373 New Articles

Κλεοπάτρα 69 – 30 π.Χ.

Διάσημη βασίλισσα της Αιγύπτου, ονομαστή για την ομορφιά, το πνεύμα και την τόλμη της, που δοξάστηκε από την ιστορία και τη λογοτεχνία. Υπήρξε η τελευταία Φαραώ της Αιγύπτου και η τελευταία ηγεμών της Μακεδονικής δυναστείας των Πτολεμαίων, που κυβέρνησε την ιστορική χώρα από το 323 π.Χ, έτος θανάτου του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Η Κλεοπάτρα Ζ’ Φιλοπάτωρ γεννήθηκε το 69 π.Χ. στην Αλεξάνδρεια και ήταν κόρη του βασιλιά της Αιγύπτου Πτολεμαίου ΙΒ’ του Αυλητή (117 - 51 π.Χ.). Μετά το θάνατο του πατέρα της συμβασίλευσε αρχικά με τον δεκάχρονο αδελφό της Πτολεμαίο ΙΓ’ (51 - 47 π.Χ.), τον οποίο παντρεύτηκε για να τηρήσει το αιγυπτιακό έθιμο, και στη συνέχεια με τον έτερο αδελφό της Πτολεμαίο ΙΔ’ (47 - 44 π.Χ.).

Η Κλεοπάτρα στην πρώτη της συνάντηση με τον Καίσαρα, πίνακας του Ζαν Λεόν Ζερόμ (1866)

Η Κλεοπάτρα ήταν το μοναδικό μέλος της δυναστείας των Πτολεμαίων που μιλούσε αιγυπτιακά (οι Πτολεμαίοι μιλούσαν μόνο ελληνικά) και παρουσίαζε τον εαυτό της ως ενσάρκωση της θεάς Ίσιδας. Πανέξυπνη και ικανή πολιτικός, κατόρθωσε να φέρει την ευημερία και την ειρήνη στην αχανή επικράτειά της, που βρισκόταν σε δεινή θέση από τις συνεχείς εμφύλιες διαμάχες.

Για να πραγματοποιήσει τις φιλοδοξίες της φρόντισε να διατηρήσει προνομιακές σχέσεις με τη Ρώμη, μέσα από τις συμμαχίες και τους έρωτές της με κορυφαία πρόσωπα της εποχής εκείνης. Έτσι, όταν ο Ιούλιος Καίσαρας έφθασε στην Αίγυπτο τον Οκτώβριο του 48 π.Χ, καταδιώκοντας τον Πομπήιο, η Κλεοπάτρα βάλθηκε να τον σαγηνεύσει. Δεν ήταν και δύσκολο, καθώς ο σπουδαίος στρατηλάτης πήρε το μέρος της στην εσωτερική εμφύλια διαμάχη και αποκατέστησε την τάξη στο ταραγμένο βασίλειο της Αιγύπτου. Μαζί του η Κλεοπάτρα απέκτησε ένα γιο, τον Πτολεμαίο ΙΕ’ Καισαρίωνα (47 π.Χ.), ο οποίος συμβασίλευσε μαζί της από το 44 έως το 30 π.Χ.

Η Κλεοπάτρα ακολούθησε τον Ιούλιο Καίσαρα στη Ρώμη, αλλά μετά τη δολοφονία του το 44 π.Χ. επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια. Το 41 π.Χ. ο Μάρκος Αντώνιος, που διεκδικούσε το θρόνο της Ρώμης από τον Οκταβιανό (τον μετέπειτα Αύγουστο), συνήψε πολιτική συμμαχία με την Κλεοπάτρα και γρήγορα έγιναν εραστές. Τον έρωτά τους απαθανάτισε ο Σαίξπηρ στο αριστούργημά του «Αντώνιος και Κλεοπάτρα». Μαζί απέκτησαν τρία παιδιά: την Κλεοπάτρα Σελήνη (40 π.Χ. - 6 μ.Χ.), τον Αλέξανδρο Ήλιο (40 π.Χ. - 29 ή 25 π.Χ.) και τον Πτολεμαίο Φιλάδελφο (36 - 29 π.Χ.).

Το 31 π.Χ. ο Μάρκος Αντώνιος και η Κλεοπάτρα ένωσαν τις δυνάμεις τους εναντίον του Οκταβιανού, αλλά στην καθοριστική ναυμαχία του Ακτίου (2 Σεπτεμβρίου) ηττήθηκαν και κατέφυγαν στην Αίγυπτο. Ο Οκταβιανός τους καταδίωξε και τον επόμενο χρόνο κατέλαβε την Αλεξάνδρεια. Ο Μάρκος Αντώνιος, εγκαταλειμμένος από τον στρατό του, αυτοκτόνησε.

