510 New Articles

Μαχάτμα Γκάντι 1869 – 1948

Ινδός πνευματικός ηγέτης και πολιτικός, η επιρροή του οποίου ξεπέρασε τα όρια της χώρας του. Θεωρείται ο πατέρας του Ινδικού εθνικισμού και ο κήρυκας της μη βίας στον 20ο αιώνα. Υπήρξε ο καταλύτης για την κατάρρευση της αποικιοκρατίας τις πρώτες δεκαετίες μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο Μοχάντας Καραμτσάντ Γκάντι γεννήθηκε στις 2 Οκτωβρίου 1869 στο Πορμπαντάρ της υπό αγγλική κυριαρχία Ινδικής επαρχίας Γκουτζαράτ. Είναι γνωστός ως «Μαχάτμα» («Μεγάλη Ψυχή» στα σανσκριτικά), χαρακτηρισμό που φέρεται να του απέδωσε το 1915 ο συμπατριώτης του νομπελίστας ποιητής και στοχαστής Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ.

Ο Γκάντι ήταν το μικρότερο παιδί του Καραμτσάντ Γκάντι, κυβερνήτη σ’ ένα από τα πριγκιπάτα του Γκουτζαράτ και της τετάρτης συζύγου του Πουτλιμπάι. Η οικογένειά του λάτρευε τον θεό Βισνού και ήταν επηρεασμένη από το θρησκευτικό κίνημα των Ζαϊνιστών, οι οποίοι αρνούνταν να σκοτώσουν ακόμη και μυρμήγκι.

Οι οικογενειακές αρχές της χορτοφαγίας, του μη τραυματισμού οποιουδήποτε ζώντος οργανισμού, της νηστείας ως μεθόδου αυτοκάθαρσης και της ανοχής προς το διαφορετικό, επηρέασαν βαθιά τον Γκάντι. Δεν τον εμπόδισαν, όμως, να κηρύξει τη δική του επανάσταση όταν ήταν έφηβος. Πέρασε μία περίοδο κατά την οποία δήλωνε άθεος, επιδιδόταν σε μικροκλοπές, κάπνιζε κρυφά και - το χειρότερο - έτρωγε κρέας. Οι γονείς του τον πάντρεψαν 13 ετών με ένα ακόμη μικρότερο κορίτσι, την Καστουρμπάι.

Ο Γκάντι στη Νότια Αφρική το 1895.

Όταν τελείωσε το σχολείο, η οικογένειά του αποφάσισε να τον στείλει στο Λονδίνο για να σπουδάσει νομικά. Στην Αγγλία, την οποία φανταζόταν ως «χώρα φιλοσόφων και ποιητών, το ίδιο το κέντρο του πολιτισμού», αγωνίστηκε σκληρά για να προσαρμοστεί στον δυτικό τρόπο ζωής. Η χορτοφαγία του γινόταν συχνά αντικείμενο χλευασμού από τους συμφοιτητές του, αλλά το ότι αναγκαζόταν να υπερασπίζεται τις αξίες του τον έκανε να βγει από το καβούκι του και να αποκτήσει μαχητικότητα. Έγινε μέλος της εκτελεστικής επιτροπής του Συλλόγου Χορτοφάγων του Λονδίνου, στην οποία ανήκε και ο θεατρικός συγγραφέας Τζορτζ Μπέρναρντ Σο, συμμετείχε στις συνεδριάσεις τους και αρθρογραφούσε στο περιοδικό τους. Γνώρισε δυναμικούς άνδρες και γυναίκες, που τον μύησαν στη Βίβλο και την Μπαγκαβατγκίτα (Bhagavadgita), την πιο εκλαϊκευμένη έκφραση του ινδουϊσμού.

Μετά την επιστροφή του στην Ινδία το 1891, ο Γκάντι δυσκολεύτηκε να βρει δουλειά, γι’ αυτό δέχθηκε με ανακούφιση μία πρόταση να εργαστεί σε ινδική εταιρεία στη Νότια Αφρική. Οι εμπειρίες του στην έντονα ρατσιστική νοτιοαφρικανική κοινωνία ήταν καθοριστικές για τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του. Αφού ξυλοκοπήθηκε από τον λευκό οδηγό μιας άμαξας, επειδή αρνήθηκε να παραχωρήσει τη θέση του σ’ έναν λευκό επιβάτη, αφού αποχώρησε από την αίθουσα ενός δικαστηρίου, επειδή ο λευκός δικαστής απαίτησε να βγάλει το τουρμπάνι του, αποφάσισε ότι από τότε και στο εξής δεν θα δεχόταν την αδικία.

