319 New Articles

Άρθρο - Από την τραγικότητα ενός προσώπου στην τραγικότητα μιας τοπικής κοινωνίας

Ο μορφασμός μιας λεχώνας, μιας κοπέλας 49 ετών που είχε διακαή πόθο να φέρει στον κόσμο δύο ελπίδες ο οποίος εκφράστηκε στο ανέβασμα ενός σιδερένιου σκαλοπατιού με έκανε να αναθεωρήσω άρδην πολλά μέσα μου.

Αντί να με κάμψει με σήκωσε, αντί να την βοηθήσω να ανέβει το σκαλοπάτι με βοήθησε, και ας λέει η ίδια όχι, αντί να συνθλίψει μέσα μου τον κόσμο τον ανόρθωσε, αντί να με κάνει ηττοπαθή και φοβικό με έκανε αποφασιστικό, αντί να με πικράνει με χαροποίησε όταν έτεινα τα χέρια μου να την βοηθήσω, αντί να σιχαθώ τον κόσμο με έκανε να σιχαθώ ΚΑΠΟΙΟΥΣ, αντί να μου βουλώσει το στόμα με έκανε να λέω περισσότερα, αντί να μου δώσει πίκρες μου έδωσε ένα λουλούδι.

Και μην ρωτάτε ποια είναι αυτή η κοπέλα. Είναι ένας δήμιος  του τότε, είναι η μάνα που γέννησε δύο συνηθισμένα παιδιά που τα αγαπάει και τα φροντίζει πάρα πολύς κόσμος.

Ένας κόσμος γεμάτος λουλούδια στην καρδιά, το ζωντανό κομμάτι του σύμπαντος, που αντί να είναι μια μειοψηφία θριαμβεύει καθημερινά και πατάει τα σκοτάδια που προσπαθούν να επιβάλλουν κάποιοι υπερφίαλοι.

Σε αυτό το κομμάτι ανήκουμε εμείς!

Τώρα για κάποιους που επιμένουν αλλιώς έχουν χρόνο.

Ας το ξανασκεφτούν! Δεν τους εμποδίζει κανείς!

Θα επανέλθω αν χρειαστεί και μου το επιτρέψουν οι δυνάμεις μου. 

Άρθρο παρέμβαση - Όταν οι ατομικότητες αντιμετωπίζονται ως κίνδυνος για την γενική κοινωνική τάξη μιας απομακρυσμένης επαρχίας.

Δυστυχώς στερούμαι μιας βαθύτερης κλασσικής παιδείας που θα μου επέτρεπε να εκφράσω με άψογο φιλολογικό και καλολογικό τρόπο κάποιες σκέψεις σχετικά με όσα μου συμβαίνουν τον τελευταίο καιρό. Η προσωπική μου περιπέτεια ,στη νεώτερη φάση της ξεκινά από το μακρινό 1996, όταν η επιθυμία της επαγγελματικής και κοινωνικής αποκατάστασης ήρθε να συναντήσει την πραγματικότητα της πόλης που με γέννησε και με μεγάλωσε. Μιας πραγματικότητας με Σημαντικότατες Παθογένειες!

Τότε διαπίστωσα ότι τα πράγματα δεν ήταν εύκολα. Δεν θα μπορούσα να φανταστώ βέβαια ότι η προβολή του παρελθόντος θα έφτανε στα 2024 και ποιος ξέρει για πόσα χρόνια ακόμη, ζωή να έχω.

Κοινή διαπίστωση μεταξύ των πραγματικών μου φίλων είναι ότι κάθε φάση της ζωής μου γεμίζει με προβλήματα , δύσκολα και δισεπίλυτα.

Προβλήματα με προεκτάσεις κοινωνικές, οικονομικές,ηθικές, συναισθηματικές, ζωτικές!

Και πάντα και πανταχού παρούσες οι σταθερές: To προσωπικό οικονομικό ζήτημα και το συναίσθημα..

Δύο σταθερές που αν διαταραχθούν με τον Έναν ή τον Άλλον τρόπο παράγουν αποτελέσματα.

Και τι αποτελέσματα...! Θεός φυλάξει!

Και το κράτος δικαίου; Οι προσωπικές ελευθερίες; To αμερόληπτο; H σημασία του κοινωνικού συμβολαίου; H δημοκρατία; H γειτονιά; H σημασία της ανθρώπινης ζωής που στη ζωή μου τίμησα κατά τρόπο απόλυτο και υπερβατικό θα έλεγα και για τους εχθρούς μου και για τους φίλους μου;

Και όμως! Όλα αυτά στον Πύργο μας καλύφθηκαν από μια ΑΝΑΓΚΗ.

Μια ΑΝΑΓΚΗ, σχεδόν μυστική, υφέρπουσα, πανταχού παρούσα, θετικά ή αρνητικά οριζόμενη, μια ΑΝΑΓΚΗ που από άλλους θεωρείται ΑΞΙΑ ΚΑΙ ΜΠΟΥΣΟΥΛΑΣ και από άλλους ως ΑΠΑΞΙΑ ΚΑΙ ΣΚΟΥΠΙΔΙ.

Στην θυελλώδη και πολυκύμαντη ζωή μου έκανα πολλά πράγματα με επιτυχία, σε αντίθεση με την θέληση της οικογένειάς μου, σε αντίθεση με την γνώμη διαφόρων παραγόντων στην ΗΛΕΊΑ, ΣΕ ΑΝΤΊΘΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ οικονομική πραγματικότητα που αντιμετώπιζα και αντιμετωπίζω, σε αντίθεση με την καταστροφή του επαγγελματικού μου σταδίου, σε αντίθεση με τη λογική, σε αντίθεση με την προσπάθεια των ορκισμένων εχθρών μου να κάνουν την ψυχή μου να αισθανθεί μίσος και απαξία για την ανθρώπινη ζωή.

Και το αποτέλεσμα ήταν και είναι ΜΕΓΑΛΕΙΩΔΕΣ και μάλιστα υπό τους ήχους ενός Σκαλκώτα, ενός Σαμάρα ή τους στίχους ενός Σολωμού, ενός Παλαμά, ενός Σικελιανού, ενός Φώσκολου.

Από τα λίγα που πρόλαβα να καταλάβω.

Άξιζε που το έζησα αυτό και αξίζει που το ζω.

Και ας με ζηλεύουν! Και ας ταλαιπωρούμαι αφάνταστα με την υπόθεση των δύο μικρών μου σπυριών που είναι στο Ίδρυμα.

Το πρόβλημα δεν το έχω εγώ. Το έχουν αυτοί που επιλέγουν τρόπους επίλυσης των ζητημάτων  που δεν είναι συμβατοί με την ανθρώπινη ύπαρξη!

 

Συγκινησιακά φορτισμένος από το γεγονός ότι μια σημαντική απόφαση για τα παιδιά μου και για μένα ήρθε σε μια στιγμή ΜΕΓΑΛΗΣ ΔΙΚΗΣ ΜΟΥ ΑΔΥΝΑΜΙΑΣ.

 

Παρακλητικός προς τους συμπολίτες μου να με βοηθήσουν και να διδάξουν στους ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΕΚΕΙΝΟΥΣ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΑΞΙΑ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΑΠΑΞΙΑ!

 

Το απόλυτο τέλος και τα υποτιθέμενα αδιέξοδα είναι ανύπαρκτα και δίχως κανένα αντίκρυσμα, είναι δε παράγοντας δυστυχίας και στοιχείο που μπορεί να οδηγήσει στον ψυχικό θάνατο αυτούς που πιστεύουν σε αυτά! Καλό είναι να απαλλαγούν!

 

Καλημέρα σε όλους τους γείτονες και συμπολίτες!

 

Και θα τα λέμε συχνότερα!

 

Πύργος, 13.02.2024

 

                                                       Δ.Ι. Τραμπαδώρος

Προτεινόμενο βιβλίο - Εξάρτηση και αναπαραγωγή - Ο κοινωνικός ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα: 1830-1922, Θεμέλιο, 1992 - Παρουσίαση από τον Δ. Τραμπαδώρο

a. ΣΤΟΧΟΙ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

Η προβληματική του βιβλίου είναι υποταγμένη σ’ένα ολοκληρωμένο σχέδιο, με σκοπό τη μελέτη των διαδικασιών που εξασφαλίζουν το λειτουργικό σύνδεσμο ανάμεσα στην κοινωνικοοικονομική βάση και το ιδεολογικό εποικοδόμημα.

Στο κέντρο της έρευνας τίθεται η μελέτη των σχολικών μηχανισμών και του εκπαιδευτικού συστήματος δεδομένου ότι αυτός είναι ο καταλληλότερος τρόπος για να αναλυθεί το ιδιόμορφο ελληνικό φαινόμενο εγκαταλείποντας έτσι ο συγγραφέας τις μεταφυσικές «υποστασιώσεις» των αγιογράφων του Ελληνισμούi.

Και χαρακτηρίζεται το ελληνικό φαινόμενο ως ιδιόμορφο γιατί στην περίπτωση της Ελλάδας είχε ιδιαίτερη βαρύτητα η επενέργεια των σχολικών μηχανισμών στη διαδικασία του κοινωνικού επιμερισμού έτσι που η εκπαίδευση να θεωρείται πράγματι σαν κεντρικός ιδεολογικός μηχανισμός του νεώτερου ελληνισμού και να διαδραματίζει κυρίαρχο ρόλο στην αναπαραγωγή του συστήματος.

Έχουμε να κάνουμε δηλαδή με μια καινούργια σύνθεση για τη διαμόρφωση της ελληνικής κοινωνίας από την ίδρυση του ελληνικού κράτους ως το 1922.

Αυτή είναι και η προβληματική του πρώτου μέρους του βιβλίου.

 

β. βασικη θεματικη

Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στην ιδιαιτερότητα εκείνη η οποία έχει να κάνει με τον κεντρικό ρόλο που διαδραμάτισε στην διαμόρφωση της νεοελληνικής κοινωνίας και ιδεολογίας η δραστηριότητα του ελληνισμού που βρίσκεται έξω από τον καθαρά ελληνικό χώρο και οι σχέσεις του ελληνισμού αυτού με το ανεξάρτητο ελληνικό βασίλειο σ’όλη την εξεταζόμενη περίοδο. Και αυτό σε συνάρτηση με αναφορές στον αγροτικό και τον αστικό χώρο.

Άλλη μια αναφορά είναι αυτή στον περιφερειακό χαρακτήρα του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού και του εξαρτημένου τρόπου ανάπτυξης σε συνδυασμό με την ιδιομορφία της ελληνικής περίπτωσης η οποία έχει να κάνει με την ύπαρξη της παροικιακής αστικής τάξης (διαβαλκανική αστική τάξη) η οποία ήδη από τα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα οικειοποιήθηκε μια ιδεολογία η οποία αυτοπροβαλλόταν ως φιλελεύθερη και οικουμενική.

Άλλη μια αναφορά που γίνεται είναι αυτή στον δυϊσμό που χαρακτηρίζει τις γαιοκτητικές σχέσεις και στις δύο σαφώς διακεκριμένες περιοχές στις οποίες κυριαρχούν αφενός η μεγάλη ιδιοκτησία και αφετέρου η μεσαία και μικρή ιδιοκτησία .

Επίσης θίγεται το ζήτημα των γαιοκτητικών δομών, του σφετερισμού των εθνικών γαιών, του σχηματισμού των μικρών αγροτικών κλήρων των τρόπων σχηματισμού της μεγάλης ιδιοκτησίας καθώς επίσης και του συστήματος των σχέσεων παραγωγής σε συνάρτηση με την σταδιακή διείσδυση των καπιταλιστικών μορφών στην ύπαιθρο και της ενσωμάτωσης του αγροτικού χώρου στο καπιταλιστικό κύκλωμαii.

Η βαθμιαία υπαγωγή των μικροϊδιοκτητών στις επιταγές των εμπορευματικών κυκλωμάτων παρά το γεγονός ότι επέφερε βαθύτατες μεταβολές στις παραγωγικές σχέσεις δεν άλλαξε αισθητά την γαιοκτητική δομή iii.

Επίσης γίνεται αναφορά στους τρόπους μεταφοράς πλεονάσματος από τον αγροτικό χώρο στις διευθυντικές τάξεις των πόλεων. Τέτοια ήταν η φορολογία, τα μισθώματα των εθνικών γαιών , και η τοκογλυφία.

Η ανάλυση αυτή ερμηνεύει φαινόμενα όπως η εισβολή της χρηματικής οικονομίας και οι επιπτώσεις της, η αγροτική έξοδος από δημογραφική άποψη, οι προσανατολισμοί της γεωργικής εξόδου προς τα αστικά κέντρα της ελεύθερης Ελλάδας και η μετανάστευση έξω από την Ελλάδα , καθώς επίσης και στην ιδιαίτερη συγκρότηση του ελληνικού αστικού χώρου.

Η σταθερότητα των σχέσεων γαιοκτησίας πρέπει να συνδέεται στενά με τη δημογραφική σταθερότητα, που απορρέει από τη διαρκή μετατόπιση του αγροτικού υπερπληθυσμού.

Η αγροτική έξοδος δεν είναι αποτέλεσμα της προλεταριοποίησης των αγροτών αλλά συντελεί ακριβώς στη προλεταριοποίηση τους.

Ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται στην εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση που προέρχεται από τις περιοχές της μικρής και μεσαίας ιδιοκτησίας.

Το γεγονός αυτό θεωρείται ο κύρος λόγος της συντήρησης των παραδοσιακών κοινωνικών δομών, παρά τις αποδιαρθρωτικές πιέσεις της αγοράςiv. Το ίδιο αυτό γεγονός λειτουργεί επίσης και ως πηγή συναλλάγματος χωρίς να αποδιαρθρώνει τις οικονομικές και ιδεολογικές δομές του χώρου αυτού.

Η διακίνηση πληθυσμών παρουσιάζει έντονη δυσαναλογία από περιοχή σε περιοχή και φαίνεται πως συγκεντρώνεται εκεί που επικρατούν κυρίως οι μικρές και μεσαίες ανεξάρτητες καλλιέργειες.

Ο πληθυσμός αυξάνεται ταχύτατα στις περιοχές που επικρατεί η μεγάλη ιδιοκτησία με ρυθμούς που ξεπερνούν κατά πολύ το μέσο όρο ενώ αντίθετα στις ζώνες που επικρατεί η μικρή οικογενειακή ιδιοκτησία, το ποσοστό πληθυσμιακής αύξησης είναι πολύ πιο χαμηλόv.

Σημαντικότερο ήταν το μεταναστευτικό ρεύμα προς το εξωτερικό απ’ ότι στο εσωτερικόvi.

Οι κυριότερες περιοχές προς τις οποίες κατευθύνονταν οι μετανάστες ήταν οι Τουρκοκρατούμενες περιοχές , η νότια Ρωσίαvii ,τα βόρεια Βαλκάνια, και η Αίγυπτοςviii

Οι κυριότερες εστίες μετανάστευσης συγκεντρώνονται σε ορισμένες περιοχές που συμπίπτουν με τις ζώνες που, όπως ήδη παρατηρήσαμε, έχουν χαμηλή δημογραφική ανάπτυξη και χαρακτηρίζονται από τη μικρή ιδιωτική ιδιοκτησία.

Στις περιοχές όπου επικρατεί η μεγάλη ιδιοκτησία, το μεταναστευτικό φαινόμενο είναι είτε ανύπαρκτο είτε ισχνό.

Επίσης παρατηρείται αδιάκοπη πτώση του δημογραφικού βάρους της Ελλάδας σε σχέση με τις γειτονικές χώρεςix.

Αυτό που διακρίνει τη μικρή ιδιοκτησία από όλες τις άλλες μορφές παραγωγής και παγιώνει τη μεταναστευτική τάση, είναι κατά κύριο λόγο η γοργή και άμεση σύνδεσή της πρώτα με το εμπορευματικό ,και αργότερα με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.

Η οριζόντια επεκτασιμότητα των καλλιεργημένων εδαφών του τσιφλικιού που λειτουργεί έτσι ως μονωτική θωράκιση, αποκόβει τον κόσμο των μικρών εκμισθωτών από το εξωτερικό περιβάλλον και τις επιπτώσεις της αγοράς, επιβάλλοντάς του καθεστώς αυτάρκειας.

Η μικροϊδιοκτησία δεν έχει περιθώρια εσωτερικού καταμερισμού εργασίας.

Όλες οι συνέπειες της δημογραφικής πίεσης στις περιοχές που κυριαρχεί αυτός ο τρόπος παραγωγής, συγκλίνουν ώστε οι περιοχές να κυριεύονται ολοένα και μεγαλύτερης ενσωμάτωσης στους μη αγροτικούς οικονομικούς και κοινωνικούς μηχανισμούς, κάτω από την οξυμένη ανάγκη της δημιουργίας μη αγροτικών εσόδων, με το βαρύ αντίτιμο της υπερχρέωσης και της προλεταριοποίησηςx.

Ένα άλλο ζήτημα είναι οι «παραμορφωμένες» δομές του νέου κράτους καθοριστικός παράγοντας διαμόρφωσης των οποίων ήταν η εσωτερική άρθρωση ανάμεσα στην ανάπτυξη των ελληνικών μεταπρατικών κοινωνικών στρωμάτων του εξωτερικού αφενός και τις σχέσεις του με τις δομές του ίδιου του ανεξάρτητου κράτους από την άλλη.

Επίσης ο αγροτικός χώρος τροφοδοτεί αποκλειστικά σχεδόν τον αστικό χώρο, γεγονός που συμβάλλει στην ένταξη των αγροτών στη μικροαστική τάξη , μεταβολή που θεωρείται ως μια κοινωνική άνοδος.

Στη συνολική διαδικασία της αγροτικής εξόδου, η οικογενειακή δομή κατέχει σημαντική θέση.

Η οικονομική εξουσία του μικροκαλλιεργητή πάνω στα μέσα παραγωγής, μεταφράζεται με την ανάληψη της ευθύνης για τις επιλογές που γίνονται και τις αποφάσεις που παίρνονται.

Η διοχέτευση του πλεονάζοντος εργατικού δυναμικού-που φαντάζει ως η μόνη λύση- γίνεται με απόφαση της οικογένειας.

Σ’ αυτή τη διαδικασία το πιο φυσικό και σίγουρο στήριγμα ήταν η οικογένεια.

Συνήθως αναζητούσαν εξασφαλισμένο εξωαγροτικό εισόδημα στις δημόσιες υπηρεσίες.

Ο μόνος τρόπος να διαφυλαχτεί οικονομικά η επιχείρηση των καλλιεργειών είναι να διοχετευτεί ένα τμήμα του υπεράριθμου έμψυχου υλικού της οικογένειας έξω από τα όρια της αγροτικής ιδιοκτησίας.

Έτσι εξηγείται η μόνιμη ύπαρξη γέφυρας που συνδέει τον τόπο προέλευσης με τον τόπο προορισμού, φαινόμενο που διαιωνίζεται από γενιά σε γενιά.

Δηλαδή η μετανάστευση δεν επιφέρει καθολική οικονομική και ιδεολογική τομή με τον τόπο και το περιβάλλον προέλευσης.

Αποφασιστική σημασία έχουν σ’αυτό το πλαίσιο οι οικονομικές και ιδεολογικές δομές υποδοχής σε μια διαδικασία μετακίνησης που χαρακτηρίζεται από την ενσωμάτωση των μεταναστών στη μικροαστική τάξη.

Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η κατάσταση διαμορφωνόταν ως να υπήρχε μια λειτουργική σχέση ανάμεσα στις ανάγκες των μεταπρατικών κοινοτήτων για μια διευρυμένη αναπαραγωγή και στις οικονομικές και κοινωνικές βλέψεις των κατοίκων της υπαίθρου.

Η οργάνωση της μετανάστευσης και η προτροπή για μόρφωση που σε πρώτη άποψη φαίνονται ασυμβίβαστες με τη διατήρηση της μικρής οικογενειακής καλλιέργειας αποτέλεσαν τελικά τις κοινωνικές προϋποθέσεις για την επιβίωση και την ενίσχυση τηςxi.

Ολόκληρη η οικογένεια παίρνει απόφαση να χρηματοδοτήσει τις σπουδές των παιδιών.

Σημαντικός είναι ο ρόλος των σχολικών μηχανισμώνxii στη διαδικασία της μετάβασης από την χειρονακτική απασχόληση σε μια κοινωνική κατηγορία που απαιτεί ένα ελάχιστο όριο «μόρφωσης» όπως αυτή του μικροαστούxiii.

Ένα άλλο ζήτημα που τίθεται εξετάζεται είναι αυτό της υπερπόντιας μετανάστευσης.

Στο τέλος του 19ου αιώνα οι Η.Π.Α. δεν αποτελούσαν ένα προνομιακό πεδίο για τους Έλληνες μετανάστες παρόλα αυτά η αλληλεγγύη ανάμεσα σε συμπατριώτες -δηλαδή η ύπαρξη ενός κοινωνικού μηχανισμού υποδοχής-εξασφάλιζε μια θέση καθορισμένη και προορισμένη γι’αυτούς μέσα στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας.

Οι μετανάστες αυτοί παρουσιάζουν ένα σχετικά υψηλό μορφωτικό επίπεδο ενώ δεν προέρχονται από τις φτωχότερες οικογένειες ούτε από τις πιο απογυμνωμένες περιοχές .Στις Η.Π.Α. εγκαταστάθηκαν στις αστικές περιοχές και εντάχθηκαν μαζικά σε μικροαστικές λειτουργίες. Με την αποστολή γραμματίων ισχυροποίησαν την μικρή οικογενειακή καλλιέργεια ως οικονομική μονάδα, η οποία από τον εκχρηματισμό της οικονομίας κινδύνευε να καταχρεωθεί και ενδυνάμωσαν τον ιδεολογικό μηχανισμό που διασφάλιζε την διαιώνιση των παραγωγικών μονάδων.

Στη συνέχεια ο συγγραφέας με την ανάλυση της συγκρότησης του αστικού χώρου ολοκληρώνει την εικόνα.

Στην ανάλυσή του δίνει ιδιαίτερη σημασία στον γρήγορο ρυθμό αστικοποίησης -και στην μεγάλη συγκέντρωση που παρατηρείται ιδιαίτερα στην περιοχή της πρωτεύουσας- και στην κοινωνικο-επαγγελματική του δομή που κυριαρχείται από έναν εντυπωσιακό αντιπαραγωγικό αστικό πληθυσμό και συνεχίζει με την παρουσίαση και ανάλυση του οικονομικού ρόλου των κοινοτήτων του εξωτερικού και με την ερμηνεία των ιδιοτυπιών και αντιφάσεων που διαπιστώνονται εδώ.

Επισημαίνει επίσης ότι το 1830 δεν έχουν ακόμα διαμορφωθεί σημαντικές πόλεις .

Η ταχύτατη αύξηση του πληθυσμού της πρωτεύουσας είναι το εντυπωσιακότερο γνώρισμα της αστικής διαμόρφωσης της χώρας. Η ανάπτυξη συντελέστηκε κυρίως γύρω και μέσα στο συγκεντρωτικό κρατικό μηχανισμόxiv και όχι γύρω από οποιαδήποτε συγκέντρωση παραγωγικών μηχανισμώνxv.

Ως αποτέλεσμα έχουμε τον σχηματισμό μιας σειράς κοινωνικών στρωμάτων των οποίων η οικονομική τους κατάσταση ήταν άμεσα εξαρτημένη από την κρατική δομή λόγω ακριβώς της έλλειψης αυτόνομων παραγωγικών λειτουργιών.

Προς το τέλος του αιώνα η Ελλάδα είχε το υψηλότερο ποσοστό δημοσίων υπαλλήλων σόλο τον κόσμο ως αποτέλεσμα της εργοδοτικής λειτουργίας του κράτουςxvi.

Η τεράστια αίγλη που περιέβαλε τις δημόσιες υπηρεσίες και τη διοίκηση οφείλεται , κατά τον συγγραφέα, στο ότι οι οικογένειες των προυχόντων προσκολλήθηκαν αμέσως στην κρατική μηχανή, αμέσως μετά την απελευθέρωση.

Η διαδικασία αστικής συγκέντρωσης στην Ελλάδα δεν υπήρξε άμεσο αποτέλεσμα μιας ντόπιας εκβιομηχάνισης .

Επίσης το φαινόμενο της υπεραστικοποίησης στην Ελλάδα δεν είναι συνδεδεμένο κατά κανένα τρόπο με τις επιπτώσεις μιας άμεσης ιμπεριαλιστικής διείσδυσης.

Οι άλλες πόλεις εξελίσσονται με πολύ πιο αργό ρυθμό απ΄ ότι η Αθήναxvii.

Τα περισσότερα παραδοσιακά εμπορικά κέντρα μένουν στάσιμα ή παρακμάζουν.

Έτσι έχουμε μετατόπιση του οργανωτικού κέντρου προς την πρωτεύουσα και τον Πειραιά.

Το σημαντικότερο χαρακτηριστικό της αστικής ανάπτυξης στην Ελλάδα συνίσταται, λοιπόν στην έλλειψη ισορροπίας ανάμεσα στην ανάπτυξη της πρωτεύουσας και στην παρακμή άλλων αστικών κέντρων.

Η εντυπωσιακή ανάπτυξη του οικισμού της Αθήνας βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τη στασιμότητα και την παρακμή των υπόλοιπων οικισμών της χώρας.

Όμως το 1870-1880 η ισορροπία του κοινωνικού χώρου δεν έχει ακόμα οριστικά διαταραχθεί. Αντίθετα αυτό θα συμβεί κατά τα έτη 1880-1885 και ως τους Βαλκανικούς πολέμουςxviii.

Συγκεκριμένα το φαινόμενο της αστικοποίησης φαίνεται να δυνάμωσε σημαντικά από το 1880 ενώ η μικρή και μεσαία αστική τάξη ήταν κιόλας ισχυρή από το 1840-1850.

Μέχρι το 1922 η απουσία βιομηχανικού προλεταριάτου συμβαδίζει με την απουσία μεγάλων ημιπρολεταριοποιημένων άνεργων μαζών.

Ένα άλλο ζήτημα που τίθεται είναι η εμφάνιση της «τάξης των πολιτικών» και το σύστημα της πελατειακής αντιπροσώπευσης.

Συγκεκριμένα η δημιουργία του ελληνικού κράτους, οδήγησε στην ξαφνική εμφάνιση ενός σώματος δομημένων και συγκεντρωτικών κρατικών μηχανισμώνxix.

Αυτό δεν πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο ενός κοινωνικού κενού αφού τις παραμονές κιόλας της ανεξαρτησίας η ελληνική κοινωνία ήταν κιόλας ιεραρχημένη και διέθετε μια ισχυρή άρχουσα τάξη, αρθρωμένη γύρω από τους προκρίτους και τους κοτζαμπάσηδες.

Κεντρικό ζήτημα σ’ αυτή την περίπτωση είναι η ανάλυση του μετασχηματισμού της κυρίαρχης τάξης των προεστών της υπαίθρου σε κρατική αστική τάξη.

Η δύναμή τους διαιωνιζόταν βασικά μέσα από τις κατεστημένες πολιτικές τους λειτουργίες και από το κύρος που απόκτησαν από την θεσμοποίηση τους ως εκπροσώπων της κοινότητας στις οθωμανικές αρχές.

Αυτή η λειτουργία τους επέτρεπε να οργανώνουν την συλλογή των φόρων πράγμα που τους εξασφάλιζε σημαντικά οφέλη.

Η συγκρότηση των εθνικών γαιών φράζει οριστικά το δρόμο στο ενδεχόμενο της δημιουργίας μιας κυρίαρχης τάξης γαιοκτημόνων.

Έτσι ο κρατικός μηχανισμός αποτέλεσε προνομιακό χώρο για να τον μονοπωλήσουν και να εξασφαλίσουν τον έλεγχο δυνάμει προσοδοφόρων κοινωνικών μηχανισμών.

Πολύ γρήγορα, οι γαιοκτήμονες προσανατολίστηκαν σε άλλους τύπους τοποθετήσεων, δηλαδή στην αγορά ακινήτων στις πόλεις, στο εξαγωγικό εμπόριο, στην εμπορική ναυτιλία ή την τοκογλυφία.

Το σύστημα πολιτικής αντιπροσώπευσης εκ μέρους τους βασίζεται σε δήθεν προσωπικές σχέσεις που στην πραγματικότητα είναι πελατειακές σχέσεις.

Η κρατική άρχουσα τάξη που σχηματίστηκε κατά κάποιο τρόπο κληρονομικ διακαιόματι , σχημάτισε το βασικό πυρήνα της άρχουσας τάξης.

Η διαιώνιση του πελατειακού συστήματος συνέβαλλε σημαντικά στη συσκότιση του φαινομένου των ταξικών ανταγωνισμών και προϋπέθετε μιαν αυξημένη ικανότητα του κράτους -κύριου εργοδότη μέχρι το 1880 όπως αναφέραμε- να προμηθεύει θέσεις στους πελάτες της πολιτικής τάξης που έλεγχαν την κορυφή της κρατικής πυραμίδας.

Από την άποψη της χρηματοδότησης της ανάπτυξης του μη παραγωγικού πληθυσμού ιδιαίτερη είναι η σημασία της μεταβίβασης κεφαλαίων από το εξωτερικό.

Έτσι το φαινόμενο που μας απασχολεί εδώ είναι η δημιουργία μιας τόσο ευρείας μάζας μη παραγωγικών απασχολήσεων και ενός τόσο διογκωμένου κρατικού μηχανισμού που χαρακτηριζόταν από επιταχυνόμενους καταναλωτικούς ρυθμούς δίχως ορατή οικονομική ενδοχώρα, βασισμένους κυρίως στα προϊόντα που εισάγονται από το εξωτερικό.

Παρά τη δομική ελλειμματική κατάσταση του εμπορικού ισοζυγίου της η Ελλάδα δε γνώρισε ποτέ κρίση στο ισοζύγιο πληρωμών. Αυτό οφειλόταν στην εισροή άδηλων πόρων που προέρχονται από τη μεταβίβαση ιδιωτικών κεφαλαίων που δε συνδέονται άμεσα με παραγωγικές δραστηριότητες στο εσωτερικό της χώρας. Η εισροή άδηλων πόρων επηρέασε βαθύτατα την εσωτερική διάρθρωση των ταξικών σχέσεων, καθώς μάλιστα η εισροή αυτή είναι φαινόμενο μόνιμο και ανεξάρτητο από την εσωτερική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων.

Στην πρώτη φάση που διαρκεί μέχρι το 1875-1880 επικρατεί η μη κερδοσκοπική μεταβίβαση κεφαλαίων. Από το 1880 αντίθετα, επικρατεί κυρίως η επένδυση κεφαλαίων με άμεσο κερδοσκοπικό χαρακτήρα.

Περί το 1880 το βάρος αρχίζει να μετατοπίζεται από τις διοικητικές υπηρεσίες προς τα ελεύθερα επαγγέλματα και προς τις εμπορικές και χρηματιστικές δραστηριότητες.

Επίσης περί το 1870-1880 πραγματοποιείται ένας εσωτερικός μετασχηματισμός των διευθυντικών στρωμάτων και έτσι μια άρχουσα τάξη που στελεχώνεται αποκλειστικά από τις «κορυφές» του κρατικού μηχανισμού υποκαθίσταται από μια οικονομική ολιγαρχία. Έχουμε δηλαδή μια μεταβολή των συνιστωσών του κοινωνικού σχηματισμού, σε αντίθεση με τι συνέβαινε την περίοδο 1830-1870/1880 όπου έχουμε μεταβίβαση κεφαλαίων με προορισμό μη κερδοσκοπικό και ανάπτυξη της πολιτικοδιοικητικής μικροαστικής τάξης.

Έτσι η μεταβίβαση κεφαλαίων από το εξωτερικό στα πρώτα πενήντα χρόνια της ανεξαρτησίας ,χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι τα κεφάλαια δεν προορίζονταν να συμβάλουν άμεσα στην οικονομική ζωή του τόπου.

Εκτός από τα ποσά που επενδύθηκαν στην αγορά των γαιών το 1830-1835, τα υπόλοιπα χρήματα εξανεμίζονται στον οικονομικό χώρο της ελεύθερης Ελλάδας

δίχως να ενταχθούν άμεσα στη διαδικασία της ντόπιας καπιταλιστικής συσσώρευσης. Στην πλειοψηφία τους , τα κεφάλαια προορίζονταν για μη παραγωγικούς σκοπούς και καταναλώνονταν άμεσα.

Με αυτόν τον τρόπο, μια μάζα αγοραστικής δύναμης διοχετεύτηκε στον τόπο, δίχως παράλληλα να μετασχηματιστούν οι ντόπιοι μηχανισμοί συσσώρευσης.

Έτσι έχουμε πολλαπλασιασμό των εισοδηματιών- με τις πηγές δημιουργίας εισοδημάτων να βρίσκονται στο εξωτερικό- δηλαδή έχουμε να κάνουμε με μια διαδικασία συσσώρευσης εντελώς ανεξάρτητης από τις σχέσεις ντόπιας παραγωγής. Απ’ την άλλη η συνεχής διοχέτευση χρηματικών ποσών είχε ως συνέπεια έμμεσα τη σταθερή και εντυπωσιακή αύξηση των κρατικών εισπράξεων. Με τις άμεσες συνεισφορές κεφαλαίων από το εξωτερικό έχουμε χρηματοδότηση μιας σειράς μηχανισμών λειτουργιών και μηχανισμών που κατ’ αρχήν υπάγονταν στην αρμοδιότητα του κράτους ανάμεσα στους οποίους οι εκπαιδευτικοί μορφωτικοί ήταν οι σπουδαιότεροι.

Στα τέλη το 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου τα ιδιωτικά κεφάλαια ξεπερνούν κατά πολύ το σύνολο του κρατικού προϋπολογισμού για την εκπαίδευση.

Επίσης η μη διοχέτευση του ελληνικού κεφαλαίου της διασποράς στην παραγωγική οικονομική ζωή της χώρας , θα επιτρέψει την διαιώνιση πολλών προκαπιταλιστικών δομών σε επίπεδο κοινωνικού σχηματισμού.

Η πολιτικοδιοικητική παραμόρφωση που χαρακτηρίζει το σύνολο της ελληνικής αστικής δομής συντελείται σε μεγάλο βαθμό σε συνάρτηση με την ροή των κεφαλαίων που προέρχονται από τις ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού και την διήθηση μιας σημαντικής μάζας χρημάτων στο πλαίσιο ενός προκαπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού και την επακόλουθη δημιουργία εισοδηματιών και υπαλλήλων.

Έτσι μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι ο μετασχηματισμός από μια κοινωνία αγροτική σε μια κοινωνία σχετικά αστικοποιημένη ενεργοποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό, δίχως να καταστραφούν οι προκαπιταλισιτκές σχέσεις παραγωγής, δίχως οξείς ταξικούς αγώνες και δίχως την εισαγωγή της μισθωτής εργασίας σε ευρεία κλίμακα.

Σε αυτό ακριβώς στηρίχθηκε και η δημιουργία της πολιτικής και ιδεολογικής κυριαρχίας των μικροαστικών στρωμάτων.

Και αυτό γιατί η μάζα της υπεραξίας που απαιτήθηκε για να συγκροτηθούν τα αστικά και μικροαστικά στρώματα συσσωρεύεται κάπου αλλού και συγκεκριμένα στην μεσογειακή περιφέρεια.

Επίσης η άμεση τοποθέτηση κεφαλαίων την περίοδο 1870/1980-1920 συνέτεινε στη συγκρότηση μιας οικονομικής ολιγαρχίαςxx.

Μέχρι το 1870-1880 η μεταβίβαση κεφαλαίων από το εξωτερικό προοριζόταν για άμεσα καταναλωτικές χρήσεις. Αντίθετα, στην περίοδο που ακολουθεί , τρεις είναι οι παράγοντες οι οποίοι οδηγούν σε μια πλήρη μεταβολή της κατάστασης:

i. H μεταφορά ιδιωτικών κεφαλαίων παίρνει μαζικότερο χαρακτήρα.

ii.Η μεγάλη μάζα των κεφαλαίων αυτών ελέγχονται από περιορισμένο αριθμό ατόμων και χρηματιστικών κεφαλαίων και ως εκ τούτου είναι πολύ πιο συγκεντρωμένη.

iii. H μεταφορά κεφαλαίων εφεξής γίνεται με κερδοσκοπικά κριτήρια , συμμετέχοντας άμεσα και αποφασιστικά στις οικονομικές λειτουργίες της χώρας.

 

Μέσα σε λιγότερο από δέκα χρόνια ο ελληνικός χώρος μεταμορφώνεται ριζικά , ενώ οι κύριοι φορείς της αλλαγής είναι αποκλειστικά σχεδόν οι Έλληνες χρηματιστές του εξωτερικού, που εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα στο ίδιο χρονικό διάστημα.

Οι ριζικοί μετασχηματισμοί στο εσωτερικό της ελληνικής αστικής τάξης της διασποράς οι οποίοι οφείλονται σε μια πολύ πιο γενικότερη διαδικασία που ήταν η μετάβαση του καπιταλισμού στο στάδιο του ιμπεριαλισμού.

Ανεξάρτητα από το ζήτημα του τελικού ισοζυγίου στη διαδικασία μεταφοράς αξιών και διεθνών ανταλλακτικών μέσων , η εισροή των κεφαλαίων συνέβαλε αποφασιστικά στη σταθεροποίηση της κυκλοφορίας μιας χρηματιστικής μάζας στο εσωτερικό της χώρας , και στη θεμελίωση της ανάπτυξης μιας τάξης συγκροτημένης γύρω από την κυκλοφορία της διευρυμένης χρηματιστικής μάζαςxxi.

Η εγγύηση του κράτους που μεσολαβούσε ανάμεσα στην στρατολόγηση των κεφαλαίων στο εξωτερικό και στην αξιοποίησή τους στην Ελλάδα, πρόσφερε έτσι μια θεσμοποιημένη διασφάλιση στο νεοεγκαθιστάμενο χρηματιστικό κεφάλαιο.

Από την άλλη το ντόπιο κεφάλαιο επένδυε στις βιομηχανίες ειδών διατροφής και υφασμάτων τομείς για τους οποίους αδιαφορούσε το κεφάλαιο των παροικιών.

Σχετικά με τις επιπτώσεις στην εσωτερική σύνθεση των μη παραγωγικών δραστηριοτήτων το έτος ορόσημο είναι το 1880.

Από το έτος αυτό παρουσιάζεται μια εντυπωσιακή ενδυνάμωση των ελεύθερων επαγγελμάτων , του εμπορίου και των μεταφορών και των χρηματιστικών δραστηριοτήτων.

Οι ρίζες αυτής της μεταμόρφωσης στη δομή των κοινωνικών στρωμάτων των πόλεων σχετίζονται με τη μαζική εισβολή του χρηματιστικού κεφαλαίου των Ελλήνων του εξωτερικού που αρχίζει να ρέει από το 1875-1880 όπως προαναφέραμε.

Οι χρηματιστικές και επιχειρηματικές δραστηριότητες της μεγαλοαστικής τάξης προϋποθέτουν τη συγκέντρωση στην υδροκεφαλική πρωτεύουσα , μιας μάζας μη παραγωγικού πληθυσμού.

Στην πολιτικο-διοικητική λειτουργία της πρωτεύουσας προστίθεται και μια μεγάλης εμβέλειας χρηματιστική λειτουργία, που προϋποθέτει , περισσότερο και από τις δημόσιες υπηρεσίες , συγκεντρωτικές και συγκεντρωμένες δομές.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μια από τις καθοριστικές συνιστώσες της εικόνας που παρουσιάζει από κοινωνική άποψη η Ελλάδα στο τέλος του 19ου αιώνα, είναι η βαθύτατη τροποποίηση της εσωτερικής σύνθεσης του ενεργού μη παραγωγικού πληθυσμού και η βαθμιαία αυτονόμηση του σε σχέση με τον κρατικό μηχανισμό.

Αναφορικά με τη σχέση χρηματιστικού κεφαλαίου και βιομηχανικών δραστηριοτήτων μπορούμε να πούμε ότι η βιομηχανική ανάπτυξη είναι βραδεία μέχρι το 1880.

Μέχρι το 1912 παρά την δασμολογική προστασία που εγκαθιδρύθηκε το 1884

η βιομηχανική παραγωγή εξυπηρετούσε μονάχα τις ανάγκες της αναπτυσσόμενης εσωτερικής αγορά και μάλιστα βραδυπορώντας.

Από το 1892 παρατηρείται μια ορισμένη επιτάχυνση που αναμφίβολα οφείλεται στο ότι το εισαγωγικό δυναμικό της χώρας μειώνεται λόγω της σταφιδικής κρίσης και της συνεπαγόμενης κρίσης πληρωμών που προκάλεσε η κρίση αυτή.

Μόνο μετά του βαλκανικούς πολέμους 1912-1913 με την προσάρτηση της Ηπείρου , της Μακεδονίας , της Κρήτης και των νησιών του Αιγαίου και κυρίως μετά την έναρξη του παγκοσμίου πολέμου διευρύνθηκε το εσωτερικό εμπόριο και άρχισαν να πολλαπλασιάζονται και οι βιομηχανικές επενδύσεις.

Όπως ήδη έχουμε αναφέρει παρατηρούμε μια στρεβλωμένη ανάπτυξη με έναν τριτογενή κοινωνικο-επαγγελματικό χαρακτήρα , να χαρακτηρίζει την ιδιαίτερη ταξική δομή.

Το χρηματιστικό κεφάλαιο επενδυόταν κυρίως σε χρηματιστικές επιχειρήσεις ,σε εταιρείες εκμετάλλευσης ορυχείων και σε μεγάλα δημόσια έργα, έχοντας την εγγύηση του κράτους. Σπάνια συμμετείχε στην χρηματοδότηση καθαρά βιομηχανικών επιχειρήσεων.

Κατά τον συγγραφέα η Ελλάδα ήταν η μόνη χώρα της περιφέρειας που διέθετε ένα στρώμα επιχειρηματιών με αρκετά σημαντικό ποσό ρευστού κεφαλαίου , έτσι ώστε να μπορεί να προωθηθεί βιομηχανική ανάπτυξη σε «εθνική βάση».

Αλλά, όπως σημειώνεται, η κυρίαρχη οικονομική ολιγαρχία δεν κατόρθωνε να υπερβεί «τις συνειδησιακές της δυνατότητες».

Η μεταπρατική αστική τάξη ήταν ανίκανη να μετατρέπει σε εθνική αστική τάξη από τη μια μέρα στην άλλη.

Ο τροπισμός ενός ισχυρότατου ιδεολογικού αταβισμού οδήγησε τους Έλληνες αστούς στον «αποικισμό της ίδιας τους της χώρας» όπως χαρακτηριστικά αναφέρει.

Στην εξαγωγή των πιο πάνω συμπερασμάτων ιδιαίτερη σημασία έχει η συγκέντρωση και αξιοποίηση ενός στατιστικού υλικού σχετικού με την εξέλιξη και τη σύνθεση του πληθυσμού των ελληνικών πόλεων , το οποίο επιτρέπει μια επιστημονική εξήγηση ορισμένων εμπειρικών - ως την εποχή που εκδόθηκε το βιβλίο - διαπιστώσεων.

Έτσι καταλήγει στις εξής διαπιστώσεις :

1.Τη σημασία και το ρόλο που διαδραμάτισε ο κρατικός μηχανισμός στη διαδικασία της αστικής συγκέντρωσης και τη σύνθεση του αστικού πληθυσμού, ρόλο αποφασιστικό στη δημιουργία μιας υδροκέφαλης πρωτεύουσας, στην κυριαρχία μιας πολιτικοδιοικητικής μικροαστικής τάξης και την εμφάνιση της τάξης των πολιτικών με το σύστημα της πελατειακής αντιπροσώπευσης.

2. Τον αποφασιστικό ρόλο που διαδραμάτισαν οι εξωελλαδικές παροικίες στη χρηματοδότηση του μη παραγωγικού πληθυσμού των πόλεων και τις επιπτώσεις του γεγονότος αυτού στη συγκρότηση των κοινωνικών τάξεων στις πόλεις, στη διαδικασία της κοινωνικής κατανομής και στην εξέλιξη των οικονομικών δομών.

Επίσης ο συγγραφέας αναλύει τις συγκεκριμένες διαδικασίες που συντέλεσαν όχι μόνο να συνεχισθεί αλλά και να ενισχυθεί στο 19ο αιώνα ο μεταπρατικός χαρακτήρας των οικονομικών δραστηριοτήτων της αστικής τάξης της διασποράς καθώς επίσης και του ρόλου της ως επίκουρου και άμεσου συνεργού του ευρωπαϊκού ιμπεριαλιστικού επεκτατισμού στην διείσδυση που επιχειρεί την εποχή εκείνη στην περιοχή.

Ως προς τις συνιστώσες και την άρθρωση του ελληνισμού υποστηρίζει ότι το βάρος πέφτει στη διαμόρφωση των πόλεων που διερμηνεύει έμμεσα την αντίθεση πόλης-χωριού η οποία κατά τον συγγραφέα αποτελεί την κύρια αντίθεση της νεοελληνικής κοινωνίας.

O συγγραφέας στις εισαγωγικές παρατηρήσεις του σχετικά με την πορεία της ανάπτυξης του ελληνισμού της διασποράς κάνει μια ιστορική αναδρομή αναφορικά με τις οικονομικές σχέσεις που διαμορφώνονται στα πλαίσια της οθωμανικής αυτοκρατορίας κατά τους πρώτους αιώνες της κυριαρχίας της .

Σημειώνει ότι την περίοδο αυτή λείπει ο θεμελιώδης όρος της αστικής ιδιοκτησίας που είναι η ασφάλιση του εμπορίου και της ιδιοκτησίας.

Ταυτόχρονα δεν ήταν μόνο οι μορφές οργάνωσης της πολιτικής εξουσίας που δεν βοήθησαν καθόλου στην ανάπτυξη του εμπορευματικού καπιταλισμού αλλά και το νομικό και ιδεολογικό εποικοδόμημα.

Στη συνέχεια κάνει αναφορά στο καθεστώς των διομολογήσεων, στην διείσδυση του ευρωπαϊκού καπιταλισμού στην Οθωμανική επικράτεια καθώς επίσης και στο ρόλο των μειονοτήτων αυτοχθόνων και αυτών που εισέρευσαν μετέπειτα (Χριστιανοί, Εβραίοι Αρμένιοι, Λεβαντίνοι, Σύριοι) οι οποίοι λειτούργησαν και ως φορείς των ευρωπαϊκών ιδεών

Στην επιβίωση και οικονομική ευφορία των μειονοτήτων συνετέλεσαν και οι νέοι προσανατολισμοί της Δυτικής Ευρώπης , δηλαδή η απαίτηση της ελεύθερης διακίνησης προς τις μεγάλες αγορές της Ανατολής.

Στα πλαίσια της ανάλυσης αυτής ,μια άλλη παράμετρος στην οποία δίνεται έμφαση είναι η ανάπτυξη της πρώτης ελληνικής αστικής τάξης που συνέβαλε αποφασιστικά στην διαμόρφωση της νεοελληνικής εθνικής συνείδησης εξασφαλίζοντας τη σύνδεση των κέντρων παραγωγής των Βαλκανίων και της Εγγύς Ανατολής με τις αγορές της κεντρικής και Δυτικής Ευρώπης.

Ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται επίσης στην μεταβολή της κατάστασης γύρω στα 1800 ως αποτέλεσμα της βιομηχανικής επανάστασης και των μεταβολών που επήλθαν στον τρόπο που διενεργούνταν ο ανταγωνισμός μεταξύ των ευρωπαϊκών δυνάμεων.

Η μεταβολή αυτή συνίστατο στην αποδιάρθρωση των αρχαϊκών παραγωγικών δομών του οθωμανικού χώρου.

Τα αποτελέσματα της μεταβολής αυτής ενισχύθηκαν από την μείωση του χώρου της αυτοκρατορίας στην Βαλκανική που συντελέστηκε από το 1829 και μετά.

Στη συνέχεια γίνεται αναφορά στις μεταβολές της περιόδου του Τανζιμάτ που άρχισαν με το Χάτι Σερίφ Γκιουλχανέ και ολοκληρώθηκαν με το Χάττι Χουμαγιούν το 1855 με τα οποία θεσμοποιείται η εγγύηση προσωπικής ασφάλειας και πολιτειακών δικαιωμάτων που περιλαμβάνει όλους τους Οθωμανούς πολίτες ανεξάρτητα από τη θρησκεία και τη φυλή τους.

Έτσι οι μειονότητες λειτούργησαν ως ο προσφορότερος δίαυλος για την διοχέτευση των προϊόντων της Δύσης. Δηλαδή οι μειονότητες λειτούργησαν συμπληρωματικά και όχι ανταγωνιστικά με το ευρωπαϊκό κεφάλαιο, παρά το γεγονός ότι δεν υπήρξε πάντοτε απόλυτη η ταύτιση συμφερόντωνxxii.

Επίσης ο συγγραφέας αναφέρει ότι από τις αρχές του 19ου αιώνα όλες οι ελληνικές κοινότητες της Ευρώπης παρακμάζουν ταχύτατα αφού ήδη από το τέλος του 18ου αιώνα , οι μάζες των Ελλήνων μεταναστών αρχίζουν να αλλάζουν προσανατολισμό και κατευθύνονται πλέον προς την Μικρά Ασία, την Αίγυπτο, την μεσημβρινή Ρωσία και την Ρουμανία.

Έτσι δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στην ανάλυση της κατάστασης που επικρατούσε σε αυτές τις κοινότητες τόσο από την άποψη της πληθυσμιακής εξέλιξης όσο και από την άποψη της σύνθεσης του πληθυσμού και των δραστηριοτήτων του.

Στα πλαίσια αυτά το βάρος της ανάλυσης πέφτει στην ανάπτυξη των αστικών κέντρων των περιοχών αυτών.

«Και αυτό γιατί η διερεύνηση της ανάπτυξης του αστικού πληθυσμού μας δίνει το γενικό μέτρο ανάπτυξης του ελληνισμού πολύ σαφέστερα απ’ ότι το γενικό σύνολο που θα συμπεριλάμβανε τους παραδοσιακούς αγροτικούς οικισμούς , οι οποίοι , τουλάχιστον ως τα μέσα του αιώνα, αναπαράγονται σχεδόν αμετάλλακτοι , επηρεάζοντας ελάχιστα τη δυναμική των οικονομικών και κοινωνικών μετασχηματισμών του ελληνικού χώρου» όπως αναφέρει ο συγγραφέας.

Ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα και βαθμιαία ως τα 1920 το ελληνικό στοιχείο στις πόλεις των περιοχών που αναφέραμε αυξάνεται με πολύ γρήγορους ρυθμούς.

Έτσι ο αστικός πληθυσμός της διασποράς στην Εγγύς Ανατολή , είναι πολυαριθμότερος από τον αστικό πληθυσμό του ανεξάρτητου βασιλείου.

Στη συνέχεια γίνεται ανάλυση των οικονομικών και κοινωνικών λειτουργιών των ελληνικών αστικών κοινοτήτων στις περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, της Αιγύπτου και της μεσημβρινής Ρωσίας και της Ρουμανίας.

Στα πλαίσια αυτά δίνεται έμφαση στον γενικότερο ταξικό χαρακτήρα των κοινοτήτων καθώς επίσης και στο κυρίαρχο χαρακτηριστικό που τον διακρίνει το οποίο είναι η συγκέντρωσή του γύρω από τις μεταπρατικές δραστηριότητες.

Επίσης δίνεται έμφαση στον ρόλο που διαδραμάτισε η διείσδυση των ευρωπαϊκών δυνάμεων στον χώρο της ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου σε σχέση με την ανάπτυξη και κατανομή των ελληνικών πληθυσμών στη περιοχή.

Οι δραστηριότητες οι οποίες ασκούνταν κυρίως από τους Έλληνες ήταν το εξαγωγικό εμπόριο , οι χρηματιστιρικές υπηρεσίες καθώς επίσης και η ναυτιλία.

Όμως οι Έλληνες έχουν έντονη παρουσία και στις διοικητικές υπηρεσίες.

Στη συνέχεια γίνεται ανάλυση του ρόλου της εμπορικής ναυτιλίας και στις ιδιαιτερότητες που την χαρακτηρίζουν σε σχέση με το χερσαίο εμπόριο.

Σε σχέση με το ζήτημα αυτό έμφαση δίνεται στις επιπτώσεις που είχε η εμφάνιση των ατμοκίνητων πλοίων και η είσοδος του παγκόσμιου καπιταλισμού στη φάση του ιμπεριαλισμού .

Επίσης γίνεται ανάλυση του χαρακτήρα της αστικής τάξης της διασποράς.

Στα πλαίσια αυτά γίνεται αναφορά στη μεταπρατική μεγαλοαστική τάξη και την οικονομική της δύναμη.

Το ελληνικό μεγάλο κεφάλαιο ανεξάρτητα από την έδρα του παρουσιάζει κυρίαρχα γνωρίσματα όπως είναι η συγκέντρωσή του σε δραστηριότητες που δεν είναι άμεσα παραγωγικές ,είναι ανεξάρτητες από την εσωτερική ανάπτυξη των σχέσεων παραγωγής στην Ελλάδα , και κινούνται έξω από τα σύνορά της. Το κεφάλαιο παρουσιάζει επιπλέον έναν υψηλό βαθμό κινητικότητας κατά περιοχές, που αντιστοιχεί σε μία έντονη νομισματική ρευστότητα. Τέλος τα δυνάμει καθαρά κέρδη του είναι υπέρογκα σε σχέση με το επενδεδυμένο κεφάλαιο.

Στην συνέχεια γίνεται αναφορά στην ανάπτυξη των μικροαστικών στρωμάτων, του προλεταριάτου και τη σημασία της κοινοτικής οργάνωσης.

Αναφέρεται συγκεκριμένα ότι οι ανάγκες των αστικών κέντρων της περιφέρειας –τα οποία υποτάσσονταν ολοένα και περισσότερο στις ανάγκες του ευρωπαϊκού κεφαλαίου - απαιτούσαν το διαρκή πολλαπλασιασμό φορέων εφοδιασμένων με τυποποιημένες γνώσεις και ιδεολογικά πρόσφορων για την ανάληψη ενός κοινωνικού και οικονομικού ρόλου , που να αντιστοιχεί στον εκσυγχρονισμό των τομέων εκείνων που στήριζαν την καπιταλιστική διείσδυση.

Επίσης γίνεται η σημαντική επισήμανση ότι οι Έλληνες προλετάριοι της διασποράς δεν απέκτησαν ποτέ μαζική εργατική συνείδηση.

Τέλος σχολιάζεται ο ρόλος που διαδραμάτισε η εκκλησίαxxiii στον σχηματισμό των ελληνικών κοινοτήτων και στην λειτουργία τους ως πραγματικών κρατικών μηχανισμών και κυρίως στο ρόλο τους στη διευρυμένη αναπαραγωγή της εθνικιστικής αστικής ιδεολογίαςxxiv.

Στη συνέχεια γίνεται αναφορά στη σχέση των κοινοτήτων της Εγγύς Ανατολής και των ντόπιων διευθυντικών στρωμάτων.

Δίνεται έμφαση στα πλαίσια της ανάλυσης αυτής στο βραδύτατο ρυθμό αύξησης του μουσουλμανικού αστικού πληθυσμού, στην ανυπαρξία μιας ντόπιας εθνικής αστικής τάξης , στο ρόλο της ευρωπαϊκής προστασίας ως προς την διατήρηση των ντόπιων διευθυντικών στρωμάτων . Επίσης γίνεται αναφορά στην αποτυχία των προσπαθειών εκσυγχρονισμού και «εξαστισμού» των κοινωνιών αυτών –από τον Μαχμούτ Β’ στην Τουρκία και την Μωχάμετ Άλη στην Αίγυπτο-και στο ρόλο που διαδραμάτισε στην εξέλιξη αυτή η γειτνίαση με τις Ευρωπαϊκές χώρες και την ταχύτατη διείσδυση του ευρωπαϊκού κεφαλαίου.

Οι εξελίξεις αυτές είχαν ως αποτέλεσμα τις ανάγκες της καπιταλιστικής διείσδυσης στις χώρες αυτές να τις καλύπτουν κυρίως οι εθνικές μειονότητες, είτε αυτοχθόνων είτε αυτών που συνέρεαν από το εξωτερικό.

Ακολουθεί η ανάλυση του συγγραφέα σχετικά με τη μετάβαση του καπιταλισμού στο στάδιο του ιμπεριαλισμού και τις επιπτώσεις που είχε η εξέλιξη αυτή στην ελληνική αστική τάξη της περιφέρειας.

Σχετικά με το ζήτημα αυτό ο συγγραφέας συμπεραίνει τα εξής :

  1. Η φάση του ιμπεριαλισμού συνεπιφέρει το οριστικό τέλος της οποιασδήποτε οικονομικής αυτοτέλειας του μεταπρατικού κεφαλαίου.

  2. Παρατηρούμε επιτάχυνση του ρυθμού διόγκωσης των μεταπρατικών μικροαστικών στρωμάτων που καλύπτουν τις νέες θέσεις που ανοίγονται στην περιφέρεια.

  3. Οι πολιτικές τοποθετήσεις των κύκλων του μεγάλου μεταπρατικού κεφαλαίου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας επηρεάζονται και αυτές άμεσα από τον αντίκτυπο της νέας συγκυρίας αφού πλέον οι κύκλοι αυτοί εντάσσονται προοπτικά σ’ένα σχέδιο κατάληψης της πολιτικής εξουσίας σε ορισμένες από τις περιοχές που είχαν εγκατασταθεί.

Την περίοδο αυτή (1870-1880) έχουμε την απώλεια της αυτονομίας αυτών των στρωμάτων λόγω της οργανικής τους σύνδεσης στο ευρωπαϊκό κεφάλαιο. Στα πλαίσια αυτής της συγκυρίας αρχίζει να δημιουργείται μια κίνηση κεφαλαίων προς την Ελλάδα με κερδοσκοπικούς στόχους που οδηγεί στη διαμόρφωση της χρηματιστικής ολιγαρχίας στην Ελλάδα όπως έχει προαναφερθεί.

Επίσης η σύμπλευση της άρχουσας ελληνικής αστικής τάξης με τον βρετανικό ιμπεριαλισμό παγιωνόταν οριστικά ενώ τόσο τα ετερόχθονα όσο και τα αυτόχθονα στρώματα των μειονοτήτων αντιμετωπίζουν πρόβλημα επιλογής πατρώνων υπό την προοπτική της επικείμενης μεταξύ τους σύγκρουσης.

Στη συνέχεια ο συγγραφέας καταπιάνεται με το ζήτημα της στάσης της μεταπρατικής αστικής τάξης και το αλυτρωτικό ζήτημα.

Σε σχέση με το ζήτημα αυτό περιγράφει την διεθνή συγκυρία – διείσδυση του μητροπολιτικού κεφαλαίου στην Εγγύς Ανατολή, μεταβολή της διπλωματικής ισορροπίας στην Ανατολική Μεσόγειο, συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, Συνέδριο του Βερολίνου- που αναγγέλλουν το τέλος του δόγματος της εδαφικής ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Ως μια απ’ τις επιπτώσεις της νέας διεθνούς συγκυρίας είναι ότι πλέον τα συμφέροντα της ελληνικής μεγαλοαστικής τάξης της αυτοκρατορίας που ως τότε εμφανίζονταν απόλυτα ταυτισμένα με τη διατήρηση του status quo εμφανίζονται πλέον με αλλαγμένη στόχευση.

Σε αυτό συνέβαλλε και η μεταβολή της στάσης του αγγλικού ιμπεριαλισμού ο οποίος αφενός βλέποντας την γερμανική διείσδυση στην Οθωμανική Αυτοκρατορία εγκαταλείπει το δόγμα της ακεραιότητας του οθωμανικού κράτους και αφετέρου βλέποντας τη μεγιστοποίηση της επιρροής του ρωσικού παράγοντα στις σλαβικές χώρες της περιοχής άρχισε να θεωρεί ως τον πιο αξιόπιστο εγγυητή των συμφερόντων του το Ελληνικό κράτος, δεδομένου ότι η ελληνική μεγαλοαστική τάξη ήταν μόνιμα αγγλόφιλη.

Γίνεται επίσης αναφορά στους βαλκανικούς εθνικισμούς, στην συμμετοχή Ελλήνων κεφαλαιοκρατών της περιοχής στα εξοπλιστικά προγράμματα του ελληνικού κράτους, στην συμμετοχή εν τέλει της μεγαλοαστικής τάξης στην οργάνωση του ελληνικού επεκτατισμού που επακολούθησε μετά την άνοδο του Βενιζέλου, στην συμμετοχή των ιδίων των εκπροσώπων της τάξης αυτής στην οργάνωση μιας πολιτικής εξουσίας στην οποία συμμετέχουν άμεσα και οι ίδιοι , εξουσίας η οποία θα εκταθεί προοπτικά στις ζώνες που ελπίζουν να ελέγξουν όχι μόνο οικονομικά αλλά και πολιτικά.

Σε στενή συνάρτηση με την ανάλυση των κοινωνικών δομών και την κοινωνική κινητικότητα που γίνεται στο πρώτο μέρος του βιβλίου ο συγγραφέας επιχειρεί στο δεύτερο μέρος , τη μελέτη του σχολικού μηχανισμού του εκπαιδευτικού μηχανισμού και του εκπαιδευτικού συστήματος για να απαντήσει στο βασικό ερώτημα «σε ποιο βαθμό ο συγκεκριμένος τρόπος της λειτουργίας των σχολικών μηχανισμών στην Ελλάδα αντιστοιχεί στις γενικές δομές που διέπουν τη δυναμική της νεοελληνικής κοινωνίας και πως η εσωτερική λογική του εκπαιδευτικού συστήματος εξυπηρετεί τις συγκεκριμένες ανάγκες του κοινωνικού επιμερισμού».

Επίσης πολλές και εύστοχες παρατηρήσεις γίνονται στη σχετική με την ανάλυση των εσωτερικών δομών του σχολικού μηχανισμού παράγραφο.

Στο σημείο αυτό τονίζονται τα βασικά χαρακτηριστικά του σχολικού συστήματος που διαφέρουν ριζικά από τα αντίστοιχα των δυτικών ευρωπαϊκών χωρών κατά την ίδια εποχή που είναι αφενός ο κρατικός του χαρακτήρας και αφετέρου η υποχρεωτική δημοτική εκπαίδευση και η δωρεάν παιδεία σ’όλα τα επίπεδα. Πρόκειται για μια παιδεία με χαρακτήρα δημοκρατικό τουλάχιστο όσον αφορά την τυπική της μορφή.

Σύμφωνα με τον συγγραφέα την ερμηνεία αυτών των ιδιαιτεροτήτων , της ελληνικής περίπτωσης , μπορεί να την αναζητήσει κανείς κατ’αρχήν στην ελληνική σχολική παράδοση της Τουρκοκρατίας και κυρίως στη δομική κοινωνική κινητικότητα του ελληνισμού.

