510 New Articles

Το πραξικόπημα Κονδύλη και η παλινόρθωση της μοναρχίας

Με τη σύμπραξη των αρχηγών των Ενόπλων Δυνάμεων, ο υπουργός Στρατιωτικών Γεώργιος Κονδύλης ανατρέπει την κυβέρνηση Τσαλδάρη, στις 10 Οκτωβρίου 1935 και καταργεί το καθεστώς της αβασίλευτης δημοκρατίας στην Ελλάδα. Είναι ένα ακόμα επεισόδιο στη διαμάχη βενιζελικών και αντιβενιζελικών, με πρωταγωνιστή αυτή τη φορά ένα βενιζελικό, που είχε αλλάξει στρατόπεδο.

Στις αρχές του 1935 την Ελλάδα κυβερνούσαν η αντιβενιζελική παράταξη με επικεφαλής το Λαϊκό Κόμμα και με πρωθυπουργό τον μετριοπαθή κορίνθιο πολιτικό Παναγή Τσαλδάρη. Την 1η Μαρτίου, βενιζελικοί αξιωματικοί με την κάλυψη του Ελευθερίου Βενιζέλου, επιχείρησαν να ανατρέψουν την κυβέρνηση για να προστατέψουν το καθεστώς της Δημοκρατίας, όπως διατείνονταν. Το κίνημα κατεστάλη εύκολα από τον υπουργό Στρατιωτικών, Γεώργιο Κονδύλη, που επανήλθε στην ενεργό υπηρεσία με το βαθμό του αντιστρατήγου και με αυξημένες αρμοδιότητες. Στη συνέχεια εξαπολύθηκε πογκρόμ διώξεων και αποτάξεων βενιζελικών αξιωματικών, ενώ τρεις εκτελέστηκαν. Ο δρόμος για την παλινόρθωση της βασιλείας ήταν πλέον ανοιχτός.

Ο Τσαλδάρης προκήρυξε εκλογές για τις 9ης Ιουνίου, στις οποίες θριάμβευσε, καθώς απείχαν οι βενιζελικοί. Ο Κονδύλης ανέβαλε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Στρατιωτικών. Σχεδόν αμέσως τέθηκε ζήτημα αλλαγής του πολιτεύματος και συγκεκριμένα η επαναφορά της βασιλείας. Η «αντιβενιζελική» παράταξη χωρίστηκε σε τρία στρατόπεδα: Μία μερίδα ευνοούσε πραξικοπηματική επαναφορά του βασιλιά, μία άλλη ήθελε να ρίξει το βάρος της απόφασης στο λαό με τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος και μία τρίτη ευνοούσε τη διατήρηση της αβασίλευτης δημοκρατίας. Ο Τσαλδάρης προτιμούσε τη λύση του δημοψηφίσματος, αλλά δεν βιαζόταν να πάρει απόφαση. Απεναντίας, ο Κονδύλης, που είχε εξελιχθεί σ’ ένα όψιμο οπαδό της βασιλείας, πίεζε για άμεση λύση, επειδή φοβόταν την επιρροή του Ιωάννη Μεταξά στο στράτευμα.

Στις 10 Ιουλίου, η Βουλή ενέκρινε ψήφισμα, με το οποίο αποφασιζόταν η διενέργεια δημοψηφίσματος για το πολιτειακό έως τις 15 Νοεμβρίου. Με την έγκριση του ψηφίσματος, η Βουλή διέκοψε τις εργασίες της έως τις 10 Οκτωβρίου. Τον Αύγουστο, ο Τσαλδάρης ήλθε σε επαφή με τον εξόριστο από το 1924 βασιλιά Γεώργιο Β’, ο οποίος διαμήνυσε στον κυβερνητικό απεσταλμένο, υπουργό Οικονομικών Γεώργιο Πεσμαζόγλου, ότι αποκλείει κάθε πραξικοπηματική αλλαγή του καθεστώτος, δηλώνοντας κατηγορηματικά ότι θα επέστρεφε στην Ελλάδα μόνο εάν τον καλούσε ο λαός. Ο Πεσμαζόγλου είδε και τον Βενιζέλο στο Παρίσι και σχημάτισε την εντύπωση ότι ο μεγάλος κρητικός πολιτικός δεν ήταν αντίθετος με την παλινόρθωση της βασιλείας, αρκεί ο Γεώργιος να επέστρεφε ως βασιλιάς των Ελλήνων και όχι ως αρχηγός κόμματος.