Επί πολλά χρόνια, αγωνίστηκε υπέρ των δικαιωμάτων των Ινδών μεταναστών στη Νότια Αφρική και εμπνεύστηκε την πολιτική της μη βίας ως μέσο αντίστασης στους καταπιεστές. Όπως, όμως, αναφέρουν οι βιογράφοι του, «αυτά που έκανε εκείνος για τη Νότια Αφρική ήταν λιγότερο σημαντικά απ’ ό,τι έκανε η Νότια Αφρική για εκείνον». Εκεί μετατράπηκε από δικηγόρος σε πολιτικό ηγέτη.

Το 1915 επέστρεψε στην Ινδία και δεν έφυγε ξανά από τη χώρα του, εκτός από ένα σύντομο ταξίδι στην Ευρώπη το 1931. Στην αρχή κράτησε χαμηλό προφίλ, αλλά ως το 1920 είχε γίνει η κυριότερη πολιτική φυσιογνωμία της Ινδίας. Επί των ημερών του το Ινδικό Εθνικό Κόμμα του Κογκρέσου έγινε μια μαζική πολιτική οργάνωση, που άπλωνε τις ρίζες της σε κάθε πόλη και χωριό της Ινδίας. Το μήνυμα του Γκάντι ήταν απλό: δεν την κρατούσαν υπόδουλη τα βρετανικά όπλα, αλλά οι ατέλειες των ίδιων των Ινδών.

Ο Γκάντι το 1931

Ο Γκάντι έγινε κήρυκας του ινδικού εθνικισμού και της ειρηνικής άρνησης συνεργασίας με τους βρετανούς αποικιοκράτες. Η στάση των Βρετανών απέναντί του ήταν ένα κράμα θαυμασμού, θυμηδίας, αμηχανίας, καχυποψίας και μνησικακίας. Τα ίδια συναισθήματα έτρεφαν και αρκετοί από τους πολιτικούς του αντιπάλους.

Όσο, όμως, οι Ινδοί συνειδητοποιούσαν ότι μπορούσαν να αντισταθούν στη Μεγάλη Βρετανία, τόσο αυξανόταν ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις δύο μεγάλες θρησκευτικές κοινότητες της αχανούς χώρας, τους ινδουιστές και τους μουσουλμάνους. Το φθινόπωρο του 1924 ο Γκάντι έκανε απεργία πείνας τριών εβδομάδων για να τους παροτρύνει να ακολουθήσουν τον δρόμο τής μη βίας. Αυτή ήταν μία από τις κυριότερες «δημόσιες νηστείες» του.

Το 1930 εφάρμοσε την πιο σημαντική από τις πολιτικές του: την αντίσταση κατά του φόρου στο αλάτι που επέβαλλαν οι Βρετανοί, οι οποίοι δεν δίσταζαν να τον φυλακίζουν με κάθε ευκαιρία. Στη φυλακή ο Γκάντι ξεκίνησε άλλη μία απεργία πείνας για να αποκτήσουν δικαιώματα οι «παρίες», που ήταν σε θέση χειρότερη και από εκείνη της χαμηλότερης κάστας. Συγχρόνως, δεν έπαυε να ζητεί την ανεξαρτησία της Ινδίας.

Μετά την νίκη του Εργατικού Κόμματος στις βρετανικές εκλογές του 1945 άρχισαν τριμερείς διαπραγματεύσεις ανάμεσα στη βρετανική κυβέρνηση, στους ινδουιστές του Κογκρέσου και του Συνδέσμου των Μουσουλμάνων υπό τον δικηγόρο Μοχάμετ Τζίνα, οι οποίες κατέληξαν στο σχέδιο Μαουντμπάτεν (3 Ιουνίου 1947) και στην ίδρυση δύο νέων κυρίαρχων κρατών, της Ινδίας και του Πακιστάν (15 Αυγούστου 1947), προς μεγάλη απογοήτευση του Γκάντι, ο οποίος προσπάθησε μάταια να συμβιβάσει τις δύο πλευρές.

Το αποτέλεσμα ήταν να τον μισήσουν και οι δύο. Στις 30 Ιανουαρίου 1948, ενώ ο Γκάντι κατευθυνόταν προς τον τόπο της βραδινής του προσευχής στο Δελχί, δολοφονήθηκε από τον 39χρονο φανατικό ινδουιστή Νατουράμ Γκότσε, αυτός ο υπέρμαχος της μη βίας.

