373 New Articles

Σιμόν Μπολιβάρ 1783 – 1830

Πολιτικός και στρατιωτικός, που αφιέρωσε τη ζωή του στην απελευθέρωση των ισπανικών αποικιών και οραματίστηκε μία ενωμένη Λατινική Αμερική. Γεννήθηκε ως Σιμόν Χοζέ Αντόνιο ντε λα Σαντίσιμα Τρινιδάδ Μπολίβαρ ι Πόντε Παλάθιος ι Μπλάνκο, στις 24 Ιουλίου 1783, στο Καράκας της σημερινής Βενεζουέλας. Καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια με βασκικές ρίζες. Η οικογένειά του εκμεταλλευόταν μεταλλεία χρυσού και σιδήρου και ο Μπολίβαρ χρησιμοποίησε μέρος από τα έσοδά τους για να χρηματοδοτήσει τους απελευθερωτικούς πολέμους.

Μετά το θάνατό των γονέων του, την κηδεμονία του ανέλαβε ένας θείος, ο οποίος φρόντισε για τη μόρφωση και την καλλιέργεια του ανιψιού του προσλαμβάνοντας άριστους παιδαγωγούς. Μεταξύ αυτών, ο Σιμόν Ροδρίγκες, ο οποίος μύησε τον νεαρό Σιμόν στα έργα σπουδαίων ευρωπαίων διανοητών, από τον Τζον Λοκ και τον Ανταμ Σμιθ ως τον Βολταίρο και τον Ρουσό. Το 1799 μετέβη στην Ισπανία για να συμπληρώσει την εκπαίδευσή του. Σ' ένα διάλειμμα των σπουδών και των ταξιδιών του παντρεύτηκε τη νεαρή ισπανίδα ευγενή Μαρία Τερέζα Ροδρίγκεθ ντελ Τόρο ι Αλάισα. Ο γάμος κράτησε λίγο, καθώς σ' ένα ταξίδι τους στο Καράκας, το 1803, η Μαρία Τερέζα προσβλήθηκε από κίτρινο πυρετό και πέθανε.

Το 1807 ο Μπολιβάρ επέστρεψε στο Καράκας και συμμετείχε στην εξέγερση κατά των ισπανών κατακτητών, που βρίσκονταν σε δύσκολη θέση εξαιτίας των Ναπολεόντειων Πολέμων. Με την επικράτηση των επαναστατών, το 1810, ο Μπολιβάρ ανέλαβε την αποστολή να μεταβεί στο Λονδίνο για να ζητήσει βοήθεια από τους Άγγλους, οι οποίοι, όμως, κράτησαν αυστηρή ουδετερότητα. Το μόνο κέρδος από αυτό το ταξίδι ήταν η γνωριμία του με τον εξόριστο Φρανσίσκο ντε Μιράντα, ο οποίος το 1806 είχε προσπαθήσει ανεπιτυχώς να ελευθερώσει τη Βενεζουέλα. Ο Μιράντα διέγνωσε τα προσόντα του Μπολίβαρ και τον έπεισε να επιστρέψει στο Καράκας για να αναλάβει την ηγεσία του απελευθερωτικού κινήματος.

H Βενεζουέλα κήρυξε την ανεξαρτησία της στις 5 Ιουλίου 1811 (Πρώτη Δημοκρατία) και ο 28χρονος Μπολίβαρ κατατάχθηκε στο στρατό. Πολύ σύντομα, όμως, άρχισαν να εκδηλώνονται διαφωνίες ανάμεσα στον Μπολιβάρ και στον Μιράντα, με αποτέλεσμα οι Ισπανοί να κατορθώσουν να επιβληθούν και πάλι. Ωστόσο, ο Μπολιβάρ ήταν αποφασισμένος να συνεχίσει τον αγώνα. Το 1812 κατέφυγε στην Καρθαγένη της Νέας Γρανάδας (σημερινή Κολομβία), όπου δημοσίευσε την πρώτη του πολιτική διακήρυξη, το «Μανιφέστο της Καρθαγένης», στο οποίο ανέλυε τις αιτίες της ήττας στη Βενεζουέλα και παρακινούσε τους επαναστάτες να συντρίψουν τους Ισπανούς. Από εκεί θα ξεκινήσει ένα χρόνο αργότερα η αποκληθείσα «Θαυμαστή Εκστρατεία» (Campana Admirable), που θα οδηγήσει το 1821 στη Μεγάλη Κολομβία.