Στις 10 Οκτωβρίου, ημέρα που θα ξεκινούσε τις εργασίες της η νέα Βουλή, μία δυσάρεστη έκπληξη περίμενε τον πρωθυπουργό Παναγή Τσαλδάρη. Οι αρχηγοί των τριών όπλων – στρατηγός Αλέξανδρος Παπάγος, ναύαρχος Δημήτριος Οικονόμου και στρατηγός της Αεροπορίας Γεώργιος Ρέππας – έχοντας την κάλυψη του Κονδύλη, τον εξαναγκάζουν σε παραίτηση, μπλοκάροντας το αυτοκίνητό του που εκινείτο στη Λεωφόρο Κηφισίας, στο ύψος του Γηροκομείου.

Οι τρεις αρχηγοί συγκροτούν «Επαναστατική Επιτροπή» κι εκδίδουν προκήρυξη προς τον ελληνικό λαό, στην οποία αναφέρουν, μεταξύ άλλων, ότι «οι εκπροσωπούντες τας Στρατιωτικάς, Ναυτικάς και Αεροπορικάς Δυνάμεις της Χώρας αισθανόμενοι πλέον καθαρώς τους κινδύνους της αναρχίας κρούοντας την θύραν του Έθνους ημών εθεώρησαν ιερόν καθήκον να επέμβουν δια την λύσιν της ολεθρίας καταστάσεως».

Ο ιθύνων νους του πραξικοπήματος Γεώργιος Κονδύλης χρίζεται αντιβασιλέας και αναλαμβάνει την πρωθυπουργία. Την ίδια ημέρα, οι πραξικοπηματίες αναγκάζουν τη Βουλή να καταργήσει το καθεστώς της αβασιλεύτου δημοκρατίας και να αποφασίσει τη διενέργεια δημοψηφίσματος στις 3 Νοεμβρίου για την παλινόρθωση της βασιλείας. Στη συνεδρίαση συμμετείχαν μόνο 82 βουλευτές, αφού οι υπόλοιποι 165 με επικεφαλής τον Τσαλδάρη είχαν αποχωρήσει.

Στις 3 Νοεμβρίου, ο ελληνικός λαός αποφάσισε με το 97,8% των ψήφων την παλινόρθωση της βασιλείας, σ’ ένα δημοψήφισμα, όπου η νοθεία ξεπέρασε κάθε προηγούμενο, όπως δείχνει και το αποτέλεσμα. Στις 25 Νοεμβρίου, ο Γεώργιος Β’ επανήλθε στην Ελλάδα και πέντε ημέρες αργότερα συγκρούστηκε με τον Κονδύλη για την αμνήστευση των κινηματιών του Μαρτίου. Ο Κονδύλης διαφώνησε και παραιτήθηκε από την πρωθυπουργία.

Η ανώμαλη πολιτικά περίοδος τερματίσθηκε στις 26 Ιανουαρίου 1936 με τη διενέργεια εκλογών, κατά τις οποίες το ΚΚΕ έγινε ο ρυθμιστής της κατάστασης.

Εφημερίδα «Απόλλων»

Δισεβδομαδιαία εφημερίδα της Ύδρας, «πολιτική και φιλολογική», που ασκούσε αδιάλλακτη αντιπολίτευση στον Ιωάννη Καποδίστρια, κατά την τελευταία περίοδο της διακυβέρνησης του.

Ο «Απόλλων» εκδιδόταν σε μεσαίο σχήμα τεσσάρων σελίδων, από τις 11 Μαρτίου ως τις 9 Οκτωβρίου 1831, από τον λόγιο Αναστάσιο Πολυζωίδη (1802-1873), πολιτικό φίλο του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου και ένθερμο υποστηρικτή των δημοκρατικών και συνταγματικών θεωριών της Ιουλιανής Επανάστασης του 1830 στη Γαλλία. Πρόκειται για τον μετέπειτα δικαστικό, που δίκασε τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη το 1834 και αρνήθηκε να επικυρώσει τη θανατική του καταδίκη, με αποτέλεσμα να υποστεί διώξεις και ο ίδιος.

