510 New Articles

Βασιλικοί Γάμοι στην Αθήνα

Στις 18 Σεπτεμβρίου 1964 η Αθήνα γνώρισε στιγμές μεγαλείου και χλιδής με τον γάμο του βασιλιά των Ελλήνων Κωνσταντίνου Β’ και της Δανής πριγκίπισσας Άννας Μαρίας. Ήταν ο πρώτος και ο τελευταίος επίσημος γάμος εν ενεργεία μονάρχη που έγινε στην Ελλάδα και προσήλκυσε το γενικό ενδιαφέρον.

Και οι δύο μελλόνυμφοι ανήκαν στην ίδια δυναστεία (Σλέσβιχ - Χολστάιν - Ζόντερμπουργκ - Γκλίσμπουργκ) και ήταν μακρινοί συγγενείς. Ο Κωνσταντίνος ήταν μόλις 24 ετών και είχε διαδεχθεί στον ελληνικό θρόνο τον πατέρα του Παύλο, που είχε πεθάνει στις 6 Μαρτίου 1964. Η Άννα Μαρία μόλις είχε συμπληρώσει τα 18 της χρόνια και ήταν η τριτότοκη κόρη του βασιλιά της Δανίας Φρειδερίκου του 9ου και της βασίλισσας Ίνγκριντ.

Το ζευγάρι είχε γνωριστεί το 1959 στη Δανία και αμέσως αναπτύχθηκε μεταξύ τους ένα τρυφερό αίσθημα, που εξελίχθηκε σε έρωτα. Όταν έγιναν οι αρραβώνες του ζεύγους τον Ιανουάριο του 1963, η Άννα Μαρία είχε δηλώσει: «Δεν ονειρεύτηκα ποτέ να παντρευτώ ένα Βασιλιά. Ήθελα απλά να είμαι μία γυναίκα ευτυχισμένη με το σύζυγό της. Ναι, αγαπώ εδώ και καιρό τον Κωνσταντίνο, και εύχομαι ο χρόνος να μας επιτρέψει να ζήσουμε μερικά χρόνια όπως όλος ο κόσμος».

Δέκα ημέρες πριν από τη γαμήλια τελετή, η Αθήνα σημαιοστολίζεται και πανηγυρίζει, καθώς στις 11 Σεπτεμβρίου υποδέχεται τη μελλοντική βασίλισσα και τις επόμενες ημέρες πλήθος γαλαζοαίματων, που καταφθάνουν στην ελληνική πρωτεύουσα για το κοσμικό αυτό γεγονός.

Η γαμήλια τελετή ξεκίνησε στις 10 το πρωί της Παρασκευής 18 Σεπτεμβρίου στη Μητρόπολη των Αθηνών, που είχε διακοσμηθεί με 10.000 κόκκινες γλαδιόλες. Την παρακολούθησαν 1.200 προσκεκλημένοι, ανάμεσά τους 18 βασιλείς (Μποντουέν και Φαμπιόλα του Βελγίου, Φουμιφόν και Σιρικίτ της Ταϊλάνδης, Χουσεΐν και Μόνα της Ιορδανίας και όλα τα σκανδιναβικά βασιλικά ζεύγη), 7 διάδοχοι θρόνων, 2 βασιλικοί σύζυγοι, 103 πρίγκιπες και πριγκίπισσες, καθώς και 20 δούκες και κόμητες.

Το μυστήριο του γάμου τέλεσε ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Β’, συνεπικουρούμενος από τον πρωθιερέα των ανακτόρων, αρχιμανδρίτη Ιερώνυμο Κοτσώνη, τον μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Αθηνών επί δικτατορίας. Από εκκλησιαστικής πλευράς, στη γαμήλια τελετή παρέστησαν 104 πατριάρχες, αρχιεπίσκοποι και αρχιερείς της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τα χρυσοΰφαντα άμφιά τους. Η καθολική συμμετοχή των ηγετών της ορθοδοξίας προσέδωσε πανορθόδοξο χαρακτήρα στο γεγονός, επειδή ο Κωνσταντίνος ήταν ο μοναδικός εν ενεργεία ορθόδοξος βασιλιάς.