Στις 6 Αυγούστου 1813 εισέρχεται και πάλι θριαμβευτικά στο Καράκας, επικεφαλής εκστρατευτικού σώματος και ο λαός τον αποθεώνει και τον αποκαλεί «Απελευθερωτή» (El Libertador). Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις, όμως, στις τάξεις των επαναστατών πολύ σύντομα οδήγησαν σε εμφύλιο πόλεμο και έδωσαν πάλι την ευκαιρία στους Ισπανούς να καταλύσουν και τη Δεύτερη Δημοκρατία της Βενεζουέλας.

Ο Μπολιβάρ βρίσκεται εξόριστος στην Τζαμάικα και τον Δεκέμβριο του 1815 καταφεύγει στην Αϊτή, όπου ο διοικητής της Αλεξάντρ Πετιόν τον υποδέχεται ως ήρωα. Του παρέχει όπλα και πυρομαχικά, ενώ ένας μεγάλος αριθμός στρατιωτών και μαχητών της ελευθερίας τάσσονται στο πλευρό του. Το μόνο αίτημα του προέδρου της Αϊτής είναι η απελευθέρωση όλων των σκλάβων, στις χώρες που θα αποτίναζαν την ισπανική κυριαρχία. Σε μία σειρά επιστολών του, που γράφει στην Τζαμάικα και την Αϊτή, ο Μπολιβάρ αναλύει το όραμά του για την απελευθέρωση όλων των χωρών που βρίσκονταν υπό ισπανική κυριαρχία, από τη Χιλή και την Αργεντινή ως το Μεξικό.

Ο Μπολιβάρ εισέβαλε και πάλι στη Βενεζουέλα το 1817, εγκατέστησε επαναστατική κυβέρνηση και εξελέγη πρόεδρος της χώρας. Τα μέτρα της κατάργησης της δουλείας και της παραχώρησης γης στους στρατιώτες του απελευθερωτικού στρατού έκαναν τον Μπολιβάρ πολύ δημοφιλή στις μάζες. Συνεχίζει να απελευθερώνει εδάφη από χώρες υπό ισπανικό ζυγό και στις 7 Δεκεμβρίου 1821 ανακηρύσσει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Μεγάλης Κολομβίας, που περιλαμβάνει τη Βενεζουέλα, την Κολομβία, τον Παναμά και τον Ισημερινό (Εκουαδόρ). Στο Κίτο, ο Μπολιβάρ θα συναντήσει τη γυναίκα των ονείρων του, την επαναστάτρια Μανουέλα Σάενς, η οποία θα του συμπαρασταθεί μέχρι το τέλος της ζωής του.

Το 1822 ο Μπολιβάρ συμμετέχει στις δυνάμεις που μάχονται για την ανεξαρτησία του Περού και στις 10 Φεβρουαρίου 1824 εκλέγεται δικτάτωρ από το Κογκρέσο των απελευθερωμένων περιοχών της χώρας. Αναδιοργανώνει στρατιωτικά και πολιτικά το νέο κράτος κι ένα χρόνο αργότερα βοηθά τους κατοίκους του Άνω Περού να αποτινάξουν τον ισπανικό ζυγό. Πρώτο του μέλημα είναι η ψήφιση Συντάγματος, που διακρίνεται για τις φιλελεύθερες αρχές του. Το Κογκρέσο του Άνω Περού για να τιμήσει τον Μπολιβάρ ονομάζει τη χώρα Βολιβία (6 Αυγούστου 1825).

Το 1826 προσπάθησε να θέσει σε εφαρμογή ένα ακόμη σχέδιό του: τη δημιουργία συνομοσπονδίας των αμερικανικών κρατών. Για το σκοπό αυτό συνήλθε στον Παναμά μια παναμερικανική συνδιάσκεψη, όπου τα κράτη της Μεγάλης Κολομβίας, το Περού, η Βολιβία, το Μεξικό, η Κεντρική Αμερική και οι Ενωμένες Επαρχίες του Ρίο ντε λα Πλάτα (η σημερινή Αργεντινή) υπέγραψαν συνθήκη συμμαχίας και κάλεσαν και τα υπόλοιπα κράτη της αμερικανικής ηπείρου να την προσυπογράψουν. Όμως, το μεγαλεπήβολο σχέδιό του δεν ευωδόθηκε, λόγω των αντιδράσεων και των αντιζηλιών που προκλήθηκαν. Πολλοί ήταν εκείνοι που κατηγόρησαν τον Μπολιβάρ για βοναπαρτισμό.

