373 New Articles

Εισήγηση σχετικά με το Γεωργικό Επιμελητήριο Ηλείας επί τη ευκαιρία της παρουσίασης του ομώνυμου βιβλίου

του Διονύση (Σάκη) Τραμπαδώρου

 

 

Κυρίες και κύριοι καλησπέρα σας.

Μετά τις εξαιρετικά ενδιαφέρουσες εισηγήσεις του καθηγητού κ. Ευάγγελου Πρόντζα και του κ. Βασίλη Κανελλακόπουλου, θα επιθυμούσα και εγώ, από την πλευρά μου, να συμβάλλω στη συζήτηση για το θέμα που μας απασχολεί απόψε.

Η περίοδος του Μεσοπολέμου χαρακτηρίζεται από πολύ σημαντικές εξελίξεις, συνολικότερες, αλλά και ειδικότερες όσον αφορά τον πρωτογενή τομέα παραγωγής, με τις πρώτες να επιδρούν άμεσα στις δεύτερες.

Σε σχέση με τις συνολικότερες εξελίξεις έχουμε τη Μικρασιατική καταστροφή και την εγκατάσταση των προσφύγων, καθώς και την Παγκόσμια οικονομική κρίση του 1929, ενώ ειδικότερα σε σχέση με τον πρωτογενή τομέα, έχουμε επέκταση των εξαγωγικών φυτειών σε βάρος των παραδοσιακών καλλιεργειών, δηλαδή τον καπνό, την σταφίδα και το βαμβάκι, την αγροτική μεταρρύθμιση και την διανομή της γης, την υλοποίηση μεγάλων εγγειοβελτιωτικών έργων, την εφαρμογή της πολιτικής της «αυτάρκειας» και την «επαναγροτοποίηση» της οικονομίας, τον κρατικό παρεμβατισμό στην αγροτική οικονομία, τη σύσταση αυτόνομου Υπουργείου Γεωργίας το 1917, την ίδρυση της Αγροτικής Τράπεζας το 1929 και, τέλος, την ενεργοποίηση των Αγροτικών συνεταιρισμών με τη ψήφιση του νόμου 602 του 1914, που είχε ως συνέπεια την εντυπωσιακή αύξηση των τραπεζικών πιστώσεων που διοχετεύτηκαν στη γεωργία.

Οι εξελίξεις αυτές που αφορούσαν τον πρωτογενή τομέα παραγωγής, εντάσσονταν στο πλαίσιο του αστικού εκσυγχρονιστικού εγχειρήματος, το οποίο είχε αιχμή του δόρατος την κυβέρνηση των Φιλελευθέρων του Ελ. Βενιζέλου.

Οι μεταβολές αυτές εκφράστηκαν και σε πολιτικό επίπεδο με την προσπάθεια ίδρυσης αγροτικού κόμματος, που θα αντιπαρερχόταν το πολωτικό σχήμα του βενιζελισμού και του αντιβενιζελισμού. Μάλιστα η πιο αποδοτική προσπάθεια ίδρυσης αγροτικού κόμματος ανήκει στον Αλέξανδρο Παπαναστασίου, πρόσωπο ταυτισμένο στην πολιτική φιλολογία, μεταξύ άλλων, και με την αγροτική ανάπτυξη της Ελλάδας του Μεσοπολέμου.

Στα πλαίσια του αστικού, αυτού εκσυγχρονισμού έχουμε και την ίδρυση των Γεωργικών Επιμελητηρίων, τα οποία ήταν πρώτ’ απ’ όλα οικονομικός θεσμός, όπως θα δούμε και αργότερα, δηλαδή κεντρικός πυρήνας της δράσης τους ήταν ο εκσυγχρονισμός και ο εξορθολογισμός του ελληνικού πρωτογενούς τομέα παραγωγής.

Διεθνώς, τα πρώτα Γεωργικά Επιμελητήρια ιδρύθηκαν στη Γαλλία το 1851, με βάση το νόμο της 20ης Μαρτίου του ιδίου έτους και αναδιοργανώθηκαν δια του νόμου του 1919. Άλλωστε στη Γαλλία, που ως χώρα βρέθηκε στην πρωτοπορία των εξελίξεων επί πολλές δεκαετίες, η σημασία του πρωτογενούς τομέα της παραγωγής ήταν και είναι ακόμα και σήμερα ιδιαίτερα αυξημένος, από κάθε άποψη. Επιπροσθέτως, ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, Γεωργικά Επιμελητήρια υφίσταντο με πολύ επιτυχημένο τρόπο στην Πρωσία, τη Ρουμανία την Πολωνία , το Μεξικό και αλλού.

Ο ιδρυτικός νόμος για τα Γεωργικά Επιμελητήρια στην ελληνική περίπτωση είναι ο 280 της 18ης Ιουνίου 1914, ο οποίος δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 166 της 29ης Ιουνίου 1914. Σύμφωνα με το νόμο αυτόν στην πρωτεύουσα κάθε νομού δύνανται να συσταθούν Γεωργικά Επιμελητήρια, τα οποία θα έχουν ως σκοπό την προστασία και προαγωγή των γεωργικών, κτηνοτροφικών και δασικών συμφερόντων.

Με βάση τον νόμο αυτόν, δινόταν, επίσης, η δυνατότητα η έδρα του Γεωργικού Επιμελητηρίου να είναι όχι στην πρωτεύουσα του νομού, αλλά στην πόλη εκείνη της οποίας η περιφέρεια είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στην πρωτογενή παραγωγή. Στην πραγματικότητα, όπως είπαμε, ήταν Γεωργικά Οικονομικά Επιμελητήρια, αφού ο παράγοντας της οικονομίας ήταν κυρίαρχος στη φυσιογνωμία αυτών. Ήταν Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου η δε οργάνωσή τους ήταν ανάλογη των εμπορικών, του νόμου 184.

Γι' αυτό άλλωστε εξαρτιόντουσαν και από το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας της εποχής εκείνης.

Το αρχειακό υλικό που χρησιμοποιήσαμε στην έρευνά μας προέρχεται κατά κόρον από τις τοπικές και πατραϊκές εφημερίδες την εποχής, καθώς και από το αρχείο του Εθνικού Τυπογραφείου, αναφορικά με τα ΦΕΚ, δίχως να λείπουν και τα έγγραφα, σε κάποιες περιπτώσεις.

Το γεγονός αυτό, παρ’ ό,τι έχει τη σημασία του, δεν λειτούργησε απαγορευτικά στην ερευνητική προσπάθεια, λόγω του ό,τι οι εφημερίδες διαδραματίζουν έναν ρόλο δημοσίου χρονολογίου από το οποίο μπορεί να αντλήσει κάποιος πληθώρα σημαντικών στοιχείων.

Πιο συγκεκριμένα, αρχικά, με βάση το νόμο 280, εξεδόθη το Β.Δ. της 24ης Αυγούστου 1919, όπως και το Β.Δ. της 30ης Νοεμβρίου 1919 «Περί συστάσεως Γεωργικών Επιμελητηρίων» στους νομούς Αττικοβοιωτίας, Λαρίσης Αχαϊοήλιδος και Μεσσηνίας, ενώ η κίνηση δεν είχε ανάλογη συνέχεια, με αποτέλεσμα για τις υπόλοιπες περιοχές της χώρας να μη γίνει κάτι ανάλογο. Άλλωστε ο νόμος 280/1914 άργησε πολύ να εφαρμοστεί και μόνον το 1927, όπως θα δούμε, έχουμε την ίδρυση του Γεωργικού Επιμελητηρίου Αχαϊοήλιδος, στην Πάτρα.

Σε σχέση με τις εξελίξεις αυτές, όπως διαβάζουμε στην εφημερίδα «Νεολόγος», των Πατρών, στις 6 Μαΐου 1919, η Κυβέρνηση είχε αποστείλει εγκυκλίους στους νομάρχες ούτως ώστε οι τελευταίοι να γνωμοδοτήσουν σχετικά με το ποιοι δήμοι και κοινότητες θα αποτελέσουν τις εκλογικές περιφέρειες εκάστου νομού, προκειμένου να δρομολογηθεί η εκλογή των μελών των Γεωργικών Επιμελητηρίων. Στο ίδιο φύλλο της εφημερίδας δημοσιεύεται πρωτοσέλιδο άρθρο σχετικά με το ρόλο και τη σπουδαιότητα των Γεωργικών Επιμελητηρίων, και πως αυτός ο θεσμός θα λειτουργήσει προστατευτικά για την αγροτική παραγωγή. Είναι ακόμα η εποχή που ο προστατευτισμός ήταν στην καθημερινή ατζέντα όλων των οικονομούντων ατόμων, αλλά και στοιχείο της εμπορικής και βιομηχανική πολιτικής πολλών κρατών, μεταξύ αυτών και της Ελλάδας.