Στις 11:10 π.μ. η τελετή έληξε και οι νεόνυμφοι υπό τους ήχους πανηγυρικών κανονιοβολισμών επιβιβάστηκαν σε άμαξα, που την έσερναν 6 γκριζόλευκα άλογα. Εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου είχε κατακλύσει τους κεντρικούς δρόμους της Αθήνας για να παρακολουθήσουν τη βασιλική πομπή με τους νεόνυμφους. Δεν ήταν μόνο το θέαμα που τράβηξε τον κόσμο. Το νεαρό ζευγάρι προκαλούσε συμπάθεια. Ιδιαίτερα στον «δημοκρατικό» (μη Δεξιό) κόσμο είχε καλλιεργηθεί η πεποίθηση ότι ο γάμος του Κωνσταντίνου με τη Δανέζα πριγκίπισσα, που διακρινόταν για την απλότητά της, και ο παραμερισμός της πολυπράγμονος βασιλομήτορος Φρειδερίκης, θα σήμανε τον εκδημοκρατισμό της Αυλής και την αποφυγή ανάμειξής της στα πολιτικά πράγματα της χώρας. Γρήγορα, όμως, όσοι καλλιεργούσαν αυτή την πεποίθηση, θα διαψευστούν πανηγυρικά...

Πηγή: https://www.sansimera.gr

 

Η «άλλη» 11η Σεπτεμβρίου: Το πραξικόπημα στη Χιλή το 1973 που σημάδεψε την παγκόσμια ιστορία

Για πολλούς είναι μία άλλη «αποφράδα» 11η Σεπτεμβρίου, ένα «ελλάσσον» επεισόδιο που συνέβη σε μία ημερομηνία που έμελλε να αλλάξει τον ρου της παγκόσμιας ιστορίας: Το 1973 απέχει πολύ περισσότερο για τους νεότερους από το 2001. Η πτώση των Δίδυμων Πύργων είναι μία πιο ανατριχιαστική εικόνα απ’ οποιοδήποτε άλλο συνταρακτικό γεγονός που χάραξε ανεξίτηλα τα ίχνη του στον δρόμο των εξελίξεων, είτε πρόκειται φερ’ ειπείν για την πτώση του Τείχους του Βερολίνου είτε για την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης.

Όμως, για πολύ καιρό πριν συμβούν τα γεγονότα της Νέας Υόρκης, η 11η Σεπτεμβρίου είχε μία διαφορετική σημασία και τα γεγονότα στη μακρινή Χιλή είχαν επίσης συγκινήσει με τρόπο διαφορετικό και μάλιστα άμεσο κι ακαριαίο σχεδόν, παρά την απουσία τότε του ίντερνετ και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Τότε ο κόσμος είχε συκλονιστεί ξανά για το πώς η «αρνητική» δύναμη της Ιστορίας -τότε ο στρατηγός Αουγκούστο Πινοσέτ, όπως το 2001 οι τζιχαντιστές- μπόρεσαν να δράσουν τόσο ανενόχλητοι εκτελώντας τη στυγερή πράξη τους.

Ο Πινοτσέτ διέταξε και πραγμάτωσε το πραξικόπημα ενάντια στον δημοκρατικά εκλεγμένο προοδευτικό πρόεδρο Σαλβαδόρ Αλιένδε και εγκαθίδρυσε μία από τις πιο αιματοβαμμένες δικτατορίες, που επιβίωσε επί 17 χρόνια χάρις στις προγραφές, τις αυθαίρετες συλλήψεις και εξαφανίσεις των πολιτικών αντιπάλων της, τους βασανισμούς και τις δολοφονίες.

Ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ, Ρίτσαρντ Νίξον, και ο σύμβουλός του, Χένρι Κίσινγκερ, και η CIA είχαν διαβιβάσει μόλις πριν από μία εβδομάδα, στις 4 Σεπτεμβρίου, τα σχέδια για την ανατροπή του Αλιέντε, παρά την αντίθετη γνώμη του Στέιτ Ντιπάρτμεντ (ΥΠΕΞ), όπως αποκαλύπτουν τα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα της αμερικανικής κυβέρνησης το 2008.

Στους μήνες που επακολούθησαν του πραξικοπήματος, το Εθνικό Στάδιο του Σαντιάγο έγινε η μακάβρια σκηνή του μαρτυρίου και της σφαγής ενός άγνωστου ακόμη αριθμού αντιφρονούντων στη δικτατορία. Αυτό το επεισόδιο παραμένει ακόμη ένα από τα πιο σκοτεινά κι αμφιλεγόμενα γεγονότα του 20ού αιώνα.

Αμέσως μετά την εκλογή του Αλιένδε, ο Νίξον έδωσε εντολή στη CIA «να κάνει την οικονομία της Χιλής να κλάψει» με στόχο να πλήξει τα μεταρρυθμιστικά σχέδια του νέου, μη αρεστού στην Ουάσινγκτον, Προέδρου: Ξεκινάει το σαμποτάζ των μεγάλων βιομηχανικών εταιρειών, εθνικών και πολυεθνικών, εμποδίζοντας τις μεταφορές προϊόντων, ευνοώντας τη φυγή κεφαλαίων και επενδυτών και διερύνοντας το εξωτερικό χρέος.