Ο απογοητευμένος Μπολιβάρ στράφηκε στη συνέχεια στα εσωτερικά της Μεγάλης Κολομβίας, που παρουσίαζε μεγάλα προβλήματα διακυβέρνησης, εξαιτίας της μεγάλης της έκτασης, αλλά και της ύπαρξης αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων στις περιοχές, που την αποτελούσαν. Τον Απρίλιο του 1828 συγκάλεσε στην Οκάνια, Συντακτική Συνέλευση. Το σχέδιό του για ένα ομοσπονδιακό κράτος, που θα εγγυάτο και θα υπεράσπιζε τα ατομικά δικαιώματα, δεν ήταν ρεαλιστικό. Αντ' αυτού, ο Μπολιβάρ πρότεινε τη δημιουργία ενός ομοσπονδιακού κράτους με ισχυρή κεντρική εξουσία και ισόβιο πρόεδρο, ο οποίος θα είχε το δικαίωμα επιλογής του διαδόχου του. Οι φιλελεύθεροι αντέδρασαν στις πανίσχυρες εξουσίες του προέδρου, αντιπροτείνοντας ένα σύστημα με «ψαλιδισμένες» τις εξουσίες της κεντρικής εξουσίας.

Εξοργισμένος από την εξέλιξη αυτή, ο Μπολίβαρ αποχωρεί με τους υποστηρικτές του από τη Συντακτική Συνέλευση και ανακηρύσσει τον εαυτό του δικτάτορα, στις 27 Αυγούστου 1828. Πίστευε ότι η αυταρχική αυτή λύση θα διαρκούσε λίγο, μέχρις ότου ο ίδιος ανακτήσει τις πολιτικές πρωτοβουλίες και διασώσει την ενότητα της Μεγάλης Κολομβίας. Τον Σεπτέμβριο του 1828 διαφεύγει μιας απόπειρας δολοφονίας,χάρη στον φύλακα - άγγελο, τη Μανουέλα Σάενς και στις 27 Απριλίου 1830 παραιτείται, όταν οι φυγόκεντρες τάσεις αποσυνθέτουν τη Μεγάλη Κολομβία. Σκοπεύει να φύγει στην Ευρώπη, αλλά τον προλαβαίνει ο θάνατος. Η φυματίωση από την οποία έχει προσβληθεί τον καταβάλλει στις 17 Δεκεμβρίου του 1830.

Στο νεκρικό κρεβάτι, ο Μπολίβαρ ζήτησε από τον υπασπιστή του στρατηγό Ντάνιελ Φλορένσιο Ο' Λίρι να κάψει το προσωπικό του αρχείο. Ο στρατηγός δεν υπάκουσε κι έτσι τα γραπτά του διασώθηκαν, τροφοδοτώντας με πολύτιμο υλικό τους ιστορικούς. Στα κείμενά του Μπολιβάρ διαφαίνεται η κλασσική φιλελεύθερη σκέψη του (χωρισμός των εξουσιών, ανεξιθρησκία, δικαίωμα στην ιδιοκτησία και κράτος δικαίου). Ο Μπολίβαρ υπήρξε μέγας θαυμαστής της Αμερικανικής Επανάστασης και λιγότερο της Γαλλικής. Αγαπημένα του βιβλία, τα οποία είχε πάντα μαζί του, το «Πνεύμα των Νόμων» του Μοντεσκιέ και ο «Πλούτος των Εθνών» του Άνταμ Σμιθ.

Ο Σιμόν Μπολίβαρ υπήρξε μία προσωπικότητα παγκοσμίου βεληνεκούς. Λατρεύτηκε ως ήρωας, ως αγνός και ανιδιοτελής πατριώτης, που ανάλωσε την προσωπική του περιουσία για τα ιδανικά της ελευθερίας. Ποιήματα εγράφησαν προς τιμή του και μνημεία αναγέρθηκαν σε πολλές πόλεις της Αμερικής, ενώ η μνήμη του είναι ζωντανή μέχρι σήμερα. Ο μεγάλος κολομβιανός συγγραφέας Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες μας δίνει μια μυθιστορηματική περιγραφή των τελευταίων ημερών της ζωής του στο βιβλίο του «Ο στρατηγός μες στο λαβύρινθό του» (εκδόσεις Λιβάνη), ενώ ο σπουδαίος έλληνας σουρεαλιστής ποιητής Νίκος Εγγονόπουλος έγραψε ένα συγκλονιστικό ποίημα, το οποίο τιτλοφορεί Μπολιβάρ: Ένα ελληνικό ποίημα.

