510 New Articles

Η Ναυμαχία της Σαλαμίνας

Ονομαστή ναυμαχία της αρχαιότητας, που διεξήχθη στις 28 ή 29 Σεπτεμβρίου του 480 π.Χ. (υπάρχει και η εκδοχή της 22ας Σεπτεμβρίου) στο στενό της Σαλαμίνας, κατά την οποία οι Έλληνες, με μικρές δυνάμεις, αλλά με άριστη τακτική, κατατρόπωσαν τον πανίσχυρο στόλο των Περσών.

Μετά την πτώση των Θερμοπυλών, οι Πέρσες του Ξέρξη προχώρησαν προς την Αθήνα, την οποία κατέλαβαν εύκολα, γιατί οι Αθηναίοι την είχαν εγκαταλείψει. Είχαν πάρει χρησμό από το μαντείο των Δελφών, πως μόνο «τα ξύλινα τείχη» θα τους έσωζαν και τέτοια θεώρησαν τα καράβια τους, στα οποία και κατέφυγαν. Μερικοί μόνο γέροντες, μη θέλοντας να ακούσουν τον Θεμιστοκλή ότι τα «ξύλινα τείχη» ήταν τα καράβια, έμειναν στην Αθήνα, κλείστηκαν στην Ακρόπολη κι έφτιαξαν γύρω πραγματικά ξύλινα τείχη. Όπως ήταν επόμενο, όταν έφθασαν οι Πέρσες, τούς σκότωσαν κι έκαψαν την Αθήνα. Σχεδόν με την είσοδο των Περσών στην Αθήνα, αγκυροβόλησε στον όρμο του Φαλήρου και ο περσικός στόλος, έχοντας παραπλεύσει την Εύβοια και το Σούνιο.

Οι Αθηναίοι, αφού μετέφεραν τα γυναικόπαιδα για περισσότερη ασφάλεια στην Αίγινα, μπήκαν στα καράβια τους και προετοιμάστηκαν για την αναμέτρηση με τους Πέρσες. Το πολεμικό συμβούλιο των Ελλήνων, που έγινε στη Σαλαμίνα, υπήρξε θυελλώδες. Ο Σπαρτιάτης Ευρυβιάδης πρότεινε να δοθεί η ναυμαχία στον Ισθμό της Κορίνθου, με κυριότερο επιχείρημα ότι σε περίπτωση αποτυχίας θα μπορούσαν να καταφύγουν στο εσωτερικό της Πελοποννήσου και να συνεχίσουν από εκεί τον αγώνα. Μαζί του συντάχθηκαν και οι Κορίνθιοι. Ο Αθηναίος Θεμιστοκλής επέμενε να γίνει η ναυμαχία στη Σαλαμίνα και μαζί του συντάχθηκαν οι Μεγαρείς και οι Αιγινήτες. Πίστευε ότι εάν οι μικρές ελληνικές δυνάμεις αγωνίζονταν σε ανοιχτή θάλασσα με τον τεράστιο σε όγκο περσικό στόλο δεν είχαν καμία ελπίδα νίκης, ενώ αντίθετα ήταν ιδανικό μέρος για τη ναυμαχία το στενό της Σαλαμίνας, όπου τα πολυάριθμα περσικά πλοία δεν θα μπορούσαν να αναπτυχθούν.

Κατά τη διάρκεια του συμβουλίου, η ένταση ξεπέρασε τα όρια και μεταξύ των αρχηγών των Ελλήνων ανταλλάχτηκαν βαριές εκφράσεις. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι ο Κορίνθιος στρατηγός Αδείμαντος ειρωνεύτηκε τον Θεμιστοκλή, λέγοντάς του ότι δεν έχει πια πατρίδα, γιατί την Αθήνα την είχαν κυριεύσει οι Πέρσες. Ο Θεμιστοκλής, όμως, του απάντησε περήφανα: «εστίν ημίν πατρίς αι διακόσιαι νήες πεπληρωμέναι», γιατί από τα τριακόσια ελληνικά πλοία, τα διακόσια ήταν αθηναϊκά. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, σε μια στιγμή έντασης, ο Σπαρτιάτης Ευρυβιάδης σήκωσε τη ράβδο του για να χτυπήσει τον Θεμιστοκλή. Εκείνος, τότε, ατάραχος τον αποστόμωσε με το περίφημο: «Πάταξον μεν, άκουσον δε».

Ο Ευρυβιάδης μπορεί να ήταν τυπικά ο αρχηγός των ελληνικών δυνάμεων, αλλά ο Θεμιστοκλής ήταν ο ιθύνων νους της επιχείρησης. Για να επιταχύνει τη ναυμαχία μεταχειρίσθηκε το εξής τέχνασμα: Έστειλε κρυφά στους Πέρσες τον παιδαγωγό του Σίκινο να τους πει ότι δήθεν οι Έλληνες ετοιμάζονται να φύγουν από τη Σαλαμίνα κι αν θέλουν να τους νικήσουν να τρέξουν να τους προλάβουν. Ό Ξέρξης έπεσε στην παγίδα και διέταξε να κυκλώσουν τον ελληνικό στόλο και να αποκλείσουν τη δίοδο υποχώρησής του προς τον Ισθμό της Κορίνθου. Κατά την κρίσιμη αυτή στιγμή, ο πολιτικός αντίπαλος του Θεμιστοκλή κι εξόριστος στην Αίγινα Αριστείδης πέρασε τις γραμμές των Περσών με κίνδυνο τής ζωής του κι έφθασε στο πλοίο του Θεμιστοκλή. Αφού του αποκάλυψε τις κινήσεις του περσικού στόλου, του ανακοίνωσε ότι τώρα που ή πατρίδα τους βρίσκεται σε κίνδυνο ξεχνάει κάθε έχθρα που είχε μαζί του και δέχεται να πολεμήσει ως απλός στρατιώτης κάτω από τις διαταγές του.

Οι Πέρσες παρέταξαν γύρω στα 1.200 πολεμικά πλοία, αν και νεώτερες πηγές τα υπολογίζουν από 600 έως 800, ενώ οι Έλληνες περίπου 371 τριήρεις, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο. Την αυγή της 28ης ή 29ης Σεπτεμβρίου του 480 π.Χ. οι δύο στόλοι βρέθηκαν ο ένας απέναντι στον άλλο, έτοιμοι για ναυμαχία. Ο Ξέρξης, βέβαιος για τη νίκη του, καθόταν σε χρυσό θρόνο πάνω στο όρος Αιγάλεω, για να απολαύσει το πολεμικό θέαμα.

Πρώτοι όρμησαν οι Έλληνες, ψάλλοντες τον παιάνα: «Ω παίδες Ελλήνων ίτε, ελευθερούτε, πατρίδα, ελευθερούτε δε παίδας, γυναίκας, θεών τε πατρώων έδη, θήκας τε προγόνων·νυν υπέρ πάντων αγών». Άρχισε, τότε, ένας αγώνας άγριος, σκληρός και φοβερός. Τα πολεμικά τραγούδια των Ελλήνων, οι σάλπιγγες, οι πολεμικές κραυγές, οι κρότοι από τα τρομερά έμβολα, οι φωτιές που πετούσαν οι Έλληνες στα περσικά καράβια, οι καπνοί, αλλά προπάντων η ναυτική τέχνη, η παλικαριά και η γενναιότητα των Αθηναίων και των Αιγινητών κατατρόμαξαν τους Πέρσες και τους συμμάχους τους Φοίνικες. Μέχρι το μεσημέρι, η νίκη άρχισε να γέρνει προς τη μεριά των Ελλήνων.

Η μάχη συνεχίστηκε όλη την ημέρα, ώσπου το βράδυ η θάλασσα ήταν γεμάτη από ξύλα και περσικά κορμιά. Οι Πέρσες είχαν νικηθεί. Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης αναφέρει ότι οι Πέρσες έχασαν 200 πλοία και οι Έλληνες 40. Κατά τη διάρκεια της ναυμαχίας, ο Αριστείδης σε μια παράλληλη επιχείρηση αποβιβάστηκε στην Ψυττάλεια με ομάδα επίλεκτων Αθηναίων οπλιτών και εξόντωσε την περσική φρουρά, που είχε αναπτυχθεί στη νησίδα του Σαρωνικού.

Ο Ξέρξης, ντροπιασμένος από την ήττα, κατέφυγε με τα υπολείμματα του στόλου του στον Ελλήσποντο. Στην Ελλάδα παρέμεινε ο στρατηγός του Μαρδόνιος με 300.000 άνδρες για τη συνέχιση του αγώνα. Οι Πέρσες δεν είχαν πει ακόμα την τελευταία τους λέξη.