Πολιτικός σύμβουλος του εκδότη ήταν ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και συνεργάτες σπουδαία ονόματα της εποχής εκείνης, όπως ο λόγιος κληρικός Θεόκλητος Φαρμακίδης, ο πολιτικός και διπλωμάτης Κωνσταντίνος Ζωγράφος και ο ρομαντικός ποιητής Παναγιώτης Σούτσος. Παράλληλα, η εφημερίδα αναδημοσίευε και αντικαποδιστριακά κείμενα ξένων εφημερίδων, ιδίως αγγλικών, που μεταφράζονταν από τον Σκώτο φιλέλληνα Εδουάρδο Μάσσων (Edward Masson), που αργότερα ήλθε σε αντιπαράθεση με τον Πολυζωίδη, ως εισαγγελέας στη δίκη Κολοκοτρώνη.

Ο «Απόλλων» επρόκειτο αρχικά να εκδοθεί στο Ναύπλιο, όπου στις 9 Δεκεμβρίου 1830 κυκλοφόρησε προκήρυξη που διαφήμιζε την έκδοση της εφημερίδας για την Πρωτοχρονιά του 1831. Λίγες ημέρες νωρίτερα, ο Πολυζωίδης κλήθηκε από τον Βιάρο Καποδίστρια, ο οποίος του συνέστησε να αναβάλει την έκδοση της εφημερίδας. Ο Πολυζωίδης επέμενε στην έκδοση της εφημερίδας, αλλά την ώρα που τυπωνόταν το πρώτο φύλλο της, η αστυνομία εμπόδισε την έκδοση, κατάσχοντας όσα αντίτυπα είχαν ήδη εκτυπωθεί, καθώς και τα τυπογραφικά μηχανήματα.

Ο Πολυζωίδης κατέφυγε τότε στην Ύδρα και με την ένοπλη υποστήριξη των «συνταγματικών» που είχαν καταφύγει εκεί, εξασφάλισε την απρόσκοπτη έκδοση της εφημερίδας του. Από τα πρώτα του κιόλας φύλλα, ο «Απόλλων» άσκησε σφοδρή πολεμική κατά της κυβέρνησης και του Καποδίστρια προσωπικά. Στο κύριο άρθρο του 4ου φύλλου τονιζόταν ότι κύριος σκοπός της εφημερίδας ήταν η αναγγελία «εις όλον τον φωτισμένον κόσμον, μάλιστα δ’ εις την Ευρώπην και εις αυτούς τους μεγαλοδυνάμους προστάτας, ότι το ελληνικόν έθνος δεν επιθυμεί άλλως να κυβερνάται ειμή συνταγματικώς». Ως έμβλημα της εφημερίδας υπήρχαν από το 6ο φύλλο κάτω από τον τίτλο οι λέξεις: «Εθνική Συνέλευσις! Σύνταγμα!». Από τον Ιούνιο του 1831 άρχισε να δημοσεύει αναφορές —πλαστές στην πλειονότητά τους— με τις οποίες οι κάτοικοι διαφόρων επαρχιών, ζητούσαν από τον Καποδίστρια να συγκαλέσει την Εθνοσυνέλευση, με σκοπό τη σύνταξη Συντάγματος.

Οι προσπάθειες του Καποδίστρια να παρεμποδίσει την έκδοση και την κυκλοφορία του «Απόλλωνος» απέτυχαν, παρότι στις 26 Απριλίου 1831 εξέδωσε τον πρώτο νόμο περί Τύπου στην Ελλάδα, με πολλά βάρη για την ελευθεροτυπία. Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα η εφημερίδα του Πολυζωίδη εξελίχθηκε σε αδιάλλακτο αντιπολιτευτικό όργανο, που προπαγάνδιζε ανοιχτά την εξέγερση κατά του Κυβερνήτη. Στην εφημερίδα θα πρέπει να αποδοθεί σημαντικό μέρος της ευθύνης για τη διάδοση του πνεύματος εμπάθειας ανάμεσα στα αντιμαχόμενα μέρη, που οδήγησε στα τραγικά γεγονότα του Αυγούστου και του Σεπτεμβρίου 1831. Στο φύλλο της 30ης Σεπτεμβρίου 1831 αναγγέλλεται ο φόνος του Καποδίστρια και εξαίρεται ο πατριωτισμός των φονέων του, τους οποίους δικαιολογεί για την πράξη τους.