Η πτώση της χούντας και η αποκατάσταση της δημοκρατίας στην Ελλάδα

Στις 23 Ιουλίου 1974 η επτάχρονη δικτατορία της 21ης Απριλίου, υπό το βάρος της Τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, κατέρρευσε. Οι στρατιωτικοί παρέδωσαν την εξουσία στους πολιτικούς και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ορκίστηκε πρωθυπουργός της χώρας, επικεφαλής της κυβέρνησης «Εθνικής Ενότητας» τις πρώτες πρωινές ώρες της 24ης Ιουλίου. Από την ημέρα αυτή αρχίζει η εποχή της «Μεταπολίτευσης», η λαμπρότερη, ίσως, περίοδος της πολιτικής ιστορίας του ελληνικού κράτους.

Η γενική επιστράτευση που κηρύχτηκε στις 21 Ιουλίου, μία ημέρα μετά την Τουρκική εισβολή στην Κύπρο, ήταν χαώδης και ανοργάνωτη και κατέδειξε την τραγική κατάσταση που βρισκόταν ο Ελληνικός Στρατός, μετά από επτά χρόνια δικτατορίας. Η κυβέρνηση Ανδρουτσόπουλου, που ήταν υποχείριο του «αόρατου δικτάτορα» Δημητρίου Ιωαννίδη, ήταν ανίκανη να πάρει σοβαρές αποφάσεις. Έτσι, η προσφυγή στους πολιτικούς ήταν μονόδρομος για τη στρατιωτική ηγεσία της χώρας.

Το πρωί της 23ης Ιουλίου, ο αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων, στρατηγός Γρηγόριος Μπονάνος και οι αρχηγοί του Στρατού, αντιστράτηγος Ανδρέας Γαλατσάνος, Ναυτικού, αντιναύαρχος Πέτρος Αραπάκης και Αεροπορίας, αντιπτέραρχος Αλέξανδρος Παπανικολάου, σε σύσκεψη με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας στρατηγό Φαίδωνα Γκιζίκη διατύπωσαν την άποψη ότι είναι επιτακτική ανάγκη η ανάθεση της διακυβέρνησης της χώρας στους πολιτικούς. Στη συνέχεια, ο Γκιζίκης κάλεσε τον Ιωαννίδη και του ανακοίνωσε την απόφαση της ηγεσίας του στρατεύματος, χωρίς αυτός να αντιδράσει.

Στις 2 μετά το μεσημέρι κλήθηκαν σε σύσκεψη από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας σημαίνουσες πολιτικές προσωπικότητες της προδικτατορικής περιόδου. Στη σύσκεψη συμμετείχαν οι αρχηγοί των δύο μεγαλυτέρων κομμάτων Παναγιώτης Κανελλόπουλοςτης ΕΡΕ και Γεώργιος Μαύρος της «Ενώσεως Κέντρου», καθώς και οι Ευάγγελος Αβέρωφ, Σπύρος ΜαρκεζίνηςΓεώργιος Αθανασιάδης-ΝόβαςΣτέφανος Στεφανόπουλος, Πέτρος Γαρουφαλλιάς και Ξενοφών Ζολώτας. Η δικτατορία της 21ης Απριλίου είχε ήδη καταρρεύσει.

Η άφιξη Καραμανλή στο αεροδρόμιο του Ελληνικού.

Στη σύσκεψη αποφασίστηκε ο σχηματισμός πολιτικής κυβέρνησης υπό τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, ο οποίος έλαβε προθεσμία έως τις 8 το βράδυ να ανακοινώσει τη σύνθεση του υπουργικού συμβουλίου. Εν τω μεταξύ, ο Ευάγγελος Αβέρωφ, που προέκρινε τη λύση Καραμανλή, ήλθε σε επαφή με τον πρώην πρωθυπουργό, που ζούσε αυτοεξόριστος στο Παρίσι από το 1963, και του ζήτησε να επιστρέψει το ταχύτερο δυνατό στην Ελλάδα. Στις 6:30 το απόγευμα, ο Αβέρωφ, με υπόδειξη του Γκιζίκη, τηλεφώνησε στον Κανελλόπουλο και του ανακοίνωσε την άρση της εντολής που του είχε ανατεθεί.