Η περίλαμπρη νίκη των Ελλήνων οφείλεται εν πολλοίς στο στρατηγικό δαιμόνιο του Θεμιστοκλή και στην ανώτερη ναυτική τέχνη των Ελλήνων. Στον Αθηναίο πολιτικό και στρατηγό αποδόθηκαν εξαιρετικές τιμές. Όταν κάποτε προσήλθε στους Ολυμπιακούς Αγώνες ως θεατής, όλοι οι παρευρισκόμενοι τον αποθέωσαν ως σωτήρα της Ελλάδας.

Πηγή: https://www.sansimera.gr

 

Εφαρμογές και εκφάνσεις της καταναγκαστικής εργασίας στους πολιτικούς κρατούμενους και εξόριστους του Εμφυλίου

Στο διάστημα 1945-1967, πάνω από 100.000 άνδρες, γυναίκες και παιδιά γνώρισαν από κοντά το ζόφο της εξορίας και του πολιτικού εγκλεισμού, βρισκόμενοι στις διάφορες φυλακές και τους τόπους εξορίας, της περιόδου. Πρόκειται για μέλη του ΚΚΕ, της ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης, του Δημοκρατικού Στρατού, αλλά και για ένα ευρύτερο πλήθος αριστερών πολιτών, νοουμένων ως «συμπαθούντων», από το αστικό κράτος της περιόδου.

  Θεόφιλος Διαμάντης
Στο διάστημα 1945-1967, πάνω από 100.000 άνδρες, γυναίκες και παιδιά γνώρισαν από κοντά το ζόφο της εξορίας και του πολιτικού εγκλεισμού, βρισκόμενοι στις διάφορες φυλακές και τους τόπους εξορίας, της περιόδου.1 Πρόκειται για μέλη του ΚΚΕ, της ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης, του Δημοκρατικού Στρατού, αλλά και για ένα ευρύτερο πλήθος αριστερών πολιτών, νοουμένων ως «συμπαθούντων», από το αστικό κράτος της περιόδου. Ανάμεσά τους, βρέθηκε και μικρός αριθμός τροτσκιστών και μαρτύρων του Ιεχωβά, που νοούνταν και αυτοί ως ταξικοί ή ιδεολογικοί αντίπαλοι του καθεστώτος.2 Ανάμεσα στις στερήσεις, τα βασανιστήρια και την εκτεταμένη ψυχική και σωματική βία, οι πολιτικοί κρατούμενοι και εξόριστοι αντιμετώπισαν και την επιβολή της καταναγκαστικής εργασίας, σε ορισμένους τόπους εξορίας και κράτησης.

Πριν προχωρήσουμε την ανάλυσή μας θα πρέπει να προβούμε σε έναν σημαντικό διαχωρισμό: Αναφερόμενοι στην επιβολή της καταναγκαστικής εργασίας, θα πρέπει να τη διαχωρίσουμε τόσο από τα γνωστά καψόνια (εργασία και σωματική άσκηση χωρίς νόημα), όσο και από υπόλοιπα βασανιστήρια. Η καταναγκαστική εργασία είχε καταρχήν, νόημα και αποτέλεσμα. Μέσω αυτής κατασκευάστηκαν εκατοντάδες κτήρια και εγκαταστάσεις, σε διάφορους τόπους εξορίας, δημιουργήθηκαν προϊόντα και προσφέρθηκαν υπηρεσίες.3 Αποτέλεσμα της καταναγκαστικής εργασίας υπήρξε ο προσωπικός πλουτισμός μιας μικρής μερίδας ανθρώπων, δηλαδή των διοικητών, κυρίως στα στρατόπεδα της Γυάρου και της Μακρονήσου.4 Κατά δεύτερον, η καταναγκαστική εργασία δεν υπήρξε απλώς και μόνο ένα είδος βασανιστηρίου, παρά το γεγονός ότι, λόγω της σκληρότητας των συνθηκών της είχε χαρακτήρα βασανισμού ή συνοδευόταν από ξυλοδαρμούς και άλλα βασανιστήρια.5 Ωστόσο, αυτό που εμφανώς τη διαχωρίζει από τον απλό σωματικό ή ψυχικό βασανισμό είναι το γεγονός ότι η καταναγκαστική εργασία, είχε τη φύση της εργασίας, ήτοι της ακραίας εκμετάλλευσης, ανθρώπου από άνθρωπο.

Στο πλαίσιο της έρευνας, εντοπίζονται κυρίως τρεις περιπτώσεις εκτεταμένης και συστηματικής υποβολής των πολιτικών κρατουμένων και των εξορίστων σε καταναγκαστική εργασία: Το στρατόπεδο εξορίστων της Γυάρου, της Μακρονήσου και η πολύ λιγότερο γνωστή περίπτωση της Αγροτικής Αποικίας στην Κασσάνδρα Χαλκιδικής, μιας ανοικτού τύπου φυλακής, βγαλμένης σχεδόν από μυθιστόρημα του Όργουελ.6 Εκτός των παραπάνω, περιπτώσεων, πολιτικοί κρατούμενοι βρέθηκαν και σε μια σειρά αγροτικών φυλακών, όπως αυτή της Κασσαβέτειας, της Τίρυνθας και του Πολυγύρου Χαλκιδικής.7 Ωστόσο, στις φυλακές αυτές η εργασία σπανίως ήταν υποχρεωτική και ακόμα και όταν η διοίκηση προσπαθούσε να την επιβάλλει, οι ομάδες συμβίωσης των πολιτικών κρατουμένων διαχώριζαν τον εαυτό τους, από τους απλούς ποινικούς κρατούμενους, αρνούμενοι να εντάξουν τα μέλη τους στην παραγωγή της φυλακής.8 Στην περίπτωση της Γυάρου και της Μακρονήσου, ο μεγάλος πληθυσμός των εκτοπισθέντων, ο έγκαιρος διαχωρισμός τους από τη διοίκηση και η έκταση και ένταση της βίας εμπόδισαν τις εκεί ομάδες συμβίωσης από το να αντιδράσουν δυναμικά και μαζικά, ακυρώνοντας την επιβολή της καταναγκαστικής εργασίας. Από την άλλη πλευρά, στην Αγροτική Αποικία της Κασσάνδρας, για την οποία τα στοιχεία είναι ελάχιστα και προέρχονται μόνο από τις εκθέσεις της Διεθνούς Επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού, η εργασία ήταν υποχρεωτική, ενώ οι κρατούμενοι εξέτιαν ποινές μικρότερες των 20 ετών και θεωρούνταν ως «αποχρωματισθέντες».9 Προφανώς λοιπόν, οι πολιτικοί κρατούμενοι της αποικίας είχαν υπογράψει «δηλώσεις μετανοίας» και εργάζονταν κανονικά και βάσει προγράμματος.10

Στην περίπτωση της Γυάρου, η καταναγκαστική εργασία φαίνεται πως ξεκίνησε να επιβάλλεται στη λεγόμενη «δεύτερη και τρίτη περίοδο» του νησιού,11 επί διευθύνσεως Γεωργίου Γλάστρα και μετέπειτα, με διευθυντή το Μανώλη Μπουζάκη.12 Η επιβολή της καταναγκαστικής εργασία στη Γυάρο δεν ξεκίνησε τυχαία, αλλά λόγω της ευκαιρίας για προσωπικό πλουτισμό που διάφοροι αξιωματούχοι του κράτους εντόπισαν, όταν το Υπουργείο Δικαιοσύνης αποφάσισε την ανέγερση κτηριακού συγκροτήματος φυλακών στο νησί. Βασικοί υπεύθυνοι για το έργο ορίστηκαν οι Π. Μεταξάς (Γενικός Διευθυντής Τεχνικών Έργων του Υπουργείου Δικαιοσύνης) και ο συνεργάτης του, μηχανικός Γ. Παναγιωτόπουλος. Tα έργα που όρισε το Υπουργείο Δικαιοσύνης να κατασκευαστούν (ή να περατωθούν) στη Γιούρα έως το 1952 ήταν τα εξής:13

-Τέσσερις νέοι λιμενοβραχίoνες

-Ένα ξενοδοχείο 50 κλινών

-Εκατοντάδες κατοικίες προσωπικού και χωροφυλάκων

-Ένα κτίριο φυλακών δύο ορόφων, με επιφάνεια 75x150 μέτρα και δύο υπόγεια πειθαρχεία

-Τρία μεγάλα βοηθητικά κτίρια στον Δ΄ όρμο: Ένα αναρρωτήριο, ένα ηλεκτρικό εργοστάσιο και μια αποθήκη

-Τέσσερα δίπατα πολυβολεία, δύο στον Δ΄ όρμο, ένα στον Β΄και ένα στην κορυφή του βουνού του νησιού

-Δεκάδες σκοπιές και φυλάκια σε κάθε ύψωμα του νησιού,

-Αποθήκες της τεχνικής υπηρεσίας, δεκάδες στον αριθμό

-Ένας αυτοκινητόδρομος που συνδέει το Α΄και τον Δ΄όρμο. Το μήκος του 3 χιλιόμετρα και το φάρδος του 7-12 μέτρα

-Ένας δρόμος από τον Α΄ όρμο ως τον όρμο μηδέν, μήκους 1 χιλιομέτρου και φάρδους 5-7 μέτρων

-Προσωπικές βίλες για το διοικητή του στρατοπέδου Μπουζάκη, τον Μεταξά, τον Γλάστρα, τον Παναγιωτόπουλο και τον αρχιμανδρίτη Προκόπιο

-Δύο λιμένες, ένας στον Α΄ όρμο και ένας στον Δ΄ όρμο

-Σκάψιμο για δημιουργία δύο νέων όρμων (ΣΤ΄ όρμος και όρμος μηδέν)

-Εκατοντάδες άλλες κατασκευές, όπως δρομάκια, πεζούλια, χαντάκια, πλατείες, παρτέρια, μάντρες, πολυβολεία κτλ.

