392 New Articles

Μικρά Ιστορικά - Οι περιηγητές για την οικονομία του Πύργου και της Ηλείας κατά τα προεπαναστατικά χρόνια - Ο ρόλος των λιμένων της περιοχής

Μικρά Ιστορικά - Οι περιηγητές για την οικονομία του Πύργου και της Ηλείας κατά τα προεπαναστατικά χρόνια - Ο ρόλος των λιμένων της περιοχής

Ηλεία
Typography
  • Smaller Small Medium Big Bigger
  • Default Helvetica Segoe Georgia Times

Εικόνα: O περιηγητής Ουίλιαμ Μάρτιν Ληκ (William Martin Leake) (1777-1860). Πηγή: https://el.wikipedia.org/ 

του Διονύση (Σάκη) Τραμπαδώρου

 

Ποσοτικά στοιχεία  για την παραγωγή και το εμπόριο, πολλών περιοχών, μεταξύ αυτών και της Ηλείας, και του Πύργου, ειδικότερα,  δίνει ο Σικελός Xavier Scrofani (περιήγηση στα 1795), δεδομένα τα οποία δείχνουν παραγωγική δυνατότητα και εμπορικές συναλλαγές[i].

Την ίδια περίοδο, περιηγείται στην περιοχή και ο Sibthrop, ο οποίος κάνει μια περιγραφή της φιλοξενίας του στον Πύργο, στο κονάκι του Χουσαΐμ Αγά, ο οποίος περιστοιχιζόταν από τον Ζακυνθινό γραμματικό του, έναν Μωραΐτη γιατρό και μυστικοσύμβουλό του και έναν Ρωμιό Πυργιώτη[ii].

O Pouqueville, ο οποίος φθάνει στην περιοχή, στο κατώφλι του 19ου αιώνα (1800), αναφέρει τον Πύργο, ως ένα από τα βιλαέτια του Μωριά, ενώ υπήρχε και αυτό της Γαστούνης.

Επίσης, αναφερόμενος στα προϊόντα, παραθέτει τα κυριότερα προϊόντα της Πελοποννήσου, με ελάχιστες, όμως διακρίσεις ανά περιοχή.  Μεταξύ αυτών, το λάδι, η σταφίδα, το κρασί, τα στάρια, το αραποσίτι, ο λιναρόσπορος, το πρινοκκόκι, το τυρί, το κόμι τραγάκανθας, το μετάξι, τα μαλλί, τα γιδοτόμαρα, τα βελανίδια, το κερί[iii].

Ο Dodwell (περιήγηση 1801 και 1805-1806), δεν αναφέρει ποσοτικά δεδομένα για τον Πύργο και την Ηλεία, όμως παραθέτει μία πολύ ενδιαφέρουσα αναφορά σε σχέση με τον πρώτο[iv].

Ο Leake, ο Βρετανός περιηγητής που έφτασε στον Μωριά τον Φεβρυάριο του 1805, γνωστός για την ακριβολογία του και την φερεγγυότητά του, αναφέρει ότι ο φημισμένος κάμπος της Ήλιδας ήταν σε κακή κατάσταση, εγκαταλελειμμένος.

Για την Γαστούνη αναφέρει ότι είχε 500 σπίτια με τα μισά από αυτά να ανήκουν σε Τούρκους ενώ για τον Πύργο, επαναλαμβάνει την πληροφορία που μας δίνει και ο Dodwell, ότι είχε αποκλειστικά Έλληνες κατοίκους.

Ο Leake αναφέρεται, επίσης, για τις φορολογικές επιβαρύνσεις των αγροτών στον μουκατά (φορολογική ενότητα) της Γαστούνης.

Οι σημαντικότερες από αυτές ήταν η δεκατιά και η ντογάνα, δηλαδή οι δασμοί[v] των εμπορευμάτων που εξάγονταν από τα εφτά λιμάνια της περιοχής: Κουνουπέλι, Γλαρέντζα, Κόρακα ή Ποτάμι, Πυργί, Κατάκωλο[vi] και Ρουφιά (Αλφειό ή Orfea) [vii], ενώ ταυτίζει, τον Ρουφιά με τον Αη-Ισίδωρο, είτε από παραδρομή, είτε επειδή η σπιάντζα (παραλία) του τελευταίου, ανήκε διοικητικά στον Αλφειό[viii].