Στις 8 το βράδυ επαναλήφθηκε η σύσκεψη με τους πολιτικούς αρχηγούς και επικυρώθηκε η απόφαση για την ανάληψη της διακυβέρνησης της χώρας από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Ο Πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας Βαλερί Ντ’ Εστέν διέθεσε πάραυτα το προσωπικό του αεροπλάνο για την άμεση επιστροφή του Καραμανλή, ο οποίος αφίχθη στο αεροδρόμιο του Ελληνικού στις 2 το πρωί της 24ης Ιουλίου κι έγινε δεκτός από ένα τεράστιο πλήθος πολιτών, που τον χαιρετούσε κυριολεκτικά ως ελευθερωτή. Στις 4 το πρωί, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ορκίστηκε πρωθυπουργός από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Σεραφείμ, παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας, στρατηγού Φαίδωνα Γκιζίκη.

Το μεσημέρι της ίδιας μέρας ορκίστηκε το πρώτο κλιμάκιο της κυβέρνησής του, αποτελούμενο από πολιτικά πρόσωπα της δεξιάς και του κέντρου. Ο Καραμανλής δίσταζε να συμπεριλάβει στην κυβέρνηση «Εθνικής Ενότητας» πολιτικούς της Αριστεράς, για να μην προκαλέσει τους σκληροπυρηνικούς χουντικούς, που κατείχαν ακόμα καίρια πόστα στον κρατικό μηχανισμό. Στις 26 Ιουλίου συμπληρώθηκε η σύνθεση του υπουργικού συμβουλίου, με την ορκωμοσία του δευτέρου κλιμακίου της κυβέρνησης.

Αμέσως μετά ανακοινώθηκαν τα πρώτα μέτρα για την αποκατάσταση του δημοκρατικού πολιτεύματος: κατάργηση του στρατοπέδου της Γυάρου, απόλυση όλων των κρατουμένων, αμνήστευση όλων των πολιτικών αδικημάτων και απόδοση της ιθαγένειας στους πολίτες από τους οποίους την είχε στερήσει η δικτατορία του 1967. Στις άμεσες επιδιώξεις της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας συμπεριλαμβάνονταν η αποκατάσταση της δημοκρατικής ομαλότητας και η διαμόρφωση κλίματος εθνικής ενότητας, η αποδιοργάνωση του πλέγματος εξουσίας της δικτατορίας και η αποκατάσταση του πολιτικού ελέγχου στο στράτευμα, η προετοιμασία για τη διενέργεια εκλογών και η αντιμετώπιση της κρίσης στην Κύπρο.

 

Αιματηρή διαδήλωση στην κατεχόμενη Αθήνα

Στις 22 Ιουλίου 1943 κορυφώθηκαν οι διαδηλώσεις κατά της επικείμενης επέκτασης της βουλγαρικής κατοχής στη Μακεδονία, με πολυπληθές μαχητικό συλλαλητήριο στην Αθήνα, το οποίο πνίγηκε στο αίμα από τις δυνάμεις κατοχής.

Στις 14 Ιουλίου 1943 οι εφημερίδες δημοσίευσαν γερμανική ανακοίνωση που ανέφερε:

Δια στρατιωτικούς λόγους, οφειλομένους εις την γενικήν πολεμικήν κατάστασιν και εξαιτίας της πληγής των ανταρτών, κατέστη αναγκαία η ενίσχυσις των στρατευμάτων κατοχής εν Ελλάδι. Εν τω πλαισίω των μέτρων τούτων, την από στρατιωτικής απόψεως ασφάλειαν εις την περιοχήν ανατολικώς του ποταμού Αξιού - πλην της πόλεως Θεσσαλονίκης - ανέλαβον βουλγαρικά στρατεύματα. Η διοίκησις και εις τα υπό των βουλγαρικών στρατευμάτων μέλλοντα να καταληφθούν τμήματα της χώρας, ευρίσκεται εις χείρας Γερμανικών διοικητικών υπαλλήλων και της Γερμανικής Αστυνομίας. Ουδαμώς αποσιωπούνται οιαιδήποτε μεταβολαί εις τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδος και εις την οικονομίαν της χώρας. Ιδία εξακολουθούν να ισχύουν οι ελληνικοί νόμοι και αι ελληνικαί διατάξεις, καθώς και τα διοικητικά μέτρα της ελληνικής κυβερνήσεως.