Ο κύριος προσανατολισμός της έρευνας προς τη μελέτη των σχέσεων των σχολικών μηχανισμών με την κοινωνική δυναμική δε σημαίνει ότι ο συγγραφέας παραγνωρίζει τη σχετική αυτονομία των σχολικών μηχανισμών . Άλλωστε αφιερώνει αρκετές σελίδες, στην ιστορική εισαγωγή και στο πρώτο και δεύτερο μέρος της μελέτης , στην ιδεολογική εξέλιξη του Ελληνισμού και το ρόλο της στην εκπαίδευση.

Πράγματι αναλύονται η στάση της αστικής τάξης της διασποράς απέναντι στο εθνικό πρόβλημα και στη «μεγάλη Ιδέα» και ερευνάται το ιδεολογικό περιεχόμενο της διδασκαλίας, όπου αναπτύσσει σκέψεις για το γλωσσικό ζήτημα και την αρχαιολατρία που κυριαρχεί στην εκπαίδευση.

Η δομή του σχολικού μηχανισμού εξετάζεται ειδικότερα από τρεις διαφορετικές απόψεις :Την ποσοτική ανάπτυξη της φοίτησης, την εσωτερική λογική της δομής του εκπαιδευτικού συστήματος, και το ιδεολογικό περιεχόμενο της παιδείας.

Με αυτόν τον τρόπο μελετάται η διείσδυση του σχολικού δικτύου.

Με την κατάλληλη επεξεργασία στοιχείων διαφόρων τύπων και προέλευσης και τη σύγκρισή τους με ανάλογα στοιχεία των δυτικοευρωπαϊκών χωρών καταλήγει στις εξής ενδιαφέρουσες διαπιστώσεις:

a. Την ταχεία διείσδυση του σχολικού δικτύου και το «αφύσικα» υψηλό ποσοστό των μαθητών στη δημοτική και δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

b. Την διείσδυση των σχολικών μηχανισμών, αναφορικά με την δημοτική εκπαίδευση, η οποία φαίνεται σχετικά ανεξάρτητη από τη διαδικασία της αστικής συγκέντρωσης. Τα ποσοστά φοίτησης δεν ακολουθούν άμεσα τους βαθμούς διείσδυσης του σχολικού δικτύου, ενώ ο ρυθμός διείσδυσης στις διάφορες επαρχίες είναι σχετικά ομοιογενής.

Συγκεκριμένα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι παρά το ότι στα 1830 ο σχολικός μηχανισμός που προϋπήρχε της επανάστασης είχε καταστραφεί ολοκληρωτικά

παρατηρούμε μια γρήγορη ανάπτυξη του σχολικού μηχανισμού καθώς επίσης και μια γρήγορη πτώση του ποσοστού των αναλφάβητων.

Γενικά τα ποσοστά φοίτησης τόσο στην πρωτοβάθμια όσο και στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση μπορούσε κάλλιστα να παραβληθεί με τα μεγέθη των αστικοποιημένων βιομηχανικών χωρών.

Επίσης θα πρέπει να σημειώσουμε ότι ενώ η διείσδυση της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης καθώς επίσης και των ελληνικών σχολείων ήταν ταχύτατη ,η εξάπλωση των γυμνασίων ήταν καθυστερημένη σε σχέση με των πρώτων.

Γενικά , σχετικά με την πρωτοβάθμια εκπαίδευση, εκτός του γεγονότος ότι η διαδικασία πρόσβασης του πληθυσμού στους σχολικούς μηχανισμούς υπήρξε σχετικά γρήγορη και μαζική, συμπεραίνει επίσης, ότι τα αγόρια φοιτούν σε ποσοστά πολύ υψηλότερα από τα κορίτσια. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το κριτήριο με βάση το οποίο η οικογένεια λάμβανε την «εκπαιδευτική απόφαση» ήταν η προοπτική της κοινωνικής κινητικότητας η οποία εξασφαλιζόταν κυρίως για τα αγόρια.

Αυτό φαίνεται και από το γεγονός ότι τα ποσοστά συμμετοχής των κοριτσιών στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση είναι μικρότερα από αυτά της πρωτοβάθμιας.

Και αυτό γιατί όπως σημειώνει ο συγγραφέας «η ‘στιγμή’ της μετάβασης από τη δημοτική στη μέση εκπαίδευση συνιστά τη σημαντικότερη τομή στη διαδικασία της κοινωνικής επιλογής, επιλογής που αναπαράγει σε μεγάλο βαθμό και άμεσα τη διαίρεση του πληθυσμού σε τάξεις. xxv

Ένα άλλο συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει είναι ότι η διείσδυση των σχολικών μηχανισμών και της εκπαίδευσης εμφανίζεται ως διαδικασία σχετικά ανεξάρτητη από τη διαδικασία αστικής συγκέντρωσης και γίνεται μαζική πριν να χάσουν οι διάφορες επαρχίες τον βασικά αγροτικό τους χαρακτήρα. xxvi

Η γρήγορη διείσδυση του σχολικού δικτύου οφειλόταν ίσως στην κατά προτεραιότητα χρηματοδότηση και οικοδόμηση σχολικών κτηρίων δεδομένου ότι η εκπαιδευτική πολιτική του κράτους δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποσπασμένη από τις γενικότερες κοινωνικές διαδικασίες.

Η συνέχιση της φοίτησης πέρα από το δημοτικό σχολείο δεν συνεπάγεται μόνο ένα βαρύ οικονομικό φορτίο για τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς αλλά πράγμα που είναι συχνά ακόμα σημαντικότερο, εμποδίζει το παιδί να συνεχίσει τη θήτευση στην οικονομική και κοινωνική λειτουργία του πατέρα.

Ένα άλλο συμπέρασμα είναι ότι τα ποσοστά φοίτησης δεν ακολουθούν άμεσα τους βαθμούς διείσδυσης του σχολικού δικτύου.

Όσον αφορά την δευτεροβάθμια εκπαίδευση , τα στατιστικά δεδομένα παρουσιάζουν αξιόλογες διαφορές κατά περιοχή.

Απ’ αυτά είναι γενικά αδύνατο να ερμηνεύσει κανείς τις τοπικές διαφοροποιήσεις των ποσοστών φοίτησης σε συνάρτηση με τον ρυθμό διείσδυσης των σχολικών μηχανισμών. Επομένως θα πρέπει να καταφύγουμε στη διερεύνηση των κοινωνικών και οικονομικών χαρακτηριστικών σε κάθε μια από τις περιοχές.

Ακόμα και για την δευτεροβάθμια εκπαίδευση εκείνο που συνάγεται είναι η πλήρης έλλειψη συσχετισμού ανάμεσα στο βαθμό της αστικής συγκέντρωσης και στα ποσοστά της φοίτησης στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Επίσης διαπιστώνει ότι τα υψηλότερα ποσοστά φοίτησης παρουσιάζονται αναλογικά στην Πελοπόννησο και μάλιστα όχι στις περιοχές με υψηλότερο βαθμό αστικής συγκέντρωσης αλλά στις περιοχές όπου επιζούσε ακόμα μια οικονομία σχετικά κλειστή με έντονα στοιχεία αυτοκατανάλωσης.

Η Πελοπόννησος , άλλωστε ,ήταν μια δεξαμενή που τροφοδοτούσε τα δημοσιοϋπαλληλικά στρώματα.

Ακόμα μπορούμε να πούμε ότι τα υψηλότερα ποσοστά φοίτησης παρατηρούνται σε περιοχές με μικρή και μεσαία ιδιοκτησία –όπως η Πελοπόννησος- ενώ τα χαμηλότερα ποσοστά σε περιοχές με μεγάλη ιδιοκτησία και τσιφλίκια όπως επίσης και στα Επτάνησα όπου υπόκεινται ακόμα σε φεουδαρχικού τύπου δεσμεύσεις.

Έτσι οι διαφοροποιήσεις του ρυθμού φοίτησης μοιάζουν να σχετίζονται απόλυτα με τον κυρίαρχο τύπο των παραγωγικών σχέσεων. Αυτό συνδέεται άμεσα με τα αυξημένα ποσοστά αποδημίας που παρουσιάζουν οι περιοχές μικρής και μεσαίας ιδιοκτησίας αφού κατ’αυτό τον τρόπο προετοιμάζονται από τεχνική και ιδεολογική άποψη προκειμένου να ενταχθούν στα μικροαστικά στρώματα των πόλεων και ιδιαίτερα της πρωτεύουσας όσο και στα μικροαστικά στρώματα των παροικιών της ανατολικής Μεσογείου.

Από το τέλος του δημοτικού σχολείου η παιδαγωγική πρακτική αρχίζει να εγχαράσσει στο παιδί μιαν ιδεολογία που να βασίζεται σε μια ειδική και ποιοτικά διαφορετική γλώσσα σε σχέση με τη γλώσσα του οικογενειακού περιβάλλοντος.

Οι πιέσεις της αγοράς σε συνδυασμό με τον αύξοντα υπερπληθυσμό απειλούσαν συνεχώς τις οικογενειακές εστίες με έκρηξη και προλεταριοποίηση. Οι πληθυσμοί των περιοχών αυτών διοχετεύουν τους γόνους τους προς την δευτεροβάθμια εκπαίδευση με διαρκώς αυξανόμενους ρυθμούς.

Στην ανώτατη εκπαίδευση τα στατιστικά στοιχεία δείχνουν επίσης υψηλό ποσοστό φοίτησης αφού η Ελλάδα βρίσκεται επικεφαλής όλων των ευρωπαϊκών κρατών το 1885 και το 1912. Επίσης δείχνουν διαφορές κατά περιοχές, αντίστοιχες με κείνες που παρατηρήθηκαν στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Τα ποσοστά φοίτησης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι πολύ υψηλά παρά τις κατά καιρούς διακυμάνσεις δεδομένου ότι θα πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι ένας εξαιρετικά μεγάλος αριθμός φοιτητών σπουδάζουν σε πανεπιστήμια του εξωτερικού.

Επίσης παρατηρούμε κυριαρχία των νομικών σπουδών , γεγονός που δεν είναι ανεξάρτητο από τον χαρακτήρα των δραστηριοτήτων του ελληνικού παροικιακού κεφαλαίου, ούτε και από τον «στρεβλό» χαρακτήρα της ανάπτυξης που έχουμε στα πλαίσια του ελληνικού κράτους, και που περιγράφεται σε άλλο σημείο.

Ανεξάρτητα από τη γεωγραφική προέλευση των φοιτητών, η λειτουργία του Πανεπιστημίου υπήρξε ο κατ’εξοχήν χώρος διανοητικής σύνθεσης του κατατμημένου ελληνισμού και ένας τόπος οργάνωσης του κοινωνικού επιμερισμού των ανώτερων στελεχών του.

Επομένως εξυπηρετεί άμεσα τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας ενός χώρου πολύ ευρύτερου από εκείνον που οριοθετείται από τα κρατικά σύνορα.

Θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας τη σχετική μείωση της σημασίας του κρατικού μηχανισμού από το 1870 και μετά και την άνοδο των νέων στρωμάτων της χρηματιστηριακής και βιομηχανικής αστικής τάξης.

Ως μια από τις συνέπειες της εξέλιξης αυτής είναι ότι από το 1885-1890 αρχίζει να εμφανίζεται ανεργία.

Μετά την ήττα του 1897 έχουμε μείωση των εγγραφών λόγω του κλονισμού του ελληνικού επεκτατισμού δεδομένου ότι μια από τις βασικότερες κοινωνικές λειτουργίες του ήταν η προετοιμασία των φορέων της εκπολιτιστικής «κατάκτησης» ενός κόσμου που στο εξής εμφανίζεται πολύ λιγότερο ανοικτός.

Επίσης στα τέλη του 19ου αιώνα παρατηρείται μια πολύ μικρή αύξηση εγγραφών σε σχολές που σχετίζονται με της απαρχές της εκβιομηχάνισης που συντελείται εκείνη την περίοδο.

Κάποια άλλα συμπεράσματα που διατυπώνονται σε σχέση με την ανώτατη εκπαίδευση είναι τα εξής :

i. Διείσδυσε με εξαιρετική ταχύτητα και ανοίχτηκε σε ένα ταξικό ακροατήριο εξαιρετικά ευρύ, αν την συγκρίνουμε μ’όλες τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης.

ii. Το Πανεπιστήμιο Αθηνών ήταν το βασικό εφαλτήριο μέσω του οποίου πραγματοποιείται η ανακατανομή των στελεχών στις διαθέσιμες θέσεις στο σύνολο του ελληνικού κόσμου.

Απ’την άλλη λόγω της έλλειψης στατιστικών στοιχείων η διακρίβωση της κοινωνικής προέλευσης των μαθητών και των φοιτητών καθίσταται δύσκολη.

Ο συγγραφέας χρησιμοποιώντας ορισμένες ενδείξεις και κυρίως βασιζόμενος στο ότι το μεγαλύτερο ποσοστό φοίτησης συναντάται εκεί όπου κυριαρχεί η μικρή και μεσαία ιδιοκτησία και όπου έχει διαπιστωθεί το μεγαλύτερο ποσοστό αγροτικής εξόδου και της μετανάστευσης , προτείνει ως υπόθεση , τη συσχέτιση των φαινομένων , και δείχνει ότι τα αίτια και τα κίνητρα της υπερεκπαίδευσης αυτής βρίσκονται στο χαρακτήρα της κοινωνικής κινητικότητας των αγροτικών πληθυσμών ζήτημα το οποίο αναπτύχθηκε στο πρώτο μέρος του βιβλίου.

Δείχνει δηλαδή ότι οι αγροτικές μάζες που εγκαταλείπουν τη γη για να ενσωματωθούν στην μικροαστική τάξη των πόλεων βρίσκουν στο σχολείο την «τεχνική» προπαρασκευή μιας τέτοιας μετάταξης.

Ο ρόλος της εκπαίδευσης στη διαδικασία αυτή φαίνεται να επιβεβαιώνεται και από τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγει η μελέτη της ανάπτυξης της εκπαίδευσης στον ελληνισμό της διασποράς. Σ’αυτή την περίπτωση διαπιστώνεται εντονότερα ο ταξικός χαρακτήρας της εκπαίδευσης. Επίσης η διείσδυση του σχολικού δικτύου φαίνεται να συσχετίζεται με την αστική συγκέντρωση και το ποσοστό φοίτησης να εξαρτάται από την κοινωνική προέλευση των φοιτητών.

Ο ταξικός αυτός χαρακτήρας τονίζεται επίσης στην παράγραφο όπου ο συγγραφέας μελετά την χρηματοδότηση των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, και στην οποία φαίνεται ο κυριαρχικός ρόλος της αστικής τάξης της διασποράς.

Μετά την εκκλησία , το σχολείο είναι ο δεύτερος από τους τύπους μηχανισμών μέσα από τους οποίους πέρασαν τα ιδεολογικά στοιχεία , που διασφάλισαν τη σχετική συνέχεια της εθνικής συνείδησης στη διάρκεια των αιώνων της οθωμανικής κυριαρχίας. Από τα τέλη του 18ου αιώνα και παράλληλα προς τη διείσδυση της δυτικής αστικής ιδεολογίας , η ανάπτυξη της εκπαίδευσης υπήρξε θεαματική και τα αστικά κέντρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και κυρίως η Κωνσταντινούπολη χαρακτηρίζονταν από την ύπαρξη πολλών πολιτιστικών και διανοητικών δραστηριοτήτων.

Η οικοδόμηση των σχολικών μηχανισμών υπήρξε το πρώτο μέλημα της ελληνικής εμπορικής αστικής τάξης που αναπτυσσόταν και σημαντικά ποσά αφιερώθηκαν στη δημιουργία ενός σχολικού δικτύου εξαιρετικά αναπτυγμένου για την εποχή του σε αντίθεση με το τι συμβαίνει στη νότιο Βαλκανική.

Μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα η μονοπώληση των πολιτιστικών μηχανισμών από τους Έλληνες- που συνόδευσε την οικονομική τους κυριαρχία –δεν προσέκρουε στην εχθρότητα και τον ανταγωνισμό των άλλων εθνοτήτων ούτε στην άμεση αντίδραση των οθωμανικών αρχών.

Η μονοπώληση αυτή των πολιτιστικών μηχανισμών ήταν συνδεδεμένη με τις λειτουργικές ανάγκες μιας διευρυμένης αναπαραγωγής των κυρίαρχων ταξικών σχέσεων ανάμεσα στους ελληνικούς πληθυσμούςxxvii.

Από το 1870 η κατάσταση αρχίζει να αλλάζει άρδην λόγω της αλλαγής των πολιτικών και διπλωματικών συγκυριών – Χάτι Χουμαγιούν , Τανζιμάτ, Ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1877 ,Συνθήκες του Αγίου Στεφάνου 1877 και Βερολίνου 1888 - και η διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας προοιωνίζεται.

Στα Βαλκάνια η διείσδυση των ελληνικών πολιτιστικών και εκπαιδευτικών μηχανισμών έρχεται σε αντίθεση με τους εθνικισμούς των άλλων Βαλκανικών λαών. Δεν συμβαίνει το ίδιο όμως στη Μικρά Ασία στην οποία ο Ελληνισμός δεν προσέκρουσε σε κανένα ανταγωνιστικό εθνικισμό.

Στη Μικρά Ασία η ευρωπαϊκή οικονομική διείσδυση είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση του ελληνικού πληθυσμού στα παράλια και την επέκτασή του στη μικρασιατική ενδοχώρα. Η πληθυσμιακή αυτή κίνηση είχε ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη ενός σχολικού δικτύου καθώς επίσης και πολιτιστικών οργανισμών που λειτούργησαν ως ιδεολογικός μηχανισμός τόσο από την άποψη της διατήρησης και της αναπαραγωγής της αστικής τάξης όσο επίσης και ως μηχανισμός ενσωμάτωσης των ντόπιων χριστιανικών πληθυσμών οι οποίοι είχαν κάποια αίσθηση της ελληνικής τους καταγωγής.

Από την ανάλυση των ποσοτικών στοιχείων ο συγγραφέας συνάγει το συμπέρασμα ότι ο αστικός πληθυσμός είναι ασύγκριτα πλουσιότερος και ισχυρότερος από τον πληθυσμό που μόλις αρχίζει να αστικοποιείται στο πλαίσιο του ελληνικού κράτους.

Σε σχέση με την εκπαίδευση στις τουρκοκρατούμενες περιοχές ο συγγραφέας συνάγει τα ακόλουθα συμπεράσματα:

a. Η εκπαίδευση φαίνεται να αναπτύσσεται σε άμεση συνάρτηση με την αστική συγκέντρωση.

b. Το πέρασμα στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση δεν καθίσταται δυνατό παρά για μια μικρή μειοψηφία, πολύ μικρότερη απ’ αυτή που συναντήσαμε στην ελεύθερη Ελλάδα.

c.Οι διαφορές κατά περιοχές είναι αρκετά σημαντικές ήδη στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση και σε πολύ εντονότερο βαθμό στη δευτεροβάθμιαxxviii.

 

Η ακτινοβολία της ελληνικής κουλτούρας οδηγεί στον εξελληνισμό ως διαδικασία συνώνυμη με την κοινωνική άνοδο. Αυτό άλλωστε ερμηνεύει και το γεγονός ότι στα ελληνικά σχολεία των υπόδουλων περιοχών και ιδιαίτερα στην Μακεδονία φοιτούσαν και αλλόγλωσσοι μαθητές.

Γενικά όμως συμπεραίνεται ότι τα ποσοστά φοίτησης στην υπόδουλη Ελλάδα παραμένουν ανισόμετρα και στο σύνολό τους πολύ κατώτερα από τα ποσοστά της ελεύθερης Ελλάδας.

Στην περίοδο αυτή που συμπίπτει με το απόγειο της ανάπτυξης της μεταπρατικής αστικής τάξης - από το 1840 έως το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου-τα ποσοστά φοίτησης εμφανίζονται χαμηλότερα σε όλα τα σχολικά επίπεδα .

Ένα ακόμα αξιοσημείωτο γεγονός είναι ότι τα ποσοστά φοίτησης των γυναικών στις υπόδουλες περιοχές είναι σαφώς υψηλότερα . Και όπως σχολιάζει ο συγγραφέας αν η γυναικεία εκπαίδευση στο επίπεδο του δημοτικού δε μεταφράζει παρά την αντικειμενική διείσδυση του σχολικού δικτύου στην ύπαιθρο, αντίθετα η δευτεροβάθμια εκπαίδευση των κοριτσιών είναι ένα σχετικά αυτόνομο πολιτιστικό γεγονός.

Ο βαθμός ταξικού προσδιορισμού είναι πολύ πιο έντονος στις γυναίκες παρά στους άνδρες και κατά συνέπεια η ύπαρξη μιας διαδικασίας επιλογής πολύ ισχυρότερηxxix.

Η ισχυρή ώθηση της γυναικείας εκπαίδευσης έξω από τα ελληνικά σύνορα δεν μεταφράζει λοιπόν παρά την τεράστια αριθμητική και οικονομική δύναμη μιας αστικής τάξης σε πλήρη άνθηση.

Από την άλλη η μονοπώληση της σχολικής πρόσβασης από φορείς που δυνάμει πρόκειται όλοι να καλύψουν τις κενές θέσεις στο πλαίσιο της παραγωγής, σε συνδυασμό με τη σχετικά περιορισμένη ταξική επιλογή, μας κάνει να νομίζουμε ότι η εκπαίδευση λειτουργεί ως μηχανισμός που επεμβαίνει με αποφασιστικό τρόπο στη διαδικασία αναπαραγωγής και αναδιάρθρωσης του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας.

Στη συνέχεια προχωρεί σε κάποιες σημαντικές διαπιστώσεις σχετικά με το γεγονός ότι η εκπαίδευση στις κοινότητες του εξωτερικού είναι διαρκώς «κατώτερη» από την εκπαίδευση στην ανεξάρτητη Ελλάδα παρόλο που οι κοινότητες αυτές:

a. Είναι στο σύνολό τους πολύ πιο αστικοποιημένες.

b. Έχουν κατ’ εξοχήν ανάγκη εκπαιδευμένων φορέων, λόγω της ειδικής θέσης που κατέχουν στη διαδικασία της παραγωγής.

c. Διαθέτουν πολύ περισσότερα χρήματα για τη χρηματοδότηση των σχολικών μηχανισμών.

d. Προώθησαν ,κυρίως μετά το 1870-1880 , συνειδητά και συστηματικά μια πολιτική που σκόπευε να επεκτείνει προς όλες τις κατευθύνσεις την ελληνική πολιτιστική ακτινοβολία και που αντιστοιχούσε στα υλικά και οικονομικά τους συμφέροντα, που προσδιορίζονται από τη μεταπρατική τους λειτουργία.

Ο λόγος για την ύπαρξη αυτής της κατάστασης είναι η απουσία ενός ανεξάρτητου κρατικού μηχανισμούxxx.

Έτσι οι απαραίτητοι ιδεολογικοί μηχανισμοί αναπαραγωγής δεν μπορούσαν να λειτουργήσουν σε ευρεία κλίμακα λόγω τη ιδιωτικής τους βάσης.

Αυτό είχε ως συνέπεια τη μετανάστευση ειδικευμένου προσωπικού προκειμένου να καλυφθούν οι κενές θέσεις.

Έτσι όσο ο Ελληνισμός αναπτυσσόταν ως διαρθρωμένη οικονομική δύναμη στις περιοχές που βρίσκονταν κάτω από Οθωμανική εξουσία , τόσο περισσότερο ήταν ανίκανος να εξασφαλίσει τη διευρυμένη αναπαραγωγή των σχέσεων που θεμελίωναν την ταξική του κυριαρχία.

Ένα άλλο ζήτημα που θίγεται είναι σχετικά με την χρηματοδότηση των σχολικών μηχανισμών στην Ελλάδα.

Σε σχέση με το ζήτημα αυτό ο συγγραφέας διαπιστώνει ότι ο εξαιρετικά υψηλός ρυθμός αύξησης των μη παραγωγικών και «εκπαιδευμένων» αστικών στρωμάτων, δεν μπορεί να εξηγηθεί, αν δεν ληφθεί υπόψη το αδιάκοπο ρεύμα άδηλων πόρων που προερχόταν από το εξωτερικό.

Επίσης παρατηρείται αδιάκοπο μεταναστευτικό ρεύμα προς το εξωτερικό.

Ένα άλλο σημαντικό ζήτημα είναι η χρηματοδότηση εκπαιδευτικών μηχανισμών από τους Έλληνες της διασποράς η οποία γινόταν είτε προς το Υπουργείο Παιδείας είτε κατευθείαν προς τις κοινότητες και τους σχολικούς οργανισμούς.

Η χρηματοδότηση αυτή κατευθυνόταν επίσης και σε πολιτιστικά έργα καθώς επίσης και σε χρηματοδότηση των ίδιων των σπουδών μέσω υποτροφιών.

Ο σημαντικότερος λόγος για αυτή τη συμπεριφορά ήταν η σε ιδεολογικό επίπεδο, μια γενική συνείδηση ταύτισης των εθνικών συμφερόντων με την πολιτιστική υπεροχήxxxi.

Ο Πρώτος παγκόσμιος πόλεμος και η Οκτωβριανή επανάσταση συνετέλεσαν σε μια γενικότερη μετατροπή των απόψεων από το 1922 και μετά.

Ως προς την λειτουργία του σχολείου ως εξειδικευμένου μηχανισμού ιδεολογικής αναπαραγωγής ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι το τυπικό γνώρισμα της σχολικής δομής είναι η «δημοκρατικότητα» υπό την έννοια ότι δεν υπήρχε στην περίπτωση της Ελλάδας μια διπλή σχολική δομή που να εξυπηρετεί αφενός τα διευθυντικά και αφετέρου τα κατώτερα στρώματα .

Η δωρεάν υποχρεωτική πρωτοβάθμια εκπαίδευση στην Ευρώπη έγινε μισόν αιώνα πριν από τη Δυτική Ευρώπη, ενώ η δωρεάν εκπαίδευση σ’όλα τα επίπεδα προηγείται των περισσότερων άλλων χωρών κατά ένα ολόκληρο αιώνα.

Οι τεχνικές και επαγγελματικές σχολές τον 19ο αιώνα ήταν ελάχιστες .

Από το 1850 και μετά αρχίζουν να εμφανίζονται μερικά ιδιωτικά σχολεία στα οποία φοιτούσαν κυρίως κορίτσια.

Η οργάνωση του κύκλου σπουδών ήταν σε μια και μόνη σειρά με απουσία εξειδίκευσης, και ελεύθερο πέρασμα από το δημοτικό στο γυμνάσιο και από το γυμνάσιο στο πανεπιστήμιο.

Η πρώτη διαφοροποίηση σε πρακτικό και κλασσικό στις τρεις τελευταίες τάξεις του γυμνασίου έγινε με τη μεταρρύθμιση του 1929.

Το από τυπική άποψη δημοκρατικά οργανωμένο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα το οποίο ήταν θεωρητικά προσβάσιμο σε όλους είχε μια πραγματική κοινωνική λειτουργία υπό την έννοια ότι η άρχουσα τάξη είχε επιλέξει ένα σύστημα «αυτόματης» επιλογής και απρογραμμάτιστου επιμερισμού που άφηνε τον ουσιαστικό διακανονισμό των διαδικασιών αναπαραγωγής να ενεργοποιείται έξω από τους σχολικούς μηχανισμούς.

Σε σχέση με τις ιστορικές βάσεις του ελληνικού σχολικού συστήματος ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η εισαγωγή του σχολικού συστήματος το 1834 έγινε πάνω σε μια εντελώς νέα βάση.

Το σύστημα γενικευμένης εκπαίδευσης εισήχθη δίχως την αντίδραση εκ μέρους των ξενόφερτων φαναριωτών και των καλλιεργημένων αστών της διασποράς.

Ο σημαντικότερος λόγος ήταν ότι η περίοδος που προηγήθηκε της επανάστασης αποτελούσε κρίσιμο διάστημα σχηματισμού της αστικής τάξης συνεπώς στην περίπτωση της Ελλάδας δεν ιδρύθηκαν ξεχωριστά σχολεία για τους προνομιούχους όπως αυτό συνέβαινε σε πολλές χώρες της Δυτικής Ευρώπης .

Επισημαίνεται επίσης ότι οι γόνοι της αστικής και μικροαστικής εμπορευματικής τάξης η οποία αναδείχθηκε γύρω στα τέλη του προηγούμενου αιώνα έπαιξαν το ρόλο των «οργανικών διανοουμένων» κατά και αμέσως μετά την ελληνική επανάσταση.

Η διαπάλη ανάμεσα στα κοινωνικά στρώματα και κατηγορίες στρωμάτων εστιαζόταν στα προβλήματα πολιτικής οργάνωσης και δεν πήρε τη μορφή μιας διαφορετικής και συγκροτημένης αντίληψης για τους σχολικούς μηχανισμούς.

Είναι επίσης η εποχή χωρισμού κράτους και εκκλησίας.

Άλλωστε όπως τονίζεται η εισαγωγή ενός οποιουδήποτε συστήματος «αριστοκρατικής» εκπαίδευσης που θα ενεργοποιούσε τη σχολική επιλογή συνδεδεμένη με την ταξική προέλευση των μαθητών, ήταν όχι μόνο εντελώς ξένο προς τη σχολική παράδοση του τόπου, αλλά αδιανόητο μέσα στο πλαίσιο της εσωτερικής ισορροπίας, ανάμεσα στις διάφορες διευθυντικές μερίδες της άρχουσας τάξης.

Εκείνοι που τελικά επέβαλαν το εκπαιδευτικό σύστημα ήταν οι Βαυαροί.

Όμως παρατηρείται αξιοσημείωτη θεσμική συνέχεια ανάμεσα σε ορισμένες ιδέες που διατυπώθηκαν γα πρώτη φορά στις επαναστατικές συνελεύσεις με αυτές εγκαθιδρύθηκαν αργότερα από την απόλυτη μοναρχίαxxxii .

Σχετικά με το τον κοινωνικό ρόλο της σχολικής λογικής στη διαδικασία της αναπαραγωγής ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι ο σημαντικότερος παράγοντας είναι η ανυπαρξία του δεύτερου σχολικού δικτύου, του δικτύου δηλαδή που μπορεί κάποιος να αποκαλέσει προλεταριακό. Και σημειώνει ότι η ύπαρξη ναυτικών σχολών δεν είναι σε αντίθεση με τη λογική του συστήματος αλλά επιβεβαιώνει τη λογική του συστήματος. Απ’την άλλη η ίδρυση εμπορικών σχολών που αρχίζουν να δημιουργούνται από το 1882 και πέρα συμπίπτουν με την περίοδο της βιομηχανικής ανάπτυξης. Μόνο μετά το 1900 και ακόμα εντονότερα μετά τους βαλκανικούς πολέμους αρχίζουν να βαρύνουν οι φωνές που απαιτούν την προώθηση της τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης.

Επίσης στο βαθμό που η γενίκευση της εκπαίδευσης εμφανιζόταν ως λαϊκή κατάκτηση , επεκτεινόταν και στην ύπαιθρο που βαθμιαία συμπαρασυρόταν από τα νέα αστικά πολιτιστικά πρότυπα.

Σε σχέση με την ταξική επιλογή η οποία είναι εξορισμού πανταχού παρούσα , οι παράγοντες που την ενεργοποιούν παραμένουν εξωτερικοί ως προς τους τυπικούς εκπαιδευτικούς μηχανισμούς , πράγμα που την καθιστά πολύ πιο δυσδιάκριτη.

Από την άποψη της κοινωνικής κινητικότητας, δεδομένου ότι το σχολείο οργανώνεται πάνω σε αστική ιδεολογική βάση, η δευτεροβάθμια εκπαίδευση των παιδιών της υπαίθρου γίνεται ο προθάλαμος της αστικής τάξης.

Μάλιστα η ταχύτητα της διευρυμένης αναπαραγωγής της μικροαστικής τάξης είναι εξαιρετική.

Έτσι έχουμε την διεύρυνση των αστικών στρωμάτων που συμμετείχαν στην εκμετάλλευση της υπαίθρουxxxiii.

Από την άποψη της εκπαίδευσης ,σε μεγάλο βαθμό, ο δημοκρατικός χαρακτήρας ο οποίος διευκόλυνε την αγροτική έξοδο διευκόλυνε ταυτόχρονα και την συντήρηση του κυκλώματος της εκμετάλλευσης , που με τη σειρά του εξαθλίωνε τον αγροτικό κόσμο.

Το φαινόμενο της ουδετερότητας του σχολικού μηχανισμού απέκρυβε μάλλον το γεγονός ότι η επιλογή ήταν τόσο αποτελεσματική.

Έτσι , συναρτημένο όπως ήταν στις δομικές ανάγκες του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας του συνόλου του ελληνικού κόσμου , το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα συνέβαλε επίσης στη διαιώνιση των μηχανισμών αναπαραγωγής των εσωτερικών σχέσεων ταξικής κυριαρχίαςxxxiv.

Σε σχέση με το ιδεολογικό περιεχόμενο της διδασκαλίαςο συγγραφέας επικεντρώνει το ενδιαφέρον του σε δύο ζητήματα.

Το πρώτο απ΄αυτά είναι το ζήτημα της διγλωσσίας και ο ταξικός του ρόλος και το δεύτερο είναι το πρόβλημα του προσανατολισμού του σχολικού προγράμματος.

Σε σχέση με το πρώτο ζήτημα ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η επιβολή μιας θεσμοποιημένης γλώσσας δεν είναι παρά η θεσμική επικύρωση μιας παλιότερης διαδικασίας και το τέλος μιας σειράς οξύτατων ιδεολογικών αγώνων, που συμπίπτουν με την άνοδο της αστικής τάξης στα τελευταία χρόνια του 18ου αιώνα.

Η επιβολή της γλώσσας αυτής γίνεται με στόχο την «αναγκαστική» γλωσσική ευθυγράμμιση όλων των επιμέρους κοινωνιών του ελληνισμού που βρισκόντουσαν διάσπαρτες.

Όπως σημειώνει ο συγγραφέας η επιβολή μιας θεσμοποιημένης γλώσσας ήρθε να καλύψει το κενό μιας κεντρικής «καταναγκαστικής» δομής, που θα μπορούσε να είχε επιβάλλει βαθμιαία συμμόρφωση σε σχέση με ένα αναγνωρισμένο πρότυπο , μια θεσμοποιημένη καταξίωση της γλωσσικής ομοιομορφίας.

Δηλαδή, όπως επισημαίνει ο συγγραφέας ήρθε να καλύψει το κενό της έλλειψης ακριβώς της καταπιεστικής λειτουργία μιας επίσημης και θεσπισμένης γλώσσας , μιας γλώσσας που παράγεται και αναπαράγεται γύρω από συμπαγείς ιδεολογικούς μηχανισμούς (κεντρικοποιημένους ή όχι ) που θα μπορούσε να εγχαράξει ως αξιολογικό κανόνα την ίδια της τη συμβολική βία.

Έτσι το γλωσσικό ζήτημα εντασσόταν ως αποφασιστικής σημασίας πρόκριμα στο γενικότερο πρόβλημα της εθνικής απελευθέρωσης και ολοκλήρωσης και επίσης αποσκοπούσε στη γλωσσική ομοιομορφία της ανερχόμενης νέας αστικής τάξης.

Από ιστορική άποψη οι κοινωνικοί λόγοι που είχαν προκαλέσει την εμφάνιση του γλωσσικού ανταγωνισμού εξανεμίστηκαν , από τη στιγμή που η αντιπαράθεση εκκλησίας και αστικής τάξης αποδυναμώθηκε , στο πλαίσιο ενός κρατικού μηχανισμού , όπου οι διανοούμενοι κάθε προέλευσης ενσωματώνονταν σε μία δομή εξουσίας ενοποιημένη και διαρθρωμένη.

Όπως αναφέρει ο συγγραφέας, στην Ελλάδα , στους ενδογενείς ιστορικούς παράγοντες της διγλωσσίας προστίθενται και παράγοντες κοινωνικοί , οι οποίοι προσδιορίζονται από το γεγονός της γρήγορης δημιουργίας ενός εθνικού κράτους , που είναι αναγκασμένο να σφυρηλατήσει το ταχύτερο δυνατό ένα γλωσσικό όργανο , που θα μπορεί να ανταποκριθεί στις νέες πολυλειτουργικές του ανάγκες.

Επίσης ιδιαίτερα στην περίπτωση της Ελλάδας κολάκευε στο έπακρο τα αισθήματα της εθνικής του αξιοπρέπειας.

Για πολύ καιρό η θεσμοποιημένη διγλωσσία δεν οδήγησε σε δυσλειτουργικότητες και σε κοινωνικούς αγώνες , στο πλαίσιο του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού.

Κατά τον συγγραφέα στο βαθμό που η τυπική εκπαίδευση λειτουργούσε ως προθάλαμος και κατεξοχήν σύμβολο της κοινωνικής ανόδου , ο χειρισμός της επίσημης γλώσσας έγινε γρήγορα το πιο χειροπιαστό εξωτερικό σήμα μιας ταξικής ένταξης. Η διαδικασία της κοινωνικής ανόδου συνοδευόταν με μία συμβολική ρήξη με τις επικοινωνιακές δομές της τάξης προέλευσης.

Ο κρατικός μηχανισμός και τα στρώματα που ήταν συνδεδεμένα μαζί του ήταν συνυφασμένα με την χρήση της καθαρεύουσας.

Σε σχέση με την διδασκαλία στόχος ήταν όχι μόνο η καταξίωση της καθαρεύουσας άλλα και η συμβολική ρητή υποτίμηση της λαϊκής γλώσσας.

Επίσης επισημαίνει ότι τα κοινωνικά προβλήματα που τέθηκαν εξαιτίας της εμμονής και της εντατικοποίησης της διγλωσσίας , δεν εμφανίστηκαν παρά ως καυτά πολιτικά προβλήματα όταν εμφανίζονται μια σειρά από άλλες αστικές λειτουργίες που συνδέονται με την ανάπτυξη του χρηματιστικού καπιταλισμού.

Έτσι αρχίζει να μπαίνει υπό αμφισβήτηση η γενικά αποδεκτή «συμβολική» μιας αξιοκρατικής διαδικασίας πρόσβασης στην άρχουσα τάξη μέσω της πρόκτησης του γλωσσικού οργάνου , που δένεται ταυτόχρονα με την ταυτόχρονη εμφάνιση μιας σειράς νέων ταξικών ανταγωνισμών, που μέχρι τη στιγμή αυτή ήταν κρυμμένοι πίσω από το ρόλο του κράτους.

Η ανάπτυξη της μικροαστικής τάξης ανεξάρτητης από τον κρατικό μηχανισμό και ακόμα περισσότερο η βαθμιαία διόγκωση της εργατικής τάξης, οδήγησαν στην ολοένα ευρύτερη συνειδητοποίηση των πολιτικών προεκτάσεων της διγλωσσίας.

Συνεπώς, όπως αναφέρει, δεν είναι τυχαίο ότι μετά από ογδόντα χρόνια ανάπαυλας ξαναφουντώνει η έντονη διαμάχη ανάμεσα στους απολογητές της καθαρεύουσας και στους οπαδούς της δημοτικής. Ο αγώνας θα φθάσει στο απόγειό του στο τέλος του αιώνα.

Το κίνημα για την επιβολή της δημοτικής ήταν βασικά μικροαστικού χαρακτήρα, τόσο από την άποψη των στρωμάτων από τα οποία στρατολογούνταν οι δημοτικιστές όσο και από την άποψη των πολιτικών σκοπιμοτήτων.

Το ζήτημα θα τεθεί έξω από τους κόλπους της αστικής τάξη με ην ανάδυση ενός

λαϊκού κινήματος μετά το 1922.

Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας σχετικά με την ανάδυση του γλωσσικού ζητήματος, ήταν στα τέλη του 19ου αιώνα ο επιδιωκόμενος εκσυγχρονισμός κατά τα δυτικά πρότυπα -σε όλες τις βαλκανικές χώρες- ένας στόχος για την επίτευξη του οποίου η ημιμάθεια μιας μεγάλης μερίδας του πληθυσμού μπορούσε να αποβεί μοιραία.

Επίσης ο δημοτικισμός είναι συνδεδεμένος με το εθνικό ζήτημα και τον αλυτρωτισμό, αφού η χρήση της δημοτικής διευκόλυνε την ενσωμάτωση αλλόγλωσσων πληθυσμών στις υπόδουλες περιοχές. Δεν είναι τυχαίο ότι κορυφαίοι εκπρόσωποι της ελληνικής αστικής τάξης όπως ο Παύλος Μελάς και ο Ίωνας Δραγούμης ήταν κορυφαίοι δημοτικιστές.

Αν το πρόβλημα της γλώσσας κυριάρχησε πάνω σ’ όλα τα άλλα ζητήματα που απασχόλησαν τα διάφορα διαμφισβητικά κινήματα που εμφανίστηκαν εκείνη την εποχή ,αυτό οφείλετε από τη μια μεριά στις συμβολικές και εθνικές της εκφάνσεις και από την άλλη μεριά στη συγκεκριμενοποίηση των δυσοίωνων επιπτώσεων της κυριαρχίας της καθαρεύουσας , στο πλαίσιο του νέου καταμερισμού εργασίας.

Η βασική προϋπόθεση της εμφάνισης της νέας πολιτικής διάστασης του προβλήματος της διγλωσσίας, ήταν η μετατόπιση της κύριας όψης των εσωτερικών αγώνων της άρχουσας τάξης στο πλαίσιο της ανεξάρτητης Ελλάδας.

Στους αγώνες που αποβλέπανε κυρίως στην κατάκτηση του κρατικού μηχανισμού ως αυτοσκοπού, υποκαταστάθηκαν σταδιακά οι αγώνες ανάμεσα σε ανταγωνιζόμενες μερίδες της αστικής τάξης , που επιδίωκαν να χρησιμοποιήσουν την κρατική εξουσία για να προωθήσουν το δικό τους ταξικό συμφέρον.

Σε σχέση με τις κοινότητες της διασποράς το γλωσσικό ζήτημα δεν οξύνθηκε ποτέ στο βαθμό που αυτό έγινε στην Ελλάδα και αυτό εξηγείται από το γεγονός της απουσίας των γενικών κοινωνικών προϋποθέσεων που είχαν οδηγήσει τα στρώματα των μικροαστών διανοουμένων της ελεύθερης Ελλάδας στο να προβάλλουν το γλωσσικό πρόβλημα στην πρώτη γραμμή των πολιτικών και κοινωνικών αγώνωνxxxv.

Αναφορικά με τον προσανατολισμό του σχολικού προγράμματος σύμφωνα με τον συγγραφέα το ωρολόγιο πρόγραμμα μεταφράζει τη γενική θεματική εικόνα των εγχαρασσόμενων ιδεολογικών μηνυμάτων. Η συγκρότηση του ωρολογίου προγράμματος δεν είναι ουδέτερη.

Από την ανάλυση του ωρολογίου προγράμματος ανάμεσα στα 1836 και το 1914

ο συγγραφέας συνάγει τα ακόλουθα συμπεράσματα:

  1. Η διδασκαλία των νεκρών γλωσσών (ελληνικά , λατινικά) καλύπτει το μισό σχεδόν του συνόλου του χρόνου και φτάνει τα 55%νανάμεσα στο 1867 και το 1884.

  2. Τα μαθηματικά συν τις επιστήμες που η διδασκαλία τους ήταν αποκλειστικά θεωρητική και πάνω στη βάση βιβλίων, μετέχουν με λιγότερο από 20% του συνολικού χρόνου μέχρι το 1914.

  3. Η καθαρεύουσα, η επίσημη γλώσσα του κράτους, δε διδάσκεται καθόλου μέχρι τι 1884. Αλλά και από τη χρονολογία αυτή και μετά η επίσημη γλώσσα καλύπτει μόνο το 7% των ωρών και δε διδάσκεται παρά μόνο τρία χρόνια σε επτά.

  4. Τα γαλλικά που κυριαρχούσαν ακόμα ως διεθνής γλώσσα σ’ ολόκληρη την ανατολική Μεσόγειο διδάσκονται σ’ όλη τη διάρκεια της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και αντιπροσωπεύουν, μέχρι το 1914, σε ώρες διδασκαλίας περισσότερο από τα νέα ελληνικά, την ιστορία ή τις φυσικές επιστήμες.

  5. Πρέπει να σημειωθεί η ολοκληρωτική έλλειψη πρακτικής διδασκαλίας οποιουδήποτε τύπου. Ακόμα και η ιχνογραφία εμφανίζεται για πρώτη φορά το 1884.

 

Η διαχρονική εξέλιξη του σχολικού προγράμματος είναι εξάλλου ενδιαφέρουσα αφού διαπιστώνεται ότι αν τα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα που υπογραμμίσαμε εμμένουν σ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου, είναι όλα πολύ περισσότερο τονισμένα το 1867 απ΄ ότι είναι το 1836.

Η περίοδος μετά το 1867 χαρακτηρίζεται πράγματι από την πιο έντονη κυριαρχία των αρχαίων ελληνικών και την πιο μεγάλη υποχώρηση των φυσικών επιστημών. Αντίθετα μετά το 1884 εισάγονται τα νέα ελληνικά, αυξάνεται σχετικά το ποσοστό των φυσικών επιστημών και πέφτει σχετικά το βάρος των αρχαίων ελληνικών και των λατινικών.

Οι τάσεις αυτές ενισχύονται ακόμη περισσότερο μετά τη μεταρρύθμιση του 1914, που εκπονεί ένα πρόγραμμα που φαίνεται για πρώτη φορά σχετικά «ισορροπημένο».

Παρά το γεγονός ότι μετά το 1880 αρχίζει ένας αναπροσανατολισμός της εκπαίδευσης ουσιαστικά οι βασικές επιλογές της εκπαιδευτικής πολιτικής που έγιναν αμέσως μετά την απελευθέρωση συνεχίζονται.

Αυτό εξηγείται από την αδυναμία της άρχουσας αστικής τάξης ,όπως σημειώνεται, να προωθήσει ένα ουσιαστικό εκσυγχρονισμό της εκπαίδευσης γεγονός που επέτρεψε αργότερα στο λαϊκό κίνημα να τεθεί επικεφαλής των αγώνων γύρω από την εκπαίδευση.

Από την άλλη ο εθνικιστικός χαρακτήρας της εκπαίδευσης ήταν η εγχάραξη της «εθνικής συνείδησης».

Μια πολύ σημαντική διαπίστωση είναι ότι το ελληνικό εθνικό πνεύμα ήταν υποχρεωμένο να αναπαράγεται χωρίς αυστηρά οριοθετημένο εδαφικό χώρο ενώ έχουμε ταύτιση του δικτύου της μεταπρατικής αστικής τάξης της διασποράς με την εθνική οντότητα.

Η ωραιοποίηση των ιδεολογικών πλευρών της εθνικής συνοχής ανταποκρίνεται ακριβώς στις ειδικότερες εκφάνσεις του σχολικού προγράμματος.

Η παραγνώριση της ελληνικής κοινωνικής πραγματικότητας και η στροφή προς το ιδεολογικοποιημένο παρελθόν πρέπει να ερμηνευτούν κάτω από το φως της υπερεδαφικής ιδιομορφίας του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμούxxxvi.

Εν κατακλείδι αυτό που συνέβει στην Ελλάδα ,ήδη από τα τέλη του περασμένου αιώνα , υπό την επίδραση μιας εξαιρετικής συγκυρίας παραγόντων , ήταν ότι η μαζική ροή προς την μικροαστική τάξη ενεργοποιείται μέσω ειδικών μηχανισμών , έτσι ώστε η εκπαίδευση να καθίσταται ο παράγοντας κλειδί της διαδικασίας της διαγενεακής κοινωνικής κινητικότητας.

Και το κύριο «διαστρεβλωτικό» αποτέλεσμα που απέρρευσε από την ενσωμάτωση του ελληνικού κόσμου στα κυκλώματα του παγκόσμιου καπιταλισμού συνοψίζεται ακριβώς στις «εξαιρετικές» μορφές κινητικότητας.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

i Σβορώνος ,Νίκος, όπως αναφέρεται στην «Εισαγωγή» του βιβλίου: Τσουκαλάς, Κωνσταντίνος, Εξάρτηση και αναπαραγωγή- Ο κοινωνικός ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα(1830-1922) , Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα, 2006, σελ. 7

ii Σύμφωνα με τις συνθήκες οι γαίες που περιλαμβάνονταν στα όρια του νέου κράτους, και που ανήκαν πριν στους Τούρκους, ανακηρύχθηκαν «εθνική ιδιοκτησία»

Οι τρόποι σχηματισμού της μεγάλης ιδιοκτησίας ήταν οι εξής:

  • Αυτή που συγκροτήθηκε πολύ πριν το τέλος της Τουρκοκρατίας από την εκκλησία και τους προύχοντες

  • Αυτή που συγκροτήθηκε στη διάρκεια του αγώνα από προύχοντες

  • Αυτή που συγκροτήθηκε με βάση τις συνθήκες της διεθνούς αναγνώρισης της ανεξαρτησίας

iii Το διττό γαιοκτητικό σύστημα αντιστοιχεί σε ένα διπλό σύστημα ένταξης του αγροτικού χώρου στην εκχρηματισμένη οικονομία. Στην περίπτωση της μεγάλης ιδιοκτησίας έχουμε να κάνουμε με τον μερικό εκχηματισμό της οικονομίας και ως εκ τούτου τη μερική ένταξη. Ενώ στην περίπτωση της μικρής ιδιοκτησίας έχουμε να κάνουμε με μια μεγαλύτερη διείσδυση της εκχρηματισμού και της εμπορευματοποίησης.

iv Σβορώνος ,Νίκος, όπως αναφέρεται στην «Εισαγωγή» του βιβλίου: Τσουκαλάς, Κωνσταντίνος, Εξάρτηση και αναπαραγωγή- Ο κοινωνικός ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα(1830-1922) , Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα, 2006, σελ. 9

v Η μεταναστευτική τάση είναι από αυτή την άποψη η ιστορική λειτουργική απάντηση των ελεύθερων Ελλήνων μικροκαλλιεργητών, απέναντι στις πιέσεις της εμπορευματικής και μετέπειτα καπιταλιστικής αγοράς.

vi Οι εσωτερικές και εξωτερικές μεταναστεύσεις ανάγονται στη συνολική διαδικασία κοινωνικής κατανομής , μ’ άλλα λόγια δηλαδή της διαδικασίας αναπαραγωγής και του επιμερισμού των φορέων στις υπάρχουσες η υπό κατασκευή θέσεις.

Οι μεταναστεύσεις αναγκαστικά προϋποθέτουν μια διαδικασία διευρυμένης αναπαραγωγής , στο πλαίσιο της οποίας διενεργείται μια ανακατανομή εξ ορισμού τροποποιητική των προϋπαρχουσών δομών. Το ζήτημα αυτό σχετίζεται με την δομική κοινωνική κινητικότητα και τους μηχανισμούς ταξικής επιλογής.

Η επιλογή λειτουργώντας διανεμητικά και αναδιανεμητικά , θεμελιώνει τη συγκεκριμένη ιστορική κίνηση τη μεταναστευτική ροή.

vii Η ελληνική εθνικότητα κατέστη βαθμιαία σημαντικά κοινωνικό πλεονέκτημα.

viii Για να κατορθώσουν αυτοί οι δυνάμει υποψήφιοι να διαδραματίσουν αποτελεσματικά το ρόλο αυτό, απαιτούνταν επίσης και ορισμένες τεχνικές ικανότητες και γνώσεις. Εδώ ακριβώς εγκειται και η σημασία των εκπαιδευτικών μηχανισμών.

ix Μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι διαφορετικοί τρόποι ενσωμάτωσης στη διαδικασία παραγωγής ,καθορίζουν αντίστοιχα διαφορετικούς τύπους συμπεριφορών στο ιδεολογικό επίπεδο, ανάμεσα στις οποίες η τάση για μετανάστευση δεν αποτελεί παρά μια συγκεκριμένη έκφανση.

x Η μικρή οικογενειακή ιδιοκτησία είναι εκείνη που απειλείται το περισσότερο από τη δημογραφική έκρηξη, εκείνη που κατεξοχήν εξαναγκάζεται να προβεί στον εκχρηματισμό της οικονομίας της και να κατευθύνει ένα ολοένα μεγαλύτερο ποσοστό των προϊόντων της στην αγορά.

xi Ο μηχανισμός που διοχέτευε τη γνήσια ιδεολογία της προσκόλλησης στην παράδοση, μπόρεσε να μεταγγίσει ιδεολογικά στοιχεία που θα έλεγε κανείς ότι τον οδηγούσαν στην αυτοκατάλυση του.

xii Ο ταξικός της χαρακτήρας επιβάλλει μιας αντικειμενική επιλογή που πρώτα από όλα διενεργείται με την παρέμβαση των σχολικών μηχανισμών.

xiii Η κοινωνική άνοδος, που αντιπροσωπεύει ,στο ιδεολογικό επίπεδο, το πέρασμα από μια τάξη σε μία άλλη, δεν μπορεί να γίνει αυτόματα.

Η κοινωνική ανακατανομή και η επιλογή των υποψηφίων για κοινωνική άνοδο επιτελείται μέσα από ειδικευμένους κοινωνικούς μηχανισμούς που οργανώνουν αντικειμενικά το ποιοτικό άλμα.

xiv Η σημαντικότερη τροποποίηση είναι η μετατόπιση του κέντρου βάρους στη διαδικασία δόμησης των κυρίαρχων στρωμάτων των πόλεων από τον κρατικό μηχανισμό προς τις υπηρεσίες που συνδέονται άμεσα με την κυκλοφορία του κεφαλαίου και του εμπορεύματος.

xv Λόγω της προβληματικής εκβιομηχάνισης ο παραγωγικός πληθυσμός είναι μειωμένος ενώ αυξημένος είναι ομη παραγωγικός πληθυσμός.

Η διεύρυνση της ντόπιας αγοράς ήταν εκείνη που πολλαπλασίασε τις βιομηχανικές δραστηριότητες και όχι μια διαδικασία συγκέντρωσης παραγωγικών δραστηριοτήτων

xvi Η ροπή του λαού για τα δημόσια και η δίψα για πληροφόρηση εξηγούν τον ιδιαίτερο ρόλο των διανοουμένων στην νεοελληνική κοινωνία.

xvii Ιδιαίτερη σημασία για την διαμόρφωση κάποιων από τα περιφερειακά κέντρα είχε η μονοκαλλιέργεια της σταφίδας με τις επιπτώσεις της στο εμπορικό ισοζύγιο. Η διαδικασία αστικής συγκέντρωσης δεν οργανώθηκε όμως κατά κύριο λόγο γύρω απ’αυτή τη δραστηριότητα.

xviii Η αγροτική έξοδος, σε συνδυασμό με την ελκτική δύναμη της πόλης , πραγματοποιούνταν στο πλαίσιο μιας προοπτικής μεσοαστικής. στην ευρεία της έννοια.

xix Η αυτονομία του κράτους που στην Ελλάδα υπήρξε έντονη πρέπει να συνδεθεί με το γεγονός ‘ότι δεν υπήρχε ντόπια κυρίαρχη τάξη, αρθρωμένη γύρω από τις παραγωγικές δραστηριότητες.

xx Η ανάπτυξη της μεταπρατικής αστικής τάξης του εξωτερικού , η οικονομική της δύναμη και οι τρόποι συσσώρευσης κεφαλαίου αποτελούν τις προϋποθέσεις για τη δόμηση της διευθυντικής τάξης ολόκληρου του «έθνους».

xxi Όπως υποστηρίζει ο συγγραφέας το ζήτημα δεν είναι αν η Ελλάδα βγήκε πλουσιότερη ή φτωχότερη από τους μηχανισμούς μεταφοράς κεφαλαίων , αλλά η οριοθέτηση των κοινωνικών μετασχηματισμών που προκύψανε από τους μηχανισμούς αυτούς.

xxii Οι εμπορικές κοινότητες των μειονοτήτων ήταν οι απαράιτητιοι αρωγοί στη διαδικασία κατάκτησης των αγορών. Έτσι συγκροτήθηκε μια πρώτη μεταπρατική αστική τάξη στους κόλπους ενός σχηματισμού κυριαρχούμενου από το εξωτερικό.

Αυτή η αστική τάξη αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από άτομα που ανήκουν στις μειονότητες και διαχωρίζονται αυστηρά από την ντόπια οθωμανική κυρίαρχη τάξη.

xxiii Επίσης αναλύεται ο ρόλος της ορθόδοξης εκκλησίας στο σχηματισμό των βαλκανικών εθνοτήτων και των εθνικών τους πολιτισμών καθώς επίσης και στον ρόλο που αυτή διαδραμάτισε στην ιδιόμορφη εξέλιξη του ελληνικού έθνους η οποία έχει θεμελιωθεί κυρίως στην ιδεολογική και πολιτιστική υπεροχή των ελληνόφωνων που αναπαράγονται και ενισχύονται από το μοναδικό προνομιούχο και επίσημο Πατριαρχείο.

xxiv Με την ταυτόχρονη λειτουργία των κοινοτήτων ως μηχανισμών που αποδυναμώνουν την αντίφαση ανάμεσα στους Έλληνες εργάτες και τους εργοδότες τους στο μέτρο που η διαδικασία της συνολικής ιδεολογικής σμίλευσης της πλειοψηφίας των Ελλήνων προλεταρίων προσδιοριζόταν περισσότερο από τις συνιστώσες της εθνικής τους ταυτότητας παρά από τις συνέπειες της ταξικής τους κατάστασης.

xxv Επισημαίνει δε ότι η αναλογική σχέση μαθητές δημοτικής εκπαίδευσης /μαθητές μέσης εκπαίδευσης είναι εξαιρετικά υψηλή είναι πολύ υψηλή καθ’όλο το διάστημα μέχρι τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο , ενώ παρέμενε πολύ χαμηλή σε όλες τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης, όπου τα γυμνάσια λειτουργούσαν ακόμα ως σχολεία προυχόντων αφού εκεί φοιτούσαν σχεδόν αποκλειστικά οι γόνοι της αστικής τάξης των πόλεων

xxvi Με την εξαίρεση της πρωτεύουσας ,όπου λόγω του γεγονότος της έλλειψης γυμνασίων στην περιφέρεια συρρέουν σε αυτήν μαθητές οι οποίοι διαφορετικά δεν θα είχαν τη δυνατότητα να παρακολουθήσουν την δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Και αυτό γίνεται λόγω του γεγονότος ότι στην Αθήνα μπορούν να αποκτήσουν σχετικά εύκολα συμπληρωματικό εισόδημα.

xxvii Τα ελληνικά είχαν φθάσει να γίνουν η μόνη γλώσσα συναλλαγής στο χώρο της Χριστιανικής Ανατολής.

xxviii Δηλαδή η ανάπτυξη της εκπαίδευσης μοιάζει στην Ελλάδα της διασποράς να ακολουθεί «πρότυπα» πολύ πιο συγγενικά μ’ εκείνα που μπορεί κανείς να συναντήσει στην Κεντρική και Δυτική Ευρώπη.

xxix Αντίθετα με την δευτεροβάθμια εκπαίδευση των αγοριών η εκπαίδευση των κοριτσιών λειτούργησε περισσότερο σαν τεκμήριο της ταξικής προέλευσης και του οικογενειακού περιβάλλοντος – «συμπληρωματική προίκα»-, παρά ως μηχανισμός κοινωνικής ενσωμάτωσης και ανέλιξης.

xxx Ο ανομοιογενής χαρακτήρας του πρωτογενούς δικτύου είχε ως αποτέλεσμα το ποσοστό διάβασης του αγροτικού πληθυσμού στο πρωτοβάθμιο και το δευτεροβάθμιο επίπεδο να είναι πολύ χαμηλότερο από την Ελλάδα και πολύ πιο διαφοροποιημένο κατά περιοχές.

Επίσης έχουμε αδυναμία οικοδόμησης ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης.

Τέλος η λειτουργία των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων εξαρτιόταν από τη δυνατότητα χρηματοδότησης και επομένως από την οικονομική συγκυρία.

xxxi Αν υπήρχε η οργανωμένη πολιτική εξουσία που θα επέβαλε και θα εξασφάλιζε την αναπαραγωγή των αναγκαίων ιδεολογικών μηχανισμών δεν θα χρειαζόταν να περιμένει το 1880 για να αναταθεί η εκπαιδευτική προσπάθεια, που εφεξής αντιστοιχούσε απόλυτα στα αντικειμενικά ταξικά τους συμφέροντα.

xxxii Το γεγονός δεν είναι ανεξάρτητο από το ότι οι Βαυαροί ήταν επηρεασμένοι από τις ναπολεόντειες αντιλήψεις για ισχυρό, συγκεντρωτικό και φιλελεύθερο κράτος.

xxxiii Στην πραγματικότητα οι οικονομικές και ιδεολογικές πιέσεις που βάραιναν σ’ολόκληρο το σώμα των αγροτών οδηγούσαν μια μόνο μειοψηφία των γόνων της υπαίθρου στη συνέχιση των σπουδών του μέχρι το τέλος.

xxxiv Μετά το 1922 η διαδικασία της αναπαραγωγής των κοινωνιοοικονομκών σχέσεων γινόταν στα πλαίσια του περιορισμένου χώρου και με προοπτική το εσωτερικό του ελληνικού κράτους.

xxxv Εξαιρετικά σημαντικός ήταν ο ρόλος της καθαρεύουσας ως κύριου εξωτερικού συμβόλου της ταξικής διαχωριστικής γραμμής.

xxxvi Οι Έλληνες όπως και οι Εβραίοι και οι Αρμένιοι σφυρηλάτησαν το εθνικό τους πρόταγμα κατασκευάζοντας και αναπαράγοντας μιαν άρρηκτη ιδεολογική κοινότητα περισσότερο από μια συγκεκριμένη και ιδεολογικοποιημέμη κοινωνία.

 

Ένα σχόλιο για τα περασμένα...