Την ίδια στιγμή, πακτωλοί δολαρίων συνεχίζουν να ρέουν προς τις Ένοπλες Δυνάμεις της Χιλής, τα στελέχη των οποίων παραδοσιακά προετοιμάζονται στις αμερικανικές στρατιωτικές σχολές. Το 1972 οι στρατιωτικές ενισχύσεις είναι τα μόνα αμερικανικά κεφάλαια που εισέρχονται στη χώρα. Η Ουάσινγκτον εμποδίζει ακόμη και την επαναδιαπραγμάτευση του χρέους της Χιλής. Ένα σχέδιο που διήρκεσε τρία χρόνια.

Στις 4 Σεπτεμβρίου 1972 ο Αλιένδε, ενώπιον της ΓΣ του ΟΗΕ, είχε καταγγείλλει όχι μόνο την επιθετικότητα των ΗΠΑ, αλλά και την πλήρη απουσία ελέγχου στις πολυεθνικές εταιρείες, που εφάρμοζαν έναν οικονομικό στραγγαλισμό ενάντια στην κυβέρνησή του: «Βρισκόμαστε ενώπιον μίας πραγματικής μετωπικής σύγκρουσης ανάμεσα σε μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες και τα εθνικά κράτη. Τα τελευταία υφίστανται παρεμβολές στη λήψη και άσκηση των θεμελιωδών πολιτικών, οικονομικών και στρατιωτικών αποφάσεών τους εκ μέρους παγκόσμιων οργανισμών που δεν εξαρτώνται από κανένα κράτος. Για αυτές τις δραστηριότητές τους δεν λογοδοτούν σε καμία κυβέρνηση ούτε υπόκεινται στον έλεγχο κάποιου Κοινοβουλίου ή θεσμού που εκπροσωπεί το κοινό συμφέρον», είχε τονίσει ο Πρόεδρος της Χιλής.

Έναν χρόνο αργότερα, στις 9:20 της 11ης Σεπτεμβρίου 1973, ο Αλιέντε εκφώνησε τον λόγο που επρόκειτο να είναι και ο τελευταίος του: «Ζήτω η Χιλή, ζήτω ο λαός, ζήτω οι εργάτες… αυτές είναι οι στερνές μου λέξεις κι είμαι βέβαιος πως η θυσία μου δεν θα είναι μάταια. Είμαι βέβαιος πως, τουλάχιστον, θα είναι ένα ηθικό δίδαγμα που θα καταδικάσει την ψευδορκία, τη δειλία και την προδοσία», επισήμαινε ο Αλιένδε στο τελευταίο και πιο δραματικό από τα πέντε σύντομα μηνύματα που εκφώνησε στον λαό του από τα μικρόφωνα του Radio Magallanes. Η επίγνωση πως το τέλος του έφθανε ήταν αισθητή στη φωνή του, όμως δεν του έλειπαν το θάρρος και η βούληση να αφήσει στον λαό του ένα κληροδότημα.

Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες βρήκε τον θάνατο ο Αλιένδε δεν έχουν διευκρινηστεί ποτέ. Ο ίδιος βρισκόταν στο Προεδρικό Μέγαρο της Μονέδα και σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή αυτοκτόνησε με το καλάσνικοφ ΑΚ-47 που του είχε δωρήσει ο Κουβανός ηγέτης, Φιντέλ Κάστρο, προκειμένου να μην πέσει στα χέρια των πραξικοπηματιών. Άλλοι υποστηρίζουν πως σκοτώθηκε από τους πραξικοπηματίες υπερασπιζόμενος το Μέγαρο.

Οι προσπάθειες της χιλιανής Δεξιάς να απαλλάξει τον Πινοτσέτ και τους συνεργούς από κάθε κατηγορία του ποτέ δεν σταμάτησαν και η κοινωνία της χώρας εξακολουθεί να είναι διχασμένη και να παραμένουν ζωντανές οι ουλές που άφησε η Δικτατορία. Οι δυσκολίες της νυν προέδρου Μισέλ Μπατσελέτ να διαχειριστεί αυτήν τη βαριά κληρονομιά αναδεικνύουν το πόσο τα γεγονότα εκείνης της εποχής έχουν αφήσει βαθιά ίχνη στη χώρα.