Στο έργο αυτό οι Μεταξάς και Παναγιωτόπουλος εντόπισαν μια μοναδική ευκαιρία προσωπικού πλουτισμού. Με τη συνεργασία της διοίκησης του στρατοπέδου, υπέβαλλαν τους εξόριστους σε πολύωρη και απλήρωτη καταναγκαστική εργασία, ενώ παράλληλα εισέπρατταν τις χρηματικές πιστώσεις (για υλικά και μεροκάματα) του Υπουργείου Δικαιοσύνης για τους εαυτούς τους.14 Στη Γυάρο, η καταναγκαστική εργασία στην οποία υποβλήθηκαν οι εξόριστοι δεν στόχευε μόνο στη δημιουργία υποδομών και στον προσωπικό πλουτισμό των υπευθύνων, αλλά και στη βιολογική τους εξάντληση και την πνευματική τους εξαθλίωση. Η πολύωρη καθημερινή εργασία σε συνδυασμό με το ξύλο και τα βασανιστήρια που την συνόδευαν, υπέσκαπταν την υγεία των εξορίστων, ενώ γνωρίζουμε και για δύο τουλάχιστον περιστατικά θανάτου «πάνω στη δουλειά». Πρόκειται για τον εξόριστο Βασίλη Καρμούτσο, που πέθανε από την εξάντληση κουβαλώντας σακιά με χώμα στις 27 Μαΐου του 1949, και τον εξόριστο Σταμάτη Λιάπη, ο οποίος πέθανε κάτω από παρόμοιες συνθήκες το 1948.15

Ασφαλώς, από την καταναγκαστική εργασία των εξορίστων της Γυάρου δεν επωφελήθηκαν μόνο δύο πρόσωπα. Παρά το γεγονός ότι δεν γνωρίζουμε τις δοσοληψίες ανάμεσα στον Μεταξά και το διοικητικό προσωπικό της Γυάρου, ή το εάν ο Μεταξάς μοιραζόταν μέρος των χρημάτων, που αποσπούσε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, με τη διοίκηση, γνωρίζουμε, ωστόσο, αφενός, ότι η κινητοποίηση χιλιάδων εξορίστων για καταναγκαστική εργασία στο νησί δεν θα μπορούσε να γίνει χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της διοίκησης, και, αφετέρου, ότι πολλά στελέχη του διοικητικού προσωπικού απέκτησαν βίλες στο νησί, που κατασκευάστηκαν με την εργασία των εξορίστων. Μερικά από τα πρόσωπα που απέκτησαν την προσωπική τους βίλα στη Γυάρο ήταν οι Μπουζάκης, Μεταξάς, Γλάστρας, Παναγιωτόπουλος και φυσικά ο αρχιμανδρίτης Προκόπιος που επισκεπτόταν εκ μέρους της Εκκλησίας το νησί.16 Άλλο σκανδαλώδες έργο του Μεταξά στο νησί υπήρξε το πολυέξοδο πρόγραμμα δενδροφύτευσης της Γυάρου, το οποίο όμως χωρίς καμιά εξειδικευμένη γεωπονική έρευνα επιδίωκε να δημιουργήσει φυτείες και καλλιέργειες σε ένα από τα πιο άνυδρα νησιά των Κυκλάδων.17 Το πρόγραμμα αυτό δεν «καρποφόρησε» παρά μόνο στις εκθέσεις προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης, όπου εμφανίζονταν δεκάδες δέντρα, μποστάνια, ακόμα και αμπέλια.18

Στο ζήτημα της καταναγκαστικής εργασίας και καθώς η ομάδα συμβίωσης της Γυάρου δεν μπορούσε ολοκληρωτικά να την αποφύγει, υιοθετήθηκε μια στάση παθητικής άμυνας. Το γραφείο του παράνομου κομματικού μηχανισμού του ΚΚΕ έδωσε το σύνθημα «όλοι στο έργο», θεωρώντας ότι οι κομμουνιστές σαν πρωτοπόροι του κινήματος θα έπρεπε να συμμετέχουν με το προσωπικό τους παράδειγμα, εκεί που η δουλειά ήταν σκληρότερη,19 όμως παράλληλα, φρόντισε ώστε μέλη του, που εργάζονταν ως λογιστές στα γραφεία του στρατοπέδου να συλλέγουν στοιχεία για το όργιο της εκμετάλλευσης που συντελούταν στο νησί. Τα στοιχεία αυτά, μεταφέρθηκαν εκτός του στρατοπέδου και δημοσιεύθηκαν στο βιβλίο Γιούρα το θανατονήσι, που δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1957.

Σύμφωνα με τους εξόριστους της Γυάρου, το οικονομικό σκάνδαλο των Μεταξά – Παναγιωτόπουλου έγινε αντιληπτό αργότερα και από το Υπουργείο Εργασίας. Οι δυο τους δικάστηκαν για κατάχρηση δημόσιου χρήματος και καταδικάστηκαν με ποινή φυλάκισης. Ο Παναγιωτόπουλος λέγεται πως εξέτισε μέρος της ποινής του στη Γυάρο, στις φυλακές που ο ίδιος έχτισε με την καταναγκαστική εργασία των κρατουμένων.20 Η δική μας έρευνα στον τύπο της εποχής δεν αποκάλυψε περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το αναφερόμενο σκάνδαλο. Γνωρίζοντας τα δεδομένα της εποχής, ένα τέτοιο οικονομικό σκάνδαλο είναι πολύ πιθανό να μην έλαβε δημοσιότητα στον τύπο. Από την άλλη μεριά, αξίζει να επισημανθεί ότι το περιστατικό της φυλάκισης του Παναγιωτόπουλου στην ίδια μάλιστα φυλακή που ο ίδιος είχε επιμεληθεί την κατασκευή της, παρουσιάζει πολλές «ύποπτες» ομοιότητες με τον θρύλο των φυλακών Κέρκυρας, σύμφωνα με τον οποίο ο αρχιτέκτονας των φυλακών φυλακίστηκε και ο ίδιος στη φυλακή που κατασκεύασε και σε σύντομο χρονικό διάστημα τρελάθηκε.21

Η περίπτωση της καταναγκαστικής εργασίας στη Μακρόνησο εμφανίζει παρόμοια χαρακτηριστικά με αυτή της Γυάρου, ενδεχομένως καθώς προέρχεται και από την ίδια απόφαση του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Βασική διαφορά των δύο περιπτώσεων αποτελεί το γεγονός ότι το οικονομικό σκάνδαλο της Μακρονήσου «εκπυρσοκρότησε» με μεγαλύτερο πάταγο, αφού οδήγησε στην καταδίκη του διοικητή του Β΄ ΕΤΟ, Γεράσιμου Τζανετάτου.22