Ο Γκάντι με πολιτική και πνευματική στάση του πυροδότησε τρεις από τις μεγαλύτερες επαναστάσεις του 20ου αιώνα: την επανάσταση κατά της αποικιοκρατίας, των φυλετικών διακρίσεων και της βίας. Μεταξύ των προσωπικοτήτων που επηρεάστηκαν από τη δράση του αξίζει να αναφέρουμε τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ στις ΗΠΑ και τον Νέλσον Μαντέλα στη Νότιο Αφρική. Ανάμεσα στους θαυμαστές του συγκαταλέγονται ο Αλβέρτος Αϊνστάιν, ο οποίος έβλεπε στην πολιτική της μη βίας τού Γκάντι το πιθανό αντίδοτο στη μαζική βία που εξαπολύθηκε με τη διάσπαση του ατόμου, και o σουηδός νομπελίστας οικονομολόγος Γκούναρ Μίρνταλ, που χαρακτηρίζει τον Γκάντι «φωτισμένο φιλελεύθερο σε όλα σχεδόν τα πεδία».

 

Δομήνικος Θεοτοκόπουλος 1541 – 1614

Φωτογραφία: «Πορτραίτο άνδρα», θεωρούμενο ως αυτοπροσωπογραφία του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου

Σπουδαίος ζωγράφος της Αναγέννησης, με καταγωγή από την Κρήτη, αναμφίβολα μία από τις μεγαλύτερες φυσιογνωμίες της παγκόσμιας τέχνης. Έζησε και δούλεψε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του στην Ισπανία, εξ ου και το προσωνύμιο El Greco (Ο Έλληνας), με το το οποίο είναι, επίσης, γνωστός.

Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος γεννήθηκε το 1541 στον Χάνδακα (σημερινό Ηράκλειο) της Ενετοκρατούμενης Κρήτης, από εύπορους γονείς. Χωρίς να είναι γνωστά πολλά πράγματα για τους δασκάλους και την καλλιτεχνική μαθητεία του, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είχε τη δυνατότητα να σπουδάσει βυζαντινή ζωγραφική στη γενέτειρά του και να εξοικειωθεί με τη δυτική τέχνη.

Το 1567 ταξίδεψε στην Ιταλία και συγκεκριμένα στη Βενετία, όπου παρέμεινε επί τριετία και μαθήτευσε στα εργαστήρια των ζωγράφων Μπασάνο, Τιτσιάνο και Τιντορέντο, ενώ ζωγράφισε πίνακες, όπως «Ο Διωγμός των εμπόρων από το Ναό». 

Το 1570 εγκατέλειψε τη Βενετία και πήγε να εργαστεί στη Ρώμη. Στην Αιώνια Πόλη διεύρυνε τον κύκλο των γνωριμιών του και απέκτησε τέτοια αυτοπεποίθηση για την τέχνη του, ώστε να υποστηρίξει ότι αν καταστρέφονταν οι τοιχογραφίες της «Καπέλα Σιξτίνα» που είχε ζωγραφίσει ο Μιχαήλ Άγγελος, θα μπορούσε αυτός να κάμει καλύτερες. Η παρατήρησή του αυτή θεωρήθηκε τότε βλασφημία και επιτάχυνε την απόφασή του να εγκαταλείψει τη Ρώμη και σε συνδυασμό με τις γνωριμίες του στον κύκλο των Ισπανών ευγενών της Ρώμης να εγκατασταθεί αρχικά στη Μαδρίτη (1576) και τον επόμενο χρόνο στο Τολέδο.

Στην ισπανική αυτή πόλη η καλλιτεχνική του παραγωγή έφθασε στην κορύφωσή της. Διακόσμησε με πίνακες τον ναό του Αγίου Δομηνίκου, το ανάκτορο του Εσκοριάλ και τη μητρόπολη του Τολέδου. Σπουδαίοι πίνακες του είναι η «Ανάληψη της Θεοτόκου», «Η Αγία Τριάδα», «Η Ανάσταση του Σωτήρος», «Το μαρτύριο του Χριστού», «Εσπόλιο» (σκηνή από τα πάθη του Χριστού), «Ο Λαοκόων» και «Η Πεντηκοστή».