Πολλοί πολιτικοί που είχαν αναλάβει καθήκοντα επί Δικτατορίας εξακολουθούν να έχουν ενεργό ρόλο στα πολιτικά δρώμενα της Χιλής. Όπως ο πρώην ΥΠΕΞ του Πινοτσέτ, Σέρχιο Φερνάνδες, ο Αντρές Τσάντγουϊκ, υπουργός Εσωτερικών του δικτάτορα, ο Σεμπαστιάν Πινιέρα, που ως νεαρός συμμετείχε στο -αντίστοιχο των ναζιστικών- πογκρόμ του Τσατσαρίλιας το 1977 για τη «σωτηρία της πατρίδας». Και πολλοί άλλοι ακόμη.

Οι προσπάθειες της Εθνικής Επιτροπής για την Ιστορική Μνήμη είναι δύσκολες. Γιατί ο στόχος της προσκρούει στις βαθιές ρίζες που έχει απλώσει ακόμη ένα πιο καταχθόνιο σχέδιο, που βρήκε την εφαρμογή του στη Χιλή και απλώθηκε στην Αργεντινή, τη Βραζιλία, τη Βολιβία, την Παραγουάη και την Ουρουγουάη. Ήταν τον σχέδιο των Chicago Boys του υπερσυντηρητικού καθηγητή Οικονομίας του Παν/μιου του Σικάγου Μίλτον Φρίντμαν για την εξάπλωση του νεοφιλελεύθερου μοντέλου οικονομίας, όποιο κι εάν είναι το κόστος για τα «υποτελή» κράτη. Ένα σχέδιο με αιχμή του δόρατος το FBI και τη CIA, προκειμένου να εξουδετερωθούν με όποιον τρόπο όσοι αντιτίθενται. Στη Χιλή, η εφαρμογή αυτού του σχεδίου έλαβε τη μορφή του αγώνα ανάμεσα στις δυνάμεις της αντίδρασης και τον εκλεγμένο Πρόεδρο από τον λαό.

Η δικτατορία του Πινοτσέτ δεν είχε σχεδιαστεί απλώς για να ανατρέψει τον προοδευτικό Αλιένδε. Είχε στόχο να χρησιμεύσει ως «εργαστήριο» για την εφαρμογή ενός μοντέλου ανάπτυξης που θα μπορούσε να εξαχθεί αργότερα και στο εξωτερικό. Μία αληθινή επανάσταση του μοντέλου παραγωγής στο πλαίσιο του τότε αναδυόμενου παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Μέσα από τη νεοφιλελεύθερη πολιτική, που κατήργησε κάθε δομή κοινωνικών παροχών και εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων, η χώρα εκσυγχρονίστηκε, προκειμένου να εξυπηρετεί τις ανάγκες των ξένων εταιρειών, στα χέρια των οποίων πέρασε η παραγωγή της. Αυτός ο εκσυγχρονισμός είναι και ο λόγος που όταν ο Πινοτσέτ αποχώρησε το 1988 από την ενεργό πολιτική, το 43% των κατοίκων της χώρας τον υποστήριζε. Το σχέδιο των Chicago Boys συνεχίζει να εφαρμόζεται ακόμη με πολλές παραλλαγές και σήμερα. Πρόσφατο παράδειγμα ο οικονομικός στραγγαλισμός της Βενεζουέλας.

Η θυσία, πάντως, του Αλιένδε εξακολουθεί να αποτελεί ένα σύμβολο αγώνα στην ήπειρο της Λατινικής Αμερικής. Ακόμη αντικατοπτρίζει το παράδειγμα για το κόστος που καλείται ένα κράτος της περιοχής να πληρώσει όταν θελήσει για κάποιο, σύντομο, χρονικό διάστημα να ακολουθήσει τη δική του εμπειρία, να εφαρμόσει το δικό του παράδειγμα στη διακυβέρνηση και στην οικονομία, να χαράξει μία ανεξάρτητη, δημοκρατική πολιτική, χωρίς τις παρεμβάσεις του «μεγάλου γείτονα», της Ουάσινγκτον, που θεωρεί τη Λατινική Αμερική ζωτικό χώρο επιρροής της.

Πηγή:  Left από ΑΠΕ-ΜΠΕ από Wikipedia, El Clarin, Corriere della Sera, Il Manifesto

Αναδημοσίευση από το https://commonality.gr 

Η Μάχη του Μυριοκέφαλου

Στις 17 Σεπτεμβρίου 1176, οι Βυζαντινοί υπό τον αυτοκράτορα Μανουήλ Α Κομνηνό υφίστανται δεινή ήττα από τους Σελτζούκους Τούρκους του σουλτάνου Κιλίτζ Αρσλάν Β’ στην κλεισούρα του Μυριοκέφαλου και εγκαταλείπουν κάθε σκέψη για την ανακατάληψη της Μικράς Ασίας.