Κάπου στο διαδίκτυο βρήκα αυτή τη φωτογραφία. Δεν θυμάμαι που τη βρήκα. Ας με συγχωρέσει ο κάτοχός της που τη χρησιμοποιώ. Προσπάθησα να βρω κάποια άλλη, αλλά δεν μπόρεσα.
Οι λόγοι που τη χρησιμοποιώ είναι ότι μου ξύπνησε μνήμες από τη δεκαετία του ΄80, αλλά και γιατί μου δημιούργησε έντονη συγκινησιακή φόρτιση! Είναι ένα λεωφορείο Mercedes, αλλά είναι το 302 ή το 303; Έχει σημασία αυτό, γιατί το μεν πρώτο αγκομαχούσε στον Μπράλο, το δε δεύτερο τον έβγαζε παλικαρίσια! Στη Θεσσαλονίκη για σπουδές. Μέσα της δεκαετίας του 1980. Στην αρχή από τον Πύργο στη Πάτρα και μετά με το πατρινό λεωφορείο για Θεσσαλονίκη. Πάντα με το νυχτερινό. Μετά μπήκε απευθείας γραμμή από Πύργο για Θεσσαλονίκη και τα πράγματα διευκολύνθηκαν. Στην αρχή, επίσης, οι αντοχές μου εξαντλούνταν μέχρι τη Λάρισα, μετά το συνήθισα. Τι να πρωτοθυμηθώ! Τον Στράτο Διονυσίου, τον Χρ. Νικολόπουλο, τον Άκη Πάνου, τη Χαρούλα Αλεξίου, τη Γλυκερία, τον Γιώργο Σαρρή (για να πω τα κυρίαρχα ακούσματα) και, επίσης, τον Στ. Καζαντζίδη, τον Τσιτσάνη, τον Απόστολο Καλδάρα κ.ο.κ. Αλλά και τις στάσεις στα εστιατόρια και καφέ της εθνικής οδού, το γεγονός ότι όταν φτάναμε στη Ναύπακτο ένοιωθα ότι έφτασα στο σπίτι μου, την επιβίβαση και αποβίβαση στα φέρρυ Ρίου-Αντιρρίου, τα φιόρδ των ακτών της Ρούμελης, τις 21 ώρες ταξίδι από Πάτρα για Θεσσαλονίκη τον χιονισμένο Μάρτη του 1987, τις περιποιημένες κυρίες και τους περιποιημένους κυρίους που έβαζαν τα καλά τους για να ταξιδεύσουν, τις αφίξεις στις πεντέμισι τα ξημερώματα στη Θεσσαλονίκη, το αστικό λεωφορείο από το Βαρδάρη στο Ντεπώ, όπου ήταν το σπίτι μου; Στη Θεσσαλονίκη που με μεγάλωσε με τον Παπάζογλου, τον Ρασούλη, τη Διαγώνιο, τον Ν. Γαβριήλ Πεντζίκη, τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, τα βιβλιοπωλεία του Ραγιά, του Μπαρμουνάκη και του Παρατηρητή, του Μόλχο, μετά του Ιανού, αλλά και το Όλυμπος Νάουσα, τη Στοά Μοδιάνο, το Μικρό Καφέ, τη Ζώγια, τα Κουμπαράκια, την Κρήνη, την Καλαμαριά, την παραλιακή. Και οι φίλοι που μe καθόρισαν: o ο Μιχάλης, ο Γιάννης, ο Νίκος, ο Κώστας, ο Ηλίας, ο Πωλ, ο Αλέκος, ο Χάρης, η Κατερίνα, η Μαρία, η Έλενα. Και μετά η Αθήνα, η Αθήνα της Ομόνοιας (αφού εκεί διέμενα) που με έμαθε τις μειονότητες, τον Γιώργο Παπασιδέρη, αλλά και ότι υπάρχει περίσσια ανθρωπιά εκεί που δεν το περιμένεις! Και η Κέρκυρα, οι σπουδές και τα μεταπτυχιακά στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο με τους εξαιρετικούς δασκάλους, η Κέρκυρα που με τη θαλπωρή της και τον πολιτισμό της πάντα με έκανε να νοιώθω ότι εκεί είναι το σπίτι μου, η Κέρκυρα που μου έδωσε τόσα πολλά! Και τα ταξίδια πάντα με το νυχτερινό!
Μια πρώτη αποτίμηση σε ένα συνεχές πηγαινέλα, ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής μου!
Μια συνεχής αναχώρηση από τον Πύργο και μια επιστροφή σ΄αυτόν!

Σάκης Τραμπαδώρος

Νάκης Αυγερινός: Ένας Πυργιώτης που δεν έχει ξεχαστεί

To κείμενο που ακολουθεί αποτελεί την εισήγηση του Διον. Τραμπαδώρου στην εκδήλωση της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Πύργου για τους Πυργίους Νομικούς - Συγγραφείς

 

Για τον Νάκη Αυγερινό οι μνήμες είναι παρούσες. Δεν είναι ένα πρόσωπο που έχει ξεχαστεί.

Γεννήθηκε στον Πύργο το 1911 και ήταν γιος του Χαράλαμπου Αυγερινούδημάρχου Πύργου, από την ιστορική οικογένεια των Αυγερινών, και της Φούλας Ιγγλέση. Είχε, επίσης μία αδελφή, τη Νίνα, μετέπειτα σύζυγο του ιατρού Βασιλείου Λεονταρίτη. Θείος του ήταν ο Ανδρέας Μιχαλακόπουλος, μέσω συγγένειας με την οικογένεια Γκάβα. Σπούδασε νομική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και άσκησε τη δικηγορία στην Πάτρα και τον Πύργο.

Η απώτερη καταγωγή της οικογένειας Αυγερινού είναι από τα Αυγερινάτα Κεφαλλονιάς. Μέλη της οικογένειας αυτής εγκαταστάθηκαν στο χωριό Δούκα γύρω στα 1680. Αργότερα, και συγκεκριμένα το 1770, η οικογένεια μετεγκαταστάθηκε στον Πύργο.

Αναφορές σε σχέση με τους Γιωργάκη, Χριστόδουλο και Φιλάρετο Αυγερινό, κατά τα προεπαναστατικά χρόνια, καθώς και αυτά της Επανάστασης υπάρχουν στα έργα του Γεωργίου Χρυσανθακόπουλου, του Βύρωνα Δάβου, του Αθανασίου Φωτόπουλου, καθώς και στην διπλωματική μου εργασία, που έχει ως θέμα τη ναυτιλία στην περιοχή του Πύργου κατά τα έτη 1829 - 1835.  

Ο πατέρας του Νάκη Αυγερινού, Χαράλαμπος, γεννήθηκε στον Πύργο και ήταν γιος του Αυγερινού Αυγερινού, και της Γκάβα, πρώτης εξαδέρφης του Ανδρέα Μιχαλακόπουλου. Σπούδασε νομικά και άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου ως αστικολόγος. Το 1914 εξελέγη δημοτικός σύμβουλος και ανέλαβε την προεδρία του δημοτικού συμβουλίου. Μετά τον θάνατο του Χρήστου Στεφανόπουλου εξελέγη δήμαρχος, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι το 1920 οπότε και απολύθηκε. Επίσης, την περίοδο 1923 - 1935 διετέλεσε υποθηκοφύλακας Πύργου.

Απεβίωσε στις 27 Ιουλίου 1942. Τον θάνατό του τον περιγράφει ο Νάκης Αυγερινός, μεταφέροντάς μας την πεποίθησή του ότι οι Σύμμαχοι και η Ελλάδα τελικώς θα νικήσουν, αλλά και την πικρία του ότι πεθαίνει υπόδουλος.

Ο Νάκης Αυγερινός ασχολήθηκε με την πολιτική και έθεσε για πρώτη φορά υποψηφιότητα στις εκλογές του 1946, στις οποίες και απέτυχε να εκλεγεί. Εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής Ηλείας στις εκλογές του 1956 με την Δημοκρατική Ένωση την οποία αποτελούσαν οι κεντρώοι κομματικοί σχηματισμοί των Σοφοκλή ΒενιζέλουΓ. ΠαπανδρέουΣάββα Παπαπολίτη και Αλέξανδρου Μπαλτατζή και επανεξελέγη, με την Ένωση Κέντρου, στις εκλογές του 1964. Είχε διατελέσει, επίσης, αντιπρόεδρος της Ενώσεως βουλευτών και ευρωβουλευτών.

Απεβίωσε στις 4 Νοεμβρίου του 2002 στην Αθήνα και ενταφιάστηκε στον οικογενειακό τάφο του Χαράλαμπου Αυγερινού στο Α΄ Νεκροταφείο Πύργου.

Ήταν ο τελευταίος άρρεν απόγονος της ιστορικής πυργιώτικης οικογένειας των Αυγερινών.

Πριν μιλήσουμε, όμως, για το έργο του Νάκη Αυγερινού, ας κάνουμε μια περιήγηση σε εφημερίδες και ΦΕΚ της εποχής και τα οποία αφορούν τον ίδιον, αλλά κα την οικογένεια Αυγερινού, γενικότερα.

Τα στοιχεία αυτά προέκυψαν από δική μας πρωτογενή έρευνα.

Έτσι,

  • Στις 28 Οκτωβρίου 1946 έχουμε πρωτοσέλιδο άρθρο του στην εφημερίδα Αυγή Πύργου σχετικά με την επέτειο. Το άρθρο έχει ως τίτλο «Έπειτα από έξη χρόνια» και αναφέρεται στον ηρωισμό των Ελλήνων στο Αλβανικό Μέτωπο, αλλά και στην ιστορική αδικία που συντελέστηκε εναντίον της Ελλάδας, η οποία παρ’ό,τι ήταν με το μέρος των νικητών του Πολέμου δεν κατάφερε να πραγματοποιήσει την εθνική της ολοκλήρωση.
  • Στην Πατρομυνέτα της 30ης Μαρτίου 1908 υπάρχει αναφορά σε οικονομική υπόθεση της οικογένειας Αυγερινού και στο σχετικό δημοσίευμα αναφέρονται τα ονόματα του Ανδρέα Αυγερινού και του Πέτρου Αυγερινού, καθώς και της Γεωργίτσας Π. Αυγερινού, το γένος Χρίστου Δαραλέξη, όπως και του πατέρα της Χρίστου Θεμ. Δαραλέξη.
  • Στην Πατρομυνέτα της 11ης Μαΐου 1908 έχουμε το ίδιο δημοσίευμα.
  • Στην Πατρομυνέτα της 2ας Δεκεμβρίου 1907 υπάρχει η νεκρολογία της Γεωργίτσας Αυγερινού.
  • Στην Πατρίδα της 6ης Ιανουαρίου 1937 υπάρχει πρόσκληση της Φιλαρμονικής Πύργου για την διενέργεια Γενικής Συνέλευσης. Την πρόσκληση υπογράφει ο Νάκης Αυγερινός ως Γραμματέας και ο Γεώργ. Παπασχινάς ως Πρόεδρος.
  • Στην Πατρίδα της 4ης Δεκεμβρίου 1934 υπάρχει συγχαρητήριο δημοσίευμα της οικογένειας Κωνσταντίνου Μορτόγια (τον οποίον αναφέρει και ο Αυγερινός στο βιβλίο του) προς την Νίνα Χ. Αυγερινού και τον Βασίλειο Λεονταρίτη για τους αρραβώνες τους.
  • Από το φύλλο της Πατρίδας της 28ης Σεπτεμβρίου 1934 μαθαίνουμε ότι στις 28 Σεπτεμβρίου 1904 απεβίωσε ο Πέτρος Αυγερινός, γεγονός το οποίο αναγγέλθηκε με κωδωνοκρουσίες.
  • Στην Πατρίδα της 21ης Μαΐου 1933 συναντούμε καταχώρηση του Νάκη Αυγερινού με την οποία γνωστοποιεί στο κοινό ότι εγκαταστάθηκε στο παλαιό δικηγορικό γραφείο του πατέρα του, στην πλατεία Αυγερινού, και ότι αρχίζει να ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου.

Αυτή την χρονική περίοδο υπάρχουν στα φύλλα της Πατρίδας πολλά τέτοια δημοσιεύματα.

  • Στην Πατρίδα της 22ας Μαΐου 1932 υπάρχει δημοσιευμένη η νεκρολογία του Νικολάου Συριόπουλου, γραμμένη από τον Νάκη Αυγερινό.

Ο Ν. Συριόπουλος ήταν βενιζελικός πολιτικός, και κατ΄ επανάληψη βουλευτής Ηλείας.

  • Στην Πατρίδα επίσης της 12ης Απριλίου 1932 υπάρχει δημοσίευμα για την διάλεξη που έδωσε ο Νάκης Αυγερινός στο Λύκειο των Ελληνίδων με θέμα την θανατική ποινή.
  • Στις 29 Μαρτίου υπάρχει δημοσίευμα στην Πατρίδα σχετικά με την ομιλία του Άγγελου Αγγελακόπουλου στο δημοτικό συμβούλιο με θέμα την εγκατάλειψη του τάφου των Αυγερινών, στο νεκροταφείο του Πύργου.
  • Στην εφημερίδα «Επαρχιακό Πνεύμα» της 16ης Ιουνίου 1877 υπάρχει, επίσης, αναφορά στην οικογένεια Αυγερινού.

Επιπροσθέτως, αναφορές έχουμε στον

  • Νεολόγο της 19ης Ιουνίου 1899, και συγκεκριμένα άρθρο του βουλευτή Πέτρου Αυγερινού για το σταφιδικό ζήτημα.
  • Στο Νεολόγο της 6.8.1899, και συγκεκριμένα ότι ο Αυγερινός συστήνει στους πολιτικούς του φίλους την υποψηφιότητα Ψημένου.
  • Στο Νεολόγο της 26.08.1899 υπάρχει δημοσίευμα σχετικό με τον Πέτρο Αυγερινό και τον Τάκη Δαραλέξη και τέλος
  • Στο Νεολόγο της 29.9.1904, υπάρχει εκτενές πρωτοσέλιδο δημοσίευμα για τον θάνατο του Π. Αυγερινού και τη συγγενική σχέση με την οικογένεια Δαραλέξη.

Όσον αφορά τα ΦΕΚ έχουμε τα εξής:

Στο ΦΕΚ 49 της 20.10.1860 υπάρχει αναφορά στον επαρχιακό ιατρό Αγαμέμνονα Αυγερινό και στον Νικόλαο Σπηλιάδη.

Στο ΦΕΚ 55 της 11ης Δεκεμβρίου 1858 δημοσιεύεται το Β.Δ. της 25ης Ιανουαρίου του ίδιου έτους με το οποίο απονέμεται ο Χρυσούς Σταυρός των ιπποτών του Β. Τάγματος του Σωτήρος στον Ανδρ. Αυγερινό, τον Λυσ. Βιλαέτη κα τον Στ. Στεφανόπουλο.

Στο ΦΕΚ 16 της 29ης  Απριλίου 1855, υπάρχει αναφορά στους Πέτρο Αυγερινό, και Ανδρέα Παπασταθόπουλο ως μελών της επιτροπής γα την κατασκευή λιμένος στον Άγιο Ανδρέα.

Ο Ανδρέας Παπασταθόπουλος ήταν ο πρώτος πρόεδρος της επί της κατασκευής του Λιμένος του Αγίου Ανδρέα Επιτροπής (σύμφωνα με το ΦΕΚ του 1850) ενώ ταυτόχρονα σχεδόν με τον διορισμό του Πέτρου Αυγερινού εκδίδεται και το ΦΕΚ του 1855 με το οποίο μεταβάλλεται ο τόπος κατασκευής από τον Άγιο Ανδρέα στο Κατάκωλο.

Και οι δύο αυτές οικογένειες, δηλαδή οι Αυγερινοί και οι Παπασταθόπουλοι είχαν κοινή καταγωγή, από το χωριό Δούκα και είχαν εμπειρία στη ναυτιλία τουλάχιστον από τις αρχές του 19ου αιώνα, αφού υπάρχει έγγραφο του 1802 στο οποίο ο τότε Δημήτριος Παπασταθόπουλος και ο τότε Γιωργάκης Αυγερινός αναφέρονται ως συμπλοιοκτήτες συντροφικού πλοίου με καραβοκύρη τον επίσης εκ Δούκα καταγόμενο Γιώργη Χαριτόπουλο, στοιχείο που μας παραπέμπει στην αξία των συγγενικών δικτύων, καθώς και των δικτύων που εδράζονται στον κοινό τόπο καταγωγής για την εθνική μας ιστορία.

Στο ΦΕΚ 65 της 3 Οκτωβρίου 1879 ο Ανδρέας Δημ. Αυγερινός υπογράφει σχετικό ΒΔ ως υπουργός Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως.

Επίσης, αναφορές στα ΦΕΚ βρίσκουμε και για πρόσωπα της ευρύτερης οικογένειας Ιγγλέση, δηλ. της οικογένειας της μητέρας του Νάκη Αυγερινού, όπως επί παραδείγματι στα εξής: Αριθμ. 7 της 5ης Μαρτίου 1863, αριθμ. 41 της 9ης Δεκεμβρίου 1870, αριθμ. 13 της 27ης Απριλίου 1873 και αριθμ. 25 της 30ης Ιανουαρίου 1889.

Αλλά ας έλθουμε τώρα στο βιβλίο του Νάκη Αυγερινού το οποίο έχει ως τίτλο «Μνήμες από το παρελθόν – Ο Πύργος του 20ου αιώνα – Αναδρομικό ημερολόγιο και άλλα δημοσιεύματα».

Το βιβλίο αποτελείται, κατ’ αρχάς, κατά το πολύ μεγαλύτερο μέρος του, από την ενότητα «Αναδρομικό ημερολόγιο», στο οποίο πραγματεύονται προσωπικά του θέματα και αναμνήσεις, περιγραφές του περιστατικών που αφορούν κυρίως τον Πύργο, αλλά και την Ηλεία γενικότερα, ακόμα και την Αθήνα στην οποία έζησε ως φοιτητής. Επίσης περιλαμβάνονται οι ενότητες «Ταξιδεύοντας προς την Μόσχαν-Αν. Βερολίνον-Αν. Γερμανία-Δυτικόν Βερολίνον-Πράγα», άλλα δημοσιεύματα σε τοπικές κυρίως εφημερίδες, πολιτικού, κοινωνικού, νομικού, ταξιδιωτικού και άλλου περιεχομένου και τέλος άλλα χαρακτηριστικά κείμενα, όπου σκιαγραφείται η προσωπικότητα του Αυγερινού και το έργο του.

Προβληματίστηκα πολύ για το πώς θα μπορούσα να παρουσιάσω τις αναμνήσεις μιας πολύπτυχης και πολυκύμαντης ζωής ενός δραστήριου ανδρός, μέσα στις οποίες ρέουν καταστάσεις και πρόσωπα κατά τρόπο πυκνό και χειμαρρώδη.

Δεν μου έμενε άλλη επιλογή από το να διαλέξω: Όσον αφορά το πρόσωπο διάλεξα έναν χαρακτηρισμό: Ο Νάκης Αυγερινός είναι ένας Πυργιώτης, είναι ένας άνθρωπος  άρρηκτα συνυφασμένος με την πόλη που γεννήθηκε, μεγάλωσε και έζησε.

Δεν έχει σημασία το που βρίσκεται όταν αναπολεί, όταν σκέφτεται για να γράψει, δεν έχει σημασία σε τι αναφέρεται. Αφετηρία και προορισμός της σκέψης του, όπου και αν βρίσκεται, είναι ο Πύργος και η κοινωνία του. Ο Πύργος είναι ο ακροατής της αφήγησής του. Αυτό άλλωστε, κυρίως, τον ενδιαφέρει.

Όσον αφορά τον τόπο στον οποίο ο Νάκης Αυγερινός αφηγείται, θα επέλεγα την οδό 28ης Οκτωβρίου –Κατακώλου, το βουλεβάρτο του Πύργου, στην οποία στο βιβλίο του επανέρχεται πάλι και πάλι.

Στην εποχή των παιδικών μου χρόνων, ο δρόμος αυτός έκλεινε για την κυκλοφορία των οχημάτων με ένα STOP περίπου στο ύψος του παλαιού «σαλίγκαρου» και ο κόσμος πήγαινε και ερχόταν  ασταμάτητα. Εκεί μπορούσες να συναντήσεις σχεδόν τον οποιονδήποτε Πυργιώτη, τα δε θέματα των συζητήσεων των παρεών ήταν πολυποίκιλα, όπως και οι καταστάσεις που εκτυλίσσονταν.

Στη διαδικασία συμμετείχαν και οι επί της οδού Κατακώλου, κατοικούντες, απ’ τα μπαλκόνια τους.

Η κίνηση των πεζών που έκαναν τη βόλτα τους στην Κατακώλου είναι από τις σκηνές της παιδικής μου ηλικίας που έχουν μείνει βαθιά χαραγμένες στη μνήμη μου.

Στην οδό Κατακώλου, λοιπόν φαντάζομαι τον Νάκη Αυγερινό να αφηγείται στην παρέα του, να αφηγείται σε όλους τους Πυργιώτες.

Να αφηγείται τα βιώματά του, τα γεγονότα, τις ταξιδιωτικές του εντυπώσεις, να διατυπώνει τις απόψεις του για πάσης φύσεως ζητήματα (πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά).

Έχοντας πολλές φορές ως εφαλτήριο τα προσωπικά του συμβάντα, εκτείνεται στο σχολιασμό γενικότερων γεγονότων και καταστάσεων της εποχής του, χωρίς η νοσταλγία για τις οικογενειακές στιγμές να εκλείπει.

Ο πατέρας, η μητέρα, οι παλαιότεροι πρόγονοι, η αδελφή του Νίνα, η σύζυγός του, η κόρη του, οι συγγενείς της οικογένειας.

Περιγράφει, αρχικώς ένα Πύργο και έναν κόσμο διαφορετικό από τον σημερινό.

Έναν κόσμο που κινούνταν στους ρυθμούς του αποήχου της μπελ – επόκ, έναν Πύργο που σφραγιζόταν καθημερινώς από  την παρουσία της σταφίδας και των σχετικών με το προϊόν αυτό θεσμών, τον ΑΣΟ, το Ινστιτούτο, το εξαγωγικό λιμάνι του Κατακώλου, την παρουσία των βιομηχανιών όπως του Καραβασίλη (εταιρείας της οποίας ο Αυγερινός ήταν δικηγόρος, κατά τα τελευταία χρόνια της ύπαρξής της) τα Ηνωμένα Εργοστάσια Δήμητρα – Αλφειός, την μακαρονοποιία ΗΡΝΤΑ του Ηρακλή Νταϊρόπουλου, τα μηχανουργεία των Χαρ. Θεοχάρη και του Σπύρου Τρωμ, την πυκνή κοινωνική ζωή, με την παρουσία σημαντικότατων συλλόγων και οργανώσεων, έναν Πύργο διαφορετικό. Έναν Πύργο που ταυτόχρονα ήταν τόπος μικρός, αλλά και ομφαλός, έναν Πύργο που δεν υπάρχει πια.

Οι αναφορές του εξαντλητικές: οι κοινωνικοί παράγοντες του Πύργου, οι σημαντικές οικογένειες, οι πολιτικοί παράγοντες, οι λιγότερο διάσημοι, τα ιδιωτικά και δημόσια κτίρια, νεοκλασικά, λαϊκά και deco (όπως το κτίριο Λεονταρίτη, που τώρα στεγάζεται ο Ιατρικός Σύλλογος, μετά από δωρεά του Λεονταρίτη) οι ναοί, οι δρόμοι της πόλης και η ιστορία τους, οι πλατείες της, οι κρήνες – ορόσημα, έργο του Δημάρχου Πέτρου Αυγερινού, οι διάφορες παρέες της πόλης, η Φιλαρμονική Πύργου της οποίας είχε διατελέσει γραμματέας και πρόεδρος, οι άλλοι σύλλογοι, οι πρόσφυγες του ΄22, η 4η Αυγούστου, τα προπολεμικά γεγονότα, γενικότερα, ο Πόλεμος, η Κατοχή, τα Δεκεμβριανά, τα πρώιμα και τα μετέπειτα μεταπολεμικά χρόνια, από άποψη πολιτική και κοινωνική, η 21η Απριλίου, τα γεγονότα της Νομικής και του Πολυτεχνείου, η συγγένεια και η αλληλοεκτίμηση με τον Αλέκο Παναγούλη, η Μεταπολίτευση.

Γενικό και ειδικό, δημόσιο και ιδιωτικό, σπουδαίο και πιο κοινό, γεγονότα της κεντρικής πολιτικής σκηνής και τοπικά γεγονότα, καθώς και προσωπικές εμπειρίες, συμπλέκονται, δίνοντας στην αφήγηση ζωντάνια και ουσία, αφού της επιτρέπεται έτσι να παρουσιάζει έναν ολόκληρο κόσμο, δύσκολο, αλλά και ωραίο, αντιφατικό, αλλά και αρμονικό.

Έναν κόσμο που υπήρξε τον 20ο αιώνα.

Αυτό είναι και το κύριο χαρακτηριστικό του βιβλίου του, δηλαδή η διαχρονία, καθώς η αφήγηση αρχίζει από τα τελευταία έτη του κατά τον Hobsbowm, μακρού 19ου αιώνα, δηλαδή από τη δεύτερη δεκαετία του 20ου, και εκτείνεται έως την εποχή και εμείς οι πενηντάρηδες ζήσαμε ως παιδιά και νεότεροι.

Αυτό είναι, εκτός από την λεπτομερή αναφορά σε πρόσωπα και γεγονότα, και το στοιχείο που δίνει ιδιαίτερη αξία στο βιβλίο του, καθώς έτσι αποτελεί μια εκτενή ιστορία του Πύργου στον αιώνα αυτόν, όπως είναι και ο υπότιτλός του.

Είναι ένα βιβλίο που κυρίως, αναφέρεται στην ιστορία μίας πόλης, της πόλης μας, από ένα πρόσωπο που αποτελεί ταυτόχρονα σημαίνον μέρος του δρώντος υποκειμένου και αυτό είναι και το σημείο από το οποίο εκπηγάζουν οι δυσκολίες ενός τέτοιου εγχειρήματος, γεγονός που μόνον οι γνοιασμένοι μπορούν να κατανοήσουν.

Ο Αυγερινός, ως άνθρωπος και ως πολιτικός, μας καταθέτει τον υποκειμενισμό του γεγονός που, όπως και κάθε υποκειμενισμός στην ιστορία, είναι ένα από τα ζητούμενα, μιας και έχει κεφαλαιώδη σημασία και αξία.

Αυτά ήταν τα βιώματά του και τα γεγονότα που έζησε. Βαθιά δημοκράτης και μάλιστα όχι κατ’ επίφαση, από την άποψη των δήθεν πολιτικών φρονημάτων, αλλά στην καθημερινότητα της ζωής, συνελήφθη από τη δικτατορία των Συνταγματαρχών.

Και όχι μόνον αυτό, αλλά, επιπροσθέτως εξέφραζε απόψεις κοινωνικώς δίκαιες και οικονομικώς αναπτυξιακές, όπως επί παραδείγματι σε άρθρο του στην εφημερίδα Πατρίς, σχετικά με την φορολόγηση της Καθαράς Προσόδου, σε εποχή πρώιμη, μάλιστα, και συγκεκριμένα στις 27.04.1929. (σελ. 445)

Θα ήθελα να κλείσω την ομιλία μου με κάτι σημαντικό: Ο Νάκης Αυγερινός ήταν ηθικά ακέραιος.

Ως πολιτικός, δεν έκανε το καλό στους συμπολίτες του επειδή λειτουργούσε στο πλαίσιο της πολιτικής πατρωνίας, στο πλαίσιο των πελατειακών σχέσεων, οι οποίες ούτως ή άλλως λειτούργησαν, στην περίπτωση της Ελλάδας, ως μηχανισμός εισαγωγής των μαζών στην πολιτική, αλλά επειδή το πίστευε, επειδή αυτό τον γέμιζε ως άνθρωπο.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Νάκης Αυγερινός είναι, όπως αναφέραμε και αρχικώς, ακόμη παρών σε πολλά σπίτια του Πύργου και της Ηλείας, ούτε και το γεγονός ότι η ανάμνηση που έχει αφήσει είναι μόνον θετική και μάλιστα σε βαθμό υπερθετικό.

Στο βιβλίο του δεν κάνει τίπ’ άλλο από το να διατυπώσει εγγράφως, αυτό που με σεβασμό υπέρτατο έκανε σε όλη του τη ζωή. Δηλαδή όχι μόνον να μιλήσει σε καθέναν από εμάς τους Πυργιώτες, αλλά και να συνομιλήσει μαζί μας, να δώσει και σε μας τον λόγο, να μας ακούσει προσεκτικά.

Σας ευχαριστώ πολύ για το ενδιαφέρον και την προσοχή σας.     

Κινηματογράφος και Ιστορία - Η ταινία "Ο Κομφορμίστας" και το φαινόμενο του ιταλικού φασισμού.

του Διονύση Τραμπαδώρου

Προέλευση φωτογραφίας: https://www.google.com/url?sa=i&url=https%3A%2F%2Fwww.filmfestival.gr%2Fel%2Fmovie%2Fmovie%2F11560&psig=AOvVaw0Bmdu5awrcGU3XxiFr2ulm&ust=1696649563292000&source=images&cd=vfe&opi=89978449&ved=0CBEQjhxqFwoTCODx1qa-4IEDFQAAAAAdAAAAABAH

Ο Κομφορμίστας του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι

 

Λίγα λόγια για την υπόθεση της ταινίας
 

Ο Κομφορμίστας, (στα Ιταλικά Il Comformista), είναι πολιτική κινηματογραφική ταινία που σκηνοθέτησε ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι  την περίοδο 1969-70.

Βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Αλμπέρτο Μοράβια το οποίο διασκευάστηκε.

Η ταινία διαδραματίζεται στα τέλη της δεκαετίας του 1930 και στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1940, με μερικές παρεκβάσεις προς το  παρελθόν, ως και τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ήρωάς της είναι ο Μαρτσέλο Κλέριτσι και  κεντρικό θέμα της είναι η ψυχολογία του φασισμού.

Ο Κλέριτσι είναι ένας γραφειοκράτης που προέρχεται από μια ξεπεσμένη  μεγαλοαστική οικογένεια, με μητέρα τοξικομανή και πατέρα έγκλειστο σε ψυχιατρική κλινική.

Ο κεντρικός ήρωας είναι καιροσκόπος και οπαδός της «εύκολης λύσης», γι’ αυτό άλλωστε επιλέγει και να υποτάξει τον εαυτόν του στις νόρμες της κυρίαρχης τότε ιδεολογίας και να είναι κομφορμιστής.

Απωθεί τις ομοφυλοφιλικές τάσεις του, παντρεύεται μια μεσοαστή που όμως είναι γενικότερα αποδεκτή και, γενικότερα, επιλέγει ό,τι είναι πιο βολικό προκειμένου να ενταχθεί στο σύστημα.

Οι επιλογές του δεν γίνονται με γνώμονα την ιδεολογία ή τις προσωπικές του απόψεις αλλά με βάση την «ομαλότητα» της ζωής του.

Κορυφαίες επιλογές του ήταν η ένταξη στο φασιστικό κίνημα, καθώς επίσης και  ανάληψη εκ μέρους του της εκτέλεσης του σχεδίου μιας πολιτικής δολοφονίας, της δολοφονίας του πρώην καθηγητή του στο πανεπιστήμιο, ο οποίος είναι αντιφασίστας και ζει αυτοεξόριστος στο Παρίσι.

Μέσα από την πολυδαίδαλη αφήγηση της ταινίας αποκαλύπτεται η ψυχολογία του Φασισμού, ενώ δεν λείπουν και τα μεγαλειώδη πλάνα σε μνημεία της φασιστικής περιόδου τα οποία συνυπάρχουν με τις κλειστοφοβικές σκηνές που προβάλουν τα αδιέξοδα των πρωταγωνιστών.

Η ταινία έχει διάρκεια μία ώρα και πενήντα ένα λεπτά και θεωρείται ως ένα αριστούργημα του μεταπολεμικού ευρωπαϊκού πολιτικού κινηματογράφου και ενδεχομένως η καλύτερη ταινία του Μπερτολούτσι.

Ας μην ξεχνούμε άλλωστε ότι είναι μια ταινία της νιότης του Μπερτολούτσι, όπως άλλωστε νέοι είναι και πολλοί από τους συντελεστές της και οι οποίοι έκαναν σημαντικότατη καριέρα αργότερα.

Παίζουν οι Ζαν Λουί Τρεντινιάν, που ενσαρκώνει τον κεντρικό ήρωα, Στεφανία Σαντρέλι, Ντομινίκ Σαντά, Υβόν Σανσόν, Πιέρ Κλεμεντί, κ.ά.

Διευθυντής φωτογραφίας είναι ο Vittorio Storaro, ενώ η μουσική επιμέλεια είναι  τουGeorges Delerue.

Οι πολιτικές προϋποθέσεις για την εμφάνιση του φασισμού.
Μολονότι η Ιταλία συγκαταλεγόταν στις νικήτριες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου η σχετικά καθυστερημένη πολιτική, κοινωνική και οικονομική δομή που είχε η χώρα το 1914 ασκούσε τεράστιες πιέσεις σε όλες τις πτυχές της ιταλικής κοινωνίας.

Η διάψευση των προσδοκιών από τον πόλεμο συντέλεσε στην εξασθένηση των αδύναμων φιλελεύθερων θεμελίων της Ιταλίας.

Πολλοί πολιτικοί, και μεταξύ αυτών και ο Μουσολίνι, είχαν επιδιώξει να κατευθύνουν την δυσαρέσκεια του κόσμου ενάντια στις παλαιές μεγάλες δυνάμεις οι οποίες είχαν βγει κερδισμένες από τον πόλεμο[i].

Η κοινωνική αναταραχή τρομοκράτησε τα εύπορα στρώματα, τους μεγαλογαιοκτήμονες και την Εκκλησία που προτίμησαν αντί να κάνουν τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις να αναζητήσουν έναν ισχυρό άνδρα που θα μπορούσε να ελέγχει ένα τμήμα των μαζών, τους βετεράνους του πολέμου και τη μικροαστική τάξη και να τους στρέψει ενάντια στον μπολσεβικισμό[ii].

Έτσι, αντιμετώπισαν τον Φασισμό ως το προπύργιο κατά του εκσυγχρονισμού της Ιταλίας.

Ο Μουσολίνι, με τη σειρά του, κατόρθωσε κάτι που δεν μπόρεσε αργότερα ο Χίτλερ, δηλαδή έναν συμβιβασμό με την παλαιά άρχουσα τάξη, την μοναρχία, το στρατό και την Εκκλησία[iii].

Κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που συνέβαλαν στην ανάπτυξη του Φασισμού.
Η Ιταλία όπως και άλλες χώρες όπως η Ρουμανία, η Ισπανία και η Πορτογαλία δεν διέθεταν ούτε ικανή ημιστρατιωτική γραφειοκρατία ούτε επιστημονική τεχνολογία.

Η χαμηλή αστική και αγροτική παραγωγή των παραπάνω χωρών διεύρυνε συνεχώς το χάσμα τους από την προηγμένη Δύση και πρόσφερε μια βάση για την ανάπτυξη του Φασισμού.

Στην Ιταλία την πιο αναπτυγμένη από αυτές τις χώρες και παρά τις προόδους που είχαν σημειωθεί την πρώτη δεκαπενταετία του 20ου αιώνα, το κατά κεφαλήν εισόδημα και όλοι οι οικονομικοί και κοινωνικοί δείκτες ήταν σαφώς πολύ χειρότεροι από αυτούς των αναπτυγμένων χωρών, ενώ ό νότος ζούσε στα όρια της ένδειας[iv].

Έτσι ο Φασισμός αντιπροσώπευε μια προσπάθεια να εφαρμοστούν οι αρχές του αντιατομικισμού και του αυταρχισμού στην διαδικασία ανάπτυξης αυτών των υπανάπτυκτων κοινωνιών.

Επίσης, παρά την αντιδραστική του άποψη για τον άνθρωπο, ο φασισμός πίστευε ότι αντιπροσώπευε τη νιότη απέναντι στα γηρατειά, το μέλλον απέναντι στο παρηκμασμένο παρελθόν του 19ου αιώνα, τη βιολογική ζωτικότητα απέναντι στην επιθυμία για άνετη και ειρηνική ζωή[v].

Το ιστορικό πλαίσιο
Ο φασισμός είναι ριζοσπαστική, αυταρχική και εθνικιστική πολιτική ιδεολογία που έχει ως στόχο να θέσει το έθνος, το οποίο ορίζει βάσει αποκλειστικών βιολογικών, πολιτισμικών και ιστορικών συνθηκών, υπεράνω κάθε άλλης αξίας και να δημιουργήσει μια κινητοποιημένη εθνική κοινότητα[vi].

Τα κύρια χαρακτηριστικά του ιταλικού Φασισμού ήταν η λατρεία του Κράτους, ο σοβινιστικός εθνικισμός, ο εθελοντισμός, το εθνικό μεγαλείο, η οργανική ενότητα, ο Πραγματιστικός αντισημιτισμός, ο Φουτουρισμός – Μοντερνισμός, ο κορπορατισμός, η αποικιακή επέκταση και ο ιμπεριαλισμός,ο μιλιταρισμός και ο αντικομουνισμός[vii].

Από τα στοιχεία αυτά πολύ σημαντικό είναι αυτό του κορπορατισμού, δηλαδή του συντεχνιακού χαρακτήρα του κράτους, όπου οι πολιτικές οργανώσεις είναι περιττές, μιας και η κοινωνία εκφράζεται και πολιτικά μέσα από τα επαγγελματικά σωματεία.

Επίσης, ιδιαίτερες ήταν οι σχέσεις με τον φουτουρισμό του Μαρινέττι και τον μοντερνισμό.

Γενικότερα ο όρος φασισμός, δηλώνει κάθε εθνικιστικό ολοκληρωτικό κίνημα ή καθεστώς[viii].

Κοινό σημείο όλων των φασιστικών κινημάτων είναι η έμφαση την οποία δίνουν αφενός στο έθνος (τη φυλή ή το κράτος)-ως κέντρο και ως ρυθμιστή  ολόκληρης της ιστορίας και της ζωής του ανθρώπου- και αφετέρου στην αδιαφιλονίκητη εξουσία του ηγέτη, πίσω από τον οποίο πρέπει να βρίσκεται αδιάσπαστος ο λαός[ix].

Ο ιταλικός φασισμός έχει να κάνει με την εξελικτική διαδικασία κρίσης και μετασχηματισμού της κοινωνίας και του κράτους που άρχισε στην Ιταλία τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, με την έναρξη της εκβιομηχάνισης και του εκσυγχρονισμού.

Αυτές οι διαδικασίες συνοδεύτηκαν με την κοινωνική κινητικότηταπου παρατηρήθηκε και η οποία ενέπλεξε το προλεταριάτο και τα μεσαία στρώματα και έδωσε μια πολύ μεγάλη ώθηση στην πολιτικοποίηση των μαζών.

Αν και ο φασισμός γεννήθηκε την επαύριον του μεγάλου πολέμου (δηλαδή του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου), ορισμένα πολιτικά και πολιτιστικά στοιχεία που συνέβαλαν στη διαμόρφωσή του προϋπήρξαν στα ριζοσπαστικά κινήματα της Αριστεράς και της Δεξιάς (εθνικισμός, επαναστατικός συνδικαλισμός, φουτουρισμός)[x].

Η ιταλική λέξη Fascismo προέρχεται από τη λατινική fasces,  ενικός fascis στα ιταλικά fascio, αρχαίο ρωμαϊκό σύμβολο δικαστικής εξουσίας, που παρίστανε μια δέσμη ράβδων με έναν πέλεκυ στο εσωτερικό της[xi].

Ο BenitoMusolini το υιοθέτησε ως σύμβολο του ιταλικού φασιστικού κόμματος  το 1919[xii].

Όταν κηρύχθηκε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, το σοσιαλιστικό κόμμα τάχθηκε κατά οποιασδήποτε συμμετοχής σε επεκτατική πολεμική επιχείρηση από πλευράς της Ιταλίας. Με αυτή την άποψη συντάχθηκε και ο Μουσολίνι[xiii]. Μερικούς μήνες αργότερα, όμως, μετέβαλε άποψη και συμπαρατάχθηκε με ένα τμήμα των συνδικαλιστών του κόμματος που υποστήριζε την είσοδο της Ιταλίας στον πόλεμο. Αυτοί διαμόρφωσαν μια ομάδα αποκαλούμενη «Φάσι Επαναστατικής Διεθνιστικής Δράσης» (Fasci d'azione rivoluzionaria internazionalista)[xiv] και εξέδωσαν ένα μανιφέστο στις 5 Οκτωβρίου 1914. Η εμμονή του στην υποστήριξη του επεμβατισμού οδήγησε στην αποπομπή του από τη θέση του αρχισυντάκτη της Avanti!.

Το Νοέμβριο του 1914 στο Μιλάνο, ιδρύει την εφημερίδα Il popolo d' Italia (Ο λαός της Ιταλίας) και την ομάδα Fasci Autonomi d'Azione Rivoluzionaria (Αυτόνομες Φάσι Επαναστατικής Δράσης)[xv].

Οι πληροφορίες σχετικά με τη χρηματοδότηση της εφημερίδας του ότι η εφημερίδα του  από τη Γαλλία, η επιθυμούσε την είσοδο της Ιταλίας στον πόλεμο, και από βιομηχάνους, που επιθυμούσαν την αποδυνάμωση του σοσιαλιστικού κόμματος, είχε ως αποτέλεσμα τη διαγραφή του από αυτό. Τελικά, η Ιταλία εισήλθε στον πόλεμο τον Μάιο του 1915. 

Oι πρώτες σημαντικές ομάδες φασιστών (με την κλασσική έννοια) σχηματίστηκαν το 1919 και ονομάστηκαν fasci di combattimento, δηλαδή ομάδες ή δέσμες μάχης)[xvi].

Ο RobertPaxtonδίνει το παράδειγμα της ανάπτυξης του φασιστικού φαινομένου στην κοιλάδα του Πάδου[xvii], ενώ αντίστοιχα ο Gentile δίνει την εκδοχή της επικράτησης στην Κοιλάδα του Πάδου, λόγω της καταπίεσης που ασκούσαν τα αριστερά συνδικάτα τόσο προς τους αστούς όσο και προς τους εργάτες[xviii].

Στις 23 Φεβρουαρίου 1919 ιδρύει το κόμμα Fasci de Combattimento (Πυρήνες του Αγώνα), αλλά αποτυγχάνει να εισέλθει στο κοινοβούλιο.

Αποτέλεσε, πάντως, την ιδρυτική κίνηση του φασιστικού κινήματος[xix].

Μετά την ήττα, στο Εθνικό Συνέδριο του Μιλάνου το Μάιο του 1920 εγκαταλείπει το ριζοσπαστικό πρόγραμμα του 1919, με μια στροφή προς τα δεξιά[xx].

Η ομάδα του, κατά τη διάρκεια του μεγάλου απεργιακού κύματος του 1920 – 1921, δρα εναντίον των εργατών, οργανώνοντας εκστρατείες τιμωρίας.

Έτσι κερδίζει τη συμπάθεια και τη στήριξη των βιομηχάνων.

Το 1921[xxi] συμμετέχει στις εκλογές, κερδίζει 37 βουλευτικές έδρες και μετονομάζει το κόμμα του σε Partito Nazionale Fascista PNF (Εθνικό Φασιστικό Κόμμα)[xxii].

Η πολιτική άποψη του Μουσολίνι στηριζόταν στην υποτιθέμενη υπέρβαση των παραδεδεγμένων  πολιτικών οριοθετήσεων, μεταξύΑριστεράς, Δεξιάς και Κέντρου, θέτοντας τον φασισμό εκτός και υπεράνω αυτών.

Αν και επαγγέλθηκε ριζοσπαστικές αλλαγές, ποτέ δεν παρουσίασε επίσημο πρόγραμμα και τους τρόπους εφαρμογής του.

Γενικότερα, η πρακτική του είχε να κάνει με έντονο θεατρινισμό, οξεία ρητορεία, και τάσεις υπερβολής και εντυπωσιασμού[xxiii].

Η είσοδός του στο ιταλικό κοινοβούλιο σήμανε την αρχή του τέλους για τον εύθραυστο ιταλικό κοινοβουλευτισμό.

Το Φασιστικό κόμμα, άλλωστε, δεν έκρυβε την εχθρότητά του προς τη δημοκρατία και το φιλελεύθερο  Κράτος[xxiv].

Οι φασιστικές ομάδες Μελανοχιτώνων, που είχε οργανώσει, δρούσαν τρομοκρατικά σε όλη τη χώρα.

Στις 3 και 4 Οκτωβρίου του 1922 εισβάλλουν στις πόλεις της Γένοβας, του Λιβόρνο και της Ανκόνα και εγκαθιδρύουν τοπικές φασιστικές διοικήσεις.

Στη χώρα επικρατεί αναταραχή, που προοιωνίζεται εμφύλιο πόλεμο, ενώ οι διαδοχικές κυβερνήσεις των Τζοβάνι Τζιολίτι[xxv] (Giovanni Giolitti), Ιβανόε Μπονόμι (Ivanoe Bonomi) και Λουίτζι Φάκτα (Luigi Facta) αδυνατούν να ανακόψουν την ολίσθηση προς την αναρχία και την εκτροπή.

Στις 28 Οκτωβρίου ο Μουσολίνι οργανώνει την Πορεία προς τη Ρώμη (Marcia su Roma), και στις 31 Οκτωβρίου 100.000 Μελανοχίτωνες, όπως λέγεται, (ο αριθμός αυτός σήμερα αμφισβητείται) μέλη των Φασιστικών Φαλάγγων, εισέρχονται στη Ρώμη και παρατάσσονται απέναντι από την αστυνομία και τους Κυανοχίτωνες του βασιλικού στρατού[xxvi].

Ο Βασιλιάς Βίκτωρ Εμμανουήλ Γ΄ (Vittorio Emanuele III), αδυνατώντας να ελέγξει την κατάσταση και με την απειλή του εμφυλίου να επικρέμαται πάνω από τη χώρα, παραδίδει την εξουσία στον Μουσολίνι, ορίζοντάς τον πρωθυπουργό[xxvii].

Ο RobertPaxtonυποστηρίζει ότι ο αριθμός των μελανοχιτώνων που έφθασε στη Ρώμη δεν υπερέβαινε τις 9.000-10.000 σχεδόν άοπλων και πεινασμένων ατόμων[xxviii].

Επίσης, υποστηρίζει ότι η επικράτηση του Φασισμού στην Ιταλία λόγω της Πορείας προς τη Ρώμη είναι ένας καλά δουλεμένος μύθος από την προπαγάνδα του Μουσολίνι και ότι πρόκειται για μια μπλόφα και ότι ποτέ άλλοτε η Ρώμη δεν κατελήφθη από μια τόσο πρόχειρη προσπάθεια[xxix].

Επίσης, αναφέρει ότι η επικράτηση του Μουσολίνι οφείλεται σε έναν συνδυασμό απροθυμίας συνεργασίας των προοδευτικών ιταλικών πολιτικών δυνάμεων της Αριστεράς και της Δεξιάς εκείνης της εποχής, στην συγκυρία της εποχής που δεν βοήθησε στην αφομοίωση των Φασιστών από τα αστικά κόμματα, στην αδυναμία  στον φόβο του Βίκτωρα Εμμανουήλ Γ΄ για αιματοχυσία και σε απροσδιόριστους μη φανερούς παράγοντες που όπως αναφέρει, ίσως, δεν θα μάθουμε ποτέ.

Επίσης, ο Μουσολίνι είχε θέσει έξυπνα στο βασιλιά το δίλλημα μεταξύ της αιματοχυσίας και της ανάληψης της εξουσίας εκ μέρους του[xxx].

Ο Μουσολίνι και οι Φασίστες ακολούθησαν έναν συνδυασμό τρομοκρατίας και πολιτικών ελιγμών για να εδραιώσουν την εξουσία τους[xxxi].

Αρχικά, στο κοινοβούλιο, βρήκε την υποστήριξη των Φιλελευθέρων.

Χάρη στη δική τους βοήθεια, ο Μουσολίνι εισήγαγε διατάξεις σχετικές με τη λογοκρισία  και, επίσης, με την  τροποποίηση του εκλογικού συστήματος, έτσι ώστε το 1925 να είναι σε θέση να αναλάβει δικτατορικές εξουσίες και να διαλύσει όλα τα άλλα πολιτικά κόμματα και τα μη φασιστικά συνδικάτα.

Μετά, διέλυσε το κοινοβούλιο και ίδρυσε, από τις εφεδρείες των Μελανοχιτώνων, τη Φασιστική Αστυνομία, με ευρείες αρμοδιότητες καταστολής[xxxii].

Ο κρατικός μηχανισμός, βρέθηκε πλέον πλήρως στα χέρια του και χρησίμευσε ως μέσο προπαγάνδας και καταστολής κάθε αντιπολιτευόμενης  (δολοφονία Giacomo Matteotti)[xxxiii], που επιχείρησε να καταγγείλει τη δράση του Μουσολίνι.

 Έτσι, προέκυψε μια παρατεταμένη πολιτική κρίση, που οδήγησε, στις αρχές του 1925, στην εγκαθίδρυση υπό τον Μουσολίνι προσωποπαγούς ολοκληρωτικής δικτατορίας[xxxiv].

Ο Μουσολίνι απέδιδε τεράστια σημασία στην προπαγάνδα εντός και εκτός Ιταλίας[xxxv].

Ο τύπος, το ραδιόφωνο, η εκπαίδευση και η κινηματογραφική παραγωγή εποπτεύονταν προσεκτικά, έτσι ώστε να καλλιεργήσουν την αντίληψη ότι ο φασισμός ήταν το δόγμα του 20ού αιώνα, το οποίο αντικαθιστούσε τον φιλελευθερισμό και τη δημοκρατία, και να υποστηρίξουν τον μύθο του Duce (Ηγέτη), όπως ο Μουσολίνι αρεσκόταν να αποκαλείται[xxxvi].

Έτσι, έχουμε την πολύ σημαντική ίδρυση του Υπουργείου Λαϊκής Κουλτούρας το 1937[xxxvii].

Ο Φασισμός οικοδόμησε το μονοκομματικό κράτος μέσω ενός είδους «νόμιμης επανάστασης» με τους περισσότερους νόμους να τους επεξεργάζεται ο νομομαθής  Αλφρέντο Ρόκκο, ενώ χρησιμοποίησε τον κορπορατισμό ως εναλλακτική απάντηση στην κρίση του καπιταλισμού που ποτέ δεν αποκήρυξε και του κομμουνισμού.

Με την κρίση του 1929 όμως ο κρατικός παρεμβατισμός άρχισε να αυξάνει και να περιορίζει τον κορπορατισμό[xxxviii].

Πολλοί διανοούμενοι συνέργησαν με τον φασισμό, όπως ο Τζιοβάνι Τζεντίλε και ο Τζιοακίνο Βόλπε, η εκπαίδευση τέθηκε, συν τω χρόνω, κάτω από τον έλεγχο του Φασιστικού Κόμματος και της Φασιστικής ιδεολογίας, με στόχο να φτιαχτεί ο νέος άνθρωπος[xxxix].

Κατά τη δεκαετία του 1930 το φασιστικό καθεστώς προσέλαβε τα χαρακτηριστικά μιας ολοκληρωτικής δικτατορίας, θεμελιωμένης στον Ντούτσε, στο μονοκομματισμό και σε ένα σύνθετο οργανωτικό δίκτυο για την πλαισίωση και την κινητοποίηση των μαζών.

Ο όρος ολοκληρωτικό κράτος ο οποίος χρησιμοποιήθηκε από τους Μουσολίνι, Τζεντίλε και  Αλφρέντο Ρόκκο, είχε πρωτοχρησιμοποιηθεί από τον  φιλελεύθερο αντιφασίστα ηγέτη Τζονοβάνι Αμέντολα[xl].

Ο Μουσολίνι ανήλθε στην εξουσία στη βάση ενός σιωπηρού συμβιβασμού με κατεστημένους θεσμούς, και ποτέ δεν κατόρθωσε να ξεπεράσει τελείως τους περιορισμούς αυτού του συμβιβασμού[xli].

Ο θρίαμβος και η πτώση του ιταλικού Φασισμού.-Κρίσιμες χρονολογίες.
Από το 1922 που κατέλαβε την εξουσία μέχρι το 1927 ο Μουσολίνι είχε διαμορφώσει το φασιστικό κράτος και την προσωπική του δικτατορία.

Το κράτος και το κόμμα μετατράπηκαν σε μονολιθικά κατασκευάσματα στα χέρια του, ενώ οι νόμοι που καταρτίσθηκαν από τον κορυφαίο φασίστα νομομαθή Αλφρέντο Ρόκο μετέτρεψαν το κοινοβούλιο σε κομματικό συνέδριο, συγχώνευσαν στην πράξη την νομοθετική και την εκτελεστική εξουσία και κατέστησαν το μεγάλο Φασιστικό Συμβούλιο όργανο του Ντούτσε που είχε αποκλειστικά το δικαίωμα να το συγκαλεί και καθορίζει τα προς συζήτηση θέματα[xlii].

Η επιτυχία αυτή τον ενθάρρυνε να βάλει πιο μακροπρόθεσμους στόχους.

Μέχρι το 1930 έδινε έμφαση στον εκσυγχρονισμό της Ιταλίας με τη βοήθεια μιας αφοσιωμένης ελίτ.

Το 1932 αναφέρθηκε στον νέο διεθνή ηγετικό ρόλο της Ιταλίας.

Το 1934 βεβαίωνε ότι οΦασισμός που το 1922 ήταν ένα ιταλικό φαινόμενο είχε μετατραπεί από το 1929 σε διεθνές φαινόμενο[xliii].

Για την υλοποίηση των στόχων του ο Μουσολίνι απαίτησε να μετατραπεί η Ιταλία σε μιλιταριστικό και πολεμικό έθνος.

Μια απαίτηση που στέφθηκε με λιγότερη επιτυχία απ’ ό,τι το πρόγραμμα εκσυγχρονισμού της Ιταλίας.

Αρχικά ο Μουσολίνι θεωρούσε τον φασισμό σαν μια εξέλιξη στο εσωτερικό του δυτικού πολιτισμού και αντιμετώπιζε με δυσπιστία τη Γερμανία, τον Χίτλερ και τον εθνικοσοσιαλισμό που τον χαρακτήριζε σανεκατό τοις εκατό ρατσισμό που στρεφόταν εναντίον όλων[xliv].

Θεωρούσε δε τον Χίτλερ φανατικό αλλόφρονα[xlv].

Εντούτοις οι ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις το και η υπερεκτίμηση της δύναμης του Φασισμού τον παρέσυραν στην αγκαλιά της εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας.

Η κατάκτηση της Αιθιοπίας (1935) τον έφερε σε αντίθεση με τη Δύση, ενώ θαμπωμένος από τις επιτυχίες του γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού άρχισε να μιλά για άξονα Ρώμης-Βερολίνου.

Παρ’ όλα αυτά η κατάληψη της Αιθιοπίας δεν έκλεισε το δρόμο της συνεννόησης με τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και κυρίως με την Αγγλία[xlvi].

Η επέμβαση της Ιταλίας υπέρ του Φράνκο και η Συμφωνία του Μονάχου (1938) θεωρήθηκαν επιτυχίες του Μουσολίνι, στην πραγματικότητα όμως συγκάλυπταν το γεγονός ότι η Ιταλία γινόταν δορυφόρος της Γερμανίας, ύστερα μάλιστα και από την αποδοχή των γερμανικών αντισημιτικών νόμων και από την Ιταλία[xlvii].

Παρά τους αρχικούς ενδοιασμούς[xlviii], η Ιταλία εισέρχεται στον πόλεμο τον Ιούνιο του 1940,αποσκοπώντας σε οφέλη, πόλεμο που είχε ξεκινήσει η Γερμανία το 1939[xlix].

Ο πόλεμος αποκάλυψε την καθυστέρηση και την αναποτελεσματικότητα του ιταλικού κράτους και επέφερε την πτώση του Μουσολίνι και του κόμματός του ύστερα από τρία χρόνια.

Τον Ιούλιο του 1943, οι Συμμαχικές Δυνάμεις απέπεμψαν  τα ιταλικά στρατεύματα από την Βόρεια Αφρική και αποβιβάστηκαν στην Σικελία.

Στην συνέχεια το «Μεγάλο Φασιστικό Συμβούλιο» (Grand Fascist Council), με την στήριξη του βασιλιά Βίκτορα Εμμανουήλ Γ΄, έπαυσε και συνέλαβε τον Μπενίτο Μουσολίνι. Η νέα κυβέρνηση ξεκίνησε τότε μυστικές διαπραγματεύσεις ειρήνης με τις Συμμαχικές Δυνάμεις.

Όταν ανακοινώθηκε τον Σεπτέμβρη η Ανακωχή του Κασσίμπλε, η Γερμανία όντας προετοιμασμένη έσπευσε αμέσως σε παρέμβαση. Αμέσως, η Γερμανία πήρε στον έλεγχο της το βόρειο μέρος της μισής Ιταλίας, ελευθέρωσε τον Μουσολίνι και τον φυγάδευσε σε έδαφος υπό γερμανική κατοχή, με σκοπό την ίδρυση ενός κράτους-δορυφόρου[l].

Η Ιταλική Κοινωνική Δημοκρατία[li]ή Δημοκρατία του Σαλό ανακηρύχθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου του 1943.

 Μολονότι, στο κράτος άνηκε δικαιωματικά το μεγαλύτερος μέρος της Ιταλίας, είχε περιορισμένο πολιτικό έλεγχο. Το κράτος αυτό αναγνωριζόταν διπλωματικά μόνον από την Γερμανία, την Ιαπωνία και τις συμμαχικές προς αυτές χώρες.

Στις 25 Απριλίου του 1945 η δικτατορία του Μουσολίνι δεν υπήρχε πια.

Στις 27 Απριλίου, οι παρτιζάνοι αιχμαλώτισαν τον Μπενίτο Μουσολίνι, την ερωμένη του, Κλαρέττα Πετάτσι, κάποιους από τους υπουργούς του, καθώς επίσης και διάφορους Ιταλούς φασίστες που προσπάθησαν να δραπετεύσουν.

Στις 28 Απριλίου, οι επαναστάτες εκτέλεσαν τον Μουσολίνι και τους περισσότερους από τους αιχμαλώτους.

Ο υπουργός Άμυνας Ροντόλφο Γκρατσιάνι (Rodolfo Graziani) παρέδωσε τα απομεινάρια του δικτατορικού καθεστώτος στις 2 Μαΐου, μετά την συνθηκολόγηση των γερμανικών δυνάμεων στην Ιταλία.

Έτσι, επήλθε το οριστικό τέλος της Ιταλικής Κοινωνικής Δημοκρατίας και του φασιστικού καθεστώτος στην Ιταλία[lii].

 Η πλήρης διαφθορά και η έλλειψη στοιχειωδών πολιτικών και ηθικών αρχών θα σταθούν η οριστική ταφόπλακα του φασιστικού πειράματος[liii].

Κρίσιμες χρονολογίες τις δεκαετίες του 1930 και 1940.

Η φιλοσοφία του Μουσολίνι διαμορφώθηκε σταδιακά και διατυπώθηκε επίσημα στο άρθρο του «Το Δόγμα του Φασισμού» που περιελήφθη στην Ιταλική Εγκυκλοπαίδεια το 1932 (επιδράσεις από Μακιαβέλλι, Ζαν Μποντέν, Τόμας Χόμπς, Φίχτε, Χέγκελ, Νίτσε υπό την οπτική του Όσβαλντ Σπένγκλερ, σημαντικά από τον Ζώρζ Σορέλ και τους Γκαετάνο Μόσκα και Βιλφρέντο Παρέτο)[liv].
Κατάκτηση Αιθιοπίας, 1935.
Ίδρυση της Αυτοκρατορίας, 9 Μαΐου 1936.
Η προσπάθεια σύστασης αποικιακής αυτοκρατορίας θα γινόταν μέσω αυτοκρατορικών κοινοτήτων που θα περιλάμβαναν και αποικίες και ευρωπαϊκά κράτη που θεωρούντο κατώτερα. Επίσης προέβλεπε μέσω της μεσογειακής κατάκτησης το άνοιγμα της πύλης για τους ωκεανούς[lv].

Άξονας Ρώμης-Βερολίνου, («Κάθετος Άξονας της Ευρώπης»), 24 Οκτωβρίου 1936.
Ίδρυση Υπουργείου Λαϊκού Πολιτισμού, 27 Μαΐου 1937.
Η οργάνωση της προπαγάνδας είχε αρχίσει από το 1923, τέθηκε υπό τον έλεγχο της υπογραμματείας Τύπου και Προπαγάνδας (1934), αναβαθμίστηκε σε υπουργείο το 1935 και τέλος έχουμε την ίδρυση του Υπουργείου[lvi].

Εγκατάλειψη της Κοινωνίας των Εθνών, 11 Δεκεμβρίου 1937.
Συμφωνίες του Μονάχου 29 Σεπτεμβρίου 1938.
Αντιεβραϊκοί νόμοι της 17ης Νοεμβρίου 1938[lvii]. Ρατσιστική νομοθεσία μετά την κατάκτηση της Αιθιοπίας[lviii].
Ισπανικός εμφύλιος στο πλευρό του Φράνκο, 1938-39.
Δημιουργία Ιταλικής Φασιστικής Νεολαίας, 27 Οκτωβρίου 1937.
Κατάργηση της Βουλής και αντικατάστασή της με τη Βουλή των Συντεχνιών 19 Ιανουαρίου 1939[lix] και ενίσχυση προνομίων και αρμοδιοτήτων του Φασιστικού Κόμματος.
«Ατσάλινη Συνθήκη» ή «Χαλύβδινο Σύμφωνο», μεταξύ Ιταλίας και Γερμανίας, 22 Μαΐου 1939.
Απώλεια της Αιθιοπίας, Μάιος 1941.
Εισβολή Συμμάχων στη Σικελία, 10 Ιουλίου 1943.
Απώλεια Λιβύης, 23 Ιανουαρίου 1943.
Πτώση του Ντούτσε, 25 Ιουλίου 1943 (Το ιταλικό κατεστημένο, η ιταλική μοναρχία και η Εκκλησία προσπαθούσαν να βρουν διέξοδο για τον πόλεμο)[lx].
Συνθηκολόγηση με τους Συμμάχους, 8 Σεπτεμβρίου 1943.
Δημοκρατία του Σαλό 13 Σεπτεμβρίου 1943-25 Απριλίου 1945.
Αντισημιτική νομοθεσία της Δημοκρατίας του Σαλό[lxi].
Πτώση δικτατορίας Μουσολίνι, 25 Απριλίου του 1945.
Σύλληψη και εκτέλεση Μουσολίνι, συνεργατών του και ερωμένης του 27-28 Απριλίου 1945.
Ο BernardoBertolucciτην εποχή που δημιουργήθηκε η ταινία
Ο Bernardo Bertolucci ήταν τριάντα ετών,  όταν γύρισε τον Κομφορμίστα.

Όπως ήταν φυσικό, το νεαρό της ηλικίας του, την εποχή εκείνη, κάνει ώστε να είναι εμφανείς οι επιδράσεις στο έργο του από την εργασία και τις απόψεις των καταξιωμένων Ιταλών δημιουργών της εποχής εκείνης. Σύμφωνα με τον Σταύρο Γανωτή του Cine.grαπό τον Fellini παρατηρεί την απεριττότητα κάθε σκηνής και την χρήση τρίτων προσώπων. Από τον Antonioni διδάσκεται την αποστασιοποίηση από τον ήρωα. Από τον Pasolini παίρνει μαθήματα ύφους και ερμηνείας. Από τον De Sica εμπνέεται τη δύναμη της σκηνής και την χορευτική κίνηση της κάμερας. Ταυτόχρονα υπάρχει ο κορυφαίος διευθυντής φωτογραφίας  Vittorio Storaro, καθώς επίσης και ο Georges Delerue που  ντύνει διακριτικά την εικόνα με ήχο[lxii]. 

Ο σκηνοθέτης , αλλά και οι συντελεστές της ταινίας, δεν μπορούν να μείνουν ανεπηρέαστοι από τα κοσμοϊστορικά γεγονότα της εποχής, τα οποία συμβαίνουν τόσο στο Δυτικό κόσμο γενικότερα, όσο και στην Ιταλία ειδικότερα.