Όμως, παρά τις προθέσεις, όπως είπαμε, θα έπρεπε να περάσουν περίπου οκτώ χρόνια για να αρχίσει τη λειτουργία του το Γεωργικό επιμελητήριο Αχαϊοήλιδας στην Πάτρα. Στο φύλλο της εφημερίδας «Νεολόγος» της 7ης Φεβρουαρίου 1927, το ζήτημα των εγκαινίων του Γεωργικού Επιμελητηρίου στην Πάτρα καλύπτει όλη την πρώτη σελίδα και εκτείνεται και στη δεύτερη. Τα εγκαίνια πήραν πανηγυρικό χαρακτήρα, ενώ την κυβέρνηση εκπροσώπησε ο υπουργός Γεωργίας και πρόεδρος της Δημοκρατικής Ενώσεως Αλέξανδρος Παπαναστασίου. Η τελετή έλαβε χώρα στην αίθουσα του Εμπορικού Συλλόγου της Πάτρας, « Ερμής», και παραβρέθηκαν όλες οι αρχές, ενώ συγχαρητήριο τηλεγράφημα απέστειλε και ο Ανδρέας Μιχαλακόπουλος.

Όπως μπορούμε να δούμε, επίσης, από τα φύλλα της εφημερίδας «Νεολόγος» εκείνης της εποχής, δεν έλειψαν οι αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό της Διοικούσας Επιτροπής του Γεωργικού Επιμελητηρίου Αχαϊοήλιδος, καθώς επίσης και το επιστημονικό ενδιαφέρον για τις δυνατότητες που έδινε η ύπαρξη των Γεωργικών Επιμελητήριων προς την κατεύθυνση της αναδιάρθρωσης και του εκσυγχρονισμού της γεωργικής παραγωγής (σύμφωνα με τη μελέτη του Δημητρίου Σ. Δογάνη).

Ερχόμενοι στα καθ΄ ημάς, το 1930 συστήνεται ο νομός Ηλείας. Η σύσταση του νομού έγινε με τον νόμο 4538 «Περί συστάσεως νομού Ηλείας», οποίος δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 115, τεύχος Α’, της 16ης Απριλίου του 1930.

Με βάση την εξέλιξη αυτή, διαλύεται το Γεωργικό Επιμελητήριο Αχαϊοήλιδος και ταυτόχρονα ιδρύεται το Γεωργικό Επιμελητήριο Αχαΐας. Η διάλυση του Γεωργικού Επιμελητηρίου Αχαϊοήλιδος και η σύσταση του Γεωργικού Επιμελητηρίου Αχαΐας έγινε ταυτόχρονα το 1931 και το σχετικό Διάταγμα δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 338 τεύχος Α’ της 29ης Σεπτεμβρίου του 1931.

Το Διάταγμα της ίδρυσης του Γεωργικού Επιμελητηρίου Ηλείας δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 336, τεύχος Α’ της 28ης Σεπτεμβρίου του 1931. Το Διάταγμα έχει ημερομηνία 18 Σεπτεμβρίου 1931 και υπογράφεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Αλέξανδρο Ζαΐμη και τον επί της Γεωργίας υπουργό Α. Αλεξανδρή. Από το Διάταγμα ορίστηκε ότι το Γεωργικό Επιμελητήριο Ηλείας θα έχει Διοικούσα Επιτροπή που θα αποτελείται από έναν Πρόεδρο, έναν αντιπρόεδρο, ένα γραμματέα, έναν ταμία και δύο απλά μέλη.

Επίσης, προκειμένου να κανονισθούν τα της εκλογής των μελών του Γεωργικού Επιμελητηρίου ο νομός Ηλείας χωρίσθηκε σε οκτώ εκλογικές περιφέρειες, ενώ γίνεται ονομαστική αναφορά των δήμων και κοινοτήτων που ανήκαν σε κάθε μια από αυτές. Η εξέλιξη αυτή είχε προαναγγελθεί από τις στήλες της εφημερίδας «Πατρίς», στις 3 Ιανουαρίου του 1931. Συγκεκριμένα το δημοσίευμα έχει τίτλο «Ελύθη το ζήτημα του Γεωργικού Επιμελητηρίου» και κάνει αναφορά στην επιστολή που εστάλη από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο προς τον Δημήτριο Γόντικα, στην οποία δηλωνόταν η απόφαση της πολιτικής ηγεσίας, σε σχέση με το ζήτημα αυτό.

Στις 15 Φεβρουαρίου 1931, επίσης με πρωτοσέλιδο δημοσίευμα, η εφημερίδα «Πατρίς» αναγγέλλει την έκδοση του διατάγματος περί της ίδρυσης του Γεωργικού Επιμελητηρίου Ηλείας.

Το Γεωργικό Επιμελητήριο Ηλείας ήρθε να προστεθεί σε μια πλειάδα θεσμών και οργανώσεων δημόσιου και ιδιωτικού χαρακτήρα, που προϋπήρχαν στον Πύργο, η ύπαρξη των οποίων δήλωνε την παρουσία μιας πολύ πυκνής κοινωνικής και οικονομικής ζωής στην περιοχή μας.

Από το 1931, οπότε και ιδρύθηκε το Γεωργικό Επιμελητήριο Ηλείας μέχρι το 1937-38, υπάρχει πληθώρα δημοσιευμάτων στον τοπικό τύπο σχετικά με την δράση του θεσμού, τις διοικήσεις του, και ιδιαίτερα του προέδρου του Λεωνίδα Μερκούρη, με την πολύπτυχη προσωπικότητα, τις ρηξικέλευθες ιδέες και τις καινοτόμες πρακτικές, στον οποίο αναφέρθηκε αναλυτικά ο εγγονός του κ. Βασίλης Κανελλακόπουλος, τις αντιθέσεις ή και τις συμπλεύσεις μεταξύ των μελών του, τον τρόπο λειτουργίας του, τις αρχαιρεσίες, τις τοποθετήσεις της διοίκησής του πάνω σε ζητήματα που είχαν να κάνουν με την παραγωγή, το κεφαλαιώδες, για την περιοχή μας σταφιδικό ζήτημα, τις σχέσεις με άλλους θεσμούς και φορείς, όπως τον Α.Σ.Ο. (που είχε ιδρυθεί το 1925), το Ινστιτούτο Σταφίδας, το τότε Περιφερειακό Επιμελητήριο Ηλείας, τους Γεωργικούς Συνεταιρισμούς, τη Λιμενική Επιτροπή Κατακώλου, τις σχέσεις του με τα Γεωργικά Επιμελητήρια άλλων νομών, καθώς και τις Συνελεύσεις των Γεωργικών Επιμελητηρίων.

Επίσης ιδιαίτερη παρουσία στις στήλες των εφημερίδων εκείνης της εποχής, έχουν οι παράλληλοι θεσμοί όπως το Γεωργικό Ταμείο Πύργου (δηλαδή ο Γεωργικός Πιστωτικός Συνεταιρισμός Πύργου), με πρόεδρο, κατά τη δεκαετία του 1930, τον Ιωάννη Κωστόπουλο, το Ταμείο Ασφαλείας Κατά Χαλάζης και Παγετών, το Υδραυλικό Ταμείο Ηλειακού Κάμπου, οργανισμός ο οποίος είχε ως αντικείμενο την άρδευση της πεδινής Ηλείας και, τέλος, το Ταμείο Πρόνοιας Ελαιοπαραγωγής Ηλείας, το οποίο ιδρύθηκε με διάταγμα που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ αρ. 125 της 14ης Ιουλίου 1928. Για το φορέα αυτόν, επίσης, τα δημοσιεύματα στον τοπικό τύπο της εποχής είναι πάρα πολλά.

Επίσης, κατά την εξαντλητική έρευνα που πραγματοποιήθηκε στον τοπικό τύπο από τα τέλη του 19ου αιώνα έως και το 1941 διαπιστώθηκε ότι στην περιοχή της Ηλείας λειτουργούσαν η Κτηματική Συνεταιριστική Τράπεζα Πύργου, η Κεντρική Σταφιδοκτηματική Τράπεζα Αμαλιάδος (Ένωση Συνεταιρισμών Αμαλιάδος), η Κεντρική Αγροτική Τράπεζα Αρηνοφιγαλείας, καθώς, επίσης, και η Κεντρική Συνεργατική Τράπεζα Ηλείας (δηλαδή η Ένωσις Συνεταιρισμών) με διευθυντή τον Γεώργιο Καραθάνο, κατά τη δεκαετία του 1930.

Στη συνέχεια, το καθεστώς της 4ης Αυγούστου υποβάθμισε, αρχικά τη σημασία του θεσμού των Γεωργικών Επιμελητηρίων, ενώ στη συνέχεια τα κατήργησε. Είναι προφανές ότι η αντίληψη που είχε το καθεστώς αυτό σχετικά με τον τρόπο που θα έπρεπε να εκλαμβάνεται η έννοια του εκσυγχρονισμού ήταν, μάλλον διαφορετικός από τον τρόπο με τον οποίο τον αντιλαμβάνονταν οι φορείς του αστικού εκσυγχρονισμού.

