713 New Articles

Top Stories

Η αναζήτηση έκφρασης του εκσυγχρονιστικού φιλελεύθερου ευρωπαϊσμού στην Ελλάδα

Απόψεις

του Κώστα Χλωμούδη*

 

Τα τελευταία χρόνια και μετά την κυβερνητική εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ, έχει ξεκινήσει μια συζήτηση και στην Ελλάδα, για το μέλλον και τις προοπτικές της σοσιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη στις νέες συνθήκες. Συνθήκες, που ελάχιστη σχέση έχουν με αυτές του προηγούμενου αιώνα, όπου και είχε αναπτυχθεί η σοσιαλδημοκρατία ως ηγεμονική πολιτική και δρώσα δύναμη.

Όσο όμως και αν συνέβαλε σημαντικά η σοσιαλδημοκρατία στην διαμόρφωση των θεσμών της ευρωπαϊκής φιλελεύθερης δημοκρατίας, όλοι πλέον αντιλαμβάνονται ότι είναι εξαιρετικά περιοριστική και αλυσιτελής η ανάγκη αποκλειστικής υποστήριξή τους από κάποια, την όποια, πολιτική παράταξη… Αντιλαμβανόμαστε την, σε κάποιο πλέον βαθμό, αυθύπαρκτη αυτό υποστήριξη αυτών των ίδιων των θεσμών.

Υπ’ αυτή την έννοια η σοσιαλδημοκρατία στην Ευρώπη, της μετα-κορωνοϊό εποχής, δεν μπορεί να υπάρξει με όρους παράδοσης και πολύ περισσότερο παρελθόντος. Σε μια εποχή που σχεδόν υπάρχει πλέον ομοφωνία για Ισοσκελισμένους Προϋπολογισμούς, για Άμεσες Ξένες Επενδύσεις χωρίς εμπόδια εισόδου, για Ιδιωτικοποιήσεις, για Δικαιώματα ιδιοκτησίας κλπ.

Απαιτείται σύγχρονος προγραμματικός λόγος, ο οποίος θα εκπροσωπεί τις ανάγκες για δημοκρατική διακυβέρνηση της παγκοσμιοποίησης, υποστηρίζοντας τους κοινωνικά ασθενέστερους και ενσωματώνοντας στη δράση της τα θέματα που αφορούν στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.

Στη προοπτική αυτή το μέτωπο προς τους κάθε λογής δημαγωγούς (δεξιούς και αριστερούς) δεν μπορεί παρά να είναι ανοιχτό.

Σε αυτή την συζήτηση “πρέπει” ή καλύτερα “μπορεί” να αποκλειστεί ο ΣΥΡΙΖΑ;

Προφανώς στη συζήτηση αυτή δεν έχουμε παρθενογένεση… Με σημαντικά επιχειρήματα, τα τελευταία χρόνια (ιδιαιτέρως στο τέλος της διακυβέρνησης του ΣυΡιΖα), έχουν αρθρογραφήσει πολλοί/ες πολιτικοί (π.χ. Βενιζέλος Ε., Διαμαντοπούλου Α., Μπίστης Ν.) διανοούμενοι και πανεπιστημιακοί (Μαραντζίδη, Μοσχονάς, Μουζέλης, Παγουλάτος, Σωτηρέλης, Σιακαντάρης κλπ) στελέχη της ευρύτερης κεντροαριστεράς, ανεξαρτήτως κομματικών επιλογών και με ενδιαφέρουσες απόψεις, πολλο/ες δημοσιογράφοι…

Στην πλειονότητά τους κατέγραφαν την άποψή τους, από τη σκοπιά μιας θετικής προοπτικής ανασυγκρότησης του λόγου και της δράσης του πολιτικού χώρου που εκφράζει αυτό που ιστορικά προσδιορίστηκε στην Ευρώπη ως σοσιαλδημοκρατία.

Προφανώς και στη συζήτηση αυτή συμμετέχουν και πολίτες – στελέχη, κατά το παρελθόν, του συγκεκριμένου χώρου, που θεωρούν ότι έκλεισε ο κύκλος της ιστορικής του συμβολής και αρκεί μια συλλογικότητα έκφρασης απόψεων του φιλελεύθερου κέντρου για το παρόν και το μέλλον των σχετικών ευρωπαϊστικών δυνάμεων…

Δεν είναι σπάνιο στην μάχη των ιδεών και της πολιτικής, οι περισσότεροι από τους πραναφερόμενους, παρά το ότι σε πολλά μέχρι πριν λίγα χρόνια να ήταν συνοδοιπόροι, για τις εκτιμήσεις οργάνωσης του παρόντος και του μέλλοντος, να διαφωνούν.

Διαφωνίες με ενδιαφέρουσες προσεγγίσεις και επί μέρους αλήθειες, που συνυπάρχουν και αλληλοσυγκρούονται. Με αβεβαιότητες, αμηχανίες και πολλά κενά. Γιατί είναι προφανές η “αξιωματική τελεολογία” και μάλιστα στη παρούσα συγκυρία Ευρώπης αλλά και Ελλάδας, είναι όχι απλώς μεθοδολογικά προβληματική αλλά και ιστορικά ακατανόητη.

Βέβαια από το επίπεδο αυτής της αντιπαράθεσης μέχρι εκεί, που φαίνεται να ξεπερνά την διαφορά απόψεων και αποκτά στοιχεία ερμηνείας προθέσεων και σκοπιμοτήτων, όπως πολλές φορές βλέπουμε από τους “εισαγγελιστές” του διαδικτύου, στις σελίδες κοινωνικής δικτύωσης ιδιαιτέρως και από τους “νέο-γενίτσαρους” της ηγεμονίας της Μητσοτακικής Ν.Δ., υπάρχει μεγάλη απόσταση και διαφορά.

Γνωρίζουμε ότι στη συζήτηση αυτή, δεν μπορεί να συμβάλλει μια επιχείρηση ανασύστασης της σοσιαλδημοκρατίας του παρελθόντος με παλιομοδίτικα στοιχεία δράσης και συγκρότησης, όπως αυτά του προηγούμενου αιώνα. Όχι μόνον γιατί ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, με τα χαρακτηριστικά που ανέπτυξε στον 20ό αιώνα, πεθαίνει, αλλά γιατί δεν πρόκειται να συγκινήσει αυτά τα κοινωνικά στρώματα που θέλει και πρέπει να εκπροσωπήσει, μιας και αυτά όλο και περισσότερο προσδιορίζονται από δυναμικά στοιχεία προοδευτικού φιλελευθερισμού.

Το ερώτημα για τις ελληνικές πολιτικές δυνάμεις, λοιπόν, που αβίαστα προκύπτει και υπερβαίνει και το ΚινΑλ αλλά και δυνάμεις στον ΣυΡιΖα και τον προσανατολισμό τους, είναι: ο δρόμος τον οποίο προκρίνουν να πορευτεί η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία.

Γιατί κακά τα ψέματα, αλλά στην Ελλάδα η σοσιαλδημοκρατία δεν είχε ποτέ αυθεντικό και ικανό φορέα έκφρασής της…

Βιώσαμε την μονοπώλησή έκφρασής της, κάποιες στιγμές, από το χώρο του ΠαΣοΚ, με σημαντικές και αξιόπιστες σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις στο εσωτερικό του, ενώ στις πρώτες δυο δεκαετίες της ζωής του όχι μόνο δεν αναφερόταν σε αυτήν αλλά το κυρίαρχο κομμάτι του ανέπτυσσε θεωρητική και ιδεολογική αντιπαράθεση προς αυτήν. Τελευταία ακούμε για προσπάθειες “σοσιαλδημοκρατικοποίησης”(;) του ΣυΡιΖα και εντοπίζουμε δυναμικές αντιπαραθέσεις, επ’αυτού, στο εσωτερικό του με επικράτηση, μέχρι στιγμής, των πολέμιων αυτής της προοπτικής. Είναι όμως αλήθεια ότι, όπως έχει καταγραφεί, το DNA της σοσιαλδημοκρατίας είχε σφραγίσει το λόγο και την πορεία του ευρύτερου χώρου της Ανανεωτικής αριστεράς στην Ελλάδα.

Εδώ λοιπόν είναι "Βαλκάνια". Ούτε το ΠΑΣΟΚ είχε καταφέρει να "σοσιαλοδημοκρατικοποιηθεί", παρά τα βήματα και τις προσπάθειες που έγιναν, ούτε και ο ΣΥΡΙΖΑ δεν φαίνεται ότι μπορεί να πορευθεί προς σοσιαλδημοκρατική κατεύθυνση.

Και στις δυο περιπτώσεις το κόστος "εκπαίδευσης" και προσαρμογής των στελεχών και κεντρικών εκπροσώπων τους, ιδιαιτέρως στο τομέα της Οικονομίας, καταγράφηκε (για όσους παρακολουθούν τα μάκρο αλλά και μίκρο οικονομικά μεγέθη) ως πολύ δύσκολο και η αφομοίωση των ιδεών υπονομευμένη από την δυναμική των πελατειακών σχέσεων.

Προφανώς δεν πρέπει να ξεχαστεί η συγκυβέρνηση κάποια στιγμή με τη Ν.Δ. του κου Σαμαρά ούτε και αυτή με τον κο Καμένο, με τις όποιες διαφορές ο καθείς/μια μπορεί να αναδείξει… Αλλά δεν θα σφραγίσουν αυτά τα θέματα το όποιο μέλλον, μιας και θα κριθούν εν τέλει από την ίδια την ιστορία.

Βέβαια οι συνθήκες της δεκαετίας του '80 διαφέρουν κατά πολύ από τις παρούσες συνθήκες. Όπως και οι συνθήκες προ-Κορωνοϊό με τις μετά αυτόν...

Το θέμα που τίθεται και δεν μπορούμε να αποφύγουμε τη δημόσια συζήτηση στη χώρα μας, είναι οι προοπτικές και οι ανάγκες επικοινωνίας και προγραμματικής ώσμωσης των δυνάμεων του εκσυγχρονιστικού φιλελεύθερου ευρωπαϊσμού στην Ελλάδα, που αφορούν και δυνάμεις στην κεντροαριστερά όπως και υπαρκτές αντίστοιχες εντός της ριζοσπαστικής ευρωπαϊκής αριστεράς.

Διακριτά και καθαρά…

Αντιλαμβανόμαστε ότι το θέμα υπάρχει, δεν μπορεί να κλειστεί στα εθνικά όρια και δεν το δημιούργησε κανένας Μουζέλης, Μαρατζίδης, Μοσχονάς, Σωτηρέλης και άλλοι λιγότερο ή περισσότερο αξιόλογοι επιστήμονες ή δημοσιολογούντες...

Επιστήμονες, φορείς τεχνοπολιτικής κουλτούρας και δράσης ασχολούνται εδώ και δεκαετίες. Ανεξαρτήτως πολικών συγκυριών, επιχειρώντας πάντα να τις λαμβάνουν υπόψη... Όχι ως αντικείμενο πολιτικού "εμπειρισμού". Ιδιαιτέρως από τη δεκαετία του '90, με αιχμή και τη δράση του ΟΠΕΚ (Ομίλου Προβληματισμού για τον Εκσυγχρονισμό).

Ένα θέμα που απασχολεί και διαμορφώνει προσανατολισμούς, σε ευρωπαϊκό αλλά και παγκόσμιο επίπεδο...

Δεν εξαρτάται μόνο από το τι γίνεται στα εθνικά μας όρια. Η παγκοσμιοποίηση είναι μια πραγματικότητα που δεν έχει επιστροφή… Έχει προσπάθειες επιτυχημένης ή μη προσαρμογής… Αφορά στις προσπάθειες δημοκρατικής διακυβέρνησής της...

 

*Ο Κώστας Χλωμούδης είναι καθηγητής στο Τμήμα Ναυτιλιακών Σπουδών του ΠΑ.ΠΕΙ.

Ώρα για δημοκρατική διακυβέρνηση της παγκοσμιοποίησης

Απόψεις

του Κώστα Χλωμούδη*

Το ξέσπασμα του κορωνοϊού φαίνεται πως αντιστρέφει την πορεία της Ιστορίας…

Φαίνεται να έχουν ξεχαστεί οι σκέψεις και οι ιδέες για την παγκοσμιοποίηση ή και την προοπτική της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Λες και βρισκόμαστε και πάλι στην εποχή του ηρωικού αγώνα των κρατών για εθνική επιβίωση…

Όλο και περισσότερο διακρίνουμε τάσεις, που ήταν ήδη ισχυρές, για περισσότερο προστατευτισμό στις εθνικές οικονομίες…

H «μονοκαλλιέργεια» με τις μάσκες που κατασκευάζονται σχεδόν αποκλειστικά στην Κίνα, η πλειοδοσία με μεθόδους που θυμίζουν «πειρατεία» για την αρπαγή των πολύτιμων φορτίων, η αγωνία για το μέχρι πού μπορούν να αντέξουν τα συστήματα υγείας, είναι μερικές από τις καθημερινές επωδούς που βιώνουμε σε αυτήν την πρωτοφανή υγειονομική κρίση.

Από την αρχή αυτής της υγειονομικής κρίσης, που εξελίσσεται σε μια από τις πιο σημαντικές οικονομικές κρίσεις της ιστορίας, μεγάλος αριθμός αναπτυγμένων χωρών έθεσαν θέματα προστασίας και ελέγχου για κατηγορίες προϊόντων και υλικών (προστατευτικών και πρώτες ύλες για υγειονομικά προϊόντα και φάρμακα) που σε κάποιο βαθμό εξάγονται ή και εισάγονται από άλλες χώρες. Είδαμε, σε πραγματικό χρόνο, τι γίνεται όταν οι αλυσίδες παραγωγής και τα συστήματα διανομής και logistics διαταράσσονται. H ευρωπαϊκή οικονομία στο σύνολό της τείνει να μεταβληθεί σε ένα είδος πολεμικού συστήματος οργάνωσης της παραγωγής γύρω από τέσσερις βασικούς κλάδους: διατροφή, υγεία, ενέργεια και ασφάλεια/άμυνα.

Μια κρίση που ανέδειξε με τον πιο τραγικό τρόπο πως το οικονομικό μοντέλο που θέλει όλα να τα λύνει «το αόρατο χέρι της αγοράς» έχει φθάσει στα όριά του.

Αυτή τη στιγμή στα πλαίσια των διαμορφωτών των αποφάσεων για τις παγκόσμιες εξελίξεις, φαίνεται να επαναπροσδιορίζεται η μέχρι σήμερα μορφή παγκοσμιοποίησης, όπως την βιώσαμε τα τελευταία τριάντα χρόνια.

Εξελίξεις που σηματοδοτούν ίσως και το τέλος της “πρώιμης εποχής” της παγκοσμιοποίησης.

Ίσως να έφθασε η στιγμή για διαρθρωτικές αλλαγές στην διακυβέρνηση της παγκοσμιοποίησης, σε μια κατεύθυνση εκδημοκρατισμού της.

*Ο Κώστας Χλωμούδης είναι καθηγητής στο Τμήμα Ναυτιλιακών Σπουδών του ΠΑ.ΠΕΙ.

Προέλευση εικόνας: https://el.wikipedia.org/

Γύρω από την καταγωγή του Δημητρίου Ι. Καλογερόπουλου (1868-1954)

Φωτόπουλος Α.

του Αθαν. Θ. Φωτόπουλου*

 

Όντας ακόμη έφηβος απόκτησα το 1ο -και μοναδικό εκδοθέν- τεύχος του Πελοποννησιακού Ημερολογίου (1954)[1]. Ανάμεσα στα άρθρα του είδα κι ένα δισέλιδο με τίτλο «Λογοτέχναι εξ Ηλείας» (σσ. 115-116). Είναι ανυπόγραφο, αλλά στον πίνακα των περιεχομένων αναφέρεται ότι είναι «της Διευθύνσεως», δηλαδή του Μεσσήνιου δημοσιογράφου Διον. Βογόπουλου. Ως λογοτέχνες αναφέρονται οι Ευστάθιος Χρονόπουλος, Ανδρέας Καρκαβίτσας Χρήστος Δαραλέξης, Διον. Κόκκινος, Τάκης Δόξας και Δημήτριος Ι. Καλογερόπουλος. Μάλιστα, στον τελευταίο αφιερώνεται σχεδόν το ήμισυ του άρθρου και αναφέρεται ως «εκ Πύργου καταγόμενος».

Από μελλοντικά μου διαβάσματα γνώρισα τα βιο-βιβλιογραφικά σχεδόν όλων των αναφερόμενων λογοτεχνών, πλην του τελευταίου. Δεν τον βρήκα ούτε στην Ηλειακή Γραμματολογία (Πύργος 1963) του Τάκη Δόξα και για πολλές δεκαετίες έμενα με την απορία γι’ αυτή την προσωπικότητα. Όμως, πίστευα πως κάποτε «έσσετ’ ήμαρ», πως θα ’ρθει η στιγμή της αποκάλυψης.

Κι αυτή ήλθε, όταν απόκτησα -ανάμεσα στ’ άλλα- ένα παλιό τεκτονικό βιβλίο για την πεντηκονταετηρίδα της τεκτονικής στοάς Πυθαγόρας (1931)[2].

Στο βιβλίο αυτό πληροφορήθηκα ότι ο Δημήτριος Καλογερόπουλος γεννήθηκε το 1868 στο Μεσολόγγι και ήταν «υιός του εκ Δίβρης της Ήλιδος νομομαθούς Ιωάννου Καλογεροπούλου, διατρέξαντος ευδοκίμως πάντας τους δικαστικούς βαθμούς, διατελέσαντος δε νομάρχου και νομικού συμβούλου επί μακρόν του επί των Οικονομικών υπουργείου»[3]. Μετά την παράθεση βιογραφικών και εργογραφικών στοιχείων, τα οποία προφανώς ο ίδιος συνέταξε, αφού την εποχή της έκδοσης του Πελοποννησιακού Ημερολογίου ζούσε ακόμη, δίδεται η πληροφορία ότι το 1898 εισήλθε στην τεκτονική στοά «Αθηνά» και για την «ευδόκιμον δράσιν του» έφτασε μέχρι τον 33ο βαθμό.

Διακρίθηκε ως λογοτέχνης και πολλά κείμενα και μελέτες του δημοσιεύθηκαν σε διάφορα περιοδικά και ημερολόγια. Ίδρυσε και διηύθυνε το καλλιτεχνικό περιοδικό Πινακοθήκη (1901-1906) και διετέλεσε πρόεδρος της Ενώσεως Ελλήνων Λογοτεχνών.

Σήμερα στη Δίβρη δεν υπάρχουν απόγονοι της οικογένειας Καλογεροπούλου και φαίνεται ότι το επώνυμο έχει εκλείψει από παλιά. Ανατρέχοντας, ωστόσο, στο παρελθόν βρίσκουμε κάποιον Κωνσταντίνο Δ. Καλογερόπουλο, ο οποίος έλαβε σιδηρούν αριστείο για τη συμμετοχή του στην Επανάσταση του 1821[4]. Όμως, αυτός είναι ο απώτερος πρόγονος των Καλογεροπούλων;

Έχω την υποψία -για να μην ειπώ βεβαιότητα- ότι η καταγωγή τους είναι παλαιότατη, αφού σε τουρκικό φορολογικό κατάστιχο των ετών 1460-1463, όπου παρατίθενται ποικίλα στοιχεία περί Δίβρης και κατάλογος των οικογενειών της, περιλαμβάνονται και κάποιοι Yorgi Ḳaloyire και Todoro Κaloyire, δηλ. Γιώργης Καλόγηρος και Θόδωρος Καλόγηρος[5]. Προφανώς η επωνυμία Καλόγηρος εξελίχτηκε σε Καλογερόπουλος.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1.  Διονυσίου Ι. Βογοπούλου, Πελοποννησιακόν Ημερολόγιον, έτος Α΄, εκδόσεις εφημερίδος «Ηχώ της Μεσσηνίας», Αθήναι 1954, σσ. 168.

2.  Λεύκωμα επί τη πεντηκονταετηρίδι της Σ:.ΣΤ:. “Πυθαγόρου” (1881-1931. Τεκτόνων έργα και ημέραι. Δια της ελευθερίας και της ισότητος, εν Αθήναις μεσούντος Θαργηλιώνος 1931.

3.  Για τον Ιωάννη Καλογερόπουλο βλ. τη νεκρολογία του Ιω. Αρσένη που δημοσιεύθηκε στην «Ποικίλη Στοά» 1912, σσ. 620-621.

4.  Κωνσταντίνου Γρηγορίου Κυριακόπουλου, Ο Πύργος και η Ηλεία στην Επανάσταση και στα χρόνια του Καποδίστρια, τ. Β΄, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ηλείας, σ. 1140.

5.  Georgios C. Liakopoulos, A Study of the Early Ottoman Peloponnese in the Light of an Annotated editio princeps of the TT10-1/14662 Ottoman Taxation Cadastre (ca. 1460-1463)διδακτορδιατριβήσ. 796.

         

*Ο Αθανάσιος Θ. Φωτόπουλος είναι Ιστορικός-Καθηγητής Πανεπιστημίου                                                                         

 

             

  Ιωάννης Δ. Καλογερόπουλος και Δημ. Ι. Καλογερόπουλος     

ΕικόναΕικόνα

Πως θα διαχειριστούμε το κόστος αυτού του πολέμου και η επόμενη μέρα.

Απόψεις

του Κώστα Χλωμούδη*

 

Πολλά ακούμε για την επιστροφή του Κέϊνς, ως σχολή σκέψης, στη χάραξη οικονομικής πολιτικής και αντιμετώπισης σχετικών προβλημάτων της συγκυρίας. Συζητήσεις που φαίνεται θα ενταθούν ακόμη περισσότερο προσεχώς.

Ιδιαιτέρως που οι διεθνείς εξελίξεις μοιάζουν να επαναπροσδιορίζουν την αποδοχή της διεθνούς κοινότητας σε αυτή τη μορφή παγκοσμιοποίησης, όπως την βιώσαμε τα τελευταία τριάντα χρόνια. Εξελίξεις που σηματοδοτούν και το τέλος της “πρώιμης εποχής” της παγκοσμιοποίησης. Ίσως να έφθασε η στιγμή για διαρθρωτικές αλλαγές στην διακυβέρνηση της σε μια κατεύθυνση εκδημοκρατισμού της. Η κρίση αυτή προκαλεί για παγκόσμιου χαρακτήρα απαντήσεις, που σημαίνει κάποιου επιπέδου κοινό σχεδιασμό και συνεργασία, με ενεργοποίηση μηχανισμών παγκόσμιας διακυβέρνησης σε όλα τα επίπεδα, πολιτικό, οικονομικό, υγειονομικό, κοινωνικό. Ένας παγκόσμιος συντονισμός που δεν θα γνωρίζει σύνορα και δεν θα υπόκειται σε κανένα είδος περιορισμού, με δραστικές και ριζικές λύσεις. Διαφορετικά όλο και περισσότερο θα διακρίνουμε τάσεις, που ήταν ήδη ισχυρές, για περισσότερο προστατευτισμό στις εθνικές οικονομίες. Από την αρχή αυτής της υγειονομικής κρίσης, που εξελίσσεται σε μια από τις πιο σημαντικές οικονομικές κρίσεις της ιστορίας, μεγάλος αριθμός αναπτυγμένων χωρών έθεσαν θέματα προστασίας και ελέγχου για κατηγορίες προϊόντων και υλικών (προστατευτικών και πρώτες ύλες για υγειονομικά προϊόντα και φάρμακα) που σε κάποιο βαθμό εξάγονται ή και εισάγονται από άλλες χώρες. Είδαμε, σε πραγματικό χρόνο, τι γίνεται όταν οι αλυσίδες παραγωγής και τα συστήματα διανομής και logistics διαταράσσονται. H ευρωπαϊκή οικονομία στο σύνολό της τείνει να μεταβληθεί σε ένα είδος πολεμικού συστήματος οργάνωσης της παραγωγής γύρω από τέσσερις βασικούς κλάδους: διατροφή, υγεία, ενέργεια και ασφάλεια/άμυνα.

Παρά ταύτα όμως, δύσκολα μπορεί να υποστηρίξει κανείς ότι οι σχεδιαζόμενες, μέχρις στιγμής τουλάχιστο, πολιτικές ότι φαίνεται να αντλούν σοφία και εμπειρία από τη θεωρία του John Maynard Keynes… Και αυτό γιατί στις προκρινόμενες επιδοματικές πολιτικές ή αυτές των επιχειρηματικών ενισχύσεων, δεν καταγράφεται μια σαφής και ενιαία αντίληψη για το υπόβαθρο που διαπερνά και χαρακτηρίζει αυτές τις πολιτικές. Μοιάζουν περισσότερο αποσπασματικές, χωρίς σύνδεση και κοινή αναφορά, κινήσεις δηλαδή χωρίς σχέδιο. Στην Ευρώπη μάλιστα το δικαιολογούν και ως ανάγκη σχεδιασμού “μέρα με τη μέρα”, καθώς το τοπίο παραμένει θολό όχι μόνο εντός συνόρων των κρατών, αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Είναι χαρακτηριστική, λόγου χάρη, η αποσιώπηση της εν τοις πράγμασι θεσμικής άρνησης που έχει επιτευχθεί μαζικά πλέον, για την ασκούμενη μέχρι πρόσφατα πολιτική της λιτότητας!

Χαρακτηριστικό δε είναι ότι οι περισσότεροι, από τους προσφάτως νέους υποστηρικτές του Κέϊνς, απλώς τον εξομοιώνουν με τη δυνατότητα δημιουργίας δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Προφανώς αγνοούν ότι, στην κεϊνσιανή θεωρία και αριθμητική, τα πλεονάσματα δεν είναι υπό διωγμό αλλά μπορεί να αποτελέσουν σαφή πολιτική επιλογή.

Μπορεί, δηλαδή, ακόμη και σε αυτές τις συνθήκες, η δημοσιονομική πολιτική να διαδραματίσει έναν «πιο ενεργό ρόλο» για τη σταθεροποίηση της οικονομίας. Αυτό όμως σημαίνει ότι απαιτείται επανεξέταση της φορολογικής πολιτικής.

Από τον ανταγωνισμό μεταξύ των κρατών για την προσέλκυση επενδύσεων δια της μειωμένης φορολόγησης, θα οδηγηθούμε στην προσέλκυση επενδύσεων λόγω κοινωνικο-οικονομικού περιβάλλοντος ασφάλειας, επάρκειας αγαθών και περιορισμού εξάρτησης. Ιδιαιτέρως σε αυτήν την εποχή που έχει επικρατήσει η δυναμική της "αρρύθμιστης" παγκοσμιοποίησης.

Η αντιμετώπιση του επερχόμενου πληθωρισμού δεν μπορεί να γίνει με άγνοια της εμπειρίας των τελευταίων 40 ετών μάχης των ευρωπαϊκών οικονομιών με αυτόν. Είναι γνωστόν ότι ο πληθωρισμός είναι συνάρτηση της ποσότητας του κυκλοφορούντος χρήματος και της ταχύτητας με την οποία αυτό κυκλοφορεί μέσα στο οικονομικό και χρηματοπιστωτικό κύκλωμα. Δεδομένου όμως ότι η κρίση, με την απονέκρωση της οικονομικής δραστηριότητας, έχει επιβραδύνει εξαιρετικά την ταχύτητα κυκλοφορίας του υπάρχοντος χρήματος, το νέο χρήμα που έχουν να αρχίσει να “ρίχνουν από το ελικόπτερο” και στην Ευρώπη, απλώς θα καλύψει το κενό που δημιουργείται σε καθημερινή βάση από την υποχώρηση της οικονομικής δραστηριότητας όλων των άλλων αργούντων κλάδων, εκτός δηλ. αυτών της διατροφής, υγείας, ενέργειας και ασφάλειας/άμυνας. Το νέο χρήμα, συνεπώς, δεν θα δημιουργήσει "υπερβάλλουσα ζήτηση", διότι η ζήτηση στις συγκεκριμένες συνθήκες δεν μπορεί να κατευθυνθεί παρά μόνο στους τέσσερις συγκεκριμένους κλάδους που παραμένουν ενεργοί.

Για τούτο, δεν είναι δυνατόν η όποια χαλάρωση της δημοσιονομικής πολιτικής να εφαρμόζεται χωρίς περιορισμούς και αγνοώντας τον κίνδυνο του πληθωρισμού.

Κάποια στιγμή, οι κυβερνήσεις θα πρέπει να αυξήσουν τους φόρους προκειμένου να αποφευχθεί ο πληθωρισμός[1].

Οι ίδιοι που έδιναν μάχη να μειώσουν τους φόρους, τώρα θα υποχρεωθούν να στηρίξουν πολιτικές ενίσχυσης της φορολογίας για να αντιμετωπιστούν, εκτός άλλων, προβλήματα πληθωριστικών πιέσεων και όχι μόνον.

Όσοι υπήρξαν ένθερμοι οπαδοί και υποστηρικτές των περικοπών των Δημοσίων Δαπανών στο σύνολο της τελευταίας δεκαετίας -αλλά και πριν- θα πρέπει να αναθεωρήσουν με δημόσιο τρόπο τις επιλογές τους.

Αυτό διότι αντί να δαπανώνται σήμερα κεφάλαια σε δαπάνες επιδοματικού χαρακτήρα και ενισχύσεων επιχειρήσεων, οι οποίες, λόγω των συνθηκών, πρέπει να βοηθηθούν, θα ήταν πολύ καλύτερο αν είχαν δομηθεί τα κράτη και οι οικονομίες τους από πριν (όλη την προηγούμενη δεκαετία) σε μια βάση περιορισμένης εξάρτησης από τις διεθνείς ανταλλαγές αγαθών (ενδιαφέρουσες καταγραφές προσδιορίζουν ως ικανοποιητικό το επίπεδο στη τάξη του 20% της εθνικής κατανάλωσης) και διαμόρφωσης σταθερών συνθηκών λειτουργίας της κοινωνίας και οικονομίας, με ανάπτυξης του οικονομικού ανταγωνισμού και των δυνάμεων της αγοράς εντός προσδιορισμένου πλαισίου θεμιτής ανταγωνιστικότητας.

Όλο και περισσότερο θα βλέπουμε το επόμενο διάστημα, το ένα μετά το άλλο κράτος, να επιλέγουν ενίσχυση των επενδύσεων, με σημαντική συνδρομή των Προγραμμάτων Δημόσιων Επενδύσεων (ΠΔΕ) σε έργα οδοποιίας, σιδηροδρόμων, στέγασης δημοσίων χώρων και υπηρεσιών, εν γένει δημοσίων υποδομών, ευρυζωνικότητας κλπ. τα οποία ως ποσοστό στην οικονομία θα είναι σε τέτοια επίπεδα που δεν θα έχουμε δει από τη δεκαετία του 1970.

Το ερώτημα όμως που εύλογα πρέπει να τεθεί είναι γιατί αυτά τα προγράμματα, σε χώρες όπως η Ελλάδα αλλά και άλλες ευρωπαϊκές χώρες -ιδιαιτέρως του Νότου αλλά όχι μόνον- δεν θα μπορούσαν να είχαν ξεκινήσει το 2010, τότε που υπήρχαν λιγότερα προβλήματα στις οικονομίες αυτές για να αντιμετωπίσουν;

Η εύκολη απάντηση είναι ότι οι κυβερνήσεις «δεν θα μπορούσαν να το αντέξουν οικονομικά» εκείνα τα χρόνια, γιατί οι αγορές έκριναν και επέβαλαν ότι η συνετή πολιτική μείωσης του ελλείμματος θα ήταν εκείνη που θα διαμόρφωνε δυνατότητες οικονομικής ανάπτυξης σε μια χώρα.

Πολλοί δε ακόμη θα προσθέσουν ότι αυτή η πολιτική, των δημοσιονομικών περιορισμών που ακολουθήθηκε τότε, δίνει σήμερα αυτή τη δυνατότητα «δημοσιονομικού χώρου» για να υπάρξουν τέτοιες επεκτατικές πολιτικές δημοσίων δαπανών και επενδύσεων.

Κατά τη ταπεινή μας γνώμη και οι δυο απαντήσεις δεν τεκμηριώνονται από τα “ξεροκέφαλα” γεγονότα.

            Σε κάθε περίπτωση όμως είναι σημαντικό να επιλέξουν οι κυβερνήσεις και ιδιαιτέρως η ελληνική για μια χώρα που προέρχεται από μια δεκαετή οικονομική κρίση, για τα όποια χρήματα θα έχουν στη διάθεσή τους, από την ποσοτική χαλάρωση και τις σχετικές πολιτικές με αφορμή τα προβλήματα της διεθνούς συγκυρίας, θα πρέπει να οργανώσουν την σταδιακή διοχέτευσή τους, αποκλειστικά και μόνο, για την ενίσχυση των εργαζομένων και των επιχειρήσεων στους αναγκαστικά αργούντες κλάδους (εκτός των τεσσάρων που ήδη έχουμε αναφέρει), καθώς και για τη συμπλήρωση των εσόδων του Δημοσίου που είναι απαραίτητα για την ομαλή συνέχιση της λειτουργίας του, με δεδομένη τη μείωση των εισπράξεων που θα έχει επιφέρει η κάμψη της οικονομικής δραστηριότητας.