Ο Θάνατος της Κλεοπάτρας, πίνακας του Ζαν Αντρέ Ρίξενς (1874)

Η Κλεοπάτρα προσπάθησε να ξελογιάσει και τον Οκταβιανό. Δεν τα κατάφερε όμως και αυτοκτόνησε στις 12 Αυγούστου 30 π.Χ, για να μην κοσμήσει με την παρουσία της τον ρωμαϊκό θρίαμβο του εχθρού της. Όπως αναφέρει η παράδοση, διάλεξε ένα αρκετά πρωτότυπο τρόπο για να αυτοκτονήσει. Αφού ξάπλωσε στο μεγαλοπρέστατο κρεββάτι της, τοποθέτησε στο γυμνό στήθος της ένα φίδι (ασπίδα) και από τα φαρμακερά δήγματά του βρήκε σκληρό θάνατο. Η εκδοχή αυτή αμφισβητείται από σύγχρονους ιστορικούς και ειδικούς.

Με τη φιλοδοξία της, σε συνδυασμό με τη γοητεία της, η Κλεοπάτρα επηρέασε τη ρωμαϊκή πολιτική σε μία αποφασιστική περίοδο και κατέληξε να αντιπροσωπεύει, όσο καμία άλλη γυναίκα στην αρχαιότητα, το πρότυπο της ερωτικής και μοιραίας γυναίκας. Ο καλύτερος επικήδειος γι’ αυτήν γράφτηκε από τον ρωμαίο ιστορικό Δίωνα Κάσσιο: «Η Κλεοπάτρα αιχμαλώτισε τους δύο μεγαλύτερους Ρωμαίους της εποχής της και εξαιτίας του τρίτου κατέστρεψε τον εαυτό της».

Η ζωή της Κλεοπάτρας ενέπνευσε πολλούς νεώτερους ζωγράφους (Λορέν, Τιέπολο, Νατουάρ, Καμπιάσο κ.ά) και συγγραφείς. Τα δύο κορυφαία θεατρικά έργα θεωρούνται τα «Αντώνιος και Κλεοπάτρα» του Σαίξπηρ (1606) και «Καίσαρ και Κλεοπάτρα» του Τζορτζ Μπέρναρντ Σο (1898). Το 1963, o αμερικανός σκηνοθέτης Τζόζεφ Μάνκιεβιτς μετέφερε στη μεγάλη οθόνη την ιστορία της Κλεοπάτρας, βασισμένος στις αρχαίες ιστορικές πηγές (Πλούταρχος, Σουητώνιος, Αππιανός), με πρωταγωνιστές το εκρηκτικό δίδυμο των Ρίτσαρντ Μπάρτον και Ελίζαμπεθ Τέιλορ.

Hobsbawm, Eric John, 1917-2012

 Wolfson History Prize - Oeuvre Prize [1996]

 