Συγκεκριμένα, στις 5 Οκτωβρίου 1937 ανακοινώνεται ότι από τις 15 του ιδίου μηνός θα αρχίσει η λειτουργία των Γεωργικών Ταμείων, ενώ ανακοινώνεται ότι τα Γ.Ε. γίνονται καθαρά επαγγελματικοί οργανισμοί. Τα οικονομικά των Γ. Ε. εξαρτώνται πλέον από τα Γεωργικά Ταμεία και, επίσης, η αρμοδιότητα φυτωρίων και γεωργικών σταθμών περνά στα δεύτερα. Τα Ελαιοταμεία καταργούνται και οι αρμοδιότητες περνούν στα Γεωργικά Ταμεία.

Στη συνέχεια, στις 12 Νοεμβρίου 1938 ανακοινώνεται η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου σχετικά με την κατάργηση των Γεωργικών Επιμελητηρίων και την ίδρυση των Οίκων του Αγρότου, θεσμός που αντικατέστησε τα πρώτα.

Όσον αφορά την Ηλεία, στις 24 Ιουνίου 1939 δημοσιεύεται η προκήρυξη πρόχειρου διαγωνισμού για τη μίσθωση ακινήτου, που θα γίνει την 1η Σεπτεμβρίου, για τη μίσθωση ακινήτου που θα στεγάσει τα γραφεία του Οίκου του Αγρότου. Την προκήρυξη υπογράφει ο Βασίλειος Πουλόπουλος.

Στις 20 Ιουλίου 1940 υπάρχει δημοσιευμένη εγκύκλιος του νομάρχη Ηλείας Σπύρου Διαμαντόπουλου, με ημερομηνία 18 Ιουλίου 1940. Το δημοσίευμα της εγκυκλίου έχει τίτλο «Ο Οίκος του Αγρότου και το Κράτος». Η εγκύκλιος απευθύνεται προς όλους τους αρμοδίους. Είναι αποκαλυπτική για το πώς αντιλαμβάνεται το μεταξικό κράτος τη λειτουργία του νέου θεσμού. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι ο νέος οργανισμός αποτελεί «την Πολιτικήν, Κοινωνικήν και Επαγγελματικήν οργάνωσην της Γεωργικής Τάξεως στα πλαίσια του Νέου Κράτους της 4ης Αυγούστου. Οργανισμός…για την Πολιτική ανύψωση του Αγροτικού Κόσμου" και τονίζει όχι κομματικής αλλά από την άποψη της εθνικής πολιτικής. Επίσης, επισημαίνεται η προσωπική ηγεσία του αρχηγού του Κράτους Ιωάννη Μεταξά.

Η εγκύκλιος αυτή του νομάρχη Ηλείας Διαμαντόπουλου αποτελεί ουσιαστικά απόδειξη της επιδίωξης του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, για μια κορπορατιστική, δηλαδή συντεχνιακή δόμηση της κοινωνίας, με ταυτόχρονη αποδόμηση της πολιτικής, όπου δηλαδή τα πολιτικά κόμματα δεν έχουν θέση και υποκαθίστανται από τις επαγγελματικές οργανώσεις.

Σε σχέση με το σήμερα, ο νομός Ηλείας που παραδοσιακά χαρακτηρίζεται από τη σπουδαιότητα του πρωτογενούς τομέα παραγωγής καλείται να ανταποκριθεί, όπως άλλωστε το σύνολο της εθνικής μας οικονομίας στις δραματικές αλλαγές που επέρχονται λόγω της παγκοσμιοποίησης. Μεγάλες χώρες της Ασίας που τις χαρακτηρίζουν η ύπαρξη πολύ χαμηλού εργατικού κόστους, αλλά και η κατοχή μιας στοιχειώδους εξειδίκευσης του εργατικού τους δυναμικού έχουν, εδώ και αρκετό καιρό, εισαχθεί στο παγκόσμιο οικονομικό στερέωμα και κυριαρχούν, ιδιαίτερα όσον αφορά την παραγωγή των υλικών αγαθών, αλλά και των υπηρεσιών. Εκτός αυτών, υπάρχουν και οι αναδυόμενες οικονομίες της Λατινικής Αμερικής και της Αφρικής που έχουν εισαχθεί στη διαδικασία, με διαφορετικούς όρους.

Ο διεθνής καταμερισμός εργασίας έχει αλλάξει δραματικά, η φτώχια έχει περιοριστεί σε πολλές από τις αναπτυσσόμενες χώρες, ενώ οι παραδοσιακά αναπτυγμένες χώρες καλούνται να αντιμετωπίσουν τα νέα δεδομένα έγκαιρα και αποτελεσματικά, με έμφαση στην ανάπτυξη και την απασχόληση.

Ο πρωτογενής τομέας της παραγωγής δεν έχει μείνει ανεπηρέαστος από αυτή τη διαδικασία.

Το κόστος της παραγωγής, η παραγωγικότητα, η αποδοτικότητα, η ανταγωνιστικότητα, η εξωστρέφεια είναι έννοιες που όλο και περισσότερο διαδραματίζουν έναν αυξημένο ρόλο. Η ορθολογική οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας και στον τομέα αυτόν, η απόδοση αυξημένης σημασίας στην οικονομική πτυχή, η απόδοση της δέουσας σημασίας στην εμπορία και τη διαφήμιση του προϊόντος και πιο συγκεκριμένα ο προσανατολισμός της διάθεσης της παραγωγής στο εσωτερικό ή/και στο εξωτερικό, η συνολικότερη στήριξη των παραγωγών στο εγχείρημά τους είναι έννοιες πρωταρχικής σημασίας.

Η απάντηση σε βασικά ερωτήματα όπως τι παράγουμε, σε τι ποσότητες, ποιότητες και ποικιλίες, πως το παράγουμε, πως το προωθούμε στην αγορά, σε ποιους καταναλωτές απευθυνόμαστε, ποια είναι τα χαρακτηριστικά αυτών και πως θα τους προσεγγίσουμε, η οργάνωση της εφοδιαστικής αλυσίδας, είναι όρος χωρίς τον οποίο δεν μπορούμε να καταστρώσουμε μια πολιτική τόσο σε μακροοικονομικό, όσο και σε μικροοικονομικό επίπεδο.

Εκτός αυτών, η μεταποίηση των προϊόντων του πρωτογενούς τομέα ανέκαθεν αποτελούσε μια δικλείδα ασφαλείας για την αποτελεσματική και οικονομικά αποδοτική διάθεσή τους. Η μεταποίηση επιμηκύνει κατά πολύ τον χρονικό ορίζοντα της ζωής του προϊόντος, δηλαδή προσδίδει στο προϊόν πολύ μεγαλύτερη ελαστικότητα προσφοράς και δημιουργεί προστιθέμενη αξία σε εθνικοοικονομικό επίπεδο, με όλα τα θετικά επακόλουθα, επιτρέπει δε την επίτευξη υψηλότερων τιμών διάθεσης και μεγαλύτερη διείσδυση στις αγορές.

Επιπροσθέτως, η ιδιομορφία, στην ελληνική περίπτωση, του μικρού και κατακερματισμένου κλήρου, αλλά και η παραγωγή προϊόντων σε μικρότερες ποσότητες, αλλά υψηλότερης ποιότητας, είναι στοιχεία για τα οποία θα πρέπει να ληφθούν ιδιαίτερες πρόνοιες τόσο όσον αφορά το κόστος παραγωγής και διάθεσης όσο και την πολιτική marketing που θα πρέπει να ακολουθηθεί.

Ταυτόχρονα απαιτείται ένα συνολικό όραμα τόσο για την ελληνική οικονομία και, επομένως, και για την ανάπτυξη του πρωτογενούς τομέα παραγωγής. Στόχος θα πρέπει να είναι η συνολική ανασυγκρότηση του τελευταίου, μέσω της υλοποίησης ενός δυναμικού προγράμματος Αγροτικής Ανάπτυξης της χώρας μας που θα στοχεύει στον διαρθρωτικό εκσυγχρονισμό της γεωργίας και στην ανάπτυξη της υπαίθρου, με την βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, τη μείωση του κόστους, την αύξηση της παραγωγικότητας, τη βελτίωση της ποιότητας, την αύξηση της παραγόμενης προστιθέμενης αξίας, την προβολή του προτύπου της ελληνικής διατροφής, την βελτιστοποίηση του συστήματος πιστοποίησης ελέγχου και διάχυσης της γνώσης και της καινοτομίας και γενικότερα την εφαρμογή μιας ανασχεδιασμένης τομεακής στρατηγικής τόσο στο παραγωγικό όσο και στο εξαγωγικό επίπεδο.