Από την ανακοίνωση γινόταν φανερό ότι το αντάρτικο, που είχε φουντώσει στην κατεχόμενη Ελλάδα, υποχρέωνε τους Γερμανούς να απασχολούν περισσότερα στρατεύματα για την αντιμετώπισή του. Γι’ αυτό, εκ των πραγμάτων υποχρεώθηκαν να αναθέσουν τα ελαφρύτερα καθήκοντα των κατοχικών δυνάμεων στην περιοχή ανατολικά του Αξιού ποταμού (εκτός από τη Θεσσαλονίκη) στους Βούλγαρους συμμάχους τους, που ήδη είχαν υπό την κατοχή τους τις περιοχές ανατολικά των Σερρών.

Η απόφαση των γερμανικών δυνάμεων κατοχής προκάλεσε κύμα αγανάκτησης σε όλη τη χώρα. Μαχητικές διαδηλώσεις διοργανώθηκαν σε πολλές πόλεις, με πρωτοβουλία του ΕΑΜ. Στις 22 Ιουλίουκορυφώθηκαν οι εκδηλώσεις διαμαρτυρίας στην Αθήνα. Χιλιάδες κόσμου (υπολογίζονται από 200-500.000) κατέβηκαν στους δρόμους της Αθήνας, αδιαφορώντας για την απειλητική παρουσία των κατοχικών δυνάμεων σε επίκαιρα σημεία της πρωτεύουσας.

Από τα σημεία συγκέντρωσης (Μοναστηράκι, Πλατεία Λαυρίου, Ομόνοια κ.α.), το ανθρώπινο ποτάμι κινήθηκε προς το κέντρο, κρατώντας ελληνικές σημαίες και φωνάζοντας συνθήματα, όπως «Όχι στην Επέκταση» και «Έξω οι Βούλγαροι φασίστες από τη Μακεδονία και τη Θράκη». Τα κατοχικά θωρακισμένα οχήματα προσπάθησαν να διαλύσουν τους διαδηλωτές. Οι συγκρούσεις δεν άργησαν να γενικευτούν.

Στη διασταύρωση των οδών Πανεπιστημίου και Ομήρου μία 17χρονη Επονίτισσα, η Παναγιώτα Σταθοπούλου, προσπάθησε με το σώμα της να ακινητοποιήσει ένα άρμα. Ένας Γερμανός, μέλος του πληρώματος, την πυροβόλησε και τη σκότωσε. Την ίδια στιγμή, η 19χρονη φοιτήτρια της Γαλλικής Ακαδημίας, Κούλα Λίλη επιτέθηκε στον οδηγό του άρματος με το τακούνι του παπουτσιού της, αλλά έπεσε κι αυτή νεκρή από τα πυρά του πληρώματος. Συνολικά, την ημέρα εκείνη 30 διαδηλωτές έχασαν τη ζωή τους, 300 τραυματίστηκαν και 500 συνελήφθησαν. Πολλοί από τους συλληφθέντες οδηγήθηκαν σε στρατοδικεία και καταδικάσθηκαν σε βαριές ποινές.

Μπροστά στην αποφασιστικότητα του ελληνικού λαού, οι Γερμανοί κατακτητές αναγκάστηκαν να αναστείλουν την υλοποίηση των αποφάσεων τους.

Η Τουρκική Εισβολή στην Κύπρο

Η Τουρκική εισβολή στην Κύπρο με την κωδική ονομασία «Αττίλας» ξεκίνησε την αυγή της 20ης Ιουλίου 1974, με αποβατικές και αεροπορικές επιχειρήσεις. Συμμετείχαν συνολικά γύρω στους 40.000 άνδρες υπό τη διοίκηση του αντιστρατήγου Νουρετίν Ερσίν. Η ελληνική πλευρά πιάστηκε στον ύπνο και η αντίδρασή της εκδηλώθηκε με μεγάλη καθυστέρηση. Η Τουρκία υποστήριξε ότι δεν επρόκειτο για εισβολή, αλλά για «ειρηνική επέμβαση», με σκοπό την επαναφορά της συνταγματικής τάξης στην Κύπρο, που είχε καταλυθεί από το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου (15 Ιουλίου 1974).