Όπως και με την περίπτωση της Γυάρου, το κράτος διέθετε σημαντικά ποσά για την εργασία των εξορίστων και την προμήθεια δομικών υλικών, με στόχο την ανέγερση εκτεταμένων κτηριακών εγκταστάσεων στη Μακρόνησο. Η διοίκηση του στρατοπέδου εισέπραττε κανονικά από το Υπουργείο Δικαιοσύνης χρήματα για «μισθούς εργατών» και «οικοδομικά υλικά», τα οποία υποτίθεται ότι καταβάλλονταν στους εξόριστους, ενώ στην πραγματικότητα τα σχετικά ποσά κατέληγαν απευθείας στις τσέπες του διοικητή του Α΄ ΕΤΟ Αντώνη Βασιλόπουλου, του διοικητή του Β΄ ΕΤΟ Γεράσιμου Τζανετάτου και του παιδεραστή διοικητή του κλωβού ανηλίκων Θωμά Σούλη.23 Παράλληλα, οι εξόριστοι εργάζονταν απλήρωτοι, 12 – 14 ώρες ημερησίως για την κατασκευή των εγκαταστάσεων στο νησί και την παραγωγή δομικών υλικών, όπως χαλικιού, τούβλων και κεραμιδιών, κάτω από άθλιες συνθήκες και υπό τη διαρκή επιτήρηση και τα ρόπαλα της Αστυνομίας Μονάδας.24 Ανάμεσα στους αναρίθμητους δρόμους, κτήρια, εγκαταστάσεις, φυλάκια, παρτέρια και γέφυρες, που οι εξόριστοι της Μακρονήσου κατασκεύασαν, οι διάφοροι διοικητές των ταγμάτων, απέκτησαν τις δικές τους βίλες, κήπους και μποστάνια, ενώ ορισμένοι από αυτούς διέταξαν, ακόμα και την κατασκευή βαρκών και κότερων, για την προσωπική τους αναψυχή.25

Παρά το γεγονός ότι στη Μακρόνησο, οι αδύναμες ομάδες συμβίωσης και οι κομματικοί μηχανισμοί του ΚΚΕ δεν κατόρθωσαν να προτάξουν αντίσταση στην καταναγκαστική εργασία ή να συλλέξουν στοιχεία για αυτή, η ηχηρή ψήφος αντίδρασης των εξορίστων του νησιού, στις εκλογές του 1950, οδήγησε την κυβέρνηση Πλαστήρα, στο να εξετάσει, για τους δικούς της λόγους, την κατάσταση στο νησί. Μέσα στις πρώτες ημέρες της κυβέρνησης Πλαστήρα, ο διοικητής του στρατοπέδου της Μακρονήσου, ταξίαρχος Γεώργιος Μπαϊρακτάρης αντικαταστάθηκε εσπευσμένα από τον ταξίαρχο Βρασίδα Παπαγιαννόπουλο.26 Μολονότι σήμερα δεν μπορεί να εξακριβωθεί το εάν ο Μπαϊρακτάρης αντικαταστάθηκε για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας από την κυβέρνηση Πλαστήρα ή για λόγους συμμετοχής του στα οικονομικά σκάνδαλα του στρατοπέδου, θεωρείται μάλλον απίθανο να μην γνώριζε ή και να μην συμμετείχε και ο ίδιος προσωπικά στα οφέλη της καταναγκαστικής εργασίας των σύγχρονων σκλάβων που ήταν οι εξόριστοι του νησιού. Εξάλλου, ο Μπαϊρακτάρης διέθετε και τη δική του προσωπική βίλα στο νησί, κατασκευασμένη εξ ολοκλήρου από τους εξόριστους.27 Η κυβέρνηση Πλαστήρα διενέργησε σύντομα εκτεταμένη έρευνα πάνω στις συνθήκες που επικρατούσαν στο νησί και παρά το γεγονός ότι σχεδόν ολόκληρος ο διοικητικός μηχανισμός του νησιού εμπλεκόταν στο δίκτυο της οικονομικής εκμετάλλευσης των εξορίστων, μόνο ο διοικητής του Β΄ΕΤΟ οδηγήθηκε σε δίκη.

Ο Τζανετάτος προφυλακίστηκε στις 9/11/1951 με τις κατηγορίες της υπεξαίρεσης ιματισμού και τροφίμων αξίας 60 εκατομμυρίων δραχμών και της κατάχρησης 300 εκατομμυρίων δραχμών από το επίδομα χιλιάδων εξορίστων της Μακρονήσου.28 Στη δίκη του Τζανετάτου, η οποία, όπως είναι εύλογο, προβλήθηκε ελάχιστα από τις εφημερίδες της εποχής, κατέθεσαν και πρώην εξόριστοι του νησιού, όπως ο Σταύρος Σταυρόπουλος.29 Ο Τζανετάτος καταδικάστηκε πρωτόδικα σε δέκα ετών κάθειρξη,30 αλλά πρέπει να παρέμεινε στη φυλακή για πολύ λιγότερο χρόνο.

 

Τμήμα της Αγροτικής Αποικίας Κασσάνδρας. Πηγή: ICRC Archives, 1430. Φωτογράφος: M. G. Colladon

Στην περίπτωση της Αγροτικής Αποικίας Κασσάνδρας οι συνθήκες ζωής και εργασίας πρέπει να υπήρξαν ασύγκριτα καλύτερες από αυτές που επικρατούσαν στη Γυάρο και στη Μακρόνησο, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι η ψυχολογική βία και η πίεση απουσίαζε από τη ζωή των πολιτικών κρατουμένων εκεί. Η Αγροτική Αποικία Κασσάνδρας αποτελούταν από τρεις ξεχωριστές εγκαταστάσεις στα νοτιοδυτικά της χερσονήσου, με τα ονόματα: Σταυρονικήτα, Ξενοφών και Καρακάλου.31 Σε κάθε φάρμα διέμεναν 25-30 πολιτικοί κρατούμενοι, κάτω από τη φύλαξη της Χωροφυλακής.32 Διευθυντής και των τριών παραρτημάτων ήταν το 1955, κάποιος Βασίλειος Μάρκου.33 Η ζωή των πολιτικών κρατουμένων εκεί χαρακτηριζόταν από αυστηρό πρόγραμμα, στο οποίο εναλλάσσονταν η αγροτική εργασία, η διατροφή, τα προσκλητήρια (τρία μάλιστα στον αριθμό) και η «εθνική διαπαιδαγώγηση».34 Η κάθε εγκατάσταση διέθετε επίσης καντίνα, από την οποία η κρατούμενοι μπορούσαν να αγοράσουν τσιγάρα, ξυράφια και άλλα χρειώδη. Παράλληλα, ένας ιερέας εκκλησίαζε κάθε Κυριακή τους κρατούμενους, ενώ οι επισκέψεις και η αλληλογραφία ελέγχονταν αυστηρά.35 Οι ποινές για τα διάφορα παραπτώματα εκτείνονταν από τον περιορισμό του κρατουμένου στους κοιτώνες, έως τον εγκλεισμό του στο απομονωτήριο.36

Μαρτυρίες ή αυτοβιογραφίες πρώην πολιτικών κρατουμένων που κρατήθηκαν στην Αγροτική Αποικία Κασσάνδρας δεν έχουν ως σήμερα εντοπισθεί. Ωστόσο, η αναφορά του παρατηρητή της Διεθνούς Επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού, M. Colladon, αποκαλύπτει σημαντικά στοιχεία για τη ζωή και την εργασία σε αυτή. Οι πολιτικοί κρατούμενοι εργάζονταν 6 ημέρες την εβδομάδα για 8 ώρες την κάθε ημέρα.37 Μέρος της παραγωγής τους καταναλωνόταν από τους ίδιους, ενώ το υπόλοιπο, αναφέρεται ότι πωλούταν,38 χωρίς να διευκρινίζεται το ποιος εισέπραττε τα κέρδη από την πώληση. Σε κάθε περίπτωση, οι πολιτικοί κρατούμενοι της αποικίας είναι μάλλον απίθανο να ήταν οι αποδέκτες των κερδών. H αποικία διέθετε παράλληλα δικούς της κουρείς, ράφτες και υποδηματοποιούς, που εξέτιαν και αυτοί εκεί την ποινή τους.39 Ο Colladon αναφέρει ότι η πειθαρχία των πολιτικών κρατουμένων της αποικίας είναι υποδειγματική, ειδικά σε σχέση με την κατάσταση των πολιτικών κρατουμένων στις υπόλοιπες φυλακές.40 Στην περίπτωση της Αγροτικής Αποικίας Κασσάνδρας, όμως, γνωρίζουμε ότι οι κρατούμενοι ανήκαν στη μερίδα των πολιτικών κρατουμένων που το σύστημα καταστολής και «αναμόρφωσης» είχε επιτύχει μια σημαντική νίκη: την υπογραφή της «δήλωσης μετανοίας», που σηματοδοτούσε την αποκοπή του πολιτικού υποκειμένου από τον ιδεολογικό του χώρο και την αδρανοποίησή του.