Η αναγκαιότητα αυτή γίνεται πιο επιτακτική από το γεγονός ότι στην ελληνική περίπτωση το καπιταλιστικό φαινόμενο και η διαδικασία της εκβιομηχάνισης, του εκσυγχρονισμού και του εξευρωπαϊσμού δεν είχαν χαρακτηριστικά αυθόρμητης κίνησης και αυτοματισμού. Επιπρόσθετα δε, η διαδικασία της αστικοποίησης υπήρξε ατελής. Αυτός είναι και ο λόγος που, στην ελληνική, τουλάχιστον περίπτωση, η συμμετοχή του πρωτογενούς τομέα της παραγωγής τόσο όσον αφορά τον πληθυσμό, όσο και το ΑΕΠ είναι εξαιρετικά μεγάλη.

Πρέπει, δε, να επισημανθεί ότι, πέραν της άμεσης απασχόλησης, ο αγροτικός τομέας αποτελεί βασικό τροφοδότη για μια αλυσίδα προϊόντων και υπηρεσιών και συνεπώς δημιουργεί σε δεύτερο επίπεδο, πολλαπλασιαστικά οφέλη για την απασχόληση και την οικονομία. Η αντοχή που δείχνει ο αγροτικός τομέας, κατά την περίοδο της ύφεσης, δεν πρέπει να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τα πράγματα βαίνουν καλώς. Αντίθετα, τα στοιχεία δείχνουν ότι κατά τη διάρκεια της ύφεσης στην οικονομία διαπιστώνεται μεγάλη αύξηση του κόστους παραγωγής και της φορολογίας και συνεπακόλουθα, μείωση του αγροτικού εισοδήματος, η οποία  στο διάστημα της πενταετίας 2009-2013, ανέρχεται στις 13 ποσοστιαίες μονάδες, πτώση η οποία σε απόλυτο μέγεθος αντιστοιχεί σε απώλεια της τάξεως των 922 εκατ. ευρώ περίπου.

Η μείωση του συνολικού αγροτικού εισοδήματος κάνει ακόμα μεγαλύτερη την εξάρτηση του Έλληνα αγρότη από τις κοινοτικές επιδοτήσεις, οι οποίες στο σύνολό τους ξεπερνούν, ετησίως, τα 3 δις. ευρώ και αποτελούν το 46,15 % της είσπραξης των παραγωγών. 

Σημαντική, επίσης, εμφανίζεται η συνεισφορά των αγροτικών προϊόντων στο εξωτερικό εμπορικό ισοζύγιο της χώρας, παρουσιάζοντας σταθερότητα και δυναμισμό ακόμα και σε αυτήν την περίοδο της ύφεσης στην οικονομία. 

Στη χώρα μας, βεβαίως, παραμένει πολύ ψηλά και η αξία των εισαγόμενων αγροτικών προϊόντων, καλύπτοντας το 12,9% της συνολικής αξίας των εισαγωγών, έναντι του σημαντικά μικρότερου ποσοστού στην Ευρώπη (5,7%), με αποτέλεσμα να διαμορφώνεται αρνητικό ισοζύγιο στο εμπόριο αγροτικών προϊόντων της χώρας, με έλλειμμα το οποίο κατά το 2013 προσεγγίζει τα 1,6  δισ. ευρώ, περίπου.

Επιπροσθέτως, διεύρυνση συμμετοχής του πρωτογενούς τομέα στην ελληνική οικονομία από 3,2% το 2010 σε 3,8% το 2014, διαπιστώνει η Alpha Bank, με την προστιθέμενη αξία του γεωργικού τομέα ν’ αυξάνεται κατά 6,0%, σε τρέχουσες τιμές, στο πρώτο τρίμηνο του 2015 έναντι οριακής αυξήσεώς του στην αντίστοιχη περίοδο του 2014, ενώ η ποσοστιαία συμμετοχή του στη συνολική παραγωγή της ελληνικής οικονομίας αυξήθηκε στο 4,2% στο πρώτο τρίμηνο 2015, από 3,9% στο αντίστοιχο τρίμηνο 2014.. Η τράπεζα εντούτοις τονίζει πως η ύφεση της ελληνικής οικονομίας τα τελευταία χρόνια, δεν φαίνεται να έχει μεταβάλλει ριζικά το παραγωγικό μοντέλο της χώρας.

Έτσι, σε μια εποχή που χαρακτηρίζεται όχι μόνον από αλλαγές, αλλά από ανατροπές, είναι προφανές ότι η ύπαρξη επιμελητηριακής στήριξης στον πρωτογενή τομέα μπορεί να συμβάλλει αποφασιστικά προς την κατεύθυνση του εκσυγχρονισμού του και της μεγιστοποίησης της αποτελεσματικότητάς του. Η παγκοσμιοποίηση, με την είσοδο μεγάλων οικονομιών στην παγκόσμια αγορά, όπως είπαμε, οι ανάγκες που προκύπτουν, οι ιδιαιτερότητες της ελληνικής περίπτωσης, η θέση του ελληνικού πρωτογενούς τομέα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, κάνουν επιτακτική την ανάγκη την ύπαρξη ενός συγκροτημένου φορέα ο οποίος να οργανώνει, να κατευθύνει, να συμβουλεύει, να καταρτίζει, να παρεμβαίνει, να προγραμματίζει, να καταστρώνει και να προάγει την επιχειρηματικότητα στον Τομέα αυτόν.

Σε αυτό, άλλωστε, συνηγορούν το μέγεθος του, η σημασία του για την εθνική μας οικονομία, αλλά επίσης και η σημασία του στα πλαίσια της κρίσης, όπως και η ανάγκη για την επίλυση των διαχρονικών του προβλημάτων. Η αναγκαιότητα αυτή γίνεται ακόμα πιο επιτακτική αν αναλογιστεί κανείς τις άμεσες και τις έμμεσες επιπτώσεις που έχει ο πρωτογενής τομέας της παραγωγής στο σύνολο της οικονομίας και στην αγοραστική δύναμη των καταναλωτών.

Η μεταποίηση, το εμπόριο, οι υπηρεσίες σχετίζονται άμεσα με αυτόν, ενώ ακόμα και ο τουρισμός είναι ακόμα ένας παράγοντας που δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει αναφορικά με την κατανάλωση των προϊόντων του τομέα αυτού, αλλά και τις εξαγωγές.
Επίσης, η στενή συνεργασία των Γεωργικών Επιμελητηρίων με τις Αγροτικές και Γεωργικές Οργανώσεις θα ενισχύσει τη φωνή των παραγωγών σε κάθε επίπεδο. Επιπρόσθετα, τα Γεωργικά Επιμελητήρια, θα μπορέσουν να αναπτύξουν στενούς δεσμούς συνεργασίας και επικοινωνίας με διεθνείς και ευρωπαϊκούς θεσμούς και φορείς.
Τα Γεωργικά-Αγροτικά επιμελητήρια έχουν συσταθεί εδώ και πολλές δεκαετίες σε όλα τα προηγμένα οικονομικά κράτη του κόσμου, αλλά και σε αναπτυσσόμενες χώρες είτε αυτόνομα, είτε υπό τη σκέπη των Επιμελητηρίων και έχουν βοηθήσει ουσιαστικά στην διαδικασία της ανάπτυξής τους.

Είναι αξιοσημείωτο δε, ότι στα δύο χρόνια που μεσολάβησαν ανάμεσα στη συγγραφή του μικρού αυτού βιβλίου και στην έκδοσή του, οι φορείς του αιτήματος για ίδρυση Γεωργικών Επιμελητηρίων έχουν πολλαπλασιαστεί, όπως άλλωστε έχουν πολλαπλασιαστεί και οι σχετικές αναφορές για το ζήτημα.

Ως εκ τούτου, θεωρούμε ότι η επιλογή μας να ασχοληθούμε με το θέμα αυτό είναι εύστοχη, όπως εύστοχη είναι και η επιλογή του Επιμελητηρίου Ηλείας να επικουρήσει την προσπάθειά μας.

Εν κατακλείδι, η ελληνική κοινωνία θα πρέπει να πάψει να πορεύεται σε έναν έντονα ανταγωνιστικό κόσμο δίχως την ύπαρξη ενός ουσιαστικού εκσυγχρονιστικού αιτήματος, το οποίο επανατίθεται, και, επίσης, ενός συνολικού οράματος.

Η ελληνική κοινωνία οφείλει να διαρρήξει τον φαύλο κύκλο, οφείλει να γίνει παραγωγική, να προσελκύσει Άμεσες Ξένες Επενδύσεις, να εκσυγχρονιστεί τεχνολογικά, να πειραματιστεί, να καινοτομήσει, να μιμηθεί κατά παραγωγικό τρόπο, να οργανώσει, τέλος, ορθολογικά την παραγωγική της δομή.