Αυτό που μπορεί να προσφέρει μία κυβέρνηση περιορίζεται μόνο από το μέγεθος των πραγματικών πόρων που μπορεί να διαχειρισθεί αυτή η ίδια και όχι από τους αυτο-επιβαλλόμενους οικονομικούς περιορισμούς.

Ένα παράδειγμα αποτελεί η ανηθικότητα της πολιτικής με τα Voucher, σε συγκεκριμένες κατηγορίες επιστημόνων στην Ελλάδα. Δεν μας απασχολεί επί του παρόντος το ανήθικο ή όχι στοιχείο της χρησιμοποίησης κονδυλίων επιμόρφωσης για επιδοματικές πολιτικές, αλλά το ηθικό υπόβαθρο του "γιατί τώρα και όχι πριν, αυτού του είδους οι πολιτικές παροχών;".

Ας σκεφτούμε αν αντίστοιχες δράσεις, με αυτή την επί της ουσίας αντίληψη δημοσιονομικής ώθησης, θα μπορούσαν να είχαν αναληφθεί στη χώρα μας στα δύσκολα αυτά χρόνια της δεκαετίας της κρίσης, σε ποια κατάσταση θα ήταν σήμερα οι συγκεκριμένες οικονομικές κατηγορίες που επιλέγουμε σήμερα να ενισχυθούν;

Υποστηρίζουμε, δηλαδή, ότι όσο και αν τις κρίνουμε αναγκαίες αυτού του είδους δράσεις, μπορεί να κινδυνεύουν να κριθεί ότι έρχονται σε λάθος σημείο του οικονομικού κύκλου.

Ο Κέινς υποστήριζε ότι «η έκρηξη, όχι η κατάπτωση, είναι η κατάλληλη στιγμή για λιτότητα» από το κάθε κράτος…

Αντιλαμβανόμαστε όλοι, ότι οι οικονομίες των εθνικών κρατών σήμερα, πολύ δε περισσότερο της Ελλάδας, δεν μοιάζουν τόσο με την ώρα της “έκρηξης” αλλά με “κατάπτωσης”, καθώς τα πάντα βεβαιώνουν ότι θα ζήσουμε μια χρονιά βίαιης ύφεσης, η οποία για κάποιες χώρες ήδη υπήρχε ως προ εκτίμηση και χωρίς τον κορονοϊό. Για την Ελλάδα είχαν καταγραφεί στοιχεία της από το τελευταίο τρίμηνο του 2009.

Το σίγουρο όμως για την Ευρώπη, σχεδόν στο σύνολό της, είναι ότι σήμερα τα κράτη έχουν λιγότερη δημοσιονομική ικανότητα από ό,τι πριν από 10 χρόνια.

 

Η θεωρία του Πολέμου

Όλο και περισσότεροι ηγέτες δηλώνουν ότι οι χώρες τους βρίσκονται σε “συνθήκες πολέμου”, με έναν “αόρατο εχθρό” και για τούτο λαμβάνουν μέτρα αντιμετώπισης του ιού αλλά και των οικονομικών επιπτώσεων από τις επιλογές αντιμετώπισής του.

Εύλογα όμως κανείς μπορεί να αναρωτηθεί ότι, εφόσον οι οικονομίες στις οποίες ηγούνται βρίσκονται σε πόλεμο, τότε θα πρόκειται για λειτουργούσες οικονομίες εν περιορισμώ. Αυτό από μόνο του σημαίνει ότι δεν μπορεί να έχουν “… και τα όπλα και το βούτυρο…”. Το “βούτυρο” πρέπει να διανεμηθεί για να παράξουν στη συνέχεια περισσότερα και καλύτερα “όπλα”. Έτσι, στη συνέχεια, κάποια στιγμή όπως συμβαίνει στους κύκλους της οικονομίας, θα έχουμε να διαχειριστούμε το πρόβλημα της υπερβάλλουσας και όχι της ανεπαρκούς Ζήτησης, όπως συμβαίνει σήμερα.

 

Οι προηγούμενες αναφορές έρχονται να υποστηρίξουν ότι αν και υπαρκτά είναι ακόμη περιορισμένα τα στοιχεία «κεϊνσιανισμού» που μπορούμε να διακρίνουμε, μέχρι στιγμής, στις πολιτικές των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και μεταξύ αυτών και της ελληνικής κυβερνήσεως, από τις παρεμβάσεις για την προστασία των οικονομιών τους λόγω Covid-19.

Όλες οι κυβερνήσεις τώρα πλέον μπορούν να προβούν σε δημόσιες δαπάνες, ξεπερνώντας κάθε επίπεδο των τελευταίων δεκαετιών, για να προστατεύσουν τους πολίτες τους από τέτοιες καταστροφές. Ακόμη και οι «σφιχτοί» Γερμανοί, όπως και άλλες αντίστοιχες κυβερνήσεις στην ΕΕ και στον υπόλοιπο κόσμο, έχουν αναγνωρίσει ότι αυτοί οι καιροί δεν είναι φυσιολογικοί. Όμως το ερώτημα που προκύπτει αβίαστα και σίγουρα θα το έθετε ο ίδιος ο Κέινς σε κάθε πρωθυπουργό ευρωπαϊκής χώρας αυτής της περιόδου είναι: «Πώς θα πληρώσουμε γι’ αυτά;».

Υπάρχει δε μεγάλος κίνδυνος οι ηγεσίες σε πολλές από αυτές τις χώρες να παρασυρθούν από την αλαζονεία που προκαλείται από το φαινόμενο της «συσπείρωσης γύρω από τη σημαία» (rally round the flag) και να προβούν σε πράξεις όπως αυτές των πρόωρων εκλογών, με μεγαλύτερη επιβάρυνση στην εθνική τους οικονομία. Επιλογές που θα τους στιγματίσουν απέναντι στην ιστορία και τις ευθύνες τους. Είναι γεγονός ότι, παντού πλέον, καταγράφεται πλεόνασμα δημοφιλίας, ακόμα και για πολιτικούς που εμφανίζουν έλλειμμα ηγεσίας. Γνωρίζουμε όμως ότι αυτή η συσπείρωση είναι συγκυριακή και συμβαίνει γιατί η σύγκρουση με τον κίνδυνο (κορωνοϊός) κινητοποιεί δυνάμεις γύρω από την όποια ηγεσία της εποχής. Ιστορικά όμως, είναι καταγεγραμμένο ότι, μόλις απομακρυνθεί ο "εξωτερικός" κίνδυνος, οι πολίτες τείνουν να αποσυσπειρώνονται γεωμετρικά και να ενδιαφέρονται για τα προβλήματα της επόμενης μέρας, που θα είναι δυστυχώς πολλά και δύσκολα.

Ελπίζουμε ότι η πανδημία του Covid-19 θα υποχρεώσει τις σημερινές κυβερνήσεις στην Ευρώπη και ιδιαιτέρως αυτήν στη χώρα μας, να κάνουν τις επιλογές τους σταθμίζοντας την εμπειρία και τη γνώση από το παρελθόν, απώτερο και πρόσφατο. Εντούτοις, δεν είναι πολύ νωρίς, για τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, να αρχίσουν να σκέφτονται από σήμερα, έστω και καθυστερημένα, από που και πώς θα πληρώσουν για τον συγκεκριμένο πόλεμο…

Ας τους υπενθυμίζουμε όμως σε κάθε περίπτωση τη σκληρή “κεϊνσιανή” θεωρία αλλά και αριθμητική.



[1] Ο Κέινς είχε επιχειρήσει την απάντηση σχετικών προβλημάτων της εποχής του, σε φυλλάδιό του το 1940 με τίτλο «Πώς να πληρώσετε για τον πόλεμο». Είχε υποστηρίξει έναν υπερβολικό προοδευτικό φόρο εισοδήματος (με ανώτατο οριακό επιτόκιο το 97,5%) με το σκεπτικό ότι ήταν «δικαιότερος» από τον πληθωρισμό. Και με μία φανταστική αναστροφή, πρότεινε οι φόροι που εισπράχθηκαν από τους φτωχότερους εργαζόμενους να αποπληρώνονταν αυτόματα από την κυβέρνηση μετά τον πόλεμο.

* O Κώστας Χλωμούδης είναι καθηγητής του Τμήματος Ναυτιλιακών Σπουδών του ΠΑ.ΠΕΙ.

Προέλευση φωτογραφίας Τζων Μέυναρντ Κέυνς: https://el.wikipedia.org/

Δίκαιη κατανομή του κόστους της επερχόμενης βαθιάς ύφεσης.

Απόψεις

του Κώστα Χλωμούδη*

 

Στην οικονομία "τσάμπα φαγητό" δεν υπάρχει και δεν έχει ανακαλυφθεί ακόμη αντίδοτο για τον κανόνα αυτό. Για τούτο σε όποια συζήτησή μας θα πρέπει να έχουμε πάντα στο νου μας πως ούτε λεφτόδεντρα υπάρχουν ούτε διακρίνουμε εποχή ανθοφορίας τους, με ελπίδα κάποιας καρποφορίας τους.

Τα όποια δάνεια των κρατών, για να αναπτύξουν τις αναγκαίες Κεϋνσιανές πολιτικές τους, θα τα πληρώσουμε εμείς μετά ή οι επόμενες γενιές

Από ότι φαίνεται, το επερχόμενο τσουνάμι στην παγκόσμια οικονομία θα σηματοδοτεί και το τέλος της πρώιμης εποχής της παγκοσμιοποίησης. Θα θέσει δηλαδή εξαναγκαστικά το έλλειμα της δημοκρατίας στην παγκόσμια διακυβέρνηση, τουλάχιστον για αυτή τη μορφή παγκοσμιοποίησης, όπως την βιώσαμε τα τελευταία τριάντα χρόνια.

Μετά από τα τελευταία γεγονότα, είναι δεδομένο ότι θα ενδυναμωθούν οι τάσεις, που ήταν ήδη ισχυρές, για περισσότερο προστατευτισμό στις εθνικές οικονομίες. Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς πως τουλάχιστον οι αναπτυγμένες χώρες θα συνεχίσουν να αποδέχονται ότι τα τουλάχιστον ουσιώδη, θα εισάγονται από αλλού. Είδαν τι γίνεται όταν οι αλυσίδες παραγωγής διαταράσσονται…

Δίκαιη κατανομή του κόστους, από την επερχόμενη σαρωτική οικονομική κρίση, δεν σημαίνει σε καμιά περίπτωση περικοπή μισθών για τους μισθωτούς και μονομερείς παροχές στις επιχειρήσεις, για να αντέξουν και να συμβάλλουν μετά για να ορθοποδήσει η οικονομία.

Όλο και περισσότερο ακούμε τελευταία για την ανάγκη “πακέτων” οικονομικής ενίσχυσης, κρατικών εγγυήσεων, ποσοτικής χαλάρωσης, ακόμη και σκέψεις για κρατικοποιήσεις εταιρειών…

Θα είναι όμως τραγικό λάθος, ιστορικής σημασίας, εάν ασκηθούν πολιτικές κατά τις οποίες οι άνθρωποι που στηρίζονται σ’ έναν μισθό, “υποχρεωθούν” να πάρουν στη πλάτη τους το σύνολο του κόστους διαχείρισης αυτή της κρίσης και να ενισχυθούν επιχειρήσεις, που μόλις μειώθηκαν τα κέρδη τους, τον προηγούμενο μήνα, επιλέγουν το καθεστώς χρεοκοπίας ή δηλώνουν ότι βρίσκονται στα πρόθυρα χρεοκοπίας…

Για την απώλεια εισοδημάτων, στην παρούσα φάση, από οποιοδήποτε, πολίτη ή επιχείρηση, δεν είναι εύκολο να καταλογίσουμε γενικές ή και ειδικές ευθύνες, εκτός και αν θέλουμε να “αφορίσουμε”, για άλλη μια φορά, το καπιταλιστικό σύστημα και να εκπέμψουμε “κατάρες”…

Έχει σημασία να θυμηθούμε και να αντλήσουμε συμπεράσματα από αυτά που πέρασε η Ευρώπη στη δεκαετία του 1920.

Από μέρα σε μέρα, για όλους πλέον, θα είναι σαφές ότι η διαχείριση της δεδομένης μεγάλης επερχόμενης ύφεσης πρέπει να αποτελέσει άμεσα αντικείμενο σχεδιασμού και προτάσεων, από το σύνολο των εθνικών δυνάμεων αλλά και των ευρωπαϊκών κρατών.

Ο στόχος θα είναι η ελαχιστοποίηση της ζημίας. Δηλαδή πως θα περιορίσουμε το επίπεδο της ύφεσης από την πληθώρα των πτωχεύσεων που έρχονται…

Υπό αυτή την έννοια η “ηγεμονία” του σκληρού “μονεταρισμού” στις δημοσιονομικές πολιτικές, εκ των πραγμάτων θα τεθεί εν αμφιβόλω…

Ήδη ψάχνουν τρόπο για να ειπωθεί, χωρίς να εκτίθενται από την υποστήριξη προηγούμενων πολιτικών, πως, άκουσον- άκουσον, το δημόσιο χρέος πρέπει να αυξηθεί”

Όποιος τολμούσε να το διατυπώσει στην περίπτωση των ευρωπαϊκών μνημονίων, στην Ευρώπη της δεκαετίας αυτής που περάσαμε, τον κρεμάγανε στα μανταλάκια…

Ποιος το περίμενε ότι θα ακούγαμε, από το στόμα υποστηρικτών της συνταγής λειτουργίας της οικονομίας δια της “αυτοτελούς ρυθμίσεως” μέσω της “αοράτου χειρός”, ότι, λόγω των ειδικών συνθηκών που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν, “απαιτείται οπωσδήποτε αλλαγή νοοτροπίας” όπως εάν είμαστε σε περίοδο πολέμου…

Άραγε στη χώρα μας, την εποχή των μνημονίων όπως και σε άλλες χώρες, δεν ζήσαμε συνθήκες ως εάν να είμαστε σε πόλεμο;

Θα πρέπει να είμαστε να ακούσουμε και να συζητήσουμε για «κούρεμα» του χρέους κρατών, για ενδεχόμενα κρατικοποιήσεων μεγάλων επιχειρήσεων κλπ. κλπ.

Σε όλη όμως αυτή τη δοκιμασία δεν πρέπει ούτε στιγμή να διαφύγει από τις σκέψεις όλων των ελίτ (πολιτικών, οικονομικών, πνευματικών…) το τμήμα εκείνο των λαών που είναι άνεργοι και σε όσους θα χάσουν τη δουλειά τους λόγω της κρίσης. Εδώ ιδιαίτερα, αλλά και στην ενίσχυση της μισθωτής εργασίας, θα πρέπει το οργανωμένο κράτος να δώσει ιδιαίτερη σημασία, μαζί με την στοχευμένη και διαφανή ενίσχυση επιχειρήσεων που έχουν ανάγκη, χωρίς πελατειακές μεροληπτικές επιλογές.

Προέλευση φωτογραφίας: https://www.timelink.gr/arthro/time-doc/h-pagkosmia-oikonomikh-yfesh-toy-1929

* Ο Κώστας Χλωμούδης είναι καθηγητής στο Τμήμα Ναυτιλιακών Σπουδών του ΠΑ.ΠΕΙ.

Κράτος και Αγορές στην εποχή του Covid-19

Απόψεις

του Κώστα Χλωμούδη*

 

Ο παράγων “αγορά” είχε μπει δυναμικά τις τελευταίες δεκαετίες και ιδιαιτέρως στην Ελλάδα αυτή την δεκαετία της κρίσης, στο δημόσιο λεξιλόγιο, μιας και αποτελούσε βασική παράμετρο στην προσπάθεια ανάλυσης και αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης, που βίωσε και σε κάποιο βαθμό απειλεί ακόμη, ιδιαιτέρως τη χώρα μας.

Η αλήθεια είναι όμως ότι εδώ και μερικές χιλιετίες οι “αγορές” συμβιώνουν με τα κυρίαρχα κράτη. Έχουν περίπου την ίδια ηλικία. Απλώς είχαμε συνηθίσει να αντιλαμβανόμαστε τις “αγορές” ως έγκλειστες μέσα στα σύνορα των εθνικών κρατών όταν, αντίθετα, αυτές τείνουν σχεδόν από τη φύση τους να τα υπερβαίνουν και να έχουν διαστάσεις που μερικές φορές συμπίπτουν με ολόκληρο τον κόσμο.

Πολλές φορές επιχειρήθηκε και στο παρελθόν να τεθούν οι “αγορές” στην υπηρεσία της πολιτικής. Οι προσπάθειες αυτές εντάσσονται στην αντίληψη που ονομάσθηκε “κολμπερισμός”, από τον Κολμπέρ, τον υπουργό του Λουδοβίκου ΙΔ', που την εφάρμοσε πιο ολοκληρωμένα.

Παρέκκλιση του “κολμπερισμού” αποτέλεσε το “κλειστό εμπορικό κράτος”. Θεωρητικά το υποστήριξε ο γερμανός φιλόσοφος Γιόχαν Φίχτε, που περιόρισε τις “αγορές” αυστηρά στην εθνική διάσταση, σε έναν στατικό και αιώνιο προστατευτισμό.

Ο Πλάτωνας φαίνεται ως ανελέητος εχθρός των “αγορών”. Αντιπαρατέθηκε στο εμπορικό πνεύμα των Αθηναίων συμπολιτών του και προσπάθησε να το περιορίσει και να το καταστήσει μειοψηφικό στην ιδεώδη πολιτεία του, που τη σκέφτηκε να λειτουργεί ως ένα είδος «αντι-Αθήνας». Θαύμαζε τη Σπαρτιατική πολιτεία, όπου το κράτος ήταν το παν.

Ο Πλάτων για πρώτη φορά επιχείρησε να «ρυθμίσει» αυτό που σήμερα αποκαλούμε μικροδομή των αγορών. Με αυστηρούς κρατικούς λειτουργούς να επιτηρούν τους εμπόρους οι οποίοι διαπραγματεύονταν με τους πελάτες τους, αναγγέλλοντας την τιμή του εμπορεύματος και αφήνοντας τον αγοραστή να την αποδεχθεί ή να την απορρίψει, αλλά χωρίς να επαναπροτείνουν ούτε έκπτωση ούτε αύξηση στην τιμή...

Αντίθετη άποψη είχε ο Ξενοφώντας. Το κράτος θα παρακινεί τη θέληση των εμπόρων και πελατών (ιδιωτικού τομέα σήμερα), για συμμετοχή στις οικονομικές δραστηριότητες και έτσι θα μειώνονται οι κρατικές δαπάνες για την άμυνα (οικονομική ανάπτυξη σήμερα).

Στο Μεσαίωνα, έμποροι και αγορές συμβιώνουν δύσκολα με το φεουδαρχικά κράτη.

Είναι χαρακτηριστικό ότι πάντα οι παραγωγικές οικονομίες διεκδικούν αφενός ένα πεδίο δράσης χωρίς σύνορα για τις δικές τους εξαγωγές μεταποιημένων προϊόντων αφετέρου προσπαθούν να περιορίσουν τις εισαγωγές.

Η περίοδος της Βιομηχανικής Επανάστασης, δημιουργεί απαιτήσεις για παράγωγα του πετρελαίου και έτσι δίνει μια νέα διάσταση στις σχέσεις μεταξύ κρατών και αγορών. Το εθνικό κράτος αυτή την περίοδο όχι μόνον εξασφαλίζει την ομαλή διεξαγωγή των οικονομικών δραστηριοτήτων, διατηρώντας τη δημόσια τάξη και ασφάλεια, αλλά συχνά υποκινεί άμεσα την εκβιομηχάνιση και την λειτουργία της εθνικής αγοράς.

Και αυτό, άλλωστε, αποτελεί μέρος της πολιτικής της ισχύος.

Οι σχέσεις ανάμεσα σε κράτη και αγορές γίνονται συμπληρωματικές και περισσότερο από πριν τίθεται το δίλημμα για την ιεραρχία μεταξύ αυτών των θεσμών.

Ορισμένοι διανοούμενοι σκέφτονται ότι μπορούν να απαλλαγούν ή από τον ένα ή από τον άλλον: απόλυτος οικονομικός φιλελευθερισμός ή σχεδιασμένη οικονομία.

Μετά την εποχή του ψυχρού πολέμου στην εποχή της παγκοσμιοποίησης.

Η παραγωγή, εξαιτίας της πτώσης του κόστους των επικοινωνιών και των μεταφορών, μπορεί να τεμαχιστεί και να παγκοσμιοποιηθεί. Όλοι αντιλαμβάνονται την επίπτωση που έχουν όλα αυτά πάνω στην παραδοσιακή έννοια της κρατικής κυριαρχίας.

Υποστηρίζεται ότι η παγκοσμιοποίηση επιβάλλει το εμπορικό κράτος, έκφραση στην οποία το επίθετο κυριαρχεί πάνω στο ουσιαστικό.

Σε υποστήριξη αυτής της θέσης αναφέρονται μεταρρυθμίσεις που μετασχηματίζουν θεσμούς όπως τα δικαιώματα του πολίτη, το κράτος πρόνοιας, το φορολογικό σύστημα, προσαρμόζοντάς τους στη νέα πραγματικότητα της παγκόσμιας παραγωγής.

Η σημερινή εξέλιξη, με αφορμή την διαχείριση του προβλήματος Covid-19 από τη μια, την οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα και την ενδιαφέρουσα πολιτική αναδιάρθρωση των επιλογών της Ε.Ε. το τελευταίο χρονικό διάστημα από την άλλη, ξαναανακάτεψε τα χαρτιά της τράπουλας, ανέτρεψε τις νέες βεβαιότητες και κατέδειξε πόσο προβληματικές είναι οι συνθήκες που επιβλήθηκαν στην συγκρότηση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος από τις μονεταριστικές αντιλήψεις των ηγεμονευουσών πρακτικών της προηγούμενης περιόδου.

Οι νεοφιλελεύθεροι, που μέχρι χθες ήταν η μεγάλη πλειοψηφία, τώρα αμήχανα σιωπούν αδυνατώντας να διακρίνουν πως το αόρατο χέρι θα δώσει λύσεις στις οικονομίες που μαστίζονται από τα τελευταία γεγονότα...

Ήδη γκουρού του νεοφιλελευθερισμού, μάνατζερ και επιχειρηματίες, που ήταν πιο ριζοσπάστες και από τους ίδιους τους οικονομολόγους στον παγκοσμιοποιητικό νεοφιλελευθερισμό τους, τώρα ζητούν ρυθμίσεις που θα τους προστατεύουν από τις επικίνδυνες ατραπούς των διακυμάνσεων των αγορών και των αδυναμιών των επιχειρήσεων να σταθούν όρθιες χωρίς την συνδρομή του κράτους.

Μα μήπως δεν το είχαμε δει ξανά αυτό το έργο στην χρηματοοικονομική κρίση του 2008;..

Το βλέπουμε πολύ περισσότερο τώρα με την επέκταση κατά 120 δις ευρώ του QE που συνοδεύτηκε πλέον από παρόμοιου χαρακτήρα πρόγραμμα στήριξης ύψους 750 δις (σ’ αυτό το τελευταίο μπήκε και η Ελλάδα με περίπου 12 δις ευρώ σε δυνατότητα αγοράς Ελληνικών ομολόγων, παρά την παραμονή της χώρας μας αισθητά κάτω από την επενδυτική βαθμίδα). Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη παρατηρητικότητα για να καταλάβει κανείς ότι η μετάβαση από την τάξη μεγέθους των 120 σε εκείνων των 750 δις μέσα σε λίγες μέρες – και η χαλάρωση των διαδικασιών- δείχνει πώς υπήρξε ένα άλλο επίπεδο συνειδητοποίησης του ρόλου που μπορεί να παίξει το “κράτος”.

Το κράτος, όμως, είναι σαν το φίλο μας ή τη μητέρα μας: «Μάνα είναι μόνο μία» και, όταν την τραυματίσουμε ή όταν την εξουθενώσουμε και επιζεί γερασμένη από τα πολλά πλήγματα που δέχθηκε από τα παιδιά της, δεν μπορούμε να καταφεύγουμε σα να μη συνέβη τίποτα στην αγκαλιά της...

*Ο Κώστας Χλωμούδης είναι καθηγητής του Τμήματος Ναυτιλιακών Σπουδών του ΠΑ.ΠΕΙ.

Προέλευση εικόνας στο https://www.euro2day.gr/

Για την εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης*

Τραμπαδώρος Δ.

                                              «…κανείς δεν έμεινε, κανείς δεν έφυγε, κανείς δεν λείπει».

                                                          Γιάννης Ρίτσος, Τειρεσίας, Κέδρος, Αθήνα, 1983.

Η Έφηβη

Λύγκας Κ.

Η δυσπιστία μου στις μαγκιές, στα «δήθεν» και στις μόστρες κάθε κοινωνικής έκφρασης, κατέληγε στην αμφισβήτηση θεσμών, κανόνων, νομοθετών και περιώνυμων εξουσιών. Από την κριτική μου δεν γλίτωναν ούτε οι αδρανείς τοίχοι του σπιτιού, αλλά ούτε και τα έπιπλα του δωματίου. Έτσι ήμουν στη φάση αυτή και δεν με ενδιέφερε αν με αποκαλούν υπερβολική. Απάντηση δεν έπαιρνα ούτε από την οικογένειά μου, ούτε από το σχολείο μου, ούτε από τους φίλους μου. Για μια στιγμή θεώρησα πως η λύση είναι ο εαυτός μου. Όχι για λόγους εγωιστικούς, αλλά μιας προσωρινής αυτοπροστασίας που θα με καλύψει μέχρι να βρω τις αιτίες που μπλοκάρουν το μυαλό μου. Στο παράξενο και στωικό βλέμμα των γονιών μου, που σήμαινε «μπόρα είναι θα περάσει», απαντούσα με όλη μου την άρνηση: «και ψυχή ει μέλλει γνώσεσθαι αυτήν, εις ψυχήν αυτή βλεπτέον». Τελικά μετά από τόσα χρόνια στο σχολείο, διδάχθηκα μια πρόταση. 
- Θες να σου κόψω ένα πηλιορείτικο μήλο που σ’ αρέσει, φώναξε η μαμά από το σαλόνι αφήνοντας το βιβλίο στο μαρμάρινο τραπέζι. 
- Ναι έρχομαι τώρα, της απαντάω αλλά μην αρχίσεις πάλι τις ερωτήσεις. Και που ’σαι, θα το καθαρίσω μόνη μου το μήλο, έχω δικά μου χεράκια όπως ξέρεις. 
Καθάρισα το μήλο και έβαλα τα μικρά φετάκια σ’ ένα ρηχό κόκκινο πιάτο. Γύρισα όμως πάλι για να πάρω νερό, πηρούνι και χαρτοπετσέτα. Η μαμά μου εκνευριζόταν όταν δεν χρησιμοποιούσα δίσκο για να μεταφέρω ή να σερβίρω. Και πριν καθίσω τη βλέπω να σηκώνεται χωρίς να με κοιτάξει. 
- Μην τολμήσεις να μου φέρεις δίσκο, της λέω. Και το πηρούνι για χάρη σου το πήρα γιατί με τα χέρια θα φάω το μήλο μου. 
Έκανε την κίνηση να με κοιτάξει και διέκοψε το βήμα της. Αλλά τελικά συνέχισε για την κουζίνα ώσπου άκουσα το άνοιγμα του ντουλαπιού με τα μπαχαρικά. Σίγουρα θα φέρει κανέλλα που ξέρει πως μ’ αρέσει. Έκλεισε το ντουλάπι και χαρούμενη γύρισε με το γυάλινο βαζάκι που έμοιαζε με αλατιέρα. Έτσι χαμογελαστή σήκωσε το καπάκι και σκόρπισε την κανέλλα πάνω στο μήλο. Ήταν μια μικρή ευχαρίστηση γι’ αυτήν και δεν μου πήγαινε να της την στερήσω. Όπως συνήθιζε έβαλε το χέρι της στον ώμο μου και αφού διαπίστωσε πως δεν αντιδρώ, έγειρε το κεφάλι της στο δικό μου. Δεν είπε τίποτα τη στιγμή εκείνη, αλλά ούτε κι’ εγώ δυσανασχέτησα. Πως μπορείς να τα βάλεις με τη μητρότητα; Μείναμε έτσι αμίλητες και βυθισμένες στα συναισθήματά μας. Κατάλαβα πως κάποια βουβή και σκοτεινή επικοινωνία υπήρχε ανάμεσά μας. Χωρίς λέξεις και αναλύσεις. Χωρίς προτάσεις και επιχειρήματα.
Δεν ήταν ο παλμός της καρδιάς της, που ένοιωθα στο πίσω μέρος του χεριού μου, καθώς ακουμπούσα στο στήθος της. Ήταν η σύγκρουση που μετατρέπεται σε κατανόηση, όταν οι άνθρωποι δεν αρνούνται το παρελθόν τους. Μέσα στην σύγχυση των συναισθημάτων, νόμισα πως μίλησε το χέρι της: 
«Σοφία μου σ’ αγαπώ! Μήπως δεν το καταλαβαίνεις;» 
«Όχι μανούλα, το ξέρω πως μ’ αγαπάς. Και η εικόνα σου δεν μ’ αφήνει να το ξεχάσω», της απάντησα κι’ εγώ με το στήθος μου, γιατί οι φωνητικές μου χορδές είχαν πλημμυρίσει. «Όμως», συνέχισα βουβά, «η αγάπη σας σκεπάζεται απ’ τον εγωισμό σας». 
«Όχι, εγώ εσένα αγαπώ», μου είπε αυτή τη φορά με την καρδιά της και συνέχισε χωρίς να πει κουβέντα: «όταν όμως μιλάω με το μυαλό θέλω να σε προστατεύσω. Σκέφτομαι το μέλλον σου με τις δικές μου αγωνίες. Συγχώρεσέ με ψυχή μου. Μερικές φορές το μυαλό, άδικα το λέμε μυαλό, γιατί μυαλό δεν είναι». 
Και μέσα στη σκοτεινιά της κουβέντας αυτής, πήρα κι’ εγώ το λόγο με το δικό μου το μυαλό: 
«Θέλω λοιπόν να φύγω από κοντά σας. Να αρνηθώ την άρνησή σας. Επιτρέπεται; Αλλά και πάλι δεν μπορώ. Το σούρουπο θα πάω στην παραλία με τους φίλους μου. Θα δούμε το ηλιοβασίλεμα και αργότερα θ’ ανάψουμε φωτιά. Εκεί θ’ αποφασίσω». Και μετά πήρα την απάντηση της μαμάς με τον ίδιο τρόπο: 
«Κάνε ότι νομίζεις. Εγώ απλώς θα κοιτάζω τα πατήματά σου». 
Μόνο που δεν κατάλαβα, αν αυτά τα λόγια τα είπε με την καρδιά της, με το μυαλό της ή με τα χέρια της αγκαλιάς της. 
Πήρα κι’ εγώ με τα δικά μου χέρια, το μεγαλύτερο κομμάτι μήλο και το άγγιξα στα χείλη της. Εκείνη πριν ανοίξει το στόμα της, με κοίταξε με ένα ευχαριστήριο βλέμμα και είπε μια τελευταία αμίλητη πρόταση: 
«Σ’ ευχαριστώ γι’ αυτό το μήλο. Είναι γλυκό. Όπως τα μικρά-μικρά σου δάχτυλα, όταν σαν βρέφος με κρατούσαν απ’ το στήθος. Έτσι γλυκό παρέμεινε το πρόσωπό σου όταν κοιτούσες τις τεράστιες χορδές του βιολοντσέλου. Αλλά και όταν χωρίς να το καταλαβαίνεις, ανοιγόκλεινες αργά τις βλεφαρίδες μπροστά στο Νίκο. Σ’ ευχαριστώ γλυκούλι μου γι’ αυτό το μήλο». Οι λέξεις της ακούγονταν βραχνές λες και περνούσαν απ’ όλο της το σώμα. Για να τις πει όμως με τα μάτια, μεγάλωσαν οι κόρες της και δάκρυσαν. 
Μείναμε έτσι ζεστές και άφωνες, ώσπου χάθηκα μέσ’ στη νιρβάνα της σύγχυσης. 
 
Κωνσταντίνος Λύγκας
Προέλευση φωτογραφίας: https://www.facebook.com/pyrgosls/

Θεωρίες Κοινωνικού Συμβολαίου - Η περίπτωση του Ζαν - Ζακ Ρουσσώ

Τραμπαδώρος Δ.

του Διονύση Τραμπαδώρου

 

Ο Ρουσσώ αρνείται πάντα κάθε είδους συμβιβασμό

με την κατεστημένη εξουσία, ακόμη και επιφανειακό.