Τα τουρκικά αποβατικά σκάφη άρχισαν να αποβιβάζουν δυνάμεις ανενόχλητα στην περιοχή Πέντε Μίλι, οκτώ χιλιόμετρα δυτικά της Κερύνειας, λίγο μετά τις 5 το πρωί της 20ης Ιουλίου. Σχεδόν ταυτόχρονα, σμήνη τουρκικών αεροπλάνων άρχισαν τις επιθέσεις, συνεχώς και κατά κύματα κατά της ευρύτερης περιοχής της Κερύνειας και της Λευκωσίας, ενώ άλλα αεροσκάφη και ελικόπτερα επιχειρούσαν ρίψεις αλεξιπτωτιστών σε επίκαιρα σημεία. Οι κάτοικοι βρέθηκαν στο έλεος των εισβολέων. Άοπλοι πολίτες δολοφονήθηκαν, γυναίκες βιάστηκαν και αιχμάλωτοι στρατιώτες εκτελέστηκαν.

Η αντίδραση της ελληνικής πλευράς ήταν ανεξήγητα αργοπορημένη. Παρ’ ότι το ελληνικό Πεντάγωνο γνώριζε τις κινήσεις των Τούρκων, θεωρούσε ότι μπλοφάρουν. Μόλις στις 8:40 το πρωί δόθηκε επισήμως από την Αθήνα η εντολή εφαρμογής των πολεμικών σχεδίων, ενώ το ελληνικό ραδιόφωνο (το ΕΙΡΤ εν προκειμένω), μετέδωσε την είδηση γύρω στις 11 το πρωί. Η καθυστερημένη κινητοποίηση έδωσε τη δυνατότητα στους Τούρκους εισβολείς να παγιώσουν τις θέσεις τους και να δημιουργήσουν προγεφύρωμα από το Πέντε Μίλι της Κερύνειας προς τον Άγιο Ιλαρίωνα, έχοντας ως αντικειμενικό στόχο τη σύνδεσή του με τον τουρκοκυπριακό θύλακο της Λευκωσίας.

Τούρκοι αλεξιπτωτιστές

Οι μονάδες της Εθνικής Φρουράς και της ΕΛΔΥΚ, όταν κινητοποιήθηκαν άρχισαν να πολεμούν με ηρωική αυτοθυσία, χωρίς μάλιστα να διαθέτουν αεροπορική κάλυψη και σύγχρονο οπλισμό. Αριθμούσαν γύρω στους 12.000 άνδρες (ελληνοκύπριους και ελλαδίτες), υπό τη διοίκηση του ταξιάρχου Μιχαήλ Γεωργίτση, που είχε το γενικό πρόσταγμα στο πραξικόπημα κατά του Μακαρίου. Στο μεταξύ, άρχισε να κινητοποιείται και ο ελληνοκυπριακός ανδρικός πληθυσμός και να μετέχει στον άνισο αγώνα με ό,τι διέθετε ο καθένας, πυροβολώντας από τις στέγες των σπιτιών του κατά των εισβολέων αλεξιπτωτιστών.

Στην Αθήνα, η κυβέρνηση αιφνιδιασμένη από την εξέλιξη των γεγονότων αρχίζει να παρουσιάζει εικόνα διάλυσης. Κηρύσσει γενική επιστράτευση, η οποία εξελίσσεται σε φιάσκο, δείχνοντας την τραγική κατάσταση που βρισκόταν ο Ελληνικός Στρατός. Και να σκεφθεί κανείς ότι την Ελλάδα κυβερνούσαν οι στρατιωτικοί και ο Στρατός αν μη τι άλλο θα έπρεπε να βρισκόταν σε υψηλό επιχειρησιακό επίπεδο.

Ο Αμερικανός υφυπουργός Εξωτερικών Τζόζεφ Σίσκο, που βρίσκεται και πάλι στην Αθήνα ως εντολοδόχος του Κίσινγκερ, συναντάται στο Πεντάγωνο με το αρχηγό των Ενόπλων Δυνάμεων στρατηγό Μπονάνο. Ο παριστάμενος Δημήτριος Ιωαννίδης σε οργίλος ύφος απευθύνεται προς τον Σίσκο «Μας εξαπατήσατε... Ημείς θα κηρύξωμεν πόλεμον!» και αποχωρεί από τη σύσκεψη. Έκτοτε, τα ίχνη του αόρατου δικτάτορα χάνονται. Ο Σίσκο στη διάρκεια της ημέρας μάταια αναζητεί αρμόδιο για συνομιλίες.