Η επιμελητηριακή στήριξη του πρωτογενούς τομέα κινείται σαφώς προς μια τέτοια κατεύθυνση.

Η ιστορική εμπειρία, η δράση των πολύ κοντινών μας προγόνων μας, οι οποίοι ζούσαν σε μια οικονομία σαφώς φτωχότερη από τη σημερινή, μπορεί να μας προσφέρει εμπειρίες πολύτιμες.

 

Σας ευχαριστώ πολύ για το ενδιαφέρον σας και την προσοχή σας.

Ο αρχιεπίσκοπος της κατοχής Δαμασκηνός Παπανδρέου (1941-1949)

Με την κατάρρευση του μετώπου, επακολούθησε η ξενική κατοχή και η αντίσταση συνάμα του λαού μας. Τότε ακούστηκε και το άλλο όχι, το οποίο διεκήρυξε επισήμως ο Κομοτηναίος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος Φιλιππίδης (1938-1941), ο από Τραπεζούντος, ο οποίος ευθαρσώς αρνήθηκε να συμμετάσχει στην συμβολική παράδοση της πόλεως των Αθηνών και εδήλωσε με παρρησία ότι: «Ο αρχηγός της Εκκλησίας δεν παραδίδει την πρωτεύουσα της πατρίδας του εις ουδένα ξένον. Ο αρχηγός της Εκκλησίας ένα καθήκον έχει: να φροντίσει δια την απελευθέρωσιν αυτής».

Όταν επίσης εζητήθη από τον ίδιο να ορκίσει την πρώτη κατοχική κυβέρνηση Τσολάκογλου, ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος και πάλι αρνήθηκε, λέγοντας ότι: «Ο αρχηγός της Εκκλησίας δεν δύναται να ορκίσει κυβέρνηση σχηματιζόμενη υπό την διοίκηση του εχθρού της πατρίδος».

Αλλά και στον Γερμανό στρατάρχη των κατοχικών δυνάμεων στην Ελλάδα Φον Στούμε, τον οποίο εδέχθη ως επισκέπτη στην Ιερά Αρχιεπισκοπή, «ορθός, ατάραχος και γαλήνιος με ψυχρό και ανέκφραστο ύφος», έδειξε την έντονη δυσφορία του για την υπό των ναζιστικών στρατευμάτων κατάληψη της Ελλάδος. Όταν ο στρατάρχης του είπε: «Ο γερμανικός στρατός δεν έφθασε με εχθρικές διαθέσεις», ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος του απήντησε άφοβα και αυστηρά: «Κύριε στρατάρχα, πρωτίστως ο στρατός σας εισέβαλε σε έναν τόπον του οποίου ο λαός αγωνίσθηκε με πραγματική πίστη για την ελευθερία του … και εξακολουθεί πάντοτε να πιστεύει στα ιδανικά του. Η Ελλαδική Εκκλησία ευρέθη πάντοτε στο πλευρό του ελληνικού λαού στους αγώνες του … και να είσθε βέβαιοι ότι δεν θα λείψει να πράξει το καθήκον της και κατά την κρίσιμη αυτή περίσταση».

Από δε τον Ιούλιο του 1941 νέος Αρχιεπίσκοπος εξελέγη ο από Κορίνθου Δαμασκηνός Παπανδρέου (1941-1949). Ο Χρύσανθος έκτοτε ιδιώτευε, αλλά και εφησυχάζων ενίσχυε κάθε πατριωτική δράση. Ο γνωστός ως «ασύρματος του Δεσπότη» στην κατοχή εκρύπτετο και λειτουργούσε στην κατοικία του, επί της οδού Σουμελά στην Κυψέλη.

Ο αοίδιμος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και μετέπειτα αντιβασιλεύς της Ελλάδος Δαμασκηνός Παπανδρέου (1891-1949) κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής και σε διάφορες περιπτώσεις εκφώνησε λόγους και έδωσε τις πρέπουσες απαντήσεις στις προκλητικές και απειλητικές υποδείξεις των κατακτητών και των προδοτών συνεργατών τους. Αυτά τα ιστορικά ντοκουμέντα δημοσιεύουμε στο παρόν επετειακό άρθρο μας.

Η γερμανική κατοχή ανέδειξε το μέγεθος της ψυχικής δυνάμεως και της γενναιότητος του αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού. Όταν δηλαδή οι Γερμανοί εζήτησαν να επιστρατευτούν Έλληνες πολίτες για να σταλούν στο ρωσικό μέτωπο, ο Δαμασκηνός αντέδρασε με όλη του τη δύναμη για να αποφύγει η χώρα την εθνική αυτή συμφορά. Είχε κατηγορήσει ευθέως και απροκάλυπτα τους Γερμανούς κατακτητές από τον άμβωνα πολλές φορές, με αποτέλεσμα ο κατοχικός πρωθυπουργός Γ. Τσολάκογλου να τον απειλήσει λέγοντάς του: «Μακαριώτατε, προσέχετε μήπως οι Γερμανοί σας τουφεκίσουν» και ο Δαμασκηνός με το γνώριμο ύφος του απήντησε: «Οι στρατηγοί τουφεκίζονται, οι αρχιερείς απαγχονίζονται και είμαι έτοιμος προς τούτο».

Όσες φορές πάλι η γερμανική διοίκηση ζητούσε κατάσταση με τα ονόματα των ομήρων, ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός έγραφε πρώτο το όνομά του στην κατάσταση.

Έτσι οι Γερμανοί ματαίωναν την εκτέλεση των Ελλήνων αγωνιστών. Όταν κατά την διάρκεια της γερμανικής κατοχής επεχείρησε ο εχθρός να τον πείσει και να τον εκφοβίσει λέγοντάς του, ότι υπάρχει και ο βίαιος θάνατος, ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός απαντούσε με την φράση του αγωνιστή Κανάρη «Δαμασκηνέ, είσαι έτοιμος να πεθάνεις». Άφωνοι έμεναν κάθε φορά οι Γερμανοί.

Ήταν οι αρχές του έτους 1942, όταν οι στερήσεις και η πείνα με σύμμαχο τον βαρύτατο χειμώνα αποδεκάτιζαν τον ελληνικό λαό και κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας (Αθήνα, Πειραιά, κ.α.). Και τότε ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός δεν παρέμεινε άπραγος ενώπιον του πόνου και του αφανισμού του ελληνικού λαού και έστειλε στον πατριάρχη Αλεξανδρείας Χριστόφορο το παρακάτω τηλεγράφημα: «Ελληνικός λαός αποθνήσκει εκ πείνης. Ελληνική φυλή εξολοθρεύεται. Ποιούμεθα έκκλησιν και ικετεύομεν εκ βαθέων ψυχής ευρεθή τρόπος σταλούν οπωσδήποτε τρόφιμα, πάση θυσία. Θέτομεν διάθεσιν υμών άπασαν περιουσίαν Εκκλησίας Ελλάδος, άμφια ιερέων, αρχιερέων και τιμαλφή ναών και μονών.

+ Ο Αθηνών Δαμασκηνός».

Μοναδικό ντοκουμέντο της γενναιότητος του αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού είναι ο λόγος που εξεφώνησε κατά την κηδεία του μεγάλου μας ποιητού Κωστή Παλαμά (1943), για την απώλεια του οποίου είπε: «Πενθεί η Ελλάς το μεγάλο της τέκνο. Μέσα στα δάκρυα και τους στεναγμούς της ξενικής κατοχής αποχαιρετά τον Κωστή Παλαμά, τον μεγάλο της ποιητή, που την έψαλλε στους στίχους του με λόγια προφητικά, δυνατά, αληθινά, λόγια που συγκλονίζουν βαθειά την ψυχή και μεταρσιώνουν και καλύπτουν την ιστορία αιώνων μακρών».

Την Μεγάλη Παρασκευή του 1943 και κατά την ακολουθία της αποκαθηλώσεως ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός με αφορμή τις πολλές, μεγάλες και τρομακτικές δοκιμασίες του ελληνικού λαού και ενώπιων των μυστικών πρακτόρων των κατακτητών είπε τα ακόλουθα: «Σήμερον… ο καθένας μας φέρει τον σταυρό της δοκιμασίας του. Ο καθένας μας προχωρεί με βήμα βραδύ προς το δικό του Γολγοθά μέσα από πίκρες και θλίψεις. Οι πάντες υφιστάμεθα δεινά και στερήσεις και λύπες πολλές. Καθημερινώς πίνουμε το ποτήριο της οδύνης.

Στο μέσον όμως της μεγάλης δοκιμασίας αντλούμε παρηγοριά και ανακούφιση, ενθυμούμενοι και παρακολουθούντες την αγωνία του Λυτρωτού μέχρι της Αναστάσεώς του, η οποία επισφραγίζει την νίκην του επί των δυνάμεων του κακού και του σκότους.