Καρλ Μάρξ, Γράμμα στον Σβάιτσε

 24 Ιανουαρίου 1865

 

1.Εισαγωγή

Ο ιερός Αυγουστίνος εξομολογείται ως ens creatum, ως θεϊκό δημιούργημα, ως εγώ χωρίς φυσική αλήθεια, αλλά αντίθετα ως αλήθεια, δηλαδή ελευθερία, που απορρέει από την κατάσταση της δέσμευσής του έναντι της δημιουργίας, ήτοι ως υποκείμενο της δημιουργίας. Ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ εξομολογείται ως homo emancipatus a deo, άνθρωπος χειραφετημένος από τον Θεό, ως εγώ με φυσική αλήθεια, δηλαδή με φυσική ελευθερία, η οποία απορρέει αποκλειστικά από την κατάσταση μιας εγγενούς δικαιοσύνης και αρετής.
Γι' αυτό και η εξομολόγησή του, σε αντίθεση με εκείνη του ιερού Αυγουστίνου, η οποία αρνείται να απευθυνθεί προς τον άνθρωπο, έχει ως μοναδικό και αποκλειστικό   αποδέκτη τον άλλον, τον συνάνθρωπο, όπως τον αποκαλεί ευθέως[i].

Ο Ρουσσώ (1712-1778) γεννήθηκε στη Γενεύη .  Προσπάθησε μάταια να υπο­τάξει τη ζωή του σε κάποιον κανόνα ή να την οργανώσει σύμ­φωνα με κάποιο πρόγραμμα. Πήγαινε συνεχώς από το ένα άκρο στο άλλο, και τελικά ή ζωή του διέρρευσε σε αντιφατικές παρορ­μήσεις. Ποτέ δεν ένιωσε τελείως άνετα σε κάποιο επάγγελμα, σε κάποια επιστήμη ή σε κάποιο δόγμα, σε κάποια θρησκεία. Εξά­σκησε διαδοχικά τα επαγγέλματα του χαράκτη, του υπηρέτη, του φοροεισπράκτορα και εφοριακού υπαλλήλου, του παιδαγωγού, του αντιγραφέα χειρογράφων μουσικής, του διπλωματικού γραμ­ματέα, του μουσικού εκτελεστή και συνθέτη, προτού ανακαλύψει την αληθινή του αποστολή ως στοχαστή και συγγραφέα[ii]. ­Δεν θα μπορούσε  όμως να υποστηρίξει κανείς ότι έχουμε  έναν κάτοικο της Γενεύης που έγραψε για τους κατοίκους της Γενεύης[iii].

Ο Ρουσσώ ανήκει στη Γαλλία, όχι τόσο γιατί  η οικογένεια του κα­τάγεται από γάλλους προτεστάντες πρόσφυγες του ιστ' αιώνα, όσο γιατί  η μόρφωση του είναι εντελώς γαλλική και επειδή έχει παίξει ένα τεράστιο ρόλο στη λογοτεχνία, τη σκέψη και την πο­λιτική ζωή της Γαλλίας.

Όμως , η καταγωγή του από τη Γενεύη έχει εξασκήσει μια κάποια επίδραση στο έργο του. Γεννήθηκε καλβινιστής, ανήκε δηλαδή σ’ ένα δόγμα  πιο ατομικιστικό, πιο ορθολογιστικό και πιο αυστηρό από τον καθολικισμό. Αλλά κυρίως η Γενεύη είναι μια δημο­κρατία, και ο Ρουσσώ διατήρησε σε όλη του τη ζωή, ανάμεσα στους υπηκόους του βασιλιά της Γαλλίας, την υπερηφάνεια να είναι γεννημένος σε μια δημοκρατία· ο μόνος τίτλος που έφερε  ήταν αυτός του πο­λίτη της Γενεύης. 

Το γεγονός πως ήταν «γεννημένος δημοκρατικός» βοήθησε τον Ρουσσώ να συνειδητοποιήσει την πρωτοτυπία του μέσα στη Γαλλία της εποχής του[iv].

Ο πατέρας φεύγει από τη Γενεύη μετά από έναν καβγά και δε θα ξανασχοληθεί με τον Ζαν-Ζακ, ο οποίος είχε ήδη χάσει τη μητέρα του από τότε που ήρθε στον κόσμο.

Το παιδί το εμπιστεύεται στον ιερωμένο Λαμπερσιέ, για δυο χρό­νια, και μαζί του αρχίζει τα λατινικά. Αυτές θα είναι περίπου και οι μόνες κανονικές σπουδές που θα κάνει κάτω από την εποπτεία κάποι­ου άλλου. Μετά έγινε μαθητευόμενος και έμεινε δυο χρόνια με ένα χα­ράκτη. Η κατάσταση του μαθητευομένου ήταν μια από τις πιο άσχημες της εποχής.

Έπειτα  και για δεκατρία χρόνια θα κάνει ζωή περιπλανώμενου, γνω­ρίζοντας όλων των ειδών τα επαγγέλματα και τις δυστυχίες. Γίνεται ο προστατευόμενος, και μετά ο εραστής, μιας νέας γυναίκας, κι αυτή τυχοδιώκτρια και χωρίς αρχές, της μαντάμ ντε Βαρέν. Ασπάζεται τον καθολικισμό[v] και  δι­δάσκει μουσική χωρίς να τη γνωρίζει. Κοντά στη μαντάμ ντε Βαρέν, στο Ανεσί, μετά στο Σαμπερί, διαβάζει πολύ και αναλαμβάνει μεθοδι­κά την αυτομόρφωσή του.

Το 1740, γίνεται στη Λυών παιδαγωγός των παιδιών του κυρίου ντε Μαλμπί, αδελφού των φιλοσόφων Κοντιγιάκ και Μαλμπί, μετά πηγαίνει στο Παρίσι προσπαθώντας να κάνει περιουσία με  ένα σχέδιο μουσικής γραφής . Το παρουσιάζει  αλλά χω­ρίς επιτυχία στην Ακαδημία Επιστημών.

Το 1741 εμφανίζεται στα παρισινά σαλόνια ωθούμενος από την φιλοδοξία του.

Όμως δεν γίνεται ένα άνθρωπος των σαλονιών ένα κακέκτυπο του Βολταίρου ο ποίος ούτως ή άλλος είχε ευρύτερη μόρφωση απ’ αυτόν.

Έτσι θα καταγγείλει το ψέμα μιας κοινωνίας που ανέχεται την ταυτόχρονη ύπαρξη της χλιδής και της απόλυτης φτώχειας

Συνδέεται με ένα νέο συγγραφέα εξίσου άγνωστο μ' αυτόν τον Ντιντερό και συστήνεται στα σαλόνια, δηλαδή στης μαντάμ Ντιπέν, κόρης του χρηματιστή Σαμιέλ Μπερνάρ. Με το να διδάσκει μουσική, στο τέ­λος την έμαθε, και έγραψε μια όπερα με τίτλο Οι ευγενικές Μούσες. Αλλά όλα αυτά δεν του εξασφαλίζουν τα προς το ζην. Έτσι δέχεται τη θέση του γραμματέα του πρέσβη της Βενετίας, στην υπηρεσία του οποίου μένει δεκαοχτώ μήνες.

 Αυτή τη στιγμή είναι που αρχίζει να ενδιαφέρεται για τα πολιτικά ζητήματα και συλλαμβάνει την πρώτη ιδέα των Πολιτικών του θεσμών, από τους οποίους δεν έγραψε ποτέ παρά μόνο την εισαγωγή δηλαδή  «Το Κοινωνικό Συμβόλαιο».

 Έρχεται σε αντίθεση με τον πρέσβη και επιστρέφει για να εγκαταστα­θεί στο Παρίσι.

Αρχίζει να γίνεται γνωστός ως μουσικός και θεατρικός συγγραφέ­ας, συνεργάζεται με τον Βολταίρο για μια όπερα, (Οι γιορτές του Ραμίρον), και ταυτόχρονα είναι γραμματέας του κυρίου Φρανκέιγ, γα­μπρού της μαντάμ Ντιπέν. Αυτή την εποχή συζεί με μια υπηρέτρια πανδοχείου εντελώς αγράμματη, την Τερέζα Λεβασέρ, από την οποία θα αποκτήσει πέντε παιδιά, τα οποία θα αφήσει ένα-ένα στα έκθετα.

Επεκτείνει τις γνωριμίες του ανάμεσα στους φιλοσόφους. Εκτός από τον Ντιντερό και τον Κοντιγιάκ, που είναι πολύ κοντινοί του, κά­νει τη γνωριμία της μαντάμ ντ' Επινε, η οποία προέρχεται από μία οικογένεια χρηματιστών, μετά συνδέεται με τον Γκριμ.

Όμως, «Περισσότερο από κάθε άλλο υποφέρει από την καταπίεση, και, όταν βάλλουν κατά της ελευθερίας του, φεύγει. Εξ ου και η ζωή του περιπλανώμενου. Θα προτιμάει πάντα τη δυστυχία και την περιπέτεια από μια επιχρυσωμένη σκλαβιά. Δεν υπάρχει τίποτα πιο βαθύ σ' αυτόν από την αγάπη για την ελευθερία. Θέλει να είναι ο εαυτός του δηλαδή , ελεύθερος στη ζωή του, στα αισθήματα του και στις ιδέ­ες του. Καμιά έγνοια για τα πλούτη, για τη σταδιοδρομία, δηλαδή για την ασφάλεια, δεν μπορεί κανείς να τον υποχρεώσει να πει τίποτα άλ­λο παρά αυτό που κρίνει πως είναι μια αλήθεια χρήσιμη για τους αν­θρώπους. Ακόμα και αν ήταν να μείνει μόνος στον κόσμο, θα υποστή­ριζε αυτό που πιστεύει σωστό.»[vi]

 Μια ζεστή μέρα του 1749, ενώ βάδιζε μόνος του στο δρόμο για τη Βενσέν, για να επισκεφτεί το φίλο του τον Ντιντερό (ο οποίος είχε φυλακιστεί εξαιτίας της «Επιστολής για τους τυφλούς»), ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ «φωτίστηκε» ξαφνικά από μιαν έμπνευση που έμελλε να αλλάξει όχι μόνο την πορεία της ζωής του αλλά και την εξέλιξη όλης της ευρωπαϊκής κουλτούρας. Επειδή η ζέστη ήταν αφόρητη, για να μετριάσει την ανυπομονησία του και να αναγκαστεί να βαδίζει πιο αργά, ο Ρουσσώ διάβαζε τον Mercure de France. Το βλέμμα του έπεσε κάποια στιγμή πάνω στο θέμα που έδινε η Ακαδημία της Ντιζόν για το βραβείο του επόμενου χρόνου. Το θέμα ήταν το εξής : «Η πρόοδος των τεχνών και των επιστημών συνέβαλε στη διαφθορά ή στη βελτίωση των ηθών;».

   O ίδιος ο Ρουσσώ γράφει στις «Εξομολογήσεις» του: «Μόλις το διάβασα αντίκρισα μπροστά μου έναν άλλο κόσμο και έγινα άλλος άνθρωπος... Όταν έφτασα στη Βενσέν βρισκόμουν κυριολεκτικά σε παραλήρημα. Ο Ντιντερό το είδε.... Με παρακίνησε να αναπτύξω τις απόψεις μου και να διεκδικήσω το βραβείο. Το έκανα και από εκείνη τη στιγμή υπέγραψα την καταδίκη μου. Όλη η υπόλοιπη ζωή μου και όλα μου τα βάσανα ήταν η μοιραία συνέπεια αυτής της απόφασης που πάρθηκε  σε  μια στιγμή απερισκεψίας[vii]».
  Οι τέχνες, οι επιστήμες, οι κατακτήσεις του λόγου, η πάλη ενάντια στην άγνοια και το σκοταδισμό, η κουλτούρα, το καλό γούστο, η εκλέπτυνση των ηθών, η όλο και πιο έντονη και ευρεία κυκλοφορία των ιδεών, όλα αυτά που έδιναν στους ανθρώπους του 18ου αιώνα τη βεβαιότητα ότι ζούσαν σε μια εποχή συνεχούς προόδου, σε έναν πολιτισμό ανώτερο από όλους τους άλλους, τέθηκαν υπό αμφισβήτηση και υπό κατηγορία από τον Ρουσσώ, ο οποίος με το «Λόγο περί επιστημών και τεχνών» επιτέθηκε κατά μέτωπο στις κυρίαρχες πεποιθήσεις του καιρού του[viii].
 Σύμφωνα με τον Ρουσσώ, ο αληθινός πολιτισμός δεν έπρεπε να βασίζεται πάνω στα φαινομενικά επιτεύγματα της κουλτούρας αλλά πάνω στο στέρεο έδαφος της αρετής[ix]. Ο άνθρωπος, που από τη φύση του είναι καλός, έγινε κακός εξαιτίας των θεσμών της διεφθαρμένης κοινωνίας. Ήταν αναγκαίο να επανεξεταστεί πάνω σε εντελώς νέες βάσεις η σχέση ανάμεσα στο  άτομο και την κοινωνία[x].
Μετά τη βράβευσή του από την Ακαδημία της Ντιζόν ο Ρουσσώ είχε γίνει ξαφνικά διάσημος. Αλλά τώρα που η επιτυχία τού έφερε την αναγνώριση και το θαυμασμό του παρισινού πνευματικού κόσμου και του κοινού, ο Ρουσσώ αποφασίζει να μείνει συνεπής προς τις ιδέες του και να συνεχίσει την τολμηρή πνευματική του αναζήτηση και την προσωπική του αναμόρφωση. Αρχίζει έτσι η δραματική φυγή του από την κοινωνία και τον κόσμο και η φάση της δημιουργικής απόσυρσης στη μοναξιά .

 Από τη μοναξιά του δάσους του Μονμορανσί γεννιούνται οι βασικές ιδέες του «Κοινωνικού συμβολαίου».

 Παρά το γεγονός ότι έχουν περάσει  περίπου δυόμισι αιώνες από τότε που γράφτηκε αυτό το σπουδαίο έργο. Και ο άνθρωπος του 21ου αιώνα ζει  σε ένα διαφορετικό πνευματικό, ηθικό και πολιτικό σύμπαν από εκείνο που γνώρισε ο γαλλικός 18ος αιώνας μπορούμε ωστόσο να νιώσουμε και σήμερα τη δύναμη της έμπνευσης και την ισχυρή έλξη ενός βιβλίου στις πρώτες κιόλας σελίδες του οποίου διαβάζουμε τη φράση: «Ο άνθρωπος γεννήθηκε ελεύθερος και παντού βρίσκεται αλυσοδεμένος. Κι όποιος πιστεύει ότι είναι κύριος των άλλων δεν είναι λιγότερο δούλος».
Στους αιώνες που μεσολάβησαν έχουν διατυπωθεί πάρα πολλές και συχνά αντιφατικές κρίσεις για το έργο του Ρουσσώ. Θεωρήθηκε ένας θεωρητικός πρόδρομος της Γαλλικής Επανάστασης, ένα σύμβολο των αγώνων για ισότητα και ελευθερία, αλλά και ο πατέρας του γιακοβινισμού[xi] ή ακόμα και του σύγχρονου ολοκληρωτισμού. Είναι επίσης αλήθεια ότι η σκέψη του είνα[xii]ι αρκετά περίπλοκη και χαρακτηρίζεται από αντινομίες, από τις οποίες μπορεί να πηγάσουν και οι πιο διαφορετικές ερμηνείες.

 Δεν πρέπει άλλωστε να ξεχνάμε ότι ο αρχιτέκτονας της ιδεώδους πολιτείας που σκιαγραφείται στο «Κοινωνικό συμβόλαιο» είχε ο ίδιος φροντίσει να υπογραμμίσει ότι η ορθή λειτουργία της προϋπέθετε μιαν ύψιστη «αρετή», την οποία είναι δύσκολο να προσεγγίσουμε εμείς οι κοινοί θνητοί. Έγραφε χαρακτηριστικά: «Αν υπήρχε λαός θεών, θα κυβερνιόταν δημοκρατικά. Μια τόσο τέλεια διακυβέρνηση δεν ταιριάζει σε ανθρώπους».

 

 

2.Η επεξεργασία της θεωρίας (1750-1762)

Η Πραγματεία περί επιστημών και τεχνών βραβεύτηκε  από την Ακαδημία της Ντιζόν και γνώρισε σύντομα πολύ μεγάλη φήμη. Αντιμετώπισε  όμως μια μακρά πολεμική. Διάφοροι συγγραφείς, καμιά φορά και ερασιτέχνες, όπως ο βασιλιάς της Πολωνίας Στανισλάς, σχολιάζουν αρνητικά τον Ρουσσώ, ο οποίος απαντά, και η συζήτηση θα κρα­τήσει ως τη δημοσίευση της δεύτερης πραγματείας. Οι εχθροί του Ρουσσώ προσπάθησαν να τον δυσφημίσουν βεβαιώνοντας, πως ήταν ο Ντιντερό αυτός που του είχε εμπνεύσει τη θέση . Όμως και οι δύο άντρες  είχαν δικαίωμα σε άλλου είδους φήμη[xiii]. Αυτή η πρώτη Πραγματεία εξασφάλισε αμέσως τη διασημότητα για τον Ρουσσώ. Όμως  ο  ίδιος ο Ρουσσώ, ο οποίος  δεν είχε τη ματαιοδοξία της λογοτεχνίας, το θεωρεί ως ένα από τα χειρότερα έργα του. Συγκεκριμένα αναφέρει πως … «Απ' όλα όσα έχουν βγει από την πένα μου, είναι το πιο αδύναμο σε συλλογισμούς, και το πιο φτωχό σε ρυθμό και αρμονία.»

Παρά το γεγονός όμως ότι δεν ξεπερνάει το επίπεδο της ηθικολογικής ρητορείας είναι πολύ σημαντικό  γιατί όλη η θεωρία του Ρουσσώ περικλείεται σ' αυτό εν σπέρματει.

Αποδεχόμενος ότι η πρόοδος των επιστημών και των τεχνών έχει διαφθείρει τα ήθη, ο Ρουσσώ βρίσκεται στον αντίποδα των ιδεών που δέχονται όλοι οι φιλόσοφοι.

 Την ίδια στιγμή, το φυλλάδιο της Εγκυ­κλοπαιδείας, λειτουργούσε ως  ένας ύμνος στην επιστήμη που θα επέ­τρεπε την αναδόμηση της κοινωνίας με βάση τις απαιτήσεις του ορ­θού λόγου. ]

Ο Ρουσσώ έρχεται λοιπόν να παρατηρήσει πως, όσο αναπτύσσονται οι τέχνες και οι επιστήμες, τόσο πιο λαμπρές εμφανίζονται οι κοινωνίες σε διανοητικό επίπεδο, αλλά  και τόσο πιο πολύ διαφθείρονται ηθικά και τόσο πιο δυστυχισμένοι γίνονται οι λαοί. Οι θέσεις αυτές δεν ήταν καθόλου κοντά στο πνεύμα των Εγκυκλο­παιδιστών, και καθώς  ήταν ακόμα αποκλειστικά ηθικής φύσης, μπορού­σε να διαπιστώσει  κανείς εκεί μια αναβίωση του χριστιανικού λόγου[xiv]. Άλλωστε , αυτός είναι ο λόγος που ο Ρουσσώ βραβεύτηκε από την Ακαδημία της Ντιζόν. Αλλά στην πολεμική που ακολούθησε, το κοι­νωνικό περιεχόμενο, που ήταν ακόμη λανθάνον στην πρώτη Πραγμα­τεία, διαφαίνεται όλο και πιο καθαρά και ιδίως στην Απάντηση στο βασιλιά της Πολωνίας. Σ’ αυτήν είναι όντως ο πρώτος που λέει πως ο πολιτισμός βρίσκεται στην υπηρεσία μιας διε­φθαρμένης αριστοκρατίας . Μάλιστα η  κριτική του δε στρέφεται μόνο εναντίον της φεουδαρχικής κοινω­νίας, αλλά εναντίον κάθε κοινωνίας που είναι θεμελιωμένη πάνω στην ανισότητα κατανομής του πλούτου.

 Δεν διακόπτει τις σχέσεις του με τους φιλοσόφους, γιατί η αντίθεση που τον φέρνει αντιμέτωπο μ' αυ­τούς είναι ακόμα λανθάνουσα. Ο ντ' Αλαμπέρ, στην Προκαταρκτική πραγματεία της Εγκυκλοπαιδείας και ο Γκριμ, στη «Λογοτεχνική αλλη­λογραφία», ασκούν ευνοϊκή κριτική στην πρώτη Πραγματεία. Ο Ρουσσώ συνεργάζεται με την Εγκυκλοπαιδεία, στην οποία παρέχει άρθρα για τη μουσική, και στην οποία θα δώσει, το 1755, το έργο του «Πραγμα­τεία περί της πολιτικής οικονομίας», στο οποίο εμβαθύνει στις θέσεις του και περνάει από το ηθικό επίπεδο στο πολιτικό. Επίσης παραμένει πολύ συνδεμένος με τον Ντιντερό οποίος  είναι ο πιο αγαπητός του φίλος. Ο Ντιντερό είναι σαν κι αυτόν ένας μικροαστός, που έζησε πολύ την μποέμικη  ζωή των λογοτεχνών.

Όμως ο Ρουσσώ απομακρύνεται όλο και περισσότερο από τα σαλό­νια[xv]. Αρχίζει την «ηθική μεταρρύθμιση» του και αποφασίζει να ζήσει ανεξάρτητος ως μικροτεχνίτης. Θα ζήσει από την εργασία του ως μουσικός αντιγραφέας για δέκα φράγκα τη σελίδα. Θα δώσει το παράδειγμα μιας ζωής αυστηρής, αδιάφορης. Και είναι αυτή η αξιοπρέπεια της προσωπικής του ζωής που θα κα­τακτήσει την καρδιά της μικροαστικής τάξης[xvi]. Η ίδια του η ζωή άλλωστε είναι αυτή που , παράλληλα με το έργο του,  θα εμπνεύσει τους μεγάλους Ιακωβίνους, τον Μαρά και τον Ροβεσπιέρο[xvii].

Το 1752, ανεβάζει ακόμα μια όπερα με τίτλο «Ο μάντης τον χωριού», μετά μια κωμωδία  με τίτλο «Ο Νάρκισσος», της οποίας ο πρόλογος απηχεί τις ιδέες της πρώτης «Πραγματείας». Αρνείται τη βασιλική σύνταξη που προορι­ζόταν να ανταμείψει την επιτυχία του «Μάντη του χωριού».

Το 1755, διαγωνίζεται, για μια ακόμα φορά, σε μια ερώτηση της Ακαδημίας της Ντιζόν. Από τον διαγωνισμό αυτόν προκύπτει  η «Πραγματεία περί της κατα­γωγής της ανισότητας».

 Μετά θα κάνει ένα ταξίδι στη Γενεύη, όπου θα προσηλυτιστεί ξανά στον καλβινισμό.

Κουρασμένος από την παρισινή ζωή, δέχεται μια πρόταση της μαντάμ ντ' Επινέ, η οποία θέτει στη διάθεση του, στο πάρκο του πύρ­γου της στη Σερβέτ, ένα σπίτι κηπουρού, το Ερμιτάζ. Εκεί, οι διαφω­νίες του με τους Εγκυκλοπαιδιστές θα γίνουν πιο σοβαρές. Συχνά, οι κριτικοί αποδίδουν αυτή τη ρήξη σε προσωπικά κίνητρα δηλαδή τη δυσπι­στία και την υπερευαισθησία του Ρουσσώ, τη μανία καταδίωξης, τις αδιακρισίες του Ντιντερό και τις πλεκτάνες του Γκριμ.

 «Η πηγή της  σύγκρουσης είναι  ιδεολογική.  Οι Εγκυκλοπαιδιστές, τόσο η προο­δευτική πλευρά (Ντιντερό, ντ' Ολμπάκ) όσο και η μετριοπαθής (Βολταίρος), αναπτύσσουν το προοδευτικό πρόγραμμα της καπιταλιστικής αστικής τάξης, ενώ ο Ρουσσώ αντιπροσωπεύει τα συμφέροντα των πε­ρισσότερο επαναστατικών δημοκρατικών μαζών.»[xviii]

Το 1758, ο Ρουσσώ διακόπτει με τη μαντάμ ντ' Επινέ και εγκαθίστα­ται στο Μονμορενσί, στο σπιτάκι του Μον-Λουί. Αυτή είναι η πιο γόνιμη περίοδος της ζωής του.

Αρχικά δημοσιεύει την Επιστολή στον ντ' Αλαμπέρ περί θεαμάτων, η οποία προκαλεί την οριστική διακοπή των σχέσεων του με την Εγκυκλοπαιδεία. Ο Ρουσσώ δεν αντιτίθεται στην τέχνη γενικά, ούτε κά­νει διακρίσεις ανάμεσα στα θεατρικά είδη. Επανειλημμένα έχει δηλώ­σει την πίστη του στην ευεργετική δύναμη της τέχνης, υπό ένα καθε­στώς που δεν θα βασιζόταν στην κοινωνική ανισότητα. Η τέχνη πρέπει να έχει  κατ’ αυτόν ηθικό και πολιτειακό περιεχόμενο.

Μάλιστα  στο τέλος της Επι­στολής στον ντ' Αλαμπέρ προτείνει ένα πρόγραμμα λαϊκών και πολιτειακών εορτών που θα υιοθετηθούν από την Επανάσταση. Οι με­γάλες επαναστατικές γιορτές, που οργάνωσε ο Νταβίντ, βασίζονται στη θεωρία του Ρουσσώ.

Το 1761 και το 1762 εμφανίζονται τα τρία σημαντικά έργα, Η Νέα Ελοΐζ, Το Κοινωνικό Συμβόλαιο και ο Αιμίλιος. Και τα τρία έχουν διδακτικό χαρακτήρα. Μέχρι τώρα ο Ρουσσώ έχει καταγγείλει τις αιτίες της ταπείνωσης του ανθρώπου της εποχής του σε μια κοινωνία που βασίζεται στην ανισότητα του πλούτου. Τώρα όμως,  με τα έργα αυτά δείχνει στους συγχρό­νους του την εικόνα του ανανεωμένου ανθρώπου.

Το Κοινωνικό Συμβόλαιο θέτει τις αρχές μιας δημοκρατικής κοινωνίας, με ισότητα.

Κηρύττει την ισότητα του πλούτου και των νόμων και εναντιώνεται στην ανισοκατανομή και την ανυπαρξία ισοπολιτείας    οι οποίες άλλωστε εμπο­δίζουν την ανάπτυξη της βιομηχανίας και του εμπορίου. Για να εδραιώσει το οικοδόμημα του αντιλαμβανόμενος  την αδυναμία όλων αυτών των μέσων, διατυπώνει  τις απόψεις του σχετικά με μια θρησκεία του Κράτους.

Κανένα βιβλίο δεν άσκησε μεγαλύτερη επίδραση στους επαναστά­τες. Υπήρξε γι' αυτούς ένα εγχειρίδιο πολιτικής αρετής και πατριωτι­σμού . Τίποτα πιο ξένο στη σκέψη του Ρουσσώ από τον κοσμοπολιτισμό. Είναι στο Κοινωνικό Συμβόλαιο που βλέπουμε τον πατριωτισμό και το δημοκρατικό πνεύμα τόσο στενά συνδεμένα, πριν το 1789.

Από την άλλη μεριά, βεβαιώνοντας ότι προκειμένου να υπερασπιστεί την ελευθερία ο ηγεμόνας έχει απεριόριστη δύναμη, αφού όλοι οι πολίτες  του εναποθέτουν όλα τους τα δικαιώματα, ο Ρουσσώ πρόσφερε στους Ιακωβίνους, χωρίς να το έχει προβλέψει, την αρχή της επανα­στατικής τρομοκρατίας.

Απ’ την άλλη , η πολιτειακή θρησκεία του Κοινωνικού Συμβολαίου ενέ­πνευσε τον Ροβεσπιέρο για τη θεμελίωση της λατρείας του ανώτατου Όντος .

Επίσης η παιδαγωγική πραγματεία «Αιμίλιος» έπαιξε ένα προοδευτικό ρόλο, κυρίως αν συγκρίνουμε τις ιδέες του Ρουσσώ με την πρακτική της δι­δασκαλίας που επικρατούσε στα σχολεία της εποχής του και που στην ουσία βρισκόταν στα χέρια των Ιησουϊτών μέχρι την εκδίωξη τους (1762)[xix].

Ο Ρουσσώ, ακολουθώντας το παράδειγμα των μεγάλων ανθρω­πιστών της Αναγέννησης, διεκδικεί την ολοκληρωτική ανάπτυξη, φυ­σική και ηθική, της ανθρώπινης προσωπικότητας, μια περιεκτική δι­δασκαλία όπου η άμεση παρατήρηση των πραγμάτων οφείλει να αντικαταστήσει, όσο το δυνατόν περισσότερο, τη διδασκαλία από τα βιβλία, όπου οι επιστήμες θα έχουν έναν ουσιαστικό ρόλο, όπου η πρακτική οφείλει να αναμειχθεί με τη θεωρία[xx]. Ο Αιμίλιος μαθαίνει ένα χειρωνακτικό επάγγελμα, γιατί «πλησιάζουμε στο κρίσιμο σημείο και στον αιώνα των επαναστάσεων», και καμία κοινωνική κατάσταση δε θα είναι πια σταθερή. Στη βάση αυτής της παιδαγωγικής βρίσκεται η αρχή ότι πρέπει να αναπτύξουμε την προσωπικότητα του παιδιού, να σεβόμαστε τα χαρίσματα που του πρόσφερε η φύση, να απομακρύ­νουμε από αυτό κάθε προκατάληψη, κάθε παράδοση που δεν στηρίζε­ται στη λογική. Με μια λέξη  πρέπει να κάνουμε τον άνθρωπο ικανό να κρίνει μόνος του, και αυτό είναι πρωταρχικό τις παραμονές της Επανάστασης.

Ο Ρουσσώ θέλει να σχηματίσει για την κοινω­νική ζωή έναν άνθρωπο που θα διατηρούσε όλες τις φυσικές ανθρώ­πινες ιδιότητες. Ο Αιμίλιος, για να μπορέσει να αντιμετωπίσει καλύτερα την κοινωνία με όλα της τα ελαττώματα, ανατρέφεται μέσα στη μοναξιά, τουλάχιστο μέχρι την ηλικία των 15 ετών. Προορίζεται να γίνει ένας πολίτης περισσότερο εμπνευσμένος από τους άλλους, χωρίς προκαταλήψεις, ικανός ακόμα και να οργανώσει μάχες για την ελευ­θερία, όπως εμφανίζεται στη συνέχεια του Αιμίλιου, Αιμίλιος και Σοφία ή οι Μοναχικοί, αλλά ταυτόχρονα είναι αυτάρκης .

Αυτό το  έργο έχει  διπλή επίδραση. Είχε το μεγάλο πλεονέκτημα να θέσει για πρώτη φορά, με μια πολύ μεγάλη δύ­ναμη, τα προβλήματα του παιδιού, ως διαφορετικής οντότητας, στην οποία ο παιδαγωγικός λόγος και η πρακτική οφείλουν να προσαρμο­στούν σε βάθος. Ενέπνευσε τα προοδευτικά εκπαιδευτικά προγράμματα των Ιακωβίνων, όπως του Λεπελετιέ ντε Σεν-Φαργκό και του Σεν-Ζιστ, αλλά επίσης και τις αντιδραστικές θεωρίες ορισμένων παιδαγωγών του 19ου αιώνα και του σήμερα.

Επίσης στο Profession de foi du vicaire savoyard, όπου ο Ρουσσώ εκθέτει τις αρχές της θρησκείας του. Πιστεύει στην αθανασία της ψυχής, σε ένα θεό, ο οποίος, από εκεί πάνω, ανταμείβει τους καλούς και τιμωρεί τους κακούς, και του οποίου η ύπαρξη αποδεικνύεται από τα  θαύματα της φύσης και τη διαίσθηση της συνείδησης του,  δηλαδή το «θείο ένστι­κτο». Ο Ρουσσώ είναι  θεϊστής[xxi] και φαινομενικά, βρίσκεται κοντά στον Βολταίρο, ο οποίος  είναι επίσης θεϊστής. Ο Ρουσσώ αρνείται ακριβώς όπως και ο Βολταίρος κάθε αποκάλυψη, τις τελετουργίες, τα δόγματα που είναι κατάλληλα για εκείνη ή για την άλλη εκκλησία. Όπως και για τον Βολταίρο, η θρησκεία του μπορεί κάλλιστα να υπάρχει και χωρίς τον κλήρο. Άλλωστε   ο Ρουσσώ, όπως και οι άλλοι φιλόσοφοι, μάχονται εναντίον της Εκκλησίας, ως κύριου προ­μαχώνα του φεουδαρχισμού[xxii].