Επίσης, κάνει αναφορά και στα ιχθυοτροφεία των τεσσάρων λιμνών (του Κοτυχίου, της Παλιάς Μπούκας, της  Αγουλινίτσας και του Καϊάφα), που έδιναν οικονομικούς πόρους στο Οθωμανικό Κράτος, καθώς και στο νόμιστρο (φόρος αιγοπροβάτων), το γουρουνιάτικο και το μελισσιάτικο.

Η γεωργία, την εποχή της επίσκεψής του, είχε συρρικνωθεί, και τη θέση της είχε πάρει η κτηνοτροφία, που είναι μικρότερης έντασης εργασίας[ix].

Επίσης, από τον Leake, μαθαίνουμε ότι η απόδοση του σιταριού στον κάμπο της Γαστούνης ήταν 13 προς 1, ότι για κάθε κοπάδι 500 προβάτων χρησιμοποιούσαν 3 τσοπάνηδες, και ότι  αριθμός των γιδοπροβάτων του βιλαετίου της Γαστούνης (στο οποίο συγκαταλέγει και την περιοχή του Πύργου) ήταν 300.000, συν τα 150.000 των ορεινών περιοχών.

Ακόμα, αναφέρεται ότι η Γαστούνη εφοδίαζε τη Ζάκυνθο με αγελαδινό κρέας.

Επιπροσθέτως, σε σχέση με τον Leake, όταν αυτός έφτασε στον Πύργο, φιλοξενήθηκε στο σπίτι του Γιωργάκη Αυγερινού.

Ο πατέρας του Γιωργάκη Αυγερινού, Δημήτρης, είχε μεταναστεύσει από την Κεφαλλονιά στο ορεινό χωριό Δούκα.

Ο Γιωργάκης είχε διατελέσει και γραμματέας των αγάδων του Λάλα, γι’ αυτό και ονομαζόταν και Γραμματικός[x].

Τέλος, ο Leake κάνει αναφορά στην ειδική ποικιλία σιταριού, την γκρηνιά, που καλλιεργούνταν στις όχθες του Αλφειού, του οποίου το στάχυ ήταν φορτωμένο με καρπό.

Αναφορά στον γκρινιά, όπως τον αναφέρει, κάνει και ο Αδραχάς, επικαλούμενος τον Leake[xi].

Παραθέτει, επίσης, και έκθεση του Άγγλου προξένου στην Πάτρα, με βάση την οποία η Γαστούνη και ο Πύργος παρήγαγαν 150.000 πολίτικα κοιλά ετησίως, σιτάρι (ένα πολίτικο κοιλό=22 οκάδες)[xii].

Κλείνουμε την αναφορά μας στους περιηγητές με την δεύτερη επίσκεψη του Pouqueville, στην περιοχή, το 1815.

Σε αυτή του την επίσκεψη, πολύ μεγάλη εντύπωση του προκάλεσε η «οικονομική και πολιτική ανάπτυξη» του Πύργου[xiii].

Από τα δεδομένα που αναφέρουμε, θεωρούμε σίγουρο ότι από τα λιμάνια (σκαλώματα) της περιοχής του Πύργου το εμπόριο συνεχίζεται και κατά τα χρονικά διαστήματα για τα οποία δεν έχουμε στοιχεία.

Όπως,  επίσης, θα πρέπει να θεωρείται σίγουρο και το γεγονός ότι υπήρχαν οικογένειες οι οποίες είχαν συγκεντρώσει πολύ μεγάλο πλούτο στα χέρια τους.

Έτσι, άλλωστε, μπορεί να ερμηνευτεί και το ό,τι αυτές συγκαταλέγονταν σε αυτούς που αφενός αγόρασαν μεγάλες εκτάσεις γης, από τους Οθωμανούς, προεπαναστατικά, ακόμη και τις παραμονές της Επανάστασης, και αφετέρου ότι αυτές αναμείχθηκαν με το δια θαλάσσης εμπόριο και, γενικότερα τη ναυτιλία.

Εικόνα για το εμπόριο της Πελοποννήσου δίνει και ο πρόξενος της Βενετίας στην Πάτρα, Αναστάσιος Μεσάλας, σε έκθεσή του της 1ης Οκτωβρίου 1755[xiv].