Λίγες ημέρες αργότερα και συγκεκριμένα στις 9 Οκτωβρίου 1831 θα κυκλοφορήσει το τελευταίο φύλλο του «Απόλλωνα», στο οποίο ο εκδότης του δηλώνει: «Παύομεν την έκδοσιν της εφημερίδος μας, επειδή απολαύσαμεν τον σκοπόν μας- ο τύραννος δεν υπάρχει πλέον».

 

Η Ναυμαχία του Ναβαρίνου

Μετά την πτώση της Ακρόπολης (24 Μαΐου 1827) η Επανάσταση του '21 έπνεε τα λοίσθια. Στην Ηπειρωτική Ελλάδα είχε κατασταλεί και μόνο στο ανατολικό τμήμα της Πελοποννήσου παρέμενε ζωντανή. Κι εκεί, όμως, απειλείτο από τον Ιμπραήμ, που σκόπευε να εκστρατεύσει κατά του Ναυπλίου και της Ύδρας.

Σε αυτή τη δύσκολη στιγμή για την Ελλάδα, η ευρωπαϊκή διπλωματία άλλαξε στάση και άρχισε να διάκειται ευμενώς προς την Επανάσταση. Συνέβαλε σε αυτό και ο νέος Υπουργός Εξωτερικών της Αγγλίας Γεώργιος Κάνινγκ, που έδωσε μια πιο φιλελεύθερη τροπή στην εξωτερική πολιτική της Γηραιάς Αλβιόνας. Έτσι, στις 24 Ιουνίου 1827 υπογράφτηκε στο Λονδίνο συνθήκη μεταξύ Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας, που καθόριζε τα της ανεξαρτησίας της Ελλάδας.

Σύμφωνα με τη συνθήκη, ιδρυόταν ελληνικό κράτος υπό την επικυριαρχία του Σουλτάνου, με σύνορα τον Αμβρακικό και τον Παγασητικό Κόλπο. Στη Συνθήκη Ειρηνεύσεως της Ελλάδος υπήρχε κι ένα μυστικό άρθρο, που προέβλεπε την επέμβαση των τριών δυνάμεων, εάν οι δύο εμπόλεμοι δεν δέχονταν τους όρους της σύμβασης.

Προς τούτο, ο αγγλικός στόλος υπό τον αντιναύαρχο Κόδριγκτον, ο γαλλικός υπό τον υποναύαρχο Δεριγνύ και ο ρωσικός υπό τον υποναύαρχο Χέυδεν, κατέπλευσαν στην Πελοπόννησο για να επιβάλουν την κατάπαυση των εχθροπραξιών. Η ελληνική πλευρά δέχτηκε με προθυμία την πρόταση των τριών Συμμάχων, ενώ ο Σουλτάνος δυσανασχέτησε και απέκρουσε οποιαδήποτε επέμβαση στην επικράτειά του.

Ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος, υπό τους Ταχίρ Πασά, Μουχαρέμ Μπέη και Μουσταφά Μπέη, πρόλαβε να προσορμισθεί στη λιμνοθάλασσα του Ναβαρίνου (σημερινή Πύλος), προτού προλάβει ο Δεριγνύ να τον εμποδίσει. Στόχος, τώρα, των τριών ναυάρχων ήταν να παρεμποδίσουν τη μεταφορά αιγυπτιακών στρατευμάτων σε άλλες περιοχές της Πελοποννήσου. Στις 7 Σεπτεμβρίου 1827 ο Κόδριγκτον, που είχε το γενικό πρόσταγμα, διαμήνυσε στον Ιμπραήμ ότι ο στόλος του βρισκόταν εκεί για να επιβάλει ανακωχή και τον προειδοποίησε ότι τυχόν άρνησή του θα τον υποχρέωνε να την επιβάλει δια της βίας.