Στην πραγματικότητα, ο θεϊσμός του Ρουσσώ απορρέει από προσδο­κίες πολύ διαφορετικές από αυτές του Βολταίρου[xxiii]. Ο Βολταίρος αρνείται τον υλισμό, μεταξύ άλλων λόγων και γιατί έχει ανάγκη από ένα θεό-χωροφύλακα, από εκεί πάνω, ο οποίος κρατάει το λαό υπά­κουο και προστατεύει την ατομική ιδιοκτησία. Ο Ρουσσώ, αντίθετα, έχει ανάγκη από ένα θεό παρηγορητή του λαού, ο οποίος στη μετά θάνατον ζωή, θα πάρει εκδίκηση για τους καταπιεσμένους και θα τιμωρήσει τους κακούς, δηλαδή τους πλούσιους.

 Είναι σίγουρο ότι, διατυπώνοντας την θεωρία του για τη θρησκεία, ο Ρουσσώ προσέγγισε περισσότερο τη μικρο­αστική τάξη και το λαό αυτής της εποχής, στον οποίο ο καθολικι­σμός εξασκούσε μια δυνατή επίδραση.

Κατά τον  Ένγκελς  στη Γαλλία ο υλισμός είχε αριστοκρατικές καταβολές και οι Εγκυ­κλοπαιδιστές[xxiv] παρέμεναν μακριά από το λαό. Ακόμα περισσότερο, καταλήγοντας σε ένα συμβιβασμό με τη θρησκεία, ο Ρουσσώ μετατό­πιζε τον άξονα της μάχης. Δεν ήταν πια η μάχη της λογικής κατά της θρησκείας, αλλά η μάχη του λαού. Δηλαδή τώρα έχουμε χωρικούς, μικροαστούς, οι οποί­οι κάθε άλλο παρά άθρησκοι ήταν, εναντίον των αριστοκρατών και των πλουσίων. Μπορεί επίσης κάποιος να υποστηρίξει ότι αυτό που αναφύεται από το Profession de foi du vicaire savoyard , είναι η πολιτική του Ροβεσπιέρου, ο οποίος είχε αντιληφθεί  ότι δεν θα μπορούσε να συγκεντρώσει τις λαϊκές μάζες εναντίον των αριστοκρατών, αν επιχειρούσε ταυτόχρονα  να καταστρέψει τις θρησκευτικές τους προκαταλήψεις. Την ίδια στιγμή, οι Γιρονδίνοι, συχνά άθεοι, μαθητές των Εγκυκλοπαιδιστών, όπως ο Κοντορσέ, έχαναν τη δύναμη τους στον επαναστατικό αγώνα, από το φόβο του λαού.

Σ' αυτή την αποφασιστική στιγμή, ο θεϊσμός [xxv] του Ρουσσώ έπαιξε σπουδαίο ρόλο.

 Αποδίδοντας στην ηθική συνείδηση ένα «θείο ένστικτο», ο Ρουσσώ ανοίγει την πόρτα στο φιντεϊσμό[xxvi]. Από την εποχή του ήδη  μια εκκλησιαστική μειοψηφία αντιλήφθηκε  ότι μπορούσε να τον χρησιμοποιήσει. Μάλιστα μετά την έκδοση του Αιμίλιου, ο επίσκοπος Λεφράν ντε Πομπινιάν συγχάρηκε τον Ρουσσώ για τη δημιουργία μιας τρί­της πλευράς ανάμεσα στο χριστιανισμό και στους φιλοσόφους. Ο Ντιντερό και οι Εγκυκλοπαιδιστές  δικαίως διεκδίκησαν τον τίτλο των δασκάλων του μαρξισμού περισσότερο από τον Ρουσσώ.

Το μυθιστόρημα Η Νέα Ελοΐζ είχε μεγάλη απήχηση . Συγκεκριμένα, αντι­προσωπεύει μια στροφή στην ιστορία του μυθιστορήματος και, με την ποικιλία των προβλημάτων που θέτει, είναι σχεδόν μια Εγκυκλοπαιδεία του ρουσσωϊσμού.

Πρόκειται, κατ' αρχάς, για ένα ερωτικό μυθιστόρημα που γεννή­θηκε μέσα από μια συναισθηματική κρίση, την οποία υπέστη ο Ρουσσώ γερνώντας. Κατά την γνώμη του η αισθηματική λογοτεχνία είναι, για αυτόν, αξιοκαταφρόνητη αφού λειτουργεί ως ένα μέσο φυγής για τις αργόσχολες γυναίκες. Για τους παραδοσιακούς ηθικολόγους, το μυθιστόρημα έχει το ελάττωμα να κολακεύει τα πάθη, τα οποία παρουσιάζει γοητευτικά. Όσο για τους ανθρώπους του Διαφωτισμού, αυτοί το κατηγορούν για διαστρέβλω­ση του πραγματικού.

Ο Ρουσσώ θα βγει από αυτό το αδιέξοδο δίνοντας σ' αυτό το λυρικό έργο ένα πραγματικό φιλοσοφικό βάρος, θέτοντας κατά σειρά προβλήματα ηθικά και κοινωνικά παρά το γεγονός ότι  το ερωτικό μυθιστόρημα δε θυσιάζε­ται. Από το σύνολο αποκαλύπτεται ένα απαισιόδοξο όραμα: ο χρόνος κα­ταστρέφει τα πάντα, δεν υπάρχει διαρκής ευτυχία, και το πάθος δεν μπορεί να επιμηκυνθεί παρά μόνο με την προϋπόθεση ότι μένει ανι­κανοποίητο.

Από τους προλόγους του μυθιστορήματος γνωρίζουμε το κοινό, για το οποίο ο Ρουσσώ, κατά προτίμηση, προόριζε το βιβλίο του. Τους κα­τώτερους γαιοκτήμονες ευγενείς.

 Αυτό το κοινό δείχνει ότι έχει, πε­ρισσότερο και από τους αστούς, τα μέσα για μια ευτυχισμένη ύπαρξη μέσα στη φύση, διάγοντας μια ενάρετη οικογενειακή ζωή, αφοσιωμένοι στην ορθολογική εκμετάλλευση των γαιών τους. Συλλαμβάνουμε εδώ μια αντίφαση της μικροαστικής τάξης. Διότι το να εκμεταλλευτεί τη γη της σημαίνει, ακόμα και για ένα μικρό ιδιοκτήτη, εκμετάλλευση του υπηρετικού της προσωπικού. Το δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος περιέχει μια περιγραφή των μεθόδων που χρησιμοποιούνται   στην ιδιοκτησία του Κλαρένς.

 Η τεράστια επιτυ­χία του οφείλεται ,κατ' αρχήν, στην αρμονική απλότητα της πλοκής. Είναι το πρώτο σπουδαίο μυθιστόρημα που δεν είναι καθόλου ένα συνταίριασμα ιστοριών λίγο πολύ τεχνητά συνδεμένων μεταξύ τους. Από την άλλη μεριά, χρησιμοποιείται κατά κόρον το τέχνασμα του μυθιστορήματος με επιστολές. Τα γεγονότα βιώνονται από πρόσωπα, των οποίων οι απόψεις είναι αντίθετες.

 Η Νέα Ελοΐζ είναι ένα σημαντικό σύγχρονο μυθιστόρημα το οποίο εδώ και μερι­κές δεκαετίες γνωρίζει μια αναμφισβήτητη αναγέννηση[xxvii].

Η έκδοση του Αιμίλιου κλιμακώνει τις διώξεις εναντίον του Ρουσσώ. Το Κοινοβούλιο λογοκρίνει το βιβλίο και αποφασίζει την προσωπική κράτηση του συγγραφέα του. Ο Ρουσσώ θα έπρεπε να φύγει χωρίς καθυ­στέρηση. Ο αρχιεπίσκοπος του Παρισιού τον αφορίζει. Οι διαμαρτυρόμενοι δεν δείχνουν καλύτερες διαθέσεις αφού κατα­δικάστηκε  και  στη Γενεύη .

Η έκδοση του Αιμίλιου σηματοδοτούσε στη σκέψη του το τέλος του διδακτικού του έργου. Υπολόγιζε να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του επιμελούμενος τα απαντά του, οι διώξεις  όμως θα τον οδηγήσουν σε νέες δημοσιεύσεις. Έδωσε απάντηση στον αρχιεπίσκοπο του Παρισιού με την Επιστολή στον Κριστόφ ντε Μπομόν, στην οποία η ευγλωττία του φθάνει σε νέα ύψη. Η καταδίκη του στη Γενεύη έδωσε το σύνθημα για διαρκείς πολιτικούς αγώνες, με αποκορύφωμα  την αποποίηση  της ιδιότητας του  πολίτη της Γενεύης. Μετά από αρκετό δισταγμό, ανταποκρίνεται στην έκκληση των «αντιπροσώπων», δηλαδή της δημοκρατικής αντιπολίτευσης, και εξαπολύει εναντίον των κυβερ­νώντων της Γενεύης τις «Επιστολές του όρους», οι οποίες τον εμφανί­ζουν σε ένα μέρος της κοινής γνώμης ολόκληρης της Ευρώπης ως έναν επικίνδυνο ταραχοποιό . Οι Επιστολές του καίγονται στη Χάγη και στο Παρίσι. Οι πάστορες ξεσηκώνουν τον πληθυσμό του Μοτιέ εναντίον του· καταφεύ­γει στο νησί του Αγίου Πέτρου, στη λίμνη της Μπιέν, στο κρατίδιο της Βέρνης, του οποίου η Γερουσία τελικά  τον εκδιώκει.

Μέσω Αλσατίας φτάνει στην Αγγλία, όπου τον είχε προσκαλέσει ο φιλόσοφος Ντέιβιντ Χιουμ. Πολύ γρήγορα οι δύο άνδρες έρχονται σε σύγκρουση και ο Ρουσσώ επιστρέφει στη Γαλλία, όπου ξαναρχίζει τη ζωή του περιπλανώμενου πριν εγκατασταθεί στο Παρίσι το 1770, με την ανοχή της εξουσίας. Μέχρι το θάνατο του στην Ερμενονβίλ, το 1778, θα ζήσει αποτραβηγμένος, χωρίς να δέχεται παρά την παρέα ενός μικρού αριθμού φίλων και χωρίς να έχει εμπιστοσύνη σε κανέναν[xxviii]. Έχει εναντίον του τις Εκκλησίες, το Κοινοβούλιο, τη βασιλική εξου­σία, τους φιλοσόφους. Είναι ένας άνθρωπος ο οποίος είναι φαινομενικά απομονωμέ­νος. Και όμως κανένας δεν έχει περισσότερη επιρροή, περισσότερους ενθουσιώδεις θαυμαστές. Πολωνοί πατριώτες του ζητούν να επέμβει για τη χώρα τους και να επεξεργαστεί ένα σύνταγμα. Κάποιοι Κορσι­κανοί είχαν κάνει το ίδιο μερικά χρόνια πριν. Ασταμάτητα, άγνωστοι οπαδοί προσπαθούν να παραβιάσουν τη σκιώδη απομόνωση του. Αυ­τός ο μοναχικός και παγιδευμένος άνθρωπος εξασκεί στην κοινή γνώ­μη μια έλξη που οι διώκτες του δεν εξασκούν. Αν και κερδίζει τα προς το ζειν με την αντιγραφή μουσικών χειρογράφων, και αφιερώνει ένα μέρος του ελεύθερου χρόνου του στη βοτανολογία στην εξοχή γύρω από το Παρίσι, γράφει ακόμα πολύ. Αλλά το έργο του αλλάζει χαρα­κτήρα. Έκτοτε, διδάσκει τους ανθρώπους δείχνοντας τους το δικό του παράδειγμα, φροντίζοντας να δικαιολογηθεί στις επερχόμενες γενιές για τις συμφορές και τις αδικίες.

Το αυτοβιογραφικό του έργο περι­λαμβάνει τους Διάλογους: Ο Ρουσσώ κρίνει τον Ζαν-Ζακ, έργο παράδοξο, όπου εκφράζονται οι αγωνίες που γεννήθηκαν κατά τις διώξεις, οι Εξομολογήσεις και οι Ονειροπολήσεις του μοναχικού περιπατητή.

Οι Εξομολογήσεις είναι λιγότερο η ιστορία της ζωής του και πε­ρισσότερο η ιστορία της ψυχής του, της συναισθηματικής του ζωής. Αριστούργημα ψυχολογικής ανάλυσης, εύγλωττη αγόρευση και παθιασμένο κατηγορητήριο, συχνά άδικο, εναντίον των εχθρών του, είναι - ταυτόχρονα μια λυρική ωδή, ένα από τα ωραιότερα ποιήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ο Ρουσσώ είναι ο πατέρας της αισθηματικής, λυρικής λογοτεχνίας, η οποία θα ανθήσει τη ρομαντική εποχή. Ο ατομι­σμός του έχει ένα στοιχείο θετικό. Τη στιγμή που ο άνθρωπος της Τρίτης Τάξης, εγκλωβισμένος ακόμα στα φεουδαρχικά πλαίσια, ταπεινώνεται και στερείται των δικαιωμάτων του, το άτομο Ρουσσώ έρχεται να βεβαιώσει την αναντικατάστατη αξία του. Ανακαλύπτει σ' αυτόν έναν απεριόριστο πνευματικό πλούτο, αποκαλύπτει στον κόσμο τους θησαυρούς της εσωτερικής ζωής, όλες τις λανθάνουσες δυνάμεις που υπάρχουν στον άνθρωπο. Έτσι, ο Ρουσσώ εργάζεται για την απελευθέρωση του ανθρώπου. Βέβαια, ο Βολταίρος και οι φιλόσοφοι είχαν ήδη αγωνιστεί για να επικρατήσει η ιδέα ότι η ανθρώπινη προσωπικότητα είναι ιερή. Αλλά αυτό παρέμενε μια ιδέα αφηρημένη. Ο Ρουσσώ τη χρωματίζει, της δίνει ζωή, σάρκα.

Μετά τις Εξομολογήσεις ακολουθούν οι Ονειροπολήσεις, έργο το οποίο διακόπηκε από το θάνατο . Ορισμένες απ' αυτές τις σελίδες περιέχουν τα πιο όμορφα ποιήματα, σε πεζό λόγο, που μας κληροδότησε ο 18ος αιώνας[xxix].

Η επίδραση του δεν είναι απλή.

Βρίσκουμε στον Μαρξ μια θεμελιώδη κριτική του ρουσσωικού ατομι­κισμού, και κυρίως του μύθου της φυσικής κατάστασης. Για τον Μαρξ, στην αστική κοινωνία, τα προϊόντα της εργασίας παίρνουν τη μορφή εμπορευμάτων, των οποίων η αξία επικαλύπτει κοινωνικές σχέσεις. Το μόνο κοινό στοιχείο που υπάρχει ανάμεσα τους είναι ο χρόνος εργα­σίας που κοινωνικά χρειάζεται για να παραχθούν, και η πιο γενική σχέση που μπορούμε να βρούμε ανάμεσα στους παραγωγούς συνίστα­ται στη σύγκριση των εργασιών τους πάνω σε μια βάση ισότητας. Η αστική κοινωνία λοιπόν οφείλει να θεωρεί κάθε άνθρωπο ως ελεύθερο άτομο, ίσο προς όλους τους άλλους, αλλά με τρόπο καθαρά θεωρητικό. Αυτή είναι η αστική σύλληψη του ατόμου που απορρέει από την ιστο­ρική εξέλιξη, από τη σημερινή κατάσταση της εμπορικής παραγωγής, που ο Ρουσσώ, ακολουθώντας το παράδειγμα αρκετών διανοητών του καιρού του, δίνει έμφαση στη μυθική φυσική κατάσταση. Από την άλλη μεριά, ο Ρουσσώ, σε κοινωνικό επίπεδο, συμμερίζεται τον ιδεαλισμό ολόκληρης της φιλοσοφίας του Διαφωτισμού. Στο Κοινωνικό Συμβόλαιό του, δεν λαμβάνει αρκετά υπόψη του την πραγματική κοινωνία. Δεν θέλει να αναγνωρίσει, από τη μια πλευρά, παρά μόνο άτομα, κι από την άλλη, ολόκληρη αυτή τη συλλογικότητα . Δεν αποδέχεται καμία ομαδοποίηση των ατόμων, η οποία θα διακινδύνευε να αλλάξει τη συλ­λογική βούληση. Με μια λέξη, στην ιδανική του πολιτεία αρνείται την πάλη των τάξεων. Είναι μια ουτοπική σκέψη, χωρίς να στηρίζεται αρ­κετά στο πραγματικό. Βλέπουμε τις συνέπειες στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου[xxx], η οποία εμπνέεται πολύ περισσότερο από τον Ρουσσώ παρά από τους άλλους διανοητές του Διαφωτισμού. Τα δι­καιώματα που διακηρύττει είναι πάντα θεωρητικά και αφηρημένα. Επι­κυρώνει, για παράδειγμα, το δικαίωμα όλων στην ιδιοκτησία, ενώ αποσιωπεί  το γεγονός ότι ο προλετάριος μένει δίχως ιδιοκτησία.

Να προσθέσουμε ότι από την άποψη της θεωρίας της γνώσης, οι ιδρυτές του μαρξισμού αισθάνονται πιο κοντά στον υλισμό του Ντιντερό και των φίλων του παρά στον πνευματισμό του Ρουσσώ.

Στη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης το έργο του Ρουσσώ έπαιξε ένα τεράστιο ρόλο ως πηγή έμπνευσης.

 Στους πολιτικούς αγώνες τροφοδότησε με επιχειρήματα, με θέματα, με λόγο, όχι μόνο τους οπαδούς του Ροβεσπιέρου, όπως πίστευαν για πο­λύν καιρό, αλλά το σύνολο των κομμάτων, συμπεριλαμβανομένων και των αριστοκρατών.

 Το χρησιμοποίησαν  όλα τα κόμματα, με τους πιο αντιφατικούς τρόπους, ανάλογα με τις ανάγκες τους. Ωστόσο , όσο βαθαί­νει η επανάσταση, η δημοκρατική αξίωση που βρίσκεται στο βάθος του Κοινωνικού Συμβολαίου υπηρέτησε όλο και περισσότερο τους πατριώ­τες, ενώ οι αντεπαναστάτες έστρεψαν τα νώτα τους στον Ρουσσώ.

Η επίδραση του Ρουσσώ στην Επανάσταση δεν εξηγείται μόνο από τις ιδέες του, αλλά από το ύφος του. Πραγματικά, η ευγλωττία του και η δόνηση της ποίησής του μπορούσαν να παρασύρουν τις  μάζες. Το αγαπημέ­νο όπλο του Βολταίρου είναι η ειρωνεία· το όπλο του Ρουσσώ είναι η ευγλωττία· αυτή η αλλαγή σηματοδοτεί ένα νέο στάδιο στην προετοιμασία της Επανάστασης. Πράγματι, πριν το 1750 η ειρωνεία είναι το κυρίαρχο ύφος των φιλοσόφων.  

Είναι το έργο ανθρώπων της αυλής και του σαλονιού. Αυτό δεν σημαίνει  ότι ο Βολταίρος υπήρξε ερασιτέχνης ή ότι δεν πολέμησε με πάθος. Με­τά το 1750, η ειρωνεία του γίνεται οξύτερη, αλλά δεν δίνει τον καλύτερο εαυτό του στην ευγλωττία. Αντίθετα, η ευγλωττία του Ρουσσώ μιλάει στην καρδιά, απευθύνεται σε ανθρώπους που έχουν χάσει την υπομονή τους από την καταπίεση και που είναι αγανακτι­σμένοι. Δεν φωτίζει μόνο το νου, αλλά ενεργοποιεί όλες τις πτυχές της προσωπικότητας. Είναι αυτή η ευγλωττία που το 1789 ξεσήκωσε τις  μάζες με τη φωνή των σπουδαίων ρητόρων των λεσχών και των συνελεύσεων.

Μετά την Επανάσταση, η επίδραση του Ρουσσώ παραμένει τεράστια.

 Όλοι οι ρομαντικοί μπορούν να επικαλεστούν το παράδειγμα του όπως ο Σατομπριάν, ο Μισελέ ή ο Λαμενέ. Ακόμα και αργότερα είναι δυνατόν να διαπιστώσουμε την άμεση επίδραση του στους μεγάλους συγγραφείς. Ο Τολστόι, ο οποίος παρουσιάζει τόσες αναλογίες μ' αυ­τόν, ανακηρύσσεται μαθητής του. Ο Ρομέν Ρολάν, με τον φιλοσοφικό ιδεαλισμό του, αλλά και με την αγάπη του για το λαό, τη δικαιοσύνη, την ειρήνη και την ελευθερία, είναι επίσης ρουσσωϊστής[xxxi].

 
3. Σχετικά με το κοινωνικό συμβόλαιο

 

3.a. Η διαχρονική εξέλιξη

 

Το ερώτημα  που τίθεται είναι τι σημαίνει κοινωνικό συμβόλαιο.

Η τρέχουσα χρήση της έκφρασης κοινωνικό συμβόλαιο είναι εκείνη που συνηθίζεται στην καθομιλουμένη . Στην περίπτωση αυτή έχουμε να κάνουμε με τη σημασία μιας συμφωνίας , μιας δέσμευσης σε κάποιο σχέδιο, σε ένα ορισμένο πρόγραμμα δράσης, βάσει στρατηγικών και τακτικών κινήσεων.

Αυτή  είναι  μια δευτερογενής  χρήση  ενώ αυτή που αποτελεί αντικείμενο διερεύνησης είναι η έννοια του κοινωνικού  συμβολαίου , όπως αυτή διαμορφώθηκε και καθιερώθηκε στην ιστορία της κοινωνικής φιλοσοφίας .

Σ’ αυτήν την  προσπάθεια  θα χρειαστεί  να γίνει αναφορά  και στην ευρύτερη θεωρία του φυσικού δικαίου, στο πλαίσιο της οποίας γεννήθηκε και αναπτύχθηκε η συμβολαιακή θεωρία αυτή καθευαυτήν και που η εμφάνισή της ως ιδέα ανάγεται στην  αρχαία ελληνική φιλοσοφική σκέψη , ήδη με τη σοφιστική και  τη σωκρατική διδασκαλία.

Η θεωρία  του κοινωνικού συμβολαίου έχει διαδραμα­τίσει -και εξακολουθεί να   παίζει στις μέρες μας- σημα­ντικό ρόλο στην κεντρική σκηνή της πολιτικής φιλοσοφίας. Το κοινωνικό συμβόλαιο αποτελεί απάντηση στο ερώτη­μα της προέλευσης της κοινωνίας[xxxii]. Δηλαδή  όταν τίθεται ως θεωρητικό πρόβλημα η προέλευση και η θεμελίωση μιας συγκροτημένης ανθρώπινης κοινωνίας με κανόνες και νόμους, υπάρχουν δύο ενδεχόμενες πιθανές  απαντήσεις: η πρώτη έχει να κάνει με τον φυσικό τρόπο  και  η δεύτερη με τον τεχνητό. Η απάντηση φυσικού ή νατουραλιστικού τύπου συνίσταται στο ότι η κοι­νωνία υπάρχει εκ φύσεως. Η απάντηση τεχνητού ή «κα­τασκευαστικού» τύπου συνίσταται στο ότι η κοινωνία αποτελεί ανθρώπινη κατασκευή. Ο δεύτερος τύπος απά­ντησης προϋποθέτει πως η κοινωνία δημιουργείται μέσω μιας συμφωνίας των ανθρώπων μεταξύ τους, μέσω μιας σύμβασης ή συνθήκης, ενός συμφώνου ή συμβολαίου.

Ήδη από την Αρχαιότητα, οι εν λόγῳ δυνατές απαντή­σεις εκφράζονται μέσα από την αντίθεση νόμου και φύ­σεως. Οι  σοφιστές της αρχαίας Αθήνας υποστήριξαν την άποψη σχετικά με την   ανθρωποκεντρική προέλευση των νόμων της πόλεως, ή του κράτους. Δηλαδή σύμφωνα με τους σοφιστές, ο νό­μος αποτελεί προϊόν σύμβασης, δηλαδή συμφωνίας μετα­ξύ των ανθρώπων αφού στη φύση δεν υπάρχει κανενός είδους πολιτική οργάνωση της ανθρώπινης ζωής. Η πολιτική κοι­νότητα προκύπτει από τη συνειδητή απόφαση των αν­θρώπων να ενωθούν από κοινού, μέσω κάποιας συνθήκης.

Από τη μεριά του, ο Πλάτων θεωρεί τη γένεση της πο­λιτικής κοινωνίας εν μέρει φυσική και εν μέρει συμβατι­κή αφού ο άνθρωπος δεν είναι αυτάρκης, επειδή δεν μπορεί να καλύψει μόνος του τις βασικές του ανάγκες για τροφή, ένδυση, στέγη κλπ. Γι' αυτό τον λόγο, εξαιτίας της ανά­γκης, οι άνθρωποι χτίζουν πόλεις και ζουν σε ορ­γανωμένες κοινωνίες. Η κοινωνική και πολιτική ζωή απο­τελεί λοιπόν φυσική αναγκαιότητα, συγχρόνως όμως συνιστά τεχνητή συνένωση που βασίζεται στην ανθρώπινη βούληση. Υφίσταται έτσι με αυτόν τον τρόπο  ένα είδος συμφώνου που συνδέει τον πολίτη με την πόλη του, το οποίο ανανεώνεται διαρκώς και ρυθμίζει την καθημερινή ζωή των πολιτών μέσα στο κράτος. Εάν αυτό το σύμφωνο σπάσει, τότε το κράτος διαλύεται και πεθαίνει.

Η τέλεια αντίθεση στη συμβατική «κατασκευαστική» απάντηση θα διατυπωθεί από τον Αριστοτέλη. Όπως είναι γνωστό κατά την γνώμη του, το κράτος (πόλις) εί­ναι απολύτως φυσικό πράγμα και ο άνθρωπος είναι φύσει πολιτικό ζώο. Η αριστοτελική θέση υιοθετήθηκε από ορι­σμένους στοχαστές, φάνηκε όμως να ξεθωριάζει στο  πέ­ρασμα των αιώνων.

Κυριάρχησε εν πολλοίς η αντίληψη ότι η κοινωνία αποτελεί παράγωγο ενός συμφώνου. Παρά το γεγονός ότι  η αρχαία αυτή θεωρία σχετικά με τον τεχνητό τρόπο πα­ραγωγής της πολιτικής κοινωνίας μέσω μιας συνθήκης δεν υπήρξε αρκούντως επεξεργασμένη ωστόσο, έθεσε τις βάσεις για τη μεταγενέστερη κρι­τική της «φυσικής» γένεσης του κράτους και υπέβαλε την ιδέα μιας εθελούσιας και αποφασισμένης συνένωσης των ανθρώπων για τη διαμόρφωση της πολιτικής κοινωνίας. Κατά τη  διάρκεια του Μεσαίωνα, η πολιτική θεωρία δεν προχώρησε αλματωδώς προς την κατεύθυνση  του κοινωνικού συμβολαίου, πραγματοποίησε όμως κά­ποια καθοριστικά συμβολαιικά βήματα . Συγκεκριμένα,   υπό την επιρροή της κυρίαρχης επίσημης Εκκλησίας, η έν­νοια του συμφώνου αναβαπτίστηκε και αναβαθμίστηκε σε συμβόλαιο μεταξύ του Θεού και του ηγεμόνα. Ο βα­σιλιάς, και κατ' επέκταση ο φεουδάρχης ευγενής, αποτέ­λεσε έτσι τον αυθεντικότερο εκφραστή της θεϊκής βού­λησης. Όμως , ακόμα και στις μεμονωμένες εκείνες περιπτώ­σεις που γινόταν λόγος για κάποιο σύμφωνο μεταξύ ηγε­μόνα και υπηκόων, το σύμφωνο αυτό δεν συγκροτούσε την πολιτική κοινωνία, αλλά δήλωνε απλώς ορισμένες εκ­πεφρασμένες πτυχές της βούλησης του Θεού. Το πολιτι­κό στοιχείο παρέμενε υποταγμένο στην αυθεντία της θεο­λογίας, η οποία γνώριζε πώς να χειραγωγεί αριστοτεχνι­κά τις ευαίσθητες σχέσεις που διατηρούσε η Θεία Πρό­νοια με την ελευθερία της ανθρώπινης βούλησης[xxxiii].  

 Η μετάβαση από τη μεσαιωνική στη νεότερη πολιτική φιλοσοφία αποτέλεσε αργόσυρτη διαδικασία που διήρ­κεσε τουλάχιστον τρεις αιώνες - από τον 14ο  έως τον 16ο . Το πέρασμα στη νεότερη εποχή ολο­κληρώθηκε περί τα τέλη του 16ου  αιώνα. Αυτή η μεταβατική περίοδος χαρακτηρίζεται από πλήθος θεω­ριών.

Είναι ωστόσο βέβαιο πως η συμβολαιική παράδοση ανανεώνεται και παίρνει εντελώς νέες μορφές κατά τον 16ο  αιώνα, κατορθώνοντας έτσι, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, να κυριαρχήσει στο πεδίο της νεότερης πολιτικής θεωρίας.

Στις αρχές του 17ου  αιώνα η θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου θα αποκτήσει για πρώτη φορά εννοιολογική αυτοδυναμία και ανεξαρτησία. Η  θεωρητικοποίηση της έννοιας του συμβολαίου οφείλεται σε σημαντικό βαθμό και στις θεολογικο-πολιτικές διαμάχες που μαίνονταν όλη εκείνη την περίοδο. Οι λεγόμενοι μοναρχομάχοι θα ερμηνεύσουν το σύμφωνο του ηγεμόνα με τους υπηκόους του ως ιδρυτική πράξη κάθε πολιτικής κοινω­νίας. Για τους μοναρχομάχους, το σύμφωνο δεν εξηγεί γε­νικώς την κοινωνική συμβίωση των ανθρώπων, αλλά ειδι­κώς τη φύση της πολιτικής ζωής, δηλαδή υπογραμμίζει το γεγονός ότι ο ηγεμόνας δεσμεύεται ενώπιον του Θεού να προστατεύει τους υπηκόους του, οι οποίοι, από την πλευ­ρά τους, οφείλουν να τον υπακούουν. Εάν όμως ο ηγε­μόνας δεν πολιτεύεται όπως υποσχέθηκε, τότε οι υπήκοοι απαλλάσσονται από το χρέος της υπακοής και μπορούν να του προβάλουν αντίσταση. Το δικαίωμα ακόμα και ένοπλης αντίστασης δεν αντιβαίνει στις επιταγές της ηθι­κής και της θρησκείας αφού ο Θεός δεν παρεμβαίνει ευθέως στα εγκόσμια και είναι απλώς ο εγγυητής των συμφωνιών ανάμεσα σε ηγεμόνες και υπηκόους.

Έτσι, ο άνθρωπος σταδιακά αποκτά τα πρωτεία επί της γης και καθίστα­ται ικανός να αποφασίζει ιδία βουλήσει για τα σύμφωνα που θα συνάψει, ρυθμίζοντας τον τρόπο διακυβέρνησης των πολιτικών κοινωνιών. Η πολιτική ζωή αρχίζει να εκκοσμικεύεται, και μαζί με αυτήν  και η πολιτική φιλοσοφία.

Η θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου κατακτά όλη της την ισχύ και την αίγλη στη διάρκεια του  17ου   και του 18ου  αιώνα. Κατά την περίοδο αυτή, συ­ντελείται πραγματικά μια συμβολαιική επανάσταση.  Η προοπτική του συμβολαίου υιοθετείται από νομο­μαθείς , πολιτικούς  συγγραφείς , φιλοσόφους Από τη στιγμή που διατυπώνεται ξεκάθαρα, η συμβολαιι­κή θεωρία παίρνει διαστάσεις χιονοστιβάδας και επιβάλλε­ται ολοκληρωτικά στην πολιτική σκέψη της εποχής.

Θα μπορούσαμε να  ερμηνεύσουμε το φαινόμενο αυτό ,ότι δηλαδή  η θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου κερδίζει αμέσως οπαδούς, προβάλλοντας το γεγονός ότι  εξηγεί την προέλευση της κοινωνίας με τρόπο συγ­χρόνως απλό και σύνθετο αφού είναι απλή στις βασικές της θέσεις -μιας και  υπάρχει μια προ-πολιτική φυσική κατάσταση που για κάποιους λόγους οι άνθρωποι αποφασίζουν να την εγκαταλείψουν και να συγκροτήσουν μια πολιτική κοι­νωνία και η  οποία μετάβαση από τη φυσική κατάσταση στην πο­λιτική κοινωνία συντελείται μέσω ενός είδους συμφωνίας, δηλαδή μέσω ενός συμβολαίου-  απ’ την άλλη  όμως είναι και  σύνθετη στις λεπτομέρειες της: η φυσική κατάσταση περιγράφεται και ορίζεται με εντελώς διαφορετικό τρόπο από συγγραφέα σε συγγραφέα.