Παρηγορούμεθα και εγκαρτερούμε. Εγκαρτερούμε και ελπίζουμε. Ελπίζουμε και πιστεύουμε. Πιστεύουμε στην ημέρα της δικαιώσεως, στην λαμπροφόρο ημέρα της Αναστάσεως, στην απαλλαγή της πατρίδος μας από τα δεσμά της δουλείας του αλλοτρίου. Πιστεύουμε στην μεγάλη πανήγυρι της σωτηρίας.

Διερχόμεθα σήμερα και εμείς οι Έλληνες ορθόδοξοι χριστιανοί την τραγωδία του πάθους, με μόνη την προστασία του Παναγάθου Θεού. Στερούμεθα και σιωπούμε. Αδικούμεθα και εγκαρτερούμε.

Δεν είμεθα κύριοι στον οίκο μας και υπομένουμε, ευρισκόμενοι υπό το πέλμα κατακτητών. Ευτυχώς, ούτε ο πόνος, ούτε οι στερήσεις κάμπτουν το θάρρος μας, ούτε και είναι δυνατόν να μας απομακρύνουν από την γραμμή του καθήκοντός μας.

Και αν για μία στιγμή αποκαρδιωμένοι αναφωνήσουμε: «Πάτερ, ει δυνατόν παρελθέτω αφ’ ημών το ποτήριον τούτο», το πνεύμα της εγκαρτερήσεως και των θυσιών ανακτά πάνω μας την κυριαρχία του.

Διότι δεν είναι δυνατόν, δεν έχουμε το δικαίωμα να διαψεύσουμε την παράδοση τόσων αιώνων, παράδοση εθνική και χριστιανική, και να λιποψυχήσουμε στο μέσον του δρόμου. Αδελφοί Έλληνες, τέκνα της Εκκλησίας του Χριστού και της Ελλάδος … τα βαρειά και σκοτεινά νέφη, που καλύπτουν τον ουρανό της πατρίδος, συντόμως θα διαλυθούν και θα διασκορπιστούν και θα λάμψει πάλι ο ζωογόνος ήλιος της ελευθερίας».

Όταν τον Γενάρη του 1944 εκτέλεσαν πολλούς φυλακισμένους Έλληνες και δεν έδιδαν στους συγγενείς τους τα ονόματα των νεκρών, ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός επεσκέφθη την ανώτατη στρατιωτική γερμανική διοίκηση και μίλησε με σκληρή γλώσσα στους κατακτητές: «Εκτελέσατε τόσους Έλληνες πατριώτες, δεν καλέσατε ιερείς να εξομολο­γήσουν και να κοινωνήσουν τους μάρτυρες, στερώντας τους ακόμη και αυτή την ύστατη παρηγοριά της θρησκείας μας. Απαιτώ να μου δώσετε τα ονόματα των εκτελεσθέντων και να παύσει η αγωνία των πολλών άλλων χιλιάδων συγγενών των Ελλήνων, που έχετε φυλακισμένους και οι συγγενείς των θυμάτων, πατέρες, μητέρες, παιδιά, σύζυγοι, φίλοι και αγαπημένοι, να εκδηλώσουν τον σπαραγμό και τον πόνο τους, να υψώσουν ένα σταυ­ρό με το όνομά τους στο μνήμα τους…».

Οι Γερμανοί επέμεναν στην άρνησή τους να δώσουν τα ονόματα των εκτελεσθέντων και τότε ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός τους έστειλε το εξής μήνυμα: «Θα προβώ στην εκσκα­φή των νεκρών, για να αναγνωρισθούν οι εκτελεσθέντες και, αν νομίζετε, ας επιχειρήσετε να με εμποδίσετε». Τελικώς ο Δαμασκηνός έλαβε και τα ονόματα και τους εκτελεσθέντες νεκρούς.

Τέλος, τον Μάιο του 1944, όταν είχε αρχίσει η κάμψη της Γερμανίας, ένας ανώτερος Γερμανός αξιωματικός επεσκέφθη στην οικία του τον αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό, ο οποίος τις ημέρες εκείνες ήταν ασθενής και κλινήρης. Ο αξιωματικός μετέφερε στον αρχιεπίσκοπο την εντολή του ιδίου του Χίτλερ ότι έπρεπε να τον προστατεύσουν και να τον μεταφέρουν στην Γερμανία για ασφάλεια, λέγοντάς του: «Μακαριώτατε, παρακα­λείσθε συνεπώς, να ετοιμασθείτε». Ο δε Αρχιεπίσκοπος, αν και ασθενής, απάντησε ατάραχος και με αυστηρό ύφος: «Ευχαριστώ για το ενδιαφέρον σας, αλλά δεν πρόκειται ποτέ να εγκαταλείψω την πατρίδα μου επ’ ουδενί λόγω. Εάν επιμένετε, μπορείτε να με μετακινήσετε, αλλά μόνον νεκρόν».

Αυτός υπήρξε ο εθνικός και θρησκευτικός γίγαντας της Ελλάδος, ο Αρχιεπίσκοπος Αθη­νών Δαμασκηνός Παπανδρέου. Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδος έγινε αντί βασιλεύς της Ελλάδος και εκοιμήθη στις 20 Μαΐου 1949, σε ηλικία μόλις 58 ετών.

Πηγή: Διμηνιαίο Περιοδικό Ιεράς Μητροπόλεως Βεροίας Ναούσης και Καμπανίας «Παύλειος Λόγος», τεύχος 123, Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 2016.

Ιωάννης Σιδηράς, Θεολόγος-Εκκλησιαστικός Ιστορικός-Νομικός

Αναδημοσίευση από το https://www.pemptousia.gr

ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΣΑΜΟΥ (2/3/1913)

 

Οι Σαμιώτες, βλέποντας στον ορίζοντα ελληνικά πλοία να πλέουν προς το νησί τους, άρχισαν τους πανηγυρισμούς και τις κωδωνοκρουσίες. Τα πλοία που κατευθύνονταν προς τη Σάμο ήταν το θωρηκτό πλοίο «Σπέτσαι», ένα εμπορικό και δύο αντιτορπιλικά το «Νίκη» και το «Βέλος». Ακόμα, παρόν ήταν και το μεταγωγικό «Θεσσαλία».

Ο υποπλοίαρχος Πλατσούκας και οι άνδρες του με βάρκες αποβιβάστηκαν στην ξηρά από το «Σπέτσαι». Ο πρόεδρος της Γενικής Συνέλευσης του νησιού, Θεοτόκης, τον υποδέχθηκε θερμά. Κατευθύνθηκαν στο Διοικητήριο. Εκεί βγήκαν μαζί στον εξώστη και ανέγνωσαν δημοσίως το έγγραφο της κατάληψης του νησιού της Σάμου.

Η κατάληψη έγινε εξ ονόματος του πλοιάρχου Γκίνη του θωρηκτού «Σπέτσαι» ύστερα από διαταγή του Υποναύαρχου, Παύλου Κουντουριώτη.

ΠΩΣ Η «ΙΔΙΟΤΥΠΗ» ΣΑΜΟΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ (το ιστορικό)

Η Υψηλή Πύλη από το 1832 είχε αναγνωρίσει ένα ιδιότυπο καθεστώς για το νησί της Σάμου. Κηρύχθηκε σε Ηγεμονία με δικό του ηγεμόνα, αλλά συνέχισε να είναι υποτελές στην Πύλη. Ο ηγεμόνας ήταν κάθε φορά χριστιανός ορθόδοξος και διοριζόταν από τον Σουλτάνο.

Η Σάμος από τον Απρίλιο του 1821 που κηρύχθηκε η επανάσταση στο Βαθύ και για 13 χρόνια, με τον Κωνσταντίνο Λαχανά αλλά κι αργότερα με επικεφαλής τον Λυκούργο Λογοθέτη κι άλλους οπλαρχηγούς στο Καρλόβασι, κρατήθηκε ελεύθερη με εξαίρεση τον Κάβο Φονιά.

Οι Σαμιώτες κρυμμένοι στα ακρογιάλια του νησιού μάχονταν, για να μην επιτρέψουν στους Τούρκους να πατήσουν στο νησί. Σε κρίσιμες στιγμές συνέδραμε και το Ελληνικό ναυτικό, ώστε να μην καταστραφεί το νησί.

Το 1834 οι τρεις μεγάλες δυνάμεις Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία σε συμφωνία με το Σουλτάνο διαμόρφωσαν το νέο καθεστώς στο νησί. Η Σάμος με την προστασία των Μεγάλων Δυνάμεων θα διοικείτο από Χριστιανό Ηγεμόνα, διορισμένο από τον Σουλτάνο, με περιορισμένα προνόμια και καθεστώς υποτέλειας για το λαό.