Ο Ιμπραήμ, που συνέχιζε με αμείωτη ένταση τις στρατιωτικές επιχειρήσεις του στην Πελοπόννησο, πήρε μάλλον αψήφιστα την απειλή του Κόδριγκτον και τις επόμενες μέρες δύο μοίρες του τουρκοαιγυπτιακού στόλου εξήλθαν από το Ναβαρίνο με κατεύθυνση την Ύδρα και την Πάτρα. Εμποδίστηκαν, όμως, από τον συμμαχικό στόλο και αναγκάσθηκαν να προσορμιστούν και πάλι στο Ναβαρίνο.

Οι παρασπονδίες του Ιμπραήμ ανάγκασαν τους τρεις ναυάρχους να αλλάξουν γραμμή πλεύσης. Αποφάσισαν τα πλοία τους να εισπλεύσουν στον κόλπο του Ναβαρίνου για να επιτηρούν αποτελεσματικότερα τις κινήσεις του τουρκοαιγυπτιακού στόλου, που τον αποτελούσαν συνολικά 89 σκάφη και 41 μεταγωγικά, από τα οποία τα 8 αυστριακά. Η συμμαχική δύναμη ήταν αριθμητικά πολύ μικρότερη. Αποτελείτο από 12 βρετανικά πλοία με επικεφαλής τη ναυαρχίδα Ασία, 7 γαλλικά με ναυαρχίδα τη φρεγάτα Σειρήνα και 8 ρωσικά με ναυαρχίδα το πλοίο Αζόφ.

Το μεσημέρι της 8ης Οκτωβρίου τα πλοία του συμμαχικού στόλου άρχισαν να εισπλέουν στον κόλπο του Ναβαρίνου, με επικεφαλής την αγγλική ναυαρχίδα Ασία. Ο Κόδριγκτον ήλπιζε ότι έστω και την τελευταία στιγμή ο Ιμπραήμ θα έσπευδε να συμφωνήσει με την προτεινόμενη ανακωχή. Αντί απάντησης, οι Αιγύπτιοι πέρασαν στη δράση και άρχισαν τους πυροβολισμούς κατά της αγγλικής λέμβου, την οποία είχε στείλει με λευκή σημαία ο Κόδριγκτον προς συνεννόηση, με αποτέλεσμα να φονευθεί ο έλληνας πηδαλιούχος της Πέτρος Μικέλης. Ταυτόχρονα, εκανονιοβολούντο η αγγλική και η γαλλική ναυαρχίδα.

Ο Κόδριγκτον, μη έχοντας άλλη λύση, έδωσε το παράγγελμα της επίθεσης. Παρά την αριθμητική υπεροχή του τουρκοαιγυπτιακού στόλου και τη βοήθεια των πυροβολείων της Σφακτηρίας (το νησάκι που σχεδόν φράζει τον κόλπο του Ναβαρίνου), η ναυμαχία αμέσως έκλινε υπέρ του συμμαχικού στόλου, που είχε μεγαλύτερη δύναμη πυρός. Γύρω στις 6 το απόγευμα, η λιμνοθάλασσα είχε γεμίσει από τα κατεστραμμένα πλοία του τουρκοαιγυπτιακού στόλου. 12 φρεγάτες, 22 κορβέτες και 25 μικρότερα πλοία είχαν βυθισθεί, ενώ 6.000 άνδρες σκοτώθηκαν ή πνίγηκαν. Οι Σύμμαχοι έχασαν 172 άνδρες, ενώ οι τραυματίες ανήλθαν σε περίπου 500. Δύο πλοία καταστράφηκαν ολοσχερώς και αρκετά υπέστησαν εκτεταμένες ζημίες.

Η είδηση για τη ναυμαχία έτυχε διαφορετικής υποδοχής στις πρωτεύουσες των δυνάμεων που συμμετείχαν στην επιχείρηση. Στο Λονδίνο ο πρωθυπουργός δούκας του Ουέλινγκτον χαρακτήρισε τη ναυμαχία «ατυχές και απαίσιο γεγονός», ενώ μία μερίδα πολιτικών υποστήριξε ότι ο Κόδριγκτον έπρεπε να παραπεμφθεί στο ναυτοδικείο για ανυπακοή, επειδή δεν είχε εντολή να δράσει. Αντίθετα, στο Παρίσι και τη Μόσχα η είδηση προκάλεσε μεγάλο ενθουσιασμό. Ο εμπνευστής της Ιεράς Συμμαχίας και μέγας εχθρός της Ελληνικής Επανάστασης πρίγκηπας Μέτερνιχ χαρακτήρισε την καταστροφή του τουρκοαιγυπτιακού στόλου ως «αρχή της βασιλείας του χάους».