 

Μετά την μεγάλη τους νίκη στο Ματζικέρτ (1071) και την εδραίωση της κυριαρχίας τους στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας, οι Σελτζούκοι Τούρκοι αύξησαν δραματικά την πίεσή τους στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία, που βρισκόταν σε παρακμή. Το 1146, ο αυτοκράτορας Μανουήλ Α’ Κομνηνός εξεστράτευσε εναντίον τους και προέλασε μέχρι το Ικόνιο, αναγκάζοντας τον σουλτάνο Μασούντ Α’ να υπογράψει συνθήκη ειρήνης το επόμενο έτος, δια της οποίας οι ανακαταληφθείσες περιοχές και πόλεις από τον Μανουήλ επανήρχοντο στο Βυζάντιο. Ο διάδοχος του Μασούντ, Κιλίτζ Αρσλάν Β’ παραβίασε χρόνια αργότερα τους όρους της συνθήκης και άρχισε και πάλι τις επιδρομές στα εδάφη της αυτοκρατορίας

Ο Μανουήλ απάντησε με μια καλά οργανωμένη εκστρατεία, ηγούμενος πολυάριθμης στρατιάς από περίπου 30.000 άνδρες, στην οποία συμμετείχαν και σύμμαχες δυνάμεις από την Ουγγαρία, την Σερβία και από το Πριγκιπάτο της Αντιοχείας το οποίο εξουσίαζαν οι σταυροφόροι. Ο Κιλίτζ Αρσλάν με σαφώς μικρότερες δυνάμεις υποχωρούσε διαρκώς, παρενοχλώντας τους Βυζαντινούς με δυνάμεις ατάκτων και εφαρμόζοντας την τακτική της «καμμένης γης». Έτσι πριν ακόμη αρχίσει η μάχη, ο βυζαντινός στρατός άρχισε να αποδεκατίζεται από την έλλειψη εφοδίων και από δυσεντερία,εξαιτίας του μολυσμένου νερού.

Παρά την ευνοϊκή συγκυρία, ο σουλτάνος πρότεινε την σύναψη ειρήνης, την οποία ο Μανουήλ απέρριψε, παρά τις συστάσεις των στρατηγών του. Παράλληλα, έψαχνε την κατάλληλη τοποθεσία για να αντιμετωπίσει κατά μέτωπο τους Βυζαντινούς. Η αποφασιστική μάχη δόθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου 1176, σ’ ένα δύσβατο ορεινό πέρασμα κοντά στο εγκαταλελειμμένο χωριό Μυριοκέφαλο (Τσαρντάκ), στην περιοχή του Ικονίου, από το οποίο θα περνούσε υποχρεωτικά ο στρατός του Μανουήλ. Ο Κιλίτζ Αρσλάν πρόλαβε και έλαβε επίκαιρες θέσεις με τους άνδρες του, πιάνοντας στον ύπνο τους Βυζαντινούς, οι οποίοι υπέστησαν φοβερή καταστροφή. Την σύγχυση επέτεινε και μια σφοδρή αμμοθύελλα, που ελάττωσε τόσο πολύ ελαττώσει την ορατότητα, ώστε να μην είναι δυνατό οι πολεμιστές να διακρίνουν τους αντιπάλους τους και να σκοτώνονται μεταξύ τους.

Το περίεργο πάντως είναι ότι ο Κιλίτζ Αρσλάν ζήτησε την σύναψη ειρήνης, την οποία ο Μανουήλ αποδέχτηκε. Στους όρους της περιλαμβάνονται οι κατεδαφίσεις οχυρώσεων στα Βυζαντινο-Τουρκικά σύνορα (Δορύλαιο και Σουβλαίο) και την καταβολή φόρου.

Ο ίδιος ο αυτοκράτορας, σε μήνυμά του στην Κωνσταντινούπολη, παραλλήλισε την ήττα του στο Μυριοκέφαλο με την καταστροφή του Ρωμανού Δ’ Διογένη στο Ματζικέρτ, πριν από έναν αιώνα. Μετά την νίκη τους, οι Σελτζούκοι Τούρκοι δεν αντιμετώπισαν δυσκολίες για την επέκτασή τους στην Μικρά Ασία, καθώς η η Μάχη του Μυριοκέφαλου αποδιοργάνωσε το αμυντικό σύστημα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στην ευρύτερη περιοχή.