Οι κάτοικοι όμως δε συμβιβάστηκαν. Όλοι οι προύχοντες (εξήντα σε αριθμό) μαζί με τον Μητροπολίτη Κύριλλο πήραν το δρόμο της προσφυγιάς. Οι περισσότεροι εγκαταστάθηκαν στην Εύβοια, κυρίως, και στη Χαλκιδική. Αυτούς ακολούθησαν και περισσότεροι από 4.000 κάτοικοι του νησιού. Το καθεστώς αυτό διήρκεσε 78 χρόνια και πέρασαν 18 ηγεμόνες, εν συνόλω, από τη Σάμο.

Σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα οι Σαμιώτες πάλευαν για τα δικαιώματά τους και την ελευθερία τους. Πολλούς από τους ηγεμόνες με τον αυταρχισμό τους κατάφεραν να τους στείλουν οι Σαμιώτες πίσω στην Τουρκία, διότι δε δέχονταν την καταπίεση που οι ηγεμόνες ασκούσαν.

Έτσι, λίγο πριν την έναρξη των Βαλκανικών πολέμων του 1912, ηγεμόνας ήταν ο Ανδρέας Κοπάσης. Τουρκόφιλος, αυταρχικός, είχε καταπατήσει σχεδόν όλα δικαιώματα των Σαμιωτών. Είχε φέρει μάλιστα και αρκετό Τουρκικό στρατό με τη δικαιολογία να διατηρήσει την τάξη στο νησί. Για αυτές του τις ενέργειες δολοφονήθηκε στις 9 Μαρτίου στην παραλία του Βαθιού της Σάμου, από τον Σταύρο Δημητρίου Μπαρέτη που καταγόταν από το χωριό Μπαλάφτσα της Μακεδονίας.

Ηγεμόνας τότε διορίζεται ο Βεγλερής και ο Τουρκικός στρατός παραμένει στην Σάμο ενισχυμένος και με νέες δυνάμεις που καταφθάνουν από τη Μικρασιατική ακτή. Έτσι καταλύεται κάθε έννοια νομιμότητας και δημοκρατίας.

Στις 7 Σεπτεμβρίου όμως, μια ομάδα ενόπλων Σαμιωτών με επικεφαλής το Θεμιστοκλή Σοφούλη, αποβιβάζεται στο Μαραθόκαμπο. Η είδηση γίνεται αμέσως γνωστή σε ολόκληρο το νησί και την ίδια ημέρα στο Καρλόβασι συγκεντρώνονται πολλές εκατοντάδες ένοπλων κατοίκων του νησιού μαζί και οι κάτοικοι του Καρλοβασίου και προβαίνουν σε συλλαλητήριο. Ακολούθως, μετά από τις ομιλίες, του Θεμιστοκλή Σοφούλη και του Εμμανουήλ Βλιάμου, δια βοής, εγκρίνουν το ακόλουθο ψήφισμα:

ΨΗΦΙΣΜΑ

1. Να εφαρμοσθεί εν τη πλήρει και αληθή αυτού έννοια ο προνομιακός χάρτης του 1832.

2. Nα αποσυρθεί ολοτελώς εκ τη νήσου ημών ο παρά τας ρητάς διατάξεις του προνομιακού χάρτου παραμένων τουρκικός στρατός.

3. Να δοθώσιν οι προσήκουσαι εγγυήσεις περί της τηρήσεως και εφαρμογής των τω μέλλοντι των προνομίων ημών, καθισταμένου νομίμου και ανεπηρεάστου πάσης επεμβάσεως του ηγεμονικού θεσμού.

4. Δηλοί ότι έχει αμετάτρεπτον απόφασιν όπως εαν και νυν δεν εισακουσθώσι τα δίκαια αιτήματά του διεκδικήσει τα καταπατούμενα δίκαιά του δια παντός μέσου και πάσης θυσίας.

5. Παρέχει πλήρη πληρεξουσιότητα εις τον κ. Θεμιστοκλήν Σοφούλην όπως ενεργήσει προς εκπλήρωσιν των αιτημάτων του.

6. Εκλέγει επιτροπείαν τους υπογεγραμμένους εις ους αναθέτει την εντολήν να υποβάλωσι το παρόν εις την έντιμον Βουλήν των Σαμίων και προς τους κ.κ. Προξένους των εν τη Σάμω προστάτιδων δυνάμεων.

Η επιτροπή του λαού

Ι.Χατζηγιάννης, Αλεξ. Κεντούρης, Ν. Νικολάου, Γ. Ιππ. Αποστόλου, Εμ. Π. Νικολάου, Β. Αναγνώστου, Γ. Κ. Νικολάου, Ν. Κ. Χατζιδάκης, Δ. Κατεβαίνης, Ν. Σαράντου, Σ. Διακοσταμάτης, Στ. Ιγγλέσης, Εμ. Βλιάμος, Δ.Σ. Πανέρης, Κ.Δ. Μουρμούρης, Π. Γιανής, Γ.Δ. Νικολαϊδης, Αρ. Ιωαννίδης, Στ. Κατεβαίνης.

Το Σεπτέμβριο του 1912 ο Θεμιστοκλής Σοφούλης με ομάδα ένοπλων οπαδών του αποβιβάστηκε στη Σάμο και κήρυξε επανάσταση εναντίον του τοπικού ηγεμόνα και της υποτέλειας στην Τουρκία.

Ακολούθως, ο Θεμιστοκλής Σοφούλης συντάσσει προκήρυξη με πατριωτικό περιεχόμενο, προς τον λαό της Σάμου κι εκατοντάδες ένοπλοι πηγαίνουν στους Μυτιληνιούς να καταταγούν, όπου ο Σοφούλης είχε το αρχηγείο του.

Οι εξελίξεις πλέον είναι ραγδαίες. Αρχίζουν οι συγκρούσεις με τους Τούρκους που εν τω μεταξύ είχαν ενισχυθεί με πυροβολικό στην περιοχή Παλαιοκάστρου και στη θέση Μπαϊρακτάρη. Ο Θ. Σοφούλης μεταφέρει το αρχηγείο του στη Βρύση του Ζερβού, ώστε εύκολα να επιβλέπει τις επιχειρήσεις εναντίον των Τούρκων.

Η μάχη στον Μπαϊρακτάρη κράτησε ολόκληρη ημέρα με αρκετούς νεκρούς και τραυματίες. Όμως μετά από παρέμβαση του Προξένου της Αγγλίας, Λούη Μάρκ , έγινε πενθήμερη ανακωχή (από 13 έως 18 Σεπτέμβρη).

Οι Έλληνες κάτοικοι της ανατολικής και δυτικής Σάμου πηγαίνουν τότε για προστασία στο Βαθύ. Στην περιοχή Παλαιοκάστρου και Μεσόκαμπου οι Τούρκοι καίνε τις οικίες, τις σοδειές, τα καπνά και όλα τα υπάρχοντα των κατοίκων. Οι κάτοικοι από το Πάνω Βαθύ μαθαίνουν τι έγινε και κατεβαίνουν στο Κάτω Βαθύ για μεγαλύτερη ασφάλεια. Μετά την ανακωχή ακολούθησαν διαπραγματεύσεις και συμφωνήθηκε να εγγυηθούν οι αρχές του νησιού με τις Προστάτιδες δυνάμεις την ασφαλή μεταφορά του Τουρκικού στρατού στην απέναντι ακτή. Έτσι, στις 18 Σεπτεμβρίου / 10 Οκτωβρίου 1912 ο Τουρκικός στρατός κι ηγεμόνας Βεγλερής εγκατάλειψαν τη Σάμο.

Με παρέμβαση του Σοφούλη οι Τούρκοι στρατιώτες μεταφέρονται στη Μικρασιατική ακτή με Σαμιώτικα καΐκια που φέρουν τη σημαία της ηγεμονίας. Με την αποχώρηση του Τουρκικού στρατού ο λαός πανηγυρίζει.

Στις 19 Σεπτεμβρίου του 1912 το βράδυ ο Θεμιστοκλής Σοφούλης με νέα προκήρυξη επισημαίνει ότι «η μόνη κυρίαρχος και έγκυρος εν τω τόπω εξουσία είναι η επανάστασις».

Στις 5 Οκτωβρίου 1912 ξεκινούν οι Βαλκανικοί πόλεμοι. Τον Νοέμβριο 500 εθελοντές Σαμιώτες, με επικεφαλής τον Σοφούλη, πηγαίνουν στην Αθήνα, για να γίνει συνεννόηση για την ένωσή τους με την υπόλοιπη ελεύθερη Ελλάδα. Τότε δίνουν για την ενίσχυση του Ελληνικού Στρατού ένα σημαντικό χρηματικό ποσό από εράνους που πραγματοποίησαν.