Ακόμα, αναφορές στην περιοχή του Πύργου ως σημαντικού κέντρου παραγωγής και εξαγωγής σιτηρών γίνονται και στη μελέτη του Γεωργίου Λέοντα (Λεονταρίτη)[xv], καθώς και από τον Traian Stoianovich, ο οποίος συμπληρώνει ότι ο Πύργος (τα λιμάνια της περιοχής του Πύργου) συγκαταλεγόταν ανάμεσα στα μακρινά, σε σχέση με το Οθωμανικό κέντρο λιμάνια (τα άλλα που αναφέρονται είναι το Δυρράχιο, η Άρτα, η Κόρινθος και το Ναύπλιο), για τα οποία, σε καιρούς καλής σοδειάς χαλάρωναν οι περιορισμοί που ίσχυαν για τα σιτηρά[xvi].

Αναφορές στο Κατάκωλο και στον Πύργο κάνει και ο Β. Κρεμμυδάς στην εργασία του για το προεπαναστατικό εμπόριο στην Πελοπόννησο, η οποία βασίστηκε στην εξέταση των γαλλικών αρχείων της περιόδου, αλλά και σε στοιχεία που δίνουν κάποιοι από τους περιηγητές[xvii].

Ακόμα, σε σχέση με τα προεπαναστατικά χρόνια το Κατάκωλο αναφέρεται και ως τόπος ναυπήγησης μικρών πλοίων, έως 25 τόνων, καθώς, επίσης, και η περιοχή της Ηλείας ως τόπος προέλευσης ξυλείας για τα γαλαξιδιώτικα καράβια, το ξύλο βελανιδιάς από τη Μανωλάδα και το ξύλο του πεύκου από τον Πύργο[xviii].

Επίσης, προεπαναστατικά, σημαντικότατο ναυπηγικό κέντρο ήταν και η Ζάκυνθος, όπου ναυπηγούνταν πλοία έως σαράντα τόνων[xix].

Αναφορές στον Πύργο, στο Κατάκωλο, στο λιμάνι του Αλφειού και στο Πυργί υπάρχουν και στο βιβλίο των Τζελίνας Χαρλαύτη και Κατερίνας Παπακωνσταντίνου σχετικά με τον αιώνα της ακμής της  ναυτιλίας των Ελλήνων πριν από την Επανάσταση.

Σε κάποια από αυτές αναφέρεται ότι το 62,5% των δρομολογίων που αναχωρούσαν από τη Ζάκυνθο, κατευθύνονταν και συνέδεαν το νησί με τις σκάλες της Δυτικής και Βορειοδυτικής Πελοποννήσου, δηλαδή την Πάτρα, τη Γλαρέντζα[xx], το Κατάκωλο, τον Αλφειό, ενώ σε ποσοστό 25% κάλυπταν τις ανάγκες της εσωτερικής επικοινωνίας μεταξύ των Ιονίων νησιών.

Τέλος το 18,5% συνέδεε τα λιμάνια της Ρούμελης και της Ακαρνανίας, συχνά μέσω των λιμένων της Πελοποννήσου, με τη Ζάκυνθο[xxi].

Σε ένα άλλο ενδιαφέρον σημείο του ίδιου έργου αναφέρεται ότι η τροφοδοσία της Κωνσταντινούπολης με σιτηρά από μικρούς τόπους φόρτωσης που βρίσκονταν στη Θεσσαλία και  στην Πελοπόννησο (όπως η Γλαρέντζα ή το Κατάκολο) ίσως υπήρξε η πρώτη αιτία διαμόρφωσης του μεταφορικού συστήματος σιτηρών από τους Οθωμανούς Έλληνες που έκαναν τις μεταφορές[xxii].

 

 