Η Ιταλία του 1970, την εποχή που δημιουργήθηκε η ταινία
Η Ιταλία, τη δεκαετία του 1970,γνώρισε ένα κύμα διαμαρτυριών  στις οποίες συμμετείχαν εκατομμύρια άνθρωποι, που αμφισβήτησαν τους μηχανισμούς ελέγχου της αστικής τάξης.
Τα μακρά, σε χρόνο, ιταλικά κοινωνικά κινήματα ξεκίνησαν με τις φοιτητικές διαμαρτυρίες, που έφτασαν στο αποκορύφωμα τους το 1968, την ίδια, δηλαδή εποχή με τον γαλλικό Μάη. Σε αντίθεση, όμως, με αυτό που συνέβη στις περισσότερες χώρες, όπου οι φοιτητικές διαμαρτυρίες περιήλθαν σε κατάσταση ατονίας, οι Ιταλοί φοιτητές βρήκαν υποστήριξη από τους εργοστασιακούς εργάτες.
Κατά τη διάρκεια του Θερμού Φθινοπώρου το 1969, έντονες εργασιακές διαμάχες παρέλυσαν τη βιομηχανία και για τέσσερα χρόνια εργάτες και διεύθυνση μάχονταν για τον έλεγχο της παραγωγής και των κερδών[lxiii].
Ταυτοχρόνως, ο φεμινισμός κι ένα νεολαιίστικο κίνημα αντικουλτούρας μετασχημάτιζαν τις κοινωνικές σχέσεις. Στα μέσα της δεκαετίας του ’70 οι ξεπερασμένοι νόμοι σχετικά με το διαζύγιο και την έκτρωση αμφισβητήθηκαν και άλλαξαν από ένα αυτόνομο γυναικείο κίνημα.
Η εποχή που δημιουργήθηκε η ταινία, είναι, επίσης, η εποχή που η ακροδεξιά πολιτική βία εμφανίστηκε δυναμικά, δηλαδή κυρίως στα τέλη του 1960 και τις αρχές του ’70.

Μετά το τέλος του πολέμου, ο μύθος του δημοκρατικού φασισμού αναμεμιγμένος με τη νοσταλγική εξύμνηση της φασιστικής εμπειρίας ήταν σε μεγάλο βαθμό η γενεσιουργός αιτία διαφόρων νεοφασιστικών κινημάτων που ιδρύθηκαν και έδρασαν στη δημοκρατική Ιταλία με διάφορες καταλήξεις[lxiv].

Οι νεοφασιστικές τρομοκρατικές ομάδες της περιόδου ήταν μια αντίδραση ενάντια σε όλη αυτήν την αριστερόστροφη δραστηριότητα, και,επίσης, ενάντια στην εμφάνιση αριστερών τρομοκρατικών ομάδων όπως οι Ερυθρές Ταξιαρχίες. Οι ακροδεξιοί τρομοκράτες συχνά έβαζαν βόμβες σε δημόσιους χώρους που σκότωναν δεκάδες αθώους περαστικούς. Όλο αυτό ήταν μέρος μιας λεγόμενης «Στρατηγικής της Έντασης», μιας εκστρατείας σχεδιασμένης να οδηγήσει σε μια κατάρρευση του νόμου και της τάξης και συνεπακόλουθα της λαϊκής εμπιστοσύνης στη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση, ευνοώντας ένα στρατιωτικό πραξικόπημα. Πράγματι στα 1960-70 υπήρξαν αρκετές τέτοιες απόπειρες[lxv].

Στη μεταπολεμική ιστορία της Ιταλίας, οι χαμένοι του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου (όσοι υποστήριζαν το Φασιστικό Κόμμα του Μουσολίνι) παρεισέφρησαν είτε σε παράνομες είτε σε νόμιμες ακροδεξιές οργανώσεις ή ακόμα και σε καίριες θέσεις του Στρατού[lxvi].

Αυτές οι οργανώσεις έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στο ψυχροπολεμικό κλίμα της μεταπολεμικής περιόδου[lxvii]. Όπως είπαμε, στα τέλη της δεκαετίας του 1960, στην Ιταλία, αναπτύσσονται φοιτητικοί αγώνες, κοινωνικά κινήματα καθώς και ο συνδικαλισμός στο βιομηχανοποιημένο Βορρά. Οι εργατικοί αγώνες του 1968-69, το Autunno Caldo (Θερμό Φθινόπωρο) της Ιταλίας, υπονόμευσαν βαθιά την οικονομική εξουσία της χώρας και άλλαξαν τον συσχετισμό ισχύος. Οι απεργίες ξεκίνησαν σταδιακά από την άνοιξη του 1968 σε μεγάλες επιχειρήσεις όπως η Fiat, η Pirelli και η Siemens, με κύρια αιτήματα  την μείωση του ωραρίου και την αύξηση των μισθών, όπως προβλεπόταν στη συλλογική σύμβαση του 1966. Τα συνδικάτα των εργαζομένων στις αυτοκινητοβιομηχανίες υπήρξαν πρωτοπόρα, καθώς το Σεπτέμβριο του 1969 προχώρησαν σε αναστολή των εργασιών (με μεγάλες απώλειες στη παράγωγη) και σε μεγαλειώδεις πορείες στο κέντρο του Μιλάνο και του Τορίνο. Ακόμη, ορόσημο για τις κινητοποιήσεις του 1969 αποτέλεσε η «διασταύρωση» του εργατικού κινήματος με τις φοιτητικές πορείες: στις 3 Ιουλίου 1969 οι φοιτητέςδιαδήλωσαν στο Τορίνο μαζί με τους εργάτες και πραγματοποίησαν συνελεύσεις στις οποίες αποφάσισαν να συστήσουν κοινό αγωνιστικό μέτωπο[lxviii].

Ακόμα και πριν το ’69 αρκετοί μαχητικοί και αυτόνομοι αγώνες αναπτύχθηκαν, ιδιαίτερα στην Pirelli στο Μιλάνο, που δεν ελέγχονταν από τα συνδικάτα ούτε σε επίπεδο οργάνωσης, ούτε όσον αφορά το περιεχόμενο ή τα αιτήματά τους. Ουσιαστικές αυξήσεις μισθών, συν λιγότερη εργασία, αυτά ήταν τα κυρίως ζητούμενα της περιόδου. Η όλη στάση του προλεταριάτου μπορεί να συνοψιστεί στο σύνθημα της εποχής: Καλύτεροι μισθοί, λιγότερη δουλειά!… Βίαιες απεργίες ξέσπασαν στην Alfa Romeo και στη Fiat. Ταραχές ξέσπασαν σε πολλές πόλεις, οι πιο σοβαρές στο Reggio Calabria όπου δεκάδες χιλιάδων ανθρώπων συγκρούστηκαν με τα στρατεύματα[lxix].

Από την άλλη, οι φοιτητές έχοντας βιώσει την εμπειρία του Γαλλικού Μάη οργανώθηκαν διεκδικώντας αξιοκρατικότερο σύστημα εισαγωγής στο πανεπιστήμιο, κατάργηση της δογματικής γνώσης, άνοιγμα των πανεπιστημίων στη κοινωνία και δηλώνοντας την συμπαράσταση τους στην εργατική τάξη. Μετά τους αγώνες αυτούς, η Αριστερά ισχυροποιήθηκε. Η ζημιά που επέφερε στην αστική τάξη η εργατική απειθαρχία ήταν σοβαρότατη.Και ενώ η χώρα βρισκόταν σε διαρκή απεργιακό κλοιό και η κυβέρνηση αδυνατούσε να επιβληθεί στους ολοένα αυξανόμενους απεργούς, η λύση έπρεπε να δοθεί με διαφορετικό τρόπο: Το Δεκέμβριο του 1969 και ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη οι διαπραγματεύσεις για την υπογραφή νέας συλλογικής σύμβασης (με ευνοϊκότερους όρους για τους εργαζόμενους) που θα αποτελούσε μεγάλη νίκη για την ιταλική εργατική τάξη, στις 12 Δεκεμβρίου πραγματοποιείται βομβιστική επίθεση στο κέντρο του Μιλάνο, στην Αγροτική τράπεζα της Ιταλίας. Τελικός απολογισμός 17 νεκροί και 88 τραυματίες. Το χτύπημα αποδόθηκε εξαρχής σε αριστερές οργανώσεις και αναρχικούς κύκλους. Αρχικά κατηγορείται ο αναρχικός Πιέτρο Βαλπρέντα και αμέσως σχηματίζεται κατηγορητήριο και για τον αναρχικό Τζιουζεπε Πινέλλι. Τρεις μέρες μετά τη σύλληψη του ο Πινέλλι εκπαραθυρώνεται κατά τη διάρκεια της ανάκρισης και το γεγονός καταγράφεται επισήμως ως «θάνατος εξαιτίας ψυχολογικής νόσου». Τελικά το 2005 κατόπιν ερευνών εκδόθηκε καταδικαστική απόφαση για μέλη της ακροδεξιάς οργάνωσης Οrdine Nuovo (Νέα Τάξη) για αυτή τη βομβιστική επίθεση[lxx].

Από το 1969 μέχρι το 1975 πραγματοποιήθηκαν 4.334 επίσημα καταγραμμένες πράξεις τρομοκρατικής βίας. Απ’ αυτές, το 83% αποδόθηκε αρχικά στην άκρα Αριστερά για να αποδειχτεί αργότερα ότι ήταν έργο της άκρας Δεξιάς και των συνεργατών της στον κρατικό μηχανισμό. Η Ιταλία για μια εικοσαετία περίπου ήταν αντιμέτωπη με  ένα χαοτικό κλίμα, του οποίου τα χαρακτηριστικά ήταν: βομβιστικές επιθέσεις, διάβρωση αριστερών οργανώσεων, ενοχοποίηση της Αριστεράς μέσω τρομοκρατικών χτυπημάτων και συνέχων προκλήσεων.

Όλες αυτές οι ακροδεξιές τρομοκρατικές δραστηριότητες δεν κατάφεραν να προκαλέσουν και να επιβάλουν ένα δεξιό στρατιωτικό πραξικόπημα στην Ιταλία (κατά το πρότυπο της Ελλάδας το 1967, της Χιλής το 1973 και της Τουρκίας το 1971 και το 1980, όπου εφαρμόστηκε η ίδια πρακτική). Πέτυχαν όμως, να προκαλέσουν το θάνατο εκατοντάδων αθώων ανθρώπων στην Ιταλία, τον τραυματισμό και την αναπηρία πολύ περισσότερων, να δημιούργησαν ένα γενικό κλίμα ανασφάλειας και αβεβαιότητας, και να βοηθήσουν τον πολιτικό συντηρητισμό να θεσπίσει ανεμπόδιστα μια ολόκληρη σειρά σκληρών «αντιτρομοκρατικών» νόμων που είχαν και έχουν αρνητικές επιπτώσεις στις πολιτικές ελευθερίες και τα δικαιώματα όλων των Ιταλών.

Μετά το 1968, καθώς τα κοινωνικά κινήματα καθόριζαν την ατζέντα της δημόσιας συζήτησης, καμία κυβέρνηση δεν ήταν σε θέση είτε να ικανοποιήσει τα συγκρουσιακά αιτήματα των εργατών σε σχέση με τις διαθέσεις των διευθυντών, είτε των γυναικών σε σχέση με το Βατικανό, ή έστω να καταφέρει να έχει μια ικανή κοινοβουλευτική πλειοψηφία ώστε να κυβερνήσει χωρίς έντονη αντιπολίτευση. Μεταξύ του 1968 και του Οκτώβρη του 1974 υπήρξαν 8 διαφορετικές κυβερνήσεις, όμοιες μεταξύ τους ως προς την έλλειψη διαφάνειας και ικανοτήτων, οδηγώντας πολλούς Ιταλούς στην πίστη ότι το πολιτικό σύστημα ήταν εγγενώς αναξιόπιστο[lxxi].

Η ταινία ως μέσο παρουσίασης, ερμηνείας και κατανόησης του παρελθόντος.-Συμπερασματικές παρατηρήσεις.
Το πρώτο πράγμα με το οποίο θα ασχοληθούμε σε αυτή την ενότητα είναι το πως οι συντελεστές της ταινίας παρουσιάζουν τα ιστορικά γεγονότα, ποιες πλευρές του ολοκληρωτικού καθεστώτος επιλέγουν να τονίσουν και να φωτίσουν, και με ποιο τρόπο το κάνουν αυτό.

Έτσι, θα μπορούσαμε να πούμε  ότι δύο είναι τα κυρίαρχα στοιχεία της ταινίας.

Το πρώτο από αυτά είναι η προσπάθεια του πρωταγωνιστή να έχει μία «κανονικοποιημένη» ζωή, απωθώντας πλευρές του εαυτού του οι οποίες δεν είναι  «κανονικές».

Η προσπάθειά του για αυτή την «κανονικοποίηση» της ζωής του έχει να κάνει τόσο με τις επιλογές του πουείναι σχετικές με την προσωπική και οικογενειακή του ζωή, όσο και με την ένταξή του στο Φασιστικό Κόμμα της Ιταλίας.

Ή ένταξή του στο Φασιστικό Κόμμα είναι ένα στοιχείο που θα συνεισφέρει στην πολυπόθητη «κανονικότητα», αλλά και επίσης τον βοηθά να ανέλθει κοινωνικά.

Η ένταξη αυτή γίνεται με τη μεσολάβηση ανθρώπων-συνδέσμων και δείχνει πως το Φασιστικό Κόμμα στην περίπτωση της Ιταλίας έχει παρεισφρήσει και διαβρώσει όλο το κοινωνικό οικοδόμημα, αποκτώντας, τουλάχιστον κάποια, λαϊκή βάση και αποδοχή[lxxii].

Άλλωστε ο Γκράμσι και ο Τολιάτι έδωσαν έμφαση στο γεγονός ότι ο φασισμός ήταν ένα αυθεντικό μαζικό κίνημα, από κάποια άποψη περισσότερο μια συνέπεια παρά η αιτία για την ήττα της επαναστατικής Αριστεράς[lxxiii].

Στο σημείο αυτό θα θέλαμε να σημειώσουμε πως πράγματι το Φασιστικό Κόμμα στην Ιταλία διέθετε λαϊκή βάση, γεγονός που ήταν απότοκοτων κοινωνικοοικονομικών συνθηκών που επικρατούσαν τότε στην Ιταλική κοινωνία (όπως το αίτημα για εκσυγχρονισμό), καθώς επίσης και της διεθνούς συγκυρίας, όπως ήταν  τα πενιχρά κέρδη που αποκόμισε η Ιταλία από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο[lxxiv], καθώς επίσης και η αντίληψη ότι ο Φασισμός πρεσβεύει το νέο, το δυνατό, το αρρενωπό, την καινοτομία, στοιχεία που ερχόντουσαν σε αντίθεση με την παρακμή του παρελθόντος.

Τα στοιχεία αυτά άλλωστε έχουν αναφορά και στη στάση ζωής που επιλέγει ο πρωταγωνιστής, ο κομφοσμίστας, ο οποίος όπως αναφέραμε αποποιείται κάθε τι «μη κανονικό».

Ένα άλλο ζήτημα που θα πρέπει να αναφέρουμε σε αυτό το σημείο, είναι ότι η ένταξη στο Φασιστικό Κόμμα δεν το εμποδίζει να καταγγείλει δημοσίως κάποιους άλλους ως Φασίστες, όταν πλέον το καθεστώς του Μουσολίνι πνέει τα λοίσθια, το 1943.

Την ίδια στάση άλλωστε κρατάει και ένα μεγάλο μέρος της ιταλικής κοινωνίας, που στο άκουσμα της καθαίρεσης του Μουσολίνι, το 1943, από τον βασιλιά Βίκτωρα Εμμανουήλ Γ΄ σπεύδει να καταδικάσει τον καθαιρεθέντα.

Είναι ένα σημείο το οποίο το σχολιάζει ο πρωταγωνιστής με τρόπο που φανερώνει μια αποστασιοποίηση από το Φασισμό, τον Φασισμό όμως που υπηρέτησε με τον τρόπο του για την εκπλήρωση των δικών του προσωπικών επιδιώξεων.

Ένα άλλο κεντρικό ζήτημα που έχει να κάνει με το ιταλικό φασιστικό καθεστώς, και το οποίο είναι ένα από τα βασικά ζητήματα που πραγματεύεται η ταινία, είναι η άσκηση βίας, όχι μόνο η ψυχολογική, αλλά και η σωματική.

Το ολοκληρωτικό καθεστώς της Ιταλίας δεν ανέχεται τις φωνές των αντιφρονούντων οι οποίοι θα πρέπει να εκλείψουν, ακόμα και βιολογικά.

Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου, ο οποίος δεν αντέχει να ζήσει και να εργαστεί στη φασιστική πατρίδα του, καταφεύγει αυτοεξόριστος στο Παρίσιπου συνεχίζει την αντικαθεστωτική δράση του.

Όμως, δεν θα ξεφύγει τελικά από τους φασίστες διώκτες του, οι οποίοι τελικά τον δολοφονούν.

Στο σημείο αυτά θα θέλαμε να σχολιάσουμε κάποια ζητήματα.

Το πρώτο είναι ότι η ταινία δεν υπερβάλλει, αφού τα περιστατικά βίας και πολιτικών δολοφονιών επί εποχής φασιστικού καθεστώτος στην Ιταλία ήταν εκατοντάδες.

Το άλλο ζήτημα είναι ότι ο πρωταγωνιστής παρ’ ό,τι δεν πιστεύει σε αυτό που κάνει, δηλαδή στη συμμετοχή του στην πολιτική δολοφονία του αντιφρονούντα καθηγητή, παρ’ ό,τι αμφιταλαντεύεται, τελικά παίρνει μέρος έμμεσα σε αυτή, υποκύπτοντας στις προτροπές και την επιχειρηματολογία του εκπροσώπου-πράκτορα του φασιστικού καθεστώτος, ο οποίος τον παρακολουθεί από πολύ κοντά, σε κάθε του βήμα.

Ένα άλλο σημείο στο οποίο θα πρέπει να αναφερθούμε είναι ότι η φασιστική Ιταλία χαρακτηρίζεται από την παρουσία κτιρίων μνημειακού χαρακτήρα με έντονα στοιχεία μοντερνισμού.

Αυτό φαίνεται τόσο στην περίπτωση του κτιρίου του υπουργείο το οποίο επισκέπτεται ο πρωταγωνιστής, όσο και στην περίπτωση της ψυχιατρικής κλινικής στην οποία νοσηλεύεται ο πατέρας του.

Ο μνημειακός-μεγαλεπήβολος χαρακτήρα των κτιρίων έχει να κάνει σε συμβολικό επίπεδο και με την προσπάθεια του φασιστικού καθεστώτος να αναβιώσει την ρωμαϊκή αυτοκρατορία, και να διαδραματίσει ρόλο αποικιοκρατικής δύναμης σε παγκόσμιο επίπεδο διεκδικώντας μερίδιο από τις αποικιακές αυτοκρατορίες των μεγάλων δυνάμεων της εποχής, προσπάθεια η οποία παλαιότερα είχε αποτύχει[lxxv].

Ταυτόχρονα τα κτίρια αυτά έχουν στοιχεία μοντερνισμού, ένα κίνημα με το οποίο συνδέθηκε από κάποιες απόψεις με τον φασισμό, υπό την έννοια τηςέλευσης και επικράτησης του νέου, του ακμαίου, του σύγχρονου, το οποίο εναντιώνεται στην παρακμή του παρελθόντος[lxxvi].

Ένα παρελθόν που εκπροσωπείται στην ταινία από την παρηκμασμένη μεγαλοαστική οικογένεια του πρωταγωνιστή με τη μητέρα του να είναι ναρκομανής και τον πατέρα του να είναι τρόφιμος ψυχιατρικού ιδρύματος, όπως είπαμε.

Ένα άλλο στοιχείο που μπορούμε να διαπιστώσουμε σε σχέση με τα κτίρια είναι ο εκμηδενισμός του ατόμου, μπροστά στη δύναμη που αντιπροσωπεύει το ολοκληρωτικό κράτος.

Αυτό φαίνεται τόσο στην περίπτωση του κτιρίου του υπουργείου όσο και κυρίως στην περίπτωση της αυλής της ψυχιατρικής κλινικής με το ισοπεδωτικό λευκό να κυριαρχεί από άκρη σε άκρη.

Ένα άλλο στοιχείο είναι ότι ο Φασισμός στην Ιταλία παρά την ήττα του στα πεδία των μαχών συνέχισε να υπάρχει στην ιταλική κοινωνία.

Όπως μπορούμε να συνάγουμε και από την υπόθεση της ταινίας, οι φωνές καταγγελίας του Φασισμού που ακούστηκαν με την πτώση του δεν ήταν αρκετές για να ξεριζώσουν το φαινόμενο από την ιταλική κοινωνία.

Όπως είναι φανερό και από την ταινία, οι φασίστες στην Ιταλία συνέχισαν να υπάρχουν, στελεχώνοντας, πολλές φορές, τις κρατικές υπηρεσίες και κάνοντας δυναμική επανεμφάνιση στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και του 1970.

Αν αναλογιστούμε ότι η ταινία του Μπερτολούτσι, Ο Κομφορμίστας, είναι μια ταινία του τέλους της δεκαετίας του 1960 και των αρχών της δεκαετίας του 1970, δεν αποτελεί μόνο μια ηθογραφία του φασιστικού καθεστώτος του Μεσοπολέμου στην Ιταλία, αλλά ταυτόχρονα και μια καταγγελία θα λέγαμε πλευρών της ιταλικής κοινωνίας της εποχής του.

Την εποχή που δημιουργήθηκε η ταινία οι κοινωνικές διεκδικήσεις, η προοδευτική Αριστερά της εποχής, τα κοινωνικά κινήματα, συνυπάρχουν με τις επιλογές της ιθύνουσας κοινωνικής τάξης, αλλά και με τον φασισμό, ο οποίος είναι υπαρκτός σε πολλές από τις πτυχές της ιταλικής κοινωνίας.

Και μάλιστα είναι ένας φασισμός βίαιος, που ευθύνεται για εκατοντάδες νεκρούς στην Ιταλία, και που για τις βίαιες πράξεις του θέλει να ενοχοποιήσει την Αριστερή τρομοκρατία, και μέσω αυτής της ενοχοποίησης την απαξίωση των κοινωνικών κινημάτων και αιτημάτων.

Νομίζω λοιπόν ότι ο Μπερτολούτσι με την ταινία του, μεταξύ των άλλων, προσπαθεί να αφυπνίσει και τον μικροαστό, αυτόν που θα ήθελε να ζήσει μια «κανονική» ζωή, δίχως μπελάδες και δίχωςαμφισβητήσεις.

Επομένως η ταινία αφορά τόσο την ιστορική περίοδο στην οποία αναφέρεται, δηλαδή το τέλος του Μεσοπολέμου, όσο και την ιστορική περίοδο την οποία δημιουργήθηκε.

Αυτές τις δύο ιστορικές συγκυρίες παρά το ότι τις χωρίζουν κορυφαία ιστορικά γεγονότα όπως ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και η μεταπολεμική οικονομική ανάπτυξη,  ο κεϋνσυανισμός και ο καταναλωτισμός, τις ενώνουν στοιχεία της οικονομικής και της κοινωνικής πραγματικότητας, τα οποία μπορεί να είναι είτε η ύπαρξη του φασισμού και των φασιστών, είτε η ύπαρξη των αντιφρονούντων και της μεσαίας τάξης των «κομφορμιστών», σε διαφορετικές βέβαια αναλογίες, ποσότητες και ποιότητες σε κάθε περίπτωση.

Εκτός αυτών, η ματιά του Μπερτολούτσι γύρω από το τι συνέβαινε στη φασιστική Ιταλία είναι πολύ καθαρή και σε αυτό βοηθούν τα χαρακτηριστικά της εποχής που δημιουργήθηκε η ταινία και τα οποία έχουμε δώσει.

Οι συντελεστές της ταινίας από τη μια δίνουν σάρκα και οστά σε χαρακτήρες του παρελθόντος, ταυτόχρονα όμως μέσα από τους ρόλους αυτούς αναδεικνύουν και τον ρόλο των ζώντων και δρώντων υποκειμένων της εποχής τους.

Επίσης, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ταινία δεν δίνει ιδιαίτερη έμφαση σε αυτά που συμβαίνουν στη δημόσια σφαίρα, στο δημόσιο χώρο, αλλά τα υπαινίσσεται με τρόπο όμως ξεκάθαρο  και καταλυτικό.

Το στοιχείο εκείνο στο οποίο δίνει έμφαση είναι η ιδιωτική σφαίρα, το τι συμβαίνει στα πρόσωπα. Καθώς επίσης και στον τρόπο που συναρθρώνεται το δημόσιο με το ιδιωτικό, το πώς προσλαμβάνεται το μαζικό από το κάθε χωριστό άτομο, καθώς επίσης και το ποιες επιπτώσεις έχει αυτή η συνάντηση-συνάρθρωση στην ιδιωτική ζωή των ανθρώπων αυτών.

Άλλωστε το δράμα της ζωής παίζεται, εν τέλει σε προσωπικό επίπεδο, μακριά από τις χρήσιμες κατά τα άλλα γενικεύσεις.

Επίσης, εκείνο το οποίο θα θέλαμε να προσθέσουμε είναι ότι η ταινία, που αποτελεί μια από τις κορυφαίες πολιτικές ταινίες, αποδίδει την ιστορική πραγματικότητα, δίχως παραποιήσεις και υπερβολές.

Μπορεί δε να χρησιμοποιηθεί ως μέσο για την ερμηνεία και αξιολόγηση του παρελθόντος, αφού η εποχή την οποία δημιουργήθηκε, αλλά επίσης και η ηλικία των συντελεστών την εποχή εκείνη, επιτρέπει μια διεισδυτική ματιά σε αυτό το παρελθόν, το οποίο,όμως, παρελθόν  είναι και παρόν, από κάποιες απόψεις.

Βιβλιογραφία

Βιβλία

Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γεώρμας, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2000.

EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013.

RobertO. Paxton,Η Ανατομία του Φασισμού, Κέδρος, Αθήνα 2004.

 

Εγκυκλοπαίδειες

 

Χ.Ο., «Φασισμός», Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάννικα, Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα 1996.

 

Άρθρα

 

Γ. Κατσιαφίκας, Η ανατροπή της πολιτικής, Ευρωπαϊκά αυτόνομα κοινωνικά κινήματα και η αποαποικιοποίηση της καθημερινής ζωής, Ελευθεριακή Κουλτούρα 2007, στην ιστοσελίδα https://sxoliastesxwrissynora.wordpress.com/2014/04/13/, τελευταία επίσκεψη 23-4-2017.

 

Κατερίνα Σκαργιώτη,  «“Η στρατηγική της έντασης”: τρομοκρατικά χτυπήματα καιενοχοποίηση της Αριστεράς στην Ιταλία του 1970», (ιστοσελίδα https://barikat.gr/content/i-stratigiki-tis-entasis-tromokratika-htypimata-kai-enohopoiisi-tis-aristeras-stin-italia , τελευταία επίσκεψη 23/4/2017).

 

«1969-…: Στρατηγική της Έντασης στην Ιταλία», ιστοσελίδα http://rioters.espivblogs.net/2009/11/03/1969- (τελευταία επίσκεψη, 23-4-20017).

 

 

Ιστοσελίδες

 

http://www.cine.gr/film.asp?id=708503&page=4 (τελευταία επίσκεψη 23-4-2017).

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A6%CE%B1%CF%83%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82 (τελευταία επίσκεψη, 18-4-2017).


Wikipedia 3 (τελευταία επίσκεψη, 23-5-2017).

Wikipedia 4 (τελευταία επίσκεψη, 23-5-2017).

 

[i] Για το ρόλο της «κουτσής νίκης», καθώς και άλλων παραγόντων στη ριζοσπαστικοποίηση των μαζών και στην εκτράχυνση της πολιτικής δράσης στο EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σελ. 25.

[ii] Χ.Ο., «Φασισμός», Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάννικα, Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα 1996, σελ. 187.

[iii]X.O., όπ. π., σελ. 187.

[iv] Χ. Ο., όπ. π., σελ. 187.

[v] Χ.Ο., όπ. π., σελ. 187.

[vi] Wikipedia (τελευταία επίσκεψη, 18-4-2017).

 


[vii]Όπ. π.

[viii] Για την πορεία της έννοιας totalitario και την κατάληξή της, Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γεώρμας, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2000, σελ. 182.

[ix] Χ.Ο., «Φασισμός», Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάννικα, Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα 1996, σελ. 185.

[x]EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σελ. 23.

[xi]EmilioGentile, όπ. π., σελ. 185 και Wikipedia (τελευταία επίσκεψη, 18-4-2017).

 


[xii]RobertO. Paxton,Η Ανατομία του Φασισμού, Κέδρος, Αθήνα 2004, σελ. 86. OΜουσολίνι είχε διασωθεί από την εκλογική πανωλεθρία του 1919, χάρη στην πρακτική του squadrismo, που επινόησαν μερικοί οπαδοί του στην αγροτική Βόρεια Ιταλία.Εκεί ορισμένοι από τους πιο δραστήριους οπαδούς του εφάρμοσαν τακτικές που είχαν μάθει ως στρατιώτες, επιτιθέμενοι στους εσωτερικούς πια εχθρούς του ιταλικού έθνους.

[xiii]EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σελ. 27.

Όσο ο Μουσολίνι ήταν διευθυντής της Avanti έχαιρε γενικής εκτίμησης και ήταν η πιο δημοφιλής μορφή του ιταλικού σοσιαλισμού.

Δυναμικός καθοδηγητής του κόμματος, φιλόδοξος, με προσωπικότητα μοντέρνου πολιτικού που γοήτευε τις μάζες, αντιεθνικιστής, αντιμιλιταριστής και διεθνιστής, ο Μουσολίνι όταν ξέσπασε η παγκόσμια σύρραξη δήλωσε αμέσως απόλυτη ουδετερότητα.

Λίγους μήνες, όμως, αργότερα, το φθινόπωρο του 1914 έκανε στροφή στον παρεμβατισμό, γιατί πίστευε ότι η ήττα των Κεντρικών Αυτοκρατοριών ήταν αναγκαία για να κατατροπωθεί ο μιλιταρισμός και ο απολυταρχισμός και να δημιουργηθούν οι συνθήκες για την κοινωνική επανάσταση.Λίγοι σοσιαλιστές τον ακολούθησαν στη μεταστροφή, παρ’ ό,τι πίστευε το αντίθετο.

[xiv] Η δημιουργία των fasciήταν συνήθης πρακτική στα πλαίσια του ιταλικού αριστερού κινήματος, στο Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γεώρμας, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2000, σελ. 129.

[xv]Hέκφραση «φασιστικό κίνημα» εμφανίζεται τον Απρίλιο του 1915 στην εφημερίδα αυτή και όριζε μια νέου τύπου οργάνωση, το αντικόμμα, αποτελούμενο από μαχητικούς πολιτικούς με ελεύθερο πνεύμα που απέρριπταν την οργάνωση και τα δόγματα που επέβαλλαν τα κόμματα.EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σελ. 28.

[xvi] Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γεώρμας, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2000, σελ. 140 και γενικότερα για το ζήτημα στο ίδιο, σσ. 140-146.

[xvii]RobertO. Paxton,Η Ανατομία του Φασισμού, Κέδρος, Αθήνα 2004, σσ. 86-93.

[xviii]EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σελ. 30.

[xix]Robert O. Paxton, όπ. π., σελ. 28.

[xx]Robert O. Paxton, όπ. π., σελ. 30.

[xxi]ΟιβουλευτέςτουPartitoNationaleFascistaεξελέγησαν μέσα από τη λίστα του Τζιολίτι. Ο αριθμός των βουλευτών δεν ήταν μεγάλος, αλλά απέδειξε ότι ο Μουσολίνι έπρεπε να θεωρείται πλέον ουσιαστικό κομμάτι του ιταλικού αντισοσιαλιστικού συνασπισμού σε εθνικό επίπεδο RobertO. Paxton,Η Ανατομία του Φασισμού, Κέδρος, Αθήνα 2004, σελ. 93.

[xxii] Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γεώρμας, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2000, σσ. 156-162.


[xxiii] Wikipedia(τελευταία επίσκεψη, 23-5-2017).

[xxiv]EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σελ. 35.

[xxv] Για τον «αντιτζιολιτισμό» που ήταν μια εξέγερση μικροαστών νέων που ήθελαν να ανατρέψουν την καθεστηκυία τάξη πραγμάτων με έναν πόλεμο ή μια επανάσταση και την προσέγγιση τους από τους εθνικιστές διανοούμενους EmilioGentile, όπ. π., σελ. 24.

[xxvi] Wikipedia (τελευταία επίσκεψη, 23-5-2017) και γενικότερα στη σχετική βιβλιογραφία.


[xxvii] Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γεώρμας, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2000, σσ. 166-167.

[xxviii]RobertO. Paxton,Η Ανατομία του Φασισμού, Κέδρος, Αθήνα 2004, σελ. 127.

[xxix] Robert O. Paxton,  όπ. π., σσ. 128-129.

[xxx] Robert O. Paxton,όπ. π., σσ. 126-129.

[xxxi]EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σσ. 35-40.

[xxxii] Wikipedia  , (τελευταία επίσκεψη, 23-5-2017).

[xxxiii]EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σελ. 39.

[xxxiv] Για το διάστημα 1922-1925, ο Μουσολίνι ήταν ημισυνταγματικός πρωθυπουργός, Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γεώρμας, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2000, σσ. 167 και 173-181.

[xxxv]Πολλοί διανοούμενοι και πολιτικοί, εξ αιτίας αυτής της προπαγάνδας είχαν σχηματίσει πολύ θετική εντύπωση για τον Μουσολίνι και το καθεστώς του. Μεταξύ αυτών ο Τσώρτσιλ, ο Λόιντ Τζώρτζ, ο Μπέρναρντ Σω, ο Αμερικανός πρόεδρος Ρούσβελτ και ο Νίκος Καζαντζάκης.Wikipedia (τελευταία επίσκεψη, 23-5-2017).

Επίσης, γνωστές είναι οι περιπτώσεις του Έζρα Πάουντ και του Λουίτζι Πιραντέλλο, καθώς και η δημιουργία της Cinecittà. HCinecittàιδρύθηκε το 1937 από τον Μουσολίνι, το γιο του Βιττόριο, τον υπεύθυνο για τον κινηματογράφο LuigiFreddiμε το σλόγκαν«Il cinema è l'arma più forte» («Το σινεμά είναι πιο δυνατό από τα όπλα»).

Ο Φασισμός στην Ιταλία απέφυγε να επιβάλλει μια «Επίσημη Τέχνη», με αποτέλεσμα να κερδίσει την υποστήριξη πολλών τομέων του πολιτισμού και της τέχνης στο EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σελ. 45.

[xxxvi] Ο Μουσολίνι από τις αρχές της δεκαετίας του 1930 άρχισε να αποπέμπει από τους κυβερνητικούς θώκους τους Φασίστες που είχαν ισχυρή προσωπικότητα και να τους αντικαθιστά με υποχείριά του.

[xxxvii]EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σελ. 44.

[xxxviii]EmilioGentile, όπ. π., σσ. 40, 43-44.

[xxxix]EmilioGentile, όπ. π., σσ. 44-48.

[xl] Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γεώρμας, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2000, σελ. 182.

[xli]Στάνλεϊ Πέιν, όπ. π., σελ. 183.

[xlii] Χ.Ο., «Φασισμός», Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάννικα, Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα 1996, σελ. 188.

[xliii] Χ.Ο., όπ. π., σελ. 188.

[xliv] Χ. Ο.,όπ. π., σελ. 188

[xlv]EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σελ. 53

[xlvi]EmilioGentile, όπ. π., σελ. 52.

[xlvii] Χ.Ο., «Φασισμός», Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάννικα, Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα 1996, σελ. 188.

[xlviii]EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σσ. 52-53.

[xlix] Χ.Ο., «Φασισμός», Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάννικα, Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα 1996, σελ. 188.

[l] Wikipedia (τελευταία επίσκεψη, 23-5-2017)

[li]EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σσ. 54-55.

[lii]Wikipedia (τελευταία επίσκεψη, 23-5-2017).

[liii] Wikipedia (τελευταία επίσκεψη, 23-5-2017).

[liv] Χ.Ο., «Φασισμός», Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάννικα, Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα 1996, σ σσ. 186-187. Επίσης,για την επίδραση των Σορέλ και Παρέτο στο Μουσολίνι,  Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γεώρμας, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2000, σελ. 131.


[lv]EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σσ. 50-51.

[lvi]EmilioGentile, όπ. π., σελ. 44.

[lvii]EmilioGentile, όπ. π., σελ. 48. Παρ’ ό,τι ο Μουσολίνι είχε αποκηρύξει τον αντισημιτισμό στις αρχές της δεκαετίας του 1930, μετά άλλαξε άποψη και η Ιταλία από το 1938 έγινε αντισημιτικό κράτος.

[lviii]EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σελ. 49.

[lix]EmilioGentile, όπ. π., σελ. 47.

[lx]EmilioGentile, όπ. π., σελ. 54.

[lxi]EmilioGentile, όπ. π., σελ. 55.

[lxii] Ιστοσελίδα τελευταία προβολή 23-4-2017.

[lxiii]Γ. Κατσιαφίκας, Η ανατροπή της πολιτικής, Ευρωπαϊκά αυτόνομα κοινωνικά κινήματα και η αποαποικιοποίηση της καθημερινής ζωής, Ελευθεριακή Κουλτούρα 2007, στην ιστοσελίδα  , τελευταία επίσκεψη 23-4-2017.

[lxiv]EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σελ. 50.

[lxv]1969-…: Στρατηγική της Έντασης στην Ιταλία, ιστοσελίδα , τελευταία επίσκεψη, 23-4-20017.
[lxvi]Όπ. π.

 

[lxvii] Κατερίνα Σκαργιώτη, «“Η στρατηγική της έντασης”: τρομοκρατικά χτυπήματα και ενοχοποίηση της Αριστεράς στην Ιταλία του 1970», (ιστοσελίδα  , τελευταία επίσκεψη 23/4/2017).

[lxviii]Κατερίνα Σκαργιώτη, όπ. π.

[lxix]«1969-…: Στρατηγική της Έντασης στην Ιταλία», ιστοσελίδα
 , τελευταία επίσκεψη, 23-4-20017.
[lxx] Κατερίνα Σκαργιώτη, «”Η στρατηγική της έντασης”: τρομοκρατικά χτυπήματα καιενοχοποίηση της Αριστεράς στην Ιταλία του 1970», (ιστοσελίδα  , τελευταία επίσκεψη 23/4/2017).

[lxxi]Γ. Κατσιαφίκας, Η ανατροπή της πολιτικής, Ευρωπαϊκά αυτόνομα κοινωνικά κινήματα και η αποαποικιοποίηση της καθημερινής ζωής, Ελευθεριακή Κουλτούρα 2007, στην ιστοσελίδα, τελευταία επίσκεψη 23-4-2017.

[lxxii] Για τον μαζικό Φασισμό του 1921, σε αντίθεση με τον Φασισμό του Σαν Σεπόλκρο, Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γεώρμας, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2000, σελ. 151.

[lxxiii]Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γεώρμας, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2000, σελ. 188.

[lxxiv] Για την συμμετοχή της Ιταλίας στον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γεώρμας, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2000, σελ. 134-137.

Και, επίσης, στο ίδιο, για την κρίση μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, σσ. 137-140.

[lxxv] Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γεώρμας, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2000, σσ. 127-130.

[lxxvi]Στάνλεϊ Πέιν, όπ. π., σσ. 651-672.

Η παρουσία του Τάκη Δόξα στον τοπικό τύπο κατά τη συγκυρία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και οι απαρχές της παρουσίας του στην «Ηλειακή Βιβλιοθήκη Πύργου»

Του Σάκη Τραμπαδώρου

Τα στοιχεία που ανακοινώνονται εδώ είναι το αποτέλεσμα εξαντλητικής έρευνας στα φύλλα του τοπικού της περιόδου, κυρίως της δεκαετίας του 1930, καθώς και στα πρακτικά της «Ηλειακής Βιβλιοθήκης», για το διάστημα από το 1926 έως το 1952.

Ο Τάκης Δόξας, όπως θα διαπιστώσουμε, νεότατος, κάνει την εμφάνισή του στα γράμματα, αλλά και στον τοπικό τύπο του Πύργου, ξεδιπλώνοντας την πολυσχιδή προσωπικότητά του. Το 1932, και συγκεκριμένα το μήνα Απρίλιο, σε ηλικία μόλις 19 ετών, δημοσιεύει, σε συνέχειες, στην εφημερίδα «Πατρίς» τη νουβέλα με τίτλο το σύμβολο του ερωτηματικού(«;»). Λίγο αργότερα, τον Οκτώβριο του 1935, στην ίδια εφημερίδα, δημοσιεύει άρθρο σχετικά με την απόλυση του αρχειοφύλακα Ζακύνθου και σημαντικότατου Ζακυνθινού ερευνητή Λεωνίδα Χ. Ζώη, αποτέλεσμα, προφανώς, της πολιτικής κατάστασης που επικρατούσε τότε στη χώρα, δείχνοντας έτσι, με το σθένος του, το εφήμερο των εκάστοτε πολιτικών εξουσιών, έναντι της διαχρονικότητας της πνευματικής δημιουργίας.

Κατά το 1936, η παρουσία του αρχίζει και πυκνώνει σε σημαντικό βαθμό. Το Φεβρουάριο αυτού του έτους , πάλι στην «Πατρίδα», δημοσιεύεται από τον Αύγουστο Καπογιάννη η ανακοίνωση της διάλεξης του Δόξα στο Λύκειο των Ελληνίδων, με θέμα «Η φυματική ποιήτρια του πόνου», προφανώς σχετικά με την Μαρία Πολυδούρη. Η φυματίωση είχε ταλαιπωρήσει τη νεοελληνική κοινωνία εκείνη την εποχή και καθόρισε τη ζωή πολλών οικογενειών.

Το Φεβρουάριο, επίσης, του 1936, δημοσιεύεται επιστολή του Δόξα ως προέδρου του «Συλλόγου Γραμμάτων και Τεχνών», σχετικά με την «Ηλειακή Βιβλιοθήκη», ζήτημα που απασχολούσε τότε την τοπική κοινωνία λόγω των οικονομικών δυσχερειών που αντιμετώπιζε, ενώ λίγο αργότερα, τον ίδιο μήνα, δημοσιεύεται ανακοίνωση του «Συλλόγου Γραμμάτων και Τεχνών», υπογεγραμμένη από αυτόν.

Στα τέλη του Μαρτίου του 1936 προαναγγέλλεται η έκδοση της «Απολογίας του Καμπούρη», ενώ στις αρχές Μαΐου 1936 δημοσιεύεται διαφήμιση της έκδοσης της «Απολογίας του Καμπούρη» και άλλων διηγημάτων. Ταυτόχρονα υπάρχει και σχόλιο στην εφημερίδα «Πατρίς», για την έκδοση αυτή.

Στις αρχές Ιουνίου του 1936, στην «Πατρίδα», επίσης, δημοσιεύεται το πεζοτράγουδο «Μεταθανάτιο», με θέμα τη μάνα, ενώ τις 20 Ιουλίου 1936 δημοσιεύεται το ποίημα το «Ξύπνημα των θεών».

Στις αρχές Δεκεμβρίου,του ίδιου έτους, δημοσιεύεται διαφήμιση για την αισθητική μελέτη που κυκλοφόρησε τότε σχετικά με την ποίηση της Μαρίας Πολυδούρη, από τις εκδόσεις του θεσσαλονικιώτικου περιοδικού «Μακεδονική Νεολαία».

Από τις 17 Δεκεμβρίου 1936 έως τις 15 Ιανουαρίου 1937, επίσης στην εφημερίδα «Πατρίς» δημοσιεύεται, στα πλαίσια της στήλης «Σύγχρονοι Ηλείοι Λογοτέχνες», σε συνέχειες, η εκτενής σημαντική μελέτη του για τον Διονύσιο Κόκκινο.

Επίσης, για το 1936 σταχυολογήθηκαν 10 δημοσιεύματα σχετικά με το «Σύλλογο Γραμμάτων και Τεχνών», στην ίδρυση και λειτουργία του οποίου είχε πρωτοστατήσει. Τα δημοσιεύματα αυτά αφορούν διαλέξεις, μουσικοφιλολογικές εκδηλώσεις, καθώς και τα διοικητικά πράγματα του Συλλόγου. Οι διαλέξεις δίδονταν στο θέατρο «Απόλλων», οι μουσικοφιλολογικές εκδηλώσεις, κυρίως, στο καφενείο «Ερμείον», ενώ οι συνελεύσεις του συλλόγου γίνονταν είτε στην αίθουσα του Δικηγορικού Συλλόγου, είτε του Εμπορικού Συλλόγου «Ερμής». Στο δημοσίευμα της 23ης Φεβρουαρίου 1937 έχουμε και τις αρχαιρεσίες του Συλλόγου. Πρόεδρος ανεδείχθη ο Τάκης Δόξας, αντιπρόεδρος ο Νάκης Αυγερινός, γενική γραμματέας η δεσποινίδα Ελένη Μαρκοπούλου, ταμίας ο Αύγουστος Καπογιάννης, και μέλη ο Γ. Τζένος, η κυρία Διάνα Αγγελακοπούλου και η δεσποινίδα Νίκη Πετροπούλου.

Την Πρωτοχρονιά του 1937 δημοσιεύεται, στην «Πατρίδα», πρωτοσέλιδο άρθρο του Δόξα με τίτλο «Η αγωνία του νέου χρόνου».

Στις αρχές Ιουνίου 1938 ο Δόξας αναχωρεί για την Τρίπολη, προσκεκλημένος του Ομίλου Διαλέξεων της πόλεως αυτής, για να μιλήσει με θέμα τον Κώστα Καρυωτάκη. Να σημειώσουμε ότι ο Καρυωτάκης, ως ποιητής είχε γίνει με δυσκολία αποδεκτός. Ας θυμηθούμε τη ρήση του Εμπειρίκου «Το λέγω και θα το ξαναπώ πολλάκις–είναι μεγάλος ποιητής ο Κώστας Καρυωτάκης».

Στην εφημερίδα «Δημιουργία» της Αμαλιάδας, στις 17 Απριλίου 1938, υπάρχει διαφημιστική καταχώρηση για την ποιητική συλλογή του Τάκη Δόξα «Λευκοί Δρόμοι», με την σημείωση ότι κυκλοφορεί λίαν προσεχώς. Στη συνέχεια, στα τέλη Μαΐου 1939, δημοσιεύεται στην εφημερίδα «Δημιουργία» της Αμαλιάδας, επίσης, το ποίημα «Πλεχτό τραγούδι».

Την Πρωτοχρονιά του 1939 δημοσιεύεται το πρώτο μέρος του πρωτοχρονιάτικου διηγήματος του συγγραφέα «Η σπασμένη κούκλα», ενώ στις 21 Ιανουαρίου 1939 ο Δόξας δίνει διάλεξη στην Αμαλιάδα, στο κινηματοθέατρο της πόλεως αυτής «Πάνθεον» προσκεκλημένος του «Προοδευτικού Συνδέσμου Κυριών Αμαλιάδας», με θέμα «Το ερωτικό πάθος της γυναίκας στην νεοελληνική ποίηση». Στις αρχές Μαΐου 1939, ο Δόξας προσκεκλημένος από το Σύνδεσμο Γυναικών και Δεσποινίδων της Αμαλιάδας δίνει, επίσης, στο κινηματοθέατρο «Πάνθεον», διάλεξη με θέμα παρεμφερές με το προηγούμενο και συγκεκριμένα σχετικά με το ερωτικό πάθος στη ελληνική γυναικεία ποίηση.

Στην εφημερίδα Δημιουργία της Αμαλιάδας στις αρχές του Ιουνίου του 1939, δημοσιεύεται το ποίημά του «Ώρα Πρωινή».

Στις 13 Μαΐου 1939, δημοσιεύεται κριτική του Δόξα για δύο βιβλία του συνταξιούχου καθηγητή Ηλία Παπαλεωνίδα. Το ένα από αυτά είχε ως τίτλο «Τα καλά έργα», ενώ το δεύτερο «Η Εθνική ψυχή».

Στις αρχές Σεπτεμβρίου 1939 δημοσιεύει το ποίημα «Το στοιχειό» Όπως αναφέρεται στο τέλος του δημοσιεύματος σκοπός του ποιήματος ήταν να παρασταθεί συμβολικά ο ερχομός του Πολέμου και η ανατροπή της πρότερης κατάστασης, η οποία περιγράφεται με τρόπο εξιδανικευμένο.

Στη συνέχεια, στις 19 Δεκεμβρίου 1939, έχουμε ανταπόκριση από την Πάτρα σχετικά με την πολύ επιτυχημένη διάλεξη που έδωσε ο Τάκης Δόξας, στην πόλη αυτή, στην αίθουσα της Σχολής του Λαού, με θέμα «Η πατρική μορφή του Κωστή Παλαμά».

Στα τέλη του Ιουλίου του 1940, έχουμε δημοσίευση της βιβλιοκρισίας του Περσέα Αθηναίου για το έργο του Τάκη Δόξα «Εσωτερική Τέχνη». Από το κείμενο της κριτικής μαθαίνουμε ότι ο Δόξας εμφανίστηκε κατ’ αρχάς ως πεζογράφος, ενώ πρόσφατα, εκείνη την περίοδο, εμφανίστηκε και ως ποιητής. Επίσης μαθαίνουμε ότι το έργο «Η εσωτερική τέχνη» ήταν βιβλίο κριτικής και εκδόθηκε από τον Αιγυπτιώτη εκδότη Κασιγόνη και τις εκδόσεις «Έρευνα».

Στις 20 Οκτωβρίου 1940 στη στήλη, της «Πατρίδας», «Λυρικά Σχέδια» δημοσιεύεται το πεζοτράγουδο «Η ρόδινη σκιά».

Στις 22 Οκτωβρίου 1940, επίσης, στην στήλη «Λυρικά Σχέδια», δημοσιεύεται το πεζοτράγουδο «Ένα ήρεμο φέγγος», ενώ στις 24 Οκτωβρίου 1940, επίσης στην στήλη «Λυρικά Σχέδια», δημοσιεύεται το πεζοτράγουδο Η Μελωδία της Σιωπής».

Στις 26 Ιανουαρίου 1941, και συγκεκριμένα στη στήλη «Πολεμικοί Παιάνες», δημοσιεύεται άρθρο του με τίτλο «Η δόξα των τραυματιών», αφιερωμένο στον τραυματία πολέμου, Βασίλη Τσιόρδα. Εκείνη την εποχή στα φύλλα των εφημερίδων κυριαρχούν τα πολεμικά γεγονότα, ενώ πολύ ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι στο ίδιο φύλλο δημοσιεύονται δύο διαφημιστικές καταχωρίσεις γυναικών γιατρών του Πύργου και συγκεκριμένα της οδοντιάτρου Αντιγόνης Καραμπέτσου και της ακτινολόγου-μικροβιολόγου Καλλιόπης Τρύφωνος Παπαλεωνίδα.

Εκτός αυτών, εκείνη την εποχή συνεχή παρουσία στα φύλλα του τοπικού τύπου έχουν η σταφίδα, οι θεσμοί που σχετίζονταν με το προϊόν αυτό, το λιμάνι του Κατακώλου, οι επαγγελματίες, κυρίως του Πύργου, αλλά και της Αμαλιάδας, αλλά και πολύ σημαντικές προσωπικότητες των γραμμάτων, όπως ο Κωστής Παλαμάς, η Μαρία Πολυδούρη, ο Γιάννης Σκαρίμπας, ο Ιωάννης Πολέμης και η Μυρτιώτισσα.

Τέλος, στο φύλλο της εφημερίδας «Αυγή» του Αύγουστου Καπογιάννη στις 29 Απριλίου 1946, αναφέρεται ότι υπεύθυνος για την φιλολογική ύλη της εφημερίδας είναι ο Τάκης Δόξας.

Σε σχέση, τώρα, με την παρουσία του Τάκη Δόξα στην «Ηλειακή Βιβλιοθήκη», κατά τις απαρχές της λειτουργίας της, η πρώτη του παρουσία, επισήμως, εντοπίζεται τον Αύγουστο του 1943, όταν η Βιβλιοθήκη αρχίζει να λειτουργεί ξανά, αφού είχε αναστείλει την λειτουργία της λόγω της Κατοχής. Ήταν τότε που εκλέγεται γραμματέας του Σωματείου «Ηλειακή Βιβλιοθήκη», με πρόεδρο τον Αριστομένη Νταϊρόπουλο και ταμία τον Νίκο Δασιό.

Μετέπειτα έχουμε συνεχείς αναφορές, ενώ στις αρχαιρεσίες του Φεβρουαρίου του 1947 ο Τάκης Δόξας εκλέγεται αντιπρόεδρος με πρόεδρο τον Μένη Νταϊρόπουλο, ταμία τον Νίκο Δασιό, γραμματέα τον Νίκο Καραμπάτση και έφορο τον Παναγιώτη Παπαδόπουλο. Το 1951 και το 1952 τον ξαναβρίσκουμε στη θέση του Γραμματέα της «Ηλειακής Βιβλιοθήκης» συμμετέχοντας ενεργά στις διαδικασίες τροποποίησης του άρθρου 25 του καταστατικού του Σωματείου, που είχε να κάνει με τη διάθεση της περιουσίας του σε περίπτωση διαλύσεώς του, καθώς και στις διαδικασίες της κρατικοποίησής της. Ο Τάκης Δόξας, εκτός του λογοτεχνικού του έργου, άφησε την προσωπική του σφραγίδα και στην Βιβλιοθήκη του Πύργου (αρχικά «Ηλειακή» και μετέπειτα δημόσια), αφού φαίνεται να είχε αντιληφθεί πλήρως αυτό που έχει επισημανθεί από τον Reinhard Wittmann σχετικά με τον δημοκρατικό χαρακτήρα των δημοσίων βιβλιοθηκών.

Ο Τάκης Δόξας γέννημα και θρέμμα του Πύργου της οικονομικής ακμής, της σταφιδικής οικονομίας και της πυκνής κοινωνικής ζωής, έκανε αισθητή την παρουσία του, όχι μόνον με το λογοτεχνικό του έργο, αλλά και γενικότερα στην πνευματική ζωή της περιόδου που έζησε, κληροδοτώντας σε εμάς παρακαταθήκες που υπάρχουν και θα υπάρχουν εσαεί.

 

 

1 Το παρόν κείμενο είναι αυτό της διάλεξης που δόθηκε στα πλαίσια της εκδήλωσης για τον Τάκη Δόξα, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 17 Μαρτίου 2018, από την Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη του Πύργου.

2 Ο Σάκης Τραμπαδώρος είναι Οικονομολόγος (Πανεπιστήμιο Μακεδονίας), Ιστορικός (Ιόνιο Πανεπιστήμιο) και κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος Ειδίκευσης στη Μεθοδολογία Κριτικής και Έκδοσης Ιστορικών και Αρχειακών Πηγών (Ιόνιο Πανπιστήμιο).

Έμποροι και εμπορικές συντροφίες στον Πύργο της επαναστατικής δεκαετίας του 1820. - Ένα ανέκδοτο ναυλοσύμφωνο με τον έμπορο Salvatore Gambin

του Διονύση (Σάκη) Τραμπαδώρου

 

Το πρώτο χρονολογικά έγγραφο το οποίο αφορά σύσταση εμπορικής συντροφίας στην περιοχή του Πύργου είναι αυτό που δημοσιεύει ο Χρυσανθακόπουλος, με ημερομηνία 1η Μαρτίου 1797, και, συγκεκριμένα, τη σύσταση συντροφίας μεταξύ του Γιάννη Μοσχούλα και του Γιωργάκη Αυγερινού.

Το έγγραφο υπογράφεται ως εξής: «γιανις μοςκουλας βεβεονο», «σταθις πατρινος μαρτιρο», «δοκτωρ νικολαος σισινης μαρτυρο», ενώ στο πίσω μέρος της επιστολής αναφέρεται η εξής φράση: «μολογία τοῦ κυρ γιανη μουσκοῦλα»[1].

Οι έμποροι και οι επωνυμίες των εμπορικών συντροφιών που δραστηριοποιήθηκαν κατά τη δεκαετία του 1820, στον Πύργο, είναι οι εξής: Σαλβατόρος Γαμπής (Salvatore Gambin) Μαλτέζος, Βασίλειος Ιωάννου και Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Βασίλειος Ιωάννου και Συντροφία,  Παναγιώτης Καννελόπουλος και Συντροφία, Πέλυτον Πελτράν, Μιχαήλ Στεμ(ν)ιτζιώτης (Σπετσιώτης), Μιχαήλ Στεμ(ν)ιτζιώτης και Συντροφία (Σπέτσες), Κωνσταντίνος Κεραμιδόπουλος[2] (Πύργιος), Αναγνώστης Ζαφειρόπουλος και Συντροφία (το όνομα αυτό το βρίσκουμε και σε βιβλίο του Β. Κρεμμυδά, ως σύγαμβρο του Αντώνη Σαλβαρά[3]) Γρηγόρης Κυριακόπουλος (Πύργιος) και Δημήτριος Κασκαντέρος (σύντροφοι), Σπυρίδωνας και Αναστάσιος Χέλμης (Ζακύνθιοι), Γαβρίλης και Γερόλυμος Μακρής (Κεφαλλήνες), Χρήστος Δαραλέξης (Πύργιος), Ιωάννης Καρυτινός, Νικόλαος Σταματόπουλος (κάτοικος Λευκάδας), Ιωάννης Αναγνώστου, Παύλος Μιχαλίτζης, Νικόλαος Γιοβάνης (Γαλαξιδιώτης) Κωνσταντίνος Πατρινός (Σπετσιώτης), Αναστάσιος Ι. Λεονταρίτης (Πύργιος) Διονύσιος Χατζηγιάννης - Μητρόπουλος (Πύργιος). και Δημήτριος Λαμπίκης Καραντζάς, «Βυζάντιος» όπως αναφέρει στα έγγραφα, δηλαδή Κωνσταντινουπολίτης

Ενδεχομένως, κάποιοι από αυτούς να ήταν και ναυτικοί, όπως οι Σπυρίδωνας και Αναστάσιος Χέλμης και Νικόλαος Γιοβάνης.

Έρευνα - σταχυολόγηση – μεταγραφή: Διονύσης (Σάκης) Τραμπαδώρος

Χαρακτηριστικά του εγγράφου: Τυπικό δείγμα συμβολαίου που εξάγεται από το Μνημονείο του Πύργου επί Κουβαρά, εύκολο στην κατανόηση, γενικώς, αλλά με δυσκολίες στην ακριβή απόδοση.

Παρουσίαση εγγράφου

Συμφωνητικό ναύλωσης πλοίου, Δημόσιος Μνήμων Πύργου Στέλιος Α. Κουβαράς, α/σ 144/4 Δεκεμβρίου 1829/Πύργος Ηλείας.

Συμφωνητικό ναύλωσης του πλοίου «Παναγία Παντοχαρά», με σημαία του Ιονίου Κράτους, μεταξύ του πλοίαρχου Σπύρου Βλαστού, Ζακυνθίου και του Σαλβατόρου Γαμπή (Salvatore Gambin), Μαλτέζου.

Ο Salvatore Gambin, παρ΄ ότι Μαλτέζος στην καταγωγή, είχε πολιτογραφηθεί ως Ζακύνθιος, με βάση την νομοθεσία του Ιονίου Κράτους για τους ξένους, οι οποίοι όταν πληρούσαν κυρίως το κριτήριο του χρόνου μόνιμης διαμονής στα Επτάνησα, θεωρούντο πολίτες του Κράτους αυτού.

Σκοπός την ναύλωσης ήταν η μεταφορά μουλαριών και αλόγων από το Κατάκωλο ἢ τον Κόρακα ἢ το Πυργί (υποτυπώδη λιμάνια της περιοχής του Πύργου εκείνη την εποχή) στη Ζάκυνθο.

Για το Κατάκωλο δεν χρειάζεται να πούμε που τοποθετείται, παρ΄ότι το Κατάκωλο εκείνης της εποχής ελάχιστη σχέση έχει με το σημερινό, από την άποψη της τοπογραφίας. Για τον Κόρακα παρ΄ότι υπάρχει και η άποψη ότι πρόκειται για τον σημερινό Άγιο Ανδρέα, εμείς πιστεύουμε, βάση έγγραφων μαρτυριών, ότι πρόκειται για την ευρύτερη περιοχή της σημερινής παραλίας του Κόρακα, στο Κορακοχώρι, ενώ για το σκάλωμα του Πυργίου δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τοποθετείται στην περιοχή του Αγίου Ηλία Πύργου.

Το ναυλοσύμφωνο υπογράφουν οι Κυριαζής Βλαχοχρήστος παρακαλεστός από τον Σπύρο Βλαστό και ως μάρτυρες, οι Γιώργης Λιθαράς και Νικόλαος Παυλόπουλος.

Όπως έχουμε αναφέρει σε άλλο δημοσίευμα η λέξη «παρακαλεστός» στα συμβόλαια εκείνης της εποχής σήμαινε τον άνθρωπο που υπέγραφε αντί του εκάστοτε αγράμματου συμβαλλομένου.

Επίσης, στο ναυλοσύμφωνο υπάρχει η έκφραση «αρμόδιος καιρός», που σημαίνει ο κατάλληλος καιρός, οι κατάλληλες καιρικές συνθήκες.

Μνεία ακόμη γίνεται και στα «δίστηλα τάλιρα», ένα από τα νομίσματα της εποχής, στα οποία έχουμε αναφερθεί.

Το όνομα του πλοίου, «Παναγία Παντοχαρά» ήταν και είναι, μέχρι και σήμερα ακόμη, πολύ συνηθισμένο για σκάφη ζακυνθιακής ιδιοκτησίας.

 

Αρχή εγγράφου

Αῤ:144: Τῶ χιληοστὸν ὁκτακοσιοστὸν ἡκοστὸν ἓνατον τῆ τετάρτη τοῦ Δικεμβρίου τοῦ Μηνὸς ἐν Πύργω, ἐπαρισυάσθησαν προσοπικὸς ἐν τῶ ἡμετέρον γραφεῖον τοῦ Δημοσίου Μνήμωνος τῆς ἐπαρχίας ταῦτης παρόντων τῶν κάτοθεν ἁξιοπήσθων μαρτύρων ἀπὸ τὸ ἒν μέρος ὁ Κύριος Πλύαρχος Σπύρος Βλαστὸς τοὺ ἰωάνη Ζακίνθηος, καὶ ἐκ τοῦ ἐτέρου ὁ Κύριος Σαλβατόρος Γαμπὶς ποτὲ ἰωάνη Μαλτέζος, τὰ ὁποῖα μέροι φανερώνουν καὶ ὁμολογοῦν ὃτι ἐσυμφόνισαν, ὁς ἀκολουθὰ.