Μαρία Κάλλας 1923 – 1977

Ελληνίδα υψίφωνος, η απόλυτη ντίβα στο χώρο του λυρικού θεάτρου. Με τα μοναδικά φωνητικά και υποκριτικά της προσόντα ανανέωσε την όπερα και το ρεπερτόριό της, ιδιαίτερα το ιταλικό «μπελ-κάντο». Αποτελεί σημείο αναφοράς για κάθε τραγουδίστρια της όπερας, που φιλοδοξεί να κερδίσει από τους ειδικούς και το κοινό τον τίτλο της «νέας Κάλλας».

Η Μαρία Σοφία Άννα Καικιλία Καλογεροπούλου, όπως ήταν το πλήρες ελληνικό όνομά της, γεννήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου του 1923 στη Νέα Υόρκη. Ήταν κόρη του φαρμακοποιού Γεωργίου Καλογερόπουλου από τον Μελιγαλά Μεσσηνίας και της Ευαγγελίας (Λίτσας) Δημητριάδη από τη Στυλίδα Φθιώτιδος. Οι γονείς της είχαν μετακομίσει στην αμερικανική μεγαλούπολη προς αναζήτηση καλύτερη τύχης.

Από νωρίς άρχισε να ασχολείται με τη μουσική, παίρνοντας τα πρώτα μαθήματα πιάνου-σολφέζ και σε ηλικία 11 ετών κέρδισε το πρώτο βραβείο σε διαγωνισμό παιδικών φωνών. Το 1937 εγκαταστάθηκε με τη μητέρα της και τη μεγάλη αδελφή της στην Αθήνα, μετά το διαζύγιο των γονιών της και εγγράφηκε στο Εθνικό Ωδείο, με δασκάλους τη Μαρία Τριβέλλα (τραγούδι), την Ήβη Πανά (πιάνο) και τον Γεώργιο Καρακαντά (μελοδραματική). Ο πρώτος ρόλος της ήταν η «Σαντούτσα» στην όπερα του Μασκάνι «Καβαλερία Ρουστικάνα», σε μία παράσταση των μαθητών του ωδείου. Το 1939 εγγράφηκε στο Ωδείο Αθηνών στην τάξη τραγουδιού της διάσημης Ελβίρα ντε Ιντάλγκο (σημαντική τραγουδίστρια της όπερας στις αρχές του 20ου αιώνα), κοντά στην οποία γνώρισε την υψηλή τεχνική των ρόλων του ιταλικού ρομαντικού ρεπερτορίου.

Το 1940 προσλήφθηκε στη Λυρική Σκηνή του τότε Βασιλικού Θεάτρου και το 1941 πρωτοεμφανίστηκε ως «Βεατρίκη» στην οπερέτα Βοκκάκιος του Σουπέ. Στη συνέχεια και ως το 1945 πρωταγωνίστησε στην Τόσκα (1942, 1943), στον Κάμπο του Ντ' Αλμπέρ (1944, 1945), στην Καβαλερία Ρουστικάνα (1944), στον Πρωτομάστορα του Μανώλη Καλομοίρη (1944, το μόνο ελληνικό έργο που τραγούδησε), στον Φιντέλιο του Μπετόβεν (1944) και την οπερέτα Ο Ζητιάνος Φοιτητής του βιεννέζου συνθέτη Καρλ Μιλέκερ (1945).

Τον Σεπτέμβριο του 1945 επέστρεψε στη γενέτειρά της, όπου ζούσε ο πατέρας της, για να προωθήσει τη διεθνή της καριέρα, αλλάζοντας το επίθετό της σε Κάλλας. Παρότι έμεινε άνεργη έως το 1947, δεν το έβαλε κάτω και μετά από μία επιτυχημένη ακρόαση της ανέθεσαν να τραγουδήσει την «Τζιοκόντα» στην ομώνυμη όπερα του Αμίλκαρε Πονκιέλι στην Αρένα της Βερόνας, έναν από τους σπουδαιότερους λυρικούς χώρους της Ιταλίας. Αν και γλίστρησε στη γενική δοκιμή και στραμπούληξε τον αστράγαλό της, κατάφερε να κάνει με επιτυχία το πρώτο σημαντικό βήμα της σταδιοδρομίας της στις 2 Αυγούστου του 1947.