Αργά το βράδυ, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ εκδίδει το υπ’ αριθμόν 353 ψήφισμα, με το οποίο καλεί σε κατάπαυση του πυρός και σε αποχώρηση από την Κύπρο του «ξένου στρατιωτικού δυναμικού». Παρά την ομόφωνη έγκρισή του, αγνοείται από την Τουρκία, η οποία έχοντας την πρωτοβουλία των κινήσεων επείγεται να εφαρμόσει πλήρως τα σχέδια της. Γενικά, η διεθνής αντίδραση κατά του «Αττίλα» είναι χλιαρή.

Τουρκική απόβαση

Την επομένη, 21 Ιουλίου, οι μάχες στην Κύπρο συνεχίζονται με ιδιαίτερη σφοδρότητα. Στόχος των ελληνικών δυνάμεων στην Κύπρο είναι να αποκόψουν τον τουρκοκυπριακό θύλακο της Λευκωσίας από το προγεφύρωμα της Κερύνειας. Οι Έλληνες στρατηγοί απορρίπτουν εισήγηση για επέμβαση στην Κύπρο, προβλέποντας αποτυχία του σχετικού εγχειρήματος. Δύο ελληνικά υποβρύχια που πλέουν προς την Κερύνεια διατάσσονται να επιστρέψουν στην Ελλάδα.

Οι Τούρκοι εισβολείς, παρά την αριθμητική τους υπεροχή και την ποιοτική υπεροχή του οπλισμούς τους, αντιμετωπίζουν σημαντικά προβλήματα. Μάλιστα, από ασυνεννοησία η τουρκική αεροπορία βυθίζει το αντιτορπιλικό Κοτσατεπέ (D-354), το οποίο εξέλαβε για ελληνικό πλοίο και προκαλεί ζημιές σε άλλα δύο τουρκικά αντιτορπιλικά.

Την ίδια μέρα, σημειώνεται δραστηριοποίηση του αμερικανικού παράγοντα για την επίτευξη ανακωχής. Ο Σίσκο, που πηγαινοέρχεται μεταξύ Αθηνών και Άγκυρας, δεν βρίσκει κάποιον αρμόδιο στην Αθήνα να διαπραγματευτεί, καθώς όλοι οι αρμόδιοι έχουν εξαφανιστεί. Την ευθύνη αναλαμβάνει τελικά ο αρχηγός του Ναυτικού, ναύαρχος Πέτρος Αραπάκης, ο οποίος σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Κίσινγκερ συμφωνεί η ανακωχή να ισχύσει από τις 4 το απόγευμα της 22ης Ιουλίου.

Στις 2 το πρωί της 22ας Ιουλίου, 12 ελληνικά μεταγωγικά τύπου Νοράτλας, που μετέφεραν καταδρομείς στο νησί, βάλλονται, κατά λάθος, από φίλια πυρά πλησίον του αεροδρομίου της Λευκωσίας, με αποτέλεσμα το ένα από αυτά να καταρριφθεί (4 μέλη του πληρώματος και 27 καταδρομείς έχασαν τη ζωή τους), ενώ άλλα δύο να πάθουν σοβαρές ζημιές. Την ίδια ημέρα, οι Τούρκοι εισβολείς εντείνουν τις επιχειρήσεις τους. Αποβιβάζουν άρματα μάχης και το μεσημέρι καταλαμβάνουν την πόλη της Κερύνειας.

Στις 4 το απόγευμα αρχίζει να τηρείται η ανακωχή κατά τα συμφωνηθέντα, η οποία όμως θα παραβιασθεί αρκετές φορές από τους εισβολείς. Σ’ αυτό το χρονικό σημείο, οι Τούρκοι ελέγχουν το 3% του Κυπριακού εδάφους, έχοντας δημιουργήσει ένα προγεφύρωμα, που συνδέει την Κερύνεια με τον τουρκοκυπριακό θύλακο της Λευκωσίας.

Περισσότερα Άρθρα...

Εγγραφείτε προκειμένου να λαμβάνετε δωρεάν ειδοποιήσεις όταν έχουμε νεότερες πληροφορίες.