ὁ ῥυθὴς κύριος Βλαστὸς τὴν σύμερον δήδη εἰς Ναύλον τὸ πλήοντου ὁνομαζόμενον ἡ Παναγία Παντοχαρὰ μὲ συμέα ἐπτανίσηαν πρὸς τὸν ἐδὸ παρὸντα Κήριον Σαλβατόρον, ὑποσχόμενος νὰ μεταφέρη ἀπὸ τὴν σκάλα τοῦ Κώρακα ἡ κατάκολου, ἡ Πυργή εἰς Ζάκυνθω μουλάρια σαράντα καὶ τρία ἂλογα τὰ ὁποῖα ἀμέσος ὁποῦ εὐγάλη τὸ καικηὸντου ἀπὸ τὸν ποταμὸν τοῦ Μορέος ὑπόσχεται νὰ ἡπάγη εις ἐκίνην τὴν σκάλαν μόνον ἀπὸ ταῖς ἀνωηριμέναις, καὶ νὰ βὰλη ὃσα μουλάρια ἢθελε δυνιθῆ καὶ χορὶς ἀναβολὴν κεροῦ νὰ ἁναχορίση διὰ Ζάκινθο, καὶ ευγαζων ταύτα ἒξω ἀμέσος νὰ ἁναχορίση ἒχοντας τὸν γκερὸν ἀρμόδιον* καὶ νὰ ἐπιστρέψη εἰς τό αὐτὸν σκάλομα νὰ φορτόση τὰ ἀποληοθὲν ἡ ὃσα ἡμπορέση, καὶ ἐνενὶ λόγο νὰ τὰ κουβαλήση ὃλα εἰς Ζάκινθο χωρὶς νὰ ἡμπορέση ὃ ῥυθὴς πλίαρχος νὰ κυτάξι ἂλην του δουλιὰν ἐὰν πρότον δὲν κάμη τὴν ὁλόκληρον μετακόμησιν τῶν ῥυθέντων ζόον, διὰ τὰ ὁποῖα ὑπόσχεται ὁ Ναυλοτὴς Κύριος σαλβατόρος νὰ πλυρόση διὰ ναύλον τάλιρα δίστηλα* δίο |απ’τὰ φορτοια|διὰ τὸ κάθε ζώον, ἂν κατὰ περίστασις ἢθελε ἀκολουθήση καμίαν ἀτυχίαν ζώου νὰ εἶναι διὰ λογαριασμὸν τοῦ Νικοκίρη αὐτῶν, ὑπόσχεται ὁ πλύαρχος [[ὑπόσχεται]] νὰ μετακομήση τοὺς ἀνθρόπους τοὺ ναυλοτοῦ εἰς Ζάκινθο χορὶς Ναῦλον οὓτος ὑπόσχονται νἀ βαστάξουν στέρεας καὶ ἁμετάτρεπτας τᾶς ἁνοηριμένας συνθίκας καὶ ὃποιος ἀπὸ τὰ ῥυθέντα μέροι ἣθελε λύψη νὰ ὑπόσχεται εἰς ὃλας τὰς ἐπυζιμηόσοις καὶ ἐπυδῆ ὁ ῥυθὴς πλύαρχος δὲν ἰξεύρη γράμματα ὑπογράφη ἃλος διὰ αὐτὸν.-

Κυριαζῆς Βλαχωχρίστος παρακαλεστος ἀπὸ τὸν ανωθεν πληαχον σπιρον βλαστον επιδι ὂτι δεν ηξερι υπογραψη

Salvatore Gambin

γηωργῆς ληθαρᾶς μαρτηρω

νηκόλαος παβλόπουλος μαρτυρὸ

 

                                                                                                     ὁ Δημόσιος Μνήμων

 

                                                                                                      Στέλιος Α: Κουβαρὰς

 

 Τέλος εγγράφου

 

 

[1]Γεώργιος Αριστείδου Χρυσανθακόπουλος, Η Ηλεία επί Τουρκοκρατίας, Ιδιωτική έκδοση, Εν Αθήναις 1950, σελ. 83.

[2]Βρήκαμε το επώνυμο στα Μητρώα Αρρένων του Δήμου Πύργου.

[3]Βασίλης Κρεμμυδάς, Το καριοφίλι και το γρόσι. Στεριανές οικονομικές πραγματικότητες στη νότια Πελοπόννησο (1750-1850), Ιστορικό Αρχείο-Πολιτιστική Συμβολή της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, Αθήνα 2004, σελ. 91.

 

 

Προς ανοικοδόμησιν του Ναού του Πολιούχου Αγίου Διονυσίου.

του Διονύση (Σάκη) Τραμπαδώρου*

 

Στο ΦΕΚ 98, τεύχος Α΄ Της 24Ης Απριλίου 1909 δημοσιεύτηκε ο Νόμος ΓΤΜΗ’ (3348) περί επιβολής πρόσθετων φόρων επί των εκ του λιμένος Ζακύνθου εξαγομένων ή μεταφερόμενων σταφίδος, ελαίου και ξυλανθράκων, προς ανοικοδόμηση του Ναού του Πολιούχου Αγίου Διονυσίου.

Ο νόμος αποτελείτο από επτά άρθρα. Στο πρώτο από αυτά οριζόταν ότι επιβαλλόταν πρόσθετος φόρος μίας δραχμής επί εκάστου ιονικού χιλιόλιτρου σταφίδος και πενήντα λεπτών επί εκάστης ιονικής βαρέλας ελαίου.

Με το 2ο άρθρο, η διάρκεια της φορολογίας αυτής οριζόταν έως ότου αποπληρωνόταν το δάνειο το οποίο θα συνομολογείτο κατά το άρθρο 5 του παρόντος νόμου.

Στο άρθρο 3 οριζόταν ότι οι φόροι αυτοί θα εισπράττονταν από τον Τελώνη Ζακύνθου και θα κατατίθεντο επ’ ονόματι της διαχειριστικής επιτροπής, η οποία οριζόταν με το επόμενο άρθρο, σε λογαριασμό, στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος.

Η διαχειριστική επιτροπή (άρθρο 4ο) η οποία συστηνόταν, αποτελείτο από εννέα πρόσωπα, συγκροτούμενη από τον Σεβασμιότατο Επίσκοπο Ζακύνθου, το δήμαρχο Ζακυνθίων, τον ηγούμενο της Μονής Στροφάδων και Αγίου Διονυσίου και από έξη έγκριτους πολίτες που θα διορίζονταν εφάπαξ μετά από πρόταση του δημοτικού συμβουλίου.

Με το 5ο άρθρο επιτρέπεται στην επιτροπή αυτή να συνομολογήσει δάνειο με την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας ή με άλλη αναγνωρισμένη Τράπεζα μέχρι του ποσού των 250.000 δρχ.

Στο 6ο άρθρο διακανονίζονταν τα περί του τρόπου λειτουργίας της διαχειριστικής επιτροπής, ενώ στο 7ο άρθρο οριζόταν η κατάργηση της ερανικής επιτροπής που είχε συσταθεί με το βασιλικό Διάταγμα της 16ης Μαρτίου του 1900, η οποία αντικαθίσταται από την διαχειριστική επιτροπή του παρόντος νόμου και η οποία θα συνέχιζε την οικονομική διαχείριση των ποσών που είχε συγκεντρώσει η προηγούμενη επιτροπή.

Ο νόμος ψηφίστηκε από τη Βουλή και υπογράφτηκε στην Κέρκυρα από τον Γεώργιο Α΄ και του υπουργούς Οικονομικών Ν. Π. Καλογερόπουλο, Εσωτερικών Ν. Π. Λεβίδη και τον Δικαιοσύνης Κ. Αργ. Λομβάρδο.

Στη συνέχεια, με το νόμο 2799 που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ αρ. 95, τεύχος Α, της 20ης Ιουνίου 1922, αυξάνεται ο πρόσθετος φόρος σταφίδος σε 2 δρχ. ανά ιονικό χιλιόλιτρο εξαγομένης ή μεταφερομένης σταφίδος και αυξήθηκε επίσης το όριο του δανείου που θα μπορούσε να συνομολογηθεί σε 400.000 δρχ.

Τα ήδη συγκεντρωμένα ποσά και αυτά που θα συγκεντρώνονταν θα διατίθεντο για την ρυμοτόμηση του χώρου ανέγερσης του ναού και για την πρόσκτηση των αναγκαίων οικοπέδων και οικοδομημάτων, ενώ τα περισσεύματα για την εσωτερική διακόσμηση του Ναού.

Για την ανοικοδόμηση και την εσωτερική διακόσμηση του ναού θα διατίθεντο και τα περισσεύματα των εράνων, ενώ για τους ίδιους σκοπούς θα διατίθεντο και τα χρήματα που προήρχοντο από τη διαχείριση του Ηγουμενοσυμβουλίου της Μονής των Στροφάδων (τρέχοντα και προηγούμενων χρήσεων).

Ο νόμος ψηφίστηκε από τη Γ΄ Εθνοσυνέλευση και υπογράφτηκε από τον Κωνσταντίνο, τον επί των Εσωτερικών υπουργό Ν. Στράτο, τον επί των Εκκλησιαστικών υπουργό Κ. Πολυγένη και τον υπουργό των Εσωτερικών Δ. Γούναρη.

Για μια ακόμα φορά αποδεικνύεται ότι οι λιμενικοί φόροι χρηματοδότησαν και άλλα έργα στο ελληνικό κράτος, εκτός των λιμενικών, κάτι άλλωστε που συνάδει και με τη δυνατότατα που έχουν, γενικότερα, τα Λιμενικά Ταμεία να χρηματοδοτούν έργα γενικότερου ενδιαφέροντος που αφορούν τις περιοχές στις οποίες ευρίσκονται.

Προέλευση φωτογραφίας: Youtube 

 

 

*Ο Διονύσης (Σάκης) Τραμπαδώρος είναι απόφοιτος του Οικονομικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και του Τμήματος Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου, καθώς και κάτοχος Μεταπτυχιακού τίτλου ειδίκευσης στην Μεθοδολογία Κριτικής και Έκδοσης Ιστορικών και Αρχειακών Πηγών, επίσης, του Ιονίου Πανεπιστημίου.

 

 

 

 

 

Προέλευση φωτογραφίας: https://www.zakynthos.gov.gr

Κινηματογράφος και Ιστορία - Η Λίστα του Σίντλερ, του Στίβεν Σπίλμπεργκ

του Διονύση Τραμπαδώρου

  1. Ιστορία και κινηματογράφος

«Έτσι συνειδητά ή λιγότερο συνειδητά οι κινηματογραφιστές μπαίνουν στην υπηρεσία μιας ιδεολογίας ή μιας θεσμοθετημένης υπόθεσης, χωρίς αυτό να αποκλείει τις αντιστάσεις και τις ρωγμές»1.

 

Οι ταινίες αποτελούν βασικά αφήγηση, όπως υποστηρίζει ο C. Mertz και ο σκελετός αυτής της αφήγησης λέγεται story2.

Δεν είναι λίγες οι ταινίες που κάνουν ιστορία ή την κριτικάρουν ή την ανατρέπουν. Ο κινηματογράφος είναι προϊόν της ανθρώπινης δραστηριότητας.

Όμως ο κινηματογράφος δεν συμμετέχει στην ιστορία στον ίδιο βαθμό που συμμετέχουν άλλες ανθρώπινες δραστηριότητες, αλλά πολύ περισσότερο και με διαφορετικό τρόπο.

Ο κινηματογράφος αντικατέστησε ή απορρόφησε ένα μεγάλο αριθμό από είδη της λαϊκής ψυχαγωγίας και επηρέασε ή περιόρισε τις άλλες μορφές τέχνης.

Έγινε κεντρικός άξονας των μαζικών μέσων ψυχαγωγίας, κυριαρχώντας σε αυτά με τα θυγατρικά του είδη.

Απόκτησε ισχυρή επιρροή στη διαμόρφωση της κοινωνικής συνείδησης πλατιών μαζών στην περιοχή του εποικοδομήματος 3.

Επίσης, ο Σωτ. Θ. Δημητρίου υποστηρίζει ότι ο κινηματογράφος από προϊόν της δραστηριότητας των ανθρώπων ως υποκειμένων έχει γίνει ο ίδιος υποκείμενο της ιστορίας που διαμορφώνει τις ατομικές συνειδήσεις σύμφωνα με το μοντέλο συμπεριφοράς και την ιδεολογία που μεταδίδει από την οθόνη.

Και, επίσης, ότι ο κινηματογράφος αποτελεί μηχανισμό ρύθμισης στην περιοχή του εποικοδομήματος που εξασφαλίζει τη συνοχή και συντήρηση του υπάρχοντος κοινωνικού συστήματος καθώς και την αναπαραγωγή του.

Ο ρόλος του κινηματογράφου ως υποκειμένου της ιστορίας προσδιορίζεται από αυτές τις ενέργειες ρύθμισης .

Επειδή ανήκει στο εποικοδόμημα δρα ιδεατά δια μέσου των παραστάσεων.

Μεταβιβάζει και στερεώνει στη συνείδηση των θεατών συγκεκριμένους τύπους συμπεριφοράς αλλά και γενικές αρχές για την αντίληψη του κόσμου και τη στάση στη ζωή, όπως αυτές τις απαιτεί το κοινωνικό σύστημα ιεραρχίας.

Σε σχέση με το ζήτημα της θεώρησης του κινηματογράφος σαν αντικείμενο της ιστορίας, δηλαδή ως υλικό της ιστορικής έρευνας θα πρέπει να δεχθούμε ορισμένες έννοιες4.

  1. Δεν μας ενδιαφέρει η ακριβολόγηση των γεγονότων αλλά θεωρούμε την ιστορία ως τα ουσιαστικό γνώρισμα της κοινωνίας που χαρακτηρίζει τη δημιουργική κίνηση της αυτοοργάνωσής της.

 

1 Σώτη Τριανταφύλλου, «Κινηματογράφος και Ιστορία», περιοδικό Διαβάζω, αρ. 266, 26.6.91, σελ. 17.

2 Σωτ. Θ. Δημητρίου, «Ο κινηματογράφος ως υποκείμενο και ως αντικείμενο της ιστορίας», περιοδικό Διαβάζω, αρ. 266, 26.6.91, σελ. 18.

Όπ. π., σελ. 19.

Όπ. π., σελ. 22.

 

Επομένως ο ιστορικός θα πρέπει να ερευνήσει τις μη αναστρέψιμες κανονικότητες της κοινωνίας που προσδιορίζουν τη λειτουργία της και το μετασχηματισμό της.

  1. Υλικό της ιστορίας είναι όλο το πεδίο των κοινωνικών φαινομένων, η κουλτούρα ως ολότητα, τα ορατά και μη ορατά ντοκουμέντα και ιδιαίτερα οι αντιφάσεις της, γιατί αυτές τροφοδοτούν την κίνησή της.
  2. Δεν χρειάζεται να ακριβολογήσουμε τα ντοκουμέντα, αλλά να προχωρήσουμε στην ανάκρισή τους, όπως υποστήριξε ο Collingwood, για να αποκαλύψουν εκείνο που κρύβουν πίσω από αυτά που λένε, να φωτίσουν το λανθάνον.
  3. Ο ιστορικός πρέπει να αναζητήσει τη βαθύτερη σημασία των σχέσεων δηλαδή τη δυναμική δομή που βρίσκεται πίσω από τα φαινόμενα και αποκαλύπτεται από τις αντιφάσεις και τα λανθάνοντα γιατί οι δομικές ιδιότητες της κοινωνικής αναπαραγωγής προσδιορίζουν την κατεύθυνση της.
  4. Κεντρικός πυρήνας της ανάλυσής του η κυρίαρχη τάξη και ιδεολογία που γράφει την ιστορία αναπαράγει τα μοντέλα κυριαρχίας.

Η σχέση όμως με τη σημασία της εικόνας, γενικά, και όχι μόνο του κινηματογράφου, ας παρακολουθήσουμε αυτά που αναφέρει ο Δήμος Θέος.

«Στη συνείδηση της χριστιανικής Ευρώπης ρωμαιοκαθολικής και ορθόδοξης, ο ιστορικός χαρακτήρας της εικόνας είναι δεδομένος. Κάθε φορά που ο αγιογράφος θα ολοκληρώνει το έργο του δεν θα παραλείπει να μνημονεύει ότι «Ο Ναός Ιστορήθη…». Η εικονογράφηση της θείας Ενανθρώπησης πέρα από την ευχαριστιακή της φυσιογνωμία παραμένει μια πράξη ιστορικής μνήμης. Η αναπαράσταση των θείων πα- θών συγκροτεί την Οικονομία τα της Σωτηρίας. Εκφράζει το ιστορικό Είναι του χριστολογικού σύμπαντος. Συνεπώς η τιμή της εικονογραφικής ιστόρησης προς το πρωτότυπο διαβαίνει, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Μέγας Βασίλειος. Αποκλειομένου του πρωτοτύπου τα έργα της θρησκευτικής τέχνης θα έχαναν κάθε νόημα υπάρξεως.

Ο μεταφυσικός και αναγωγικός χαρακτήρας της εικόνας είναι βαθιά ριζωμένος στη χριστιανική παράδοση. Η ιερή τέχνη τόσο για τους ορθοδόξους όσο και για τους καθολικούς συνιστά την εκκάλυψη του ιστορικού Είναι, το χρονικό της Σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους5».

Επίσης, ο Δήμος Θέος κάνει αναφορά στην ταινία «Χίτλερ, ένα φιλμ από τη Γερμανία» το Γερμανού σκηνοθέτη Hans-Jurgen Syberberg όπου υπάρχει η έμφαση στη σαγήνη της συνδιαλλαγής και τα αποκρουστικά χαρακτηριστικά του Γ’ Ράιχ τα διαπνέει ένας αέρας αριστοκρατικής κατανόησης, ενώ σε

ένα άλλο σημείο αναφέρεται στην …αποστροφή του συγκεκριμένου σκηνοθέτη προς τον ιδεολογικοποιημένο ιστορικισμό ο οποίος κατά κύριο λόγο ευθύνεται για την αμετάκλητη καταδίκη των πολιτικών και στρατιωτικών πεπραγμένων του Τρίτου Ράιχ6.

Ο Μάρκ Φερρό αναφέρει ότι το πρόβλημα συνίσταται στο να αναρωτηθούμε αν ο κινηματογράφος και η τηλεόραση τροποποιούν ή όχι την ιστορική μας θεώρηση, εφόσον δεχόμαστε ως προϋπόθεση ότι αντικείμενο της ιστορίας δεν είναι απλώς η γνωριμία με τα φαινόμενα του παρελθόντος, αλλά επίσης η ανάλυση των δεσμών που συνδέουν το παρελθόν με το παρόν, η αναζήτηση συνεχειών και ρήξεων7.

Και προτείνει δύο τρόπους ταξινόμησης των ταινιών ως προς τη σχέση τους με την ιστορία, τη σφαιρική και ανάλογα με το πώς αντιμετωπίζουν τα κοινωνικά και τα ιστορικά προβλήματα8.

 

 
   

 

5Δήμος Θέος, «Ιστορία, αναπαράσταση και κινηματογράφος», περιοδικό Διαβάζω, αρ. 266, 26.6.91, σελ. 30.

6Όπ. π., σελ. 34.

7Μαρκ Φερρό, Κινηματογράφος και Ιστορία, μτφρ. Πελαγία Μαρκέτου, Μεταίχμιο, [Αθήνα 2001], σελ. 197.

8Όπ. π., σελ. 203.

 

Ακόμα αναφέρεται στην ταινία «Ο Εβραίος Συς» του Veit Harlan9, ο οποία γνώρισε πολύ μεγάλη επιτυχία στη ναζιστική Γερμανία και αυτό ανεξάρτητα από τις προθέσεις του Γκαίμπελς.

Επιπροσθέτως, ο Μαρκ Φερρό αναφέρει ότι ο κινηματογράφος συμπλέκεται πολλαπλά με την ιστορία.

  1. Παρεμβαίνει ως παραγωγός της ιστορίας. Αν το θέσουμε χρονολογικά εμφανίστηκε πρώτα από όλα ως μοχλός της επιστημονικής προόδου. Επίσης αφότου ο κινηματογράφος αναγνωρίστηκε ως τέχνη οι πρωτοπόροι του παρεμβαίνουν στην ιστορία δημιουργώντας ταινίες είτε ντοκιμαντέρ είτε μυθοπλαστικές οι οποίες από τα πρώτα τους βήματα κατηχούσαν και εξυμνούσαν υπό το προκάλυμμα της απλής αναπαράστασης.
  2. Ο κινηματογράφος ασκεί την παρέμβαση του χρησιμοποιώντας ορισμένα εκφραστικά μέσα τα οποία καθιστούν την ταινία αποτελεσματική, λειτουργική. Η συγκεκριμένη ικανότητα συνδέεται αναμφίβολα με την κοινωνία που παράγει τις ταινίες και με εκείνη που τις υποδέχεται, που τις προσλαμβάνει. Ο κινηματογράφος διαθέτει εκφραστικούς τρόπους οι οποίοι δεν συνιστούν απλή μεταγραφή της λογοτεχνικής γραφής, αλλά διατηρούν την ιδιαιτερότητά τους.
  3. Η χρήση και η πρακτική εφαρμογή ιδιαίτερων τρόπων γραφής ισοδυναμούν με πολεμικά όπλα τα οποία συνδέονται με την κοινωνία που παράγει την ταινία και με εκείνη που την υποδέχεται. Η κοινωνία υποδοχής προδίδεται κατ’ αρχάς από τη λογοκρισία κάθε είδους στην οποία συμπεριλαμβάνεται η επίσημη λογοκρισία αλλά και επιπροσθέτως η αυτολογοκρισία.
  4. Ιστορική ανάγνωση της ταινίας, κινηματογραφική ανάγνωση της ιστορίας: αυτούς τους δύο τελευταίους άξονες θα ακολουθήσουμε προκειμένου να αναρωτηθούμε πάνω στη σχέση του κινηματογράφου με την ιστορία. Η κινηματογραφική ανάγνωση της ιστορίας θέτει στον ιστορικό το πρόβλημα της ιστοριογραφικής ανάγνωσης του παρελθόντος.

Ο κινηματογραφιστής ως ιστορικός μπορεί να αποδώσει στην κοινωνία μια ιστορία από την οποία την έχει αποστερήσει η θεσμοποιημένη ιστορική παραγωγή.

Η ιστορική και κοινωνική ανάγνωση της ταινίας επέτρεψε την πρόσβαση σε αθέατες περιοχές του παρελθόντος των κοινωνιών. Αποκαλύπτει λ.χ. αυτολογοκρισίες και ασυναίσθητα ολισθήματα μιας κοινωνίας συνολικά, μιας καλλιτεχνικής δημιουργίας κ.λπ.10

Σε σχέση με τους ιστορικούς και τον κινηματογράφο ο Μαρκ Φερρό αναφέρει ότι αυτοί αγνοούν τον κινηματογράφο δεν τον κατατάσσουν καν στις ιστορικές πηγές.

Τα φιλμ απουσιάζουν εντελώς από το νοητικό σύμπαν του ιστορικού.

Οι ταινίες και άλλες μη γραπτές πηγές αντιμετωπίστηκαν από τους ιστορικούς με μια ασυναίσθητη άρνηση, μια τύφλωση γεγονός που οφείλεται σε συνθετότερες αιτίες11.

 

  1. Λίγα λόγια για την ταινία «Η Λίστα του Σίντλερ».

Η Λίστα του Σίντλερ είναι αμερικανικό πολεμικό βιογραφικό δράμα παραγωγής 1993 με θέμα

τον Όσκαρ Σίντλερ, έναν Γερμανό επιχειρηματία που έσωσε τις ζωές χιλίων και πλέον Πολωνών εβραίων προσλαμβάνοντάς τους στο εργοστάσιό του. Την ταινία σκηνοθέτησε ο Στίβεν Σπίλμπεργκ και το σενάριο έγραψε ο Στίβεν Ζαϊλίαν, βασισμένο στη νουβέλα Schindler's Ark του Τόμας Κενάλι12.

Πρωταγωνιστούν οι Λίαμ Νίσον, Ρέιφ Φάινς και Μπεν Κίνγκσλεϊ.

 

9 Όπ.π., σσ. 145-147.

10Όπ. π., σελ. 29-36.

11Όπ.π., σσ. 39.

12https://el.wikipedia.org/wiki/Η_Λίστα_του_Σίντλερ.

 

Η ταινία ξεκινά το 1939 με την συγκέντρωση των Πολωνών εβραίων στο Γκέτο της Κρακοβίας, λίγο μετά την έναρξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Εν τω μεταξύ ο Όσκαρ Σίντλερ, ένας Γερμανός επιχειρηματίας από τη Μοραβία, φτάνει στην πόλη ελπίζοντας ότι θα κάνει περιουσία από τον πόλεμο.

Ο Σίντλερ δωροδοκεί την Βέρμαχτ και τους αξιωματικούς των Ες Ες και έτσι αγοράζει ένα εργοστάσιο για την παραγωγή εμαγιέ οικιακών σκευών, το οποίο στη συνέχεια μετατρέπει σε εργοστάσιο εφοδίων για το στρατό.

Προσλαμβάνει τον Ιτζάκ Στερν, πρώην λογιστή της επιχείρησης, ο οποίος έχει επαφές με τους εβραίους επιχειρηματίες. Οι εβραίοι επιχειρηματίες δανείζουν στο Σίντλερ τα χρήματα για το εργοστάσιο με αντάλλαγμα ποσοστό από τα κέρδη. Ο Σίντλερ προσλαμβάνει μόνο Εβραίους καθώς κοστίζουν λιγότερο, ενώ οι μισθοί τους, σύμφωνα με τον ισχύοντα νόμο του Ράιχ, περιέρχονταν στα Ες Ες.

Ο λογιστής Στερν πλαστογραφεί έγγραφα για να διασφαλίσει όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώ- πους ως «χρήσιμους» στους Γερμανούς, ώστε να τους σώσει από μεταφορά σε στρατόπεδα συγκέ- ντρωσης, αλλά και από το θάνατο.

Ο Υπολοχαγός των Ες Ες Άμον Γκετ φτάνει στην Κρακοβία για να αρχίσει την κατασκευή του στρατοπέδου συγκέντρωσης Πλαστσόφ. Δίνει εντολή να αδειάσει το γκέτο και η Επιχείρηση Ράινχαρντ, δηλαδή η επιχείρηση εξόντωσης των εβραίων, στην Κρακοβία αρχίζει, με τα στρατεύματα να εκκενώνουν τα συνωστισμένα δωμάτια και να δολοφονούν όποιον διαμαρτύρεται ή δε συνεργάζεται, ανεξάρτητα από ηλικία ή άλλο χαρακτηριστικό. Τυχαίως ο Σίντλερ παρακολουθεί τη σφαγή και επηρεάζεται καταλυτικά. Παρ' όλα αυτά γίνεται φίλος με τον Γκετ και συνεχίζει να έχει την υποστήριξη και την προστασία των Ες Ες. Ο Σίντλερ δωροδοκεί τον Γκετ ώστε να του επιτρέψει να χτίσει στρατόπεδο για τους εργάτες του. Αρχικώς η πρόθεσή του είναι να κερδίσει χρήματα, αλλά στην πορεία σκοπός του

γίνεται να σώσει όσες περισσότερες ζωές μπορεί. Καθώς ο πόλεμος παίρνει άλλη τροπή, για τη Γερμανία το Βερολίνο διατάζει τον Γκετ να αποτεφρώσει όλα τα σώματα των εβραίων που δολοφονήθηκαν, να διαλύσει το γκέτο του Πλαστσόφ και να στείλει όσους εβραίους απέμεναν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς.

Στην αρχή ο Σίντλερ ετοιμάζεται να φύγει από την Κρακοβία, τελικά, όμως ζητεί από τον Γκετ να του επιτρέψει να κρατήσει τους εργάτες του, ώστε να τους μεταφέρει στην γενέτειρα πόλη του

στη Μοραβία. Ο Γκετ δέχεται κατόπιν, όμως δωροδοκίας από τον Σίντλερ, χρεώνοντας μάλιστα με υπέρογκο ποσό τον κάθε έναν εργάτη χωριστά. Έτσι, ο Σίντλερ σε συνεργασία με τον Στερν συντάσσουν μια λίστα με τους εργάτες που θα τους πάρει μαζί του στη Μοραβία και δεν θα πάνε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης.

Παρά το γεγονός ότι στη λίστα του Σίντλερ θα έπρεπε να αποτελείται μόνον από «ικανούς» σε αυτήν περιλαμβάνονταν με διάφορες προφάσεις πολλά παιδιά, υπερήλικες και αναξιοπαθούντες. Η συμπερίληψη στη λίστα του Σίντλερ ήταν γεγονός πολύ σημαντικό γιατί σήμαινε την ευκαιρία για ζωή, αντί

για τον σχεδόν βέβαιο θάνατο. Όλοι από τη λίστα αυτή φτάνουν στη Μοραβία. Όμως, το τραίνο που μετέφερε τις γυναίκες, κατά λάθος, πηγαίνει στο Άουσβιτς. Οι γυναίκες, όταν τις οδήγησαν στους θαλάμους με τις ντουζιέρες, νόμισαν προς στιγμήν ότι τις οδηγούν στο θάλαμο αερίων και αρχίζουν να κλαίνε από χαρά όταν διαπίστωσαν ότι το νερό πέφτει πάνω τους από τις ντουζιέρες. Ο Σίντλερ μεταβαίνει αμέσως στο Άουσβιτς και, δωροδοκώντας κατά την προσφιλή του μέθοδο, τον υπεύθυνο του στρατοπέδου σώζει όλες τις γυναίκες εργαζόμενές του. Μόλις οι εργάτες του φτάνουν στη Μοραβία, ο Σίντλερ δίνει αυστηρές εντολές στους Ες Ες φύλακες να συμπεριφέρονται με καλό τρόπο στους εβραίους, αποφεύγοντας τις βιαιοπραγίες και τους φόνους. Για να κρατήσει τους εργάτες του ζωντανούς, ξοδεύει σχεδόν όλη του την περιουσία για να δωροδοκεί τους Ναζί αξιωματικούς. Τα χρήματα του τελειώνουν λίγο πριν η Βέρμαχτ παραδοθεί και λήξει ο πόλεμος στην Ευρώπη.

Ως μέλος των Ναζί και έχοντας κερδίσει χρήματα από την εργασία των εβραίων, το 1945, ο Σίντλερ πρέπει να αποδράσει. Αν και οι φύλακες των Ες Ες έχουν πάρει εντολή να εξοντώσουν τους Εβραίους

 

ο Σίντλερ τους πείθει να γυρίσουν πίσω στις οικογένειές τους ως άνδρες και όχι ως δολοφόνοι. Λίγο πριν φύγει, φορτώνει το αυτοκίνητό του και αποχαιρετά τους εργάτες του. Αυτοί του δίνουν ένα γράμμα, υπογεγραμμένο από όλους τους, εξηγώντας πως δεν είναι εγκληματίας πολέμου, μαζί με ένα δαχτυλίδι με την επιγραφή «Όποιος σώζει μια ζωή, σώζει ολόκληρο τον κόσμο». Ο Σίντλερ συγκινείται αλλά και νοιώθει ενοχές, αισθανόμενος ότι θα μπορούσε να κάνει περισσότερα ώστε να σώσει περισ- σότερες ζωές.

Αφότου έφυγε ο Σίντλερ, οι εβραίοι εργαζόμενοί του, κοιμήθηκαν έξω από τις πύλες του εργοστασίου, και ξυπνώντας το πρωί ένας Σοβιετικός ιππέας τους ειδοποιεί ότι απελευθερώθηκαν από τον Κόκκινο Στρατό. Στη συνέχεια οι εβραίοι περπατούν μέχρι τη διπλανή πόλη για να βρουν φαγητό.

Μετά από κάποιες σκηνές που απεικονίζουν κάποια συμβάντα μετά την λήξη του πολέμου, όπως την εκτέλεση του Άμον Γκετ για εγκλήματα πολέμου και το τι απέγινε, τελικά, ο Όσκαρ Σίντλερ, η ταινία επιστρέφει με τους εβραίους να περπατούν μέχρι τη διπλανή πόλη. Καθώς περπατούν, η ταινία γεμίζει με χρώματα και δείχνει τον τάφο του Σίντλερ στην Ιερουσαλήμ. Το φιλμ τελειώνει με τους ηλικιωμένους πλέον πραγματικούς Εβραίους που δούλεψαν στο εργοστάσιο του Σίντλερ, να περνούν χέρι-χέρι με τους ηθοποιούς που τους υποδύθηκαν και ο καθένας να αφήνει από μια πέτρα στον τάφο του - ένα εβραϊκό έθιμο που δείχνει βαθιά ευγνωμοσύνη.

 

  1. Προσωπικές εντυπώσεις από την παρακολούθηση της ταινίας

Παρακολούθησα την ταινία όχι ως ειδικός κριτικός του κινηματογράφου, αλλά ως απλός θεατής. Η γνώμη μου είναι ότι είναι πάρα πολύ καλά γυρισμένη, με απόδοση σημασίας στη λεπτομέρεια.

Οι πρωταγωνιστές της και οι υπόλοιποι συντελεστές έκαναν τη δουλειά τους όχι απλώς με επαγγελματισμό, αλλά με έναν τρόπο σχεδόν βιωματικό.

Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που στο τέλος οι ηθοποιοί μαζί με πρόσωπα της ιστορίας περνούν σε ζεύγη μπροστά από τον τάφο του Σίντλερ και αφήνουν από μία πέτρα, ακολουθώντας ένα παλιό εβραϊκό έθιμο.

Δεν κρύβω ότι συγκινήθηκα έντονα, κατ’ επανάληψη, και απόρησα για το πως μια σημαντική συνιστώσα της Ευρώπης του ουμανισμού, που έβαζε στο επίκεντρο την ανθρώπινη ύπαρξη, όπως η Γερμανία, μπόρεσε να σχεδιάσει και να εκτελέσει με τέτοιο ζήλο και ακρίβεια ένα τέτοιο ανίερο έγκλημα, μια τέτοια εκτροπή.

Από την άλλη δεν μου προκάλεσε εντύπωση η στάση του Όσκαρ Σίντλερ.

Άνθρωπος με ευρεία κοινωνική εμπειρία, γνώστης του ανθρώπινου χαρακτήρα, αλλά και του γερμανικού χαρακτήρα, ελίσσεται και έχει στόχο τη μεγιστοποίηση του δικού του οικονομικού οφέλους.

Δεν διστάζει να δοκιμάζει τον χαρακτήρα των αξιωματούχων του ναζιστικού καθεστώτος στη λυδία λίθο του χρήματος και μέσω αυτού να «κάνει τις δουλειές» του.

Και ακόμη, δεν με εντυπωσίασε η τελική συμπεριφορά του που στόχο είχε το να σώσει όσες περισσότερες ψυχές μπορούσε και μάλιστα με τρόπο σχεδόν απροκάλυπτο, δίχως να δίνει καμιά σημασία στην

«παραγωγή» του εργοστασίου.

Κατά τη γνώμη μου αυτή η εξέλιξη προοιωνιζόταν εξ αρχής, αφού ο μπον βιβέρ Όσκαρ Σίντλερ από τη μια δεν έχανε ευκαιρία να προσπορίζεται οικονομικό όφελος για τον εαυτό του, αλλά και από την άλλη δεν άφηνε τη ζωή να κυλάει δίχως να την ζει.

Για αυτόν πολύ μεγάλη σημασία είχε το παρόν και ακόμα μεγαλύτερη η ζωή, είτε αυτή ανήκει σε ε- βραίο είτε σε οποιονδήποτε άλλον.

 

Ο Σίντλερ τελικά είχε τα εφόδια ως άνθρωπος ούτως ώστε να μην μπορέσει να τον αγγίξει η ναζιστική προπαγάνδα.

Παρότι στην αρχή θεωρείτο τυχοδιώκτης, νομίζω ότι ήταν μια πολύ ισχυρή προσωπικότητα και επίσης είχε την αίσθηση του επιχειρείν, αλλά ενδεχομένως και της τελικής κατάληξης του πολέμου και του

έκτακτου χαρακτήρα της κατάστασης που επικρατούσε τότε.

Ένα άλλο σημείο που θα ήθελα να σταθώ, ηθογραφικά, είναι αυτό της «συγχώρεσης» και ης «ευγνωμοσύνης».

Ο Όσκαρ Σίντλερ έχοντας αποκτήσει την επιχειρηματική παιδεία από την οικογένειά του γνωρίζει και να συγχωρεί, και να ευγνωμονεί, χαρακτηριστικά που είναι σύμφυτα με τον χαρακτήρα κάποιου που ηγείται, κάποιου που είναι υπεύθυνος για την παραγωγή ενός εργοστασίου, αλλά και για τις ζωές των εργαζόμενών του.

Και θα ήθελα να κλείσω με τη σκηνή που ο Σίντλερ φιλάει την εβραία κοπέλα η οποία μαζί με ένα μι- κρό κορίτσι του προσφέρει ένα κέικ για τα γενέθλιά του.

Ο Σίντλερ ήξερε να σχοινοβατεί ανάμεσα στην νομιμότητα και το παράνομο, και δεν τον πείραξε που μπήκε στη φυλακή για λίγο, για παραβίαση του φυλετικού νόμου.

Ήταν και αυτό ένα μέρος από το παιγνίδι της ζωής.

Ήταν κάτι που δεν τόλμησε ο Άμον Γκετ με την Έλεν Χιρς, την εβραία οικιακή βοηθό του…

 

  1. Οι ιδεολογικές βάσεις του ναζισμού.

Οι ιδεολογικές βάσεις του ναζισμού δεν δημιουργήθηκαν μαζί με τη γέννηση του ναζιστικού κόμμα- τος. Ο πανγερμανισμός, ο αντιμπολσεβικισμός και ο αντσημιτσμός είναι οι δυναμικές γραμμές που προηγούνται του 1920, οπότε και καθιερώθηκε το ναζιστικό πρόγραμμα.

Ρόλο στη διάδοση δεν διαδραμάτισαν τόσο τα επιστημονικά έργα ή τα διανοητικά κατασκευάσματα μερικών θεωρητικών όσο οι κοινωνικές δομές που επέτρεψαν την εκλαΐκευσή τους.

Επίσης οι πολιτικές και κοινωνικές ιδέες των ναζί απορρέουν από την αντιδημοκρατική σκέψη του 19ου αιώνα.

Ακόμα και όταν δεν αναφέρονται ξεκάθαρα, κάτω από τα ναζιστικά Συνθήματα βρίσκουμε τη διδα- σκαλία του Τράϊτσκε του Λαγκάρντ ή του Λάνγκμπεν13.

Ένας βασικός παράγοντας προς την υποδούλωση του γερμανικού λαού ήταν ο πρωσισμός, αφού το πρωσικό κράτος σφυρηλάτησε τη γερμανική νοοτροπία κατ’ εικόνα του πολιτικού του συστήματος.  Ο Μπίσμαρκ επιβάλλοντας εκ των άνω την εθνική ενότητα με σίδερο και αίμα δημιούργησε τις θεμελιακές αξίες που θα στήριζαν διοικητικά ολόκληρο το οικοδόμημά του: απόλυτος σεβασμός της εξουσίας και των ιεραρχιών της, περηφάνεια του να είσαι Γερμανός, λατρεία του στρατού, πνεύμα θυσίας. Ο σωβινισμός, ο μιλιταρισμός, το πνεύμα της υπακοής, ενθαρρύνθηκαν πολύ από την αστική τάξη που ύστερα από την αποτυχία της επανάστασης του 1848 έπαψε σιγά-σιγά να αγωνίζεται για τη δημοκρατία14.

Γενικότερα ο Lionel Richard κάνει μια λεπτομερειακή αναφορά σχετικά με τα ζητήματα της σχέσης ναζισμού και κουλτούρας.

Απ’ όσα αναφέρει διακρίνουμε τις αναφορές του κατ’ αρχήν στις προναζιστικές εκπολιτιστικές οργανώσεις15 , την ίδρυση του υπουργείου Προπαγάνδας (υπουργείο λαϊκής Πληροφόρησης και Προπαγάνδας το οποίο ιδρύθηκε επίσημα στις 13 Μαρτίου 1933, αλλά η ιδέα είχε συλληφθεί από το Φεβρουά-

 

13Lionel Richard, Ναζισμός και κουλτούρα, μτφρ. Λόϋσκα Αβαγιανού, Αστέρι, [Αθήνα 1979], σελ. 24.

14Όπ. π. , σσ. 24-25.

15Όπ. π., σελ. 52.

 

ριο16, στο Γκαίμπελς, την τακτική του και την αντίθεσή του με τον Ρόζενμπεργκ17, το ολοκαύτωμα των βιβλίων στις 10 Μαΐου 1933 και τέλος την ίδρυση του Επιμελητηρίου της Κουλτούρας με το νόμο της 22 Σεπτεμβρίου 193318.

Επίσης, σε σχέση με το ζήτημα αυτό ο Στέφανος Ροζάνης αναφέρει ότι η αισθητικοποίηση της πολιτικής βούλησης, η αναβίωση του πανίσχυρου εθνικιστικού μύθου, του ριζωμένου στο αίμα και στη σάρκα της φυλής και ο ανορθολογισμός ως αντίβαρο ενός λογοκρατούμενου νεωτερικού κόσμου «χωρίς ψυχή», συγκροτούν τους τρεις κυρίαρχους όρους της συμπλοκής τέχνης και φασισμού , κατά τρόπον ώστε ο φασισμός να προβάλλεται κυρίως ως μια πολιτιστική επαναστατική δύναμη με ισχυρά ερείσματα τόσο στο μοντερνισμό της τέχνης όσο και της εναντίωσης σε αυτόν τον μοντερνισμό μέσω αντιδραστικών ρευμάτων και αισθητικών θεωριών19.

Ο φασισμός εκδηλώνει τη γοητεία του ως δύναμη ανατροπής του παραδοσιακού διαφωτιστικού κόσμου «χωρίς καρδιά», ενός κόσμου που συνδύαζε τη βιομηχανική εποχή με τη φιλοσοφική λατρεία του Λόγου, η οποία ισοπέδωνε, μέχρι εκμηδένισης τη συναισθηματική ζωή και τα ψυχικά δυναμικά της ανθρώπινης κατάστασης20. Ένα άλλο ζήτημα που θα πρέπει να θίξουμε είναι αυτό που αναφέρει ο En- zo Traverso σχετικά με τον τύπο του εβραίου ως αφαίρεση, δηλαδή του εβραίου ως ενσάρκωσης της αφηρημένης και απρόσωπης νεωτερικότητας, γεγονός που διαπερνάει όλη τη δυτική κουλτούρα του 19ου αιώνα.

Οι εβραίοι θεωρούνται δηλαδή οι εμπνευστές και κατασκευαστές του σύγχρονου, του απρόσωπου, του βιομηχανικού, της χρηματιστηριακής λογικής, της λειτουργίας του ανθρώπινου μυαλού σαν να ήταν ζυγαριά ακριβείας, μακριά από τις παραδοσιακές αξίες της κοινότητας.

Ήταν η εποχή που οι εβραίοι εμφανίζονταν σαν να είχαν αποτινάξει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους ως παρίες, ως ξένοι και είχαν ενταχθεί, αλλά και κυριαρχήσει σε μια κοινωνία μαζικοποιημένη, εμπορευματοποιημένη, απρόσωπη21.

Παραπλήσιες αναφορές για τον κοσμοπολιτισμό, οικουμενισμό και εμπορευματισμό, όλα εβραϊκής έμπνευσης κάνει ο Traverso και μετά, στο κεφάλαιο που ονομάζει «Η αναζωογονητική βία»22.

 

  1. Η ιστοριογραφία του ναζισμού

Σε σχέση με την ιστοριογραφία του ναζισμού, οι προσπάθειες ερμηνείας, πρώτον, εκκινούν ήδη με την ανάδυσή του και συνεχίζονται έως σήμερα, έχοντας καταλήξει-παρά τις διαφωνίες- στον προσδιορισμό του ως φαινομένου ειδεχθούς και μοναδικής καταστροφικότητας και στη σχεδόν οικουμενική καταδίκη του. Δεύτερον δεδομένης της σύνδεσης ερμηνείας του ναζισμού και οπτικής γωνίας του/της ιστορικού, οι θεωρήσεις σχετικά με τη φύση και την αιτιολογία του, διαμορφώνουν ένα πεδίο μάχης μεταξύ

της εξισωτικής Αριστεράς, του φιλελεύθερου Κέντρου και της συντηρητικής Δεξιάς, αφού η κάθε τάση επιχειρώντας να εντοπίσει στις υπόλοιπες στοιχεία της ιδεολογίας και των πρακτικών του ναζισμού, στοχεύει στην απαξίωση και απονομιμοποίησή τους23.

 

16Όπ. π., σελ. 87.

17Όπ. π. , σελ. 91.

18Όπ. π. , σελ. 102.

19Στέφανος Ροζάνης, «Τέχνη και φασισμός», πρόλογος από το βιβλίο του Θωμά Σλιώμη Η τέχνη απέναντι στον Ναζισμό. Το μουσικό κίνημα της Τερεζίν 1941-1945, Εκδόσεις Πατάκη, [Αθήνα 2016], σελ. 9.

20Όπ. π., σελ. 10.

21Enzo Traverso, Οι ρίζες της ναζιστικής βίας, μτφρ. Νίκος Κούρκουλος, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, [Αθήνα, 2013], σσ. 166-175.

22Όπ. π. , σσ. 175-188.

23Βασίλης Α. Μπογιατζής, «Μελετώντας το απόλυτο κακό: Μια επισκόπηση της ιστοριογραφίας του Ναζισμού από τις πρώτες ερμηνείες ως τη New Consensus και τη συνθετική προσέγγιση του Roger Griffin., στο Κριτικές προσεγγίσεις

ναζιστικού φαινομένου. Από την ιστοριογραφία και την πολιτική θεωρία στη σχολική ιστορική μάθηση, Άγγελος Παληκίδης

 

  1. Τα χρόνια των διώξεων 1933-1939

Η μαζική έξοδος εβραίων, αριστερών και διανοουμένων από τη Γερμανία άρχισε τους πρώτους μήνες του 1933, σχεδόν αμέσως μετά την άνοδο του Αδόλφου Χίτλερ στην εξουσία, στις 30 Ιανουαρίου.

Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν εγκατέλειψε το Βερολίνο στις 18 Μαρτίου.

Ο Otto Klemperer Bruno Walter υποχρεώθηκαν σε φυγή από τη χώρα.

Ο Hans Hinkel ο νέος πρόεδρος της Πρωσικής Θεατρικής Επιτροπής ήταν και ο υπεύθυνος για την «αποεβραιοποίηση» της πολιτιστικής ζωής της Πρωσίας.

Ο Άλμπερτ Αϊνστάιν βρισκόταν στις ΗΠΑ και δεν άργησε να αντιδράσει λέγοντας ότι αυτό που συνέ- βαινε στη Γερμανία ήταν μια «ψυχική ασθένεια των μαζών».

Η διασημότητα και η φήμη κάποιου δεν τον προστάτευε24.

Ο πολιτιστικός τομέας ήταν ο πρώτος στον οποίο εκδιώχθηκαν οι εβραίοι και οι αριστεροί25.

Μια από τις πρώτες ενέργειες της ναζιστικής εξουσίας ήταν ήδη από την άνοιξη του 1933 ο εντοπισμός και η διαρκής προβολή του εσωτερικού εχθρού, δηλαδή των εβραίων, ξένων, κοσμοπολιτών και επικίνδυνων κοινωνικών υπονομευτών σύμφωνα με την επίσης προπαγάνδα – των κομμουνιστών και των μαρξιστών, γενικότερα26.

Σε σχέση με τα οργανωμένα επεισόδια, στόχος των ναζί ήταν η οργάνωσή τους από την κεντρική εξουσία και τα παραστρατιωτικά σώματα ώστε να πει μια τάξη στις χαοτικές διώξεις λεηλασίες και στη σωματική βία που εκδηλωνόταν σε γειτονιές, δρόμους σχολεία κρατικά γραφεία πανεπιστημιακά ιδρύματα κτλ.

Η πρώτη επισημοποίηση των επεισοδίων ήταν την 1η Αυγούστου του 1933 όταν ανακηρύχθηκε εθνική ημέρα μποϊκοτάζ εναντίον των εβραίων27.

Με τους νόμους της Νυρεμβέργης που άρχισαν να ισχύουν από το Σεπτέμβριο του 1935 οι διώξεις έλαβαν τη νομική τους υπόσταση.

Σύμφωνα με τους νόμους αυτούς απαγορεύονταν οι μικτοί γάμου εβραίων και Γερμανών και αφαιρέθηκε η γερμανική υπηκοότητα από τους εβραίους.

Σύμφωνα με τον Κάρλ Σμιτ, νομικό και φιλόσοφο, με τους νόμους αυτούς εγκαθιδρυόταν μια νέα- εθνική τάξη με καθοδηγητή τον Φύρερ και εγγυητή της το ναζιστικό κόμμα.

Το Νοέμβριο του 1938 έχουμε τη Νύχτα των Κρυστάλλων που δεν ήταν μια αλλά τρεις ή τέσσερις με τους εμπρησμούς των συναγωγών και τις καταστροφές και λεηλασίας στα καταστήματα των εβραίων. Σε σχέση με τους εβραίους δημοσίους υπαλλήλους, το 1933 ο αριθμός των εβραίων στον δημόσιο τομέα ήταν μικρός. Από το νόμο για τον Δημόσιο Τομέα εξαιρέθηκαν οι βετεράνοι του πολέμου και όσοι είχαν χάσει τον πατέρα τους ή το παιδί τους στο πεδίο της μάχης. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα της παρέμβασης του προέδρου Χίντεμπουργκ έπειτα από έκκληση της Ένωσης Βετεράνων εβραίων την ο- ποία υποστήριξε και ο ηλικιωμένος στρατάρχης August von Mackensen. Επιπλέον εξαιρέθηκαν οι υπάλληλοι που είχαν διοριστεί πριν από την 1η Αυγούστου 1914. Όλοι οι άλλοι εξαναγκάστηκαν σε πρόωρη συνταξιοδότηση.

Ανάλογες δράσεις αναλήφθηκαν και εναντίον των εβραίων δικηγόρων και γιατρών,

Γενικότερα ο Χίτλερ ελισσόταν ανάμεσα στις απαιτήσεις των ακραίων του κόμματός του και των συμμάχων του στο Γερμανικό Εθνικό Λαϊκό κόμμα28.

Τον Σεπτέμβριο του 1933 απαγορεύτηκε στους εβραίους να ασχολούνται με τη γεωργία29.

Το Μάρτιο του 1933 η Κολωνία απαγόρευσε στους εβραίους να χρησιμοποιούν τις δημοτικές αθλητι-

 

(επιμ.), Επίκεντρο, [Θεσσαλονίκη 2013], σσ. 19-20.

24Saul Friedlander, Η ναζιστική Γερμανία και οι Εβραίοι. τ. Ι, Τα χρόνια των διώξεων 1933-1939, Πόλις, [Αθήνα 2013], σσ. 27-29.

25Όπ. π., σελ. 31.

26Όπ. π., σελ. 35.

27Όπ. π., σελ. 34. 28Όπ. π., σελ. 48 29Όπ. π., σελ. 52.

 

κές εγκαταστάσεις της πόλης. Από τις 3 Απριλίου 1933 στην Πρωσία, αιτήσεις των Εβραίων για αλλαγή ονόματος θα υποβάλλονταν στο Υπουργείο Δικαιοσύνης προκειμένου να αποτρέπονται απόπειρες συγκάλυψης της καταγωγής. Στις 4 Απριλίου 1933 η Γερμανική Ομοσπονδία Πυγμαχίας απέβαλε όλους τους εβραίους πυγμάχους. Στις 8 Απριλίου το κρατίδιο της Βάδης επέβαλε την απόλυση όλων

των εβραίων βοηθών καθηγητών από τα πανεπιστήμια της επικράτειάς του. Στις 19 Απριλίου απαγορεύτηκε η χρήση των Γίντις στις ζωαγορές του κρατιδίου της Βάδης. Στις 24 Απριλίου απαγορεύτηκε η χρήση εβραϊκών ονομάτων για τη διευκόλυνση της υπαγόρευσης στις τηλεφωνικές συνομιλίες30.

Γενικότερα, ο Friedlander παραθέτει έναν μακροσκελή κατάλογο από μέτρα που είχαν ληφθεί εναντίον των εβραίων σε όλα τα επίπεδα, στο πρώτο μέρος του πρώτου τόμου του βιβλίου του31.

Επίσης, ο Friedlander αναφέρεται στις κοινωνικές ελίτ που συναίνεσαν και στις κοινωνικές ελίτ που απειλήθηκαν με ιδιαίτερη αναφορά στην, αρνητική, τελικά, θέση της εκκλησίας32, ενώ γενικότερη α- ναφορά γίνεται στο κεφάλαιο «Το νέο γκέτο» για την απομόνωση των εβραίων και την απαγόρευση εισόδου σε δημόσιους χώρους όπως οι βιβλιοθήκες και τα κολυμβητήρια33

Ακόμα υπάρχει αναφορά στο πνεύμα των νόμων της Νυρεμβέργης34.

Στην Αυστρία ο αντιεβραϊσμός ήταν πιο ωμός και οι κάτοικοι πιο πρόθυμοι να συμμετάσχουν σε αντιεβραϊκές εκδηλώσεις35, ενώ αναφορά γίνεται και στην Ιταλία36.

Η δήμευση των περιουσιών και επιχειρήσεων γινόταν σταδιακά, μήνα με το μήνα, παράλληλα με τις απαγορεύσεις και την άρση των όποιων δικαιωμάτων.

Η πολιτική του διαχωρισμού έφτασε στο τελικό της σημείο που ήταν η επιβολή του κίτρινου αστεριού στα ρούχα των εβραίων αρχικά στις κατεχόμενες περιοχές της Πολωνίας στα τέλη του 1939, ενώ οι ναζί καθυστέρησαν τη λήψη ενός τέτοιου μέτρου στο γερμανικό Ράιχ αφού έκριναν ότι μια τόσο ακραία ενέργεια διαχωρισμού δεν θα ήταν ώριμη πριν τη γενίκευση του πολέμου. Στα μέσα Σεπτεμβρίου 1941 εισαγωγή του άστρου του Δαβίδ και έναρξη των εκτοπίσεων 37.

Έτσι το μέτρο του κίτρινου αστεριού εφαρμόστηκε στη Γερμανία τον Αύγουστο του 194138,39 . Ιδιαίτερη αναφορά στην «Νύχτα των κρυστάλλων ως επίθεση40, το 1938, καθώς και στη δολοφονία του Ερνστ Ρομ κατά τη διάρκεια της «Νύχτας των μεγάλων μαχαιριών» τον Ιούνιο του 1934 που εξάλειψε και την παραμικρή πιθανότητα να εμφανιστεί τυχόν διεκδικητής της ηγεσίας του κόμματος41.

Σε ένα άλλο σημείο ο Friedlander αναφέρει ότι η αντιεβραϊκή σταυροφορία προσέφερε στο ναζιστικό καθεστώς μια σειρά από οφέλη σε πολιτικό και θεσμικό επίπεδο. Για ένα καθεστώς που εξαρτιόταν από την διαρκή κινητοποίηση ο εβραίος λειτουργούσε σαν μύθος που κινητοποιούσε διαρκώς τα πλήθη.

Το δεύτερο μεγάλο σχέδιο της ελίτ των ναζί ήταν η απέλαση και ο εγκλεισμός.

Η πολιτική της απέλασης άρχισε να φαίνεται από τα τέλη του 1938 πρώτα στις κατεχόμενες χώρες στην Αυστρία και λίγο μετά στην Τσεχοσλοβακία και στην Πολωνία.

 

30Όπ. π., σελ. 56.

31Όπ. π. , σσ. 29-61.

32Όπ. π., σσ. 62-95.

33Όπ. π., σσ. 138-171.

34Όπ. π., σσ. 172-201.

35Όπ. π., σελ. 274.

36Όπ. π., σελ. 283.

37Όπ. π., σελ. 706.

38Θωμάς Σλιώμης, Η τέχνη απέναντι στο ναζισμό. Το μουσικό κίνημα της Τερεζίν. Εκδόσεις Πατάκη, [Αθήνα 2016], σελ. 34. 39Saul Friedlander, Η ναζιστική Γερμανία και οι Εβραίοι. τ. ΙΙ, Τα χρόνια της εξόντωσης 1939-1945, Πόλις, [Αθήνα 2013], σελ. 388.

40Όπ. π., σελ. 304.

41Όπ. π. , σελ. 140.

 

  1. Τα εβραϊκά γκέτο

Ο όρος «γκέτο» (ghetto) προέρχεται από το όνομα της εβραϊκής συνοικίας της Βενετία, η οποία δημιουργήθηκε το 1516, και στην οποία οι ενετικές αρχές ανάγκαζαν τους εβραίους της πόλης να κατοικούν42. Τον 16ο και τον 17ο αιώνα, διάφοροι αξιωματούχοι, από τοπικές δημοτικές αρχές μέχρι και τον Αυτοκράτορα Κάρολο τον Πέμπτο, διέταξαν τη δημιουργία γκέτο για τους εβραίους στη Φρανκφούρτη, τη Ρώμη, την Πράγα και άλλες πόλεις.

Κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα γκέτο ήταν αστικές περιοχές (συχνά περίκλειστες) στις οποίες οι Γερμανοί συγκέντρωναν τον εβραϊκό πληθυσμό και τον ανάγκαζαν να διαβιώνει κάτω από άθλιες συν- θήκες. Η ίδρυση των γκέτο αποσκοπούσε στην απομόνωση των εβραίων με το διαχωρισμό των εβραϊκών κοινοτήτων από τον υπόλοιπο πληθυσμό, αλλά και από άλλες εβραϊκές κοινότητες. Στην κατεχόμενη Πολωνία και τη Σοβιετική Ένωση και μόνο, οι Γερμανοί δημιούργησαν τουλάχιστον 1.000 γκέτο. Οι αρχές των στρατευμάτων κατοχής ίδρυσαν το πρώτο γκέτο της Πολωνίας στο Piotrków Trybunalski τον Οκτώβριο του 193943.

Σταδιακά οι Εβραίοι συγκεντρώνονταν σε συγκεκριμένες περιοχές των πόλεων, ωστόσο ούτε ο Χάντριχ ούτε ο Φρανκ εξέδωσαν εντολή για τη δημιουργία κλειστών γκέτο. Η γκετοποίηση ήταν αποτέλεσμα ποικίλων παραγόντων που διέφεραν από περίπτωση σε περίπτωση. Διήρκεσε, όπως ε από τον Οκτώβριο του 1939 ως το Μάρτιο του 1941 (στο Λουμπλίν και την Κρακοβία), ή ακόμη και ως το 1942 ή το 1943 στην Άνω Σιλεσία. Σε ορισμένες περιπτώσεις δεν είχαν ιδρυθεί γκέτο πριν την έναρξη των εκτοπίσεων στα στρατόπεδα εξόντωσης. Το γκέτο του Λοτζ ιδρύθηκε τον Απρίλιο του 1940, ενώ το γκέτο της Βαρσοβίας τον Νοέμβριο του 1940. Το γκέτο της Βαρσοβίας σφραγίστηκε με το πρόσχημα της διάδοσης επιδημιών, ενώ η δημιουργία του γκέτο του Λοτζ συναρτάτο με την άφιξη Γερμανών εποίκων από τις Βαλτικές χώρες, που εγκαταστάθηκαν στα σπίτια που πριν είχαν οι εβραίοι44.

Οι Γερμανοί θεωρούσαν την ίδρυση των γκέτο σαν ένα προσωρινό μέτρο για τον έλεγχο και την απομόνωση των εβραίων, ενώ τα ηγετικά στελέχη των Ναζί στο Βερολίνο σχεδίαζαν τις επόμενες ενέργειές τους με απώτερο στόχο την απομάκρυνση του εβραϊκού πληθυσμού. Σε πολλές περιοχές, η χρήση των γκέτο δεν είχε μεγάλη διάρκεια. Ορισμένα γκέτο είχαν ζωή μόλις λίγων ημερών, άλλα παρέμειναν για μήνες ή και χρόνια. Με την «Τελική Λύση» (το σχέδιο για την εξόντωση όλων των εβραίων της

Ευρώπης) που άρχισε να τίθεται σε εφαρμογή στα τέλη του 1941, οι Γερμανοί επιδόθηκαν στη συστηματική καταστροφή των γκέτο. Οι Γερμανοί και οι συνεργοί τους εκτελούσαν τους κατοίκους των γκέτο με πυροβόλα όπλα σε ομαδικούς τάφους που βρίσκονταν σε κοντινές αποστάσεις ή τους εκτόπιζαν στα κέντρα εξόντωσης όπου και δολοφονούνταν. Τα SS και η γερμανική αστυνομία μετέφεραν μια μικρή μειοψηφία των Εβραίων από τα γκέτο σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και καταναγκαστικής εργασίας45.

Υπήρχαν τρία είδη γκέτο: κλειστά γκέτο, ανοικτά γκέτο και γκέτο καταστροφής. Πολλές φορές ο πληθυσμός των γκέτο χωριζόταν σε τρεις ομάδες: Την ομάδα Α στην οποία ανήκαν όσοι δούλευαν στα

εργαστήρια, εργάτες και υπάλληλοι, την ομάδα Β που ανήκαν οι υπάλληλοι και οι ανειδίκευτοι εργάτες και η ομάδα Γ που ανήκε ο υπόλοιπος πληθυσμός και ο οποίος κατά ομάδες στέλνονταν στα στρατόπεδα εξόντωσης, όπως στην περίπτωση του γκέτο του Λοτζ46.

Επίσης, στον Friedlander υπάρχει αναφορά για το γκέτο της Terezin στο Προτεκτοράτο47.

Το μεγαλύτερο γκέτο της Πολωνίας ήταν αυτό της Βαρσοβίας, όπου πάνω από 400.000 εβραίοι στριμώχτηκαν σε μια περιοχή μόλις 3,4 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Άλλα μεγάλα γκέτο ιδρύθηκαν στις

 

42https://el.wikipedia.org/wiki/Γκέτο. 43 https://www.ushmm.org.

44Saul Friedlander, Η ναζιστική Γερμανία και οι Εβραίοι. τ. ΙΙ, Τα χρόνια της εξόντωσης 1939-1945, Πόλις, [Αθήνα 2013], σελ. 436.

45https://www.ushmm.org.

46Saul Friedlander, Η ναζιστική Γερμανία και οι Εβραίοι. τ. ΙΙ, Τα χρόνια της εξόντωσης 1939-1945, Πόλις, [Αθήνα 2013], σελ. 755.

47Όπ. π., σελ. 763.

 

πόλεις Λοντζ, Κρακοβία, Μπιάλιστοκ, Λιβόβ, Λούμπλιν, Βίλνα, Κόβνο, Τσεστότσοβα και Μινσκ. Επίσης, δεκάδες χιλιάδες εβραίοι της δυτικής Ευρώπης εκτοπίστηκαν στα γκέτο της ανατολικής Ευρώ- πης. Οι Γερμανοί διέταξαν τους εβραίους που κατοικούσαν στα γκέτο να φορούν αναγνωριστικά σήματα ή περιβραχιόνια ενώ εξανάγκασαν και πολλούς Εβραίους να εργάζονται γι’ αυτούς. Υπεύθυνοι για τη λειτουργία των γκέτο ήταν τα εβραϊκά συμβούλια (Judenraete) που διορίζονταν από τους Ναζί.