Η Ναυμαχία του Ναβαρίνου σήμανε την ελευθερία της Ελλάδας, παρά τη συνεχιζόμενη σφοδρή άρνηση του Σουλτάνου. Οι τρεις δυνάμεις επέβαλαν τελικά τη θέλησή τους και μέχρι τις 12 Σεπτεμβρίου 1829 που δόθηκε η τελευταία μάχη του Αγώνα στην Πέτρα της Βοιωτίας, το ελληνικό κράτος είχε σχηματισθεί με βόρεια σύνορα τη γραμμή Αμβρακικού - Παγασητικού.

Η Ναυμαχία της Ναυπάκτου

Από τις μεγαλύτερες ναυμαχίες όλων εποχών, τόσο για τον αριθμό των σκαφών που ενεπλάκησαν, όσο και για την τακτική που εφαρμόστηκε. Έλαβε χώρα στις 7 Οκτωβρίου 1571 στην ευρύτερη περιοχή της Ναυπάκτου (τότε Λέπαντο), με αντιπάλους τα χριστιανικά κράτη της Δύσης και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Έληξε την ίδια μέρα, με θριαμβευτική επικράτηση των Δυτικών.

Η κυριαρχία των Οθωμανών στη Μεσόγειο μετά και την κατάκτηση της Κύπρου (1571) τροφοδότησε τις επεκτατικές τους διαθέσεις προς δυσμάς. Τα χριστιανικά κράτη αφυπνίστηκαν, παραμέρισαν για λίγο τις διαφορές τους και με πρωτοβουλία του Πάπα Πίου Ε' συγκρότησαν στις 25 Μαΐου 1571 τον «Ιερό Αντιτουρκικό Συνασπισμό (Sacra Liga Antiturca). Τον αποτελούσαν η Ισπανία, η Βενετία, η Γένουα, το Παπικό Κράτος, η Σαβοΐα, η Μάλτα και άλλες μικρότερες πόλεις της ιταλικής χερσονήσου. Αποφασίστηκε η συγκρότηση στόλου και η αποστολή του στην ανατολική Μεσόγειο.

H ναυτική δύναμη, με επικεφαλής τον νεαρό ισπανό πρίγκηπα Δον Χουάν της Αυστρίας, συγκεντρώθηκε στη Μεσίνα της Σικελίας και με τις ευλογίες του Πάπα απέπλευσε στις 16 Σεπτεμβρίου 1571. Δέκα μέρες αργότερα, ο στόλος έφθασαν στην Κεφαλλονιά, όπου πραγματοποίησε τις τελευταίες του προετοιμασίες, ενόψει της αναμέτρησής του με τον Οθωμανικό, που ναυλοχούσε στη Ναύπακτο.

Ο συμμαχικός στόλος αριθμούσε 210 γαλέρες, 30 φρεγάτες, 24 μεταφορικά πλοία και άλλα μικρότερα πλοία συνοδείας. Τα πληρώματα των πλοίων έφθαναν τους 38.000 άνδρες, από τους οποίους οι 15.000 ήταν Έλληνες από τα νησιά του Ιονίου και την Κρήτη. Πλούσιοι Έλληνες είχαν εξοπλίσει πλοία και βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή της επιχείρησης, όπως ο κερκυραίος Στυλιανός Χαλικιόπουλος, ο ζακυνθινός Μαρίνος Σιγούρος και ο κρητικός Μανούσος Θεοτοκόπουλος (αδελφός του ζωγράφου Δομήνικου Θεοτοκόπουλου).

Ο Οθωμανικός στόλος με επικεφαλής τον Μουεζίν Ζαντέ Αλή Πασά είχε 210 γαλέρες και 50 άλλα πλοία συνοδείας. Τα πληρώματα έφθαναν τους 47.000 άνδρες, από τους οποίους 15.000 ήταν Έλληνες βίαια στρατολογημένοι. Υπολειπόταν σε δύναμη πυρός και ηθικό, καθώς τα πληρώματα μάχονταν για πολύ καιρό και ήταν εξουθενωμένα. Η τουρκική αρμάδα ήταν αποκλειστικά κωπήλατη, ενώ ο συμμαχικός στόλος διέθετε και ιστιοφόρα πλοία, που ήταν το νέο στοιχείο της ναυτικής μάχης.