[i]Έτσι, έχουμε εξαγωγές από την περιοχή της Γαστούνης, δύο φορτώματα στάρια, και από την Γλαρέντζα δύο φορτώματα άλλα δημητριακά, τέσσερα φορτώματα τυριά από τη Γαστούνη, ένα φόρτωμα σταφίδα από την Γλαρέντζα, οκτώ χιλιάδες αρνοτόμαρα από το Κατάκωλο, δύο χιλιάδες καντάρια μετάξι απ΄τη Γαστούνη και τρεις χιλιάδες από το Κατάκωλο, βαμβάκι, ένα φόρτωμα από τη Γαστούνη, ένα από το Κατάκωλο και ένα από την Γλαρέντζα, λινάρι ογδόντα χιλιάδες λίτρες από τη Γαστούνη και εβδομήντα χιλιάδες λίτρες από το Κατάκωλο, λινόσπορο εκατόν ενενήντα λίτρες από τη Γαστούνη και ογδόντα από το Κατάκωλο, οινοπνεύματα, διακόσιες βαρέλες από τη Γαστούνη και διακόσιες από το Κατάκωλο, κρασιά, ένα φόρτωμα από το Κατάκωλο, κηκίδι του Μωριά, 20 τόνοι από τη Γαστούνη, καπνά, 3.000 οκάδες από την περιοχή Πάτρας-Γαστούνης, κρεμμύδια, 2 πιάστρα από την Γαστούνη και την Πάτρα, λεμόνια και πορτοκάλια, δύο χιλιάδες κάσσες από τη Γαστούνη. Επίσης, βούτυρο και κερί σε απροσδιόριστες ποσότητες. Κυριάκος Σιμόπουλος, Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα 1700-1800, Δέκατη έκδοση, τόμος Β΄, Πιρόγα, Αθήνα χ.χ., σσ. 643-645.

[ii] Κυριάκος Σιμόπουλος, όπ. π., σσ. 619-620.

[iii]Κυριάκος Σιμόπουλος, Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα 1800-1810, τόμος Γ1, Αθήνα 1975, σελ. 58.

[iv]Αναφέρει, λοιπόν, ότι ο Πύργος κατοικείτο αμιγώς από Έλληνες, με μόνο Τούρκο, τον βοεβόδα. Και συμπληρώνει: «Οι κάτοικοι φημίζονταν για το θάρρος και τον ανεξάρτητο χαρακτήρα τους. Έχουν ένα ύφος αρχοντιάς διόλου επίπλαστο. Κι’ αυτό χάρη στην οικονομική άνεση που τους προσφέρει η γειτονική εύφορη περιοχή». Κυριάκος Σιμόπουλος, όπ. π., σελ. 177.

[v]Κατά την περίοδο 1793-1821 οι δασμοί είχαν ήταν μικρότεροι απ’ ό,τι το 18ο αιώνα και είχε διαμορφωθεί στο 3%, για όλα τα εμπορευόμενα έθνη. Βασίλης Κρεμμυδάς, Συγκυρία και εμπόριο στην προεπαναστατική Πελοπόννησο, 1793-1821, Ιστορική Βιβλιοθήκη-Θεμέλιο, Αθήνα 1980, σελ. 38. Για την πληρωμή τουάνας (η ντογάνα στην τοπική διάλεκτο) στον Πύργο, στις 20 Μαρτίου 1812, Γεώργιος Αριστείδου Χρυσανθακόπουλος, Η Ηλεία επί Τουρκοκρατίας, Ιδιωτική έκδοση, Εν Αθήναις 1950, σελ. 75.

[vi]Νομίζουμε ότι δεν ήταν τυχαίο που στο έγγραφο του 1527 που έχει δημοσιεύσει ο Σπυρίδων Λάμπρος στο «Δελτίον  Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας» τομ. Δ΄, 1892, σσ. 634-652, και στο οποίο αναφερόμαστε και πιο κάτω, ανάμεσα στις πολλές υπογραφές βρίσκουμε: Δήμος Φακηνέσης, εμήνης Χασίων Ποντικού» (σελ. 638). Σχετικά ο Λάμπρου παρατηρεί: «Τα δε Χασία ή Χασιά του Ποντικού πάντως ζητητέα περί το σημερινόν Κατάκωλον, ου υπέρκειται το περιώνυμον κατά τους χρόνους της Φραγκοκρατίας  Ποντικόκαστρον» (σελ. 639).

Ο τίτλος του εμίνη, αν και δεν είναι απόλυτα συνδεδεμένος με την εποπτεία ενός τελωνείου, αλλά και με την εποπτεία περιουσιακών στοιχείων που δεν αποτελούσαν βακούφια, και των προσόδων τους, δεν αποκλείουμε στην προκειμένη περίπτωση να έχουμε έναν εμίνη του τελωνείου Χασίων Ποντικού, δηλαδή του Κατακώλου.