Ο E. J. Hobsbawm γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια το 1917, από πατέρα βρετανό πολωνικής καταγωγής και μητέρα αυστριακή εβραϊκής καταγωγής, και σπούδασε στη Βιέννη, το Βερολίνο, το Λονδίνο και το Καίμπριτζ. Ήταν μέλος της Βρετανικής Ακαδημίας και της Αμερικανικής Ακαδημίας Τεχνών και Επιστημών, επίτιμο μέλος του King's College στο Καίμπριτζ και επίτιμος διδάκτωρ πολλών πανεπιστημίων σε αρκετές χώρες. Δίδαξε ως τη συνταξιοδότησή του στο Birkbeck College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου -ένα περιβάλλον/έμπνευση και κίνητρο για το ιστορικό του έργο, όπως ομολόγησε ο ίδιος- και κατόπιν στο New School for Social Research της Νέας Υόρκης. Εκτός από τα διάσημα βιβλία του "The Age of Revolution, 1789-1848" ("Η εποχή των επαναστάσεων, 1789-1848", μτφρ. Μαριέτα Οικονομοπούλου, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ.), "The Age of Capital, 1848-1875" ("Η εποχή του κεφαλαίου, 1848-1875", μτφρ. Δημοσθένης Κούρτοβικ, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ.), "The Age of Empire, 1875-1914" ("Η εποχή των αυτοκρατοριών, 1875-1914", μτφρ. Κωστούλα Σκλαβενίτη, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ.) και "Age of Extremes: The Short Twentieth Century 1914-1991" ("Η εποχή των άκρων: ο σύντομος 20ος αιώνας 1914-1991", μτφρ. Βασίλης Καπετανγιάννης, εκδ. Θεμέλιο), έχει συγγράψει και τα βιβλία: "Primitive Rebels", "Labouring Man and Worlds of Labour", "Industry and Empire", "Nations and Nationalism Since 1780", "The Invention of Tradition" ("Η επινόηση της παράδοσης", μτφρ. Θανάσης Αθανασίου, εκδ. Θεμέλιο), "The Jazz Scene" ("Η σκηνή της τζαζ", μτφρ. Τάκης Τσήρος, εκδ. Εξάντας), "Uncommon People" ("Ξεχωριστοί άνθρωποι", μτφρ. Παρασκευάς Ματάλας, εκδ. Θεμέλιο), "Bandits" ("Ληστές") και "Globalisation, Democracy and Terrorism" ("Παγκοσμιοποίηση, δημοκρατία και τρομοκρατία", μτφρ. Νίκος Κούρκουλος, εκδ. Θεμέλιο), τα οποία έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, καθώς και την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα αυτοβιογραφία του "Interesting Times: A Twentieth-century Life" ("Συναρπαστικά χρόνια: μια ζωή στον 20ο αιώνα", μτφρ. Σταματίνα Μανδηλαρά, εκδ. Θεμέλιο). Έφυγε από τη ζωή "πλήρης ημερών", την 1η Οκτωβρίου 2012, στο Royal Free Hospital του Λονδίνου, σε ηλικία 95 ετών.

Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ
(2017) Εισαγωγή στο κομμουνιστικό μανιφέστο, Πλέθρον
(2015) Η εποχή των επαναστάσεων 1789-1848, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης
(2013) Θρυμματισμένοι καιροί, Θεμέλιο
(2011) Πώς να αλλάξουμε τον κόσμο, Θεμέλιο
(2010) Ληστές, Θεμέλιο
(2008) Επαναστάτες, Θεμέλιο
(2007) Παγκοσμιοποίηση, δημοκρατία και τρομοκρατία, Θεμέλιο
(2003) Συναρπαστικά χρόνια, Θεμέλιο
(2001) Ξεχωριστοί άνθρωποι, Θεμέλιο
(2000) Η εποχή των αυτοκρατοριών 1875-1914, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης
(2000) Στους ορίζοντες του 21ου αιώνα, Θεμέλιο
(1999) Η εποχή των άκρων, Θεμέλιο
(1998) Για την ιστορία, Θεμέλιο
(1997) Η εποχή των επαναστάσεων 1789-1848, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης
(1994) Έθνη και εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, Καρδαμίτσα
(1994) Η εποχή του κεφαλαίου 1848-1875, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης
(1993) Η σκηνή της τζαζ, Εξάντας
(1981) Η συμβολή του Καρόλου Μαρξ στην επιστήμη της ιστορίας, Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού - Μνήμων
 
Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2010) Η μετάβαση από τον φεουδαλισμό στον καπιταλισμό, Θεμέλιο
(2008) Μάης '68: στην Ελλάδα, στη Γαλλία, στον κόσμο, Modern Times
(1999) Ιστορία των σύγχρονων πολιτικών θεσμών της Ευρώπης, University Studio Press
 
Λοιποί τίτλοι
(2004) Συλλογικό έργο, Η επινόηση της παράδοσης, Θεμέλιο [επιμέλεια]

Πηγή: http://www.biblionet.gr 

Η Πολιορκία της Κέρκυρας από τους Τούρκους το 1716 και το θαύμα του Αγίου Σπυρίδωνα.

Στις αρχές Ιουλίου του 1716, κατά την διάρκεια του έβδομου και τελευταίου Ενετοτουρκικού Πολέμου (1714-1718), οι Οθωμανοί Τούρκοι πολιόρκησαν από θαλάσσης την Κέρκυρα, που βρισκόταν εκείνα τα χρόνια υπό ενετική ( βενετσιάνικη) κατοχή. Κατάφεραν να αποβιβάσουν δυνάμεις στο νησί και να κυριεύσουν τα οχυρά του Μαντουκιού, της Γαρίτσας και τα Φρούρια Αβράμη και Σωτήρος.