Η Αγροτική Αποικία της Κασσάνδρας δίνει την εντύπωση μιας κοινότητας υποταγμένων ανθρώπων, μακριά από το αστικό περιβάλλον, όπου η εργασία αποτελεί μέθοδος φρονηματισμού, «διαπαιδαγώγησης» και της οποίας ο πλούτος δεν περιέρχεται ποτέ στα χέρια όσων τον παράγουν. Άτομα, πρώην πολιτικά υποκείμενα και νυν μονάδες εκτός του ευρύτερου συνόλου, απομονωμένα διπλά από τους συντρόφους και την υπόλοιπη κοινωνία, εργάζονται και «αναμορφώνονται» σε μια φαινομενικά αέναη κυκλική διαδικασία, έως ότου ο χρόνος της ποινής τους παρέλθει. Η καταναγκαστική εργασία εδώ δεν είναι απλώς ένα μέσο πλουτισμού για κάποιον ανώτερο. Δεν εμπεριέχει την ελάχιστη έστω μορφή αντίστασης ή πάλης που εντοπίζεται στη Μακρόνησο ή στη Γυάρο. Εδώ, η καταναγκαστική εργασία είναι ένα εργαλείο εξανδραποδισμού του ηθικού, ολοκληρωτικής ισοπέδωσης και χαλιναγώγησης της ιδεολογικής και πολιτικής ταυτότητας, που προβάλλει ως «άλλη όψη» του ίδιου όμως «νομίσματος» με την πρωτόγονη, βίαιη και πολλές φορές θανατηφόρο, καταναγκαστική εργασία των δύο άλλων στρατοπέδων.

Από τα εργατικά κάτεργα στη Γυάρο και τη Μακρόνησο, ο ερευνητής μπορεί να νιώσει τον απόηχο των φωνών χιλιάδων σύγχρονων δούλων, που εργάστηκαν και βασανίστηκαν πιστεύοντας σε έναν άλλο, πιο ανθρώπινο κόσμο. Από την Αγροτική Αποικία της Κασσάνδρας, όμως, ο ερευνητής δεν θα ακούσει παρά μόνο την εκκωφαντική σιωπή, μιας δυστοπικής και απόλυτης ήττας του ανθρώπινου όντος.

Βιβλιογραφία

-Αλεξανδρής Μιλτιάδης, Από την κόλαση των Νταχάου Μακρονησίων, Αυτοέκδοση, Αθήνα 1977.

-Βασιλάς Γιάνης, Το Μακρονήσι, Φοίβος, Αθήνα 1982.

-Βιβλίο έτους Μαρτύρων του Ιεχωβά, 1950.

-Γαζής Κώστας, Τότε που σκάβαμε το σκοτάδι, Μέλισσα, Αθήνα 1980.

-Δαλαβάγγας Γιώργος, Διπλή εξορία, Ενότητα, Αθήνα 2003.

-Διαμάντης Θεόφιλος, Η οργάνωση της ζωής στις πολιτικές φυλακές και στους τόπους εξορίας: Κοινωνικές και Οικονομικές διαστάσεις του πολιτικού εγκλεισμού κατά την περίοδο 1945-1967, Διδακτορική Διατριβή, Αθήνα 2019.

-Λευκαδίτου- Παπαντωνίου Ρένα, Μακρόνησος μια υπόμνηση για όσα έχουν γραφεί, Εντός, Αθήνα 2017.

-Μανούσος Δημήτρης, Γιούρα: Το άπαρτο κάστρο, Εντός, Αθήνα 2005.

-Μάργαρης Νίκος, Ιστορία της Μακρονήσου, τόμος ΙΙ, Δωρικός, Αθήνα 1966.

-Μίσσιος Χρόνης, Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς, Γράμματα, Αθήνα 1985.

-Ρήγας Χρήστος, Μαρτυρίες από τη ζωή των πολιτικών κρατουμένων στις φυλακές και το στρατόπεδο της Γυάρου, Αυτοέκδοση, Καλαμάτα 2002.

-Σέρβος Δημήτρης, Παράνομες χειρόγραφες εφημερίδες απ’ τις φυλακές και τις εξορίες, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2003.

-Συλλογικό έργο, Γιούρα το θανατονήσι, Γνώσεις, Αθήνα 1957.

-Besier Gerhard & Stoklosa Katarzyna, Jehovah’s Witnesses in Europe, volume I/1, Cambridge Scholars Publishing, Newcastle 2016.

-Collective work, Greece deliberate violations of Human Rights, Human rights without frontiers, yearbook: 1992.

Αρχειακό υλικό

-ICRC Archives, τόμοι 1430-1432.

-ΑΣΚΙ, Ν.Μ.12.44.003.

-Αρχείο Χριτιανών Μαρτύρων Ιεχωβά Ελλάδας, μαρτυρία Δημήτρη Ψαρρά.

Τύπος

-Ελευθερία», 25/05/1950, 09/11/1951.

Αδημοσίευτες μαρτυρίες

-Μαρτυρία Κώστα Μαραγκουδάκη, στο συγγραφέα, Ιούνιος 2016, Άγιος Δημήτριος, Αθήνα.

Σημειώσεις

1 Διαμάντης Θεόφιλος, Η οργάνωση της ζωής στις πολιτικές φυλακές και στους τόπους εξορίας: Κοινωνικές και Οικονομικές διαστάσεις του πολιτικού εγκλεισμού κατά την περίοδο 1945-1967, Διδακτορική Διατριβή, Αθήνα 2019, 1014-1029.

2 Βιβλίο έτους Μαρτύρων του Ιεχωβά, 1950, 6. Besier Gerhard & Stoklosa Katarzyna, Jehovah’s Witnesses in Europe, volume I/1, Cambridge Scholars Publishing, Newcastle 2016, 297-298. Collective work, Greece deliberate violations of Human Rights, Human rights without frontiers, yearbook: 1992. Αρχείο ΧΜΙΕ, μαρτυρία Δημήτρη Ψαρρά. Δαλαβάγγας Γιώργος, Διπλή εξορία, Ενότητα, Αθήνα 2003, 1 και 3.

3 Συλλογικό έργο, Γιούρα το θανατονήσι, Γνώσεις, Αθήνα 1957, 195-201.

4 Μαρτυρία Κώστα Μαραγκουδάκη, στο συγγραφέα, Ιούνιος 2016, Άγιος Δημήτριος, Αθήνα. Συλλογικό έργο (1957), ό.π., 191.

5 Λευκαδίτου- Παπαντωνίου Ρένα, Μακρόνησος μια υπόμνηση για όσα έχουν γραφεί, Εντός, Αθήνα 2017, 39.

6ICRC Archives, DSC 1430.

7 ICRC Archives, DSC 1430- 1432.

8 Μίσσιος Χρόνης, Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς, Γράμματα, Αθήνα 1985, 78-79.

9 ICRC Archives, DSC 1430.

10 ICRC Archives, DSC 1430.

11 Συλλογικό έργο (1957), ό.π., 4.

12 Συλλογικό έργο (1957), ό.π., 4.

13 Συλλογικό έργο (1957), ό.π., 195-201.

14 Συλλογικό έργο (1957), ό.π., 11.

15 Συλλογικό έργο (1957), ό.π., 224.

16 Ρήγας Χρήστος, Μαρτυρίες από τη ζωή των πολιτικών κρατουμένων στις φυλακές και το στρατόπεδο της Γυάρου, Αυτοέκδοση, Καλαμάτα 2002, 53-54.

17 Ρήγας Χρήστος, ό.π., 63-64.

18 Ρήγας Χρήστος, ό.π., 63-64.

19 Μανούσος Δημήτρης, Γιούρα: Το άπαρτο κάστρο, Εντός, Αθήνα 2005, 34-35.

20 Ρήγας Χρήστος, ό.π., 52.

21 Σέρβος Δημήτρης, Παράνομες χειρόγραφες εφημερίδες απ’ τις φυλακές και τις εξορίες, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2003, 159.

22 Αλεξανδρής Μιλτιάδης, Από την κόλαση των Νταχάου Μακρονησίων, Αυτοέκδοση, Αθήνα 1977, 213. «Ελευθερία», 09/11/1951, 4.

23Λευκαδίτου- Παπαντωνίου Ρένα, ό.π., 31-33. Γαζής Κώστας, Τότε που σκάβαμε το σκοτάδι, Μέλισσα, Αθήνα 1980, 148. Βασιλάς Γιάνης, Το Μακρονήσι, Φοίβος, Αθήνα 1982, 496.

24 Γαζής Κώστας, ό.π., 148.

25 Λευκαδίτου- Παπαντωνίου Ρένα, ό.π., 39.

26 «Ελευθερία», 25/05/1950, 4.

27 Λευκαδίτου- Παπαντωνίου Ρένα, ό.π., 31-33.

28 Βασιλάς Γιάνης, ό.π., 57. Αλεξανδρής Μιλτιάδης, ό.π., 213.

29 ΑΣΚΙ, Ν.Μ.12.44.003.

30 Μάργαρης Νίκος, Ιστορία της Μακρονήσου, τόμος ΙΙ, Δωρικός, Αθήνα 1966, 546.