 Το ίδιο το συμβόλαιο αποτελεί περίεργη και σύνθετη διαδικασία, η οποία περιλαμβάνει διάφορους όρους και προϋποθέσεις.

Τέλος, η πολιτική κοινωνία που προκύπτει διαφέρει από περίπτωση σε περίπτωση, ανάλογα και με τις πολιτικές προτιμήσεις του στο­χαστή που την ανασυγκροτεί θεωρητικά[xxxiv].

Για όλους τους προηγούμενους λόγους, διαπιστώνουμε ότι η ενότητα της θεωρίας του κοινωνικού συμβολαίου και η ομοφωνία ως προς την ορθότητα του είναι κατά βά­ση φαινομενικές.

 Το κοινωνικό συμβόλαιο συνιστά αμφίσημη έννοια: είναι δυνατόν να δηλώνει την πράξη με την οποία συγκροτείται η κοινωνία, οπότε μι­λάμε για συμβόλαιο «συνεταιρισμού», ή την πράξη με την οποία θεμελιώνεται η πολιτική κυριαρχία, οπότε έχου­με να κάνουμε με την υποταγή των υπηκόων και, επομένως , με συμβόλαιο «υποταγής». Επίσης, το συμβόλαιο μπο­ρεί να αποτελεί απάντηση είτε σε ένα πρόβλημα πρω­ταρχικής καταγωγής είτε σε ένα πρόβλημα θεμελίωσης, δηλαδή μπορεί είτε να αναφέρεται σε κάποια ιστορική πραγματικότητα είτε να πρόκειται για καθαρά υποθετι­κή αρχή.

Το κοινωνικό συμβόλαιο  εξηγεί άλλο­τε τη γένεση και άλλοτε τη δομή της πολιτικής κοινωνίας, ανάλογα με τη συγκεκριμένη θεωρητική γραμμή στην οποία  εντάσσεται. Οι δυσκολίες συνεχίζονται, αν σκεφτούμε ότι άλλοτε εγγράφεται σε μια εμπειρική και άλλοτε σε μια ορθολογική προοπτική. Από την άποψη αυτή, ενώ η θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου εκ πρώτης όψεως εμφανίζεται απλή και σαφής, αποδεικνύεται εξαιρετικά αμφίσημη.

Έτσι , στη σκέψη του Χομπς και του Ρουσ­σώ υπάρχει μια κοινή ιδέα του συμβολαίου ως μοναδικής και ενιαίας πράξης, μέσω της οποίας συγκροτείται άμε­σα η πολιτική κοινωνία. Όμως αυτό το παρόμοιο ενιαίο συμβόλαιο διαφέρει ριζικά στο έργο των δύο φιλοσόφων ως προς τη φύση και την αποστολή του: ο Χομπς προτεί­νει ένα συμβόλαιο συνεταιρισμού των ανθρώπων με σκο­πό την ειρήνη, ενώ το συμβόλαιο του Ρουσσώ στοχεύει, πά­νω απ' όλα, στην ελευθερία των πολιτών. Επιπλέον, στο χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από τον Χομπς έως τον Ρουσσώ, ο Πούφεντορφ κάνει τα πράγματα  ακόμα περισσότερο  περίπλοκα  αφού στη δική του θεωρία, το κοινωνικό συμβό­λαιο   αποτελεί συγ­χρόνως σύμφωνο συνένωσης και σύμφωνο διακυβέρνη­σης. Οι άνθρωποι συνενώνονται σε κοινωνικό σώμα μέ­σω μιας πρώτης συνθήκης, ενώ σε δεύτερο χρόνο, μέσω μιας δεύτερης συνθήκης, αυτό το κοινωνικό σώμα προ­σφέρει την εξουσία  σε αξιωματούχους που επιφορτίζονται με την ευθύνη διασφάλισης του δημόσιου αγαθού. Μεταξύ του «κοινωνικού» και του «πο­λιτικού» συμφώνου μεσολαβεί μια στιγμή απόφασης που ρυθμίζει το είδος της διακυβέρνησης.

Επίσης, από τη μία θεωρία στην άλλη, το κοινωνικό συμβόλαιο διαφέρει ριζικά ως προς τις συνέπειες του στη μορφή του πολιτεύματος που διέπει την πολιτική κοινω­νία. Έτσι στην περίπτωση του Χομπς το συμβόλαιο  καταλήγει στην  μοναρχία, , ενώ στην περίπτωση του  Λοκ, του Ρουσ­σώ και του Καντ (ή ακόμα και του Τζων Ρωλς) το συμβόλαιο καταλήγει σε «δημοκρατι­κού» τύπου  διακυβέρνηση. Όμως υπάρχουν πολύ σημαντικές διαφο­ρές  και μεταξύ των «δημοκρατικών» συμβολαιικών θεωριών. Με βάση τα προηγούμενα μπορεί να εξαχθεί το συ­μπέρασμα ότι το κοινωνικό συμβόλαιο συνιστά εν πολ­λοίς προβληματική έννοια, τόσο από επιστημολογική όσο και από φιλοσοφική άποψη.

 Για τον Χομπς και τον Ρουσ­σώ, το κοινωνικό συμβόλαιο αποτελεί λογική υπόθεση με­θοδολογικού τύπου. Αντίθετα, ο Λοκ, αλλά και ο Χιουμ, κάνουν λόγο ουσιαστικά για μια οιονεί ιστορική πραγ­ματικότητα του συμβολαίου. Θα μπορούσε κανείς να υπο­θέσει ότι πιο αυστηρή και «επιστημονική» είναι η πρώτη τοποθέτηση, εκείνη που προκρίνει την εκδοχή της λογι­κής υπόθεσης[xxxv]. Εντούτοις, ο Χομπς και ο Ρουσσώ βρί­σκονται αντιμέτωποι με σοβαρές επιστημολογικές δυ­σκολίες. Από τη σκοπιά τους, το συμβόλαιο αποτελεί τη λύση στο λογικό πρόβλημα της θεμελίωσης της πολιτικής κοινωνίας. Επίσης, και οι δύο  παρουσιάζουν τα θεωρη­τικά τους πορίσματα με επιστημονικές αξιώσεις:Απ’ την μια ο Χομπς δηλώνοντας πως είναι ο πατέρας της νέας πολιτικής επι­στήμης, απ’ την άλλη  ο Ρουσσώ πιστεύοντας πως θεμελιώνει το πολι­τικό δίκαιο. Γι' αυτό και οι θεωρίες τους επιμένουν στη λογικά επεξεργασμένη μεθοδολογική υπόθεση της φυσι­κής κατάστασης. Ωστόσο, υπ' αυτούς τους όρους, το κοι­νωνικό συμβόλαιο αποκτά εργαλειακό ρόλο, δηλαδή κα­θίσταται η πράξη με την οποία οι άνθρωποι εγκαταλεί­πουν την υποθετική φυσική κατάσταση. Αυτό το μείγμα εμπειρισμού και ορθολογισμού καθιστά ενίοτε δυσχερή την πλή­ρη κατανόηση της θεωρίας του κοινωνικού συμβολαίου. Μολονότι κυριάρχησε απόλυτα επί δύο περίπου αιώνες, σύντομα η συμβολαιική θεωρία άρχισε να δέχεται έντονη κριτική. Ήδη από τον 18ο  αιώνα, ο Χιουμ  ο Μπερκ και ο Φίχτε προβαίνουν σε κριτική αποτίμηση της θεωρίας του κοινωνικού συμβολαίου. Ο Καντ, από τη με­ριά του, θα εντοπίσει τα φιλοσοφικά προβλήματα της θεω­ρίας και θα προσπαθήσει να τα επιλύσει. Υπογραμμίζο­ντας ότι το κοινωνικό συμβόλαιο δεν ανήκει στην τάξη του είναι αλλά του δέοντος, το συλλαμβάνει ως πολιτικό κα­θήκον, ως πολιτική κατηγορική προσταγή. Δίχως να εξη­γεί τη γένεση και τη λειτουργία της πολιτικής κοινωνίας το συμβόλαιο εκφράζει το αίτημα για την ύπαρξη ορθο­λογικής και δίκαιης πολιτικής κοινωνίας. Ο Καντ εμπνέε­ται σε σημαντικό βαθμό από τη σκέψη του Ρουσσώ, κυ­ρίως από την αντίληψη του περί ελευθερίας, αλλά επιχειρεί μια μετατόπιση της έννοιας του συμβολαίου: το συμ­βόλαιο μετατρέπεται τώρα σε  a priori ιδέα του Λόγου[xxxvi].

Επίσης ο Καντ στάθηκε αρκετά οξυδερκής κριτικός ώστε να διακρίνει την αντίθεση πού υπάρχει μεταξύ ηθικών αλη­θειών βασισμένων στη λογική και ιστορικών αληθειών βασισμέ­νων στα γεγονότα. Γι' αυτό εφάρμοσε στο έργο του Ρουσσώ αυτό πού ονόμαζε «τέχνη της συλλογιστικής ανάλυσης», την οποία ο ίδιος στην Κριτική του Πρακτικού Λόγου συγκρίνει με την ανά­λυση του χημικού. Ό άνθρωπος πού εισήγαγε την ανθρωπολογία ως έναν κλάδο σπουδών στα γερμανικά πανεπιστήμια και δίδαξε σ' αυτόν τακτικά επί δεκαετίες ήταν ένας πολύ κατασταλαγμέ­νος έμπειριοκράτης σ' αυτήν τη σφαίρα για να ακολουθήσει τα βήματα του Ρουσσώ. Ό Καντ δεν κατασκεύαζε υποθέσεις σχε­τικά με την αρχική κατάσταση της ανθρωπότητας. Εάν κάπο­τε ριψοκινδύνευσε ένα βήμα προς αυτή την κατεύθυνση, στο δο­κίμιο του για την Πιθανή αρχή της ανθρώπινης ιστορίας (1786), διακήρυξε εμφατικά ότι πρόθεση του δεν ήταν μια αυστηρή επι­στημονική θεωρία αλλά μια «απλή εκδρομή» στη φαντασία με τη συντροφιά της λογικής. Εντούτοις στις θέσεις του ίδιου του Ρουσσώ ο Καντ έκανε σαφή διάκριση μεταξύ του «ιστορικού» και του «λογικού» — κι όταν ακόμα αποδεχόταν το δεύτερο δεν το θεωρούσε με τους όρους του θεωρητικού αλλά του «πρακτι­κού λόγου» και το έκρινε με τους κανόνες αυτού του λόγου. Ό Ρουσσώ ήταν πάντοτε γι' αυτόν ο διανοητής ο όποιος, στον χώρο της ηθικής, «τον ξύπνησε από τον δογματικό λήθαργο» — ο δια­νοητής πού τον έβαλε μπροστά σε νέα ερωτήματα και τον παρα­κίνησε να δώσει νέες απαντήσεις[xxxvii].

 

Εντούτοις, η κατεξοχήν ισοπεδωτική κριτική του κοι­νωνικού συμβολαίου θα διατυπωθεί από τον Χέγκελ. Σύμφωνα με τον  φιλόσοφο  της Ιένας, το συμβόλαιο συνι­στά, αφενός, συμφωνία μεταξύ δύο ανεξάρτητων ατομι­κών βουλήσεων που αναγνωρίζονται αμοιβαίως και, αφε­τέρου, πράξη με την οποία κάποιος καθίσταται ιδιοκτή­της. Κατά συνέπεια, το συμβόλαιο είναι πάντοτε πράξη ιδιωτικού χαρακτήρα και δεν μπορεί ποτέ να αναφέρε­ται στη δημόσια σφαίρα της πολιτικής κοινωνίας. Επομένως είναι αδύνατον το συμβόλαιο να αποτελέσει την εξήγηση της γένεσης ή της θεμελίωσης του κράτους. Ο Χέ­γκελ στρέφεται, λοιπόν, εναντίον του ατομικισμού που εκφράζει η συμβολαιική θεωρία, πιστεύοντας ότι μέσω του συμβολαίου συσκοτίζεται η ανάλυση του κράτους και της αστικής πολιτικής κοινωνίας. Την εγελιανή κριτική θα συνεχίσει ο Μαρξ, αλλά και οι οπαδοί του θετικισμού, κα­τά τη διάρκεια του 19ου  αιώνα. Ο Νίτσε θα διακρίνει στη συμβολαιική θεωρία μία ακόμα έκφραση του ευρωπαϊκού μηδενισμού, γι' αυτό και θα προφητέψει τον θάνατο της[xxxviii].

Παρά την κριτική που δέχτηκε, η θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου κατάφερε να αναγεννηθεί στο πλαίσιο της πολιτικής φιλοσοφίας του 20ου αιώνα. Ασφαλώς, τούτη η αναγέννηση συνδυάστηκε με εκ βάθρων ανανέω­ση, σε τρόπο  ώστε η σύγχρονη συμβολαιική θεωρία να έχει υποστεί πλέον ριζικό μετασχηματισμό.  Ωστόσο, η κεντρική ιδέα του κοινωνικού συμ­βολαίου φαίνεται να διατηρείται αλώβητη. Σήμερα λοι­πόν γίνεται λόγος για ένα «νέο κοινωνικό συμβόλαιο», στο οποίο δεν δίνεται έμφαση στο ζήτημα  της γένεσης της  και της συγκρότησης της πολιτικής κοινωνίας, αλ­λά στο θεωρητικό καθήκον που αναλαμβάνει να οργανώσει και να δομήσει θεσμικά τις υπάρχουσες κοινωνίες. Ο ση­μαντικότερος και διασημότερος εκφραστής του συμβολαιισμού στην εποχή μας είναι ο Τζων Ρωλς (ρωλσιανή θεω­ρία της δικαιοσύνης).  Στο σύνολο του έργου του ο Ρωλς προσπαθεί να ενεργοποιήσει εκ νέου τη θεωρία του συμβολαίου (όπως αυτή διατυπώθηκε από τον Λοκ, τον Ρουσσώ και τον Καντ), έχοντας την πεποί­θηση ότι η συμβολαιική παράδοση υποδεικνύει μια εναλ­λακτική αντίληψη περί δικαιοσύνης, η οποία συνιστά την καταλληλότερη βάση για τη λειτουργία μιας δημοκρατι­κής κοινωνίας.

Επίσης θα πρέπει να πούμε ότι η ορολογία που χρησι­μοποιούν οι θεωρητικοί του κοινωνικού συμβολαίου είναι σε μεγάλο βαθμό ασταθής και ευμετάβλητη, ιδιαίτερα κατά την εποχή  του 17ου και 18ου αιώνα. Το ίδιο ισχύει, ευρύτερα, και για την ορολογία που συναντάμε συνολικά στην παράδοση του νεότερου φυσι­κού δικαίου. Έτσι, οι πολιτικοί στοχαστές και φιλόσοφοι της εποχής, οι οποίοι σκέφτονται κατά βάση ακόμη στα λατινικά, κάνουν συχνά λόγο για «συμβόλαιο» (contractus), και συχνότερα για «σύμφωνο» (pactum). Χρησιμοποιούν, επίσης, πρόθυμα τον όρο «σύμβαση» (conventio), αλλά και τον όρο «συνθήκη» (foedus). Ο δε Ρουσσώ -ο οποίος ξεκαθαρίζει τελικά το εννοιολογικό τοπίο- δίνει  μια για πάντα στη θεωρία το όνομα της: «κοινωνικό συμβόλαιο» (contrat social). Επίσης  χρησιμοποιεί και τον όρο πράξη (acte) αφού πρόκειται όντως για τη συμβολαιογραφική πράξη ίδρυσης του κράτους.

Συνήθως, η ρευστότητα της ορολογίας υποδηλώνει αντί­στοιχη εννοιολογική χαλαρότητα. Όμως, στην περίπτωση του κοινωνικού συμβολαίου, μια κάποια αστάθεια δικαιο­λογείται αφού δεν πρόκειται για απροσεξία ή επιπολαιότητα αλλά για τις δυσχέρειες που παρουσιάζει η γέννηση ενός  καινοφανούς εννοιολογικού οπλοστασίου[xxxix].

 

Μεταξύ του Ρουσσώ και των υπόλοιπων θεωρητικών, του κοινωνικού συμβολαίου  υπάρχει μια  κρίσιμη διαφορά, που συνοψίζεται στην απόσταση ενός  σχεδόν αιώνα αφού  ο Ρουσσώ ανήκει από κάθε άποψη στον 18ο  αιώνα, όταν αρχίζει δειλά να αναδύεται η κοινωνία και το κοινωνικό στοιχείο, σε παραλληλία ή και σε αντίθεση με το πολιτικό στοιχείο. Πρόκειται για διαδικασία που θα κορυφωθεί τον επόμενο, 19ο , αιώνα.

Υπάρχουν πολλές και διαφορετικές ερμηνείες του Ρουσσώ . Στα τέλη του δέκατου 18ου  αιώνα ο Ρουσσώ είναι ο θεωρητικός της Γαλλικής Επανάστασης. Η εικόνα του ως επαναστάτη θα παραμείνει κυρίαρχη περίπου σε όλη τη διάρκεια του 19ου  αιώνα, επηρεάζοντας τις ιδεολογικές και πολιτικές διαμάχες. Ο 20ος  αιώνας θα ανακαλύψει σταδιακά τον φιλόσοφο Ρουσσώ, μέσα από την προσεκτική μελέτη των κειμένων του. (όλων των κειμένων του, και όχι μόνο του Κοινωνικού συμβολαίου).

Η σκέψη του Ρουσσώ, σκέψη που συνδιαλέγεται  με τις προηγούμενές της σημαντικές φιλοσοφίες, αρχαίες και νεότερες, θέτει με οξύτητα όλα τα μεγάλα προβλήματα του καιρού της  που εν πολλοίς παραμένουν επίκαιρα και στη δική μας εποχή.

Πράγματι, πρώτη  η ρουσσωική φιλοσοφία προσπάθησε να αντιμετωπίσει  τα ζητήματα της κοινωνίας και της κοινωνικοποίησης του ανθρώπου, των δυσχερειών που παρουσιάζονται στις ανθρώπινες σχέσεις, του πολιτισμού και της προόδου ως απόλυτων αξιών. Ο Ρουσσώ διαπιστώνει  ότι οι αξίες είναι αδύνατον να θεμελιωθούν μεταφυσικά και  πιστεύει  ότι η ηθική και η πολιτική ζωή είναι αναγκαίο να οργανωθούν κατά τρόπο ορθολογικό.

 Στην ιστορία της πολιτικής φιλοσοφίας ο Ρουσσώ παρεμβαίνει σε μια κρίσιμη στιγμή, κατά την οποία κλονίζεται η πεποίθηση περί έμφυτης ανθρώπινης κοινωνικότητας που προκύπτει από την ορθολογική ουσία του ανθρώπου και ρυθμίζεται βάσει του νόμου της φύσης. Μέσα, στο εν λόγω μεταφυσικό πλαίσιο είχαν αναπτυχθεί σχεδόν όλα τα ηθικά συστήματα μέχρι τότε, από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη έως τους στωικούς, τους στοχαστές του φυσικού δικαίου, τον Γκρότιους, τον Λοκ, τον Πούφεντορφ, αλλά και τους διαφωτιστές του δέκατου 18ου  αιώνα, όπως ο Βολταίρος και ο Ντιντερό[xl].

Εξαίρεση στο κυρίαρχο ηθικό μοντέλο αποτέλεσαν στην νεότερη εποχή ο Μακιαβέλι ο Χομπς και ο Σπινόζα. Σε αυτό ακριβώς το σημείο εμφανίζεται ο Ρουσσώ και αναλαμβάνει  να θεμελιώσει εκ νέου την πολιτική θεωρία, μέσα στον καινούργιο πολιτικό ορίζοντα που θεμελίωσαν οι τρεις αυτοί στοχαστές (κυρίως ο Μακιαβέλι και ο Σπινόζα).

Ο Ρουσσώ θα προσπαθήσει να ανακαλύψει κοινούς κανόνες ζωής και να τους τοποθετήσει σε ακλόνητα θεμέλια. Η δυσκολία έγκειται στο ότι οι κανόνες αυτοί προορίζονται γα μεμονωμένα άτομα , τα οποία προσπαθούν να αυτοσυντηρηθούν δίχως να ακολουθούν υπερβατικές ηθικές νόρμες .Οι εν λόγω κανόνες δεν θα ήταν πλέον δυνατόν, σύμφωνα με τον Ρουσσώ να αναζητηθούν στη φύση ή στη θρησκεία παρά μόνο στην πολιτική θεωρία .Η δε τελευταία πρέπει να κινηθεί στο πλαίσιο της θεωρίας του κοινωνικού συμβολαίου , μετασχηματίζοντας όμως τους βασικούς της όρους[xli].

  1. b. Φύση και άτομο

Μιλώντας για το φυσικό δίκαιο και τη φυσική κατάσταση ο Ρουσσώ ακολουθεί εν μέρει την ανάλυση του Γκρότιους και εν μέρει την ανάλυση του Λοκ. Όπως ο πρώτος   έτσι και ο Ρουσσώ φαντάζεται τον άνθρωπο της φύσης σε μια κατάσταση πολύ κοντινή προς εκείνη του ζώου[xlii]. Μόνο που δεν μπορεί να αποδεχτεί τη θέση του Γκρότιους υπέρ της εθελοδουλίας, γι' αυτό και αποδίδει ευθύς εξαρχής στην ανθρώπινη φύση ένα ουσιώδες χαρακτηριστικό που απουσίαζε από την γκροτιανή θεωρία: την ιδιότητα της ελευθερίας. Σε τούτο ο Ρουσσώ συμφωνεί πλήρως με τον Λοκ, δηλαδή στο ότι, στη φυσική κατάσταση, ο άνθρω­πος είναι απολύτως ελεύθερος[xliii]. Ωστόσο, πέρα από κάποιες συγγένειες με τον Γκρό­τιους και τον Λοκ, ο Ρουσσώ έλκεται μοιραία από τη δύ­ναμη της σκέψης του Μακιαβέλλι και του Σπινόζα, αλλά προπάντων του Χομπς. Η σημασία της επίδρασης που άσκησε ο Χομπς[xliv] στον Ρουσσώ έχει. αρκούντως υπογραμμιστεί από ορισμένους μελετητές. Κάποιοι άλλοι σχολιαστές όμως, θα προτιμούσαν να την αποσιωπήσουν. Στην πραγματικότητα, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι ο Ρουσσώ  διάβασε τον Χομπς με μεγάλο θαυμασμό, αλλά και με δηλωμένο αποτροπιασμό. Παρά τις έντονες διαφωνίες ο Ρουσσώ θα ακολουθήσει τη συλλογιστική του Χομπς όταν φτάσει στην περιγραφή της στιγμής του συμβολαίου. Μόνο που θα τροποποιήσει την κατάληξη, επειδή στη σκέψη  του θα έχει πάντοτε ως αφετηρία τον πολίτη και όχι τον υπήκοο[xlv].

Έτσι αντίθετα από ό,τι συμβαίνει με τους υπόλοιπους στοχαστές του συμβολαίου, με τον Ρουσσώ έχουμε την αίσθηση πως η φυσική κατάσταση δεν περιγράφεται κατά τρόπο που να προετοιμάζει τη μετάβαση στην πολιτική κοινωνία.[xlvi] Δηλαδή σ’αυτόν η φυσική κατάσταση δεν αποτελεί την αναγκαία λογική προϋπόθεση της συγκρότησης του κράτους. Και αυτός είναι ο λόγος που  η μετάβαση προς την πολιτική κοινωνία παρουσιάζει χα­ρακτηριστικές δυσχέρειες στο εσωτερικό της ρουσσωικής θεωρίας. [xlvii]

Ο Ρουσσώ πιστεύει πως ανάμεσα στη φυσική κατά­σταση και την πολιτική κοινωνία υπάρχει πολύ μεγάλη απόσταση . Οι γνώσεις μας σχετικά με τη φυσική κατάσταση θα παραμείνουν για πάντα ελλιπέστατες.  Η  λογική και η εμπειρία δεν μπορούν να  εξηγήσουν επαρκώς ζητήματα όπως  το πώς οι πρώτοι  άνθρωποι άρχισαν να επικοινωνούν μεταξύ τους, το πώς γεννήθηκαν  η γλώσσα και ο πολιτισμός. Αυτό οφείλεται στο ότι κάθε πρόοδος της ανθρωπότητας την απομακρύνει ολοένα   και περισσότερο από την πρωταρχική κατάσταση των  ανθρώπων, με αποτέλεσμα να μη γνωρίζει πλέον τον ίδιο της τον εαυτό, να μην μπορεί να γνωρίσει τι είναι ο άνθρωπος. Οι διαφορές που χωρίζουν τους ανθρώπους πρέπει να πηγάζουν από αυτές τις διαδοχικές προόδους και αλλαγές της φυσικής ανθρώπινης κατάστασης με συνέπεια  Ο πολιτισμένος άνθρωπος να μην είναι τέκνο της φύσης, αλλά τέκνο του ανθρώπου[xlviii].

Βλέπουμε ότι ο Ρουσσώ  εκκινεί από την παραδοχή πως  δεν είναι δυνατόν να ξέρει κανείς με βεβαιότητα τη φύση της φυσικής κατάστασης αφού λόγω του γεγονότος  ότι κανένας άνθρωπος δεν μπορεί πλέον να γνωρίσει εμπειρικά κάτι που έχει παρέλθει οριστικά και αμε­τάκλητα  «δεν είναι καθό­λου εύκολο να ξεδιαλύνει κανείς τι είναι έμφυτο και τι τε­χνητό στην τωρινή φύση του ανθρώπου»[xlix].

Η απάντηση στο ζήτημα αυτό  συνίσταται στο ότι  ακόμα και αν η φυσική κατάσταση δεν είχε υπάρξει ποτέ, θα έπρεπε να την εφεύρουμε , ώστε να κρί­νουμε ορθά την παρούσα κατάσταση μας. Παρόλο που αυτό  είναι εξαιρετικά δύσκολο  αποτελεί τη μόνη μας ελ­πίδα για να καταφέρουμε να υπερπηδήσουμε όλα τα εμπό­δια και να συναγάγουμε ορθά συμπεράσματα ως προς τα πραγματικά θεμέλια της ανθρώπινης κοινωνίας.

Δηλαδή  το μεγάλο στοίχημα  για τον Ρουσσώ ήταν να  καταδείξει τα πραγματικά θεμέλια της κοινωνίας. Οι θεωρητικοί του φυσικού δικαίου αστόχησαν ως προς αυτή τη γνώση, κυρίως επειδή δεν μπόρεσαν να συλλάβουν σωστά τη φύ­ση του ανθρώπου.

Σύμφωνα με αυτούς , η πολιτική κοινωνία σχηματιζόταν από ενός εί­δους ενστικτώδη ηθικότητα και επιβίωνε κυρίως χάρη στο  νόμο της φύσης, ο οποίος εξειδικευόταν σε επιμέρους θε­τικούς νόμους[l].

 Ο Ρουσσώ, αμφισβητεί ευθέως τη λογική των προηγούμενων στοχαστών του κοινωνικού συμβολαίου σύμφωνα με την οποία αναγνώριζαν στον άνθρωπο ένα είδος κοινωνικού ενστίκτου το οποίο υπάρχει εξαιτίας της έλλογης φύσης του, που τον ωθούσε να σέβεται τα δικαιώματα του συνανθρώπου του, δηλα­δή τη ζωή και την ιδιοκτησία του, τόσο στη φυσική όσο και στην πολιτική κατάσταση[li] προ­σπαθώντας να δείξει ότι η συγκροτημένη πολιτική κοινω­νία είναι εντελώς ασύμβατη με την αληθινή, πρωταρχική φυσική κατάσταση του ανθρώπου[lii].

Σε σχέση με το ζήτημα αυτό υπάρχει ένα απόσπασμα  στο Λόγος για την ανισότητα, στο οποίο ο Ρουσσώ  προσδιορίζει τη θέση του με όλους τους προηγούμενους θεωρητικούς του φυσικού δικαίου. Το απόσπασμα αυτό καταλήγει ως εξής:

… «Τέλος, όλοι, μιλώ­ντας αδιάκοπα για ανάγκη, απληστία, καταπίεση, επιθυ­μίες και έπαρση, μετέφεραν στη φυσική κατάσταση ιδέες του τις είχαν πάρει από την κοινωνία. Μιλούσαν για τον πρωτόγονο άνθρωπο και περιέγραφαν τον πολίτη».

Αυτή η οξυδερκής  κριτική που ο Ρουσσώ  διατυπώνει για  τους θεωρητικούς του συμβολαίου και αφορά τις θεωρίες του φυσικού δικαίου,  εντοπίζει το πρόβλημα:

 η περιγραφή της φυσικής κατάστασης βασίζεται στην πραγματικότητα της πολιτικής κοινωνίας. Αντί να ξεκινήσουμε από τη φυσική πρωταρχική συνθήκη, πηγαίνουμε προς αυτήν αναδρομι­κά, μέσω αναχρονισμών και αφαιρέσεων. Η φυσική κα­τάσταση, δηλαδή, δεν είναι κάτι άλλο από την αστική πολιτική κοινωνία, αν της αφαιρέσουμε την έννο­μη τάξη.

To ζήτημα που τίθεται είναι  μήπως  και ο ίδιος ο Ρουσσώ κινδυνεύει να πέσει θύμα των επικριτι­κών του παρατηρήσεων. Μήπως δηλαδή το μόνο που κά­νει είναι να υιοθετεί τη συμβολαιική παράδοση και να αναπαράγει τα ίδια αδιέξοδα.

 Βεβαίως, το κοινωνικό συμ­βόλαιο που προτείνει ο Ρουσσώ διαφέρει από το συμβό­λαιο του Γκρότιους, του Χομπς, του Λοκ ή του Πούφεντορφ, διότι εξωθεί στα άκρα τις συνέπειες του, ανανεώ­νοντας εκ βάθρων τη συμβολαιική θεωρία. Ωστόσο, υπάρ­χει πάντοτε το ενδεχόμενο και η δική του νέα θεωρία να μη διαφέρει ριζικά από τις προηγούμενες υπό την έννοια ότι θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως, κατ' ουσίαν, η βασική δομή και η κεντρική λογική του ρουσσωικού κοινωνικού συμβολαίου προκύπτουν από την κοινή παραδοσιακή συμβολαιική μή­τρα. Ο Ρουσσώ καταλαβαίνει την πιθανή αντίρρηση και φροντίζει να απαντήσει εκ των προτέρων[liii].

Συγκεκριμένα , ο Ρουσσώ   προτείνει στο Λόγος για την ανι­σότητα μια λύση   λογικής, υποθετικής και ανιστορικής τάξης.

 Έτσι όταν ο Χομπς περιγράφει τη φύση του ανθρώπου,  δεν διαχωρίζει ποτέ τη φύση από την κοινωνία. Είδαμε ότι εκεί η φυσική κατάσταση αποτελεί ένα φανταστικό σχήμα, μια φανταστική κατασκευή. Στην περί­πτωση του Ρουσσώ έχουμε μια σημαντική αλλαγή προο­πτικής. Σ’ αυτόν  η φυσική κατάσταση δεν συνιστά πλέον φαντα­σίωση, αλλά μια υποθετική ιστορία η οποία προσπαθεί να ανασυνθέσει, στο μέτρο του δυνατού, την πραγματι­κή ιστορία της ανθρωπότητας[liv].

 Οι προηγούμενοι φιλόσοφοι δε μας μαθαίνουν τίποτε καινούργιο, παρά προβάλλουν το είδωλο του ανθρώπου της πολιτικής κοινωνίας στην υπο­τιθέμενη φυσική κατάσταση, διαστρεβλώνοντας έτσι την ιστορία. Η νέα μέθοδος θα πρέπει να στηριχτεί στις εμπειρικές αρχές της φυσικής επιστήμης.

Έτσι ο Ρουσσώ θα επιχειρήσει να κάνει μια πειραματική υπόθεση εργασίας, δηλαδή  θα εκμεταλλευτεί όλες τις ταξιδιωτικές του αναγνώσεις και όλες τις εθνο­λογικές του γνώσεις ώστε να φτάσει σε μια υποθετική  ανασυγκρότηση της φυσικής κατάστασης του ανθρώπου η οποία χάνεται στα βάθη του χρόνου[lv].

Η  ανασυγκρότηση αυτή καταλήγει να σκιαγραφή­σει έναν πρωτόγονο άνθρωπο χωρίς ομιλία, τέχνη και κα­τοικία, που δεν έχει ανάγκη τους συνανθρώπους του, αυ­τάρκη, με ελάχιστα πάθη, ευτυχισμένο μέσα στην άγνοια του, ένα ενήλικο παιδί.

Μετά από μακροσκελή ανάπτυξη του θέματος ο Ρουσ­σώ καταλήγει στο βασικό συμπέρασμα ότι η φυσική κα­τάσταση απέχει κατά πολύ από την πολιτική.