Οι σφοδρές επιθέσεις των Τούρκων για την κατάληψη της Κέρκυρας κράτησαν για έναν ολόκληρο μήνα. Οι ντόπιοι, Ενετοί και Έλληνες, υπό την αρχηγία του γερμανού κόμη Γιόχαν Ματίας φον ντερ Σούλενμπουργκ (1661-1747), αντέταξαν σθεναρή και αποτελεσματική άμυνα, αποκρούοντας τις τουρκικές επιθέσεις. Στις 8 Αυγούστου, οι Τούρκοι πραγματοποίησαν γενική έφοδο, αλλά αποκρούστηκαν από τους πολιορκημένους με καλά οργανωμένη αντεπίθεση.

Την επομένη , 9 Αυγούστου, σφοδρή θύελλα προκάλεσε μεγάλες καταστροφές στα τουρκικά πλοία. Την νύχτα της 10ης Αυγούστου, οι Τούρκοι αποφάσισαν να εγκαταλείψουν το εγχείρημα κατάληψης της Κέρκυρας και την επομένη, 11 Αυγούστου, άρχισαν να αποχωρούν από το νησί.

Ο κερκυραϊκός λαός, που όλο το διάστημα της πολιορκίας τελούσε συνεχείς παρακλήσεις και προσευχές, απέδωσε την σωτηρία της Κέρκυρας στην επέμβαση του προστάτη του νησιού Αγίου Σπυρίδωνα. Σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, ο άγιος με την μορφή καλόγερου βγήκε από τον ομώνυμο ναό και κρατώντας αναμμένο πυρσό προκάλεσε πανικό στους Τούρκους στρατιώτες, οι οποίοι το έβαλαν στα πόδια.

Σε ανάμνηση του γεγονότος αυτού, κάθε χρόνο στις 11 Αυγούστου, τελείται μεγάλη λιτανεία των λειψάνων του Αγίου Σπυρίδωνα, συνοδεία των Φιλαρμονικών του νησιού, την οποία παρακολουθούν πλήθος Κερκυραίων και επισκεπτών του νησιού.

Πηγή: https://www.sansimera.gr

Μάρκος Μπότσαρης 1790 – 1823

Ήρωας της Ελληνικής Επανάστασης από το Σούλι. Έδρασε κυρίως στη Δυτική Στερεά Ελλάδα και χαρακτηρίζεται από τους ιστορικούς ως μία από τις πιο αγνές μορφές του Αγώνα.

Ο Μάρκος Μπότσαρης γεννήθηκε στο Σούλι το 1790 και ήταν ο δευτερότοκος γιος του Κίτσου Μπότσαρη (1754-1813), ηγετικής μορφής της φάρας των Μποτσαραίων. Μετά την κατάληψη του Σουλίου από τον Αλή Πασά το 1803 και τις διώξεις των Σουλιωτώνπου ακολούθησαν, κατέφυγε με τον πατέρα του και άλλους συμπατριώτες του πρώτα στην Πάργα και στη συνέχεια στην Κέρκυρα. Εκεί εντάχθηκε στο «Αλβανικό Σύνταγμα», που είχαν συγκροτήσει οι Γάλλοι κι έφθασε μέχρι το βαθμό του εκατόνταρχου.

Παρά την περιορισμένη του μόρφωση, συνέγραψε το 1809 το «Λεξικό της Ρομαϊκοίς και Αρβανιτικοίς Απλής», ήτοι ένα ελληνο-αλβανικό λεξικό, το πρωτότυπο του οποίου βρίσκεται στη Βιβλιοθήκη των Παρισίων. (Το 1980 εκδόθηκε στην Αθήνα από τον Τίτο Γιοχάλα). Το 1810 πήρε διαζύγιο από την πρώτη του γυναίκα, λόγω απιστίας και παντρεύτηκε για δεύτερη φορά, τη Χρυσούλα Καλογήρου, κόρη του αρματολού της Πρέβεζας Χρηστάκη Καλογήρου, η οποία του χάρισε δύο παιδιά, τον Δημήτριο Μπότσαρη (1814-1871), στρατιωτικό και πολιτικό και την Κατερίνα-Ρόζα Μπότσαρη (1820-1872), καλλονή της εποχής της, η οποία διετέλεσε κυρία επί των τιμών της βασίλισσας Αμαλίας.