Η αποφασιστική αναμέτρηση δόθηκε στις εκβολές του Αχελώου ποταμού, κοντά στα νησάκια Εχινάδες, στις 7 Οκτωβρίου 1571, αλλά έμεινε στην ιστορία ως Ναυμαχία της Ναυπάκτου. Από το πρωί έως αργά το απόγευμα η σύγκρουση διεξαγόταν με τρομερή ένταση. Ο αγώνας σε ορισμένες φάσεις μεταφέρθηκε από κατάστρωμα σε κατάστρωμα και γινόταν σώμα με σώμα.

Ο χριστιανικός στόλος με αρτιότερο οπλισμό και καλύτερη τακτική νίκησε κατά κράτος τον αντίπαλό του, που ήταν σχεδόν αήττητος μέχρι τότε. Με τα λόγια του συγγραφέα του «Δον Κιχώτη» Μιγκέλ ντε Θερβάντες, που πήρε μέρος στη ναυμαχία κι έχασε το αριστερό του χέρι: «Ήταν η πιο μεγαλόπρεπη στιγμή που γνώρισαν οι περασμένοι ή τούτοι οι σημερινοί καιροί, ή που θα δούνε οι μελλούμενοι».

Η Οθωμανική πλευρά κατόρθωσε να διασώσει μόλις 50 πλοία, ενώ οι απώλειες σε έμψυχο δυναμικό ανήλθαν σε 20.000 νεκρούς, ανάμεσά τους ο Μουεζίν Ζαντέ Αλή Πασάς, ο αιγύπτιος αρχηγός Μεχμέτ Σιρόκο και 160 μπέηδες. Οι σύμμαχοι έχασαν 8.000 άνδρες, μεταξύ αυτών και ο βενετός ναύαρχος Αγκοστίνο Μπαρμπαρίγκο, και μόλις 20 γαλέρες. Βαρύς ήταν και ο φόρος που πλήρωσε το ελληνικό στοιχείο. Οι ιστορικοί υπολογίζουν ότι το 30-40% των νεκρών πρέπει να ήταν Έλληνες, αν υπολογίσουμε τη σύνθεση των πληρωμάτων και των δύο πλευρών. Πάντως, αρκετοί Έλληνες που είχαν στρατολογηθεί δια της βίας από τους Οθωμανούς, απέκτησαν την ελευθερία τους.

Η νίκη των συμμάχων χαιρετίστηκε με ενθουσιασμό στη Δύση. Μεγάλοι ζωγράφοι της εποχής, όπως ο Τιντορέτο, ο Τιτσιάνο και ο Βερονέζε, απαθανάτισαν με έργα τους σκηνές της ναυμαχίας, ενώ ο Ελ Γκρέκο φιλοτέχνησε το πορτρέτο του μεγάλου νικητή, Δον Χουάν της Αυστρίας.

Η συντριβή των Οθωμανών μπορεί να ανέκοψε την επεκτατική πολιτική της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας προς την Ευρώπη, δεν έφερε όμως τα επιθυμητά αποτελέσματα για τα χριστιανικά κράτη της Δύσης. Ο διακαής τους πόθος για την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης δεν πραγματοποιήθηκε, εξαιτίας των μεταξύ τους ανταγωνισμών, που επέτρεψε στον σουλτάνο να διατηρήσει την κυριαρχία του στη Μεσόγειο για πολύ καιρό ακόμη.

Για τους υπόδουλους Έλληνες η νίκη των συμμάχων ήταν μια χαραμάδα ελπίδας για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού. Επαναστάτησαν πολλές περιοχές (Μάνη, Πάτρα, Αίγιο, Γαλαξίδι, Πάργα, Ηγουμενίτσα, Βόνιτσα, Άνδρος, Πάρος, Νάξος), αλλά χωρίς αποτέλεσμα.

Πηγή: https://www.sansimera.gr

Περισσότερα Άρθρα...

Join Radio

Εγγραφείτε προκειμένου να λαμβάνετε δωρεάν ειδοποιήσεις όταν έχουμε νεότερες πληροφορίες.