Η Μαρία Κάλλας με τον Τζιανμπατίστα Μενεγκίνι

Μαέστρος της παράστασης ήταν ο διάσημος Τούλιο Σεραφίν, ο οποίος θαύμαζε τη φωνή της και έγινε δάσκαλός της, διευρύνοντας τους τεχνικούς και ερμηνευτικούς της ορίζοντες. Όμως, στη Βερόνα ζούσε και ο βιομήχανος Τζιανμπατίστα Μενεγκίνι, που τη λάτρεψε, όχι μόνο ως καλλιτέχνιδα, αλλά και ως γυναίκα. Έτσι, στις 21 Απρλίου του 1949, η Κάλλας τον παντρεύτηκε, παρότι είχε τα διπλά της χρόνια, ίσως για να αναπληρώσει συναισθηματικά την απουσία της πατρικής φιγούρας, όπως γράφτηκε.

Με τη βοήθεια του Μενεγκίνι η καριέρα της Κάλλας απογειώθηκε σε ρόλους δραματικής υψιφώνου και δραματικής κολορατούρα. Το 1951 εκπόρθησε και τη «Σκάλα» του Μιλάνου (άντρο της μεγάλης αντιπάλου της Ρενάτα Τεμπάλντι), με τους Σικελικούς Εσπερινούς του Βέρντι. Το 1954 η ευτραφής Κάλλας υποβλήθηκε σε διαιτητική θεραπεία για να χάσει κιλά και να μπορεί να ενσαρκώνει τους ρόλους της, όχι μόνο με τη φωνή της, αλλά και με το παρουσιαστικό της.

Μετά τη «Σκάλα» του Μιλάνου ήταν η σειρά της Μητροπολιτικής Όπερας της Νέας Υόρκης (ΜΕΤ) να υποκλιθεί στο φαινόμενο Μαρία Κάλλας το 1956. Η ελληνίδα ντίβα θα επιβάλλει πλήρως τους όρους της, αναγκάζοντας τον διευθυντή της Ράντολφ Μπινγκ όχι μόνο να της καταβάλλει το μεγαλύτερο ποσό που είχε πληρώσει ποτέ ο θίασος για καλλιτέχνη, αλλά και να δηλώσει ότι η πρώτη εμφάνιση της Κάλλας στη «ΜΕΤ» ήταν η πιο συναρπαστική βραδιά της ζωής του. Ο μύθος της είχε αρχίσει να δημιουργείται, βοηθούντος και του Τύπου.

Όμως, η εξαντλητική δίαιτα στην οποία είχε υποβληθεί και οι φωνητικοί ακροβατισμοί της (συχνά έφθανε στα όρια της φωνής της, ερμηνεύοντας εκ διαμέτρου αντίθετους ρόλους σε μία σεζόν ή και σε ένα ρεσιτάλ) είχαν επιπτώσεις στην ποιότητα της φωνής της, η οποία σταδιακά άρχισε να αδυνατίζει στις υψηλές νότες. Το καλοκαίρι του 1957 εμφανίστηκε στο Ηρώδειο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και κυριολεκτικά αποθεώθηκε.

Από το 1958 άρχισε η καθοδική της πορεία. Τον Ιανουάριο στη Ρώμη αποχώρησε με την πρώτη πράξη της Νόρμας του Μπελίνι και αποδοκιμάστηκε από το κοινό και τον Μάιο η «Σκάλα» του Μιλάνου της διέκοψε το συμβόλαιο. Ο Τύπος άρχισε να της επιτίθεται και πολλοί βρήκαν την ευκαιρία που χρόνια ζητούσαν να χύσουν χολή στην Ελληνίδα θεά «αυτή την καλλιτέχνιδα δεύτερης κατηγορίας, που έγινε Ιταλίδα χάρη στον γάμο της, Μιλανέζα χάρη στον αδικαιολόγητο θαυμασμό μιας μερίδας του κοινού της Σκάλας, και διεθνής χάρη στην επικίνδυνη φιλία της με την Έλσα Μάξγουελ», σχολίασε με κακοήθεια η ιταλική εφημερίδα Il Giorno.

Την ίδια χρονιά συνεργάστηκε με τους Αλέξη Μινωτή και Γιάννη Τσαρούχη για μια νέα παραγωγή της Μήδειας του Κερουμπίνι στη νεότευκτη Όπερα του Ντάλας. Αυτή η παράσταση μεταφέρθηκε το 1959 στο Κόβεντ Γκάρντεν του Λονδίνου και σ’ αυτή τη θριαμβευτική «πρεμιέρα» η Κάλλας γνώρισε τον Αριστοτέλη Ωνάση, τον μεγάλο ανεκπλήρωτο έρωτα της ζωής της.