Το γεγονός ότι και τις τρεις φορές που αναφέρει τον όρο ο Δ. Β. Βαγιακάκος στο βιβλίου του για τους ναυτικούς κ.λπ. όρους του ελληνικού χώρου (16ος -19ος αι.), (σσ. 13, 26, 87) τον συνδέει πάντα με σημείο είσπραξης φόρων.

Επίσης, αναφορά στον τίτλο το «εμίνη της σκάλας», που ήταν υπεύθυνος για τη λειτουργία του λιμανιού, κάνει και ο Α. Ι. Τζαμτζής στο προεναφερθέν πόνημά του (σελ. 119).

Δεν αποκλείεται δηλαδή να υπάρχει στην περιοχή λιμάνι συνεχώς από τη γεωμετρική εποχή, όπου χρονολογούνται τα παλαιότερα αρχαιολογικά ευρήματα, της αρχαίας Φειάς, του  επινείου της περιοχής της Πισάτιδος, της Ολυμπίας, και, γενικότερα, της νότιας Ηλείας.

[vii]Σχετικά με την παλαιότητα και τη σπουδαιότητα του λιμένα των εκβολών του Αλφειού, αρκεί να αναφέρουμε ότι εντοπίστηκαν συμβολαιογραφικά έγγραφα στα ΓΑΚ Ν. Ηλείας που αναφέρεται στο λιμάνι του Αλφειού και μάλιστα στην τοποθεσία που υπήρχε εκεί η οποία λεγόταν Παλαιοκατάκωλο (ΓΑΚ Ν. Ηλείας, συμβ. 17689/15-3-1875, Συμβολαιογράφου Πύργου Ζώη Καζαζάκη και συμβ. 16141/27-9-1893, Συμβολαιογράφου Πύργου Ευσταθίου Συλαϊδή). Το λιμάνι του Αλφειού καταργήθηκε και έπαψε να λειτουργεί το 1918 με το Βασιλικό Διάταγμα που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 188/29-8-1918. Στο ίδιο ΦΕΚ δημοσιεύτηκε και το Β.Δ. με το οποίο καταργήθηκε και το τελωνοφυλακείο του Αγίου Ισιδώρου.

[viii]Κυριάκος Σιμόπουλος, Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα, 1800-1810, Τόμος Γ1, Αθήνα 1975, σελ. 348.

[ix]Στην περιοχή του Αλφειού συναντιούνται εξαιρετικές ράτσες προβάτων, όχι εκφυλισμένες. Σπ. Ι. Ασδραχάς, «Η σταθερή των αγροτικών τεχνικών», στο Σπύρος Ι. Ασδραχάς κ. ά., Ελληνική Οικονομική Ιστορία ΙΕ΄- ΙΘ΄ αιώνας, Τόμος 1ος, Π.Ι.Ο.Π., Αθήνα 2003, σελ. 197 (επικαλούμενος τον de Beaujour).

[x]Κυριάκος Σιμόπουλος, Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα 1800-1810, Τόμος Γ1,  Αθήνα 1975, σσ. 347-349.

[xi]Σπ. Ι. Ασδραχάς, «Η σταθερή των αγροτικών τεχνικών», στο Σπύρος Ι. Ασδραχάς κ. ά., Ελληνική Οικονομική Ιστορία ΙΕ΄- ΙΘ΄ αιώνας, Τόμος 1ος, Π.Ι.Ο.Π., Αθήνα 2003, σελ. 209.

[xii]Κυριάκος Σιμόπουλος, Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα 1800-1810, τόμος Γ1, Αθήνα 1975, σσ. 375-376.

[xiii]Ενώ, μέχρι πριν από 50 χρόνια ήταν ένας οικισμός από μερικές καλύβες, με καλαμοσκεπή, εξελίχθηκε στην καλύτερη πολιτεία του Μωριά. Μεγάλα και όμορφα σπίτια αντικατέστησαν το πάμπτωχο καλυβοχώρι, αναφέρει.

Στα 900 σπίτια του κατοικούσαν 1.000 οικογένειες, κάπου 7.000 ψυχές, ενώ υπήρχαν και κάμποσα «εργοστάσια» και δύο εκκλησίες με λαμπρή διακόσμηση. Και όλα αυτά εξ αιτίας της απουσίας των Τούρκων. Σε μια από τις εκκλησίες λειτουργούσε το δημόσιο σχολείο, υπό τη διεύθυνση ενός παπά. Κατά τον Pouqueville, ο συνολικός πληθυσμός του Πύργου και των εννέα χωριών που συναποτελούσαν τον καζά, ήταν 1.710 οικογένειες. Κυριάκος Σιμόπουλος, Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα 1810-1821, τόμος Γ2, Αθήνα 1975, σελ. 390.