31 ICRC Archives, 1430.

32 ICRC Archives, 1430.

33 ICRC Archives, 1430.

34 ICRC Archives, 1430.

35 ICRC Archives, 1430.

36 ICRC Archives, 1430.

37 ICRC Archives, 1430.

38 ICRC Archives, 1430.

39 ICRC Archives, 1430.

40 ICRC Archives, 1430.

Πηγή: http://www.katiousa.gr

 

Μπριζίτ Μπαρντό 1934 –

Γαλλίδα ηθοποιός, σύμβολο του σεξ τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες. Εγκατέλειψε νωρίς τα καλλιτεχνικά δρώμενα και αφιερώθηκε στην υπεράσπιση των ζώων.

Η Μπριζίτ Αν Μαρί Μπαρντό (Brigitte Anne-Marie Bardot) γεννήθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 1934 στο Παρίσι. Ο πατέρας της Λουί Μπαρντό (1896 - 1975) ήταν μηχανικός και δούλευε στην οικογενειακή επιχείρηση παραγωγής βιομηχανικών αερίων. Η μητέρα της Μαρί Μισέλ (1912-1978), που είχε σπουδάσει χορό κι έγραφε ποίηση, την ενθάρρυνε να ασχοληθεί με τη μουσική και το χορό. Η μοναδική ομορφιά της νεαρής Μπριζίτ δεν πέρασε απαρατήρητη και στα 15 της ξεκίνησε καριέρα στο χώρο του μόντελινγκ, ποζάροντας σε εξώφυλλα περιοδικών.

Στα 18 της έκανε την πρώτη της εμφάνισή στη μεγάλη οθόνη, κρατώντας ένα μικρό ρόλο στην κωμωδία του Ζαν Μπογιέ «Τρελλός για Αγάπη» («Le trou normand»). Τον ίδιο χρόνο παντρεύτηκε τον γάλλο σκηνοθέτη Ροζέ Βαντίμ (1928-2000), ο οποίος θα την κάνει διάσημη τέσσερα χρόνια αργότερα με τη δραματική ταινία «Και ο Θεός... έπλασε τη γυναίκα» («Et Dieu... crea la femme». Οι περιπέτειες της ταινίας στην Αμερική με τη λογοκρισία συνέβαλαν στη δημιουργία του μύθου της Μπε - Μπε, όπως ήταν επίσης γνωστή με τα γαλλικά αρχικά του ονοματεπωνύμου της.

Η ομορφιά της την έκανε αντικείμενο του πόθου για τον άρρενα πληθυσμό όπου γης και η φήμη της παραβλήθηκε μ’ εκείνη της Γκρέτα Γκάρμπο και της Μάρλεν Ντίτριχ. Οι Γάλλοι διανοούμενοι την ύμνησαν. Η Σιμόν Ντε Μποβουάρ στο δοκίμιό της «Το σύνδρομο της Λολίτας» (1959) περιέγραψε την Μπαρντό ως την «ατμομηχανή της γυναικείας ιστορίας» και τη χαρακτήρισε ως την πρώτη και πιο απελευθερωμένη γυναίκα της μεταπολεμικής Γαλλίας.

Η Μπαρντό χώρισε τον μέντορά της το 1957 και δυο χρόνια αργότερα παντρέυτηκε τον κατά δύο χρόνια μικρότερό της Ζακ Σαριέ, ηθοποιό και παραγωγό, με τον οποίο απέκτησε το μοναδικό της παιδί το 1960, τον Νικολά-Ζακ Σαριέ.

Στα διαλείμματα των κινηματογραφικών της υποχρεώσεων ασχολήθηκε με τη μουσική και ηχογράφησε πολλά δημοφιλή τραγούδια: «Harley Davidson», «Je Me Donne A Qui Me Plait», «Bubble gum», «Contact», «Je Reviendrais Toujours Vers Toi», «L'Appareil A Sous», «La Madrague», «Le Soleil De Ma Vie», «On Demenage», «Sidonie», «Tu Veux, Tu Veux Pas». O Σερζ Γκενζμπούρ, που ήταν τρελά ερωτευμένος μαζί της, έγραψε γι’ αυτήν το 1967 την ερωτική μπαλάντα «Je t' aime… moi no plus» («Σ' αγαπώ…εγώ όχι πια»). Αρνήθηκε να την τραγουδήσει και την έκανε επιτυχία η αγγλίδα στάρλετ Τζέιν Μπίρκιν, που διαδέχτηκε στην καρδιά του Γκενζμπούρ την Μπε-Μπε.

Στη συνέχεια έπαιξε σε ταινίες σπουδαίων Γάλλων σκηνοθετών, όπως του Λουί Μαλ («Ιδιωτική Ζωή», «Βίβα Μαρία»), Ζαν Λικ Γκοντάρ («Η Περιφρόνηση») και του Ανρί Ζορζ Κλουζό («Όσα δεν έσβησε ο άνεμος»). Το 1966 παντρεύτηκε για τρίτη φορά με τον γερμανό πλέι-μπόι Γκίντερ Ζακς (1932-2011), με τον οποίο χώρισε τρία χρόνια αργότερα.

Το 1973, σε ηλικία μόλις 39 χρονών, αποσύρεται από τον καλλιτεχνικό χώρο και αφιερώνεται ψυχή και σώματι στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων των ζώων, μέσα από το ομώνυμο ίδρυμά της. Συχνά - πυκνά θα στρέψει τα βέλη της κατά των ελληνικών αρχών για την αδιαφορία που επιδεικνύουν στην προστασία των ζώων. Γι’ αυτό το σκοπό θα επισκεφθεί την Αθήνα το 1997 και θα τιμηθεί για τη δράση της από οικολογικές οργανώσεις.

Το 1983 διαγνώστηκε ότι πάσχει από καρκίνο του μαστού. Αρνήθηκε οποιαδήποτε θεραπεία, πιστεύοντας ότι αυτή είναι η μοίρα της. Της άλλαξε γνώμη η φίλη της ηθοποιός Μαρίνα Βλαντί και κυριολεκτικά της έσωσε τη ζωή.

Το 2004 καταδικάσθηκε σε χρηματική ποινή 5.000 ευρώ για πρόκληση ρατσιστικού μίσους, όταν τα έβαλε με τους μουσουλμάνους της Γαλλίας. Από το 1992 είναι παντρεμένη με τον Γάλλο επιχειρηματία Μπερνάρ Ντ’ Ορμάλ (γ. 1941), πρώην σύμβουλο του ακροδεξιού ηγέτη Ζαν Μαρί Λεπέν, γεγονός που στέρησε αρκετά από τη δημοφιλία της.

H Μπριζίτ Μπαρντό τοποθετήθηκε από το γνωστό κινηματογραφικό περιοδικό Empire στην 9η θέση της λίστας με τις 100 πιο σέξι σταρ στην ιστορία του κινηματογράφου (1995) και στην 49η θέση με τις 100 κορυφαίες σταρ του κινηματογράφου (1997).

Πηγή: https://www.sansimera.gr

 

Ιωάννης Καποδίστριας 1776 – 1831

Έλληνας πολιτικός και διπλωμάτης. Διετέλεσε Υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας και πρώτος Κυβερνήτης του ανεξάρτητου Ελληνικού Κράτους, το οποίο ίδρυσε εκ θεμελίων και με την προσωπική του περιουσία.

Γεννήθηκε στην Κέρκυρα στις 11 Φεβρουαρίου 1776 την περίοδο της Ενετοκρατίας. Ο πατέρας του Αντώνιος - Μαρία καταγόταν από οικογένεια ευγενών, καθώς ένας από τους πρόγονούς του είχε λάβει τον τίτλο του Κόμη από τον Δούκα της Σαβοΐας Κάρολο Εμμανουήλ τον Β'. Ο τίτλος εισήχθη στη «Χρυσή Βίβλο» (Libro d' Oro) των ευγενών της Κέρκυρας το 1679 και έλκει την καταγωγή του από το ακρωτήριο Ίστρια της Αδριατικής, το σημερινό Κόπερ της Σλοβενίας. Η οικογένεια της μητέρας του Διαμαντίνας (Αδαμαντίας) Γονέμη, ήταν επίσης εγγεγραμμένη στη «Χρυσή Βίβλο» από το 1606.

Ο νεαρός Ιωάννης σπούδασε ιατρική, φιλοσοφία και νομικά στο Πανεπιστήμιο της Παταβίας (Πάντοβα) της Ιταλίας. Το 1797 εγκαταστάθηκε στη γενέτειρά του Κέρκυρα και άσκησε το επάγγελμα του ιατρού - χειρούργου. Δύο χρόνια αργότερα, όταν η Ρωσία και η Τουρκία κατέλαβαν για λίγο τα Επτάνησα, του ανατέθηκε η διοίκηση του στρατιωτικού νοσοκομείου.