Μάρκος Μπότσαρης, πίνακας του Θεόφιλου

Το 1813 επέστρεψε στην Ήπειρο και μετά τη δολοφονία του πατέρα του από τον αρματολό Γώγο Μπακόλα τον Ιανουάριο του 1814 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στον Κακόλακκο Πωγωνίου, όπου διορίστηκε αρχηγός της περιοχής από τον Αλή Πασά. Τον ίδιο χρόνο έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρίας. Το 1820, μαζί με τον θείο του Νότη και άλλους Σουλιώτες, πολέμησε στο πλευρό των σουλτανικών δυνάμεων, που πολιορκούσαν τον ανυπάκουο Αλή Πασά στα Ιωάννινα, έχοντας λάβει την υπόσχεση ότι θα ξαναγυρνούσαν στην πατρίδα τους.

Βλέποντας ότι οι Τούρκοι αθετούσαν την υπόσχεσή τους, ο Μπότσαρης ήρθε σε συνεννόηση με τον Αλή Πασά και του ζήτησε τον επαναπατρισμό των Σουλιωτών, με αντάλλαγμα τη βοήθεια τους στον αγώνα του εναντίον των στρατευμάτων του Σουλτάνου. Η σχετική συμφωνία υπογράφηκε στις 15 Ιανουαρίου1821. Πρώτη του επιτυχία ήταν η νίκη στους Καμψάδες και στα Πέντε Πηγάδια και η κατάληψη των φρουρίων της Ρηγιάσας και της Ρινιάσσας.

Με την έκρηξη της Επανάστασης, ο Μάρκος Μπότσαρης πήρε μέρος στις νικηφόρες μάχες στο Κομπότι της Άρτας (3 Ιουλίου 1821) και στην Πλάκα (Σεπτέμβριος 1821) εναντίον του Τοπάλ Αλί Πασά και στα Δερβιζανά εναντίον του Τουρκομακεδόνων του Καπλάν Μπέη (12 Οκτωβρίου 1822). Στις 12 Νοεμβρίου 1821 συμμετείχε στην πολιορκία και την άλωση της Άρτας (17 Νοεμβρίου 1821).

Στο μεταξύ, οι Οθωμανοί είχαν αιχμαλωτίσει την οικογένειά του, που παρέμενε στον Κακκόλακο. Όταν τον Μάρτιο του 1822 πήγε μαζί με άλλους Σουλιώτες οπλαρχηγούς στην Πελοπόννησο για να ζητήσει βοήθεια από την προσωρινή κυβέρνηση, πέτυχε να απελευθερώσει την οικογένειά του, ανταλλάσσοντάς τη με τα χαρέμια του Χουρσίτ Πασά που είχαν αιχμαλωτισθεί κατά την άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821). Την οικογένεια την έστειλε στην Ανκόνα της Ιταλίας και ο ίδιος παρέμεινε στην Πελοπόννησο με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, τον οποίο ακολούθησε στη Δυτική Στερεά Ελλάδα.

Τον Μάιο του 1822 έπεισε τον Μαυροκορδάτο να αναληφθεί εκστρατεία στην Ήπειρο, με σκοπό τη βοήθεια των Σουλιωτών. Στα τέλη Ιουνίου με 1200 αγωνιστές κατευθύνθηκε από το Κομπότι στο Σούλι. Στις 29 Ιουνίου, κοντά στην Πλάκα, αντιμετώπισαν τις υπέρτερες δυνάμεις του Κιουταχή και τράπηκαν σε φυγή. Στις 4 Ιουλίου, με 32 συντρόφους του, πήρε μέρος στην καταστροφική μάχη του Πέτα, που σήμανε την οριστική παράδοση του Σουλίου στους Οθωμανούς.

Στις 12 Οκτωβρίου 1822, με τη βοήθεια του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, προήχθη σε στρατηγό, προκαλώντας την αντίδραση των άλλων οπλαρχηγών. Η στάση τους τον εξόργισε και ενώπιόν τους έσκισε το χαρτί του διορισμού του, λέγοντας: «Όποιος είναι άξιος παίρνει το δίπλωμα μεθαύριο μπροστά στον εχθρό». Αυτή η μεγαλοπρεπής πράξη του αποδεικνύει την ανιδιοτέλειά του και την αγάπη του για την πατρίδα. Στη συνέχεια είχε καθοριστική συνεισφορά στην αίσια έκβαση της πρώτης πολιορκίας του Μεσολογγίου (25 Οκτωβρίου - 31 Δεκεμβρίου 1822). Με την ευστροφία και την πονηριά του παρέσυρε σε πλαστές συνομιλίες («καπάκια») τους Τούρκους, δίνοντας το χρόνο στους πολιορκημένους να ενισχύσουν τις οχυρώσεις τους.