[xiv]Κυριάκος Σιμόπουλος, Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα 1700-1800, Δέκατη έκδοση, τόμος Β΄, Πιρόγα, Αθήνα χ.χ., Σελ. 645.

[xv] Γεώργιος Β. Λέων (Λεονταρίτης), «Ελληνική Εμπορική Ναυτιλία (1453-1850), Ελληνική Εμπορική Ναυτιλία, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1972, σελ. 32.

[xvi]Γενικά, όπως αναφέρει ο Stoianovich, πολύ λίγα προϊόντα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μπορούσαν να εξάγονται χωρίς επίσημη άδεια. Ο κανονισμός ίσχυε κυρίως για αγαθά που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για στρατιωτικούς σκοπούς και για είδη διατροφής, ιδιαίτερα στα δημητριακά, λόγω της σημασίας τους για την κοινωνική γαλήνη.

Ωστόσο, οι περιορισμοί καταστρατηγούνταν, ενώ η πώληση δημητριακών σε ξένους εμπόρους ήταν παράνομη από το 1640 έως το 1810, και, ως τότε επιτρεπόταν μόνο με φιρμάνι, το οποίο και παρεχόταν μόνο σε πλούσιους.  Traian Stoianovich «Οθωμανική παραγωγική βάση: ποσοτική προσέγγιση», στο Σπύρος Ι. Ασδραχάς κ. ά., Ελληνική Οικονομική Ιστορία ΙΕ΄- ΙΘ΄αιώνας,Τόμος 1ος, Π.Ι.Ο.Π., Αθήνα 2003, σελ. 443.

[xvii]Βασίλης Κρεμμυδάς, Συγκυρία και εμπόριο στην προεπαναστατική Πελοπόννησο, 1793-1821, Ιστορική Βιβλιοθήκη-Θεμέλιο, Αθήνα 1980, σσ. 84-85 & 100-101.

[xviii]Δεδούσης Ε. Χαρδαβέλλας, Ναυτικά, Έκδοση Ινστιτούτου Λαμπαδία, Αθήναι 1948, σελ. 58.

[xix]Δεδούσης Ε. Χαρδαβέλλας, όπ. π., σελ. 52.

[xx]Για την ιστορία του λιμένα της Γλαρέντζας (Κυλλήνης), Σάκης Τραμπαδώρος, «Το λιμάνι της Κυλλήνης», στο Ηλειακή Πρωτοχρονιά-Ηλειακό πανόραμα 17, Ετήσια Ιστορική-Λαογραφική Λογοτεχνική έκδοση, Βιβλιοπανόραμα, Αμαλιάδα 2017, σσ. 112-121.

[xxi]Κατερίνα Κωνσταντινίδου, «Δίαυλοι επικοινωνίας και θαλάσσιες διαδρομές: η ελληνική ναυτιλία στο κανάλι του βενετικού Ιονίου», στο Τζελίνα Χαρλαύτη, Κατερίνα Παπακωνσταντίνου (επιμ.), Ναυτιλία των Ελλήνων, 1700-1821, Ο  αιώνας της ακμής πριν από την Επανάσταση, 2η Έκδοση, Κέδρος-Ιόνιο Πανεπιστήμιο, Αθήνα 2013, σελ. 658

[xxii]Τζελίνα Χαρλαύτη, «Η ναυτιλία των Ελλήνων ως μοχλός ενοποίησης των αγορών. Η μεθοδολογία», στο Τζελίνα Χαρλαύτη, Κατερίνα Παπακωνσταντίνου (επιμ.), Ναυτιλία των Ελλήνων, 1700-1821, Ο  αιώνας της ακμής πριν από την Επανάσταση, 2η Έκδοση, Κέδρος-Ιόνιο Πανεπιστήμιο, Αθήνα 2013, σσ. 62-63.

 

Εγγραφείτε προκειμένου να λαμβάνετε δωρεάν ειδοποιήσεις όταν έχουμε νεότερες πληροφορίες.