Το 1578 είναι μια σημαντική χρονιά στη ζωή του Γκρέκο. Θα αποκτήσει το πρώτο και μοναδικό του παιδί, τον Χόρχε Μανουέλ, από τη σχέση του με τη δόνα Χερόνιμα δε λας Κουέβας, με την οποία θα ζήσει το υπόλοιπο του βίου του, αλλά δεν θα την παντρευτεί. Οι μελετητές του έργου του πιστεύουν ότι η δόνα Χερόνιμα εικονίζεται στην προσωπογραφία «Η κυρία με την ερμίνα».

Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος πέθανε στις 7 Απριλίου του 1614, σε ηλικία 73 ετών και τάφηκε στο ναό του Αγίου Δομήνικου στο Τολέδο.

Για πολλά χρόνια το όνομά του έμεινε στην αφάνεια και οι πίνακές του σε εκκλησίες και παλάτια της Ιταλίας και της Ισπανίας θεωρούνταν ως έργα κάποιου τρελού. Από τις αρχές του 20ου αιώνα το έργο του άρχισε να αναγνωρίζεται και σήμερα θεωρείται ένας από τους κορυφαίους εικαστικούς καλλιτέχνες όλων των εποχών, που επηρέασε ζωγράφους της μοντέρνας τέχνης, όπως ο Πάμπλο Πικάσο.

Πίνακες του Γκρέκο κοσμούν τα μεγαλύτερα μουσεία και ιδιωτικές συλλογές και η αξία κάποιων από αυτούς είναι αμύθητη. Στη χώρα μας υπάρχουν έξι έργα του Θεοτοκόπουλου: «Ο Άγιος Λουκάς ζωγραφίζει την Παναγία» και «Η Προσκύνηση των Μάγων» (Μουσείο Μπενάκη), «Στέψη της Θεοτόκου» και «Η Συναυλία των Αγγέλων» (Εθνική Πινακοθήκη), «Βάπτιση του Χριστού» και «Άποψη του Όρους και της Μονής Σινά» (Ιστορικό Μουσείο Κρήτης).

 
 

Ο Μαγικός Αυλός: το αριστούργημα του Μότσαρτ

Κατερίνα Κοφφινά

Ο Wolfgang Amadeus Mozart γεννήθηκε στο Σάλτσμπουργκ το 1756 - πόλη της Βαυαρίας τότε με μακρά μουσική παράδοση- και πέθανε στη Βιέννη το 1791. Ο πατέρας του Wolfgang Amadeus Leopold ήταν συνθέτης, βιολιστής, ο οποίος υπηρετούσε στο παρεκκλήσι του αρχιεπισκόπου. Ήταν γνωστός για το εγχειρίδιο του σχετικά με την εκτέλεση του βιολιού. Ο Μότσαρτ έδειξε από πολύ νωρίς το μεγάλο του ταλέντο για τη μουσική και ο πατέρας του αφοσιώθηκε στην εκπαίδευση του. Το σπάνιο χάρισμα του Μότσαρτ τον οδήγησε στη σύνθεση ενός μενουέτου σε ηλικία μόλις έξι ετών, στη συνέχεια συνέθεσε μία συμφωνία στα εννέα του, ένα ορατόριο στα έντεκα και την πρώτη του όπερα στα δώδεκα. Η οικογένειά του άρχισε μακρινές περιοδείες στην Αγγλία, στη Γαλλία, στην Ολλανδία, στην Ιταλία, στη Βιέννη και στις μεγαλύτερες πόλεις της Γερμανίας με σκοπό την επίδειξη του ταλέντου του Μότσαρτ και της αδερφής του Μαριάννας. Τα ταξίδια αυτά του έδωσαν τη δυνατότητα να έρθει σε επαφή με όλη τη μουσική παραγωγή της εποχής και τα εθνικά ιδιώματα του δυτικού κόσμου. Στο Λονδίνο και το Παρίσι όπου ταξίδεψε από το 1763 μέχρι το 1766 γνώρισε τη μουσική του Γιόχαν Σούμπερτ και γνωρίστηκε με τον Γιόχαν Κρίστιαν Μπαχ, γιο του Γιόχαν Σεμπάστιαν, ο οποίος άσκησε σοβαρή επιρροή στο έργο του. Η επιρροή αυτή φαίνεται στη μελωδία, στο ρυθμό και στην αρμονία, επίσης στις ασυνήθιστες συγχορδίες, στα αντιθετικά θέματα και στα τραγουδιστά γρήγορα θέματά του.