Τα γκέτο είχαν τη δική τους αστυνομική δύναμη, η οποία επέβαλε τις διαταγές των γερμανικών αρχών και των εβραϊκών συμβουλίων, όπως, μεταξύ άλλων, τη διευκόλυνση των απελάσεων σε κέντρα εξόντωσης. Οι αξιωματικοί της εβραϊκής αστυνομίας, όπως και τα μέλη των εβραϊκών συμβουλίων, βρίσκονταν κάτω από τον απόλυτο έλεγχο των γερμανικών αρχών. Οι Γερμανοί εκτελούσαν τους εβραίους αστυνομικούς που θεωρούσαν ότι δεν εκτελούσαν σωστά τις διαταγές τους χωρίς κανέναν δισταγμό48.

Κάποιοι από τους εβραίους προσπάθησαν να αντισταθούν στον εγκλεισμό τους στα γκέτο με διάφορους τρόπους. Οι κάτοικοι των γκέτο εμπλέκονταν πολύ συχνά σε δραστηριότητες, όπως τη λαθραία μεταφορά τροφίμων, φαρμάκων, όπλων ή πληροφοριών εντός και εκτός των γκέτο, συχνά χωρίς να

ενημερώνουν ή να περιμένουν την έγκριση των εβραϊκών συμβουλίων. Ορισμένα εβραϊκά συμβούλια ή μεμονωμένα μέλη αυτών των συμβουλίων επέτρεπαν ή ενθάρρυναν το παράνομο εμπόριο, καθώς τα αγαθά αυτά ήταν απαραίτητα για την επιβίωση των κατοίκων του γκέτο. Παρ’ όλο που οι Γερμανοί

έδειχναν να μην τους απασχολεί το ζήτημα των συναθροίσεων όπως στην περίπτωση της άσκησης θρησκευτικής λατρείας, της προσέλευσης σε πολιτιστικές εκδηλώσεις ή της συμμετοχής σε νεανικά κινήματα εντός του γκέτο, κατά κανόνα, θεωρούσαν οποιαδήποτε κοινωνική συγκέντρωση «απειλή για την δημόσια ασφάλεια» και προχωρούσαν στην ανελέητη φυλάκιση ή εκτέλεση ατόμων που θεωρού- σαν πρωταίτιους και συμμετέχοντες. Οι Γερμανοί γενικά απαγόρευαν την παροχή κάθε μορφής οργανωμένης διδασκαλίας ή εκπαίδευσης49.

Σε ορισμένα γκέτο εκδηλώθηκαν ένοπλες εξεγέρσεις από μέλη αντιστασιακών εβραϊκών οργανώσεων. Η πιο σημαντική από αυτές ήταν η εξέγερση στο γκέτο της Βαρσοβίας την άνοιξη του 1943. Επίσης,

βίαιες εξεγέρσεις εκδηλώθηκαν στις πόλεις Βίλνα, Μπιάλιστοκ, Τσεστότσοβα και σε άλλα μικρότερα γκέτο. Τον Αύγουστο του 1944, τα SS και η γερμανική αστυνομία ολοκλήρωσαν την καταστροφή του τελευταίου μεγάλου γκέτο στην πόλη Λοτζ50.

 

  1. Τα διαφόρων ειδών στρατόπεδα

Με τους όρους στρατόπεδα εξόντωσης ή στρατόπεδα θανάτου αναφέρονται οι εγκαταστάσεις που δημιουργήθηκαν από την ναζιστική Γερμανία κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου με σκοπό

τη θανάτωση των εβραίων της Ευρώπης των Τσιγγάνων, των Σοβιετικών αιχμαλώτων πολέμου, Πολωνών, Ελευθεροτεκτόνων, Μαρτύρων του Ιεχωβά, ομοφυλοφίλων, πολιτικών κρατουμένων και άλλων51.

Αποτέλεσαν τμήμα αυτού που αργότερα ονομάστηκε «Ολοκαύτωμα».

Τα στρατόπεδα εξόντωσης διέφεραν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, τα οποία ήταν εγκατεστημένα κυρίως στη Γερμανία.

Διαφοροποιούνται, επίσης, από τα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας, τα οποία είχαν δημιουργη- θεί σε όλες τις κατεχόμενες από τις γερμανικές δυνάμεις περιοχές για να εκμεταλλευτούν τους διάφορους κρατούμενους ως εργατικό δυναμικό. Πολλοί εβραίοι δούλευαν μέχρι θανάτου σε αυτά τα στρα-

 
   

 

48https://www.ushmm.org. 49https://www.ushmm.org. 50https://www.ushmm.org.

51Saul Friedlander, Η ναζιστική Γερμανία και οι Εβραίοι. τ. ΙΙ, Τα χρόνια της εξόντωσης 1939-1945, Πόλις, [Αθήνα 2013], σσ. 599-805, όπου γίνεται εκτενής αναφορά στη μαζική δολοφονία, όχι μόνο από πλευράς Γερμανών, αλλά και από την πλευρά ων συνεργατών τους στις διάφορες κατεχόμενες χώρες.

 

τόπεδα αλλά το εβραϊκό εργατικό δυναμικό, παρά τη χρησιμότητά του στις στρατιωτικές προσπάθειες των Γερμανών, προοριζόταν για εξόντωση. Σε όλα τα ναζιστικά στρατόπεδα τα ποσοστά των θανάτων ήταν υψηλά ως αποτέλεσμα της ασιτίας, των ασθενειών και της εξάντλησης, αλλά μόνο τα στρατόπεδα εξόντωσης είχαν σχεδιαστεί συγκεκριμένα για μαζική σφαγή52.

Η πλειονότητα των αναφορών που αφορούν το Ολοκαύτωμα αναγνωρίζει επτά στρατόπεδα εξόντω- σης, τα έξι από τα οποία βρίσκονταν στην Πολωνία. Αυτά ήταν τα εξής:

 

Ένα επιπλέον στρατόπεδο εξόντωσης δημιουργήθηκε στο Μάλι Τρόστενετς της Λευκορωσίας.

Από αυτά, το Άουσβιτς ΙΙ και το Κέλμνο βρίσκονταν σε περιοχές της δυτικής Πολωνίας υπό γερμανική κατοχή, ενώ τα άλλα τέσσερα βρίσκονταν σε περιοχές υπό τον έλεγχο της Γενικής Διοίκησης (Generalgouvernement).

Ένα έβδομο στρατόπεδο, λιγότερο γνωστό από τα άλλα έξι, βρισκόταν στο Μάλι Τρόστενετς της σημερινής Λευκορωσίας. Επίσης, η σκιώδης κροατική κυβέρνηση της Ουστάς (Ustaše) είχε θέσει σε λει- τουργία το στρατόπεδο εξόντωσης στο Γιασένοβατς το οποίο χρησιμοποιήθηκε για την μαζική εξόντωση Σέρβων και εβραίων και μάλιστα με τρόπο ειδεχθή από τους φιλοναζιστές Κροάτες γεγονός για το οποίο υπάρχουν αναφορές σε πολλές πηγές.

Τα στρατόπεδα της Τρεμπλίνκα, του Μπέλζεκ και του Ζομπίμπορ κατασκευάστηκαν κατά τη διάρκεια της Επιχείρησης Ράινχαρντ, που ήταν η κωδική ονομασία της επιχείρησης για την συστηματική εξόντωση των εβραίων της Ευρώπης, ευρύτερα γνωστής με τον όρο «Τελική Λύση του Εβραϊκού ζητήματος». Η πραγματοποίηση της επιχείρησης αυτής αποφασίστηκε στη Διάσκεψη της Βάνζεε του Ιανουαρίου του 1942 και εκτελέστηκε υπό τον έλεγχο του Άντολφ Άιχμαν.

Ενώ το Άουσβιτς ΙΙ54 αποτελούσε τμήμα ενός στρατοπέδου καταναγκαστικής εργασίας και

το Μαϊντάνεκ περιλάμβανε και ένα στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας, τα στρατόπεδα που δημιουργήθηκαν κατά την Επιχείρηση Ράινχαρντ και το στρατόπεδο Κέλμνο ήταν αποκλειστικά στρατό- πεδα εξόντωσης, τα οποία κατασκευάστηκαν με μοναδικό σκοπό τη μεγάλης κλίμακας εξολόθρευση εβραίων μέσα σε λίγες ώρες από τη στιγμή της άφιξής τους – οι μόνοι που εξαιρούνταν από αυτή την άμεση θανάτωση ήταν όσοι χρησιμοποιούνταν σε καταναγκαστικές εργασίες που σχετίζονταν με τη διαδικασία της εξόντωσης (π.χ. την απομάκρυνση των πτωμάτων από τους θαλάμους αερίων).

Τα στρατόπεδα αυτά είχαν μικρό μέγεθος – μόνο μερικές εκατοντάδες μέτρα – καθώς δεν προορίζονταν για διαμονή. Στους μελλοθάνατους που έφταναν σε αυτά έλεγαν ότι ήταν, απλώς, ένας σταθμός μετεπιβίβασης, με σκοπό τη μετακίνησή τους ανατολικότερα.

 

 

52https://el.wikipedia.org/wiki/Ναζιστικά_στρατόπεδα_συγκέντρωσης. 53https://el.wikipedia.org/wiki/Ναζιστικά_στρατόπεδα_συγκέντρωσης.

54Saul Friedlander, Η ναζιστική Γερμανία και οι Εβραίοι. τ. ΙΙ, Τα χρόνια της εξόντωσης 1939-1945, Πόλις, [Αθήνα 2013], σσ. 915, Το Άουσβιτς από τις αρχές του καλοκαιριού του 1942 άρχισε να μετρ μετατρέπεται από στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας σε στρατόπεδο εξόντωσης.

 

Ο αριθμός των νεκρών στα επτά κυριότερα στρατόπεδα υπολογίζεται ως εξής:

 

  • Άουσβιτς ΙΙ: περίπου 100.000
  • Μπέλζεκ: 000
  • Κέλμνο: 000
  • Μαϊντάνεκ: 300.000 έως 000
  • Ζομπίμπορ: 000
  • Τρεμπλίνκα: τουλάχιστον 700.000, πιθανόν πάνω από 000.000
  • Μάλι Τρόστενετς: τουλάχιστον 200.000, πιθανόν πάνω από 00055.

Οι τρόποι λειτουργίας των στρατοπέδων

Η μέθοδος εκτέλεσης στα στρατόπεδα αυτά ήταν με δηλητηριώδη αέρια, συχνά σε θαλάμους αερίων, αν και πολλοί κρατούμενοι φονεύονταν με μαζικές εκτελέσεις και με άλλους τρόπους. Τα σώματα των εκτελεσμένων καταστρέφονταν σε κρεματόρια (εκτός από το Ζομπιμπόρ όπου καίγονταν σε υπαίθριες πυρές), και οι στάχτες θάβονταν ή διασκορπίζονταν56.

Τα στρατόπεδα διέφεραν ελαφρά ως προς την λειτουργία τους, αλλά όλα ήταν σχεδιασμένα να σκοτώ- νουν όσο πιο αποτελεσματικά γινόταν.

Όπως αναφέρει και ο Friedlander ο Χίμλερ αρχικά ήταν αντίθετος με την εξόντωση των εβραίων, καθότι, όπως υποστήριζε δεν προσιδίαζε με τον χαρακτήρα του γερμανικού λαού και έτσι είχε συζητηθεί η λύση της μετεγκατάστασής τους στη Μαδαγασκάρη, γεγονός όμως που προϋπέθετε την νίκη έναντι της Βρετανίας.

Ο Enzo Traverso διακρίνει σαφείς σχέσεις ανάμεσα στον Τεϋλορισμό-Φορντισμό και στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και εξόντωσης.

Η αρχιτεκτονική και η διάταξη των κτιρίων των στρατοπέδων παρέπεμπαν σε εργοστάσιο. Παραγωγή και εξόντωση διαπλέκονταν.

Η ανθρώπινη εξόντωση ήταν βιομηχανικού τύπου, ενώ οι περιγραφές σχετικά με την χρησιμοποίηση των ανθρώπινων υπάρξεων ως αντικειμένων και πρώτης ύλης σοκάρουν.

Ο καταμερισμός της εργασίας γινόταν με ορθολογικά αλλά και με βιολογικά-φυλετικά κριτήρια.

Η βιομηχανικού τύπου σφαγή ήταν σχεδόν αθέατη «υπήρχε σαν να μην υπήρχε» και προσομοίαζε σε αυτό το σημείο με τα σφαγεία νέου τύπου όπως αυτά που άρχισαν να ιδρύονται στη Γαλλία, στα μέσα του 19ου αιώνα57.58.

Η γκιλοτίνα, το σφαγείο, το φορντιστικό εργοστάσιο, η ορθολογική διοίκηση, ο ρατσισμός, ο ευγονισμός, οι αποικιακές σφαγές και το μακελειό του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου είχαν διαμορφώσει προκαταβολικά το κοινωνικό σύμπαν και το νοητικό τοπία μέσα στο οποίο επινοήθηκε και εφαρμόστηκε η Τελική Λύση59.

 

 

55https://el.wikipedia.org/wiki/Ναζιστικά_στρατόπεδα_συγκέντρωσης και στο Saul Friedlander, Η ναζιστική Γερμανία και οι Εβραίοι. τ. ΙΙ, Τα χρόνια της εξόντωσης 1939-1945, Πόλις, [Αθήνα 2013], σελ. 892.

56https://el.wikipedia.org/wiki/Ναζιστικά_στρατόπεδα_συγκέντρωσης.

57Enzo Traverso, Οι ρίζες της ναζιστικής βίας, μτφρ. Νίκος Κούρκουλος, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, [Αθήνα, 2013], σσ. 49-60.

58Όπ. π., σσ. 113-116.

59Όπ. π., σελ. 193.

 

Ο Χίτλερ δεν διέθετε έως το 1941, ένα πολύ ξεκάθαρο σχέδιο για την του εξόντωση των εβραίων και η Τελική Λύση ήταν το προϊόν μια διαρκούς αλληλεπίδρασης ανάμεσα στον ριζοσπαστικό αντισημιτισμό και στις περιστάσεις του πολέμου.

Είναι αυτή η αλληλεπίδραση που θα γεννήσει τα στάδια, τις μορφές και τα μέσα το εκτοπισμού και της θανάτωσης των εβραίων.

Ακόμα και χωρίς σχεδιασμό, όμως, ο Εθνικοσοσιαλισμός είχε πολλά μοντέλα στη διάθεσή του πολλά μοντέλα που δεν δίστασε να ακολουθήσει μοντέλα ιδεολογικά (ρατσισμός ευγονισμός), πολιτικά (ο ιταλικός φασισμός), και ιστορικά (ο ιμπεριαλισμός και η αποικιοκρατία), από την άλλη μοντέλα κοινωνικά και τεχνολογικά (ο εξορθολογισμός των μορφών κυριαρχίας, ο ολοκληρωτικός πόλεμος, η σειριοποιημένη εξόντωση ) που όλα τους πήγαζαν από το ευρωπαϊκό πολιτισμικό πλαίσιο60.

Επίσης, ο Enzo Traverso κάνει αναφορά σχετικά με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και την παρουσία τους ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα και κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Αρχικά, στόχος ήταν η σταδιακή συγκέντρωση των εβραίων στις λεγόμενες ανατολικές επαρχίες και

τη μαζική απέλαση εκατοντάδων χιλιάδων ή και εκατομμυρίων προς τα εδάφη της Σοβιετικής Ένωσης. Όμως, το σχέδιο αυτό αντιμετώπισε δυσκολίες λόγω των εσωτερικών αντιθέσεων και έχουμε την εμφάνιση των δολοφονικών επεισοδίων που από την περίοδο 1940-41 γίνονταν όλο και πιο πολλά σε διάφορες περιοχές της Πολωνίας, τις Βαλτικές χώρες και στη Ρωσία.

Ήταν τα πρώτα δείγματα, οι πρώτες μη βιομηχανικού τύπου παραγωγές μαζικού θανάτου61.

Όμως αντίθετα με το σχέδιο της απέλασης του σχέδιο εγκλεισμού σε στρατόπεδα συγκέντρωσης προ- χωρούσε ομαλά με ένα σαφέστερα οργανωμένο σχέδιο.

Το μοντέλο του εργοστασίου-φυλακής-στρατώνα, που ακολουθήθηκε συνδύαζε στον απόλυτο βαθμό τη σκληρή χωρίς όρους και ανταλλάγματα εργασία, τον ασφυκτικό περιορισμό των σωμάτων και τη μαζική τυφλή πειθαρχία απέναντι στους κανονισμούς.

Το μοντέλο αυτό της απόλυτης υποταγής και πειθαρχίας είχε εφαρμοστεί σε ορισμένες δυτικές χώρες πριν από δεκαετίες.

Το μοντέλο άρχισε να εφαρμόζεται από το καλοκαίρι του 1933 στο Νταχάου, μια περιοχή κοντά στο Μόναχο, όπου αποτέλεσε έναν οργανωμένο χώρο κράτησης για τις πρώτες χιλιάδες πολιτικών κρατουμένων.

Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1940 η ίδρυση αυτού του τύπου των στρατοπέδων αυξήθηκε εντυπωσιακά και εκτείνονταν πέρα από τη Γερμανία σε χώρες όπως η Αυστρία, η Τσεχία, η Ουγγαρία, η Ολλανδία, οι Βαλτικές Χώρες, η Ουκρανία και η Πολωνία62.

Το ίδιο εντυπωσιακά αυξήθηκε και ο αριθμός των κρατουμένων που αποτελούνταν από στρατιώτες και αξιωματικούς αιχμαλώτους, αμάχους των κατεχομένων χωρών, πολιτικούς κρατούμενους, εβραίους

τσιγγάνους, και ομοφυλόφιλους.

Στα στρατόπεδα αυτά παρά τον ανορθολογικό τρόπο διαχείρισης της εργατικής δύναμης παραγόταν πάνω από το 50% του συνολικού ακαθάριστου γερμανικού προϊόντος.

Επρόκειτο για μια στρατιωτική-οικονομική αυτοκρατορία από την οποία οι επενδυτές, συνήθως Γερ- μανοί, κέρδιζαν αμύθητα ποσά63.

Η κλιμάκωση των σχεδίων για την απελευθέρωση του Ράιχ από τον εβραϊκό παράγοντα και τους άλλους υπανθρώπους κυκλοφορούσε ως ιδέα από το 1941 στις κλειστές συσκέψεις.

Είναι, επίσης βέβαιο ότι η τελική απόφαση όπως και οι μέθοδοι της τελικής εξόντωσης συζητήθηκαν

 

60Enzo Traverso, Οι ρίζες της ναζιστικής βίας, μτφρ. Νίκος Κούρκουλος, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, [Αθήνα, 2013], σελ. 193.

61Θωμάς Σλιώμης, Η τέχνη απέναντι στο ναζισμό. Το μουσικό κίνημα της Τερεζίν, Εκδόσεις Πατάκη, [Αθήνα 2016], σελ. 35. 62Θωμάς Σλιώμης, Η τέχνη απέναντι στο ναζισμό. Το μουσικό κίνημα της Τερεζίν. Εκδόσεις Πατάκη, [Αθήνα 2016], σελ. 36. 63Όπ. π., σελ. 37.

 

και διατυπώθηκαν με συγκεκριμένο τρόπο τον Ιανουάριο του 1942 στη σύνοδο του Βάνζεε η οποία πραγματοποιήθηκε υπό την προεδρία του στρατηγού Ράινχαρντ Χάινντριχ64 .

Ωστόσο πριν από αυτά είχαμε το πρόγραμμα της ευγονικής Τ-4 όπου πάνω από 70.000 Γερμανοί ανίατα ασθενείς και ψυχοπαθείς εκτελέστηκαν μεταξύ του Σεπτεμβρίου του 1939 και των αρχών του 1941. Μια δεύτερη δοκιμή αποτελούσαν οι μαζικές εκτελέσεις με τη χρήση όπλων των εβραίων από τα γερμανικά αστυνομικά σώματα στις κατεχόμενες ανατολικές χώρες, μια μέθοδος που στα τέλη του 1941 κρίθηκε ασύμφορη και δαπανηρή αφού υπήρχε το πρόβλημα της ταφής, το πρόβλημα της κατανάλωσης πυρομαχικών, αλλά και της αντίδρασης του ανθρώπινου παράγοντα απ΄πλευράς Γερμανών.

Ένα άλλο πείραμα ήταν η εκτέλεση 600 σοβιετικών αιχμαλώτων στο Άουσβιτς τον Σεπτέμβριο του 1941 με ένα ενισχυμένο μείγμα του εντομοκτόνου Zylkon-B.

Το πείραμα αυτό ήταν επιτυχημένο και αποτέλεσε τον προάγγελο για τη μαζική χρήση του αργότερα. Παράλληλα χρησιμοποιήθηκε και η τεχνολογία των gaswagen, ειδικά διαμορφωμένων ημιφορτηγών που τα καυσαέρια διοχετεύονταν στη στεγανοποιημένη καρότσα.

Τελικά προκρίθηκε το Zylkon-B και οι σταθερές εγκαταστάσεις μεγάλων θαλάμων που χωρούσαν εκατοντάδες ανθρώπους.

Για τους ναζί ήταν σαφές ότι η κατασκευή μεγάλων κρεματoρίων αποτέλεσε την πιο άμεση, γρήγορη και οικονομική λύση.

Γι’ αυτό και άμεσα στη διάρκεια των πρώτων μηνών του 1942 τα στρατόπεδα του Άουσβιτς, του

Τσέλμο, της Τρεμπλίνκα, του Σόμπιμπορ του Μπελζετς μετατράπηκαν σε πελώρια εργοστάσια παραγωγής θανάτου65.

Επίσης, ο Friedlander αναφέρει για την αρχή της περιόδου της εξόντωσης (φθινόπωρο 1939-καλοκαίρι 1941) και το ζήτημα της μετανάστευσης των εβραίων από τη Γερμανία, καθώς και το ζήτημα του Γενικού Κυβερνείου66 , όπως επίσης και το γεγονός ότι ήδη από τα μέσα του 1943 δεν υπήρχαν εβραϊκές κοινότητες στη Γερμανία, παρά μόνο διάσπαρτα άτομα που συνήθως προέχονταν από μικτούς γάμους67 και ακόμα ελάχιστο χρόνο πριν την παράδοση της Γερμανίας στέλνονταν ακόμη από την Γκεστάπο κλήσεις εκτόπισης προς τους εναπομείναντες εβραίους68.

 

  1. Η άρνηση του Ολοκαυτώματος

Από τη ίδια τους τη φύση οι λέξεις «αναθεώρηση» και «αναθεωρητισμός» λειτουργούν σαν ρητορικοί χαμαιλέοντες, σύμφωνα με την εύστοχη παρατήρηση του Enzo Traverso, ενσαρκώνοντας κατά περίπτωση, άλλοτε στρατηγικές συγκάλυψης και αναίρεσης της ιστορικής πραγματικότητας, ενώ άλλοτε, στον αντίποδα, την ίδια την κινητήρια δύναμη του ιστορικού λόγου, τον αέναο και διαρκή αγώνα του εναντίον του ψεύδους, της μυθοποίησης των δοξασιών και των σεβαστών κοινών τόπων με καταλύτη την εύρεση νέων πρωτογενών πηγών, την εισαγωγή νέων πεδίων θεματολογίας, την αλλαγή επιστημολογικού ή ερμηνευτικού παραδείγματος, καθώς και τη διατύπωση νέων ριζικά διαφορετικών ερωτημά- των69.

Οι αρνητές του Ολοκαυτώματος κάνουν την εμφάνισή τους στην ευρωπαϊκή σκηνή, ειδικότερα στη Γαλλία , κατά την πρώτη μεταπολεμική περίοδο, αποτελώντας την αιχμή του δόρατος του γαλλικού νεοφασισμού.

 

64Όπ. π., σσ. 37-38.

65Θωμάς Σλιώμης, Η τέχνη απέναντι στο ναζισμό. Το μουσικό κίνημα της Τερεζίν. Εκδόσεις Πατάκη, [Αθήνα 2016], σελ. 39. 66 Saul Friedlander, Η ναζιστική Γερμανία και οι Εβραίοι. τ. ΙΙ, Τα χρόνια της εξόντωσης 1939-1945, Πόλις, [Αθήνα 2013], σελ. 399-508.

67Όπ. π., σελ. 932.

68Όπ. π. , σελ. 1070.

69Γιώργος Κόκκινος, «Ιστορικός αναθεωρητισμός και άρνηση του Ολοκαυτώματος», στο Κριτικές προσεγγίσεις του

ναζιστικού φαινομένου. Από την ιστοριογραφία και την πολιτική θεωρία στη σχολική ιστορική μάθηση, Άγγελος Παληκίδης (επιμ.), Επίκεντρο, [Θεσσαλονλίκη 2013], σελ. 60.

 

Ενός μορφώματος που διακρινόταν για το βίαιο αντικομουνισμό του τον αντικοινοβουλευτισμό του , τη ροπή προς τη συνομωσία και την τρομοκρατική δράση, τον σοσιαλίζοντα ριζοσπαστισμό και ειδικότερα τον αντισημιτισμό.

Το τελευταίο αυτό γεγονός έχει να κάνει και με τον αποσπασματικό τρόπο με τον οποίο έγινε η εκκαθάριση των δωσίλογων από τις γαλλικές αρχές, με αποτέλεσμα οι εναπομείναντες πυρήνες να είναι εύκολο να αναλάβουν πάλι δράση70.

Η είσοδος των αρνητών στα μεταπολεμικά ιδεολογικοπολιτικά δρώμενα σηματοδοτείται από το βιβλίο του φασίστα Μωρίς Μπαρντές (1907-1998), Νυρεμβέργη η γη της Επαγγελίας, όπως επίσης και από το βιβλίο του αναρχοτροτσκιστή και πρώην εκτοπισμένου στα στρατόπεδα Μπούχενβαλντ και Ντόρα, Πωλ Ρασινιέ, Το ψεύδος του Οδυσσέα.

Ο Μπαρνές ακολουθεί πιστά τα ίχνη της «προφητικής» διατύπωσης του Χίτλερ τον Ιανουάριο του 1939 και υποστηρίζει την άποψη ότι οι εβραίοι ήταν οι αποκλειστικοί υπεύθυνοι για την έκρηξη του Β’ Παγκοσμίου και τα επακολουθήσαντα δεινά.

Σχετικοποιεί και επομένως κανονικοποιεί τα ναζιστικά εγκλήματα, τα απαλλάσσει δηλαδή από την τερατώδη μοναδικότητά τους, συγκρίνοντάς τα τόσο με τους βομβαρδισμούς των γερμανικών πόλεων από την αμερικάνικη και τη βρετανική αεροπορία, όσο και με τη ρίψη των ατομικών βομβών στην Ιαπωνία71.

Επίσης, ο Γάλλος Ρομπέρ Φορισσόν (Robert Faurisson), πρώην κρατούμενος και ο ίδιος σε ναζιστικό στρατόπεδο, υποστήριξε, το 1979, ότι οι Ναζί δεν είχαν θαλάμους αερίων και δεν προσπάθησαν να αφανίσουν τους εβραίους. Ισχυρίστηκε ότι ο «μύθος» του θαλάμου αερίων ήταν προπαγάνδα

των Σιωνιστών υπέρ του Ισραηλινού κράτους και εναντίον των Γερμανών και των Παλαιστινίων. Σημαντικός, επίσης, αρνητής του Ολοκαυτώματος είναι ο Βρετανός συγγραφέας (και όχι ιστορικός, όπως αυτοαποκαλείται) Ντέιβιντ Ίρβινγκ (David Irving).

Μελετητές και ιστορικοί επισημαίνουν ότι η άρνηση του Ολοκαυτώματος είναι αντίθετη με τις μαρτυρίες των επιζώντων και των δραστών, τις υλικές αποδείξεις και τις φωτογραφίες καθώς και τα πολύ

λεπτομερή αρχεία που τηρούνταν από τους ίδιους τους Ναζί72.

Γενικότερα, το ζήτημα του Ολοκαυτώματος είναι ένα από τα καλύτερα τεκμηριωμένα ιστορικά ζητήματα τα σύγχρονης περιόδου.

 

  1. Συμπερασματικές παρατηρήσεις

Μέσα από την ανάγνωση των πηγών μας αποκαλύπτεται μια ζοφερή πραγματικότητα για τους εβραίους και του κάθε είδους μειονότητες στο Τρίτο Ράιχ. Την κανονικότητα των καθημερινών ρυθμών ζωής αντικατέστησε η οργανωμένη κρατική βία, με τη ζωή των «κατώτερων» να μην αξίζει τίποτα. Η

τιμή, η αξιοπρέπεια, το μέλλον καταστράφηκε για ολόκληρες ομάδες ανθρώπων οι οποίοι πριν χάσουν τη ζωή τους είχαν χάσει όλα τα υπόλοιπα. Η ναζιστική βία αποτέλεσμα βαθύτερων ιστορικών παραγόντων και ευνοϊκής συγκυρίας που είχε να κάνει με παράγοντες όπως η οικονομική κατάσταση της Γερμανίας την εποχή εκείνη, ο πρωσισμός, ο αντισημιτισμός και η εμφάνιση ενός απρόσωπου καπιταλισμού, αποκομμένου από τις «ρίζες της φυλής», να παίζουν το ρόλο τους. Η εκτροπή από τον ουμανισμό και η μαζική άρτια γραφειοκρατικά οργανωμένη κρατική βία στιγμάτισαν ανεξίτηλα την ευρωπαϊκή και παγκόσμια ιστορία, ενώ κάποιοι μιλούν, και όχι αδικαιολόγητα κατά. τη γνώμη μου. και για μια συγκεκριμένη έκφραση του καπιταλιστικού φαινομένου σε μια από τις εκδοχές του.

 

70Όπ. π. σελ. 61.

71Γιώργος Κόκκινος, «Ιστορικός αναθεωρητισμός και άρνηση του Ολοκαυτώματος», στο Κριτικές προσεγγίσεις του

ναζιστικού φαινομένου. Από την ιστοριογραφία και την πολιτική θεωρία στη σχολική ιστορική μάθηση, Άγγελος Παληκίδης (επιμ.), Επίκεντρο, [Θεσσαλονλίκη 2013], σσ. 62-63.

72https://el.wikipedia.org/wiki/Ναζιστικά_στρατόπεδα_εξόντωσης.

 

Βιβλιογραφία

  1. Κριτικές προσεγγίσεις του ναζιστικού φαινομένου. Από την ιστοριογραφία και την πολιτική θεωρία στη σχολική ιστορική μάθηση, Άγγελος Παληκίδης (επιμ.), Επίκεντρο, [Θεσσαλονλίκη 2013].
  2. Lionel Richard, Ναζισμός και κουλτούρα, μτφρ. Λόϋσκα Αβαγιανού, Αστέρι, [Αθήνα 1979].
  3. Θωμάς Σλιώμης, Η τέχνη απέναντι στο ναζισμό. Το μουσικό κίνημα της Τερεζίν. Εκδόσεις Πατάκη, [Αθήνα 2016].
  4. Saul Friedlander, Η ναζιστική Γερμανία και οι Εβραίοι. τ. Ι, Τα χρόνια των διώξεων 1933-1939, Πόλις, [Αθήνα 2013].
  5. Saul Friedlander, Η ναζιστική Γερμανία και οι Εβραίοι. τ. ΙΙ, Τα χρόνια της εξόντωσης 1939- 1945, Πόλις, [Αθήνα 2013].
  6. Enzo Traverso, Οι ρίζες της ναζιστικής βίας, μτφρ. Νίκος Κούρκουλος, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, [Αθήνα, 2013].
  7. Μαρκ Φερρό, Κινηματογράφος και Ιστορία, μτφρ. Πελαγία Μαρκέτου, Μεταίχμιο, [Αθήνα 2001].

 

Περιοδικά

 

  1. Περιοδικό Διαβάζω, «Κινηματογράφος και Ιστορία», , αρ. 266, 26.6.91.

 

Ιστοσελίδες

  1. https://el.wikipedia.org/wiki/Ναζιστικά_στρατόπεδα_εξόντωσης, (προβολή στις 26/12/2016).
  2. https://el.wikipedia.org/wiki/Γκέτο, (προβολή στις 26/12/2016).
  3. https://el.wikipedia.org/wiki/Η_Λίστα_του_Σίντλερ, (προβολή στις 20/12/2016).
  4. https://www.ushmm.org, (προβολή στις 23/12/2016).

Προέλευση φωτογραφίας: https://www.cnn.gr

Θεωρίες Κοινωνικού Συμβολαίου - Η περίπτωση του Ζαν - Ζακ Ρουσσώ

του Διονύση Τραμπαδώρου

 

Ο Ρουσσώ αρνείται πάντα κάθε είδους συμβιβασμό

με την κατεστημένη εξουσία, ακόμη και επιφανειακό.

Καρλ Μάρξ, Γράμμα στον Σβάιτσε

 24 Ιανουαρίου 1865

 

1.Εισαγωγή

Ο ιερός Αυγουστίνος εξομολογείται ως ens creatum, ως θεϊκό δημιούργημα, ως εγώ χωρίς φυσική αλήθεια, αλλά αντίθετα ως αλήθεια, δηλαδή ελευθερία, που απορρέει από την κατάσταση της δέσμευσής του έναντι της δημιουργίας, ήτοι ως υποκείμενο της δημιουργίας. Ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ εξομολογείται ως homo emancipatus a deo, άνθρωπος χειραφετημένος από τον Θεό, ως εγώ με φυσική αλήθεια, δηλαδή με φυσική ελευθερία, η οποία απορρέει αποκλειστικά από την κατάσταση μιας εγγενούς δικαιοσύνης και αρετής.
Γι' αυτό και η εξομολόγησή του, σε αντίθεση με εκείνη του ιερού Αυγουστίνου, η οποία αρνείται να απευθυνθεί προς τον άνθρωπο, έχει ως μοναδικό και αποκλειστικό   αποδέκτη τον άλλον, τον συνάνθρωπο, όπως τον αποκαλεί ευθέως[i].

Ο Ρουσσώ (1712-1778) γεννήθηκε στη Γενεύη .  Προσπάθησε μάταια να υπο­τάξει τη ζωή του σε κάποιον κανόνα ή να την οργανώσει σύμ­φωνα με κάποιο πρόγραμμα. Πήγαινε συνεχώς από το ένα άκρο στο άλλο, και τελικά ή ζωή του διέρρευσε σε αντιφατικές παρορ­μήσεις. Ποτέ δεν ένιωσε τελείως άνετα σε κάποιο επάγγελμα, σε κάποια επιστήμη ή σε κάποιο δόγμα, σε κάποια θρησκεία. Εξά­σκησε διαδοχικά τα επαγγέλματα του χαράκτη, του υπηρέτη, του φοροεισπράκτορα και εφοριακού υπαλλήλου, του παιδαγωγού, του αντιγραφέα χειρογράφων μουσικής, του διπλωματικού γραμ­ματέα, του μουσικού εκτελεστή και συνθέτη, προτού ανακαλύψει την αληθινή του αποστολή ως στοχαστή και συγγραφέα[ii]. ­Δεν θα μπορούσε  όμως να υποστηρίξει κανείς ότι έχουμε  έναν κάτοικο της Γενεύης που έγραψε για τους κατοίκους της Γενεύης[iii].

Ο Ρουσσώ ανήκει στη Γαλλία, όχι τόσο γιατί  η οικογένεια του κα­τάγεται από γάλλους προτεστάντες πρόσφυγες του ιστ' αιώνα, όσο γιατί  η μόρφωση του είναι εντελώς γαλλική και επειδή έχει παίξει ένα τεράστιο ρόλο στη λογοτεχνία, τη σκέψη και την πο­λιτική ζωή της Γαλλίας.

Όμως , η καταγωγή του από τη Γενεύη έχει εξασκήσει μια κάποια επίδραση στο έργο του. Γεννήθηκε καλβινιστής, ανήκε δηλαδή σ’ ένα δόγμα  πιο ατομικιστικό, πιο ορθολογιστικό και πιο αυστηρό από τον καθολικισμό. Αλλά κυρίως η Γενεύη είναι μια δημο­κρατία, και ο Ρουσσώ διατήρησε σε όλη του τη ζωή, ανάμεσα στους υπηκόους του βασιλιά της Γαλλίας, την υπερηφάνεια να είναι γεννημένος σε μια δημοκρατία· ο μόνος τίτλος που έφερε  ήταν αυτός του πο­λίτη της Γενεύης. 

Το γεγονός πως ήταν «γεννημένος δημοκρατικός» βοήθησε τον Ρουσσώ να συνειδητοποιήσει την πρωτοτυπία του μέσα στη Γαλλία της εποχής του[iv].

Ο πατέρας φεύγει από τη Γενεύη μετά από έναν καβγά και δε θα ξανασχοληθεί με τον Ζαν-Ζακ, ο οποίος είχε ήδη χάσει τη μητέρα του από τότε που ήρθε στον κόσμο.

Το παιδί το εμπιστεύεται στον ιερωμένο Λαμπερσιέ, για δυο χρό­νια, και μαζί του αρχίζει τα λατινικά. Αυτές θα είναι περίπου και οι μόνες κανονικές σπουδές που θα κάνει κάτω από την εποπτεία κάποι­ου άλλου. Μετά έγινε μαθητευόμενος και έμεινε δυο χρόνια με ένα χα­ράκτη. Η κατάσταση του μαθητευομένου ήταν μια από τις πιο άσχημες της εποχής.

Έπειτα  και για δεκατρία χρόνια θα κάνει ζωή περιπλανώμενου, γνω­ρίζοντας όλων των ειδών τα επαγγέλματα και τις δυστυχίες. Γίνεται ο προστατευόμενος, και μετά ο εραστής, μιας νέας γυναίκας, κι αυτή τυχοδιώκτρια και χωρίς αρχές, της μαντάμ ντε Βαρέν. Ασπάζεται τον καθολικισμό[v] και  δι­δάσκει μουσική χωρίς να τη γνωρίζει. Κοντά στη μαντάμ ντε Βαρέν, στο Ανεσί, μετά στο Σαμπερί, διαβάζει πολύ και αναλαμβάνει μεθοδι­κά την αυτομόρφωσή του.

Το 1740, γίνεται στη Λυών παιδαγωγός των παιδιών του κυρίου ντε Μαλμπί, αδελφού των φιλοσόφων Κοντιγιάκ και Μαλμπί, μετά πηγαίνει στο Παρίσι προσπαθώντας να κάνει περιουσία με  ένα σχέδιο μουσικής γραφής . Το παρουσιάζει  αλλά χω­ρίς επιτυχία στην Ακαδημία Επιστημών.

Το 1741 εμφανίζεται στα παρισινά σαλόνια ωθούμενος από την φιλοδοξία του.

Όμως δεν γίνεται ένα άνθρωπος των σαλονιών ένα κακέκτυπο του Βολταίρου ο ποίος ούτως ή άλλος είχε ευρύτερη μόρφωση απ’ αυτόν.

Έτσι θα καταγγείλει το ψέμα μιας κοινωνίας που ανέχεται την ταυτόχρονη ύπαρξη της χλιδής και της απόλυτης φτώχειας

Συνδέεται με ένα νέο συγγραφέα εξίσου άγνωστο μ' αυτόν τον Ντιντερό και συστήνεται στα σαλόνια, δηλαδή στης μαντάμ Ντιπέν, κόρης του χρηματιστή Σαμιέλ Μπερνάρ. Με το να διδάσκει μουσική, στο τέ­λος την έμαθε, και έγραψε μια όπερα με τίτλο Οι ευγενικές Μούσες. Αλλά όλα αυτά δεν του εξασφαλίζουν τα προς το ζην. Έτσι δέχεται τη θέση του γραμματέα του πρέσβη της Βενετίας, στην υπηρεσία του οποίου μένει δεκαοχτώ μήνες.

 Αυτή τη στιγμή είναι που αρχίζει να ενδιαφέρεται για τα πολιτικά ζητήματα και συλλαμβάνει την πρώτη ιδέα των Πολιτικών του θεσμών, από τους οποίους δεν έγραψε ποτέ παρά μόνο την εισαγωγή δηλαδή  «Το Κοινωνικό Συμβόλαιο».

 Έρχεται σε αντίθεση με τον πρέσβη και επιστρέφει για να εγκαταστα­θεί στο Παρίσι.

Αρχίζει να γίνεται γνωστός ως μουσικός και θεατρικός συγγραφέ­ας, συνεργάζεται με τον Βολταίρο για μια όπερα, (Οι γιορτές του Ραμίρον), και ταυτόχρονα είναι γραμματέας του κυρίου Φρανκέιγ, γα­μπρού της μαντάμ Ντιπέν. Αυτή την εποχή συζεί με μια υπηρέτρια πανδοχείου εντελώς αγράμματη, την Τερέζα Λεβασέρ, από την οποία θα αποκτήσει πέντε παιδιά, τα οποία θα αφήσει ένα-ένα στα έκθετα.

Επεκτείνει τις γνωριμίες του ανάμεσα στους φιλοσόφους. Εκτός από τον Ντιντερό και τον Κοντιγιάκ, που είναι πολύ κοντινοί του, κά­νει τη γνωριμία της μαντάμ ντ' Επινε, η οποία προέρχεται από μία οικογένεια χρηματιστών, μετά συνδέεται με τον Γκριμ.

Όμως, «Περισσότερο από κάθε άλλο υποφέρει από την καταπίεση, και, όταν βάλλουν κατά της ελευθερίας του, φεύγει. Εξ ου και η ζωή του περιπλανώμενου. Θα προτιμάει πάντα τη δυστυχία και την περιπέτεια από μια επιχρυσωμένη σκλαβιά. Δεν υπάρχει τίποτα πιο βαθύ σ' αυτόν από την αγάπη για την ελευθερία. Θέλει να είναι ο εαυτός του δηλαδή , ελεύθερος στη ζωή του, στα αισθήματα του και στις ιδέ­ες του. Καμιά έγνοια για τα πλούτη, για τη σταδιοδρομία, δηλαδή για την ασφάλεια, δεν μπορεί κανείς να τον υποχρεώσει να πει τίποτα άλ­λο παρά αυτό που κρίνει πως είναι μια αλήθεια χρήσιμη για τους αν­θρώπους. Ακόμα και αν ήταν να μείνει μόνος στον κόσμο, θα υποστή­ριζε αυτό που πιστεύει σωστό.»[vi]

 Μια ζεστή μέρα του 1749, ενώ βάδιζε μόνος του στο δρόμο για τη Βενσέν, για να επισκεφτεί το φίλο του τον Ντιντερό (ο οποίος είχε φυλακιστεί εξαιτίας της «Επιστολής για τους τυφλούς»), ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ «φωτίστηκε» ξαφνικά από μιαν έμπνευση που έμελλε να αλλάξει όχι μόνο την πορεία της ζωής του αλλά και την εξέλιξη όλης της ευρωπαϊκής κουλτούρας. Επειδή η ζέστη ήταν αφόρητη, για να μετριάσει την ανυπομονησία του και να αναγκαστεί να βαδίζει πιο αργά, ο Ρουσσώ διάβαζε τον Mercure de France. Το βλέμμα του έπεσε κάποια στιγμή πάνω στο θέμα που έδινε η Ακαδημία της Ντιζόν για το βραβείο του επόμενου χρόνου. Το θέμα ήταν το εξής : «Η πρόοδος των τεχνών και των επιστημών συνέβαλε στη διαφθορά ή στη βελτίωση των ηθών;».

   O ίδιος ο Ρουσσώ γράφει στις «Εξομολογήσεις» του: «Μόλις το διάβασα αντίκρισα μπροστά μου έναν άλλο κόσμο και έγινα άλλος άνθρωπος... Όταν έφτασα στη Βενσέν βρισκόμουν κυριολεκτικά σε παραλήρημα. Ο Ντιντερό το είδε.... Με παρακίνησε να αναπτύξω τις απόψεις μου και να διεκδικήσω το βραβείο. Το έκανα και από εκείνη τη στιγμή υπέγραψα την καταδίκη μου. Όλη η υπόλοιπη ζωή μου και όλα μου τα βάσανα ήταν η μοιραία συνέπεια αυτής της απόφασης που πάρθηκε  σε  μια στιγμή απερισκεψίας[vii]».
  Οι τέχνες, οι επιστήμες, οι κατακτήσεις του λόγου, η πάλη ενάντια στην άγνοια και το σκοταδισμό, η κουλτούρα, το καλό γούστο, η εκλέπτυνση των ηθών, η όλο και πιο έντονη και ευρεία κυκλοφορία των ιδεών, όλα αυτά που έδιναν στους ανθρώπους του 18ου αιώνα τη βεβαιότητα ότι ζούσαν σε μια εποχή συνεχούς προόδου, σε έναν πολιτισμό ανώτερο από όλους τους άλλους, τέθηκαν υπό αμφισβήτηση και υπό κατηγορία από τον Ρουσσώ, ο οποίος με το «Λόγο περί επιστημών και τεχνών» επιτέθηκε κατά μέτωπο στις κυρίαρχες πεποιθήσεις του καιρού του[viii].
 Σύμφωνα με τον Ρουσσώ, ο αληθινός πολιτισμός δεν έπρεπε να βασίζεται πάνω στα φαινομενικά επιτεύγματα της κουλτούρας αλλά πάνω στο στέρεο έδαφος της αρετής[ix]. Ο άνθρωπος, που από τη φύση του είναι καλός, έγινε κακός εξαιτίας των θεσμών της διεφθαρμένης κοινωνίας. Ήταν αναγκαίο να επανεξεταστεί πάνω σε εντελώς νέες βάσεις η σχέση ανάμεσα στο  άτομο και την κοινωνία[x].
Μετά τη βράβευσή του από την Ακαδημία της Ντιζόν ο Ρουσσώ είχε γίνει ξαφνικά διάσημος. Αλλά τώρα που η επιτυχία τού έφερε την αναγνώριση και το θαυμασμό του παρισινού πνευματικού κόσμου και του κοινού, ο Ρουσσώ αποφασίζει να μείνει συνεπής προς τις ιδέες του και να συνεχίσει την τολμηρή πνευματική του αναζήτηση και την προσωπική του αναμόρφωση. Αρχίζει έτσι η δραματική φυγή του από την κοινωνία και τον κόσμο και η φάση της δημιουργικής απόσυρσης στη μοναξιά .

 Από τη μοναξιά του δάσους του Μονμορανσί γεννιούνται οι βασικές ιδέες του «Κοινωνικού συμβολαίου».

 Παρά το γεγονός ότι έχουν περάσει  περίπου δυόμισι αιώνες από τότε που γράφτηκε αυτό το σπουδαίο έργο. Και ο άνθρωπος του 21ου αιώνα ζει  σε ένα διαφορετικό πνευματικό, ηθικό και πολιτικό σύμπαν από εκείνο που γνώρισε ο γαλλικός 18ος αιώνας μπορούμε ωστόσο να νιώσουμε και σήμερα τη δύναμη της έμπνευσης και την ισχυρή έλξη ενός βιβλίου στις πρώτες κιόλας σελίδες του οποίου διαβάζουμε τη φράση: «Ο άνθρωπος γεννήθηκε ελεύθερος και παντού βρίσκεται αλυσοδεμένος. Κι όποιος πιστεύει ότι είναι κύριος των άλλων δεν είναι λιγότερο δούλος».
Στους αιώνες που μεσολάβησαν έχουν διατυπωθεί πάρα πολλές και συχνά αντιφατικές κρίσεις για το έργο του Ρουσσώ. Θεωρήθηκε ένας θεωρητικός πρόδρομος της Γαλλικής Επανάστασης, ένα σύμβολο των αγώνων για ισότητα και ελευθερία, αλλά και ο πατέρας του γιακοβινισμού[xi] ή ακόμα και του σύγχρονου ολοκληρωτισμού. Είναι επίσης αλήθεια ότι η σκέψη του είνα[xii]ι αρκετά περίπλοκη και χαρακτηρίζεται από αντινομίες, από τις οποίες μπορεί να πηγάσουν και οι πιο διαφορετικές ερμηνείες.

 Δεν πρέπει άλλωστε να ξεχνάμε ότι ο αρχιτέκτονας της ιδεώδους πολιτείας που σκιαγραφείται στο «Κοινωνικό συμβόλαιο» είχε ο ίδιος φροντίσει να υπογραμμίσει ότι η ορθή λειτουργία της προϋπέθετε μιαν ύψιστη «αρετή», την οποία είναι δύσκολο να προσεγγίσουμε εμείς οι κοινοί θνητοί. Έγραφε χαρακτηριστικά: «Αν υπήρχε λαός θεών, θα κυβερνιόταν δημοκρατικά. Μια τόσο τέλεια διακυβέρνηση δεν ταιριάζει σε ανθρώπους».

 

 

2.Η επεξεργασία της θεωρίας (1750-1762)

Η Πραγματεία περί επιστημών και τεχνών βραβεύτηκε  από την Ακαδημία της Ντιζόν και γνώρισε σύντομα πολύ μεγάλη φήμη. Αντιμετώπισε  όμως μια μακρά πολεμική. Διάφοροι συγγραφείς, καμιά φορά και ερασιτέχνες, όπως ο βασιλιάς της Πολωνίας Στανισλάς, σχολιάζουν αρνητικά τον Ρουσσώ, ο οποίος απαντά, και η συζήτηση θα κρα­τήσει ως τη δημοσίευση της δεύτερης πραγματείας. Οι εχθροί του Ρουσσώ προσπάθησαν να τον δυσφημίσουν βεβαιώνοντας, πως ήταν ο Ντιντερό αυτός που του είχε εμπνεύσει τη θέση . Όμως και οι δύο άντρες  είχαν δικαίωμα σε άλλου είδους φήμη[xiii]. Αυτή η πρώτη Πραγματεία εξασφάλισε αμέσως τη διασημότητα για τον Ρουσσώ. Όμως  ο  ίδιος ο Ρουσσώ, ο οποίος  δεν είχε τη ματαιοδοξία της λογοτεχνίας, το θεωρεί ως ένα από τα χειρότερα έργα του. Συγκεκριμένα αναφέρει πως … «Απ' όλα όσα έχουν βγει από την πένα μου, είναι το πιο αδύναμο σε συλλογισμούς, και το πιο φτωχό σε ρυθμό και αρμονία.»

Παρά το γεγονός όμως ότι δεν ξεπερνάει το επίπεδο της ηθικολογικής ρητορείας είναι πολύ σημαντικό  γιατί όλη η θεωρία του Ρουσσώ περικλείεται σ' αυτό εν σπέρματει.

Αποδεχόμενος ότι η πρόοδος των επιστημών και των τεχνών έχει διαφθείρει τα ήθη, ο Ρουσσώ βρίσκεται στον αντίποδα των ιδεών που δέχονται όλοι οι φιλόσοφοι.

 Την ίδια στιγμή, το φυλλάδιο της Εγκυ­κλοπαιδείας, λειτουργούσε ως  ένας ύμνος στην επιστήμη που θα επέ­τρεπε την αναδόμηση της κοινωνίας με βάση τις απαιτήσεις του ορ­θού λόγου. ]

Ο Ρουσσώ έρχεται λοιπόν να παρατηρήσει πως, όσο αναπτύσσονται οι τέχνες και οι επιστήμες, τόσο πιο λαμπρές εμφανίζονται οι κοινωνίες σε διανοητικό επίπεδο, αλλά  και τόσο πιο πολύ διαφθείρονται ηθικά και τόσο πιο δυστυχισμένοι γίνονται οι λαοί. Οι θέσεις αυτές δεν ήταν καθόλου κοντά στο πνεύμα των Εγκυκλο­παιδιστών, και καθώς  ήταν ακόμα αποκλειστικά ηθικής φύσης, μπορού­σε να διαπιστώσει  κανείς εκεί μια αναβίωση του χριστιανικού λόγου[xiv]. Άλλωστε , αυτός είναι ο λόγος που ο Ρουσσώ βραβεύτηκε από την Ακαδημία της Ντιζόν. Αλλά στην πολεμική που ακολούθησε, το κοι­νωνικό περιεχόμενο, που ήταν ακόμη λανθάνον στην πρώτη Πραγμα­τεία, διαφαίνεται όλο και πιο καθαρά και ιδίως στην Απάντηση στο βασιλιά της Πολωνίας. Σ’ αυτήν είναι όντως ο πρώτος που λέει πως ο πολιτισμός βρίσκεται στην υπηρεσία μιας διε­φθαρμένης αριστοκρατίας . Μάλιστα η  κριτική του δε στρέφεται μόνο εναντίον της φεουδαρχικής κοινω­νίας, αλλά εναντίον κάθε κοινωνίας που είναι θεμελιωμένη πάνω στην ανισότητα κατανομής του πλούτου.

 Δεν διακόπτει τις σχέσεις του με τους φιλοσόφους, γιατί η αντίθεση που τον φέρνει αντιμέτωπο μ' αυ­τούς είναι ακόμα λανθάνουσα. Ο ντ' Αλαμπέρ, στην Προκαταρκτική πραγματεία της Εγκυκλοπαιδείας και ο Γκριμ, στη «Λογοτεχνική αλλη­λογραφία», ασκούν ευνοϊκή κριτική στην πρώτη Πραγματεία. Ο Ρουσσώ συνεργάζεται με την Εγκυκλοπαιδεία, στην οποία παρέχει άρθρα για τη μουσική, και στην οποία θα δώσει, το 1755, το έργο του «Πραγμα­τεία περί της πολιτικής οικονομίας», στο οποίο εμβαθύνει στις θέσεις του και περνάει από το ηθικό επίπεδο στο πολιτικό. Επίσης παραμένει πολύ συνδεμένος με τον Ντιντερό οποίος  είναι ο πιο αγαπητός του φίλος. Ο Ντιντερό είναι σαν κι αυτόν ένας μικροαστός, που έζησε πολύ την μποέμικη  ζωή των λογοτεχνών.

Όμως ο Ρουσσώ απομακρύνεται όλο και περισσότερο από τα σαλό­νια[xv]. Αρχίζει την «ηθική μεταρρύθμιση» του και αποφασίζει να ζήσει ανεξάρτητος ως μικροτεχνίτης. Θα ζήσει από την εργασία του ως μουσικός αντιγραφέας για δέκα φράγκα τη σελίδα. Θα δώσει το παράδειγμα μιας ζωής αυστηρής, αδιάφορης. Και είναι αυτή η αξιοπρέπεια της προσωπικής του ζωής που θα κα­τακτήσει την καρδιά της μικροαστικής τάξης[xvi]. Η ίδια του η ζωή άλλωστε είναι αυτή που , παράλληλα με το έργο του,  θα εμπνεύσει τους μεγάλους Ιακωβίνους, τον Μαρά και τον Ροβεσπιέρο[xvii].

Το 1752, ανεβάζει ακόμα μια όπερα με τίτλο «Ο μάντης τον χωριού», μετά μια κωμωδία  με τίτλο «Ο Νάρκισσος», της οποίας ο πρόλογος απηχεί τις ιδέες της πρώτης «Πραγματείας». Αρνείται τη βασιλική σύνταξη που προορι­ζόταν να ανταμείψει την επιτυχία του «Μάντη του χωριού».

Το 1755, διαγωνίζεται, για μια ακόμα φορά, σε μια ερώτηση της Ακαδημίας της Ντιζόν. Από τον διαγωνισμό αυτόν προκύπτει  η «Πραγματεία περί της κατα­γωγής της ανισότητας».

 Μετά θα κάνει ένα ταξίδι στη Γενεύη, όπου θα προσηλυτιστεί ξανά στον καλβινισμό.

Κουρασμένος από την παρισινή ζωή, δέχεται μια πρόταση της μαντάμ ντ' Επινέ, η οποία θέτει στη διάθεση του, στο πάρκο του πύρ­γου της στη Σερβέτ, ένα σπίτι κηπουρού, το Ερμιτάζ. Εκεί, οι διαφω­νίες του με τους Εγκυκλοπαιδιστές θα γίνουν πιο σοβαρές. Συχνά, οι κριτικοί αποδίδουν αυτή τη ρήξη σε προσωπικά κίνητρα δηλαδή τη δυσπι­στία και την υπερευαισθησία του Ρουσσώ, τη μανία καταδίωξης, τις αδιακρισίες του Ντιντερό και τις πλεκτάνες του Γκριμ.

 «Η πηγή της  σύγκρουσης είναι  ιδεολογική.  Οι Εγκυκλοπαιδιστές, τόσο η προο­δευτική πλευρά (Ντιντερό, ντ' Ολμπάκ) όσο και η μετριοπαθής (Βολταίρος), αναπτύσσουν το προοδευτικό πρόγραμμα της καπιταλιστικής αστικής τάξης, ενώ ο Ρουσσώ αντιπροσωπεύει τα συμφέροντα των πε­ρισσότερο επαναστατικών δημοκρατικών μαζών.»[xviii]

Το 1758, ο Ρουσσώ διακόπτει με τη μαντάμ ντ' Επινέ και εγκαθίστα­ται στο Μονμορενσί, στο σπιτάκι του Μον-Λουί. Αυτή είναι η πιο γόνιμη περίοδος της ζωής του.

Αρχικά δημοσιεύει την Επιστολή στον ντ' Αλαμπέρ περί θεαμάτων, η οποία προκαλεί την οριστική διακοπή των σχέσεων του με την Εγκυκλοπαιδεία. Ο Ρουσσώ δεν αντιτίθεται στην τέχνη γενικά, ούτε κά­νει διακρίσεις ανάμεσα στα θεατρικά είδη. Επανειλημμένα έχει δηλώ­σει την πίστη του στην ευεργετική δύναμη της τέχνης, υπό ένα καθε­στώς που δεν θα βασιζόταν στην κοινωνική ανισότητα. Η τέχνη πρέπει να έχει  κατ’ αυτόν ηθικό και πολιτειακό περιεχόμενο.

Μάλιστα  στο τέλος της Επι­στολής στον ντ' Αλαμπέρ προτείνει ένα πρόγραμμα λαϊκών και πολιτειακών εορτών που θα υιοθετηθούν από την Επανάσταση. Οι με­γάλες επαναστατικές γιορτές, που οργάνωσε ο Νταβίντ, βασίζονται στη θεωρία του Ρουσσώ.

Το 1761 και το 1762 εμφανίζονται τα τρία σημαντικά έργα, Η Νέα Ελοΐζ, Το Κοινωνικό Συμβόλαιο και ο Αιμίλιος. Και τα τρία έχουν διδακτικό χαρακτήρα. Μέχρι τώρα ο Ρουσσώ έχει καταγγείλει τις αιτίες της ταπείνωσης του ανθρώπου της εποχής του σε μια κοινωνία που βασίζεται στην ανισότητα του πλούτου. Τώρα όμως,  με τα έργα αυτά δείχνει στους συγχρό­νους του την εικόνα του ανανεωμένου ανθρώπου.

Το Κοινωνικό Συμβόλαιο θέτει τις αρχές μιας δημοκρατικής κοινωνίας, με ισότητα.

Κηρύττει την ισότητα του πλούτου και των νόμων και εναντιώνεται στην ανισοκατανομή και την ανυπαρξία ισοπολιτείας    οι οποίες άλλωστε εμπο­δίζουν την ανάπτυξη της βιομηχανίας και του εμπορίου. Για να εδραιώσει το οικοδόμημα του αντιλαμβανόμενος  την αδυναμία όλων αυτών των μέσων, διατυπώνει  τις απόψεις του σχετικά με μια θρησκεία του Κράτους.

Κανένα βιβλίο δεν άσκησε μεγαλύτερη επίδραση στους επαναστά­τες. Υπήρξε γι' αυτούς ένα εγχειρίδιο πολιτικής αρετής και πατριωτι­σμού . Τίποτα πιο ξένο στη σκέψη του Ρουσσώ από τον κοσμοπολιτισμό. Είναι στο Κοινωνικό Συμβόλαιο που βλέπουμε τον πατριωτισμό και το δημοκρατικό πνεύμα τόσο στενά συνδεμένα, πριν το 1789.

Από την άλλη μεριά, βεβαιώνοντας ότι προκειμένου να υπερασπιστεί την ελευθερία ο ηγεμόνας έχει απεριόριστη δύναμη, αφού όλοι οι πολίτες  του εναποθέτουν όλα τους τα δικαιώματα, ο Ρουσσώ πρόσφερε στους Ιακωβίνους, χωρίς να το έχει προβλέψει, την αρχή της επανα­στατικής τρομοκρατίας.

Απ’ την άλλη , η πολιτειακή θρησκεία του Κοινωνικού Συμβολαίου ενέ­πνευσε τον Ροβεσπιέρο για τη θεμελίωση της λατρείας του ανώτατου Όντος .

Επίσης η παιδαγωγική πραγματεία «Αιμίλιος» έπαιξε ένα προοδευτικό ρόλο, κυρίως αν συγκρίνουμε τις ιδέες του Ρουσσώ με την πρακτική της δι­δασκαλίας που επικρατούσε στα σχολεία της εποχής του και που στην ουσία βρισκόταν στα χέρια των Ιησουϊτών μέχρι την εκδίωξη τους (1762)[xix].

Ο Ρουσσώ, ακολουθώντας το παράδειγμα των μεγάλων ανθρω­πιστών της Αναγέννησης, διεκδικεί την ολοκληρωτική ανάπτυξη, φυ­σική και ηθική, της ανθρώπινης προσωπικότητας, μια περιεκτική δι­δασκαλία όπου η άμεση παρατήρηση των πραγμάτων οφείλει να αντικαταστήσει, όσο το δυνατόν περισσότερο, τη διδασκαλία από τα βιβλία, όπου οι επιστήμες θα έχουν έναν ουσιαστικό ρόλο, όπου η πρακτική οφείλει να αναμειχθεί με τη θεωρία[xx]. Ο Αιμίλιος μαθαίνει ένα χειρωνακτικό επάγγελμα, γιατί «πλησιάζουμε στο κρίσιμο σημείο και στον αιώνα των επαναστάσεων», και καμία κοινωνική κατάσταση δε θα είναι πια σταθερή. Στη βάση αυτής της παιδαγωγικής βρίσκεται η αρχή ότι πρέπει να αναπτύξουμε την προσωπικότητα του παιδιού, να σεβόμαστε τα χαρίσματα που του πρόσφερε η φύση, να απομακρύ­νουμε από αυτό κάθε προκατάληψη, κάθε παράδοση που δεν στηρίζε­ται στη λογική. Με μια λέξη  πρέπει να κάνουμε τον άνθρωπο ικανό να κρίνει μόνος του, και αυτό είναι πρωταρχικό τις παραμονές της Επανάστασης.