Το 1801 τα Επτάνησα αυτονομούνται και ο Ιωάννης Καποδίστριας γίνεται ένας από τους δύο διοικητές της Ιονίου Πολιτείας, σε ηλικία 25 ετών. Χάρη στην πολιτική του οξυδέρκεια και πειθώ απέτρεψε την εξέγερση της Κεφαλλονιάς, που θα είχε απρόβλεπτες συνέπειες στη συνοχή του νεότευκτης πολιτείας. Έδειξε ευαισθησία και προσοχή στις ανησυχίες των Επτανησίων και πήρε πρωτοβουλίες για τη αναθεώρηση επί το δημοκρατικότερο του επτανησιακού συντάγματος, που είχαν επιβάλει Ρώσοι και Τούρκοι υπό τον τίτλο «Βυζαντινό Σύνταγμα».

Αποτέλεσμα των προσπαθειών του Καποδίστρια ήταν η ψήφιση ενός πιο φιλελεύθερου και δημοκρατικού συντάγματος το 1803. Οι μεγάλες δυνάμεις θορυβήθηκαν κι έστειλαν τον Γεώργιο Μοτσενίγο, προκειμένου να τον επιπλήξει. Όταν, όμως, ο εκπρόσωπός τους συναντήθηκε μαζί του, εντυπωσιάστηκε από την πολιτική και ηθική συγκρότηση του ανδρός. Ο Καποδίστριας διορίστηκε ομόφωνα από τη Γερουσία της Ιονίου Πολιτείας, Γραμματέας της Επικρατείας. Κατά τη διάρκεια της θητείας του αναδιοργάνωσε τη δημόσια διοίκηση, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην εκπαίδευση.

Τον Μάρτιο του 1807 εστάλη στη Λευκάδα, την οποία απειλούσε με κατάληψη ο Αλή Πασάς. Αναδιοργάνωσε την άμυνα του νησιού, αποτρέποντας την απειλή. Εκεί γνωρίστηκε με τους οπλαρχηγούς ΚολοκοτρώνηΝικηταράΑνδρούτσο και Μπότσαρη, που αργότερα θα πρωτοστατούσαν στην Επανάσταση του '21.

Τον Ιανουάριο 1809 ο Καποδίστριας εισήλθε στη διπλωματική υπηρεσία της Ρωσίας, κατόπιν προσκλήσεως του Τσάρου Αλέξανδρου Α'. Το 1813, διορίστηκε εκπρόσωπος της Ρωσίας στην Ελβετία, στην πρώτη του μεγάλη αποστολή, με σκοπό να συνεισφέρει στην απαλλαγή της από την επιρροή του Ναπολέοντα. Έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ενότητα, ανεξαρτησία και την ουδετερότητα της Ελβετίας και συνεισέφερε τα μέγιστα στο ελβετικό σύνταγμα, που προέβλεπε 19 αυτόνομα κρατίδια (καντόνια) ως συστατικά μέλη της ελβετικής ομοσπονδίας.

Συμμετείχε στο Συνέδριο της Βιέννης, που έθεσε τις βάσεις της «Ιεράς Συμμαχίας», ως μέλος της ρωσικής αντιπροσωπίας, αποτελώντας το φιλελεύθερο αντίβαρο στην αντιδραστική πολιτική του αυστριακού πρίγκιπα Μέτερνιχ. Πέτυχε την εξουδετέρωση της αυστριακής επιρροής, την ακεραιότητα της Γαλλίας υπό Βουρβόνο μονάρχη, μετά την πτώση του Ναπολέοντα, καθώς και τη διεθνή ουδετερότητα της Ελβετίας, υπό την εγγύηση των Μεγάλων Δυνάμεων.

Μετά τις μεγάλες του διπλωματικές επιτυχίες, ο Τσάρος τον έχρισε Υπουργό Εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας από το 1816 έως το 1822. Ο Καποδίστριας, όμως, δεν ξέχασε τη γενέτειρά του και τα Επτάνησα, που είχαν περάσει κάτω από τον ασφυκτικό έλεγχο της Μεγάλης Βρετανίας. Το 1819 μετέβη στο Λονδίνο και προσπάθησε ματαίως να πείσει τη βρετανική κυβέρνηση να μετριάσει το αυταρχικό καθεστώς που είχε επιβάλει στα Ιόνια Νησιά.

Με την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει το αξίωμά του, καθώς είχε διαφωνήσει ανοιχτά με τον τσάρο Αλέξανδρο, που καταδίκαζε κάθε επαναστατική κίνηση στην Ευρώπη, πιστός στις αποφάσεις της Ιεράς Συμμαχίας. Το 1822 εγκαταστάθηκε στη Γενεύη της Ελβετίας, όπου έχαιρε υπόληψης για την προσφορά του στη δημιουργία της Ελβετικής Ομοσπονδίας, λαμβάνοντας τον τίτλο του επίτιμου πολίτη. Παρέμεινε εκεί έως το 1827, βοηθώντας ποικιλοτρόπως το επαναστατημένο έθνος.

Στις 30 Μαρτίου 1827 η Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας τον εξέλεξε Κυβερνήτη του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους, σε μία περίοδο που η Επανάσταση καρκινοβατούσε. Έπειτα από επίπονες διαβουλεύσεις στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες για την εξασφάλιση της απαραίτητης υποστήριξης για το ελληνικό κράτος, έφτασε στο Ναύπλιο στις 7 Ιανουαρίου 1828, γενόμενος δεκτός με ζητωκραυγές και ενθουσιώδεις εκδηλώσεις από τον λαό. Δύο ημέρες αργότερα μετέβη στην Αίγινα, η οποία είχε κριθεί καταλληλοτέρα από το Ναύπλιο ως προσωρινή έδρα της Κυβέρνησης.

Η πρώτη επαφή του με την ηπειρωτική Ελλάδα υπήρξε αποκαρδιωτική, λόγω της κατάστασης που επικρατούσε στο πολιτικό σκηνικό. Οι αντιπαλότητες που είχαν προκύψει μεταξύ των φατριών κατά τη διάρκεια της επανάστασης δεν είχαν κοπάσει, ενώ η χώρα είχε καταστραφεί και η οικονομία της τελούσε υπό πτώχευση.

Ο Καποδίστριας εκλήθη να κυβερνήσει με βάση το Δημοκρατικό Σύνταγμα της Τροιζήνας, αλλά ως οπαδός της πεφωτισμένης δεσποτείας πίστευε ότι τα Συντάγματα και τα Κοινοβουλευτικά Σώματα ήσαν πρόωρα για το ασύστατο ακόμα κράτος. Πρέσβευε εις την αρχή του ενός ανδρός, έστω και υπό προθεσμία. Στις 18 Ιανουαρίου 1828 πέτυχε ψήφισμα της Βουλής περί αναστολής του Συντάγματος. Έτσι, κατέστη η μοναδική πηγή εξουσίας, συνεπικουρούμενος από το Πανελλήνιον, ένα συμβουλευτικό σώμα αποτελούμενο από 27 μέλη. Στη σύγκληση μιας νέας Εθνοσυνέλευσης στο άμεσο μέλλον παραπεμπόταν η ψήφιση του νέου Συντάγματος. Ο Καποδίστριας εγκαινίασε την περίοδο της απολυταρχίας, η οποία διατηρήθηκε μέχρι το Σύνταγμα του 1843.

Λιθογραφία του 1827

Ο νέος Κυβερνήτης έθεσε ως στόχο να βάλει τέλος στις εμφύλιες διαμάχες και επιδόθηκε αμέσως στο έργο της δημιουργίας Κράτους εκ του μηδενός, επιδεικνύοντας αξιοζήλευτη δραστηριότητα. Ίδρυσε την Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα με τη βοήθεια του φίλου του ελβετού τραπεζίτη Εϋνάρδου, η οποία δεν ευδοκίμησε για πολύ. Ρύθμισε το νομισματικό σύστημα, καθότι ακόμη κυκλοφορούσαν τουρκικά και ξένα νομίσματα εντός της επικράτειας. Στις 28 Ιουλίου 1828 καθιέρωσε ως εθνική νομισματική μονάδα τον Φοίνικα και ίδρυσε Εθνικό Νομισματοκοπείο. Στις 24 Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου οργάνωσε και την πρώτη ταχυδρομική υπηρεσία.