Το 1781 ο Μότσαρτ εγκατέλειψε τη θέση του στην Αυλή του αρχιεπισκόπου του Σάλτσμπουργκ επειδή δεν έτρεφε ιδιαίτερο σεβασμό για τον αρχιεπίσκοπο και για τους κατοίκους της πόλης. Αποφάσισε να συνεχίσει σαν ανεξάρτητος συνθέτης στη Βιέννη, την ανεξαρτησία αυτή πλήρωσε με μία ζωή όχι και τόσο άνετη, η οποία συντέλεσε στην ασθένειά του και τέλος στο θάνατό του σε ηλικία τριάντα πέντε ετών.

Ο Μότσαρτ συνέθεσε μία σειρά από αριστουργήματα σε κάθε μουσικό είδος. Η Απαγωγή απ' το Σεράι (1782) θεωρείται πρότυπο έργο στη γερμανική όπερα κωμίκ, οι Γάμοι του Φίγκαρο (1786) αποδίδουν με έξοχο τρόπο τους ανθρώπινους χαρακτήρες. Ο Δον Ζουάν (1787) και ο Μαγικός Αυλός (1791) εκφράζουν με θαυμαστό μουσικό τρόπο τα ανθρώπινα προβλήματα. Επίσης έγραψε 41 συμφωνίες, κονσέρτα για βιολί και πιάνο, σερενάτες, σονάτες για βιολί και πιάνο (20). Άλλα έργα του είναι: λειτουργίες μεγάλες (8), μικρές (10), λίντερ. χοροί (203), ντιβερτιμέντια, ύμνοι, ψαλμοί, κανόνες για φωνές (35), φαντασίες. Το τελευταίο έργο του ήταν το περίφημο Ρέκβιεμ Κ.626 (σύνθεση νεκρώσιμης ακολουθίας) το οποίο έμεινε ανολοκλήρωτο. Το έργο ολοκληρώθηκε από τον μαθητή του Franz Xaver Sussmayr, ο οποίος πρόσθεσε τα μέρη κάποιων οργάνων στο χειρόγραφο του Μότσαρτ και συνέθεσε το Sanctus, το Benedictus και το Agnus Dei.

Ο Μότσαρτ όπως και ο κόσμος πίστευε ότι ο αγγελιαφόρος που του παρήγγειλε το Ρέκβιεμ, δεν ήταν πρόσωπο υπαρκτό αλλά στάλθηκε από τον άλλο κόσμο. Το 1964 αποκαλύφθηκε όμως ότι ο κόμης Φραντς φον Βάλτσενγκ ανέθεσε μέσω ενός μυστικού αγγελιαφόρου την παραγγελία του έργου. Ο κόμης ήταν ένας ερασιτέχνης μουσικός ο οποίος διοργάνωνε ιδιωτικές συναυλίες όπου μεταμφιεσμένος παρουσίαζε έργα άλλων για δικά του. Ο Μότσαρτ κατά τη διάρκεια που έγραφε το Ρέκβιεμ αρρώστησε βαριά και συσχέτισε την εμφάνιση του Μαύρου αγγελιαφόρου με τον επερχόμενο θάνατο.

Στα τέλη του 20ου αιώνα μία επιτροπή μουσικολόγων από αμερικάνικα πανεπιστήμια έκρινε ότι ο Μότσαρτ ήταν ο σημαντικότερος συνθέτης της δεύτερης χιλιετίας. Η μουσική του επειδή συνδύαζε ιταλικά, γαλλικά, γερμανικά και αυστριακά πρότυπα ήταν «υπέρ εθνική». Με τη φυσική ανωτερότητα της μουσικής του άλλαξε την πορεία της συμφωνίας, της σονάτας του κουαρτέτου εγχόρδων και πολλών άλλων. Στην επιφάνεια της μουσικής του Μότσαρτ υπάρχει ευθυμία και λαμπρότητα όμως στο βάθος υπάρχει μία σκοτεινή μελαγχολία. Η αμφιθυμία αυτή κάνει τα έργα του μαγευτικά και προκλητικά.