Παρ' όλα αυτά, όπως κι αν έχει το πράγμα, σε κάποια χρονική στιγμή θα πρέπει να άρχισε η πρόοδος, δηλαδή η ιστορία, της ανθρωπότητας.

 Σύμφωνα με τον Ρουσσώ, η διαδικασία αυτή ξεκινά παράλληλα με τη δημιουργία των ανισοτήτων μεταξύ των ανθρώπων[lvi].

Ο Ρουσσώ πιστεύει λοιπόν ότι  η ανισότητα μεταξύ των ανθρώπων ξεκίνησε   από την εφεύρεση της ατομικής ιδιοκτησίας, η οποία εντέλει οδήγησε στην αρ­παγή όλης της γης[lvii]. Όμως , το κοινωνικό συμβόλαιο  έρχεται να δώσει απάντηση  στο ερωτήματα του  πώς ακριβώς συγκροτήθηκαν οι πολιτικές κοινωνίες δηλαδή στο ποια ήταν η διαδικασία που επέ­τρεψε στους ανθρώπους να εγκαταλείψουν τη φυσική τους κατάσταση και να ξεκινήσουν  το ταξίδι τους προς την πρόοδο και τον πολιτισμό.

Με το πρώτο του θεωρητικό κείμενο, τον Λόγο περί τε­χνών και επιστημών, ο Ρουσσώ αντιτάχθηκε στην κυρίαρχη ιδεολογία της προόδου. Με τον Λόγο για την προέλευση και τα θεμέλια της ανισότητας μεταξύ των ανθρώπων εξα­πέλυσε, πρώτα απ' όλα, μια σφοδρή επίθεση στον θεσμό της ατομικής ιδιοκτησίας.

Δημοσιεύοντας το έργο Το κοινωνικό συμβόλαιο ή Αρχές πολιτικού δικαίου, το 1762, προσπαθεί να δείξει σε τι ακριβώς συνίσταται η ουσία του κράτους και το θεμέλιο της πολιτικής κοινωνίας.
Στο έργο αυτό, που συνιστά κείμενο ιδρυτικής σημασίας για την πολιτική σκέψη της νεωτερικότητας , ο Ρουσσώ εξηγεί ότι μόνο μια ομόφωνη σύμβαση μπορεί να αποτελέσει εγγύηση για την ύπαρξη του κράτους. Η εν λόγω μετάβαση ονομάζεται κοινωνικό συμβόλαιο. Πρόκειται για ένα υπόρρητο, ανιστορικό και διαρκές συμβόλαιο, το οποίο δεσμεύει όλα τα άτομα που συναπαρτίζουν μια πολιτική ενότητα[lviii].

Τα ζητήματα όμως που τίθενται είναι τα εξής:

  1. Με ποιον τρόπο το κράτος μπορεί να γίνει κατανοητό ως συνένωση των μεμονωμένων ατόμων, και
  2. Και πώς ακριβώς μια έννοια που προέρχεται από το ιδιωτικό δίκαιο, η έννοια του συμβολαίου, είναι δυνατόν να υιοθετηθεί για την κατανόηση της πολιτικής θεσμοθέτησης της κοινωνίας.

 Οι δυσκολίες αυτές συνοψίζονται αριστοτεχνικά από τον Ρουσσώ σε μια αμφίσημη φράση  που προβλημάτισε πολλούς μελετητές του έργου και έδωσε λαβή σε αποκλίνουσες ερμηνείες.

 Το πρόβλημα του κοινωνικού συμβολαίου διατυπώνεται από τον Ρουσσώ με τους εξής όρους: χρειάζεται να βρεθεί μια μορφή συνένωσης που θα υπερασπίζεται και θα προστατεύει με όλη την από κοινού δύναμη το πρόσωπο και τα αγαθά κάθε μέλους, ούτως ώστε ο καθένας καθώς ενώνεται με όλους, να υπακούει ωστόσο μόνο στον εαυτό του και να παραμένει εξίσου ελεύθερος όπως και πριν". Αυτό είναι το θεμελιώδες πρόβλημα, στο οποίο το κοινωνικό συμβόλαιο δίνει τη λύση».

Λύση που δεν είναι και η σαφέστερη, επειδή αναφύε­ται η αντίφαση, μεταξύ του ατόμου και της κοινότητας. Ο Ρουσσώ επιχειρεί με μεγαλειώδη τρόπο να συγκεράσει το ατομικό και το συλ­λογικό στοιχείο[lix]. Έτσι, ο καθένας, δηλαδή η μοναδικότη­τα της ατομικής ύπαρξης, ενώνεται με όλους σε ένα σύ­νολο, μια συλλογικότητα. Στην περίφημη αυτή διατύπω­ση του προβλήματος του κοινωνικού συμβολαίου τη λέξη-κλειδί αποτελεί ο κρίσιμος αντιθετικός όρος «ωστόσο» («pourtant»). Ο καθένας πρέπει να ενωθεί με όλους τους άλλους· ωστόσο, θα υπακούει μόνο στον εαυτό του και θα παραμένει όσο ελεύθερος ήταν και πριν. Το μεγάλο πρόβλημα με το οποίο προσπαθεί να αναμετρηθεί ο Ρουσ­σώ συνίσταται στη διατήρηση της πλήρους ελευθερίας και αυτονομίας του ατόμου μέσα στη συλλογικότητα[lx].

Το κατεξοχήν πρόβλημα τίθεται από τη στιγμή που ο Ρουσσώ αποδίδει στο συμβόλαιο διπλό και ταυτόχρονο ρόλο αφού αφενός, το συμβόλαιο είναι η πράξη (acte) συνένω­σης, μέσω της οποίας γεννιέται η κοινότητα και αφετέρου, το συμβόλαιο είναι ταυτόχρονα η πράξη μέσω της οποίας τα άτομα συμβάλλονται με την κοινότητα. Και όλα αυτά συμβαίνουν την ίδια στιγμή: «Στη στιγμή, στη θέση του επιμέρους προσώπου του κάθε συμβαλλομένου, αυτή η πράξη της συνένωσης παράγει ένα ηθικό και συλλογικό σώμα, που αποτελείται από τόσα μέλη όσες και οι ψήφοι της συνέλευσης». Τούτο εξηγείται, ασφαλώς, από το γεγονός ότι ο Ρουσσώ θέλει πάση θυσία να αντιταχθεί στο συμβόλαιο υποταγής στον κυρίαρχο. Αν δεν υπήρχε αυ­τή η στιγμιαία διπλή λειτουργία του συμβολαίου, δεν θα ήταν δυνατόν να αποτραπεί η υποταγή των ατόμων σε έναν κυρίαρχο. Εδώ, όμως, κυρίαρχος θεωρείται ο λαός , δηλαδή η κυριαρχία πρέπει να ανήκει στο σύνολο των συμ­βαλλόμενων ατόμων, στην κοινότητα[lxi].

Η θεωρητική λύση του προβλήματος, την οποία προ­τείνει ο Ρουσσώ, συνίσταται κατά βάση στην επινόηση της έννοιας της γενικής βούλησης.

Η σημασία του συμβολαίου έγκειται λοιπόν στο ότι με­τατρέπει το απομονωμένο άτομο, την απλή αριθμητική μονάδα, σε νομικό πρόσωπο, τα δικαιώματα του οποίου αναγνωρίζονται και προστατεύονται. Η συμβολαιική πρά­ξη της συνένωσης γεννά μια νέα οντότητα, τη γενική βού­ληση. Ως νομική και ηθική κατηγορία, η γενική βούληση μοιάζει να εκφράζει μια απόλυτη κοινωνική αξία, καθο­ρίζοντας τα δικαιώματα του κάθε συμβαλλόμενου ατό­μου, και πρωτίστως το δικαίωμα της ιδιοκτησίας. Έτσι κάθε άνθρωπος που συμμετέχει στο συμβόλαιο παραμέ­νει το ίδιο ελεύθερος και το ίδιο ιδιοκτήτης όσο και πριν αλλά τώρα πια βρίσκεται προστατευμένος υπό την εγ­γύηση του δικαίου και υπό τη σκέπη του νόμου.

Η γενική βούληση μεταφράζεται επίσης στην αρχή της κυριαρχίας, η οποία είναι αναπαλλοτρίωτη, αδιαίρετη και αναλλοίωτη. Κάθε επιμέρους νόμος αποτελεί μια επιμέ­ρους εκδήλωση της γενικής βούλησης ως προς ένα ζήτημα κοινού συμφέροντος. Αυτή ακριβώς η πρωτότυπη ρουσσωική σύλληψη, η οποία συνδυάζει αριστοτεχνικά τις έν­νοιες του κοινωνικού συμβολαίου, της γενικής βούλησης και της (λαϊκής) κυριαρχίας, είχε ως αποτέλεσμα να χα­ρακτηριστεί το Κοινωνικό συμβόλαιο «Ευαγγέλιο του Διαφωτισμού» και «Μανιφέστο της Γαλλικής Επανάστασης».

 Ο Ρουσσώ όμως δεν θέλη­σε να «εφαρμόσει» τη θεωρία του στις συγκεκριμένες ιστορικές και πολιτικές συνθήκες, παρόλο που του δόθηκε  η ευκαιρία. Όπως ήδη έχουμε αναφέρει το 1763, αφού δηλαδή είχε δη­μοσιεύσει το Κοινωνικό συμβόλαιο, προτάθηκε στον Ρουσ­σώ να ετοιμάσει ένα σχέδιο Συντάγματος για την Κορσι­κή. Αποδέχθηκε  την πρόταση, δούλεψε πάνω στο σχέ­διο αυτό κατά τους πρώτους μήνες του 1765, αφήνοντας το ημιτελές. Επίσης, στο διάστημα 1771-1772 ο Ρουσσώ ετοίμασε ένα παρόμοιο συνταγματικό κείμενο για την Πο­λωνία, με τίτλο Σκέψεις για την κυβέρνηση της Πολωνίας[lxii].

Το αξιοσημείωτο  είναι ότι στα κείμενα αυτά δεν γίνε­ται καμία αναφορά στη θεωρία του κοινωνικού συμβο­λαίου. Αντίθετα, δηλώνεται σαφώς η προτίμηση του συγ­γραφέα στο μοντέλο των αρχαίων πόλεων-κρατών.

 Ενδεχομένως ο Ρουσσώ δεν βλέπει με ποιον τρόπο ένα  κοινωνικό συμβόλαιο θα ήταν ικανό να αναβιώσει στην  πράξη την αρχαία λειτουργία του πολίτη, ως ενεργού μο­νάδας μέσα στη συλλογικότητα. Ίσως πάλι το κοινωνικό συμβόλαιο να χρησίμευε απλώς για την εξήγηση της γέννησης των παλαιών μεγάλων κρατών, αδυνατώντας να παίξει καθοριστικό ρόλο στις σύγχρονες πολιτικές εξελίξεις.

Στην πραγματικότητα, ο Ρουσσώ δεν φαίνεται απλώς να νοσταλγεί την αρχαία αίγλη του πολίτη. Μάλλον μοιά­ζει βαθιά απογοητευμένος από το αγεφύρωτο χάσμα που διαπιστώνει ανάμεσα στον αστό και τον πολίτη , ένα χά­σμα που μπορεί να οδηγήσει κατευθείαν στον ακραίο ατομικισμό. Και αυτός ήταν ένας μεγάλος κίνδυνος, τον οποίο  ήθελε πάση θυσία να αποτρέψει [lxiii].

 

 

 

 

 

 


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Γιαλκέτσης, Θανάσης , «Άλλαξε το κλίμα του κόσμου», περιοδικό ‘Βιβλιοθήκη’,  28 Ιαν’ 2005, από την ιστοσελίδα της εφημερίδας Ελευθεροτυπία, ( www.enet.gr ).
  2. Διαμαντίδης, Αντώνης, Λεξικό των –ισμών, Γνώση, Αθήνα, 2003.
    Στυλιανού ,Άρης , Θεωρίες του κοινωνικού Συμβολαίου-Από τον Γκρότιους στον Ρουσσώ, Πόλις, Αθήνα, 2006.
  3. Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, , Αθήνα, 1999,(μετάφραση :Μέλπω Αλεξίου Καναγκίνη, Μετάφραση εισαγωγής και παραρτημάτων:Κώστας Σκορδύλης).
  4. Ροζάνης, Στέφανος , «Η μοναδικότητα του υποκειμένου» «Εφημερίδα Αυγή», ιστοσελίδα εφημερίδας Αυγή, δίχως ημερομηνία καταχώρησης ( www.avgi.gr ).
  5. Στράους ,Λέο, Φυσικό δίκαιο και Ιστορία, Γνώση, Αθήνα, 1988.
  6. Cassirer, Ernst, Καντ και Ρουσσώ, Έρασμος Αθήνα, 2001.

 

 

 

 

 

 

 

 

[i] Ροζάνης, Στέφανος , «Η μοναδικότητα του υποκειμένου» «Εφημερίδα Αυγή», ιστοσελίδα εφημερίδας Αυγή, δίχως ημερομηνία καταχώρησης ( www.avgi.gr )

[ii] Cassirer, Ernst, Καντ και Ρουσσώ, Έρασμος Αθήνα, 2001, σελ.11 ,…Στον  Καντ, ο κα­νόνας και ή μέθοδος αποτελούσαν ζωογόνες και εμψυχωτικές αρ­χές, και απαιτούσαν ολοένα και περισσότερο τέτοια δύναμη ώστε όχι μόνο κυριαρχούσαν τη ζωή του σ' όλη τους την πληρότητα και ποικιλία, αλλά φαινόταν να εξαλείφουν σχεδόν αυτήν τη συγ­κεκριμένη πληρότητα.

[iii] Στυλιανού ,Άρης ,  Θεωρίες του κοινωνικού Συμβολαίου-Από τον Γκρότιους στον Ρουσσώ, Πόλις, Αθήνα, 2006, σελ. 159

[iv] Όπως αναφέρεται στην «Εισαγωγή» του βιβλίου: Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, , Αθήνα, 1999, σελ. 7

( μετάφραση :Μέλπω Αλεξίου Καναγκίνη , Μετάφραση εισαγωγής και παραρτημάτων:Κώστας Σκορδύλης)

[v] Γεγονότα όπως  ότι  επέστρεψε στον καθολικισμό καθώς επίσης και  το ότι άφησε τα παιδιά του έκθετα πολλοί που ήθελαν να τον δυσφημίσουν τα απέδωσαν στην κακή ψυχική του υγεία

[vi] Όπως αναφέρεται στην «Εισαγωγή» του βιβλίου: Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, , Αθήνα, 1999, σελ. 14

( μετάφραση :Μέλπω Αλεξίου Καναγκίνη , Μετάφραση εισαγωγής και παραρτημάτων:Κώστας Σκορδύλης)

[vii] Ο Ζαν-Ζακ Ρουσσώ δημοσιεύει το πρώτο σημαντικό έργο του, της σκέψης (φιλοσοφία, φυσικές επιστήμες, ιστορία, ηθική, δίκαιο, την Πραγματεία περί επιστημών και τεχνών, το 1750, τη στιγμή που το πιο προηγμένο τμήμα της Τρίτης Τάξης ανασυντάσσει τις δυνάμεις του εν όψει της γενικής επίθεσης εναντίον του Παλαιού Καθεστώτος. Είναι η περίοδος της δημιουργίας των μεγάλων έργων που, σε όλους τους κλά­δους κλπ.), επεξεργάζονται μια νέα αντίληψη του κόσμου και υποσκάπτουν το φεουδαρχικό καθεστώς και τον ολοκληρωτισμό, κύριος ιδεολογικός υποστηρικτής του οποίου είναι η Καθολική Εκκλησία. Το Πνεύμα των νόμων τον Μοντεσκιέ εμφανίζεται το 1749, η Επιστολή γύρω από τους τυφλούς του Ντιντερό το 1749, καθώς και ο πρώτος τόμος της Φυσι­κής Ιστορίας του Μπιφόν. Το 1750 δημοσιεύεται το Προσπέκτους της Εγκυκλοπαιδείας, της οποίας ο πρώτος τόμος θα βγει το 1751, με την Προκαταρκτική πραγματεία του ντ' Αλαμπέρ, την ίδια εποχή με τον Αιώνα τον Λουδοβίκου ΙΔ ' του Βολταίρου.

Όπως αναφέρεται στην «Εισαγωγή» του βιβλίου: Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, , Αθήνα, 1999, σελ. 7

( μετάφραση :Μέλπω Αλεξίου Καναγκίνη , Μετάφραση εισαγωγής και παραρτημάτων:Κώστας Σκορδύλης)

Στυλιανού ,Άρης,  Θεωρίες του κοινωνικού Συμβολαίου-Από τον Γκρότιους στον Ρουσσώ, Πόλις, Αθήνα, 2006,  σελ. 28 

[viii]Όπως αναφέρεται στην «Εισαγωγή» του βιβλίου: Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, , Αθήνα, 1999, σελ. 7 (μετάφραση :Μέλπω Αλεξίου Καναγκίνη , Μετάφραση εισαγωγής και παραρτημάτων:Κώστας Σκορδύλης) …Μέσα σ' αυτήν την προοπτική πρέπει να τοποθετήσουμε το έργο του Ρουσσώ, ο οποίος έδωσε στις μάζες της μικροαστικής τάξης μια ιδε­ολογία. Ο Ρουσσώ είναι ταυτόχρονα πιο προωθημένος και πιο δειλός από τους Εγκυκλοπαιδιστές. Πολύ πιο τολμηρός και βαθυστόχαστος στην πολιτική, μένει πολύ πιο πίσω κι από τους πιο προοδευτικούς απ' αυτούς στο φιλοσοφικό επίπεδο. Τέτοια είναι η βαθιά αντίφαση του έργου του, οφειλόμενη όχι σε μια εξασθένηση της ιδιοφυΐας του, αλλά στην αντιφατική κατάσταση της μικροαστικής τάξης, της οποίας αποτελούσε το φερέφωνο.

[ix] Γιαλκέτσης, Θανάσης , «Άλλαξε το κλίμα του κόσμου»,  περιοδικό ‘Βιβλιοθήκη’,  28 Ιαν’ 2005, από την ιστοσελίδα της εφημερίδας Ελευθεροτυπία, ( www.enet.gr )

[x] Στράους ,Λέο, Φυσικό δίκαιο και Ιστορία, Γνώση, Αθήνα, 1988, σελ. 309… Δια μέσου ακριβώς της επιστήμης ή της φιλοσοφίας εδραίωσε ο Rousseau   τη θέση ότι ή επιστήμη ή η φιλοσοφία δεν είναι συμβιβάσιμη με την ελεύθερη κοινωνία και συνεπώς με την αρετή. Κάνοντας κάτι τέτοιο δέχεται σιωπηρά ότι ή επιστήμη ή η φιλοσοφία μπορεί να είναι ωφέλιμη, δηλαδή συμβιβάσιμη με την αρετή.

Και δεν περιορίστηκε σ' αυτήν την σιωπηρή παραδοχή. Στον ίδιο τον πρώτο Λόγο επαίνεσε θερμότατα τις καλλιεργημένες εκείνες κοινωνίες που τα μέλη τους πρέπει να συνδυάζουν τη μάθηση με την ηθική.

Αποκάλεσε τον Βacon, τον Descartes και τον Νewton  διδάσκαλους του  ανθρώπινου γένους·  …

[xi]  ιακωβινισμός  ή  γιακωβινισμός (γαλλ. jacobinisme) 1.Όρος που χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά και τις δραστηριότητες της αδελφότητας των δομινικανών μοναχών στη Γαλλία. Η ονομασία ιακωβίνοι δόθηκε στους μονάχους από το όνομα του μοναστηρίου τους του Αγίου Ιακώβου. Στο μοναστήρι αυτό οι ιακωβίνοι μοναχοί παρέδιδαν μαθήματα στους απλούς ανθρώπους και αυτό τους έκανε ιδιαίτερα αγαπητούς στο λαό. Επίσης, οι θέσεις τους πάνω σε φιλοσοφικά και πολιτικά θέματα ήταν ιδιαίτερα προοδευτικές. Δεν άργησε, μάλιστα, να ιδρυθεί τάγμα με την ονομασία αυτή. 2. Με τον όρο ιακωβινισμός είναι γνωστές οι πολιτικές θέσεις για την απόλυτη δημοκρατία και ισότητα, που διακήρυξε με μανιφέστο της ομάδα Γάλλων επαναστατών το 1789, με αρχηγό τον Ροβεσπιέρο , η Πολιτική Εταιρεία της Γαλλικής Επανάστασης, στο μοναστήρι του Αγίου Ιακώβου στο Παρίσι. Οι οπαδοί της πολιτικής αυτής οργάνωσης ονομάστηκαν ιακωβίνοι. Από τις θέσεις των ιακωβίνων πήγασε και η «Διακήρυξη των Δικαι­ωμάτων του Ανθρώπου». Η κίνηση αυτή διαλύθηκε το 1799, μετά το θάνατο του Ροβεσπιέρου, που κατηγορήθηκε για τρομοκρατία.

Διαμαντίδης, Αντώνης, Λεξικό των –ισμών, Γνώση, Αθήνα, 2003, σελ. 112

[xii]

[xiii] Όπως αναφέρεται στην «Εισαγωγή» του βιβλίου: Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, , Αθήνα, 1999, σελ. 16 (μετάφραση :Μέλπω Αλεξίου Καναγκίνη , Μετάφραση εισαγωγής και παραρτημάτων:Κώστας Σκορδύλης)

[xiv] Όπως αναφέρεται στην «Εισαγωγή» του βιβλίου: Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, , Αθήνα, 1999, σελ. 17 (μετάφραση :Μέλπω Αλεξίου Καναγκίνη , Μετάφραση εισαγωγής και παραρτημάτων:Κώστας Σκορδύλης)

[xv] Cassirer, Ernst, Καντ και Ρουσσώ, Έρασμος Αθήνα, 2001, σελ.16,17, Αυτό πού οι στενότεροι φίλοι του Ρουσσώ δεν μπορούσαν να καταλά­βουν ή να συγχωρήσουν σ' αυτόν ήταν ή μοναξιά στην οποία είχε καταφύγει. Στην αρχή είδαν σ' αυτή την επιθυμία για μοναξιά μονάχα μια παροδική παρόρμηση πού γρήγορα θα περνούσε, κι ερμήνευαν την επίμονη απόφαση του σαν ακατανόητο πείσμα. Αυτό το χαρακτηριστικό υπήρξε ή αιτία για τη διακοπή των σχέσεων του με τον Ντιντερό. "Όλα τα γράμματα του Ντιντερό εκφράζουν ένα γνήσια φιλικό ενδιαφέρον και μια πραγματική συμ­πάθεια για τη μοίρα του Ρουσσώ. 'Αλλά όλη ή οξυδέρκεια του Ντιντερό, πού σ' άλλες περιπτώσεις είναι τόσο διεισδυτικός ψυ­χολόγος, τον εγκαταλείπει όταν αντιμετωπίζει την προσωπικό­τητα του Ρουσσώ. "Όπως είναι πασίγνωστο, ο Ρουσσώ ένιωσε βαθύτατα πληγωμένος όταν διάβασε στο Παιδί της Φύσης του Ντιντερό ότι «μόνο ο κακός αναζητάει τη μοναξιά». Ποτέ δεν συγχώρησε στον Ντιντερό αυτά τα λόγια. Μπορούμε κάλλιστα να πιστέψουμε τις επανειλημμένες διαβεβαιώσεις του Ντιντερό ότι ή έκφραση δεν είχε στόχο τον Ρουσσώ. Άλλ' από την άλλη μεριά υπήρχε εκεί μέσα μια γνήσια αντίθεση πνεύματος ή οποία με τον καιρό έμελλε να γίνεται όλο και πιο καθαρά αισθητή για ν' αποδειχθεί στο τέλος αγεφύρωτη.

[xvi] Cassirer, Ernst, Καντ και Ρουσσώ, Έρασμος Αθήνα, 2001, σελ.21 Ο Ρουσσώ διαβεβαίωνε επανειλημμένως στα γραπτά του, στις Εξομολογή­σεις του και στα γράμματα του πώς ποτέ δεν αγαπούσε θερμό­τερα τους ανθρώπους από τότε πού φαινόταν ν' αποσύρεται και να φεύγει μακριά τους. Κατά την επαφή με τους ανθρώπους και κάτω από την πίεση των κοινωνικών συμβάσεων, ο Ρουσσώ δεν θα μπορούσε ν' ανακαλύψει την ανθρώπινη φύση πού ήταν ικανός ν' αγαπάει. «Δεν ήμουνα ποτέ φτιαγμένος για την κοινωνία οπού το κάθε τι είναι καταναγκασμός, και φορτική υποχρέωση», γράφει στο τέλος της ζωής του στους Ρεμβασμούς του μοναχικού οδοι­πόρου.   

[xvii] Όπως αναφέρεται στην «Εισαγωγή» του βιβλίου: Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, , Αθήνα, 1999, σελ. 18 (μετάφραση :Μέλπω Αλεξίου Καναγκίνη , Μετάφραση εισαγωγής και παραρτημάτων:Κώστας Σκορδύλης)

[xviii] Όπως αναφέρεται στην «Εισαγωγή» του βιβλίου: Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, , Αθήνα, 1999, σελ. 19 (μετάφραση :Μέλπω Αλεξίου Καναγκίνη , Μετάφραση εισαγωγής και παραρτημάτων:Κώστας Σκορδύλης)

[xix] Cassirer, Ernst, Καντ και Ρουσσώ, Έρασμος Αθήνα, 2001, σελ. 46 Κεντρικό σημείο στην παιδαγωγική του θεωρία είναι το αίτημα ότι ο μα­θητής πρέπει να διαπαιδαγωγείται για χάρη του εαυτού του, όχι για χάρη των άλλων. Πρέπει να φτάσει στην ωριμότητα αλλά στη «φυσική» όχι στην «τεχνητή», να γίνει «homme naturel» όχι «homme artificiel». Και γι' αυτόν το λόγο δεν πρέπει να τον πλησιάζουμε από μια πρώιμη -ηλικία με απαιτήσεις πού έχουν την πηγή τους μόνο στην απολύτως τεχνητή και συμβατική δομή της σύγχρονης κοινωνίας. Αντί να τον βιάζουμε μέσα στον ζουρ­λομανδύα αυτών των συμβάσεων, θα 'πρεπε να ξυπνάμε μέσα του μιαν αίσθηση ανεξαρτησίας, αντί να τον κάνουμε να υπηρετεί τους σκοπούς των άλλων, θα 'πρεπε να τον μάθουμε να σκέπτεται τον εαυτό του σαν ένα σκοπό και να ενεργεί σύμφωνα μ' αύτη την ιδέα. Μόνον όταν έχει γίνει μ' αύτη την έννοια εσωτερικά ελεύ­θερος είναι  έτοιμος για την κοινωνία, και μόνο τότε είναι ικανός να συνεισφέρει σ' αυτή με τον ορθό τρόπο· γιατί μόνον ο ελεύθε­ρος άνθρωπος είναι ο αληθινός πολίτης. Αυτό είναι το βασικό θέμα του Αιμίλιου κι αυτό είναι το αξίωμα πού ο Ρουσσώ βάζει την μαντάμ ντε Βολμάρ να διατυπώνει στις τελευταίες σελίδες της Νέας Έλοΐζας.

[xx] Όπως αναφέρεται στην «Εισαγωγή» του βιβλίου: Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, , Αθήνα, 1999, σελ. 21 (μετάφραση :Μέλπω Αλεξίου Καναγκίνη , Μετάφραση εισαγωγής και παραρτημάτων:Κώστας Σκορδύλης)

[xxi], Cassirer, Ernst, Καντ και Ρουσσώ, Έρασμος Αθήνα, 2001, σελ. 59

[xxii] Όπως αναφέρεται στην «Εισαγωγή» του βιβλίου: Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, , Αθήνα, 1999, σελ. 22 (μετάφραση :Μέλπω Αλεξίου Καναγκίνη , Μετάφραση εισαγωγής και παραρτημάτων:Κώστας Σκορδύλης)

[xxiii] Cassirer, Ernst, Καντ και Ρουσσώ, Έρασμος Αθήνα, 2001, σελ. 59,60 «…Από τη μια μεριά έβλεπαν στο πρόσωπό του τον διανοητή που όχι μόνο διαφύλαξε πιστά την κληρονομιά του προτεσταντισμού, αλλά τη θεμελίωσε από την αρχή με μια βαθύτερη και καθαρά πνευματική έννοια. Από την άλλη τον διεκδικούσαν για τον καθολικισμό, προσπάθησαν μάλιστα να δουν στο πρόσωπό του τον πρόδρομο της καθολικής «Παλινόρθωσης»  που άρχισε τον 19ο αιώνα Cassirer, Ernst, Καντ και Ρουσσώ, Έρασμος Αθήνα, 2001, σελ. 59,60

[xxiv] «Έτσι για τον Ρουσσώ, η σύγκρουση με τους “philosophes” δεν κατευθυνόταν εναντίον της ίδιας της λογικής , αλλά εναντίον της λανθασμένης χρήσης της. Αυτό που ανέτεινε στους   “philosophes”, τους διανοητές της  “Εγκυκλοπαιδείας”, ήταν πως παρανόησαν και συσκότισαν τη φύση του προβλήματος. Κατέστησαν τη σκέψη μέτρο της θρησκευτικής πίστης αντί να κρίνουν αυτή την αλήθεια με μέτρο την ηθική βεβαιότητα , που είναι η μόνη δυνατή. Δεν είναι απορίας άξιο ότι οι εγκυκλοπαιδιστές , ενεργώντας έτσι ,βγήκαν από το δρόμο τους , ότι προσπαθώντας να πολεμήσουν το δογματισμό ξανακύλησαν οι ίδιοι στο δογματισμό, αν ο δογματισμός τους είχε μιαν αντίθετη σφραγίδα. Αλλά  η λογική δεν πρέπει να εξαργυρώνεται, με την απλή λογικότητα: “η τέχνη του συλλογισμού δεν είναι λογική, πολλές φορές είναι η κατάχρηση της λογικής.”»

[xxv] θεϊσμός (αγγλ. theism) Φιλοσοφική θρησκευτική θεωρία, που παρα­δέχεται την ύπαρξη του Θεού ως όντος υπερφυσικού, λογικού και δημιουργού του κόσμου. Ο θεϊσμός δεν ταυτίζει το Θεό με τον κό­σμο, όπως ο  πανθεϊσμός. Υποστηρίζει ότι ο Θεός εισέρχεται στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων και κατευθύνει κατά κάποιο τρόπο τη δραστηριότητα τους. Θεωρεί ότι όλα τα φαινόμενα είναι εκπλήρωση της «θέλησης του Θεού» και προϊόντα της Θείας Πρό­νοιας στον κόσμο. Αυτή είναι και η βασική διαφορά του από τον  ντεϊσμό, ο οποίος υποστηρίζει ότι ο Θεός, μετά τη δημιουργία του κόσμου, δεν επεμβαίνει στη λειτουργία του.

Διαμαντίδης, Αντώνης, Λεξικό των –ισμών, Γνώση, Αθήνα, 2003, σελ. 301

[xxvi] φιντεϊσμός (αγγλ. fideism) Θεωρία που υποστηρίζει ότι οι θεολογικές-θρησκευτικές αλήθειες πρέπει να γίνονται αποδεκτές και να κατανοούνται μόνο με την πίστη, γιατί είναι θεϊκής προέλευσης. Δεν χρήζουν επιστημονικής επιβεβαίωσης, αφού είναι δεδομένο ότι δεν μπορούν να αποδειχτούν. Επίσης, ο φιντεϊσμός θεωρεί ότι η επιστήμη δεν θα μπορέσει ποτέ να βρει την πραγματική αλήθεια, την οποία μόνο ο Θεός κατέχει. Ο όρος προέρχεται από τη λατινική  fides = πίστη.