Ερχόμενος στο Ναύπλιο, ο Καποδίστριας βρήκε την Ελλάδα χωρίς δικαστική οργάνωση. Γνωρίζοντας ότι η απονομή της δικαιοσύνης αποτελεί θεμέλιο για τη δημιουργία μιας ευνομούμενης πολιτείας, ενδιαφέρθηκε προσωπικά για τη δημιουργία δικαστηρίων και τη στελέχωσή τους με το κατάλληλο προσωπικό. Οργάνωσε, ακόμη, τη διοίκηση του κράτους και ίδρυσε Στατιστική Υπηρεσία, η οποία διενήργησε την πρώτη απογραφή.

Αναδιοργάνωσε τις ένοπλες δυνάμεις υπό ενιαία διοίκηση, πετυχαίνοντας αφενός να καταπολεμήσει το κατεστημένο των οπλαρχηγών και αφετέρου να παρεμποδίσει την Οθωμανική προέλαση, όπως έδειξε η Μάχη της Πέτρας, όπου ο ελληνικός στρατός εμφανίσθηκε πειθαρχημένος και συγκροτημένος στην τελευταία μάχη του Αγώνα. Ο Καποδίστριας αντιμετώπισε επιτυχώς την πειρατεία, αναθέτοντας στον ναύαρχο Μιαούλη την καταστολή της. Εφάρμοσε την πρακτική της απομόνωσης (καραντίνας) των κοινοτήτων που πλήττονταν από τις επιδημίες του τύφου, της ελονοσίας και άλλων μολυσματικών ασθενειών. Προσπάθησε να ανοικοδομήσει το κατεστραμμένο εκπαιδευτικό σύστημα της Ελλάδας, ιδρύοντας πολλά αλληλοδιδακτικά σχολεία, καθώς και το Ορφανοτροφείο της Αίγινας.

Ο Καποδίστριας ενδιαφέρθηκε αποφασιστικά για τη γεωργία, που αποτελούσε τον ακρογωνιαίο λίθο της ελληνικής οικονομίας. Εισήγαγε πρώτος την καλλιέργεια της πατάτας, με ένα τρόπο που έδειχνε τη βαθειά του γνώση για τον ψυχισμό του Έλληνα εκείνης της εποχής. Διέταξε, λοιπόν, να αποθέσουν ένα φορτίο με πατάτες στο λιμάνι του Ναυπλίου και προέτρεψε τον καθένα να πάρει όσες θέλει. Συνάντησε, όμως, την παγερή αδιαφορία των πρωτευουσιάνων. Στη συνέχεια τοποθέτησε φρουρούς στο φορτίο και αμέσως σχεδόν στο Ναύπλιο κυκλοφόρησαν ψίθυροι ότι για να φυλάσσεται το φορτίο κάτι το πολύτιμο θα περιέχει. Οι άνθρωποι μαζεύτηκαν στο λιμάνι και λοξοκοίταζαν τις πατάτες. Άρχισαν σιγά-σιγά να τις κλέβουν κάτω από τη μύτη των φρουρών και στο τέλος έκαναν όλες φτερά. Δεν γνώριζαν, όμως, ότι ο Καποδίστριας είχε διατάξει τους φρουρούς να κάνουν τα στραβά μάτια. Με αυτή την ευφυή κίνηση, η πατάτα έγινε τότε μέρος της καθημερινής διατροφής του Έλληνα.

Οι πολιτικές κινήσεις του Καποδίστρια προκάλεσαν τη δυσαρέσκεια, τόσο των οπαδών του συνταγματικού πολιτεύματος, όσο και των προκρίτων και των ναυτικών. Η αίγλη που τον περιέβαλε άρχισε να διαλύεται. Η αδυναμία ικανοποιήσεως όλων των αιτημάτων, σε συνδυασμό με την καθυστέρηση διεξαγωγής των εκλογών, έδωσαν την αφορμή για το σχηματισμό ισχυρής αντιπολίτευσης κατά του Κυβερνήτη. Ο Καποδίστριας κατηγορήθηκε ακόμη ότι αγνόησε τη μακρά κοινοτική παράδοση της χώρας και θέλησε να μεταφυτεύσει από την αλλοδαπή θεσμούς, μη προσιδιάζοντες στην τότε πραγματικότητα.

Η πρώτη δυναμική αντιπολιτευτική ενέργεια ήλθε με τα στασιαστικά κινήματα της Ύδρας το 1829, που επιδίωκαν την ανατροπή του Καποδίστρια. Ζήτησαν από τον Μιαούλη να καταλάβει τον ναύσταθμο του Πόρου, πριν προλάβει ο διοικητής του Κανάρης να έλθει εναντίον της Ύδρας. Ο Καποδίστριας παρακάλεσε τον ναύαρχο Ρίκορντ να επιτεθεί κατά των στασιαστών. Πράγματι, ο ρώσος ναύαρχος απέκλεισε το ναύσταθμο και προ του κινδύνου να συλληφθεί ο Μιαούλης ανατίναξε τη φρεγάτα Ελλάς και την κορβέτα Ύδρα (τα δύο πιο αξιόπλοα πλοία του ελληνικού στόλου) και διέφυγε στην Ύδρα. Η αντίδραση κατά του Κυβερνήτη διογκωνόταν. Οι Μανιάτες αρνούνταν να πληρώσουν τους φόρους προς την κεντρική εξουσία και στασίασαν με τη σειρά τους.

Μοιραία στάθηκε η αντιπαλότητα του Καποδίστρια με τους Μαυρομιχάληδες, την ισχυρότερη οικογένεια της Μάνης. Ο Καποδίστριας συν το χρόνω γινόταν όλο και πιο ευερέθιστος και δύσπιστος έναντι όλων. Δεν είχε την απαραίτητη αυτοσυγκράτηση και ψυχραιμία, με συνέπεια την αδικαιολόγητη όξυνση των προσωπικών παθών. Σε αυτή την κατάσταση θα πρέπει να αποδοθεί και ο σκληρός τρόπος συμπεριφοράς του κατά του γηραιού Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Ο Καποδίστριας διέταξε τη σύλληψή του και τον εγκλεισμό του στη φυλακή. Τον αδελφό του Κωνσταντίνο και τον υιό του Γεώργιο τους κρατούσε στο Ναύπλιο, όπου είχε μεταφερθεί η πρωτεύουσα του νεοελληνικού κράτους. Το γεγονός αυτό εξέθρεψε το μίσος και την ανάγκη εκδίκηση από την πλευρά των Μαυρομιχαλαίων.

Η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια

Στις 5:35 το πρωί της 27ης Σεπτεμβρίου 1831 ο Ιωάννης Καποδίστριας δέχθηκε δολοφονική επίθεση από τον Κωνσταντίνο και τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη έξω από την εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα, όπου μετέβαινε για να εκκλησιασθεί και έπεσε νεκρός. Ο μόνος που τον συνόδευε ήταν ο μονόχειρας σωματοφύλακάς του, ονόματι Κοκκώνης.

Ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης εφονεύθη επί τόπου από τους προστρέξαντες, οι οποίοι κυριολεκτικώς τον λυντσάρισαν. Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης ζήτησε προστασία στη Γαλλική Πρεσβεία. Κατόπιν επιμόνου απαιτήσεως του συγκεντρωμένου πλήθους, που απείλησε ότι θα κάψει την πρεσβεία, ο αντιπρεσβευτής βαρόνος Ρουάν τον παρέδωσε στις αρχές. Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης καταδικάσθηκε σε θάνατο από στρατοδικείο και εθανατώθη δια τυφεκισμού το πρωί της 10ης Οκτωβρίου 1831.

Στη θέση του δολοφονημένου Ιωάννη Καποδίστρια διορίστηκε για μικρό διάστημα ο αδερφός του Αυγουστίνος. Η χώρα είχε βυθιστεί στο χάος και την αναρχία και οι Προστάτιδες Δυνάμεις βρήκαν την ευκαιρία να εγκαθιδρύσουν βασιλεία, φοβούμενες την επικράτηση ενός φιλελεύθερου κινήματος.

Η ελληνική πολιτεία τίμησε τον Κυβερνήτη, δίνοντας το όνομά του σε δημόσιους χώρους και ιδρύματα, όπως στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ο επίσημος τίτλος του οποίου είναι Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ακόμη, ο Ιωάννης Καποδίστριας απεικονίζεται στο κέρμα των 20 λεπτών της ελληνικής έκδοσης του ευρώ, ενώ το σχέδιο διοικητικής αναδιοργάνωσης της χώρας που εισηγήθηκε η κυβέρνηση Σημίτη έλαβε το όνομά του («Πρόγραμμα Ι. Καποδίστριας»).

Περισσότερα Άρθρα...

Join Radio

Εγγραφείτε προκειμένου να λαμβάνετε δωρεάν ειδοποιήσεις όταν έχουμε νεότερες πληροφορίες.