 

ΜΑΓΙΚΟΣ ΑΥΛΟΣ

Ο Μότσαρτ συνέθεσε συνολικά δεκαεπτά όπερες, ορισμένες από αυτές θεωρούνται αριστουργήματα, όπως ο Μαγικός Αυλός. Πρόκειται για μία όπερα σε δύο πράξεις, πάνω σε λιμπρέτο του Εμανουέλ Σικανέντερ, την οποία συνέθεσε ο Μότσαρτ κατά τον τελευταίο χρόνο της ζωής του. Παρά την εξασθενημένη υγεία του κατάφερε να διευθύνει την πρεμιέρα και ελάχιστες παραστάσεις. Το θέμα της όπερας έχει ως εξής: Ο Σαράστρο έχει απαγάγει την κόρη της Βασίλισσας της Νύχτας, Πριγκίπισσα Παμίνα. Η Βασίλισσα της Νύχτας εμφανίζεται στον Πρίγκηπα Ταμίνο και τον εκλιπαρεί να σώσει την Παμίνα από το κάστρο του Σαράστρο. Για προστασία του δίνει ένα μαγικό αυλό. Ο Ταμίνο αφού ερωτεύεται την Παμίνα από ένα πορτρέτο της, ξεκινάει με το φίλο του Παπαγκένο (συλλέκτη πουλιών) να ελευθερώσει την Πριγκίπισσα. Όταν όμως φτάνει στο κάστρο του Σαράστρο γοητεύεται από τις ιδέες και το πνεύμα του και αφού περνάει μία σειρά από δοκιμασίες με τον Παπαγκένο, στο τέλος σμίγει με την Παμίνα και μαζί υμνούν τη Γνώση και τη Σοφία. Η Βασίλισσας της Νύχτας συμβολίζει το σκοταδισμό, ενώ αντίθετα ο Σαράστρο αντιπροσωπεύει τις ιδέες του Διαφωτισμού δηλαδή τη γνώση, τη λογική, την αλήθεια και το φως. Τα ηθικά διδάγματα είναι πολλά και σημαντικά όπως η μάχη του καλού με το κακό, η νίκη του καλού, η επικράτηση της αλήθειας έναντι του ψέματος και της συκοφαντίας, η αναζήτηση της αρετής και το μεγαλείο της σιωπής.

Η όπερα χαρακτηρίζεται από έννοιες όπως είναι η ελευθερία, η ισότητα, η αδελφοσύνη, τις οποίες ο Μότσαρτ θεωρούσε αξίες θεμελιώδεις για τη ζωή του ανθρώπου. Τα λόγια του Σαράστρο προς τον Ταμίνο είναι διάχυτα από ύψιστες ηθικές όπως, η αναζήτηση της σοφίας και της αρετής και η απάρνηση της ύλης. Επίσης υπάρχει η έννοια της ισότητας μεταξύ των ανθρώπων διότι μπροστά στον κίνδυνο (που παρουσιάζεται με τις δοκιμασίες του Ταμίνο) τα πλούτη και η δύναμη εκμηδενίζονται και όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι. Η μόνη εναλλακτική της αγάπης στο έργο είναι η απελπισία και ο θάνατος. Η Παμίνα αναφέρει ότι θα αυτοκτονήσει αν χάσει την αγάπη και ο Παπαγκένο θα κρεμαστεί αν δεν μπορέσει να βρει την αγάπη. Οι παραπάνω θεμελιώδεις ιδέες ήταν συγχρόνως και ιδέες του τεκτονισμού.

Ο Μότσαρτ και ο Σικανέντερ ήταν μέλη Τεκτονικής Αδελφότητας και στο Μαγικό Αυλό αποκαλύπτονται μέσω συμβολισμών πολλά στοιχεία των μασονικών τελετουργιών. Το έργο στην αρχή του μεταφέρει το κοινό στην Αρχαία Αίγυπτο, χώρο από τον οποίο η Μασονική τελετουργία αντλεί τους συμβολισμούς της. Εκτός από το λιμπρέτο οι μουσικολόγοι συμφωνούν ότι οι συμβολισμοί βρίσκονται στις συγχορδίες, στα μέτρα και στους ρυθμούς της μουσικής του Μότσαρτ. Η τελετή μύησης του Ταμίνο στα μυστήρια της Ίσιδας και του Όσιρι θυμίζουν τη μύηση των υποψηφίων στις Τεκτονικές Στοές. Ο αριθμός τρία, κατεξοχήν τεκτονικό σύμβολο, εμφανίζεται πολλές φορές στο έργο αλλά και στα μουσικά μέτρα.