Ο Ρουσσώ θέλει να σχηματίσει για την κοινω­νική ζωή έναν άνθρωπο που θα διατηρούσε όλες τις φυσικές ανθρώ­πινες ιδιότητες. Ο Αιμίλιος, για να μπορέσει να αντιμετωπίσει καλύτερα την κοινωνία με όλα της τα ελαττώματα, ανατρέφεται μέσα στη μοναξιά, τουλάχιστο μέχρι την ηλικία των 15 ετών. Προορίζεται να γίνει ένας πολίτης περισσότερο εμπνευσμένος από τους άλλους, χωρίς προκαταλήψεις, ικανός ακόμα και να οργανώσει μάχες για την ελευ­θερία, όπως εμφανίζεται στη συνέχεια του Αιμίλιου, Αιμίλιος και Σοφία ή οι Μοναχικοί, αλλά ταυτόχρονα είναι αυτάρκης .

Αυτό το  έργο έχει  διπλή επίδραση. Είχε το μεγάλο πλεονέκτημα να θέσει για πρώτη φορά, με μια πολύ μεγάλη δύ­ναμη, τα προβλήματα του παιδιού, ως διαφορετικής οντότητας, στην οποία ο παιδαγωγικός λόγος και η πρακτική οφείλουν να προσαρμο­στούν σε βάθος. Ενέπνευσε τα προοδευτικά εκπαιδευτικά προγράμματα των Ιακωβίνων, όπως του Λεπελετιέ ντε Σεν-Φαργκό και του Σεν-Ζιστ, αλλά επίσης και τις αντιδραστικές θεωρίες ορισμένων παιδαγωγών του 19ου αιώνα και του σήμερα.

Επίσης στο Profession de foi du vicaire savoyard, όπου ο Ρουσσώ εκθέτει τις αρχές της θρησκείας του. Πιστεύει στην αθανασία της ψυχής, σε ένα θεό, ο οποίος, από εκεί πάνω, ανταμείβει τους καλούς και τιμωρεί τους κακούς, και του οποίου η ύπαρξη αποδεικνύεται από τα  θαύματα της φύσης και τη διαίσθηση της συνείδησης του,  δηλαδή το «θείο ένστι­κτο». Ο Ρουσσώ είναι  θεϊστής[xxi] και φαινομενικά, βρίσκεται κοντά στον Βολταίρο, ο οποίος  είναι επίσης θεϊστής. Ο Ρουσσώ αρνείται ακριβώς όπως και ο Βολταίρος κάθε αποκάλυψη, τις τελετουργίες, τα δόγματα που είναι κατάλληλα για εκείνη ή για την άλλη εκκλησία. Όπως και για τον Βολταίρο, η θρησκεία του μπορεί κάλλιστα να υπάρχει και χωρίς τον κλήρο. Άλλωστε   ο Ρουσσώ, όπως και οι άλλοι φιλόσοφοι, μάχονται εναντίον της Εκκλησίας, ως κύριου προ­μαχώνα του φεουδαρχισμού[xxii].

Στην πραγματικότητα, ο θεϊσμός του Ρουσσώ απορρέει από προσδο­κίες πολύ διαφορετικές από αυτές του Βολταίρου[xxiii]. Ο Βολταίρος αρνείται τον υλισμό, μεταξύ άλλων λόγων και γιατί έχει ανάγκη από ένα θεό-χωροφύλακα, από εκεί πάνω, ο οποίος κρατάει το λαό υπά­κουο και προστατεύει την ατομική ιδιοκτησία. Ο Ρουσσώ, αντίθετα, έχει ανάγκη από ένα θεό παρηγορητή του λαού, ο οποίος στη μετά θάνατον ζωή, θα πάρει εκδίκηση για τους καταπιεσμένους και θα τιμωρήσει τους κακούς, δηλαδή τους πλούσιους.

 Είναι σίγουρο ότι, διατυπώνοντας την θεωρία του για τη θρησκεία, ο Ρουσσώ προσέγγισε περισσότερο τη μικρο­αστική τάξη και το λαό αυτής της εποχής, στον οποίο ο καθολικι­σμός εξασκούσε μια δυνατή επίδραση.

Κατά τον  Ένγκελς  στη Γαλλία ο υλισμός είχε αριστοκρατικές καταβολές και οι Εγκυ­κλοπαιδιστές[xxiv] παρέμεναν μακριά από το λαό. Ακόμα περισσότερο, καταλήγοντας σε ένα συμβιβασμό με τη θρησκεία, ο Ρουσσώ μετατό­πιζε τον άξονα της μάχης. Δεν ήταν πια η μάχη της λογικής κατά της θρησκείας, αλλά η μάχη του λαού. Δηλαδή τώρα έχουμε χωρικούς, μικροαστούς, οι οποί­οι κάθε άλλο παρά άθρησκοι ήταν, εναντίον των αριστοκρατών και των πλουσίων. Μπορεί επίσης κάποιος να υποστηρίξει ότι αυτό που αναφύεται από το Profession de foi du vicaire savoyard , είναι η πολιτική του Ροβεσπιέρου, ο οποίος είχε αντιληφθεί  ότι δεν θα μπορούσε να συγκεντρώσει τις λαϊκές μάζες εναντίον των αριστοκρατών, αν επιχειρούσε ταυτόχρονα  να καταστρέψει τις θρησκευτικές τους προκαταλήψεις. Την ίδια στιγμή, οι Γιρονδίνοι, συχνά άθεοι, μαθητές των Εγκυκλοπαιδιστών, όπως ο Κοντορσέ, έχαναν τη δύναμη τους στον επαναστατικό αγώνα, από το φόβο του λαού.

Σ' αυτή την αποφασιστική στιγμή, ο θεϊσμός [xxv] του Ρουσσώ έπαιξε σπουδαίο ρόλο.

 Αποδίδοντας στην ηθική συνείδηση ένα «θείο ένστικτο», ο Ρουσσώ ανοίγει την πόρτα στο φιντεϊσμό[xxvi]. Από την εποχή του ήδη  μια εκκλησιαστική μειοψηφία αντιλήφθηκε  ότι μπορούσε να τον χρησιμοποιήσει. Μάλιστα μετά την έκδοση του Αιμίλιου, ο επίσκοπος Λεφράν ντε Πομπινιάν συγχάρηκε τον Ρουσσώ για τη δημιουργία μιας τρί­της πλευράς ανάμεσα στο χριστιανισμό και στους φιλοσόφους. Ο Ντιντερό και οι Εγκυκλοπαιδιστές  δικαίως διεκδίκησαν τον τίτλο των δασκάλων του μαρξισμού περισσότερο από τον Ρουσσώ.

Το μυθιστόρημα Η Νέα Ελοΐζ είχε μεγάλη απήχηση . Συγκεκριμένα, αντι­προσωπεύει μια στροφή στην ιστορία του μυθιστορήματος και, με την ποικιλία των προβλημάτων που θέτει, είναι σχεδόν μια Εγκυκλοπαιδεία του ρουσσωϊσμού.

Πρόκειται, κατ' αρχάς, για ένα ερωτικό μυθιστόρημα που γεννή­θηκε μέσα από μια συναισθηματική κρίση, την οποία υπέστη ο Ρουσσώ γερνώντας. Κατά την γνώμη του η αισθηματική λογοτεχνία είναι, για αυτόν, αξιοκαταφρόνητη αφού λειτουργεί ως ένα μέσο φυγής για τις αργόσχολες γυναίκες. Για τους παραδοσιακούς ηθικολόγους, το μυθιστόρημα έχει το ελάττωμα να κολακεύει τα πάθη, τα οποία παρουσιάζει γοητευτικά. Όσο για τους ανθρώπους του Διαφωτισμού, αυτοί το κατηγορούν για διαστρέβλω­ση του πραγματικού.

Ο Ρουσσώ θα βγει από αυτό το αδιέξοδο δίνοντας σ' αυτό το λυρικό έργο ένα πραγματικό φιλοσοφικό βάρος, θέτοντας κατά σειρά προβλήματα ηθικά και κοινωνικά παρά το γεγονός ότι  το ερωτικό μυθιστόρημα δε θυσιάζε­ται. Από το σύνολο αποκαλύπτεται ένα απαισιόδοξο όραμα: ο χρόνος κα­ταστρέφει τα πάντα, δεν υπάρχει διαρκής ευτυχία, και το πάθος δεν μπορεί να επιμηκυνθεί παρά μόνο με την προϋπόθεση ότι μένει ανι­κανοποίητο.

Από τους προλόγους του μυθιστορήματος γνωρίζουμε το κοινό, για το οποίο ο Ρουσσώ, κατά προτίμηση, προόριζε το βιβλίο του. Τους κα­τώτερους γαιοκτήμονες ευγενείς.

 Αυτό το κοινό δείχνει ότι έχει, πε­ρισσότερο και από τους αστούς, τα μέσα για μια ευτυχισμένη ύπαρξη μέσα στη φύση, διάγοντας μια ενάρετη οικογενειακή ζωή, αφοσιωμένοι στην ορθολογική εκμετάλλευση των γαιών τους. Συλλαμβάνουμε εδώ μια αντίφαση της μικροαστικής τάξης. Διότι το να εκμεταλλευτεί τη γη της σημαίνει, ακόμα και για ένα μικρό ιδιοκτήτη, εκμετάλλευση του υπηρετικού της προσωπικού. Το δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος περιέχει μια περιγραφή των μεθόδων που χρησιμοποιούνται   στην ιδιοκτησία του Κλαρένς.

 Η τεράστια επιτυ­χία του οφείλεται ,κατ' αρχήν, στην αρμονική απλότητα της πλοκής. Είναι το πρώτο σπουδαίο μυθιστόρημα που δεν είναι καθόλου ένα συνταίριασμα ιστοριών λίγο πολύ τεχνητά συνδεμένων μεταξύ τους. Από την άλλη μεριά, χρησιμοποιείται κατά κόρον το τέχνασμα του μυθιστορήματος με επιστολές. Τα γεγονότα βιώνονται από πρόσωπα, των οποίων οι απόψεις είναι αντίθετες.

 Η Νέα Ελοΐζ είναι ένα σημαντικό σύγχρονο μυθιστόρημα το οποίο εδώ και μερι­κές δεκαετίες γνωρίζει μια αναμφισβήτητη αναγέννηση[xxvii].

Η έκδοση του Αιμίλιου κλιμακώνει τις διώξεις εναντίον του Ρουσσώ. Το Κοινοβούλιο λογοκρίνει το βιβλίο και αποφασίζει την προσωπική κράτηση του συγγραφέα του. Ο Ρουσσώ θα έπρεπε να φύγει χωρίς καθυ­στέρηση. Ο αρχιεπίσκοπος του Παρισιού τον αφορίζει. Οι διαμαρτυρόμενοι δεν δείχνουν καλύτερες διαθέσεις αφού κατα­δικάστηκε  και  στη Γενεύη .

Η έκδοση του Αιμίλιου σηματοδοτούσε στη σκέψη του το τέλος του διδακτικού του έργου. Υπολόγιζε να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του επιμελούμενος τα απαντά του, οι διώξεις  όμως θα τον οδηγήσουν σε νέες δημοσιεύσεις. Έδωσε απάντηση στον αρχιεπίσκοπο του Παρισιού με την Επιστολή στον Κριστόφ ντε Μπομόν, στην οποία η ευγλωττία του φθάνει σε νέα ύψη. Η καταδίκη του στη Γενεύη έδωσε το σύνθημα για διαρκείς πολιτικούς αγώνες, με αποκορύφωμα  την αποποίηση  της ιδιότητας του  πολίτη της Γενεύης. Μετά από αρκετό δισταγμό, ανταποκρίνεται στην έκκληση των «αντιπροσώπων», δηλαδή της δημοκρατικής αντιπολίτευσης, και εξαπολύει εναντίον των κυβερ­νώντων της Γενεύης τις «Επιστολές του όρους», οι οποίες τον εμφανί­ζουν σε ένα μέρος της κοινής γνώμης ολόκληρης της Ευρώπης ως έναν επικίνδυνο ταραχοποιό . Οι Επιστολές του καίγονται στη Χάγη και στο Παρίσι. Οι πάστορες ξεσηκώνουν τον πληθυσμό του Μοτιέ εναντίον του· καταφεύ­γει στο νησί του Αγίου Πέτρου, στη λίμνη της Μπιέν, στο κρατίδιο της Βέρνης, του οποίου η Γερουσία τελικά  τον εκδιώκει.

Μέσω Αλσατίας φτάνει στην Αγγλία, όπου τον είχε προσκαλέσει ο φιλόσοφος Ντέιβιντ Χιουμ. Πολύ γρήγορα οι δύο άνδρες έρχονται σε σύγκρουση και ο Ρουσσώ επιστρέφει στη Γαλλία, όπου ξαναρχίζει τη ζωή του περιπλανώμενου πριν εγκατασταθεί στο Παρίσι το 1770, με την ανοχή της εξουσίας. Μέχρι το θάνατο του στην Ερμενονβίλ, το 1778, θα ζήσει αποτραβηγμένος, χωρίς να δέχεται παρά την παρέα ενός μικρού αριθμού φίλων και χωρίς να έχει εμπιστοσύνη σε κανέναν[xxviii]. Έχει εναντίον του τις Εκκλησίες, το Κοινοβούλιο, τη βασιλική εξου­σία, τους φιλοσόφους. Είναι ένας άνθρωπος ο οποίος είναι φαινομενικά απομονωμέ­νος. Και όμως κανένας δεν έχει περισσότερη επιρροή, περισσότερους ενθουσιώδεις θαυμαστές. Πολωνοί πατριώτες του ζητούν να επέμβει για τη χώρα τους και να επεξεργαστεί ένα σύνταγμα. Κάποιοι Κορσι­κανοί είχαν κάνει το ίδιο μερικά χρόνια πριν. Ασταμάτητα, άγνωστοι οπαδοί προσπαθούν να παραβιάσουν τη σκιώδη απομόνωση του. Αυ­τός ο μοναχικός και παγιδευμένος άνθρωπος εξασκεί στην κοινή γνώ­μη μια έλξη που οι διώκτες του δεν εξασκούν. Αν και κερδίζει τα προς το ζειν με την αντιγραφή μουσικών χειρογράφων, και αφιερώνει ένα μέρος του ελεύθερου χρόνου του στη βοτανολογία στην εξοχή γύρω από το Παρίσι, γράφει ακόμα πολύ. Αλλά το έργο του αλλάζει χαρα­κτήρα. Έκτοτε, διδάσκει τους ανθρώπους δείχνοντας τους το δικό του παράδειγμα, φροντίζοντας να δικαιολογηθεί στις επερχόμενες γενιές για τις συμφορές και τις αδικίες.

Το αυτοβιογραφικό του έργο περι­λαμβάνει τους Διάλογους: Ο Ρουσσώ κρίνει τον Ζαν-Ζακ, έργο παράδοξο, όπου εκφράζονται οι αγωνίες που γεννήθηκαν κατά τις διώξεις, οι Εξομολογήσεις και οι Ονειροπολήσεις του μοναχικού περιπατητή.

Οι Εξομολογήσεις είναι λιγότερο η ιστορία της ζωής του και πε­ρισσότερο η ιστορία της ψυχής του, της συναισθηματικής του ζωής. Αριστούργημα ψυχολογικής ανάλυσης, εύγλωττη αγόρευση και παθιασμένο κατηγορητήριο, συχνά άδικο, εναντίον των εχθρών του, είναι - ταυτόχρονα μια λυρική ωδή, ένα από τα ωραιότερα ποιήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ο Ρουσσώ είναι ο πατέρας της αισθηματικής, λυρικής λογοτεχνίας, η οποία θα ανθήσει τη ρομαντική εποχή. Ο ατομι­σμός του έχει ένα στοιχείο θετικό. Τη στιγμή που ο άνθρωπος της Τρίτης Τάξης, εγκλωβισμένος ακόμα στα φεουδαρχικά πλαίσια, ταπεινώνεται και στερείται των δικαιωμάτων του, το άτομο Ρουσσώ έρχεται να βεβαιώσει την αναντικατάστατη αξία του. Ανακαλύπτει σ' αυτόν έναν απεριόριστο πνευματικό πλούτο, αποκαλύπτει στον κόσμο τους θησαυρούς της εσωτερικής ζωής, όλες τις λανθάνουσες δυνάμεις που υπάρχουν στον άνθρωπο. Έτσι, ο Ρουσσώ εργάζεται για την απελευθέρωση του ανθρώπου. Βέβαια, ο Βολταίρος και οι φιλόσοφοι είχαν ήδη αγωνιστεί για να επικρατήσει η ιδέα ότι η ανθρώπινη προσωπικότητα είναι ιερή. Αλλά αυτό παρέμενε μια ιδέα αφηρημένη. Ο Ρουσσώ τη χρωματίζει, της δίνει ζωή, σάρκα.

Μετά τις Εξομολογήσεις ακολουθούν οι Ονειροπολήσεις, έργο το οποίο διακόπηκε από το θάνατο . Ορισμένες απ' αυτές τις σελίδες περιέχουν τα πιο όμορφα ποιήματα, σε πεζό λόγο, που μας κληροδότησε ο 18ος αιώνας[xxix].

Η επίδραση του δεν είναι απλή.

Βρίσκουμε στον Μαρξ μια θεμελιώδη κριτική του ρουσσωικού ατομι­κισμού, και κυρίως του μύθου της φυσικής κατάστασης. Για τον Μαρξ, στην αστική κοινωνία, τα προϊόντα της εργασίας παίρνουν τη μορφή εμπορευμάτων, των οποίων η αξία επικαλύπτει κοινωνικές σχέσεις. Το μόνο κοινό στοιχείο που υπάρχει ανάμεσα τους είναι ο χρόνος εργα­σίας που κοινωνικά χρειάζεται για να παραχθούν, και η πιο γενική σχέση που μπορούμε να βρούμε ανάμεσα στους παραγωγούς συνίστα­ται στη σύγκριση των εργασιών τους πάνω σε μια βάση ισότητας. Η αστική κοινωνία λοιπόν οφείλει να θεωρεί κάθε άνθρωπο ως ελεύθερο άτομο, ίσο προς όλους τους άλλους, αλλά με τρόπο καθαρά θεωρητικό. Αυτή είναι η αστική σύλληψη του ατόμου που απορρέει από την ιστο­ρική εξέλιξη, από τη σημερινή κατάσταση της εμπορικής παραγωγής, που ο Ρουσσώ, ακολουθώντας το παράδειγμα αρκετών διανοητών του καιρού του, δίνει έμφαση στη μυθική φυσική κατάσταση. Από την άλλη μεριά, ο Ρουσσώ, σε κοινωνικό επίπεδο, συμμερίζεται τον ιδεαλισμό ολόκληρης της φιλοσοφίας του Διαφωτισμού. Στο Κοινωνικό Συμβόλαιό του, δεν λαμβάνει αρκετά υπόψη του την πραγματική κοινωνία. Δεν θέλει να αναγνωρίσει, από τη μια πλευρά, παρά μόνο άτομα, κι από την άλλη, ολόκληρη αυτή τη συλλογικότητα . Δεν αποδέχεται καμία ομαδοποίηση των ατόμων, η οποία θα διακινδύνευε να αλλάξει τη συλ­λογική βούληση. Με μια λέξη, στην ιδανική του πολιτεία αρνείται την πάλη των τάξεων. Είναι μια ουτοπική σκέψη, χωρίς να στηρίζεται αρ­κετά στο πραγματικό. Βλέπουμε τις συνέπειες στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου[xxx], η οποία εμπνέεται πολύ περισσότερο από τον Ρουσσώ παρά από τους άλλους διανοητές του Διαφωτισμού. Τα δι­καιώματα που διακηρύττει είναι πάντα θεωρητικά και αφηρημένα. Επι­κυρώνει, για παράδειγμα, το δικαίωμα όλων στην ιδιοκτησία, ενώ αποσιωπεί  το γεγονός ότι ο προλετάριος μένει δίχως ιδιοκτησία.

Να προσθέσουμε ότι από την άποψη της θεωρίας της γνώσης, οι ιδρυτές του μαρξισμού αισθάνονται πιο κοντά στον υλισμό του Ντιντερό και των φίλων του παρά στον πνευματισμό του Ρουσσώ.

Στη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης το έργο του Ρουσσώ έπαιξε ένα τεράστιο ρόλο ως πηγή έμπνευσης.

 Στους πολιτικούς αγώνες τροφοδότησε με επιχειρήματα, με θέματα, με λόγο, όχι μόνο τους οπαδούς του Ροβεσπιέρου, όπως πίστευαν για πο­λύν καιρό, αλλά το σύνολο των κομμάτων, συμπεριλαμβανομένων και των αριστοκρατών.

 Το χρησιμοποίησαν  όλα τα κόμματα, με τους πιο αντιφατικούς τρόπους, ανάλογα με τις ανάγκες τους. Ωστόσο , όσο βαθαί­νει η επανάσταση, η δημοκρατική αξίωση που βρίσκεται στο βάθος του Κοινωνικού Συμβολαίου υπηρέτησε όλο και περισσότερο τους πατριώ­τες, ενώ οι αντεπαναστάτες έστρεψαν τα νώτα τους στον Ρουσσώ.

Η επίδραση του Ρουσσώ στην Επανάσταση δεν εξηγείται μόνο από τις ιδέες του, αλλά από το ύφος του. Πραγματικά, η ευγλωττία του και η δόνηση της ποίησής του μπορούσαν να παρασύρουν τις  μάζες. Το αγαπημέ­νο όπλο του Βολταίρου είναι η ειρωνεία· το όπλο του Ρουσσώ είναι η ευγλωττία· αυτή η αλλαγή σηματοδοτεί ένα νέο στάδιο στην προετοιμασία της Επανάστασης. Πράγματι, πριν το 1750 η ειρωνεία είναι το κυρίαρχο ύφος των φιλοσόφων.  

Είναι το έργο ανθρώπων της αυλής και του σαλονιού. Αυτό δεν σημαίνει  ότι ο Βολταίρος υπήρξε ερασιτέχνης ή ότι δεν πολέμησε με πάθος. Με­τά το 1750, η ειρωνεία του γίνεται οξύτερη, αλλά δεν δίνει τον καλύτερο εαυτό του στην ευγλωττία. Αντίθετα, η ευγλωττία του Ρουσσώ μιλάει στην καρδιά, απευθύνεται σε ανθρώπους που έχουν χάσει την υπομονή τους από την καταπίεση και που είναι αγανακτι­σμένοι. Δεν φωτίζει μόνο το νου, αλλά ενεργοποιεί όλες τις πτυχές της προσωπικότητας. Είναι αυτή η ευγλωττία που το 1789 ξεσήκωσε τις  μάζες με τη φωνή των σπουδαίων ρητόρων των λεσχών και των συνελεύσεων.

Μετά την Επανάσταση, η επίδραση του Ρουσσώ παραμένει τεράστια.

 Όλοι οι ρομαντικοί μπορούν να επικαλεστούν το παράδειγμα του όπως ο Σατομπριάν, ο Μισελέ ή ο Λαμενέ. Ακόμα και αργότερα είναι δυνατόν να διαπιστώσουμε την άμεση επίδραση του στους μεγάλους συγγραφείς. Ο Τολστόι, ο οποίος παρουσιάζει τόσες αναλογίες μ' αυ­τόν, ανακηρύσσεται μαθητής του. Ο Ρομέν Ρολάν, με τον φιλοσοφικό ιδεαλισμό του, αλλά και με την αγάπη του για το λαό, τη δικαιοσύνη, την ειρήνη και την ελευθερία, είναι επίσης ρουσσωϊστής[xxxi].

 
3. Σχετικά με το κοινωνικό συμβόλαιο

 

3.a. Η διαχρονική εξέλιξη

 

Το ερώτημα  που τίθεται είναι τι σημαίνει κοινωνικό συμβόλαιο.

Η τρέχουσα χρήση της έκφρασης κοινωνικό συμβόλαιο είναι εκείνη που συνηθίζεται στην καθομιλουμένη . Στην περίπτωση αυτή έχουμε να κάνουμε με τη σημασία μιας συμφωνίας , μιας δέσμευσης σε κάποιο σχέδιο, σε ένα ορισμένο πρόγραμμα δράσης, βάσει στρατηγικών και τακτικών κινήσεων.

Αυτή  είναι  μια δευτερογενής  χρήση  ενώ αυτή που αποτελεί αντικείμενο διερεύνησης είναι η έννοια του κοινωνικού  συμβολαίου , όπως αυτή διαμορφώθηκε και καθιερώθηκε στην ιστορία της κοινωνικής φιλοσοφίας .

Σ’ αυτήν την  προσπάθεια  θα χρειαστεί  να γίνει αναφορά  και στην ευρύτερη θεωρία του φυσικού δικαίου, στο πλαίσιο της οποίας γεννήθηκε και αναπτύχθηκε η συμβολαιακή θεωρία αυτή καθευαυτήν και που η εμφάνισή της ως ιδέα ανάγεται στην  αρχαία ελληνική φιλοσοφική σκέψη , ήδη με τη σοφιστική και  τη σωκρατική διδασκαλία.

Η θεωρία  του κοινωνικού συμβολαίου έχει διαδραμα­τίσει -και εξακολουθεί να   παίζει στις μέρες μας- σημα­ντικό ρόλο στην κεντρική σκηνή της πολιτικής φιλοσοφίας. Το κοινωνικό συμβόλαιο αποτελεί απάντηση στο ερώτη­μα της προέλευσης της κοινωνίας[xxxii]. Δηλαδή  όταν τίθεται ως θεωρητικό πρόβλημα η προέλευση και η θεμελίωση μιας συγκροτημένης ανθρώπινης κοινωνίας με κανόνες και νόμους, υπάρχουν δύο ενδεχόμενες πιθανές  απαντήσεις: η πρώτη έχει να κάνει με τον φυσικό τρόπο  και  η δεύτερη με τον τεχνητό. Η απάντηση φυσικού ή νατουραλιστικού τύπου συνίσταται στο ότι η κοι­νωνία υπάρχει εκ φύσεως. Η απάντηση τεχνητού ή «κα­τασκευαστικού» τύπου συνίσταται στο ότι η κοινωνία αποτελεί ανθρώπινη κατασκευή. Ο δεύτερος τύπος απά­ντησης προϋποθέτει πως η κοινωνία δημιουργείται μέσω μιας συμφωνίας των ανθρώπων μεταξύ τους, μέσω μιας σύμβασης ή συνθήκης, ενός συμφώνου ή συμβολαίου.

Ήδη από την Αρχαιότητα, οι εν λόγῳ δυνατές απαντή­σεις εκφράζονται μέσα από την αντίθεση νόμου και φύ­σεως. Οι  σοφιστές της αρχαίας Αθήνας υποστήριξαν την άποψη σχετικά με την   ανθρωποκεντρική προέλευση των νόμων της πόλεως, ή του κράτους. Δηλαδή σύμφωνα με τους σοφιστές, ο νό­μος αποτελεί προϊόν σύμβασης, δηλαδή συμφωνίας μετα­ξύ των ανθρώπων αφού στη φύση δεν υπάρχει κανενός είδους πολιτική οργάνωση της ανθρώπινης ζωής. Η πολιτική κοι­νότητα προκύπτει από τη συνειδητή απόφαση των αν­θρώπων να ενωθούν από κοινού, μέσω κάποιας συνθήκης.

Από τη μεριά του, ο Πλάτων θεωρεί τη γένεση της πο­λιτικής κοινωνίας εν μέρει φυσική και εν μέρει συμβατι­κή αφού ο άνθρωπος δεν είναι αυτάρκης, επειδή δεν μπορεί να καλύψει μόνος του τις βασικές του ανάγκες για τροφή, ένδυση, στέγη κλπ. Γι' αυτό τον λόγο, εξαιτίας της ανά­γκης, οι άνθρωποι χτίζουν πόλεις και ζουν σε ορ­γανωμένες κοινωνίες. Η κοινωνική και πολιτική ζωή απο­τελεί λοιπόν φυσική αναγκαιότητα, συγχρόνως όμως συνιστά τεχνητή συνένωση που βασίζεται στην ανθρώπινη βούληση. Υφίσταται έτσι με αυτόν τον τρόπο  ένα είδος συμφώνου που συνδέει τον πολίτη με την πόλη του, το οποίο ανανεώνεται διαρκώς και ρυθμίζει την καθημερινή ζωή των πολιτών μέσα στο κράτος. Εάν αυτό το σύμφωνο σπάσει, τότε το κράτος διαλύεται και πεθαίνει.

Η τέλεια αντίθεση στη συμβατική «κατασκευαστική» απάντηση θα διατυπωθεί από τον Αριστοτέλη. Όπως είναι γνωστό κατά την γνώμη του, το κράτος (πόλις) εί­ναι απολύτως φυσικό πράγμα και ο άνθρωπος είναι φύσει πολιτικό ζώο. Η αριστοτελική θέση υιοθετήθηκε από ορι­σμένους στοχαστές, φάνηκε όμως να ξεθωριάζει στο  πέ­ρασμα των αιώνων.

Κυριάρχησε εν πολλοίς η αντίληψη ότι η κοινωνία αποτελεί παράγωγο ενός συμφώνου. Παρά το γεγονός ότι  η αρχαία αυτή θεωρία σχετικά με τον τεχνητό τρόπο πα­ραγωγής της πολιτικής κοινωνίας μέσω μιας συνθήκης δεν υπήρξε αρκούντως επεξεργασμένη ωστόσο, έθεσε τις βάσεις για τη μεταγενέστερη κρι­τική της «φυσικής» γένεσης του κράτους και υπέβαλε την ιδέα μιας εθελούσιας και αποφασισμένης συνένωσης των ανθρώπων για τη διαμόρφωση της πολιτικής κοινωνίας. Κατά τη  διάρκεια του Μεσαίωνα, η πολιτική θεωρία δεν προχώρησε αλματωδώς προς την κατεύθυνση  του κοινωνικού συμβολαίου, πραγματοποίησε όμως κά­ποια καθοριστικά συμβολαιικά βήματα . Συγκεκριμένα,   υπό την επιρροή της κυρίαρχης επίσημης Εκκλησίας, η έν­νοια του συμφώνου αναβαπτίστηκε και αναβαθμίστηκε σε συμβόλαιο μεταξύ του Θεού και του ηγεμόνα. Ο βα­σιλιάς, και κατ' επέκταση ο φεουδάρχης ευγενής, αποτέ­λεσε έτσι τον αυθεντικότερο εκφραστή της θεϊκής βού­λησης. Όμως , ακόμα και στις μεμονωμένες εκείνες περιπτώ­σεις που γινόταν λόγος για κάποιο σύμφωνο μεταξύ ηγε­μόνα και υπηκόων, το σύμφωνο αυτό δεν συγκροτούσε την πολιτική κοινωνία, αλλά δήλωνε απλώς ορισμένες εκ­πεφρασμένες πτυχές της βούλησης του Θεού. Το πολιτι­κό στοιχείο παρέμενε υποταγμένο στην αυθεντία της θεο­λογίας, η οποία γνώριζε πώς να χειραγωγεί αριστοτεχνι­κά τις ευαίσθητες σχέσεις που διατηρούσε η Θεία Πρό­νοια με την ελευθερία της ανθρώπινης βούλησης[xxxiii].  

 Η μετάβαση από τη μεσαιωνική στη νεότερη πολιτική φιλοσοφία αποτέλεσε αργόσυρτη διαδικασία που διήρ­κεσε τουλάχιστον τρεις αιώνες - από τον 14ο  έως τον 16ο . Το πέρασμα στη νεότερη εποχή ολο­κληρώθηκε περί τα τέλη του 16ου  αιώνα. Αυτή η μεταβατική περίοδος χαρακτηρίζεται από πλήθος θεω­ριών.

Είναι ωστόσο βέβαιο πως η συμβολαιική παράδοση ανανεώνεται και παίρνει εντελώς νέες μορφές κατά τον 16ο  αιώνα, κατορθώνοντας έτσι, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, να κυριαρχήσει στο πεδίο της νεότερης πολιτικής θεωρίας.

Στις αρχές του 17ου  αιώνα η θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου θα αποκτήσει για πρώτη φορά εννοιολογική αυτοδυναμία και ανεξαρτησία. Η  θεωρητικοποίηση της έννοιας του συμβολαίου οφείλεται σε σημαντικό βαθμό και στις θεολογικο-πολιτικές διαμάχες που μαίνονταν όλη εκείνη την περίοδο. Οι λεγόμενοι μοναρχομάχοι θα ερμηνεύσουν το σύμφωνο του ηγεμόνα με τους υπηκόους του ως ιδρυτική πράξη κάθε πολιτικής κοινω­νίας. Για τους μοναρχομάχους, το σύμφωνο δεν εξηγεί γε­νικώς την κοινωνική συμβίωση των ανθρώπων, αλλά ειδι­κώς τη φύση της πολιτικής ζωής, δηλαδή υπογραμμίζει το γεγονός ότι ο ηγεμόνας δεσμεύεται ενώπιον του Θεού να προστατεύει τους υπηκόους του, οι οποίοι, από την πλευ­ρά τους, οφείλουν να τον υπακούουν. Εάν όμως ο ηγε­μόνας δεν πολιτεύεται όπως υποσχέθηκε, τότε οι υπήκοοι απαλλάσσονται από το χρέος της υπακοής και μπορούν να του προβάλουν αντίσταση. Το δικαίωμα ακόμα και ένοπλης αντίστασης δεν αντιβαίνει στις επιταγές της ηθι­κής και της θρησκείας αφού ο Θεός δεν παρεμβαίνει ευθέως στα εγκόσμια και είναι απλώς ο εγγυητής των συμφωνιών ανάμεσα σε ηγεμόνες και υπηκόους.

Έτσι, ο άνθρωπος σταδιακά αποκτά τα πρωτεία επί της γης και καθίστα­ται ικανός να αποφασίζει ιδία βουλήσει για τα σύμφωνα που θα συνάψει, ρυθμίζοντας τον τρόπο διακυβέρνησης των πολιτικών κοινωνιών. Η πολιτική ζωή αρχίζει να εκκοσμικεύεται, και μαζί με αυτήν  και η πολιτική φιλοσοφία.

Η θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου κατακτά όλη της την ισχύ και την αίγλη στη διάρκεια του  17ου   και του 18ου  αιώνα. Κατά την περίοδο αυτή, συ­ντελείται πραγματικά μια συμβολαιική επανάσταση.  Η προοπτική του συμβολαίου υιοθετείται από νομο­μαθείς , πολιτικούς  συγγραφείς , φιλοσόφους Από τη στιγμή που διατυπώνεται ξεκάθαρα, η συμβολαιι­κή θεωρία παίρνει διαστάσεις χιονοστιβάδας και επιβάλλε­ται ολοκληρωτικά στην πολιτική σκέψη της εποχής.

Θα μπορούσαμε να  ερμηνεύσουμε το φαινόμενο αυτό ,ότι δηλαδή  η θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου κερδίζει αμέσως οπαδούς, προβάλλοντας το γεγονός ότι  εξηγεί την προέλευση της κοινωνίας με τρόπο συγ­χρόνως απλό και σύνθετο αφού είναι απλή στις βασικές της θέσεις -μιας και  υπάρχει μια προ-πολιτική φυσική κατάσταση που για κάποιους λόγους οι άνθρωποι αποφασίζουν να την εγκαταλείψουν και να συγκροτήσουν μια πολιτική κοι­νωνία και η  οποία μετάβαση από τη φυσική κατάσταση στην πο­λιτική κοινωνία συντελείται μέσω ενός είδους συμφωνίας, δηλαδή μέσω ενός συμβολαίου-  απ’ την άλλη  όμως είναι και  σύνθετη στις λεπτομέρειες της: η φυσική κατάσταση περιγράφεται και ορίζεται με εντελώς διαφορετικό τρόπο από συγγραφέα σε συγγραφέα.

 Το ίδιο το συμβόλαιο αποτελεί περίεργη και σύνθετη διαδικασία, η οποία περιλαμβάνει διάφορους όρους και προϋποθέσεις.

Τέλος, η πολιτική κοινωνία που προκύπτει διαφέρει από περίπτωση σε περίπτωση, ανάλογα και με τις πολιτικές προτιμήσεις του στο­χαστή που την ανασυγκροτεί θεωρητικά[xxxiv].

Για όλους τους προηγούμενους λόγους, διαπιστώνουμε ότι η ενότητα της θεωρίας του κοινωνικού συμβολαίου και η ομοφωνία ως προς την ορθότητα του είναι κατά βά­ση φαινομενικές.

 Το κοινωνικό συμβόλαιο συνιστά αμφίσημη έννοια: είναι δυνατόν να δηλώνει την πράξη με την οποία συγκροτείται η κοινωνία, οπότε μι­λάμε για συμβόλαιο «συνεταιρισμού», ή την πράξη με την οποία θεμελιώνεται η πολιτική κυριαρχία, οπότε έχου­με να κάνουμε με την υποταγή των υπηκόων και, επομένως , με συμβόλαιο «υποταγής». Επίσης, το συμβόλαιο μπο­ρεί να αποτελεί απάντηση είτε σε ένα πρόβλημα πρω­ταρχικής καταγωγής είτε σε ένα πρόβλημα θεμελίωσης, δηλαδή μπορεί είτε να αναφέρεται σε κάποια ιστορική πραγματικότητα είτε να πρόκειται για καθαρά υποθετι­κή αρχή.

Το κοινωνικό συμβόλαιο  εξηγεί άλλο­τε τη γένεση και άλλοτε τη δομή της πολιτικής κοινωνίας, ανάλογα με τη συγκεκριμένη θεωρητική γραμμή στην οποία  εντάσσεται. Οι δυσκολίες συνεχίζονται, αν σκεφτούμε ότι άλλοτε εγγράφεται σε μια εμπειρική και άλλοτε σε μια ορθολογική προοπτική. Από την άποψη αυτή, ενώ η θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου εκ πρώτης όψεως εμφανίζεται απλή και σαφής, αποδεικνύεται εξαιρετικά αμφίσημη.

Έτσι , στη σκέψη του Χομπς και του Ρουσ­σώ υπάρχει μια κοινή ιδέα του συμβολαίου ως μοναδικής και ενιαίας πράξης, μέσω της οποίας συγκροτείται άμε­σα η πολιτική κοινωνία. Όμως αυτό το παρόμοιο ενιαίο συμβόλαιο διαφέρει ριζικά στο έργο των δύο φιλοσόφων ως προς τη φύση και την αποστολή του: ο Χομπς προτεί­νει ένα συμβόλαιο συνεταιρισμού των ανθρώπων με σκο­πό την ειρήνη, ενώ το συμβόλαιο του Ρουσσώ στοχεύει, πά­νω απ' όλα, στην ελευθερία των πολιτών. Επιπλέον, στο χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από τον Χομπς έως τον Ρουσσώ, ο Πούφεντορφ κάνει τα πράγματα  ακόμα περισσότερο  περίπλοκα  αφού στη δική του θεωρία, το κοινωνικό συμβό­λαιο   αποτελεί συγ­χρόνως σύμφωνο συνένωσης και σύμφωνο διακυβέρνη­σης. Οι άνθρωποι συνενώνονται σε κοινωνικό σώμα μέ­σω μιας πρώτης συνθήκης, ενώ σε δεύτερο χρόνο, μέσω μιας δεύτερης συνθήκης, αυτό το κοινωνικό σώμα προ­σφέρει την εξουσία  σε αξιωματούχους που επιφορτίζονται με την ευθύνη διασφάλισης του δημόσιου αγαθού. Μεταξύ του «κοινωνικού» και του «πο­λιτικού» συμφώνου μεσολαβεί μια στιγμή απόφασης που ρυθμίζει το είδος της διακυβέρνησης.

Επίσης, από τη μία θεωρία στην άλλη, το κοινωνικό συμβόλαιο διαφέρει ριζικά ως προς τις συνέπειες του στη μορφή του πολιτεύματος που διέπει την πολιτική κοινω­νία. Έτσι στην περίπτωση του Χομπς το συμβόλαιο  καταλήγει στην  μοναρχία, , ενώ στην περίπτωση του  Λοκ, του Ρουσ­σώ και του Καντ (ή ακόμα και του Τζων Ρωλς) το συμβόλαιο καταλήγει σε «δημοκρατι­κού» τύπου  διακυβέρνηση. Όμως υπάρχουν πολύ σημαντικές διαφο­ρές  και μεταξύ των «δημοκρατικών» συμβολαιικών θεωριών. Με βάση τα προηγούμενα μπορεί να εξαχθεί το συ­μπέρασμα ότι το κοινωνικό συμβόλαιο συνιστά εν πολ­λοίς προβληματική έννοια, τόσο από επιστημολογική όσο και από φιλοσοφική άποψη.

 Για τον Χομπς και τον Ρουσ­σώ, το κοινωνικό συμβόλαιο αποτελεί λογική υπόθεση με­θοδολογικού τύπου. Αντίθετα, ο Λοκ, αλλά και ο Χιουμ, κάνουν λόγο ουσιαστικά για μια οιονεί ιστορική πραγ­ματικότητα του συμβολαίου. Θα μπορούσε κανείς να υπο­θέσει ότι πιο αυστηρή και «επιστημονική» είναι η πρώτη τοποθέτηση, εκείνη που προκρίνει την εκδοχή της λογι­κής υπόθεσης[xxxv]. Εντούτοις, ο Χομπς και ο Ρουσσώ βρί­σκονται αντιμέτωποι με σοβαρές επιστημολογικές δυ­σκολίες. Από τη σκοπιά τους, το συμβόλαιο αποτελεί τη λύση στο λογικό πρόβλημα της θεμελίωσης της πολιτικής κοινωνίας. Επίσης, και οι δύο  παρουσιάζουν τα θεωρη­τικά τους πορίσματα με επιστημονικές αξιώσεις:Απ’ την μια ο Χομπς δηλώνοντας πως είναι ο πατέρας της νέας πολιτικής επι­στήμης, απ’ την άλλη  ο Ρουσσώ πιστεύοντας πως θεμελιώνει το πολι­τικό δίκαιο. Γι' αυτό και οι θεωρίες τους επιμένουν στη λογικά επεξεργασμένη μεθοδολογική υπόθεση της φυσι­κής κατάστασης. Ωστόσο, υπ' αυτούς τους όρους, το κοι­νωνικό συμβόλαιο αποκτά εργαλειακό ρόλο, δηλαδή κα­θίσταται η πράξη με την οποία οι άνθρωποι εγκαταλεί­πουν την υποθετική φυσική κατάσταση. Αυτό το μείγμα εμπειρισμού και ορθολογισμού καθιστά ενίοτε δυσχερή την πλή­ρη κατανόηση της θεωρίας του κοινωνικού συμβολαίου. Μολονότι κυριάρχησε απόλυτα επί δύο περίπου αιώνες, σύντομα η συμβολαιική θεωρία άρχισε να δέχεται έντονη κριτική. Ήδη από τον 18ο  αιώνα, ο Χιουμ  ο Μπερκ και ο Φίχτε προβαίνουν σε κριτική αποτίμηση της θεωρίας του κοινωνικού συμβολαίου. Ο Καντ, από τη με­ριά του, θα εντοπίσει τα φιλοσοφικά προβλήματα της θεω­ρίας και θα προσπαθήσει να τα επιλύσει. Υπογραμμίζο­ντας ότι το κοινωνικό συμβόλαιο δεν ανήκει στην τάξη του είναι αλλά του δέοντος, το συλλαμβάνει ως πολιτικό κα­θήκον, ως πολιτική κατηγορική προσταγή. Δίχως να εξη­γεί τη γένεση και τη λειτουργία της πολιτικής κοινωνίας το συμβόλαιο εκφράζει το αίτημα για την ύπαρξη ορθο­λογικής και δίκαιης πολιτικής κοινωνίας. Ο Καντ εμπνέε­ται σε σημαντικό βαθμό από τη σκέψη του Ρουσσώ, κυ­ρίως από την αντίληψη του περί ελευθερίας, αλλά επιχειρεί μια μετατόπιση της έννοιας του συμβολαίου: το συμ­βόλαιο μετατρέπεται τώρα σε  a priori ιδέα του Λόγου[xxxvi].

Επίσης ο Καντ στάθηκε αρκετά οξυδερκής κριτικός ώστε να διακρίνει την αντίθεση πού υπάρχει μεταξύ ηθικών αλη­θειών βασισμένων στη λογική και ιστορικών αληθειών βασισμέ­νων στα γεγονότα. Γι' αυτό εφάρμοσε στο έργο του Ρουσσώ αυτό πού ονόμαζε «τέχνη της συλλογιστικής ανάλυσης», την οποία ο ίδιος στην Κριτική του Πρακτικού Λόγου συγκρίνει με την ανά­λυση του χημικού. Ό άνθρωπος πού εισήγαγε την ανθρωπολογία ως έναν κλάδο σπουδών στα γερμανικά πανεπιστήμια και δίδαξε σ' αυτόν τακτικά επί δεκαετίες ήταν ένας πολύ κατασταλαγμέ­νος έμπειριοκράτης σ' αυτήν τη σφαίρα για να ακολουθήσει τα βήματα του Ρουσσώ. Ό Καντ δεν κατασκεύαζε υποθέσεις σχε­τικά με την αρχική κατάσταση της ανθρωπότητας. Εάν κάπο­τε ριψοκινδύνευσε ένα βήμα προς αυτή την κατεύθυνση, στο δο­κίμιο του για την Πιθανή αρχή της ανθρώπινης ιστορίας (1786), διακήρυξε εμφατικά ότι πρόθεση του δεν ήταν μια αυστηρή επι­στημονική θεωρία αλλά μια «απλή εκδρομή» στη φαντασία με τη συντροφιά της λογικής. Εντούτοις στις θέσεις του ίδιου του Ρουσσώ ο Καντ έκανε σαφή διάκριση μεταξύ του «ιστορικού» και του «λογικού» — κι όταν ακόμα αποδεχόταν το δεύτερο δεν το θεωρούσε με τους όρους του θεωρητικού αλλά του «πρακτι­κού λόγου» και το έκρινε με τους κανόνες αυτού του λόγου. Ό Ρουσσώ ήταν πάντοτε γι' αυτόν ο διανοητής ο όποιος, στον χώρο της ηθικής, «τον ξύπνησε από τον δογματικό λήθαργο» — ο δια­νοητής πού τον έβαλε μπροστά σε νέα ερωτήματα και τον παρα­κίνησε να δώσει νέες απαντήσεις[xxxvii].

 

Εντούτοις, η κατεξοχήν ισοπεδωτική κριτική του κοι­νωνικού συμβολαίου θα διατυπωθεί από τον Χέγκελ. Σύμφωνα με τον  φιλόσοφο  της Ιένας, το συμβόλαιο συνι­στά, αφενός, συμφωνία μεταξύ δύο ανεξάρτητων ατομι­κών βουλήσεων που αναγνωρίζονται αμοιβαίως και, αφε­τέρου, πράξη με την οποία κάποιος καθίσταται ιδιοκτή­της. Κατά συνέπεια, το συμβόλαιο είναι πάντοτε πράξη ιδιωτικού χαρακτήρα και δεν μπορεί ποτέ να αναφέρε­ται στη δημόσια σφαίρα της πολιτικής κοινωνίας. Επομένως είναι αδύνατον το συμβόλαιο να αποτελέσει την εξήγηση της γένεσης ή της θεμελίωσης του κράτους. Ο Χέ­γκελ στρέφεται, λοιπόν, εναντίον του ατομικισμού που εκφράζει η συμβολαιική θεωρία, πιστεύοντας ότι μέσω του συμβολαίου συσκοτίζεται η ανάλυση του κράτους και της αστικής πολιτικής κοινωνίας. Την εγελιανή κριτική θα συνεχίσει ο Μαρξ, αλλά και οι οπαδοί του θετικισμού, κα­τά τη διάρκεια του 19ου  αιώνα. Ο Νίτσε θα διακρίνει στη συμβολαιική θεωρία μία ακόμα έκφραση του ευρωπαϊκού μηδενισμού, γι' αυτό και θα προφητέψει τον θάνατο της[xxxviii].

Παρά την κριτική που δέχτηκε, η θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου κατάφερε να αναγεννηθεί στο πλαίσιο της πολιτικής φιλοσοφίας του 20ου αιώνα. Ασφαλώς, τούτη η αναγέννηση συνδυάστηκε με εκ βάθρων ανανέω­ση, σε τρόπο  ώστε η σύγχρονη συμβολαιική θεωρία να έχει υποστεί πλέον ριζικό μετασχηματισμό.  Ωστόσο, η κεντρική ιδέα του κοινωνικού συμ­βολαίου φαίνεται να διατηρείται αλώβητη. Σήμερα λοι­πόν γίνεται λόγος για ένα «νέο κοινωνικό συμβόλαιο», στο οποίο δεν δίνεται έμφαση στο ζήτημα  της γένεσης της  και της συγκρότησης της πολιτικής κοινωνίας, αλ­λά στο θεωρητικό καθήκον που αναλαμβάνει να οργανώσει και να δομήσει θεσμικά τις υπάρχουσες κοινωνίες. Ο ση­μαντικότερος και διασημότερος εκφραστής του συμβολαιισμού στην εποχή μας είναι ο Τζων Ρωλς (ρωλσιανή θεω­ρία της δικαιοσύνης).  Στο σύνολο του έργου του ο Ρωλς προσπαθεί να ενεργοποιήσει εκ νέου τη θεωρία του συμβολαίου (όπως αυτή διατυπώθηκε από τον Λοκ, τον Ρουσσώ και τον Καντ), έχοντας την πεποί­θηση ότι η συμβολαιική παράδοση υποδεικνύει μια εναλ­λακτική αντίληψη περί δικαιοσύνης, η οποία συνιστά την καταλληλότερη βάση για τη λειτουργία μιας δημοκρατι­κής κοινωνίας.

Επίσης θα πρέπει να πούμε ότι η ορολογία που χρησι­μοποιούν οι θεωρητικοί του κοινωνικού συμβολαίου είναι σε μεγάλο βαθμό ασταθής και ευμετάβλητη, ιδιαίτερα κατά την εποχή  του 17ου και 18ου αιώνα. Το ίδιο ισχύει, ευρύτερα, και για την ορολογία που συναντάμε συνολικά στην παράδοση του νεότερου φυσι­κού δικαίου. Έτσι, οι πολιτικοί στοχαστές και φιλόσοφοι της εποχής, οι οποίοι σκέφτονται κατά βάση ακόμη στα λατινικά, κάνουν συχνά λόγο για «συμβόλαιο» (contractus), και συχνότερα για «σύμφωνο» (pactum). Χρησιμοποιούν, επίσης, πρόθυμα τον όρο «σύμβαση» (conventio), αλλά και τον όρο «συνθήκη» (foedus). Ο δε Ρουσσώ -ο οποίος ξεκαθαρίζει τελικά το εννοιολογικό τοπίο- δίνει  μια για πάντα στη θεωρία το όνομα της: «κοινωνικό συμβόλαιο» (contrat social). Επίσης  χρησιμοποιεί και τον όρο πράξη (acte) αφού πρόκειται όντως για τη συμβολαιογραφική πράξη ίδρυσης του κράτους.

Συνήθως, η ρευστότητα της ορολογίας υποδηλώνει αντί­στοιχη εννοιολογική χαλαρότητα. Όμως, στην περίπτωση του κοινωνικού συμβολαίου, μια κάποια αστάθεια δικαιο­λογείται αφού δεν πρόκειται για απροσεξία ή επιπολαιότητα αλλά για τις δυσχέρειες που παρουσιάζει η γέννηση ενός  καινοφανούς εννοιολογικού οπλοστασίου[xxxix].

 

Μεταξύ του Ρουσσώ και των υπόλοιπων θεωρητικών, του κοινωνικού συμβολαίου  υπάρχει μια  κρίσιμη διαφορά, που συνοψίζεται στην απόσταση ενός  σχεδόν αιώνα αφού  ο Ρουσσώ ανήκει από κάθε άποψη στον 18ο  αιώνα, όταν αρχίζει δειλά να αναδύεται η κοινωνία και το κοινωνικό στοιχείο, σε παραλληλία ή και σε αντίθεση με το πολιτικό στοιχείο. Πρόκειται για διαδικασία που θα κορυφωθεί τον επόμενο, 19ο , αιώνα.

Υπάρχουν πολλές και διαφορετικές ερμηνείες του Ρουσσώ . Στα τέλη του δέκατου 18ου  αιώνα ο Ρουσσώ είναι ο θεωρητικός της Γαλλικής Επανάστασης. Η εικόνα του ως επαναστάτη θα παραμείνει κυρίαρχη περίπου σε όλη τη διάρκεια του 19ου  αιώνα, επηρεάζοντας τις ιδεολογικές και πολιτικές διαμάχες. Ο 20ος  αιώνας θα ανακαλύψει σταδιακά τον φιλόσοφο Ρουσσώ, μέσα από την προσεκτική μελέτη των κειμένων του. (όλων των κειμένων του, και όχι μόνο του Κοινωνικού συμβολαίου).

Η σκέψη του Ρουσσώ, σκέψη που συνδιαλέγεται  με τις προηγούμενές της σημαντικές φιλοσοφίες, αρχαίες και νεότερες, θέτει με οξύτητα όλα τα μεγάλα προβλήματα του καιρού της  που εν πολλοίς παραμένουν επίκαιρα και στη δική μας εποχή.

Πράγματι, πρώτη  η ρουσσωική φιλοσοφία προσπάθησε να αντιμετωπίσει  τα ζητήματα της κοινωνίας και της κοινωνικοποίησης του ανθρώπου, των δυσχερειών που παρουσιάζονται στις ανθρώπινες σχέσεις, του πολιτισμού και της προόδου ως απόλυτων αξιών. Ο Ρουσσώ διαπιστώνει  ότι οι αξίες είναι αδύνατον να θεμελιωθούν μεταφυσικά και  πιστεύει  ότι η ηθική και η πολιτική ζωή είναι αναγκαίο να οργανωθούν κατά τρόπο ορθολογικό.

 Στην ιστορία της πολιτικής φιλοσοφίας ο Ρουσσώ παρεμβαίνει σε μια κρίσιμη στιγμή, κατά την οποία κλονίζεται η πεποίθηση περί έμφυτης ανθρώπινης κοινωνικότητας που προκύπτει από την ορθολογική ουσία του ανθρώπου και ρυθμίζεται βάσει του νόμου της φύσης. Μέσα, στο εν λόγω μεταφυσικό πλαίσιο είχαν αναπτυχθεί σχεδόν όλα τα ηθικά συστήματα μέχρι τότε, από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη έως τους στωικούς, τους στοχαστές του φυσικού δικαίου, τον Γκρότιους, τον Λοκ, τον Πούφεντορφ, αλλά και τους διαφωτιστές του δέκατου 18ου  αιώνα, όπως ο Βολταίρος και ο Ντιντερό[xl].

Εξαίρεση στο κυρίαρχο ηθικό μοντέλο αποτέλεσαν στην νεότερη εποχή ο Μακιαβέλι ο Χομπς και ο Σπινόζα. Σε αυτό ακριβώς το σημείο εμφανίζεται ο Ρουσσώ και αναλαμβάνει  να θεμελιώσει εκ νέου την πολιτική θεωρία, μέσα στον καινούργιο πολιτικό ορίζοντα που θεμελίωσαν οι τρεις αυτοί στοχαστές (κυρίως ο Μακιαβέλι και ο Σπινόζα).

Ο Ρουσσώ θα προσπαθήσει να ανακαλύψει κοινούς κανόνες ζωής και να τους τοποθετήσει σε ακλόνητα θεμέλια. Η δυσκολία έγκειται στο ότι οι κανόνες αυτοί προορίζονται γα μεμονωμένα άτομα , τα οποία προσπαθούν να αυτοσυντηρηθούν δίχως να ακολουθούν υπερβατικές ηθικές νόρμες .Οι εν λόγω κανόνες δεν θα ήταν πλέον δυνατόν, σύμφωνα με τον Ρουσσώ να αναζητηθούν στη φύση ή στη θρησκεία παρά μόνο στην πολιτική θεωρία .Η δε τελευταία πρέπει να κινηθεί στο πλαίσιο της θεωρίας του κοινωνικού συμβολαίου , μετασχηματίζοντας όμως τους βασικούς της όρους[xli].

  1. b. Φύση και άτομο

Μιλώντας για το φυσικό δίκαιο και τη φυσική κατάσταση ο Ρουσσώ ακολουθεί εν μέρει την ανάλυση του Γκρότιους και εν μέρει την ανάλυση του Λοκ. Όπως ο πρώτος   έτσι και ο Ρουσσώ φαντάζεται τον άνθρωπο της φύσης σε μια κατάσταση πολύ κοντινή προς εκείνη του ζώου[xlii]. Μόνο που δεν μπορεί να αποδεχτεί τη θέση του Γκρότιους υπέρ της εθελοδουλίας, γι' αυτό και αποδίδει ευθύς εξαρχής στην ανθρώπινη φύση ένα ουσιώδες χαρακτηριστικό που απουσίαζε από την γκροτιανή θεωρία: την ιδιότητα της ελευθερίας. Σε τούτο ο Ρουσσώ συμφωνεί πλήρως με τον Λοκ, δηλαδή στο ότι, στη φυσική κατάσταση, ο άνθρω­πος είναι απολύτως ελεύθερος[xliii]. Ωστόσο, πέρα από κάποιες συγγένειες με τον Γκρό­τιους και τον Λοκ, ο Ρουσσώ έλκεται μοιραία από τη δύ­ναμη της σκέψης του Μακιαβέλλι και του Σπινόζα, αλλά προπάντων του Χομπς. Η σημασία της επίδρασης που άσκησε ο Χομπς[xliv] στον Ρουσσώ έχει. αρκούντως υπογραμμιστεί από ορισμένους μελετητές. Κάποιοι άλλοι σχολιαστές όμως, θα προτιμούσαν να την αποσιωπήσουν. Στην πραγματικότητα, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι ο Ρουσσώ  διάβασε τον Χομπς με μεγάλο θαυμασμό, αλλά και με δηλωμένο αποτροπιασμό. Παρά τις έντονες διαφωνίες ο Ρουσσώ θα ακολουθήσει τη συλλογιστική του Χομπς όταν φτάσει στην περιγραφή της στιγμής του συμβολαίου. Μόνο που θα τροποποιήσει την κατάληξη, επειδή στη σκέψη  του θα έχει πάντοτε ως αφετηρία τον πολίτη και όχι τον υπήκοο[xlv].

Έτσι αντίθετα από ό,τι συμβαίνει με τους υπόλοιπους στοχαστές του συμβολαίου, με τον Ρουσσώ έχουμε την αίσθηση πως η φυσική κατάσταση δεν περιγράφεται κατά τρόπο που να προετοιμάζει τη μετάβαση στην πολιτική κοινωνία.[xlvi] Δηλαδή σ’αυτόν η φυσική κατάσταση δεν αποτελεί την αναγκαία λογική προϋπόθεση της συγκρότησης του κράτους. Και αυτός είναι ο λόγος που  η μετάβαση προς την πολιτική κοινωνία παρουσιάζει χα­ρακτηριστικές δυσχέρειες στο εσωτερικό της ρουσσωικής θεωρίας. [xlvii]

Ο Ρουσσώ πιστεύει πως ανάμεσα στη φυσική κατά­σταση και την πολιτική κοινωνία υπάρχει πολύ μεγάλη απόσταση . Οι γνώσεις μας σχετικά με τη φυσική κατάσταση θα παραμείνουν για πάντα ελλιπέστατες.  Η  λογική και η εμπειρία δεν μπορούν να  εξηγήσουν επαρκώς ζητήματα όπως  το πώς οι πρώτοι  άνθρωποι άρχισαν να επικοινωνούν μεταξύ τους, το πώς γεννήθηκαν  η γλώσσα και ο πολιτισμός. Αυτό οφείλεται στο ότι κάθε πρόοδος της ανθρωπότητας την απομακρύνει ολοένα   και περισσότερο από την πρωταρχική κατάσταση των  ανθρώπων, με αποτέλεσμα να μη γνωρίζει πλέον τον ίδιο της τον εαυτό, να μην μπορεί να γνωρίσει τι είναι ο άνθρωπος. Οι διαφορές που χωρίζουν τους ανθρώπους πρέπει να πηγάζουν από αυτές τις διαδοχικές προόδους και αλλαγές της φυσικής ανθρώπινης κατάστασης με συνέπεια  Ο πολιτισμένος άνθρωπος να μην είναι τέκνο της φύσης, αλλά τέκνο του ανθρώπου[xlviii].

Βλέπουμε ότι ο Ρουσσώ  εκκινεί από την παραδοχή πως  δεν είναι δυνατόν να ξέρει κανείς με βεβαιότητα τη φύση της φυσικής κατάστασης αφού λόγω του γεγονότος  ότι κανένας άνθρωπος δεν μπορεί πλέον να γνωρίσει εμπειρικά κάτι που έχει παρέλθει οριστικά και αμε­τάκλητα  «δεν είναι καθό­λου εύκολο να ξεδιαλύνει κανείς τι είναι έμφυτο και τι τε­χνητό στην τωρινή φύση του ανθρώπου»[xlix].

Η απάντηση στο ζήτημα αυτό  συνίσταται στο ότι  ακόμα και αν η φυσική κατάσταση δεν είχε υπάρξει ποτέ, θα έπρεπε να την εφεύρουμε , ώστε να κρί­νουμε ορθά την παρούσα κατάσταση μας. Παρόλο που αυτό  είναι εξαιρετικά δύσκολο  αποτελεί τη μόνη μας ελ­πίδα για να καταφέρουμε να υπερπηδήσουμε όλα τα εμπό­δια και να συναγάγουμε ορθά συμπεράσματα ως προς τα πραγματικά θεμέλια της ανθρώπινης κοινωνίας.

Δηλαδή  το μεγάλο στοίχημα  για τον Ρουσσώ ήταν να  καταδείξει τα πραγματικά θεμέλια της κοινωνίας. Οι θεωρητικοί του φυσικού δικαίου αστόχησαν ως προς αυτή τη γνώση, κυρίως επειδή δεν μπόρεσαν να συλλάβουν σωστά τη φύ­ση του ανθρώπου.

Σύμφωνα με αυτούς , η πολιτική κοινωνία σχηματιζόταν από ενός εί­δους ενστικτώδη ηθικότητα και επιβίωνε κυρίως χάρη στο  νόμο της φύσης, ο οποίος εξειδικευόταν σε επιμέρους θε­τικούς νόμους[l].

 Ο Ρουσσώ, αμφισβητεί ευθέως τη λογική των προηγούμενων στοχαστών του κοινωνικού συμβολαίου σύμφωνα με την οποία αναγνώριζαν στον άνθρωπο ένα είδος κοινωνικού ενστίκτου το οποίο υπάρχει εξαιτίας της έλλογης φύσης του, που τον ωθούσε να σέβεται τα δικαιώματα του συνανθρώπου του, δηλα­δή τη ζωή και την ιδιοκτησία του, τόσο στη φυσική όσο και στην πολιτική κατάσταση[li] προ­σπαθώντας να δείξει ότι η συγκροτημένη πολιτική κοινω­νία είναι εντελώς ασύμβατη με την αληθινή, πρωταρχική φυσική κατάσταση του ανθρώπου[lii].