Διαμαντίδης, Αντώνης, Λεξικό των –ισμών, Γνώση, Αθήνα, 2003, σελ. 301

[xxvii] Όπως αναφέρεται στην «Εισαγωγή» του βιβλίου: Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, , Αθήνα, 1999, σελ. 26 (μετάφραση :Μέλπω Αλεξίου Καναγκίνη , Μετάφραση εισαγωγής και παραρτημάτων:Κώστας Σκορδύλης)

[xxvii] Όπως αναφέρεται στην «Εισαγωγή» του βιβλίου: Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, , Αθήνα, 1999, σελ. 27 (μετάφραση :Μέλπω Αλεξίου Καναγκίνη , Μετάφραση εισαγωγής και παραρτημάτων:Κώστας Σκορδύλης)

[xxviii] Όπως αναφέρεται στην «Εισαγωγή» του βιβλίου: Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, , Αθήνα, 1999, σελ. 27 (μετάφραση :Μέλπω Αλεξίου Καναγκίνη , Μετάφραση εισαγωγής και παραρτημάτων:Κώστας Σκορδύλης)

[xxix] Όπως αναφέρεται στην «Εισαγωγή» του βιβλίου: Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, , Αθήνα, 1999, σελ. 27,28 (μετάφραση :Μέλπω Αλεξίου Καναγκίνη , Μετάφραση εισαγωγής και παραρτημάτων : Κώστας Σκορδύλης)

[xxx] Όπως αναφέρεται στην «Εισαγωγή» του βιβλίου: Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, , Αθήνα, 1999, σελ. 28,29 (μετάφραση :Μέλπω Αλεξίου Καναγκίνη , Μετάφραση εισαγωγής και παραρτημάτων:Κώστας Σκορδύλης)

[xxxi] Όπως αναφέρεται στην «Εισαγωγή» του βιβλίου: Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, , Αθήνα, 1999, σελ. 30,31 (μετάφραση :Μέλπω Αλεξίου Καναγκίνη , Μετάφραση εισαγωγής και παραρτημάτων:Κώστας Σκορδύλης)

[xxxii] Cassirer, Ernst, Καντ και Ρουσσώ, Έρασμος Αθήνα, 2001, σελ. 47,48 …Υποβάλλει (ο όρος «κοινωνικό συμβόλαιο») την ιδέα μιας χρονι­κής έναρξης της κοινωνίας, μιας μοναδικής πράξης δια της όποιας (ή κοινωνία) άρχισε κάποια στιγμή να υπάρχει. Ό Ρουσσώ, βέ­βαια, επέμενε ότι για αυτόν δεν τίθεται πρόβλημα μιας τέτοιας έναρξης αλλά της «αρχής» της κοινωνίας, ότι τον ενδιέφερε ένα πρόβλημα φιλοσοφίας του δικαίου και  όχι ένα πρόβλημα ιστορίας.

Απ’  αυτή την άποψη έσυρε σαφή διαχωριστική γραμμή ανά­μεσα στο δικό του πρόβλημα και το πρόβλημα του έμπειριοκράτη κοινωνιολόγου. Επικρίνει ακόμα και τον Μοντεσκιέ γιατί δεν είχε επιστρέψει στις βασικές αρχές του δικαίου και γιατί αρκέ­στηκε να δώσει μια περιγραφική σύγκριση υπαρχουσών μορφών δικαίου. 

[xxxiii] Στυλιανού ,Άρης ,  Θεωρίες του κοινωνικού Συμβολαίου-Από τον Γκρότιους στον Ρουσσώ, Πόλις, Αθήνα, 2006, σελ. 23

[xxxiv] Στυλιανού ,Άρης ,  Θεωρίες του κοινωνικού Συμβολαίου-Από τον Γκρότιους στον Ρουσσώ, Πόλις, Αθήνα, 2006, σελ. 26

[xxxv] Στυλιανού ,Άρης ,  Θεωρίες του κοινωνικού Συμβολαίου-Από τον Γκρότιους στον Ρουσσώ, Πόλις, Αθήνα, 2006, σελ. 28

[xxxvi] Στυλιανού ,Άρης , ό.π., σελ. 30

[xxxvii] Cassirer, Ernst, Καντ και Ρουσσώ, Έρασμος Αθήνα, 2001, σελ. 59,60

[xxxviii] Στυλιανού ,Άρης , ό.π., σελ. 31

[xxxix] Στυλιανού ,Άρης , ό.π., σελ. 35

[xl] Cassirer, Ernst, Καντ και Ρουσσώ, Έρασμος Αθήνα, 2001, σελ. 39,40 Όταν ο Ρουσσώ εξετάζει τις υπάρχουσες μορφές «πολιτικής φιλοσοφίας» τις βρίσκει όλες ανεπαρκείς και αθεμελίωτες. Κατ' αυτόν μόνον ο Πλάτων διέκρινε το πραγματικό πρόβλημα, ενώ όλοι οι διάδοχοι του το παρερμήνευσαν ή, τουλάχιστον, το διέστρεψαν. Ό Ρουσσώ απορρίπτει το αριστοτελικό δόγμα ότι ο άνθρωπος είναι «φύσει» κοινωνικό όν, ζώον πολιτικόν. Δεν πι­στεύει σ' εκείνο το «κοινωνικό ένστικτο» πάνω στο οποίο έλπι­ζαν να θεμελιώσουν την κοινωνία οι θεωρητικοί του δεκάτου εβδόμου και του δεκάτου ογδόου αιώνα. Απ’ αυτή την άποψη αμφισβη­τεί τόσο τη θεωρία του Γκρότιους όσο και του Ντιντερό και των Εγκυκλοπαιδιστών. Δεν είναι ο φυσικός χαρακτήρας του ανθρώπου ή κάποιο είδος πρωτογενώς εμφυτευμένης ανάγκης αυτό πού τον ωθεί προς τους συνανθρώπους του. Από τη φύση του ο άνθρω­πος δεν έχει παρά ένα και μόνο ένστικτο — το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Το θεμελιώδες αξίωμα  suum esse conservare  οφείλει ο άνθρωπος να το απαρνηθεί από τη στιγμή πού μπαίνει στην κοινωνία. Τώρα έχει χάσει τη «φυσική ανεξαρτησία» του, και ο χαμένος παράδεισος αυτής της ανεξαρτησίας δεν μπορεί ν' αποκατασταθεί ποτέ μιας κι έγινε το πρώτο βήμα έξω απ’ αυ­τόν.

[xli] Στυλιανού ,Άρης ,  Θεωρίες του κοινωνικού Συμβολαίου-Από τον Γκρότιους στον Ρουσσώ, Πόλις, Αθήνα, 2006, σελ. 162.

[xlii]Στράους ,Λέο, Φυσικό δίκαιο και Ιστορία, Γνώση, Αθήνα, 1988, σελ. 319 … Οι προγενέστεροι του Rousseau προσπαθούσαν να ορίσουν τον χαρακτήρα του φυσικού ανθρώπου παρατηρώντας τον άνθρω­πο όπως είναι σήμερα. Ή μεθόδευση αύτη ήταν δικαιολογημένη εφόσον υπετίθετο ότι ο άνθρωπος είναι φύσει κοινωνικός. Κάνον­τας κανείς αυτή την υπόθεση, μπορούσε να σύρει τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ φυσικού και θετικού ή συμβατικού ταυτίζοντας το συμβατικό με ό,τι είναι έκδηλα καθιερωμένο από τη σύμβαση. …

[xliii] Cassirer, Ernst, Καντ και Ρουσσώ, Έρασμος Αθήνα, 2001, σελ. 28 … Και η ηθική του θεωρία επίσης λογαριάζει την ανε­ξαρτησία μέσα στα ύψιστα ηθικά αγαθά. «Στην υποτακτικότητα δεν υπάρχει μόνο κάτι εξαιρετικά επικίνδυνο», γράφει στις σημειώσεις του στις Παρατηρήσεις για το Αίσθημα του Ωραίου και του Υψηλού, «αλλά και κάποια ασχήμια και αντίφαση, που δείχνει συγχρόνως το αθέμιτο της. Ένα ζώο δεν είναι ακόμα τέλειο ον επειδή δεν έχει συνείδηση του εαυτού του... δεν γνωρίζει τίπο­τα για την ίδια του την ύπαρξη. Άλλα το ότι ο ίδιος ο άνθρωπος δεν θα χρειαζόταν να 'χει ψυχή και δεν θα είχε αφ' εαυτού βού­ληση, και ότι κάποια άλλη ψυχή θα κινούσε τα μέλη του, είναι παράλογο και διεστραμμένο. Ένας τέτοιος άνθρωπος μοιάζει απλό όργανο ενός άλλου... Ό άνθρωπος που βρίσκεται σε κατάσταση εξάρτησης από έναν άλλο δεν είναι πλέον άνθρωπος, έχει χάσει την αξία του, δεν είναι παρά το κτήμα ενός άλλου ανθρώπου». Μ' αυτή την πεποίθηση ο Καντ προσέγγισε τον Ρουσσώ και μ' αυτήν μπόρεσε να τον υποδεχτεί ως έναν φιλόσοφο απελευθερωτή.

[xliv]Στράους ,Λέο, Φυσικό δίκαιο και Ιστορία, Γνώση, Αθήνα, 1988, σελ. 321 … Ό Rousseau συνόψισε το συμπέρασμα του από τη μελέτη του φυσικού ανθρώπου στη δήλωση ότι ο άνθρωπος είναι φύσει καλός. Το συμπέρασμα αυτό μπορεί να νοηθεί ως αποτέλεσμα μιας κρι­τικής κατά της θεωρίας του Ηobbes, κριτικής όμως ή οποία βα­σίζεται στις συλλογιστικές αφετηρίες του Ηobbes . Ό  Rousseau επιχειρηματολογεί ως εξής: ο άνθρωπος είναι φύσει ακοινωνικός, όπως δεχόταν ο Ηobbes. Άλλα ή υπεροψία ή ο amour-propre προϋποθέτει την κοινωνία. Συνεπώς ο φυσικός άνθρωπος δεν μπο­ρεί να είναι υπερόπτης ή κενόδοξος, καθώς είχε ισχυριστεί ο Ηobbes . Άλλα ή υπεροψία ή η κενοδοξία είναι ή πηγή κάθε κα­κίας, καθώς επίσης είχε ισχυριστεί ο Ηobbes . Ό φυσικός άνθρω­πος είναι συνεπώς απαλλαγμένος από κάθε κακία. Ό φυσικός άν­θρωπος κυριαρχείται από τη φιλαυτία ή τη φροντίδα για αυτο­συντήρηση" συνεπώς θα βλάψει τους άλλους αν πιστέψει πώς με αυτό θα προστατέψει τον εαυτό του' αλλά δεν θα ξεκινήσει να βλά­ψει τους άλλους απλώς και μόνο για να τους βλάψει, όπως θα έκανε αν ήταν υπερόπτης ή ματαιόδοξος. Εξ άλλου, υπεροψία και συμπόνια δεν συμβιβάζονται μεταξύ τους· στον βαθμό πού μας απασχολεί το γόητρο μας, είμαστε αναίσθητοι στα βάσανα των άλλων. Ή δύναμη της συμπόνιας μειώνεται με την αύξηση της καλλιέργειας ή της σύμβασης. …

[xlv] Στράους ,Λέο, Φυσικό δίκαιο και Ιστορία, Γνώση, Αθήνα, 1988, σελ. 302 … Ο Rousseau χτύπησε το μοντέρνο πνεύμα εν ονόματι δύο κλασσικών ιδεών: της ιδέας της πόλης και της αρετής, από τη μια μεριά, και της ιδέας της φύσης από την άλλη… Το εμπόριο , το χρήμα , ο διαφωτισμός, η απελευθέρωση της  αποκτητικής ροπής  , η πολυτέλεια και η πίστη στην παντοδυναμία της νομοθεσίας αποτελούν χαρακτηριστικά του μοντέρνου κράτους ,ανεξαρτήτως του αν αυτό είναι απόλυτη μοναρχία ή αντιπροσωπευτική δημοκρατία. …

Επίσης στο ίδιο σελ. 322 για την σχέση φυσικού ανθρώπου και Λόγου.

[xlvi] Στράους ,Λέο, Φυσικό δίκαιο και Ιστορία, Γνώση, Αθήνα, 1988, σελ. 326 …Με το ρουσσωικό δόγμα της φυσικής κατάστασης ή μοντέρνα διδασκαλία του φυσικού δικαίου φθάνει στην κρίσιμη φάση της. Κατευθύνοντας τη σκέψη του πάνω στη βάση αυτής της διδασκα­λίας, ο Rousseau βρέθηκε αντιμέτωπος με την αναγκαιότητα να την εγκαταλείψει εντελώς. Αν ή φυσική κατάσταση είναι υποανθρώπινη, τότε είναι παράλογο να επιστρέψουμε σ' αυτήν για να βρούμε το μέτρο του άνθρωπου. Ό Ηobbes  είχε αρνηθεί ότι ο άνθρωπος έχει φυσικό σκοπό. Πίστευε ότι μπορούσε να βρει μια φυσική ή μη αυθαίρετη βάση δικαίου στις απαρχές του άνθρωπου. Ό Rousseau έδειξε ότι οι απαρχές του ανθρώπου δεν είχαν κα­νένα ανθρώπινο χαρακτηριστικό. Βάσει, λοιπόν, της συλλογιστικής αφετηρίας του Ηobbes     έγινε αναγκαίο να εγκαταλειφθεί εντελώς ή προσπάθεια να βρεθεί η βάση του δικαίου στη φύση, στην ανθρώ­πινη φύση. Και ο  Rousseau φάνηκε να υποδεικνύει μιαν εναλλα­κτική λύση. Διότι είχε δείξει πώς ό,τι είναι χαρακτηριστικά αν­θρώπινο δεν είναι δώρο της φύσης αλλά αποτέλεσμα όσων έκαμε ή αναγκάστηκε να κάμει ο άνθρωπος για να υπερνικήσει ή να μετα­βάλει τη φύση: ή ανθρώπινη ουσία του ανθρώπου είναι προϊόν Ιστορικής διαδικασίας. …

[xlvii] Αυτό  μπορεί να γίνει εύκολα κατανοη­τό μέσω της ανάγνωσης του έργου Λόγος για την προέ­λευση και τα θεμέλια της ανισότητας μεταξύ των ανθρώ­πων.

[xlviii] Στυλιανού ,Άρης ,  Θεωρίες του κοινωνικού Συμβολαίου-Από τον Γκρότιους στον Ρουσσώ, Πόλις, Αθήνα, 2006, σελ. 166. 

[xlix]Cassirer, Ernst, Καντ και Ρουσσώ, Έρασμος Αθήνα, 2001, σελ. 36…Στον ίδιο τον Ρουσσώ ποτέ δεν ήταν εντελώς σαφές σε ποια έκταση ή ιδέα του για μια φυσική κατάσταση είναι «ιδεατή» και σε ποια έκταση είναι «εμπειρική». Μετακινείται πάντα (ο Ρουσσώ) από μια πραγμα­τολογική σε μια καθαρά ιδεατή ερμηνεία. Στον πρόλογο τον Λόγου περί της καταγωγής και της εδραιώσεως της ανισότητας τονίζει ρητά την ιδεατή ερμηνεία: διακηρύσσει πώς ξεκινάει από μια κατάσταση ανθρώπινων πραγμάτων ή οποία δεν υπάρχει πλέον, ή οποία ίσως δεν υπήρξε και ίσως δεν θα υπάρξει ποτέ, αλλά την οποία οφείλουμε παρ' όλ’ αυτά να υποθέσουμε για να κρίνουμε σωστά, την παρούσα κατάσταση μας. Όμως ο Ρουσσώ δεν μι­λάει πάντα μ' αυτό τον τρόπο. Πολύ συχνά συγχέει τον ρόλο του ως παιδαγωγού, κοινωνικού κριτικού και ηθικού φιλοσόφου με τον ρόλο του ιστορικού.

[l] Ο Rousseau πάντως αισθανόταν ότι ο υπολογισμός και το ατομικό συμφέρον δεν έχουν αρκετή δύναμη ως δεσμός ούτε αρκετό βάθος ως ρίζα της κοινωνίας.

[li]Στυλιανού ,Άρης ,  Θεωρίες του κοινωνικού Συμβολαίου-Από τον Γκρότιους στον Ρουσσώ, Πόλις, Αθήνα, 2006, σελ. 168

 Με αυτό τον τρόπο, η θεωρία του φυσι­κού δικαίου διέσωζε τη μεταφυσική ενότητα του ανθρώ­πινου κόσμου, ρυθμίζοντας τον με απόλυτους νόμους. Ο άνθρωπος παρέμενε ουσιαστικά ο ίδιος πριν και μετά το συμβόλαιο, στη φυσική και στην πολιτική κατάσταση.

[lii]  Στράους ,Λέο, Φυσικό δίκαιο και Ιστορία, Γνώση, Αθήνα, 1988, σελ. 303, … Ο Rousseau πρότεινε την επιστροφή στην φυσική κατάσταση , την επιστροφή στη φύση, από έναν κόσμο πλαστότητας και συμβατικότητας. …

[liii] Στυλιανού ,Άρης ,  Θεωρίες του κοινωνικού Συμβολαίου-Από τον Γκρότιους στον Ρουσσώ, Πόλις, Αθήνα, 2006, σελ. 170

[liv]  Στράους ,Λέο, Φυσικό δίκαιο και Ιστορία, Γνώση, Αθήνα, 1988, σελ. 314  … Εν ονόματι της φύσης ο Rousseau αμφι­σβητεί όχι μόνο τη φιλοσοφία, άλλα και την πόλη και την αρετή. Είναι αναγκασμένος να πράξει έτσι, διότι, ή σωκρατική του σοφία βασίζεται τελικά στη θεωρητική επιστήμη ή μάλλον σ' ένα ιδιαί­τερο είδος θεωρητικής επιστήμης, δηλαδή την μοντέρνα φυσική επιστήμη.

[lv] Στράους ,Λέο  , ό.π., σελ. 315 … Ο Rousseaou από την άλλη μεριά, αφηγείται την ιστορία του ανθρώπου για να ανακαλύψει την πολιτική εκείνη τάξη, ή οποία βρίσκεται σε αρμονία με το φυσικά δίκαιο. Επιπλέον, στην αρχή τουλάχιστο, ακολουθεί τον Descartes μάλλον παρά τον Επί­κουρο: δέχεται ότι τα ζώα είναι μηχανές και ότι ο άνθρωπος υπερ­βαίνει τον γενικό μηχανισμό, ή τη διάσταση της (μηχανικής) αναγ­καιότητας μόνο δυνάμει της πνευματικότητας της ψυχής του. …

[lvi] Στυλιανού ,Άρης , ό.π., σελ. 173

[lvii]Στράους ,Λέο  , ό.π., σελ. 336  Η αποφασιστική με­ταβολή, η οποία συνέβη μέσα στη φυσική κατάσταση, συνίστατο στην εξασθένιση της συμπόνιας. Ή συμπόνια εξασθένισε λόγω της εμφάνισης της ματαιοδοξίας ή υπεροψίας και τελικά λόγω της εμ­φάνισης της ανισότητας και συνεπώς της εξάρτησης του άνθρωπου από τους συνανθρώπους του. Εξ αιτίας της εξάρτησης αυτής, η αυτοσυντήρηση γινόταν ολοένα και πιο δύσκολη. Μόλις προσεγγι­σθεί το κρίσιμο σημείο, η αυτοσυντήρηση απαιτεί την εισαγωγή ενός τεχνητού υποκατάστατου της φυσικής συμπόνιας ή ενός συμ­βατικού υποκατάστατου της φυσικής εκείνης ελευθερίας και της φυσικής εκείνης ισότητας, η οποία υπήρχε αρχικά .Ακριβώς ή αυτο­συντήρηση του καθενός απαιτεί να επιτυγχάνεται εντός μιας κοι­νωνίας η μέγιστη δυνατή προσέγγιση στην αρχική ελευθερία και ισότητα.

[lviii] Cassirer, Ernst, Καντ και Ρουσσώ, Έρασμος Αθήνα, 2001, σελ. 43, 44 …Είναι ένα από τα πιο αξιοσημείωτα και πιο παρεξηγημένα χαρακτηριστικά των ιδεών του Ρουσσώ το γεγονός ότι, αυτός πού ήταν ο αληθινός υπέρμαχος του αισθήματος και των «δι­καιωμάτων της καρδίας» αρνήθηκε εμφατικότατα το πρωτείο του αισθήματος στη θεωρία του περί του Δικαίου και του Κρά­τους. Πρέπει ν' αναζητήσει διαφορετικό θεμέλιο για τους νομι­κούς και πολιτικούς θεσμούς, γιατί αυτοί κατά την άποψη του, οικοδομούνται από τη βούληση και συνεπώς υπόκεινται σε δικό τους νόμο, σ' ένα είδος νόμου sui generis. Είναι στη φύση του κράτους ν' αποβλέπει όχι στο να συγχωνεύει τα αισθήματα σε μια ενότητα, αλλά μάλλον να ενοποιεί πράξεις της βούλησης και να τις διευθύνει προς έναν κοινό στόχο. Εκπληρώνει αυτήν τη λειτουργία μόνο αν πετυχαίνει πραγματικά σ' αυτή την ενοποίη­ση, δηλαδή μόνο αν κάθε απαίτηση πού το κράτος έχει από το άτομο θεωρείται και γίνεται αποδεκτή απ’ αυτό ως έκφραση της κοινής βούλησης. Για τον Ρουσσώ, επομένως, ο αληθινός «κοι­νωνικός δεσμός» συνίσταται στο γεγονός ότι δεν καλούνται άτο­μα και ομάδες να κυβερνήσουν πάνω σε άλλες· γιατί μια τέτοια διακυβέρνηση ασχέτως του με ποιες εκλεπτυσμένες ή «πολιτι­σμένες» μορφές θα ασκούνταν το μόνο πού θα έκανε θα ήταν να μας υποβιβάσει στην πιο ταπεινωτική δουλεία. Αύτη ή δουλεία εξαλείφεται μόνον όταν o  ίδιος ο νόμος αναλαμβάνει τη διεύθυνση και την αρχηγία, και όταν στις αμοιβαίες τους σχέσεις οι άν­θρωποι δεν υπακούουν σε κάποιους άλλους, αλλά τη θέση μιας τέτοιας υπηρεσίας και υπακοής παίρνει μια γενική υποταγή στο νόμο.

Αυτός ο ζήλος για το νόμο ως την «καθολική φωνή» πλημ­μυρίζει όλα τα πολιτικά γραπτά και σκιαγραφήματα του Ρουσ­σώ .  Cassirer, Ernst, Καντ και Ρουσσώ, Έρασμος Αθήνα, 2001, σελ. 43, 44 .

[lix]Στράους ,Λέο, Φυσικό δίκαιο και Ιστορία, Γνώση, Αθήνα, 1988, σελ. 339   … Η ελευθερία μέσα στην κοινωνία είναι δυνατή μόνο με την ολοκληρωτική υποταγή του καθενός (και ιδιαίτερα της κυβέρνη­σης) στην βούληση μιας ελεύθερης κοινωνίας. Παραδίδοντας όλα του τα δικαιώματα στην κοινωνία, ο άνθρωπος χάνει το δικαίωμα να προσφεύγει από τις ετυμηγορίες της κοινωνίας, δηλαδή από το θετικό δίκαιο, στο φυσικό δίκαιο: όλα τα δικαιώματα γίνονται κοι­νωνικά δικαιώματα. Η ελεύθερη κοινωνία στηρίζεται στην αφο­μοίωση του φυσικού δικαίου από το θετικό δίκαιο. Το φυσικό δί­καιο αφομοιώνεται νόμιμα από το θετικό δίκαιο μιας κοινωνίας οικοδομούμενης σύμφωνα με το φυσικό δίκαιο. Ή γενική βούληση παίρνει τη θέση του φυσικού νόμου. «Από το γεγονός ακριβώς ότ', είναι, ο κυρίαρχος είναι πάντα ό,τι όφειλε να είναι». …

[lx] Στυλιανού ,Άρης ,  Θεωρίες του κοινωνικού Συμβολαίου-Από τον Γκρότιους στον Ρουσσώ, Πόλις, Αθήνα, 2006, σελ. 176

[lxi] Cassirer, Ernst, Καντ και Ρουσσώ, Έρασμος Αθήνα, 2001, σελ. 38 … Ο Καντ θεωρούσε πως ή πρόθεση του Ρουσσώ δεν περιείχε μια πρόσκληση προς τον άνθρωπο να επιστρέψει στη φυσική κατά­σταση, αλλά να στρέψει μάλλον το βλέμμα του πίσω προς αυτήν για ν' αντιληφθεί τα λάθη και τις αδυναμίες της συμβατικής κοι­νωνίας. Αυτή ή ερμηνεία βρίσκει την καλύτερη επιβεβαίωση της στις ιδέες του Ρουσσώ για το δίκαιο και το κράτος. Εκείνοι οι κριτικοί του Ρουσσώ πού δεν είδαν σ' αυτόν παρά μόνο τον ρομα­ντικό ζηλωτή δεν απέδωσαν ποτέ δικαιοσύνη σ' αυτό το τμήμα της σκέψης του. Θεωρούσαν ως ακατανόητη ανακολουθία και ως εγκατάλειψη της ίδιας του της κεντρικής θέσης το γεγονός πώς ο ίδιος ο Ρουσσώ, ο οποίος στον Λόγο περί της καταγωγής και της εδραιώσεως της ανισότητας είχε κηρύξει τον πόλεμο στην κοινωνία και την είχε καταστήσει υπεύθυνη για όλα τα δεινά της ανθρωπότητας, έθετε τώρα σκοπό του, στο Κοινωνικό Συμβόλαιο να γράψει τους νόμους γι' αυτή την κοινωνία — νόμους πού θα ενέτασσαν  πραγματικά το άτομο στην ομάδα με υποχρεώσεις πολύ αυστηρότερες και ισχυρότερες από ποτέ άλλοτε.

[lxii] Στυλιανού ,Άρης ,  Θεωρίες του κοινωνικού Συμβολαίου-Από τον Γκρότιους στον Ρουσσώ, Πόλις, Αθήνα, 2006, σελ. 179-180.

[lxiii] Στυλιανού ,Άρης ,  Θεωρίες του κοινωνικού Συμβολαίου-Από τον Γκρότιους στον Ρουσσώ, Πόλις, Αθήνα, 2006, σελ. 180

Προέλευση εικόνας: https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%96%CE%B1%CE%BD-%CE%96%CE%B1%CE%BA_%CE%A1%CE%BF%CF%85%CF%83%CF%83%CF%8E

 

 

Κινηματογράφος και Ιστορία - Η ταινία "Ο Κομφορμίστας" και το φαινόμενο του ιταλικού φασισμού.

Τραμπαδώρος Δ.

του Διονύση Τραμπαδώρου

Προέλευση φωτογραφίας: https://www.prologos.gr

 

Ο Κομφορμίστας του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι

 

Λίγα λόγια για την υπόθεση της ταινίας
 

Ο Κομφορμίστας, (στα Ιταλικά Il Comformista), είναι πολιτική κινηματογραφική ταινία που σκηνοθέτησε ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι  την περίοδο 1969-70.

Βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Αλμπέρτο Μοράβια το οποίο διασκευάστηκε.

Η ταινία διαδραματίζεται στα τέλη της δεκαετίας του 1930 και στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1940, με μερικές παρεκβάσεις προς το  παρελθόν, ως και τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ήρωάς της είναι ο Μαρτσέλο Κλέριτσι και  κεντρικό θέμα της είναι η ψυχολογία του φασισμού.

Ο Κλέριτσι είναι ένας γραφειοκράτης που προέρχεται από μια ξεπεσμένη  μεγαλοαστική οικογένεια, με μητέρα τοξικομανή και πατέρα έγκλειστο σε ψυχιατρική κλινική.

Ο κεντρικός ήρωας είναι καιροσκόπος και οπαδός της «εύκολης λύσης», γι’ αυτό άλλωστε επιλέγει και να υποτάξει τον εαυτόν του στις νόρμες της κυρίαρχης τότε ιδεολογίας και να είναι κομφορμιστής.

Απωθεί τις ομοφυλοφιλικές τάσεις του, παντρεύεται μια μεσοαστή που όμως είναι γενικότερα αποδεκτή και, γενικότερα, επιλέγει ό,τι είναι πιο βολικό προκειμένου να ενταχθεί στο σύστημα.

Οι επιλογές του δεν γίνονται με γνώμονα την ιδεολογία ή τις προσωπικές του απόψεις αλλά με βάση την «ομαλότητα» της ζωής του.

Κορυφαίες επιλογές του ήταν η ένταξη στο φασιστικό κίνημα, καθώς επίσης και  ανάληψη εκ μέρους του της εκτέλεσης του σχεδίου μιας πολιτικής δολοφονίας, της δολοφονίας του πρώην καθηγητή του στο πανεπιστήμιο, ο οποίος είναι αντιφασίστας και ζει αυτοεξόριστος στο Παρίσι.

Μέσα από την πολυδαίδαλη αφήγηση της ταινίας αποκαλύπτεται η ψυχολογία του Φασισμού, ενώ δεν λείπουν και τα μεγαλειώδη πλάνα σε μνημεία της φασιστικής περιόδου τα οποία συνυπάρχουν με τις κλειστοφοβικές σκηνές που προβάλουν τα αδιέξοδα των πρωταγωνιστών.

Η ταινία έχει διάρκεια μία ώρα και πενήντα ένα λεπτά και θεωρείται ως ένα αριστούργημα του μεταπολεμικού ευρωπαϊκού πολιτικού κινηματογράφου και ενδεχομένως η καλύτερη ταινία του Μπερτολούτσι.

Ας μην ξεχνούμε άλλωστε ότι είναι μια ταινία της νιότης του Μπερτολούτσι, όπως άλλωστε νέοι είναι και πολλοί από τους συντελεστές της και οι οποίοι έκαναν σημαντικότατη καριέρα αργότερα.

Παίζουν οι Ζαν Λουί Τρεντινιάν, που ενσαρκώνει τον κεντρικό ήρωα, Στεφανία Σαντρέλι, Ντομινίκ Σαντά, Υβόν Σανσόν, Πιέρ Κλεμεντί, κ.ά.

Διευθυντής φωτογραφίας είναι ο Vittorio Storaro, ενώ η μουσική επιμέλεια είναι  τουGeorges Delerue.

Οι πολιτικές προϋποθέσεις για την εμφάνιση του φασισμού.
Μολονότι η Ιταλία συγκαταλεγόταν στις νικήτριες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου η σχετικά καθυστερημένη πολιτική, κοινωνική και οικονομική δομή που είχε η χώρα το 1914 ασκούσε τεράστιες πιέσεις σε όλες τις πτυχές της ιταλικής κοινωνίας.

Η διάψευση των προσδοκιών από τον πόλεμο συντέλεσε στην εξασθένηση των αδύναμων φιλελεύθερων θεμελίων της Ιταλίας.

Πολλοί πολιτικοί, και μεταξύ αυτών και ο Μουσολίνι, είχαν επιδιώξει να κατευθύνουν την δυσαρέσκεια του κόσμου ενάντια στις παλαιές μεγάλες δυνάμεις οι οποίες είχαν βγει κερδισμένες από τον πόλεμο[i].

Η κοινωνική αναταραχή τρομοκράτησε τα εύπορα στρώματα, τους μεγαλογαιοκτήμονες και την Εκκλησία που προτίμησαν αντί να κάνουν τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις να αναζητήσουν έναν ισχυρό άνδρα που θα μπορούσε να ελέγχει ένα τμήμα των μαζών, τους βετεράνους του πολέμου και τη μικροαστική τάξη και να τους στρέψει ενάντια στον μπολσεβικισμό[ii].

Έτσι, αντιμετώπισαν τον Φασισμό ως το προπύργιο κατά του εκσυγχρονισμού της Ιταλίας.

Ο Μουσολίνι, με τη σειρά του, κατόρθωσε κάτι που δεν μπόρεσε αργότερα ο Χίτλερ, δηλαδή έναν συμβιβασμό με την παλαιά άρχουσα τάξη, την μοναρχία, το στρατό και την Εκκλησία[iii].

Κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που συνέβαλαν στην ανάπτυξη του Φασισμού.
Η Ιταλία όπως και άλλες χώρες όπως η Ρουμανία, η Ισπανία και η Πορτογαλία δεν διέθεταν ούτε ικανή ημιστρατιωτική γραφειοκρατία ούτε επιστημονική τεχνολογία.

Η χαμηλή αστική και αγροτική παραγωγή των παραπάνω χωρών διεύρυνε συνεχώς το χάσμα τους από την προηγμένη Δύση και πρόσφερε μια βάση για την ανάπτυξη του Φασισμού.

Στην Ιταλία την πιο αναπτυγμένη από αυτές τις χώρες και παρά τις προόδους που είχαν σημειωθεί την πρώτη δεκαπενταετία του 20ου αιώνα, το κατά κεφαλήν εισόδημα και όλοι οι οικονομικοί και κοινωνικοί δείκτες ήταν σαφώς πολύ χειρότεροι από αυτούς των αναπτυγμένων χωρών, ενώ ό νότος ζούσε στα όρια της ένδειας[iv].

Έτσι ο Φασισμός αντιπροσώπευε μια προσπάθεια να εφαρμοστούν οι αρχές του αντιατομικισμού και του αυταρχισμού στην διαδικασία ανάπτυξης αυτών των υπανάπτυκτων κοινωνιών.

Επίσης, παρά την αντιδραστική του άποψη για τον άνθρωπο, ο φασισμός πίστευε ότι αντιπροσώπευε τη νιότη απέναντι στα γηρατειά, το μέλλον απέναντι στο παρηκμασμένο παρελθόν του 19ου αιώνα, τη βιολογική ζωτικότητα απέναντι στην επιθυμία για άνετη και ειρηνική ζωή[v].