Η μουσική του Μαγικού Αυλού εκφράζει απόλυτα την ατμόσφαιρα του έργου. Ο διάλογος των προσώπων άλλοτε μιλιέται και άλλοτε τραγουδιέται, σύμφωνα με το παραδοσιακό είδος του ζίνγκσπιλ, το οποίο αναπτύχθηκε κατά τον 18ο αιώνα. Η εξαίρετη μουσική του Μότσαρτ κατάφερε να αποδώσει μουσικά με τον καλύτερο τρόπο το έργο. Στη μουσική της όπερας υπάρχουν όλα τα είδη της μουσικής έκφρασης. Άριες υψηλής κολορατούρας από τη Βασίλισσα της Νύχτας, ευγενικές άριες του Ταμίνο, κωμικά, λαϊκά τραγούδια του Παπαγκένο. Επίσης δραματικά ρετσιτατίβο, τελετουργική μουσική (άριες Σαράστρο) και επιβλητικά χορωδιακά μέρη.

Στην αρχή της πρώτης πράξης η εύθυμη μουσική ταιριάζει απόλυτα στα λόγια του Παπαγκένο «Εγώ είμαι ο κυνηγός πουλιών, χαρούμενος και ζωηρός..» η απλότητα της άριας όπως και η μελωδία της είναι μοναδική. Στη συνέχεια η δραματικότητα της άριας της Βασίλισσας της Νύχτας εντυπωσιάζει με τους τολμηρούς φωνητικούς ακροβατισμούς της. Η γοητεία αυτής της άριας επιδεικνύει το χαρακτήρα της Βασίλισσας αλλά και τα προσόντα της τραγουδίστριας. Όταν ο Παπαγκένο φεύγει με την Παμίνα τραγουδούν μαζί το υπέροχο «Για τους άνδρες που αισθάνονται αγάπη» . Η απλότητα και η γαλήνη αυτής της άριας αποτελεί την πεμπτουσία του έργου.

Στη δεύτερη πράξη ακούγεται η δυναμική άρια εκδίκησης της Βασίλισσας της Νύχτας. Κατόπιν η Παμίνα ικετεύει τον Σαράστρο να μην τιμωρήσει την μητέρα της και αυτός τη διαβεβαιώνει ότι μέσα στο Ναό γνωρίζουν μόνο την αγάπη και όχι την εκδίκηση. Σε αυτό το σημείο ακούγεται η εκπληκτική άρια συγχώρεσης του Σαράστρο η οποία είναι από τις ωραιότερες και τις πιο συγκινητικές που έχουν γίνει. Τα φλάουτα δημιουργούν μία αίσθηση γαλήνης η οποία έχει χαρακτηριστεί από πολλούς ως «Θεϊκός λόγος». Τέλος όταν ο Παπαγκένο φεύγει με την αγαπημένη του Παπαγκένα τραγουδούν ένα ωραίο, εύθυμο και ζωηρό ντουέτο.

Η όπερα πλαισιώνεται από εξωτικούς χαρακτήρες όπως οι νεράιδες, τα θηρία και ο Παπαγκένο κάτι ανάμεσα σε πουλί και άνθρωπο, ντυμένος με ρούχα από πούπουλα. Εκτός από τη θαυμάσια μουσική, η ατμόσφαιρα είναι παραμυθένια και φαντασμαγορική κυρίως γιατί δίνει τη δυνατότητα για εκπληκτικά κοστούμια και σκηνικά.

Το κλασικό ύφος θεμελιώνεται στους κανόνες της ενότητας, της ελευθερίας και της τάξης, εισάγοντας τη φόρμα της σονάτας. Η σχολή της Βιέννης απογειώνει τη μουσική και καλλιεργεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την παγκοσμιοποίηση του προσωπικού μουσικού στοιχείου. Ο Μότσαρτ θεωρείται από τους μεγάλους νεωτεριστές στην εξέλιξη των μουσικών τύπων. Επίσης η μεγάλη αξία του έγκειται στο γεγονός ότι υπήρξε ο ιδρυτής της γερμανικής όπερας, προάγοντας το γερμανικό μουσικό δράμα ζίγκσπηλ σε υψηλά καλλιτεχνικά επίπεδα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1) Korff, Malte, Βόλφανγκ Αμαντέους Μότσαρτ Η ζωή, το έργο, η επίδραση, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2008.

2) Ulrich Michels, Άτλας της μουσικής, τόμος β, εκδ. Φίλιππος Νάκας.

