην Αίγυπτο. Όσες μονάδες δεν τα κατάφεραν, παραδόθηκαν στους Γερμανούς. Πολλοί Έλληνες μαχητές και μαζί τους 500 Βρετανοί ανέβηκαν στα απρόσιτα βουνά της Κρήτης για να συνεχίσουν τον αγώνα. Την 1η Ιουνίου, με την παράδοση 5.000 μαχητών στα Σφακιά, έπεσε η αυλαία της Μάχης της Κρήτης.

Οι απώλειες για τους Συμμάχους ήταν: 3.500 νεκροί, 1.900 τραυματίες και 17.500 αιχμάλωτοι. Οι Γερμανοί, σύμφωνα με δικά τους στοιχεία, είχαν 3.986 νεκρούς και αγνοούμενους, 2.594 τραυματίες, ενώ έχασαν 370 αεροπλάνα. Σύμφωνα, όμως, με συμμαχικούς υπολογισμούς, οι γερμανικές απώλειες ξεπέρασαν τις 16.000.

Η Μάχη στην Κρήτη ονομάστηκε και «Νεκροταφείο των γερμανών αλεξιπτωτιστών», εξαιτίας των μεγάλων απωλειών τους, γεγονός που ανάγκασε τον Χίτλερ να διατάξει τον τερματισμό κάθε αεραποβατικής επιχείρησης στο μέλλον. Από την πλευρά τους, οι Σύμμαχοι εντυπωσιάστηκαν από τις μεγάλες δυνατότητες των αλεξιπτωτιστών στη μάχη και δημιούργησαν τις δικές τους αεραποβατικές δυνάμεις.

Πηγή: https://www.sansimera.gr

 

Περισσότερα Άρθρα...

Εγγραφείτε προκειμένου να λαμβάνετε δωρεάν ειδοποιήσεις όταν έχουμε νεότερες πληροφορίες.