Ο Σοφούλης συνεννοείται με τον Ελ. Βενιζέλο για την ένωση της Σάμου και επιστρέφοντας στις 10 του Νοέμβρη στο νησί, κηρύττει την Ένωση της Σάμου με την Ελλάδα. Ειδοποιείται ο Ηγεμόνας του νησιού να εγκαταλείψει το νησί και την επομένη 11η του μήνα ημέρα Κυριακή και ώρα 2:00 μ.μ., πηγαίνει στην Εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα, στο Βαθύ, ο Θεμιστοκλής Σοφούλης συνοδευόμενος από τις αρχές του νησιού (εκτός από τον Ηγεμόνα, που είχε ειδοποιηθεί να εγκαταλείψει το Ηγεμονικό μέγαρο). Οι κάτοικοι είχαν κατακλύσει την εκκλησία και τους γύρω χώρους , οι καμπάνες χτυπούσαν χαρμόσυνα και η γαλανόλευκη κυμάτιζε. Τότε ο Σοφούλης, με δάκρυα στα μάτια, διακήρυξε την πανηγυρική ένωση της Σάμου με την Ελλάδα.

Όμως η επίσημη αναγνώριση δεν είχε ακόμη γίνει από την Ελληνική κυβέρνηση. Η Ένωση δεν έγινε αμέσως αποδεκτή (επισήμως) από τον Βενιζέλο, γιατί ο πρωθυπουργός φοβόταν περιπλοκές κι αιματοχυσίες.

Ακολούθησαν πάνδημα συλλαλητήρια στην κυρίως Ελλάδα, και έτσι, στις 2 του Μαρτίου1913 η Ελληνική Κυβέρνηση στέλνει στη Σάμο, το θωρηκτό «Σπέτσαι», συνοδευόμενο από το εμπορικό «Θεσσαλία» με δύο λόχους στρατού για την κατάληψη του νησιού.

Στις 2 Μαρτίου, ημέρα Σάββατο, τα Ελληνικά πλοία αγκυροβολούν στο λιμάνι του Βαθιού. Παράλληλα, περιπολούν ανοιχτά από τη Σάμο τα αντιτορπιλικά «Νίκη» και «Βέλος» που είχαν φτάσει από τη Χίο.

Ο Ελληνικός στρατός γίνεται δεκτός με εκδηλώσεις ενθουσιασμού και τελείται Δοξολογία στη 1:00 μ.μ. στο Μητροπολιτικό ναό του Αγίου Νικολάου. Η ενσωμάτωση της Σάμου με την ελεύθερη Ελλάδα ήταν πλέον πραγματικότητα. Η Σάμος έκτοτε αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της Ελληνικής επικράτειας.

Κατά το διάστημα από την απελευθέρωση της Σάμου (από τους Τούρκους) και μέχρι την ένωσή της με την ελεύθερη Ελλάδα το νησί διοικήθηκε από την Προσωρινή Κυβέρνηση Σάμου με πρόεδρο τον Θ. Σοφούλη.

 

 

Πηγή: http://www.balkanwars.gr

Λου Ριντ 1942 – 2013

 

Αμερικανός συνθέτης, τραγουδιστής και κιθαρίστας, από τις σπουδαιότερες μορφές που ανέδειξε η ροκ μουσική. Έγινε διάσημος τη δεκαετία του '60 με τους θρυλικούς Velvet Underground, ενώ μετά τη διάλυσή τους ακολούθησε μια επιτυχημένη σόλο καριέρα, με σπουδαίους δίσκους και συνεργασίες. Σήμα κατατεθέν του, το τραγούδι Walk on the wild side.


Ο Λου Ριντ (Lou Reed) γεννήθηκε στις 2 Μαρτίου του 1942 στο Μπρούκλιν με το όνομα Λιούις Άλεν Ριντ και μεγάλωσε στο Λονγκ Άιλαντ της Νέας Υόρκης, στους κόλπους μιας εβραϊκής οικογένειας. Από παιδί ονειρευόταν να παίξει μια μέρα ροκ εντ ρολ. Προτού καν ενηλικιωθεί, έμαθε να παίζει κιθάρα, συμμετείχε σε διάφορες σχολικές ροκ μπάντες, ενώ είχε προλάβει να κάνει και την πρώτη του ηχογράφηση.

Μετά την αποφοίτησή του από το Πανεπιστήμιο των Συρακουσών (1964), όπου σπούδασε δημοσιογραφία και σκηνοθεσία, έπιασε δουλειά ως συνθέτης στη δισκογραφική εταιρία Pickwick Records. Το γράψιμο τραγουδιών, όμως, δεν ήταν αυτό που ονειρεύτηκε. Έτσι, την επόμενη χρονιά δημιούργησε με τον ουαλό κιθαρίστα και συνθέτη Τζον Κέιλ, ένα συγκρότημα, το οποίο με την πάροδο του χρόνου μετεξελίχθηκε στους Velvet Underground. Η συνάντησή τους με τον Άντι Γουόρχολ ήταν καθοριστική. Ο «πάπας» της ποπ-αρτ τούς πήρε μαζί του για μια παράσταση πολυμέσων και περιόδευσαν σ' όλη την Αμερική και τον Καναδά, αποσπώντας εντυπωσιακές κριτικές.

Μέσα σε τέσσερα χρόνια, οι Velvet Underground κυκλοφόρησαν ισάριθμους δίσκους. Έως τότε, τα αγαπημένα θέματα του Ριντ ήταν η κακόφημη γειτονιά του, τα ναρκωτικά και ο θάνατος. Μετά την αποχώρησή του, το 1970, ακολούθησε σόλο καριέρα και μετακόμισε στο Λονδίνο. Εκεί γνωρίστηκε με τον Ντέιβιντ Μπάουι, ο οποίος ανέλαβε την παραγωγή στο πρώτο προσωπικό του άλμπουμ, με τίτλο Transformer (1972). Ο δίσκος αυτός περιλαμβάνει και το πιο γνωστό τραγούδι του Ριντ, το Walk on the Wild Side.

Τα επόμενα χρόνια, ο Λου Ριντ επέμενε στο καταθλιπτικό στυλ του, απογοητεύοντας όλο και περισσότερο το κοινό του. Στα μέσα της δεκαετίας του '80 αποφάσισε να κάνει μία στροφή, γράφοντας πιο ρυθμικά και αισιόδοξα τραγούδια. Το άλμπουμ του The Bells συγκρίθηκε από τους κριτικούς με τα κλασσικά Astral Weeks του Βαν Μόρισον και Exile on Main Street των Rolling Stones. Το 1993 ξαναβρέθηκε για τελευταία φορά με τα υπόλοιπα μέλη των Velvet Underground, για μία ευρωπαϊκή περιοδεία. Περίπου μια δεκαετία αργότερα, το 2001, όλοι τον είχαν για νεκρό από υπερβολική δόση ηρωίνης, κάτι τελικά που αποδείχθηκε μία κακόγουστη φάρσα...

Αυτός συνέχισε να εκπλήσσει το κοινό της ροκ μουσικής. Το 2003 κυκλοφόρησε το διπλό CD The Raven, εμπνευσμένο από ομώνυμο ποίημα του Έντγκαρ Άλαν Πόε και ένα ακόμη το 2007 με άμπιεντ μουσική και τίτλο Hudson River Wind Meditation. Το 2011 συνεργάστηκε με τους Metallica στο δίσκο Lulu, που αποτέλεσε και το κύκνειο άσμα του. Μέχρι το τέλος της ζωής παρέμεινε ενεργός συναυλιακά και ήταν τακτικός επισκέπτης της χώρας μας.

Τον Απρίλιο του 2013 υποβλήθηκε σε εγχείρηση μεταμόσχευσης ήπατος στο Κλίβελαντ. Μόλις βγήκε από το νοσοκομείο δήλωσε ότι είναι «δυνατότερος παρά ποτέ». Στις 27 Οκτωβρίου ο Λου Ριντ έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 71 ετών. Από το 2008 ήταν νυμφευμένος σε τρίτο γάμο με τη σπουδαία μουσικό Λόρι Άντερσον.

Επιλεγμένη Δισκογραφία

  • The Velvet Underground and Nico (1967)

  • Tranformer (1972)

  • Berlin (1973)

  • Rock ’n’ roll Animal (1974)

  • Coney Island Baby (1976)

  • Street Hassle (1978)

  • The Blue Mask (1982)

  • New York (1989)

  • Songs for Drella (1990)

  • Ecstasy (2000)

  • The Raven (2003)

  • NYC Man (The Ultimate Collection 1967-2003) (2003)

 

Πηγή: https://www.sansimera.gr

 

 



Περισσότερα Άρθρα...

Εγγραφείτε προκειμένου να λαμβάνετε δωρεάν ειδοποιήσεις όταν έχουμε νεότερες πληροφορίες.