4) www. mmb.org.gr/ Wolfgang Amadeus Mozart: Μαγικός Αυλός (Μεγάλη Μουσική Βιβλιοθήκη της Ελλάδας «Λίλιαν Βουδούρη»)

5) www. el.wikipedia.org

6) www. en.wikipedia.org

7) www. features. classical music.gr

Πηγή: https://www.historical-quest.com/arxeio/neoteri-istoria/295-h-zwi-kai-to-ergo-tou-mozart.html

Τζέιμς Ντιν 1931 – 1955

Αμερικανός ηθοποιός, με σύντομη καριέρα, που έγινε σύμβολο της «επαναστατημένης» νεολαίας της δεκαετίας του ‘50 και η λάμψη του φθάνει μέχρι τις μέρες μας. Από τις θρυλικές μορφές του παγκόσμιου κινηματογράφου.

Ο Τζέιμς Μπάιρον Ντιν (James Byron Dean) γεννήθηκε στο Μάριον της Ιντιάνα στις 8 Φεβρουαρίου 1931. Γιος ενός απλού οδοντοτεχνίτη, έχα­σε σε ηλικία οκτώ ετών τη μη­τέρα του, Μίλντρεντ, και ανα­τράφηκε από τους θείους του.

Το 1951 ακολούθησε τη συμ­βουλή του δασκάλου του στο θεατρικό εργαστήρι στο οποίο συμμετείχε και μετακόμισε στη Νέα Υόρκη, με σκοπό να ασχο­ληθεί πλέον επαγγελματικά με την υποκριτική. Ώσπου να πάρει το ρόλο του Κάλεμπ Τρασκ στην ταινία «Ανα­τολικά της Εδέμ», κινηματογραφική διασκευή από το βιβλίο του Τζον Στάινμπεκ από τον Ελία Καζάν, είχε ήδη εμφανιστεί σε επτά τηλεοπτικά σόου και είχε παίξει ένα μικρό ρόλο στο Μπρόντγουεϊ. Τέσσερις μικρές τηλεοπτικές εμφανίσεις, ως το 1955, τη χρονιά που ένας «Επαναστάτης χωρίς αιτία» σε σκηνοθεσία Νίκολας Ρέι, συγκλόνισε τη νεολαία της συντηρητικής Αμερικής και καθιέρωσε το μπλουτζίν, τη στυλιζαρισμένη, δήθεν ανέμελη μπούκλα στο μέτωπο και το μόνιμο συνοφρύωμα στα φρύδια σαν πάγιο σήμα κατατεθέν μιας καταπιεσμένης γενιάς που προσπαθούσε να αντιδράσει.

Για να γιορτάσει την επιτυχία του, αγόρασε μία Πόρσε 550 Σπάιντερ και άρχισε να συμμετέχει σε αγώνες. Στις 30 Σεπτεμβρίου 1955 σκοτώθηκε σε τροχαίο δυστύχημα στο Σάλεμ της Καλιφόρνιας, ενώ κατευθυνόταν προς το Σαλίνας, όπου θα έπαιρνε μέρος σε έναν ακόμη αγώνα. Λίγο πριν από το θάνατό του είχε ολοκληρώσει την τρίτη του ταινία «Ο Γίγας», σε σκηνοθεσία Τζορτζ Στίβενς, βασισμένη στο μυθιστόρημα της Έντνα Φέρμπερ, στην οποία ερμήνευε έναν αγροίκο, αντικομφορμιστή βοηθό σ’ ένα αγρόκτημα.

Οι τρεις ται­νίες, στις οποίες πρωταγωνίστησε, τον μετέτρεψαν σε αντικεί­μενο λατρείας των νεαρών Αμερικα­νών. Ο βίαιος θάνατός του προκάλεσε ε­θνικό πένθος στη νεολαία και συνέ­βαλε στο να μετατραπεί σε είδωλό της, ακόμη μεγαλύτερο απ’ όσο όταν ζούσε.

Ο πατέρας του, Γουίντον Ντιν, σε μία συνέντευξή του είχε σκιαγραφήσει την προσωπικότητα του γιου του και διαβλέψει την επιτυχία του: «Δεν τον πολυβλέπουμε. Είναι, όμως, καλό παιδί ο Τζίμι μου. Ένα καλό παιδί και εί­μαι υπερήφανος για εκείνον. Δυσκολεύεσαι λίγο να τον καταλάβεις, είναι αλήθεια, αλ­λά είναι άντρας με τα όλα του και κάποια μέρα θα αφήσει τη σφραγίδα του. Προσέξ­τε τι σας λέω, το αγόρι μου θα αφήσει τη σφραγίδα του...».

Περισσότερα Άρθρα...

Join Radio

Εγγραφείτε προκειμένου να λαμβάνετε δωρεάν ειδοποιήσεις όταν έχουμε νεότερες πληροφορίες.