Η Μαρία Κάλλας με τον Αριστοτέλη Ωνάση

Οι εμφανίσεις της από το 1960 άρχισαν να αραιώνουν. Το καλοκαίρι του 1960 τραγούδησε Νόρμα στην Επίδαυρο και τον επόμενο χρόνο στον ίδιο χώρο Μήδεια. Η παράσταση αυτή μεταφέρθηκε και στη Σκάλα του Μιλάνου την περίοδο 1961-1962. Παρ’ όλα αυτά, η σταδιοδρομία της στα ιταλικά θέατρα είχε τελειώσει οριστικά. Το 1962 τραγούδησε Όμπερον του Βέμπερ στο Λονδίνο και οι Τάιμς έγραψαν «Τώρα πια η φωνή της μπορεί να χαρακτηριστεί άσχημη και εκτός τόνου», όμως το κοινό συνέχισε να την αποθεώνει.

Το καλοκαίρι του 1964, σε μια έξοδό της από τον Σκορπιό, παρακολουθεί μαζί με τον Ωνάση μία μουσική εκδήλωση του φεστιβάλ της Λευκάδας και εκφράζει την επιθυμία να τραγουδήσει. Βρίσκεται ένα πιάνο κι ένας νεαρός πιανίστας (ο μετέπειτα συνθέτης Κυριάκος Σφέτσας), και χωρίς πρόβα η Κάλλας τραγουδά την άρια της Σαντούτσα Voi lo sapete, o mamma («Εσείς το ξέρετε, μητέρα») από την Καβαλερία Ρουστικάνα του Μασκάνι, που ήταν και ο πρώτος ρόλος της καριέρας της στην παράσταση του Εθνικού Ωδείου το 1937. Το 1965 αποσύρθηκε οριστικά από τις λυρικές παραστάσεις, παρά την εξαιρετική Τόσκα που τραγούδησε στη Μετροπόλιταν της Νέας Υόρκης. Το κύκνειο άσμα της ήταν η Νόρμα, που ανέβηκε στο Παρίσι, στις 29 Μαΐου του 1965. Στην τρίτη πράξη της όπερας του Μπελίνι κατέρρευσε επί σκηνής και μεταφέρθηκε λιπόθυμη στο καμαρίνι της.

Στη συνέχεια προσπαθεί να βάλει μια τάξη στα προσωπικά της. Ζητά διαζύγιο από τον σύζυγό της για να παντρευτεί τον Ωνάση, ο οποίος αρνείται να της το δώσει. Το 1966 απεκδύεται την αμερικανική υπηκοότητα και λαμβάνει την ελληνική. Με αυτή της την ενέργεια λύεται και τυπικά ο γάμος της με τον Μενεγκίνι. Πλέον, ελπίζει ότι ο Αριστοτέλης Ωνάσης θα της ζητήσει να παντρευτούν, κάτι που τελικά δεν συμβαίνει, καθώς τον Ιούλιο του 1968 ο Έλληνας μεγιστάνας παντρεύεται τη χήρα του Αμερικανού Προέδρου Κένεντι, Τζακ. Αυτή του η πράξη βυθίζει σε κατάθλιψη την κορυφαία υψίφωνο.

Καταβάλλει μεγάλες προσπάθειες να ξεπεράσει τα προσωπικά της προβλήματα, επανακάμπτοντας στην καλλιτεχνική δράση. Παίζει στην κινηματογραφική εκδοχή της Μήδειας του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Πιερ-Πάολο Παζολίνι (1969), ηχογραφεί δίσκους, διδάσκει όπερα στη μουσική σχολή Τζούλιαρντ της Νέας Υόρκης και δίνει ρεσιτάλ με ένα παλιό της γνώριμο, τον ιταλό τενόρο Τζουζέπε Ντι Στέφανο, που κι αυτός αντιμετώπιζε φωνητικά προβλήματα. Η τελευταία της εμφάνιση έγινε στην πόλη Σαπόρο της Ιαπωνίας στις 11 Δεκεμβρίου του 1974.

Έκτοτε, η Μαρία Κάλλας κλείστηκε στο διαμέρισμά της στο Παρίσι και τον εαυτό της. Η μεγάλη ντίβα έφυγε από τη ζωή το πρωί της 16ης Σεπτεμβρίου 1977 από καρδιακή προσβολή, σε ηλικία 54 ετών.

Πηγή: https://www.sansimera.gr

 

Περισσότερα Άρθρα...

Join Radio

Εγγραφείτε προκειμένου να λαμβάνετε δωρεάν ειδοποιήσεις όταν έχουμε νεότερες πληροφορίες.