Ο θάνατος του Μάρκου Μπότσαρη. Πίνακας του Λουντοβίκο Λιπαρίνι.

Το καλοκαίρι του 1823 ο Μάρκος Μπότσαρης προσπάθησε να ανακόψει το δρόμο στα τούρκικα στρατεύματα που επέδραμαν από τα Τρίκαλα προς τη δυτική Στερεά. Τη νύχτα της 8ης προς 9η Αυγούστου, επικεφαλής 350 Σουλιωτών, επιτέθηκε κατά των 4.000 Τουρκαλβανών του Μουσταή Πασά, που είχαν στρατοπεδεύσει στο Κεφαλόβρυσο του Καρπενησίου. Ο αιφνιδιασμός πέτυχε και ο Μπότσαρης, αν και πληγωμένος ελαφρά στην κοιλιά, προχώρησε προς τη σκηνή του Μουσταή Πασά, προκειμένου να τον αιχμαλωτίσει. Όμως, μία σφαίρα από έναν αφρικανό υπηρέτη του πασά τον βρήκε στο μάτι και τον τραυμάτισε σοβαρά. Εξέπνευσε λίγες ώρες αργότερα. Τότε, οι άνδρες του, αν και νικούσαν, διέκοψαν τη μάχη για να παραλάβουν τη σορό του αρχηγού τους και τα λάφυρα.

Μεταφέροντας τον νεκρό Μπότσαρη προς το Μεσολόγγι, σταμάτησαν για λίγο στη Μονή Προυσού, όπου ευρισκόταν ο Καραϊσκάκης κατάκοιτος. Αυτός τον ασπάστηκε, λέγοντας: «Άμποτε ήρωα Μάρκο, κι εγώ από τέτοιο θάνατο να πάω». Ο νεκρός μεταφέρθηκε στο Μεσολόγγι στις 10 Αυγούστου 1823 με θριαμβική πομπή, που περιγράφει ο Πουκεβίλ στα απομνημονεύματά του. Του θριάμβου προηγούνταν Τουρκαλβανοί αιχμάλωτοι, ακολουθούσαν οι ίπποι των αξιωματικών τους με πολύτιμα επισάγματα και πενήντα τέσσερεις σημαίες των εχθρών. Ο νεκρός Μάρκος ήταν καλυμμένος με κυανή χλαμύδα. Ακολουθούσαν τα λάφυρα που ήταν ζώα, όπλα, σκηνές, πολεμοφόδια και το ταμείο των εχθρών. Η επικήδεια τελετή έγινε στο ναό Αγίου Νικολάου των προμαχώνων.

Τον θάνατο του Μάρκου Μπότσαρη ύμνησε η λαϊκή και η έντεχνη μούσα. Ο Διονύσιος Σολωμός έγραψε το ποίημα «Εις Μάρκο Μπότσαρη», στο οποίο παρομοιάζει τη μεγάλη προσέλευση των Ελλήνων στην κηδεία του ήρωα με τη συρροή των Τρώων στην ταφή του Έκτορα. Ποιήματα αφιερωμένα στον Μπότσαρη έγραψαν ο αμερικανός ποιητής Φιτζγκρίν Χάλεκ (1790-1867) με τίτλο «Marco Bozzaris» (1825), ο ελβετός ποιητής και δημοσιογράφος Ζιστ Ολιβιέ (1807-1876) με τίτλο «Marcos Botzaris au mont Aracynthe» («Ο Μάρκος Μπότσαρης στο όρος Αράκυνθος», 1826) και ο γάλλος συγγραφέας Βίκτωρ Ουγκώ στη συλλογή ποιημάτων του «Les Orientales» («Τ' Ανατολίτικα», 1829).

Το 1858 ο ζακυνθινός συνθέτης Παύλος Καρρέρ παρουσίασε την όπερα «Μάρκος Μπότσαρης». Το γαλλικό κράτος τίμησε το 1911 τον Μάρκο Μπότσαρη, δίνοντας σ' έναν από τους σταθμούς του παρισινού μετρό τ' όνομά του («Botzaris»).

Περισσότερα Άρθρα...

Εγγραφείτε προκειμένου να λαμβάνετε δωρεάν ειδοποιήσεις όταν έχουμε νεότερες πληροφορίες.