Σε σχέση με το ζήτημα αυτό υπάρχει ένα απόσπασμα  στο Λόγος για την ανισότητα, στο οποίο ο Ρουσσώ  προσδιορίζει τη θέση του με όλους τους προηγούμενους θεωρητικούς του φυσικού δικαίου. Το απόσπασμα αυτό καταλήγει ως εξής:

… «Τέλος, όλοι, μιλώ­ντας αδιάκοπα για ανάγκη, απληστία, καταπίεση, επιθυ­μίες και έπαρση, μετέφεραν στη φυσική κατάσταση ιδέες του τις είχαν πάρει από την κοινωνία. Μιλούσαν για τον πρωτόγονο άνθρωπο και περιέγραφαν τον πολίτη».

Αυτή η οξυδερκής  κριτική που ο Ρουσσώ  διατυπώνει για  τους θεωρητικούς του συμβολαίου και αφορά τις θεωρίες του φυσικού δικαίου,  εντοπίζει το πρόβλημα:

 η περιγραφή της φυσικής κατάστασης βασίζεται στην πραγματικότητα της πολιτικής κοινωνίας. Αντί να ξεκινήσουμε από τη φυσική πρωταρχική συνθήκη, πηγαίνουμε προς αυτήν αναδρομι­κά, μέσω αναχρονισμών και αφαιρέσεων. Η φυσική κα­τάσταση, δηλαδή, δεν είναι κάτι άλλο από την αστική πολιτική κοινωνία, αν της αφαιρέσουμε την έννο­μη τάξη.

To ζήτημα που τίθεται είναι  μήπως  και ο ίδιος ο Ρουσσώ κινδυνεύει να πέσει θύμα των επικριτι­κών του παρατηρήσεων. Μήπως δηλαδή το μόνο που κά­νει είναι να υιοθετεί τη συμβολαιική παράδοση και να αναπαράγει τα ίδια αδιέξοδα.

 Βεβαίως, το κοινωνικό συμ­βόλαιο που προτείνει ο Ρουσσώ διαφέρει από το συμβό­λαιο του Γκρότιους, του Χομπς, του Λοκ ή του Πούφεντορφ, διότι εξωθεί στα άκρα τις συνέπειες του, ανανεώ­νοντας εκ βάθρων τη συμβολαιική θεωρία. Ωστόσο, υπάρ­χει πάντοτε το ενδεχόμενο και η δική του νέα θεωρία να μη διαφέρει ριζικά από τις προηγούμενες υπό την έννοια ότι θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως, κατ' ουσίαν, η βασική δομή και η κεντρική λογική του ρουσσωικού κοινωνικού συμβολαίου προκύπτουν από την κοινή παραδοσιακή συμβολαιική μή­τρα. Ο Ρουσσώ καταλαβαίνει την πιθανή αντίρρηση και φροντίζει να απαντήσει εκ των προτέρων[liii].

Συγκεκριμένα , ο Ρουσσώ   προτείνει στο Λόγος για την ανι­σότητα μια λύση   λογικής, υποθετικής και ανιστορικής τάξης.

 Έτσι όταν ο Χομπς περιγράφει τη φύση του ανθρώπου,  δεν διαχωρίζει ποτέ τη φύση από την κοινωνία. Είδαμε ότι εκεί η φυσική κατάσταση αποτελεί ένα φανταστικό σχήμα, μια φανταστική κατασκευή. Στην περί­πτωση του Ρουσσώ έχουμε μια σημαντική αλλαγή προο­πτικής. Σ’ αυτόν  η φυσική κατάσταση δεν συνιστά πλέον φαντα­σίωση, αλλά μια υποθετική ιστορία η οποία προσπαθεί να ανασυνθέσει, στο μέτρο του δυνατού, την πραγματι­κή ιστορία της ανθρωπότητας[liv].

 Οι προηγούμενοι φιλόσοφοι δε μας μαθαίνουν τίποτε καινούργιο, παρά προβάλλουν το είδωλο του ανθρώπου της πολιτικής κοινωνίας στην υπο­τιθέμενη φυσική κατάσταση, διαστρεβλώνοντας έτσι την ιστορία. Η νέα μέθοδος θα πρέπει να στηριχτεί στις εμπειρικές αρχές της φυσικής επιστήμης.

Έτσι ο Ρουσσώ θα επιχειρήσει να κάνει μια πειραματική υπόθεση εργασίας, δηλαδή  θα εκμεταλλευτεί όλες τις ταξιδιωτικές του αναγνώσεις και όλες τις εθνο­λογικές του γνώσεις ώστε να φτάσει σε μια υποθετική  ανασυγκρότηση της φυσικής κατάστασης του ανθρώπου η οποία χάνεται στα βάθη του χρόνου[lv].

Η  ανασυγκρότηση αυτή καταλήγει να σκιαγραφή­σει έναν πρωτόγονο άνθρωπο χωρίς ομιλία, τέχνη και κα­τοικία, που δεν έχει ανάγκη τους συνανθρώπους του, αυ­τάρκη, με ελάχιστα πάθη, ευτυχισμένο μέσα στην άγνοια του, ένα ενήλικο παιδί.

Μετά από μακροσκελή ανάπτυξη του θέματος ο Ρουσ­σώ καταλήγει στο βασικό συμπέρασμα ότι η φυσική κα­τάσταση απέχει κατά πολύ από την πολιτική.

Παρ' όλα αυτά, όπως κι αν έχει το πράγμα, σε κάποια χρονική στιγμή θα πρέπει να άρχισε η πρόοδος, δηλαδή η ιστορία, της ανθρωπότητας.

 Σύμφωνα με τον Ρουσσώ, η διαδικασία αυτή ξεκινά παράλληλα με τη δημιουργία των ανισοτήτων μεταξύ των ανθρώπων[lvi].

Ο Ρουσσώ πιστεύει λοιπόν ότι  η ανισότητα μεταξύ των ανθρώπων ξεκίνησε   από την εφεύρεση της ατομικής ιδιοκτησίας, η οποία εντέλει οδήγησε στην αρ­παγή όλης της γης[lvii]. Όμως , το κοινωνικό συμβόλαιο  έρχεται να δώσει απάντηση  στο ερωτήματα του  πώς ακριβώς συγκροτήθηκαν οι πολιτικές κοινωνίες δηλαδή στο ποια ήταν η διαδικασία που επέ­τρεψε στους ανθρώπους να εγκαταλείψουν τη φυσική τους κατάσταση και να ξεκινήσουν  το ταξίδι τους προς την πρόοδο και τον πολιτισμό.

Με το πρώτο του θεωρητικό κείμενο, τον Λόγο περί τε­χνών και επιστημών, ο Ρουσσώ αντιτάχθηκε στην κυρίαρχη ιδεολογία της προόδου. Με τον Λόγο για την προέλευση και τα θεμέλια της ανισότητας μεταξύ των ανθρώπων εξα­πέλυσε, πρώτα απ' όλα, μια σφοδρή επίθεση στον θεσμό της ατομικής ιδιοκτησίας.

Δημοσιεύοντας το έργο Το κοινωνικό συμβόλαιο ή Αρχές πολιτικού δικαίου, το 1762, προσπαθεί να δείξει σε τι ακριβώς συνίσταται η ουσία του κράτους και το θεμέλιο της πολιτικής κοινωνίας.
Στο έργο αυτό, που συνιστά κείμενο ιδρυτικής σημασίας για την πολιτική σκέψη της νεωτερικότητας , ο Ρουσσώ εξηγεί ότι μόνο μια ομόφωνη σύμβαση μπορεί να αποτελέσει εγγύηση για την ύπαρξη του κράτους. Η εν λόγω μετάβαση ονομάζεται κοινωνικό συμβόλαιο. Πρόκειται για ένα υπόρρητο, ανιστορικό και διαρκές συμβόλαιο, το οποίο δεσμεύει όλα τα άτομα που συναπαρτίζουν μια πολιτική ενότητα[lviii].

Τα ζητήματα όμως που τίθενται είναι τα εξής:

  1. Με ποιον τρόπο το κράτος μπορεί να γίνει κατανοητό ως συνένωση των μεμονωμένων ατόμων, και
  2. Και πώς ακριβώς μια έννοια που προέρχεται από το ιδιωτικό δίκαιο, η έννοια του συμβολαίου, είναι δυνατόν να υιοθετηθεί για την κατανόηση της πολιτικής θεσμοθέτησης της κοινωνίας.

 Οι δυσκολίες αυτές συνοψίζονται αριστοτεχνικά από τον Ρουσσώ σε μια αμφίσημη φράση  που προβλημάτισε πολλούς μελετητές του έργου και έδωσε λαβή σε αποκλίνουσες ερμηνείες.

 Το πρόβλημα του κοινωνικού συμβολαίου διατυπώνεται από τον Ρουσσώ με τους εξής όρους: χρειάζεται να βρεθεί μια μορφή συνένωσης που θα υπερασπίζεται και θα προστατεύει με όλη την από κοινού δύναμη το πρόσωπο και τα αγαθά κάθε μέλους, ούτως ώστε ο καθένας καθώς ενώνεται με όλους, να υπακούει ωστόσο μόνο στον εαυτό του και να παραμένει εξίσου ελεύθερος όπως και πριν". Αυτό είναι το θεμελιώδες πρόβλημα, στο οποίο το κοινωνικό συμβόλαιο δίνει τη λύση».

Λύση που δεν είναι και η σαφέστερη, επειδή αναφύε­ται η αντίφαση, μεταξύ του ατόμου και της κοινότητας. Ο Ρουσσώ επιχειρεί με μεγαλειώδη τρόπο να συγκεράσει το ατομικό και το συλ­λογικό στοιχείο[lix]. Έτσι, ο καθένας, δηλαδή η μοναδικότη­τα της ατομικής ύπαρξης, ενώνεται με όλους σε ένα σύ­νολο, μια συλλογικότητα. Στην περίφημη αυτή διατύπω­ση του προβλήματος του κοινωνικού συμβολαίου τη λέξη-κλειδί αποτελεί ο κρίσιμος αντιθετικός όρος «ωστόσο» («pourtant»). Ο καθένας πρέπει να ενωθεί με όλους τους άλλους· ωστόσο, θα υπακούει μόνο στον εαυτό του και θα παραμένει όσο ελεύθερος ήταν και πριν. Το μεγάλο πρόβλημα με το οποίο προσπαθεί να αναμετρηθεί ο Ρουσ­σώ συνίσταται στη διατήρηση της πλήρους ελευθερίας και αυτονομίας του ατόμου μέσα στη συλλογικότητα[lx].

Το κατεξοχήν πρόβλημα τίθεται από τη στιγμή που ο Ρουσσώ αποδίδει στο συμβόλαιο διπλό και ταυτόχρονο ρόλο αφού αφενός, το συμβόλαιο είναι η πράξη (acte) συνένω­σης, μέσω της οποίας γεννιέται η κοινότητα και αφετέρου, το συμβόλαιο είναι ταυτόχρονα η πράξη μέσω της οποίας τα άτομα συμβάλλονται με την κοινότητα. Και όλα αυτά συμβαίνουν την ίδια στιγμή: «Στη στιγμή, στη θέση του επιμέρους προσώπου του κάθε συμβαλλομένου, αυτή η πράξη της συνένωσης παράγει ένα ηθικό και συλλογικό σώμα, που αποτελείται από τόσα μέλη όσες και οι ψήφοι της συνέλευσης». Τούτο εξηγείται, ασφαλώς, από το γεγονός ότι ο Ρουσσώ θέλει πάση θυσία να αντιταχθεί στο συμβόλαιο υποταγής στον κυρίαρχο. Αν δεν υπήρχε αυ­τή η στιγμιαία διπλή λειτουργία του συμβολαίου, δεν θα ήταν δυνατόν να αποτραπεί η υποταγή των ατόμων σε έναν κυρίαρχο. Εδώ, όμως, κυρίαρχος θεωρείται ο λαός , δηλαδή η κυριαρχία πρέπει να ανήκει στο σύνολο των συμ­βαλλόμενων ατόμων, στην κοινότητα[lxi].

Η θεωρητική λύση του προβλήματος, την οποία προ­τείνει ο Ρουσσώ, συνίσταται κατά βάση στην επινόηση της έννοιας της γενικής βούλησης.

Η σημασία του συμβολαίου έγκειται λοιπόν στο ότι με­τατρέπει το απομονωμένο άτομο, την απλή αριθμητική μονάδα, σε νομικό πρόσωπο, τα δικαιώματα του οποίου αναγνωρίζονται και προστατεύονται. Η συμβολαιική πρά­ξη της συνένωσης γεννά μια νέα οντότητα, τη γενική βού­ληση. Ως νομική και ηθική κατηγορία, η γενική βούληση μοιάζει να εκφράζει μια απόλυτη κοινωνική αξία, καθο­ρίζοντας τα δικαιώματα του κάθε συμβαλλόμενου ατό­μου, και πρωτίστως το δικαίωμα της ιδιοκτησίας. Έτσι κάθε άνθρωπος που συμμετέχει στο συμβόλαιο παραμέ­νει το ίδιο ελεύθερος και το ίδιο ιδιοκτήτης όσο και πριν αλλά τώρα πια βρίσκεται προστατευμένος υπό την εγ­γύηση του δικαίου και υπό τη σκέπη του νόμου.

Η γενική βούληση μεταφράζεται επίσης στην αρχή της κυριαρχίας, η οποία είναι αναπαλλοτρίωτη, αδιαίρετη και αναλλοίωτη. Κάθε επιμέρους νόμος αποτελεί μια επιμέ­ρους εκδήλωση της γενικής βούλησης ως προς ένα ζήτημα κοινού συμφέροντος. Αυτή ακριβώς η πρωτότυπη ρουσσωική σύλληψη, η οποία συνδυάζει αριστοτεχνικά τις έν­νοιες του κοινωνικού συμβολαίου, της γενικής βούλησης και της (λαϊκής) κυριαρχίας, είχε ως αποτέλεσμα να χα­ρακτηριστεί το Κοινωνικό συμβόλαιο «Ευαγγέλιο του Διαφωτισμού» και «Μανιφέστο της Γαλλικής Επανάστασης».

 Ο Ρουσσώ όμως δεν θέλη­σε να «εφαρμόσει» τη θεωρία του στις συγκεκριμένες ιστορικές και πολιτικές συνθήκες, παρόλο που του δόθηκε  η ευκαιρία. Όπως ήδη έχουμε αναφέρει το 1763, αφού δηλαδή είχε δη­μοσιεύσει το Κοινωνικό συμβόλαιο, προτάθηκε στον Ρουσ­σώ να ετοιμάσει ένα σχέδιο Συντάγματος για την Κορσι­κή. Αποδέχθηκε  την πρόταση, δούλεψε πάνω στο σχέ­διο αυτό κατά τους πρώτους μήνες του 1765, αφήνοντας το ημιτελές. Επίσης, στο διάστημα 1771-1772 ο Ρουσσώ ετοίμασε ένα παρόμοιο συνταγματικό κείμενο για την Πο­λωνία, με τίτλο Σκέψεις για την κυβέρνηση της Πολωνίας[lxii].

Το αξιοσημείωτο  είναι ότι στα κείμενα αυτά δεν γίνε­ται καμία αναφορά στη θεωρία του κοινωνικού συμβο­λαίου. Αντίθετα, δηλώνεται σαφώς η προτίμηση του συγ­γραφέα στο μοντέλο των αρχαίων πόλεων-κρατών.

 Ενδεχομένως ο Ρουσσώ δεν βλέπει με ποιον τρόπο ένα  κοινωνικό συμβόλαιο θα ήταν ικανό να αναβιώσει στην  πράξη την αρχαία λειτουργία του πολίτη, ως ενεργού μο­νάδας μέσα στη συλλογικότητα. Ίσως πάλι το κοινωνικό συμβόλαιο να χρησίμευε απλώς για την εξήγηση της γέννησης των παλαιών μεγάλων κρατών, αδυνατώντας να παίξει καθοριστικό ρόλο στις σύγχρονες πολιτικές εξελίξεις.

Στην πραγματικότητα, ο Ρουσσώ δεν φαίνεται απλώς να νοσταλγεί την αρχαία αίγλη του πολίτη. Μάλλον μοιά­ζει βαθιά απογοητευμένος από το αγεφύρωτο χάσμα που διαπιστώνει ανάμεσα στον αστό και τον πολίτη , ένα χά­σμα που μπορεί να οδηγήσει κατευθείαν στον ακραίο ατομικισμό. Και αυτός ήταν ένας μεγάλος κίνδυνος, τον οποίο  ήθελε πάση θυσία να αποτρέψει [lxiii].

 

 

 

 

 

 


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Γιαλκέτσης, Θανάσης , «Άλλαξε το κλίμα του κόσμου», περιοδικό ‘Βιβλιοθήκη’,  28 Ιαν’ 2005, από την ιστοσελίδα της εφημερίδας Ελευθεροτυπία, ( www.enet.gr ).
  2. Διαμαντίδης, Αντώνης, Λεξικό των –ισμών, Γνώση, Αθήνα, 2003.
    Στυλιανού ,Άρης , Θεωρίες του κοινωνικού Συμβολαίου-Από τον Γκρότιους στον Ρουσσώ, Πόλις, Αθήνα, 2006.
  3. Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, , Αθήνα, 1999,(μετάφραση :Μέλπω Αλεξίου Καναγκίνη, Μετάφραση εισαγωγής και παραρτημάτων:Κώστας Σκορδύλης).
  4. Ροζάνης, Στέφανος , «Η μοναδικότητα του υποκειμένου» «Εφημερίδα Αυγή», ιστοσελίδα εφημερίδας Αυγή, δίχως ημερομηνία καταχώρησης ( www.avgi.gr ).
  5. Στράους ,Λέο, Φυσικό δίκαιο και Ιστορία, Γνώση, Αθήνα, 1988.
  6. Cassirer, Ernst, Καντ και Ρουσσώ, Έρασμος Αθήνα, 2001.

 

 

 

 

 

 

 

 

[i] Ροζάνης, Στέφανος , «Η μοναδικότητα του υποκειμένου» «Εφημερίδα Αυγή», ιστοσελίδα εφημερίδας Αυγή, δίχως ημερομηνία καταχώρησης ( www.avgi.gr )

[ii] Cassirer, Ernst, Καντ και Ρουσσώ, Έρασμος Αθήνα, 2001, σελ.11 ,…Στον  Καντ, ο κα­νόνας και ή μέθοδος αποτελούσαν ζωογόνες και εμψυχωτικές αρ­χές, και απαιτούσαν ολοένα και περισσότερο τέτοια δύναμη ώστε όχι μόνο κυριαρχούσαν τη ζωή του σ' όλη τους την πληρότητα και ποικιλία, αλλά φαινόταν να εξαλείφουν σχεδόν αυτήν τη συγ­κεκριμένη πληρότητα.

[iii] Στυλιανού ,Άρης ,  Θεωρίες του κοινωνικού Συμβολαίου-Από τον Γκρότιους στον Ρουσσώ, Πόλις, Αθήνα, 2006, σελ. 159

[iv] Όπως αναφέρεται στην «Εισαγωγή» του βιβλίου: Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, , Αθήνα, 1999, σελ. 7

( μετάφραση :Μέλπω Αλεξίου Καναγκίνη , Μετάφραση εισαγωγής και παραρτημάτων:Κώστας Σκορδύλης)

[v] Γεγονότα όπως  ότι  επέστρεψε στον καθολικισμό καθώς επίσης και  το ότι άφησε τα παιδιά του έκθετα πολλοί που ήθελαν να τον δυσφημίσουν τα απέδωσαν στην κακή ψυχική του υγεία

[vi] Όπως αναφέρεται στην «Εισαγωγή» του βιβλίου: Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, , Αθήνα, 1999, σελ. 14

( μετάφραση :Μέλπω Αλεξίου Καναγκίνη , Μετάφραση εισαγωγής και παραρτημάτων:Κώστας Σκορδύλης)

[vii] Ο Ζαν-Ζακ Ρουσσώ δημοσιεύει το πρώτο σημαντικό έργο του, της σκέψης (φιλοσοφία, φυσικές επιστήμες, ιστορία, ηθική, δίκαιο, την Πραγματεία περί επιστημών και τεχνών, το 1750, τη στιγμή που το πιο προηγμένο τμήμα της Τρίτης Τάξης ανασυντάσσει τις δυνάμεις του εν όψει της γενικής επίθεσης εναντίον του Παλαιού Καθεστώτος. Είναι η περίοδος της δημιουργίας των μεγάλων έργων που, σε όλους τους κλά­δους κλπ.), επεξεργάζονται μια νέα αντίληψη του κόσμου και υποσκάπτουν το φεουδαρχικό καθεστώς και τον ολοκληρωτισμό, κύριος ιδεολογικός υποστηρικτής του οποίου είναι η Καθολική Εκκλησία. Το Πνεύμα των νόμων τον Μοντεσκιέ εμφανίζεται το 1749, η Επιστολή γύρω από τους τυφλούς του Ντιντερό το 1749, καθώς και ο πρώτος τόμος της Φυσι­κής Ιστορίας του Μπιφόν. Το 1750 δημοσιεύεται το Προσπέκτους της Εγκυκλοπαιδείας, της οποίας ο πρώτος τόμος θα βγει το 1751, με την Προκαταρκτική πραγματεία του ντ' Αλαμπέρ, την ίδια εποχή με τον Αιώνα τον Λουδοβίκου ΙΔ ' του Βολταίρου.

Όπως αναφέρεται στην «Εισαγωγή» του βιβλίου: Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, , Αθήνα, 1999, σελ. 7

( μετάφραση :Μέλπω Αλεξίου Καναγκίνη , Μετάφραση εισαγωγής και παραρτημάτων:Κώστας Σκορδύλης)

Στυλιανού ,Άρης,  Θεωρίες του κοινωνικού Συμβολαίου-Από τον Γκρότιους στον Ρουσσώ, Πόλις, Αθήνα, 2006,  σελ. 28 

[viii]Όπως αναφέρεται στην «Εισαγωγή» του βιβλίου: Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, , Αθήνα, 1999, σελ. 7 (μετάφραση :Μέλπω Αλεξίου Καναγκίνη , Μετάφραση εισαγωγής και παραρτημάτων:Κώστας Σκορδύλης) …Μέσα σ' αυτήν την προοπτική πρέπει να τοποθετήσουμε το έργο του Ρουσσώ, ο οποίος έδωσε στις μάζες της μικροαστικής τάξης μια ιδε­ολογία. Ο Ρουσσώ είναι ταυτόχρονα πιο προωθημένος και πιο δειλός από τους Εγκυκλοπαιδιστές. Πολύ πιο τολμηρός και βαθυστόχαστος στην πολιτική, μένει πολύ πιο πίσω κι από τους πιο προοδευτικούς απ' αυτούς στο φιλοσοφικό επίπεδο. Τέτοια είναι η βαθιά αντίφαση του έργου του, οφειλόμενη όχι σε μια εξασθένηση της ιδιοφυΐας του, αλλά στην αντιφατική κατάσταση της μικροαστικής τάξης, της οποίας αποτελούσε το φερέφωνο.

[ix] Γιαλκέτσης, Θανάσης , «Άλλαξε το κλίμα του κόσμου»,  περιοδικό ‘Βιβλιοθήκη’,  28 Ιαν’ 2005, από την ιστοσελίδα της εφημερίδας Ελευθεροτυπία, ( www.enet.gr )

[x] Στράους ,Λέο, Φυσικό δίκαιο και Ιστορία, Γνώση, Αθήνα, 1988, σελ. 309… Δια μέσου ακριβώς της επιστήμης ή της φιλοσοφίας εδραίωσε ο Rousseau   τη θέση ότι ή επιστήμη ή η φιλοσοφία δεν είναι συμβιβάσιμη με την ελεύθερη κοινωνία και συνεπώς με την αρετή. Κάνοντας κάτι τέτοιο δέχεται σιωπηρά ότι ή επιστήμη ή η φιλοσοφία μπορεί να είναι ωφέλιμη, δηλαδή συμβιβάσιμη με την αρετή.

Και δεν περιορίστηκε σ' αυτήν την σιωπηρή παραδοχή. Στον ίδιο τον πρώτο Λόγο επαίνεσε θερμότατα τις καλλιεργημένες εκείνες κοινωνίες που τα μέλη τους πρέπει να συνδυάζουν τη μάθηση με την ηθική.

Αποκάλεσε τον Βacon, τον Descartes και τον Νewton  διδάσκαλους του  ανθρώπινου γένους·  …

[xi]  ιακωβινισμός  ή  γιακωβινισμός (γαλλ. jacobinisme) 1.Όρος που χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά και τις δραστηριότητες της αδελφότητας των δομινικανών μοναχών στη Γαλλία. Η ονομασία ιακωβίνοι δόθηκε στους μονάχους από το όνομα του μοναστηρίου τους του Αγίου Ιακώβου. Στο μοναστήρι αυτό οι ιακωβίνοι μοναχοί παρέδιδαν μαθήματα στους απλούς ανθρώπους και αυτό τους έκανε ιδιαίτερα αγαπητούς στο λαό. Επίσης, οι θέσεις τους πάνω σε φιλοσοφικά και πολιτικά θέματα ήταν ιδιαίτερα προοδευτικές. Δεν άργησε, μάλιστα, να ιδρυθεί τάγμα με την ονομασία αυτή. 2. Με τον όρο ιακωβινισμός είναι γνωστές οι πολιτικές θέσεις για την απόλυτη δημοκρατία και ισότητα, που διακήρυξε με μανιφέστο της ομάδα Γάλλων επαναστατών το 1789, με αρχηγό τον Ροβεσπιέρο , η Πολιτική Εταιρεία της Γαλλικής Επανάστασης, στο μοναστήρι του Αγίου Ιακώβου στο Παρίσι. Οι οπαδοί της πολιτικής αυτής οργάνωσης ονομάστηκαν ιακωβίνοι. Από τις θέσεις των ιακωβίνων πήγασε και η «Διακήρυξη των Δικαι­ωμάτων του Ανθρώπου». Η κίνηση αυτή διαλύθηκε το 1799, μετά το θάνατο του Ροβεσπιέρου, που κατηγορήθηκε για τρομοκρατία.

Διαμαντίδης, Αντώνης, Λεξικό των –ισμών, Γνώση, Αθήνα, 2003, σελ. 112

[xii]

[xiii] Όπως αναφέρεται στην «Εισαγωγή» του βιβλίου: Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, , Αθήνα, 1999, σελ. 16 (μετάφραση :Μέλπω Αλεξίου Καναγκίνη , Μετάφραση εισαγωγής και παραρτημάτων:Κώστας Σκορδύλης)

[xiv] Όπως αναφέρεται στην «Εισαγωγή» του βιβλίου: Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, , Αθήνα, 1999, σελ. 17 (μετάφραση :Μέλπω Αλεξίου Καναγκίνη , Μετάφραση εισαγωγής και παραρτημάτων:Κώστας Σκορδύλης)

[xv] Cassirer, Ernst, Καντ και Ρουσσώ, Έρασμος Αθήνα, 2001, σελ.16,17, Αυτό πού οι στενότεροι φίλοι του Ρουσσώ δεν μπορούσαν να καταλά­βουν ή να συγχωρήσουν σ' αυτόν ήταν ή μοναξιά στην οποία είχε καταφύγει. Στην αρχή είδαν σ' αυτή την επιθυμία για μοναξιά μονάχα μια παροδική παρόρμηση πού γρήγορα θα περνούσε, κι ερμήνευαν την επίμονη απόφαση του σαν ακατανόητο πείσμα. Αυτό το χαρακτηριστικό υπήρξε ή αιτία για τη διακοπή των σχέσεων του με τον Ντιντερό. "Όλα τα γράμματα του Ντιντερό εκφράζουν ένα γνήσια φιλικό ενδιαφέρον και μια πραγματική συμ­πάθεια για τη μοίρα του Ρουσσώ. 'Αλλά όλη ή οξυδέρκεια του Ντιντερό, πού σ' άλλες περιπτώσεις είναι τόσο διεισδυτικός ψυ­χολόγος, τον εγκαταλείπει όταν αντιμετωπίζει την προσωπικό­τητα του Ρουσσώ. "Όπως είναι πασίγνωστο, ο Ρουσσώ ένιωσε βαθύτατα πληγωμένος όταν διάβασε στο Παιδί της Φύσης του Ντιντερό ότι «μόνο ο κακός αναζητάει τη μοναξιά». Ποτέ δεν συγχώρησε στον Ντιντερό αυτά τα λόγια. Μπορούμε κάλλιστα να πιστέψουμε τις επανειλημμένες διαβεβαιώσεις του Ντιντερό ότι ή έκφραση δεν είχε στόχο τον Ρουσσώ. Άλλ' από την άλλη μεριά υπήρχε εκεί μέσα μια γνήσια αντίθεση πνεύματος ή οποία με τον καιρό έμελλε να γίνεται όλο και πιο καθαρά αισθητή για ν' αποδειχθεί στο τέλος αγεφύρωτη.

[xvi] Cassirer, Ernst, Καντ και Ρουσσώ, Έρασμος Αθήνα, 2001, σελ.21 Ο Ρουσσώ διαβεβαίωνε επανειλημμένως στα γραπτά του, στις Εξομολογή­σεις του και στα γράμματα του πώς ποτέ δεν αγαπούσε θερμό­τερα τους ανθρώπους από τότε πού φαινόταν ν' αποσύρεται και να φεύγει μακριά τους. Κατά την επαφή με τους ανθρώπους και κάτω από την πίεση των κοινωνικών συμβάσεων, ο Ρουσσώ δεν θα μπορούσε ν' ανακαλύψει την ανθρώπινη φύση πού ήταν ικανός ν' αγαπάει. «Δεν ήμουνα ποτέ φτιαγμένος για την κοινωνία οπού το κάθε τι είναι καταναγκασμός, και φορτική υποχρέωση», γράφει στο τέλος της ζωής του στους Ρεμβασμούς του μοναχικού οδοι­πόρου.   

[xvii] Όπως αναφέρεται στην «Εισαγωγή» του βιβλίου: Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, , Αθήνα, 1999, σελ. 18 (μετάφραση :Μέλπω Αλεξίου Καναγκίνη , Μετάφραση εισαγωγής και παραρτημάτων:Κώστας Σκορδύλης)

[xviii] Όπως αναφέρεται στην «Εισαγωγή» του βιβλίου: Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, , Αθήνα, 1999, σελ. 19 (μετάφραση :Μέλπω Αλεξίου Καναγκίνη , Μετάφραση εισαγωγής και παραρτημάτων:Κώστας Σκορδύλης)

[xix] Cassirer, Ernst, Καντ και Ρουσσώ, Έρασμος Αθήνα, 2001, σελ. 46 Κεντρικό σημείο στην παιδαγωγική του θεωρία είναι το αίτημα ότι ο μα­θητής πρέπει να διαπαιδαγωγείται για χάρη του εαυτού του, όχι για χάρη των άλλων. Πρέπει να φτάσει στην ωριμότητα αλλά στη «φυσική» όχι στην «τεχνητή», να γίνει «homme naturel» όχι «homme artificiel». Και γι' αυτόν το λόγο δεν πρέπει να τον πλησιάζουμε από μια πρώιμη -ηλικία με απαιτήσεις πού έχουν την πηγή τους μόνο στην απολύτως τεχνητή και συμβατική δομή της σύγχρονης κοινωνίας. Αντί να τον βιάζουμε μέσα στον ζουρ­λομανδύα αυτών των συμβάσεων, θα 'πρεπε να ξυπνάμε μέσα του μιαν αίσθηση ανεξαρτησίας, αντί να τον κάνουμε να υπηρετεί τους σκοπούς των άλλων, θα 'πρεπε να τον μάθουμε να σκέπτεται τον εαυτό του σαν ένα σκοπό και να ενεργεί σύμφωνα μ' αύτη την ιδέα. Μόνον όταν έχει γίνει μ' αύτη την έννοια εσωτερικά ελεύ­θερος είναι  έτοιμος για την κοινωνία, και μόνο τότε είναι ικανός να συνεισφέρει σ' αυτή με τον ορθό τρόπο· γιατί μόνον ο ελεύθε­ρος άνθρωπος είναι ο αληθινός πολίτης. Αυτό είναι το βασικό θέμα του Αιμίλιου κι αυτό είναι το αξίωμα πού ο Ρουσσώ βάζει την μαντάμ ντε Βολμάρ να διατυπώνει στις τελευταίες σελίδες της Νέας Έλοΐζας.

[xx] Όπως αναφέρεται στην «Εισαγωγή» του βιβλίου: Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, , Αθήνα, 1999, σελ. 21 (μετάφραση :Μέλπω Αλεξίου Καναγκίνη , Μετάφραση εισαγωγής και παραρτημάτων:Κώστας Σκορδύλης)

[xxi], Cassirer, Ernst, Καντ και Ρουσσώ, Έρασμος Αθήνα, 2001, σελ. 59

[xxii] Όπως αναφέρεται στην «Εισαγωγή» του βιβλίου: Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, , Αθήνα, 1999, σελ. 22 (μετάφραση :Μέλπω Αλεξίου Καναγκίνη , Μετάφραση εισαγωγής και παραρτημάτων:Κώστας Σκορδύλης)

[xxiii] Cassirer, Ernst, Καντ και Ρουσσώ, Έρασμος Αθήνα, 2001, σελ. 59,60 «…Από τη μια μεριά έβλεπαν στο πρόσωπό του τον διανοητή που όχι μόνο διαφύλαξε πιστά την κληρονομιά του προτεσταντισμού, αλλά τη θεμελίωσε από την αρχή με μια βαθύτερη και καθαρά πνευματική έννοια. Από την άλλη τον διεκδικούσαν για τον καθολικισμό, προσπάθησαν μάλιστα να δουν στο πρόσωπό του τον πρόδρομο της καθολικής «Παλινόρθωσης»  που άρχισε τον 19ο αιώνα Cassirer, Ernst, Καντ και Ρουσσώ, Έρασμος Αθήνα, 2001, σελ. 59,60

[xxiv] «Έτσι για τον Ρουσσώ, η σύγκρουση με τους “philosophes” δεν κατευθυνόταν εναντίον της ίδιας της λογικής , αλλά εναντίον της λανθασμένης χρήσης της. Αυτό που ανέτεινε στους   “philosophes”, τους διανοητές της  “Εγκυκλοπαιδείας”, ήταν πως παρανόησαν και συσκότισαν τη φύση του προβλήματος. Κατέστησαν τη σκέψη μέτρο της θρησκευτικής πίστης αντί να κρίνουν αυτή την αλήθεια με μέτρο την ηθική βεβαιότητα , που είναι η μόνη δυνατή. Δεν είναι απορίας άξιο ότι οι εγκυκλοπαιδιστές , ενεργώντας έτσι ,βγήκαν από το δρόμο τους , ότι προσπαθώντας να πολεμήσουν το δογματισμό ξανακύλησαν οι ίδιοι στο δογματισμό, αν ο δογματισμός τους είχε μιαν αντίθετη σφραγίδα. Αλλά  η λογική δεν πρέπει να εξαργυρώνεται, με την απλή λογικότητα: “η τέχνη του συλλογισμού δεν είναι λογική, πολλές φορές είναι η κατάχρηση της λογικής.”»

[xxv] θεϊσμός (αγγλ. theism) Φιλοσοφική θρησκευτική θεωρία, που παρα­δέχεται την ύπαρξη του Θεού ως όντος υπερφυσικού, λογικού και δημιουργού του κόσμου. Ο θεϊσμός δεν ταυτίζει το Θεό με τον κό­σμο, όπως ο  πανθεϊσμός. Υποστηρίζει ότι ο Θεός εισέρχεται στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων και κατευθύνει κατά κάποιο τρόπο τη δραστηριότητα τους. Θεωρεί ότι όλα τα φαινόμενα είναι εκπλήρωση της «θέλησης του Θεού» και προϊόντα της Θείας Πρό­νοιας στον κόσμο. Αυτή είναι και η βασική διαφορά του από τον  ντεϊσμό, ο οποίος υποστηρίζει ότι ο Θεός, μετά τη δημιουργία του κόσμου, δεν επεμβαίνει στη λειτουργία του.

Διαμαντίδης, Αντώνης, Λεξικό των –ισμών, Γνώση, Αθήνα, 2003, σελ. 301

[xxvi] φιντεϊσμός (αγγλ. fideism) Θεωρία που υποστηρίζει ότι οι θεολογικές-θρησκευτικές αλήθειες πρέπει να γίνονται αποδεκτές και να κατανοούνται μόνο με την πίστη, γιατί είναι θεϊκής προέλευσης. Δεν χρήζουν επιστημονικής επιβεβαίωσης, αφού είναι δεδομένο ότι δεν μπορούν να αποδειχτούν. Επίσης, ο φιντεϊσμός θεωρεί ότι η επιστήμη δεν θα μπορέσει ποτέ να βρει την πραγματική αλήθεια, την οποία μόνο ο Θεός κατέχει. Ο όρος προέρχεται από τη λατινική  fides = πίστη.

Διαμαντίδης, Αντώνης, Λεξικό των –ισμών, Γνώση, Αθήνα, 2003, σελ. 301

[xxvii] Όπως αναφέρεται στην «Εισαγωγή» του βιβλίου: Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, , Αθήνα, 1999, σελ. 26 (μετάφραση :Μέλπω Αλεξίου Καναγκίνη , Μετάφραση εισαγωγής και παραρτημάτων:Κώστας Σκορδύλης)

[xxvii] Όπως αναφέρεται στην «Εισαγωγή» του βιβλίου: Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, , Αθήνα, 1999, σελ. 27 (μετάφραση :Μέλπω Αλεξίου Καναγκίνη , Μετάφραση εισαγωγής και παραρτημάτων:Κώστας Σκορδύλης)

[xxviii] Όπως αναφέρεται στην «Εισαγωγή» του βιβλίου: Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, , Αθήνα, 1999, σελ. 27 (μετάφραση :Μέλπω Αλεξίου Καναγκίνη , Μετάφραση εισαγωγής και παραρτημάτων:Κώστας Σκορδύλης)

[xxix] Όπως αναφέρεται στην «Εισαγωγή» του βιβλίου: Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, , Αθήνα, 1999, σελ. 27,28 (μετάφραση :Μέλπω Αλεξίου Καναγκίνη , Μετάφραση εισαγωγής και παραρτημάτων : Κώστας Σκορδύλης)

[xxx] Όπως αναφέρεται στην «Εισαγωγή» του βιβλίου: Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, , Αθήνα, 1999, σελ. 28,29 (μετάφραση :Μέλπω Αλεξίου Καναγκίνη , Μετάφραση εισαγωγής και παραρτημάτων:Κώστας Σκορδύλης)

[xxxi] Όπως αναφέρεται στην «Εισαγωγή» του βιβλίου: Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, , Αθήνα, 1999, σελ. 30,31 (μετάφραση :Μέλπω Αλεξίου Καναγκίνη , Μετάφραση εισαγωγής και παραρτημάτων:Κώστας Σκορδύλης)

[xxxii] Cassirer, Ernst, Καντ και Ρουσσώ, Έρασμος Αθήνα, 2001, σελ. 47,48 …Υποβάλλει (ο όρος «κοινωνικό συμβόλαιο») την ιδέα μιας χρονι­κής έναρξης της κοινωνίας, μιας μοναδικής πράξης δια της όποιας (ή κοινωνία) άρχισε κάποια στιγμή να υπάρχει. Ό Ρουσσώ, βέ­βαια, επέμενε ότι για αυτόν δεν τίθεται πρόβλημα μιας τέτοιας έναρξης αλλά της «αρχής» της κοινωνίας, ότι τον ενδιέφερε ένα πρόβλημα φιλοσοφίας του δικαίου και  όχι ένα πρόβλημα ιστορίας.

Απ’  αυτή την άποψη έσυρε σαφή διαχωριστική γραμμή ανά­μεσα στο δικό του πρόβλημα και το πρόβλημα του έμπειριοκράτη κοινωνιολόγου. Επικρίνει ακόμα και τον Μοντεσκιέ γιατί δεν είχε επιστρέψει στις βασικές αρχές του δικαίου και γιατί αρκέ­στηκε να δώσει μια περιγραφική σύγκριση υπαρχουσών μορφών δικαίου. 

[xxxiii] Στυλιανού ,Άρης ,  Θεωρίες του κοινωνικού Συμβολαίου-Από τον Γκρότιους στον Ρουσσώ, Πόλις, Αθήνα, 2006, σελ. 23

[xxxiv] Στυλιανού ,Άρης ,  Θεωρίες του κοινωνικού Συμβολαίου-Από τον Γκρότιους στον Ρουσσώ, Πόλις, Αθήνα, 2006, σελ. 26

[xxxv] Στυλιανού ,Άρης ,  Θεωρίες του κοινωνικού Συμβολαίου-Από τον Γκρότιους στον Ρουσσώ, Πόλις, Αθήνα, 2006, σελ. 28

[xxxvi] Στυλιανού ,Άρης , ό.π., σελ. 30

[xxxvii] Cassirer, Ernst, Καντ και Ρουσσώ, Έρασμος Αθήνα, 2001, σελ. 59,60

[xxxviii] Στυλιανού ,Άρης , ό.π., σελ. 31

[xxxix] Στυλιανού ,Άρης , ό.π., σελ. 35

[xl] Cassirer, Ernst, Καντ και Ρουσσώ, Έρασμος Αθήνα, 2001, σελ. 39,40 Όταν ο Ρουσσώ εξετάζει τις υπάρχουσες μορφές «πολιτικής φιλοσοφίας» τις βρίσκει όλες ανεπαρκείς και αθεμελίωτες. Κατ' αυτόν μόνον ο Πλάτων διέκρινε το πραγματικό πρόβλημα, ενώ όλοι οι διάδοχοι του το παρερμήνευσαν ή, τουλάχιστον, το διέστρεψαν. Ό Ρουσσώ απορρίπτει το αριστοτελικό δόγμα ότι ο άνθρωπος είναι «φύσει» κοινωνικό όν, ζώον πολιτικόν. Δεν πι­στεύει σ' εκείνο το «κοινωνικό ένστικτο» πάνω στο οποίο έλπι­ζαν να θεμελιώσουν την κοινωνία οι θεωρητικοί του δεκάτου εβδόμου και του δεκάτου ογδόου αιώνα. Απ’ αυτή την άποψη αμφισβη­τεί τόσο τη θεωρία του Γκρότιους όσο και του Ντιντερό και των Εγκυκλοπαιδιστών. Δεν είναι ο φυσικός χαρακτήρας του ανθρώπου ή κάποιο είδος πρωτογενώς εμφυτευμένης ανάγκης αυτό πού τον ωθεί προς τους συνανθρώπους του. Από τη φύση του ο άνθρω­πος δεν έχει παρά ένα και μόνο ένστικτο — το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Το θεμελιώδες αξίωμα  suum esse conservare  οφείλει ο άνθρωπος να το απαρνηθεί από τη στιγμή πού μπαίνει στην κοινωνία. Τώρα έχει χάσει τη «φυσική ανεξαρτησία» του, και ο χαμένος παράδεισος αυτής της ανεξαρτησίας δεν μπορεί ν' αποκατασταθεί ποτέ μιας κι έγινε το πρώτο βήμα έξω απ’ αυ­τόν.

[xli] Στυλιανού ,Άρης ,  Θεωρίες του κοινωνικού Συμβολαίου-Από τον Γκρότιους στον Ρουσσώ, Πόλις, Αθήνα, 2006, σελ. 162.

[xlii]Στράους ,Λέο, Φυσικό δίκαιο και Ιστορία, Γνώση, Αθήνα, 1988, σελ. 319 … Οι προγενέστεροι του Rousseau προσπαθούσαν να ορίσουν τον χαρακτήρα του φυσικού ανθρώπου παρατηρώντας τον άνθρω­πο όπως είναι σήμερα. Ή μεθόδευση αύτη ήταν δικαιολογημένη εφόσον υπετίθετο ότι ο άνθρωπος είναι φύσει κοινωνικός. Κάνον­τας κανείς αυτή την υπόθεση, μπορούσε να σύρει τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ φυσικού και θετικού ή συμβατικού ταυτίζοντας το συμβατικό με ό,τι είναι έκδηλα καθιερωμένο από τη σύμβαση. …

[xliii] Cassirer, Ernst, Καντ και Ρουσσώ, Έρασμος Αθήνα, 2001, σελ. 28 … Και η ηθική του θεωρία επίσης λογαριάζει την ανε­ξαρτησία μέσα στα ύψιστα ηθικά αγαθά. «Στην υποτακτικότητα δεν υπάρχει μόνο κάτι εξαιρετικά επικίνδυνο», γράφει στις σημειώσεις του στις Παρατηρήσεις για το Αίσθημα του Ωραίου και του Υψηλού, «αλλά και κάποια ασχήμια και αντίφαση, που δείχνει συγχρόνως το αθέμιτο της. Ένα ζώο δεν είναι ακόμα τέλειο ον επειδή δεν έχει συνείδηση του εαυτού του... δεν γνωρίζει τίπο­τα για την ίδια του την ύπαρξη. Άλλα το ότι ο ίδιος ο άνθρωπος δεν θα χρειαζόταν να 'χει ψυχή και δεν θα είχε αφ' εαυτού βού­ληση, και ότι κάποια άλλη ψυχή θα κινούσε τα μέλη του, είναι παράλογο και διεστραμμένο. Ένας τέτοιος άνθρωπος μοιάζει απλό όργανο ενός άλλου... Ό άνθρωπος που βρίσκεται σε κατάσταση εξάρτησης από έναν άλλο δεν είναι πλέον άνθρωπος, έχει χάσει την αξία του, δεν είναι παρά το κτήμα ενός άλλου ανθρώπου». Μ' αυτή την πεποίθηση ο Καντ προσέγγισε τον Ρουσσώ και μ' αυτήν μπόρεσε να τον υποδεχτεί ως έναν φιλόσοφο απελευθερωτή.

[xliv]Στράους ,Λέο, Φυσικό δίκαιο και Ιστορία, Γνώση, Αθήνα, 1988, σελ. 321 … Ό Rousseau συνόψισε το συμπέρασμα του από τη μελέτη του φυσικού ανθρώπου στη δήλωση ότι ο άνθρωπος είναι φύσει καλός. Το συμπέρασμα αυτό μπορεί να νοηθεί ως αποτέλεσμα μιας κρι­τικής κατά της θεωρίας του Ηobbes, κριτικής όμως ή οποία βα­σίζεται στις συλλογιστικές αφετηρίες του Ηobbes . Ό  Rousseau επιχειρηματολογεί ως εξής: ο άνθρωπος είναι φύσει ακοινωνικός, όπως δεχόταν ο Ηobbes. Άλλα ή υπεροψία ή ο amour-propre προϋποθέτει την κοινωνία. Συνεπώς ο φυσικός άνθρωπος δεν μπο­ρεί να είναι υπερόπτης ή κενόδοξος, καθώς είχε ισχυριστεί ο Ηobbes . Άλλα ή υπεροψία ή η κενοδοξία είναι ή πηγή κάθε κα­κίας, καθώς επίσης είχε ισχυριστεί ο Ηobbes . Ό φυσικός άνθρω­πος είναι συνεπώς απαλλαγμένος από κάθε κακία. Ό φυσικός άν­θρωπος κυριαρχείται από τη φιλαυτία ή τη φροντίδα για αυτο­συντήρηση" συνεπώς θα βλάψει τους άλλους αν πιστέψει πώς με αυτό θα προστατέψει τον εαυτό του' αλλά δεν θα ξεκινήσει να βλά­ψει τους άλλους απλώς και μόνο για να τους βλάψει, όπως θα έκανε αν ήταν υπερόπτης ή ματαιόδοξος. Εξ άλλου, υπεροψία και συμπόνια δεν συμβιβάζονται μεταξύ τους· στον βαθμό πού μας απασχολεί το γόητρο μας, είμαστε αναίσθητοι στα βάσανα των άλλων. Ή δύναμη της συμπόνιας μειώνεται με την αύξηση της καλλιέργειας ή της σύμβασης. …

[xlv] Στράους ,Λέο, Φυσικό δίκαιο και Ιστορία, Γνώση, Αθήνα, 1988, σελ. 302 … Ο Rousseau χτύπησε το μοντέρνο πνεύμα εν ονόματι δύο κλασσικών ιδεών: της ιδέας της πόλης και της αρετής, από τη μια μεριά, και της ιδέας της φύσης από την άλλη… Το εμπόριο , το χρήμα , ο διαφωτισμός, η απελευθέρωση της  αποκτητικής ροπής  , η πολυτέλεια και η πίστη στην παντοδυναμία της νομοθεσίας αποτελούν χαρακτηριστικά του μοντέρνου κράτους ,ανεξαρτήτως του αν αυτό είναι απόλυτη μοναρχία ή αντιπροσωπευτική δημοκρατία. …

Επίσης στο ίδιο σελ. 322 για την σχέση φυσικού ανθρώπου και Λόγου.

[xlvi] Στράους ,Λέο, Φυσικό δίκαιο και Ιστορία, Γνώση, Αθήνα, 1988, σελ. 326 …Με το ρουσσωικό δόγμα της φυσικής κατάστασης ή μοντέρνα διδασκαλία του φυσικού δικαίου φθάνει στην κρίσιμη φάση της. Κατευθύνοντας τη σκέψη του πάνω στη βάση αυτής της διδασκα­λίας, ο Rousseau βρέθηκε αντιμέτωπος με την αναγκαιότητα να την εγκαταλείψει εντελώς. Αν ή φυσική κατάσταση είναι υποανθρώπινη, τότε είναι παράλογο να επιστρέψουμε σ' αυτήν για να βρούμε το μέτρο του άνθρωπου. Ό Ηobbes  είχε αρνηθεί ότι ο άνθρωπος έχει φυσικό σκοπό. Πίστευε ότι μπορούσε να βρει μια φυσική ή μη αυθαίρετη βάση δικαίου στις απαρχές του άνθρωπου. Ό Rousseau έδειξε ότι οι απαρχές του ανθρώπου δεν είχαν κα­νένα ανθρώπινο χαρακτηριστικό. Βάσει, λοιπόν, της συλλογιστικής αφετηρίας του Ηobbes     έγινε αναγκαίο να εγκαταλειφθεί εντελώς ή προσπάθεια να βρεθεί η βάση του δικαίου στη φύση, στην ανθρώ­πινη φύση. Και ο  Rousseau φάνηκε να υποδεικνύει μιαν εναλλα­κτική λύση. Διότι είχε δείξει πώς ό,τι είναι χαρακτηριστικά αν­θρώπινο δεν είναι δώρο της φύσης αλλά αποτέλεσμα όσων έκαμε ή αναγκάστηκε να κάμει ο άνθρωπος για να υπερνικήσει ή να μετα­βάλει τη φύση: ή ανθρώπινη ουσία του ανθρώπου είναι προϊόν Ιστορικής διαδικασίας. …

[xlvii] Αυτό  μπορεί να γίνει εύκολα κατανοη­τό μέσω της ανάγνωσης του έργου Λόγος για την προέ­λευση και τα θεμέλια της ανισότητας μεταξύ των ανθρώ­πων.

[xlviii] Στυλιανού ,Άρης ,  Θεωρίες του κοινωνικού Συμβολαίου-Από τον Γκρότιους στον Ρουσσώ, Πόλις, Αθήνα, 2006, σελ. 166. 

[xlix]Cassirer, Ernst, Καντ και Ρουσσώ, Έρασμος Αθήνα, 2001, σελ. 36…Στον ίδιο τον Ρουσσώ ποτέ δεν ήταν εντελώς σαφές σε ποια έκταση ή ιδέα του για μια φυσική κατάσταση είναι «ιδεατή» και σε ποια έκταση είναι «εμπειρική». Μετακινείται πάντα (ο Ρουσσώ) από μια πραγμα­τολογική σε μια καθαρά ιδεατή ερμηνεία. Στον πρόλογο τον Λόγου περί της καταγωγής και της εδραιώσεως της ανισότητας τονίζει ρητά την ιδεατή ερμηνεία: διακηρύσσει πώς ξεκινάει από μια κατάσταση ανθρώπινων πραγμάτων ή οποία δεν υπάρχει πλέον, ή οποία ίσως δεν υπήρξε και ίσως δεν θα υπάρξει ποτέ, αλλά την οποία οφείλουμε παρ' όλ’ αυτά να υποθέσουμε για να κρίνουμε σωστά, την παρούσα κατάσταση μας. Όμως ο Ρουσσώ δεν μι­λάει πάντα μ' αυτό τον τρόπο. Πολύ συχνά συγχέει τον ρόλο του ως παιδαγωγού, κοινωνικού κριτικού και ηθικού φιλοσόφου με τον ρόλο του ιστορικού.

[l] Ο Rousseau πάντως αισθανόταν ότι ο υπολογισμός και το ατομικό συμφέρον δεν έχουν αρκετή δύναμη ως δεσμός ούτε αρκετό βάθος ως ρίζα της κοινωνίας.

[li]Στυλιανού ,Άρης ,  Θεωρίες του κοινωνικού Συμβολαίου-Από τον Γκρότιους στον Ρουσσώ, Πόλις, Αθήνα, 2006, σελ. 168

 Με αυτό τον τρόπο, η θεωρία του φυσι­κού δικαίου διέσωζε τη μεταφυσική ενότητα του ανθρώ­πινου κόσμου, ρυθμίζοντας τον με απόλυτους νόμους. Ο άνθρωπος παρέμενε ουσιαστικά ο ίδιος πριν και μετά το συμβόλαιο, στη φυσική και στην πολιτική κατάσταση.

[lii]  Στράους ,Λέο, Φυσικό δίκαιο και Ιστορία, Γνώση, Αθήνα, 1988, σελ. 303, … Ο Rousseau πρότεινε την επιστροφή στην φυσική κατάσταση , την επιστροφή στη φύση, από έναν κόσμο πλαστότητας και συμβατικότητας. …

[liii] Στυλιανού ,Άρης ,  Θεωρίες του κοινωνικού Συμβολαίου-Από τον Γκρότιους στον Ρουσσώ, Πόλις, Αθήνα, 2006, σελ. 170

[liv]  Στράους ,Λέο, Φυσικό δίκαιο και Ιστορία, Γνώση, Αθήνα, 1988, σελ. 314  … Εν ονόματι της φύσης ο Rousseau αμφι­σβητεί όχι μόνο τη φιλοσοφία, άλλα και την πόλη και την αρετή. Είναι αναγκασμένος να πράξει έτσι, διότι, ή σωκρατική του σοφία βασίζεται τελικά στη θεωρητική επιστήμη ή μάλλον σ' ένα ιδιαί­τερο είδος θεωρητικής επιστήμης, δηλαδή την μοντέρνα φυσική επιστήμη.

[lv] Στράους ,Λέο  , ό.π., σελ. 315 … Ο Rousseaou από την άλλη μεριά, αφηγείται την ιστορία του ανθρώπου για να ανακαλύψει την πολιτική εκείνη τάξη, ή οποία βρίσκεται σε αρμονία με το φυσικά δίκαιο. Επιπλέον, στην αρχή τουλάχιστο, ακολουθεί τον Descartes μάλλον παρά τον Επί­κουρο: δέχεται ότι τα ζώα είναι μηχανές και ότι ο άνθρωπος υπερ­βαίνει τον γενικό μηχανισμό, ή τη διάσταση της (μηχανικής) αναγ­καιότητας μόνο δυνάμει της πνευματικότητας της ψυχής του. …

[lvi] Στυλιανού ,Άρης , ό.π., σελ. 173

[lvii]Στράους ,Λέο  , ό.π., σελ. 336  Η αποφασιστική με­ταβολή, η οποία συνέβη μέσα στη φυσική κατάσταση, συνίστατο στην εξασθένιση της συμπόνιας. Ή συμπόνια εξασθένισε λόγω της εμφάνισης της ματαιοδοξίας ή υπεροψίας και τελικά λόγω της εμ­φάνισης της ανισότητας και συνεπώς της εξάρτησης του άνθρωπου από τους συνανθρώπους του. Εξ αιτίας της εξάρτησης αυτής, η αυτοσυντήρηση γινόταν ολοένα και πιο δύσκολη. Μόλις προσεγγι­σθεί το κρίσιμο σημείο, η αυτοσυντήρηση απαιτεί την εισαγωγή ενός τεχνητού υποκατάστατου της φυσικής συμπόνιας ή ενός συμ­βατικού υποκατάστατου της φυσικής εκείνης ελευθερίας και της φυσικής εκείνης ισότητας, η οποία υπήρχε αρχικά .Ακριβώς ή αυτο­συντήρηση του καθενός απαιτεί να επιτυγχάνεται εντός μιας κοι­νωνίας η μέγιστη δυνατή προσέγγιση στην αρχική ελευθερία και ισότητα.

[lviii] Cassirer, Ernst, Καντ και Ρουσσώ, Έρασμος Αθήνα, 2001, σελ. 43, 44 …Είναι ένα από τα πιο αξιοσημείωτα και πιο παρεξηγημένα χαρακτηριστικά των ιδεών του Ρουσσώ το γεγονός ότι, αυτός πού ήταν ο αληθινός υπέρμαχος του αισθήματος και των «δι­καιωμάτων της καρδίας» αρνήθηκε εμφατικότατα το πρωτείο του αισθήματος στη θεωρία του περί του Δικαίου και του Κρά­τους. Πρέπει ν' αναζητήσει διαφορετικό θεμέλιο για τους νομι­κούς και πολιτικούς θεσμούς, γιατί αυτοί κατά την άποψη του, οικοδομούνται από τη βούληση και συνεπώς υπόκεινται σε δικό τους νόμο, σ' ένα είδος νόμου sui generis. Είναι στη φύση του κράτους ν' αποβλέπει όχι στο να συγχωνεύει τα αισθήματα σε μια ενότητα, αλλά μάλλον να ενοποιεί πράξεις της βούλησης και να τις διευθύνει προς έναν κοινό στόχο. Εκπληρώνει αυτήν τη λειτουργία μόνο αν πετυχαίνει πραγματικά σ' αυτή την ενοποίη­ση, δηλαδή μόνο αν κάθε απαίτηση πού το κράτος έχει από το άτομο θεωρείται και γίνεται αποδεκτή απ’ αυτό ως έκφραση της κοινής βούλησης. Για τον Ρουσσώ, επομένως, ο αληθινός «κοι­νωνικός δεσμός» συνίσταται στο γεγονός ότι δεν καλούνται άτο­μα και ομάδες να κυβερνήσουν πάνω σε άλλες· γιατί μια τέτοια διακυβέρνηση ασχέτως του με ποιες εκλεπτυσμένες ή «πολιτι­σμένες» μορφές θα ασκούνταν το μόνο πού θα έκανε θα ήταν να μας υποβιβάσει στην πιο ταπεινωτική δουλεία. Αύτη ή δουλεία εξαλείφεται μόνον όταν o  ίδιος ο νόμος αναλαμβάνει τη διεύθυνση και την αρχηγία, και όταν στις αμοιβαίες τους σχέσεις οι άν­θρωποι δεν υπακούουν σε κάποιους άλλους, αλλά τη θέση μιας τέτοιας υπηρεσίας και υπακοής παίρνει μια γενική υποταγή στο νόμο.

Αυτός ο ζήλος για το νόμο ως την «καθολική φωνή» πλημ­μυρίζει όλα τα πολιτικά γραπτά και σκιαγραφήματα του Ρουσ­σώ .  Cassirer, Ernst, Καντ και Ρουσσώ, Έρασμος Αθήνα, 2001, σελ. 43, 44 .

[lix]Στράους ,Λέο, Φυσικό δίκαιο και Ιστορία, Γνώση, Αθήνα, 1988, σελ. 339   … Η ελευθερία μέσα στην κοινωνία είναι δυνατή μόνο με την ολοκληρωτική υποταγή του καθενός (και ιδιαίτερα της κυβέρνη­σης) στην βούληση μιας ελεύθερης κοινωνίας. Παραδίδοντας όλα του τα δικαιώματα στην κοινωνία, ο άνθρωπος χάνει το δικαίωμα να προσφεύγει από τις ετυμηγορίες της κοινωνίας, δηλαδή από το θετικό δίκαιο, στο φυσικό δίκαιο: όλα τα δικαιώματα γίνονται κοι­νωνικά δικαιώματα. Η ελεύθερη κοινωνία στηρίζεται στην αφο­μοίωση του φυσικού δικαίου από το θετικό δίκαιο. Το φυσικό δί­καιο αφομοιώνεται νόμιμα από το θετικό δίκαιο μιας κοινωνίας οικοδομούμενης σύμφωνα με το φυσικό δίκαιο. Ή γενική βούληση παίρνει τη θέση του φυσικού νόμου. «Από το γεγονός ακριβώς ότ', είναι, ο κυρίαρχος είναι πάντα ό,τι όφειλε να είναι». …

[lx] Στυλιανού ,Άρης ,  Θεωρίες του κοινωνικού Συμβολαίου-Από τον Γκρότιους στον Ρουσσώ, Πόλις, Αθήνα, 2006, σελ. 176

[lxi] Cassirer, Ernst, Καντ και Ρουσσώ, Έρασμος Αθήνα, 2001, σελ. 38 … Ο Καντ θεωρούσε πως ή πρόθεση του Ρουσσώ δεν περιείχε μια πρόσκληση προς τον άνθρωπο να επιστρέψει στη φυσική κατά­σταση, αλλά να στρέψει μάλλον το βλέμμα του πίσω προς αυτήν για ν' αντιληφθεί τα λάθη και τις αδυναμίες της συμβατικής κοι­νωνίας. Αυτή ή ερμηνεία βρίσκει την καλύτερη επιβεβαίωση της στις ιδέες του Ρουσσώ για το δίκαιο και το κράτος. Εκείνοι οι κριτικοί του Ρουσσώ πού δεν είδαν σ' αυτόν παρά μόνο τον ρομα­ντικό ζηλωτή δεν απέδωσαν ποτέ δικαιοσύνη σ' αυτό το τμήμα της σκέψης του. Θεωρούσαν ως ακατανόητη ανακολουθία και ως εγκατάλειψη της ίδιας του της κεντρικής θέσης το γεγονός πώς ο ίδιος ο Ρουσσώ, ο οποίος στον Λόγο περί της καταγωγής και της εδραιώσεως της ανισότητας είχε κηρύξει τον πόλεμο στην κοινωνία και την είχε καταστήσει υπεύθυνη για όλα τα δεινά της ανθρωπότητας, έθετε τώρα σκοπό του, στο Κοινωνικό Συμβόλαιο να γράψει τους νόμους γι' αυτή την κοινωνία — νόμους πού θα ενέτασσαν  πραγματικά το άτομο στην ομάδα με υποχρεώσεις πολύ αυστηρότερες και ισχυρότερες από ποτέ άλλοτε.

[lxii] Στυλιανού ,Άρης ,  Θεωρίες του κοινωνικού Συμβολαίου-Από τον Γκρότιους στον Ρουσσώ, Πόλις, Αθήνα, 2006, σελ. 179-180.

[lxiii] Στυλιανού ,Άρης ,  Θεωρίες του κοινωνικού Συμβολαίου-Από τον Γκρότιους στον Ρουσσώ, Πόλις, Αθήνα, 2006, σελ. 180

Προέλευση εικόνας: https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%96%CE%B1%CE%BD-%CE%96%CE%B1%CE%BA_%CE%A1%CE%BF%CF%85%CF%83%CF%83%CF%8E

 

 

Περισσότερα Άρθρα...

Εγγραφείτε προκειμένου να λαμβάνετε δωρεάν ειδοποιήσεις όταν έχουμε νεότερες πληροφορίες.