Το ιστορικό πλαίσιο
Ο φασισμός είναι ριζοσπαστική, αυταρχική και εθνικιστική πολιτική ιδεολογία που έχει ως στόχο να θέσει το έθνος, το οποίο ορίζει βάσει αποκλειστικών βιολογικών, πολιτισμικών και ιστορικών συνθηκών, υπεράνω κάθε άλλης αξίας και να δημιουργήσει μια κινητοποιημένη εθνική κοινότητα[vi].

Τα κύρια χαρακτηριστικά του ιταλικού Φασισμού ήταν η λατρεία του Κράτους, ο σοβινιστικός εθνικισμός, ο εθελοντισμός, το εθνικό μεγαλείο, η οργανική ενότητα, ο Πραγματιστικός αντισημιτισμός, ο Φουτουρισμός – Μοντερνισμός, ο κορπορατισμός, η αποικιακή επέκταση και ο ιμπεριαλισμός,ο μιλιταρισμός και ο αντικομουνισμός[vii].

Από τα στοιχεία αυτά πολύ σημαντικό είναι αυτό του κορπορατισμού, δηλαδή του συντεχνιακού χαρακτήρα του κράτους, όπου οι πολιτικές οργανώσεις είναι περιττές, μιας και η κοινωνία εκφράζεται και πολιτικά μέσα από τα επαγγελματικά σωματεία.

Επίσης, ιδιαίτερες ήταν οι σχέσεις με τον φουτουρισμό του Μαρινέττι και τον μοντερνισμό.

Γενικότερα ο όρος φασισμός, δηλώνει κάθε εθνικιστικό ολοκληρωτικό κίνημα ή καθεστώς[viii].

Κοινό σημείο όλων των φασιστικών κινημάτων είναι η έμφαση την οποία δίνουν αφενός στο έθνος (τη φυλή ή το κράτος)-ως κέντρο και ως ρυθμιστή  ολόκληρης της ιστορίας και της ζωής του ανθρώπου- και αφετέρου στην αδιαφιλονίκητη εξουσία του ηγέτη, πίσω από τον οποίο πρέπει να βρίσκεται αδιάσπαστος ο λαός[ix].

Ο ιταλικός φασισμός έχει να κάνει με την εξελικτική διαδικασία κρίσης και μετασχηματισμού της κοινωνίας και του κράτους που άρχισε στην Ιταλία τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, με την έναρξη της εκβιομηχάνισης και του εκσυγχρονισμού.

Αυτές οι διαδικασίες συνοδεύτηκαν με την κοινωνική κινητικότηταπου παρατηρήθηκε και η οποία ενέπλεξε το προλεταριάτο και τα μεσαία στρώματα και έδωσε μια πολύ μεγάλη ώθηση στην πολιτικοποίηση των μαζών.

Αν και ο φασισμός γεννήθηκε την επαύριον του μεγάλου πολέμου (δηλαδή του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου), ορισμένα πολιτικά και πολιτιστικά στοιχεία που συνέβαλαν στη διαμόρφωσή του προϋπήρξαν στα ριζοσπαστικά κινήματα της Αριστεράς και της Δεξιάς (εθνικισμός, επαναστατικός συνδικαλισμός, φουτουρισμός)[x].

Η ιταλική λέξη Fascismo προέρχεται από τη λατινική fasces,  ενικός fascis στα ιταλικά fascio, αρχαίο ρωμαϊκό σύμβολο δικαστικής εξουσίας, που παρίστανε μια δέσμη ράβδων με έναν πέλεκυ στο εσωτερικό της[xi].

Ο BenitoMusolini το υιοθέτησε ως σύμβολο του ιταλικού φασιστικού κόμματος  το 1919[xii].

Όταν κηρύχθηκε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, το σοσιαλιστικό κόμμα τάχθηκε κατά οποιασδήποτε συμμετοχής σε επεκτατική πολεμική επιχείρηση από πλευράς της Ιταλίας. Με αυτή την άποψη συντάχθηκε και ο Μουσολίνι[xiii]. Μερικούς μήνες αργότερα, όμως, μετέβαλε άποψη και συμπαρατάχθηκε με ένα τμήμα των συνδικαλιστών του κόμματος που υποστήριζε την είσοδο της Ιταλίας στον πόλεμο. Αυτοί διαμόρφωσαν μια ομάδα αποκαλούμενη «Φάσι Επαναστατικής Διεθνιστικής Δράσης» (Fasci d'azione rivoluzionaria internazionalista)[xiv] και εξέδωσαν ένα μανιφέστο στις 5 Οκτωβρίου 1914. Η εμμονή του στην υποστήριξη του επεμβατισμού οδήγησε στην αποπομπή του από τη θέση του αρχισυντάκτη της Avanti!.

Το Νοέμβριο του 1914 στο Μιλάνο, ιδρύει την εφημερίδα Il popolo d' Italia (Ο λαός της Ιταλίας) και την ομάδα Fasci Autonomi d'Azione Rivoluzionaria (Αυτόνομες Φάσι Επαναστατικής Δράσης)[xv].

Οι πληροφορίες σχετικά με τη χρηματοδότηση της εφημερίδας του ότι η εφημερίδα του  από τη Γαλλία, η επιθυμούσε την είσοδο της Ιταλίας στον πόλεμο, και από βιομηχάνους, που επιθυμούσαν την αποδυνάμωση του σοσιαλιστικού κόμματος, είχε ως αποτέλεσμα τη διαγραφή του από αυτό. Τελικά, η Ιταλία εισήλθε στον πόλεμο τον Μάιο του 1915. 

Oι πρώτες σημαντικές ομάδες φασιστών (με την κλασσική έννοια) σχηματίστηκαν το 1919 και ονομάστηκαν fasci di combattimento, δηλαδή ομάδες ή δέσμες μάχης)[xvi].

Ο RobertPaxtonδίνει το παράδειγμα της ανάπτυξης του φασιστικού φαινομένου στην κοιλάδα του Πάδου[xvii], ενώ αντίστοιχα ο Gentile δίνει την εκδοχή της επικράτησης στην Κοιλάδα του Πάδου, λόγω της καταπίεσης που ασκούσαν τα αριστερά συνδικάτα τόσο προς τους αστούς όσο και προς τους εργάτες[xviii].

Στις 23 Φεβρουαρίου 1919 ιδρύει το κόμμα Fasci de Combattimento (Πυρήνες του Αγώνα), αλλά αποτυγχάνει να εισέλθει στο κοινοβούλιο.

Αποτέλεσε, πάντως, την ιδρυτική κίνηση του φασιστικού κινήματος[xix].

Μετά την ήττα, στο Εθνικό Συνέδριο του Μιλάνου το Μάιο του 1920 εγκαταλείπει το ριζοσπαστικό πρόγραμμα του 1919, με μια στροφή προς τα δεξιά[xx].

Η ομάδα του, κατά τη διάρκεια του μεγάλου απεργιακού κύματος του 1920 – 1921, δρα εναντίον των εργατών, οργανώνοντας εκστρατείες τιμωρίας.

Έτσι κερδίζει τη συμπάθεια και τη στήριξη των βιομηχάνων.

Το 1921[xxi] συμμετέχει στις εκλογές, κερδίζει 37 βουλευτικές έδρες και μετονομάζει το κόμμα του σε Partito Nazionale Fascista PNF (Εθνικό Φασιστικό Κόμμα)[xxii].

Η πολιτική άποψη του Μουσολίνι στηριζόταν στην υποτιθέμενη υπέρβαση των παραδεδεγμένων  πολιτικών οριοθετήσεων, μεταξύΑριστεράς, Δεξιάς και Κέντρου, θέτοντας τον φασισμό εκτός και υπεράνω αυτών.

Αν και επαγγέλθηκε ριζοσπαστικές αλλαγές, ποτέ δεν παρουσίασε επίσημο πρόγραμμα και τους τρόπους εφαρμογής του.

Γενικότερα, η πρακτική του είχε να κάνει με έντονο θεατρινισμό, οξεία ρητορεία, και τάσεις υπερβολής και εντυπωσιασμού[xxiii].

Η είσοδός του στο ιταλικό κοινοβούλιο σήμανε την αρχή του τέλους για τον εύθραυστο ιταλικό κοινοβουλευτισμό.

Το Φασιστικό κόμμα, άλλωστε, δεν έκρυβε την εχθρότητά του προς τη δημοκρατία και το φιλελεύθερο  Κράτος[xxiv].

Οι φασιστικές ομάδες Μελανοχιτώνων, που είχε οργανώσει, δρούσαν τρομοκρατικά σε όλη τη χώρα.

Στις 3 και 4 Οκτωβρίου του 1922 εισβάλλουν στις πόλεις της Γένοβας, του Λιβόρνο και της Ανκόνα και εγκαθιδρύουν τοπικές φασιστικές διοικήσεις.

Στη χώρα επικρατεί αναταραχή, που προοιωνίζεται εμφύλιο πόλεμο, ενώ οι διαδοχικές κυβερνήσεις των Τζοβάνι Τζιολίτι[xxv] (Giovanni Giolitti), Ιβανόε Μπονόμι (Ivanoe Bonomi) και Λουίτζι Φάκτα (Luigi Facta) αδυνατούν να ανακόψουν την ολίσθηση προς την αναρχία και την εκτροπή.

Στις 28 Οκτωβρίου ο Μουσολίνι οργανώνει την Πορεία προς τη Ρώμη (Marcia su Roma), και στις 31 Οκτωβρίου 100.000 Μελανοχίτωνες, όπως λέγεται, (ο αριθμός αυτός σήμερα αμφισβητείται) μέλη των Φασιστικών Φαλάγγων, εισέρχονται στη Ρώμη και παρατάσσονται απέναντι από την αστυνομία και τους Κυανοχίτωνες του βασιλικού στρατού[xxvi].

Ο Βασιλιάς Βίκτωρ Εμμανουήλ Γ΄ (Vittorio Emanuele III), αδυνατώντας να ελέγξει την κατάσταση και με την απειλή του εμφυλίου να επικρέμαται πάνω από τη χώρα, παραδίδει την εξουσία στον Μουσολίνι, ορίζοντάς τον πρωθυπουργό[xxvii].

Ο RobertPaxtonυποστηρίζει ότι ο αριθμός των μελανοχιτώνων που έφθασε στη Ρώμη δεν υπερέβαινε τις 9.000-10.000 σχεδόν άοπλων και πεινασμένων ατόμων[xxviii].

Επίσης, υποστηρίζει ότι η επικράτηση του Φασισμού στην Ιταλία λόγω της Πορείας προς τη Ρώμη είναι ένας καλά δουλεμένος μύθος από την προπαγάνδα του Μουσολίνι και ότι πρόκειται για μια μπλόφα και ότι ποτέ άλλοτε η Ρώμη δεν κατελήφθη από μια τόσο πρόχειρη προσπάθεια[xxix].

Επίσης, αναφέρει ότι η επικράτηση του Μουσολίνι οφείλεται σε έναν συνδυασμό απροθυμίας συνεργασίας των προοδευτικών ιταλικών πολιτικών δυνάμεων της Αριστεράς και της Δεξιάς εκείνης της εποχής, στην συγκυρία της εποχής που δεν βοήθησε στην αφομοίωση των Φασιστών από τα αστικά κόμματα, στην αδυναμία  στον φόβο του Βίκτωρα Εμμανουήλ Γ΄ για αιματοχυσία και σε απροσδιόριστους μη φανερούς παράγοντες που όπως αναφέρει, ίσως, δεν θα μάθουμε ποτέ.

Επίσης, ο Μουσολίνι είχε θέσει έξυπνα στο βασιλιά το δίλλημα μεταξύ της αιματοχυσίας και της ανάληψης της εξουσίας εκ μέρους του[xxx].

Ο Μουσολίνι και οι Φασίστες ακολούθησαν έναν συνδυασμό τρομοκρατίας και πολιτικών ελιγμών για να εδραιώσουν την εξουσία τους[xxxi].

Αρχικά, στο κοινοβούλιο, βρήκε την υποστήριξη των Φιλελευθέρων.

Χάρη στη δική τους βοήθεια, ο Μουσολίνι εισήγαγε διατάξεις σχετικές με τη λογοκρισία  και, επίσης, με την  τροποποίηση του εκλογικού συστήματος, έτσι ώστε το 1925 να είναι σε θέση να αναλάβει δικτατορικές εξουσίες και να διαλύσει όλα τα άλλα πολιτικά κόμματα και τα μη φασιστικά συνδικάτα.

Μετά, διέλυσε το κοινοβούλιο και ίδρυσε, από τις εφεδρείες των Μελανοχιτώνων, τη Φασιστική Αστυνομία, με ευρείες αρμοδιότητες καταστολής[xxxii].

Ο κρατικός μηχανισμός, βρέθηκε πλέον πλήρως στα χέρια του και χρησίμευσε ως μέσο προπαγάνδας και καταστολής κάθε αντιπολιτευόμενης  (δολοφονία Giacomo Matteotti)[xxxiii], που επιχείρησε να καταγγείλει τη δράση του Μουσολίνι.

 Έτσι, προέκυψε μια παρατεταμένη πολιτική κρίση, που οδήγησε, στις αρχές του 1925, στην εγκαθίδρυση υπό τον Μουσολίνι προσωποπαγούς ολοκληρωτικής δικτατορίας[xxxiv].

Ο Μουσολίνι απέδιδε τεράστια σημασία στην προπαγάνδα εντός και εκτός Ιταλίας[xxxv].

Ο τύπος, το ραδιόφωνο, η εκπαίδευση και η κινηματογραφική παραγωγή εποπτεύονταν προσεκτικά, έτσι ώστε να καλλιεργήσουν την αντίληψη ότι ο φασισμός ήταν το δόγμα του 20ού αιώνα, το οποίο αντικαθιστούσε τον φιλελευθερισμό και τη δημοκρατία, και να υποστηρίξουν τον μύθο του Duce (Ηγέτη), όπως ο Μουσολίνι αρεσκόταν να αποκαλείται[xxxvi].

Έτσι, έχουμε την πολύ σημαντική ίδρυση του Υπουργείου Λαϊκής Κουλτούρας το 1937[xxxvii].

Ο Φασισμός οικοδόμησε το μονοκομματικό κράτος μέσω ενός είδους «νόμιμης επανάστασης» με τους περισσότερους νόμους να τους επεξεργάζεται ο νομομαθής  Αλφρέντο Ρόκκο, ενώ χρησιμοποίησε τον κορπορατισμό ως εναλλακτική απάντηση στην κρίση του καπιταλισμού που ποτέ δεν αποκήρυξε και του κομμουνισμού.

Με την κρίση του 1929 όμως ο κρατικός παρεμβατισμός άρχισε να αυξάνει και να περιορίζει τον κορπορατισμό[xxxviii].

Πολλοί διανοούμενοι συνέργησαν με τον φασισμό, όπως ο Τζιοβάνι Τζεντίλε και ο Τζιοακίνο Βόλπε, η εκπαίδευση τέθηκε, συν τω χρόνω, κάτω από τον έλεγχο του Φασιστικού Κόμματος και της Φασιστικής ιδεολογίας, με στόχο να φτιαχτεί ο νέος άνθρωπος[xxxix].

Κατά τη δεκαετία του 1930 το φασιστικό καθεστώς προσέλαβε τα χαρακτηριστικά μιας ολοκληρωτικής δικτατορίας, θεμελιωμένης στον Ντούτσε, στο μονοκομματισμό και σε ένα σύνθετο οργανωτικό δίκτυο για την πλαισίωση και την κινητοποίηση των μαζών.

Ο όρος ολοκληρωτικό κράτος ο οποίος χρησιμοποιήθηκε από τους Μουσολίνι, Τζεντίλε και  Αλφρέντο Ρόκκο, είχε πρωτοχρησιμοποιηθεί από τον  φιλελεύθερο αντιφασίστα ηγέτη Τζονοβάνι Αμέντολα[xl].

Ο Μουσολίνι ανήλθε στην εξουσία στη βάση ενός σιωπηρού συμβιβασμού με κατεστημένους θεσμούς, και ποτέ δεν κατόρθωσε να ξεπεράσει τελείως τους περιορισμούς αυτού του συμβιβασμού[xli].

Ο θρίαμβος και η πτώση του ιταλικού Φασισμού.-Κρίσιμες χρονολογίες.
Από το 1922 που κατέλαβε την εξουσία μέχρι το 1927 ο Μουσολίνι είχε διαμορφώσει το φασιστικό κράτος και την προσωπική του δικτατορία.

Το κράτος και το κόμμα μετατράπηκαν σε μονολιθικά κατασκευάσματα στα χέρια του, ενώ οι νόμοι που καταρτίσθηκαν από τον κορυφαίο φασίστα νομομαθή Αλφρέντο Ρόκο μετέτρεψαν το κοινοβούλιο σε κομματικό συνέδριο, συγχώνευσαν στην πράξη την νομοθετική και την εκτελεστική εξουσία και κατέστησαν το μεγάλο Φασιστικό Συμβούλιο όργανο του Ντούτσε που είχε αποκλειστικά το δικαίωμα να το συγκαλεί και καθορίζει τα προς συζήτηση θέματα[xlii].

Η επιτυχία αυτή τον ενθάρρυνε να βάλει πιο μακροπρόθεσμους στόχους.

Μέχρι το 1930 έδινε έμφαση στον εκσυγχρονισμό της Ιταλίας με τη βοήθεια μιας αφοσιωμένης ελίτ.

Το 1932 αναφέρθηκε στον νέο διεθνή ηγετικό ρόλο της Ιταλίας.

Το 1934 βεβαίωνε ότι οΦασισμός που το 1922 ήταν ένα ιταλικό φαινόμενο είχε μετατραπεί από το 1929 σε διεθνές φαινόμενο[xliii].

Για την υλοποίηση των στόχων του ο Μουσολίνι απαίτησε να μετατραπεί η Ιταλία σε μιλιταριστικό και πολεμικό έθνος.

Μια απαίτηση που στέφθηκε με λιγότερη επιτυχία απ’ ό,τι το πρόγραμμα εκσυγχρονισμού της Ιταλίας.

Αρχικά ο Μουσολίνι θεωρούσε τον φασισμό σαν μια εξέλιξη στο εσωτερικό του δυτικού πολιτισμού και αντιμετώπιζε με δυσπιστία τη Γερμανία, τον Χίτλερ και τον εθνικοσοσιαλισμό που τον χαρακτήριζε σανεκατό τοις εκατό ρατσισμό που στρεφόταν εναντίον όλων[xliv].

Θεωρούσε δε τον Χίτλερ φανατικό αλλόφρονα[xlv].

Εντούτοις οι ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις το και η υπερεκτίμηση της δύναμης του Φασισμού τον παρέσυραν στην αγκαλιά της εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας.

Η κατάκτηση της Αιθιοπίας (1935) τον έφερε σε αντίθεση με τη Δύση, ενώ θαμπωμένος από τις επιτυχίες του γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού άρχισε να μιλά για άξονα Ρώμης-Βερολίνου.

Παρ’ όλα αυτά η κατάληψη της Αιθιοπίας δεν έκλεισε το δρόμο της συνεννόησης με τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και κυρίως με την Αγγλία[xlvi].

Η επέμβαση της Ιταλίας υπέρ του Φράνκο και η Συμφωνία του Μονάχου (1938) θεωρήθηκαν επιτυχίες του Μουσολίνι, στην πραγματικότητα όμως συγκάλυπταν το γεγονός ότι η Ιταλία γινόταν δορυφόρος της Γερμανίας, ύστερα μάλιστα και από την αποδοχή των γερμανικών αντισημιτικών νόμων και από την Ιταλία[xlvii].

Παρά τους αρχικούς ενδοιασμούς[xlviii], η Ιταλία εισέρχεται στον πόλεμο τον Ιούνιο του 1940,αποσκοπώντας σε οφέλη, πόλεμο που είχε ξεκινήσει η Γερμανία το 1939[xlix].

Ο πόλεμος αποκάλυψε την καθυστέρηση και την αναποτελεσματικότητα του ιταλικού κράτους και επέφερε την πτώση του Μουσολίνι και του κόμματός του ύστερα από τρία χρόνια.

Τον Ιούλιο του 1943, οι Συμμαχικές Δυνάμεις απέπεμψαν  τα ιταλικά στρατεύματα από την Βόρεια Αφρική και αποβιβάστηκαν στην Σικελία.

Στην συνέχεια το «Μεγάλο Φασιστικό Συμβούλιο» (Grand Fascist Council), με την στήριξη του βασιλιά Βίκτορα Εμμανουήλ Γ΄, έπαυσε και συνέλαβε τον Μπενίτο Μουσολίνι. Η νέα κυβέρνηση ξεκίνησε τότε μυστικές διαπραγματεύσεις ειρήνης με τις Συμμαχικές Δυνάμεις.

Όταν ανακοινώθηκε τον Σεπτέμβρη η Ανακωχή του Κασσίμπλε, η Γερμανία όντας προετοιμασμένη έσπευσε αμέσως σε παρέμβαση. Αμέσως, η Γερμανία πήρε στον έλεγχο της το βόρειο μέρος της μισής Ιταλίας, ελευθέρωσε τον Μουσολίνι και τον φυγάδευσε σε έδαφος υπό γερμανική κατοχή, με σκοπό την ίδρυση ενός κράτους-δορυφόρου[l].

Η Ιταλική Κοινωνική Δημοκρατία[li]ή Δημοκρατία του Σαλό ανακηρύχθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου του 1943.

 Μολονότι, στο κράτος άνηκε δικαιωματικά το μεγαλύτερος μέρος της Ιταλίας, είχε περιορισμένο πολιτικό έλεγχο. Το κράτος αυτό αναγνωριζόταν διπλωματικά μόνον από την Γερμανία, την Ιαπωνία και τις συμμαχικές προς αυτές χώρες.

Στις 25 Απριλίου του 1945 η δικτατορία του Μουσολίνι δεν υπήρχε πια.

Στις 27 Απριλίου, οι παρτιζάνοι αιχμαλώτισαν τον Μπενίτο Μουσολίνι, την ερωμένη του, Κλαρέττα Πετάτσι, κάποιους από τους υπουργούς του, καθώς επίσης και διάφορους Ιταλούς φασίστες που προσπάθησαν να δραπετεύσουν.

Στις 28 Απριλίου, οι επαναστάτες εκτέλεσαν τον Μουσολίνι και τους περισσότερους από τους αιχμαλώτους.

Ο υπουργός Άμυνας Ροντόλφο Γκρατσιάνι (Rodolfo Graziani) παρέδωσε τα απομεινάρια του δικτατορικού καθεστώτος στις 2 Μαΐου, μετά την συνθηκολόγηση των γερμανικών δυνάμεων στην Ιταλία.

Έτσι, επήλθε το οριστικό τέλος της Ιταλικής Κοινωνικής Δημοκρατίας και του φασιστικού καθεστώτος στην Ιταλία[lii].

 Η πλήρης διαφθορά και η έλλειψη στοιχειωδών πολιτικών και ηθικών αρχών θα σταθούν η οριστική ταφόπλακα του φασιστικού πειράματος[liii].

Κρίσιμες χρονολογίες τις δεκαετίες του 1930 και 1940.

Η φιλοσοφία του Μουσολίνι διαμορφώθηκε σταδιακά και διατυπώθηκε επίσημα στο άρθρο του «Το Δόγμα του Φασισμού» που περιελήφθη στην Ιταλική Εγκυκλοπαίδεια το 1932 (επιδράσεις από Μακιαβέλλι, Ζαν Μποντέν, Τόμας Χόμπς, Φίχτε, Χέγκελ, Νίτσε υπό την οπτική του Όσβαλντ Σπένγκλερ, σημαντικά από τον Ζώρζ Σορέλ και τους Γκαετάνο Μόσκα και Βιλφρέντο Παρέτο)[liv].
Κατάκτηση Αιθιοπίας, 1935.
Ίδρυση της Αυτοκρατορίας, 9 Μαΐου 1936.
Η προσπάθεια σύστασης αποικιακής αυτοκρατορίας θα γινόταν μέσω αυτοκρατορικών κοινοτήτων που θα περιλάμβαναν και αποικίες και ευρωπαϊκά κράτη που θεωρούντο κατώτερα. Επίσης προέβλεπε μέσω της μεσογειακής κατάκτησης το άνοιγμα της πύλης για τους ωκεανούς[lv].

Άξονας Ρώμης-Βερολίνου, («Κάθετος Άξονας της Ευρώπης»), 24 Οκτωβρίου 1936.
Ίδρυση Υπουργείου Λαϊκού Πολιτισμού, 27 Μαΐου 1937.
Η οργάνωση της προπαγάνδας είχε αρχίσει από το 1923, τέθηκε υπό τον έλεγχο της υπογραμματείας Τύπου και Προπαγάνδας (1934), αναβαθμίστηκε σε υπουργείο το 1935 και τέλος έχουμε την ίδρυση του Υπουργείου[lvi].

Εγκατάλειψη της Κοινωνίας των Εθνών, 11 Δεκεμβρίου 1937.
Συμφωνίες του Μονάχου 29 Σεπτεμβρίου 1938.
Αντιεβραϊκοί νόμοι της 17ης Νοεμβρίου 1938[lvii]. Ρατσιστική νομοθεσία μετά την κατάκτηση της Αιθιοπίας[lviii].
Ισπανικός εμφύλιος στο πλευρό του Φράνκο, 1938-39.
Δημιουργία Ιταλικής Φασιστικής Νεολαίας, 27 Οκτωβρίου 1937.
Κατάργηση της Βουλής και αντικατάστασή της με τη Βουλή των Συντεχνιών 19 Ιανουαρίου 1939[lix] και ενίσχυση προνομίων και αρμοδιοτήτων του Φασιστικού Κόμματος.
«Ατσάλινη Συνθήκη» ή «Χαλύβδινο Σύμφωνο», μεταξύ Ιταλίας και Γερμανίας, 22 Μαΐου 1939.
Απώλεια της Αιθιοπίας, Μάιος 1941.
Εισβολή Συμμάχων στη Σικελία, 10 Ιουλίου 1943.
Απώλεια Λιβύης, 23 Ιανουαρίου 1943.
Πτώση του Ντούτσε, 25 Ιουλίου 1943 (Το ιταλικό κατεστημένο, η ιταλική μοναρχία και η Εκκλησία προσπαθούσαν να βρουν διέξοδο για τον πόλεμο)[lx].
Συνθηκολόγηση με τους Συμμάχους, 8 Σεπτεμβρίου 1943.
Δημοκρατία του Σαλό 13 Σεπτεμβρίου 1943-25 Απριλίου 1945.
Αντισημιτική νομοθεσία της Δημοκρατίας του Σαλό[lxi].
Πτώση δικτατορίας Μουσολίνι, 25 Απριλίου του 1945.
Σύλληψη και εκτέλεση Μουσολίνι, συνεργατών του και ερωμένης του 27-28 Απριλίου 1945.
Ο BernardoBertolucciτην εποχή που δημιουργήθηκε η ταινία
Ο Bernardo Bertolucci ήταν τριάντα ετών,  όταν γύρισε τον Κομφορμίστα.

Όπως ήταν φυσικό, το νεαρό της ηλικίας του, την εποχή εκείνη, κάνει ώστε να είναι εμφανείς οι επιδράσεις στο έργο του από την εργασία και τις απόψεις των καταξιωμένων Ιταλών δημιουργών της εποχής εκείνης. Σύμφωνα με τον Σταύρο Γανωτή του Cine.grαπό τον Fellini παρατηρεί την απεριττότητα κάθε σκηνής και την χρήση τρίτων προσώπων. Από τον Antonioni διδάσκεται την αποστασιοποίηση από τον ήρωα. Από τον Pasolini παίρνει μαθήματα ύφους και ερμηνείας. Από τον De Sica εμπνέεται τη δύναμη της σκηνής και την χορευτική κίνηση της κάμερας. Ταυτόχρονα υπάρχει ο κορυφαίος διευθυντής φωτογραφίας  Vittorio Storaro, καθώς επίσης και ο Georges Delerue που  ντύνει διακριτικά την εικόνα με ήχο[lxii]. 

Ο σκηνοθέτης , αλλά και οι συντελεστές της ταινίας, δεν μπορούν να μείνουν ανεπηρέαστοι από τα κοσμοϊστορικά γεγονότα της εποχής, τα οποία συμβαίνουν τόσο στο Δυτικό κόσμο γενικότερα, όσο και στην Ιταλία ειδικότερα.

Η Ιταλία του 1970, την εποχή που δημιουργήθηκε η ταινία
Η Ιταλία, τη δεκαετία του 1970,γνώρισε ένα κύμα διαμαρτυριών  στις οποίες συμμετείχαν εκατομμύρια άνθρωποι, που αμφισβήτησαν τους μηχανισμούς ελέγχου της αστικής τάξης.
Τα μακρά, σε χρόνο, ιταλικά κοινωνικά κινήματα ξεκίνησαν με τις φοιτητικές διαμαρτυρίες, που έφτασαν στο αποκορύφωμα τους το 1968, την ίδια, δηλαδή εποχή με τον γαλλικό Μάη. Σε αντίθεση, όμως, με αυτό που συνέβη στις περισσότερες χώρες, όπου οι φοιτητικές διαμαρτυρίες περιήλθαν σε κατάσταση ατονίας, οι Ιταλοί φοιτητές βρήκαν υποστήριξη από τους εργοστασιακούς εργάτες.
Κατά τη διάρκεια του Θερμού Φθινοπώρου το 1969, έντονες εργασιακές διαμάχες παρέλυσαν τη βιομηχανία και για τέσσερα χρόνια εργάτες και διεύθυνση μάχονταν για τον έλεγχο της παραγωγής και των κερδών[lxiii].
Ταυτοχρόνως, ο φεμινισμός κι ένα νεολαιίστικο κίνημα αντικουλτούρας μετασχημάτιζαν τις κοινωνικές σχέσεις. Στα μέσα της δεκαετίας του ’70 οι ξεπερασμένοι νόμοι σχετικά με το διαζύγιο και την έκτρωση αμφισβητήθηκαν και άλλαξαν από ένα αυτόνομο γυναικείο κίνημα.
Η εποχή που δημιουργήθηκε η ταινία, είναι, επίσης, η εποχή που η ακροδεξιά πολιτική βία εμφανίστηκε δυναμικά, δηλαδή κυρίως στα τέλη του 1960 και τις αρχές του ’70.

Μετά το τέλος του πολέμου, ο μύθος του δημοκρατικού φασισμού αναμεμιγμένος με τη νοσταλγική εξύμνηση της φασιστικής εμπειρίας ήταν σε μεγάλο βαθμό η γενεσιουργός αιτία διαφόρων νεοφασιστικών κινημάτων που ιδρύθηκαν και έδρασαν στη δημοκρατική Ιταλία με διάφορες καταλήξεις[lxiv].

Οι νεοφασιστικές τρομοκρατικές ομάδες της περιόδου ήταν μια αντίδραση ενάντια σε όλη αυτήν την αριστερόστροφη δραστηριότητα, και,επίσης, ενάντια στην εμφάνιση αριστερών τρομοκρατικών ομάδων όπως οι Ερυθρές Ταξιαρχίες. Οι ακροδεξιοί τρομοκράτες συχνά έβαζαν βόμβες σε δημόσιους χώρους που σκότωναν δεκάδες αθώους περαστικούς. Όλο αυτό ήταν μέρος μιας λεγόμενης «Στρατηγικής της Έντασης», μιας εκστρατείας σχεδιασμένης να οδηγήσει σε μια κατάρρευση του νόμου και της τάξης και συνεπακόλουθα της λαϊκής εμπιστοσύνης στη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση, ευνοώντας ένα στρατιωτικό πραξικόπημα. Πράγματι στα 1960-70 υπήρξαν αρκετές τέτοιες απόπειρες[lxv].

Στη μεταπολεμική ιστορία της Ιταλίας, οι χαμένοι του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου (όσοι υποστήριζαν το Φασιστικό Κόμμα του Μουσολίνι) παρεισέφρησαν είτε σε παράνομες είτε σε νόμιμες ακροδεξιές οργανώσεις ή ακόμα και σε καίριες θέσεις του Στρατού[lxvi].

Αυτές οι οργανώσεις έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στο ψυχροπολεμικό κλίμα της μεταπολεμικής περιόδου[lxvii]. Όπως είπαμε, στα τέλη της δεκαετίας του 1960, στην Ιταλία, αναπτύσσονται φοιτητικοί αγώνες, κοινωνικά κινήματα καθώς και ο συνδικαλισμός στο βιομηχανοποιημένο Βορρά. Οι εργατικοί αγώνες του 1968-69, το Autunno Caldo (Θερμό Φθινόπωρο) της Ιταλίας, υπονόμευσαν βαθιά την οικονομική εξουσία της χώρας και άλλαξαν τον συσχετισμό ισχύος. Οι απεργίες ξεκίνησαν σταδιακά από την άνοιξη του 1968 σε μεγάλες επιχειρήσεις όπως η Fiat, η Pirelli και η Siemens, με κύρια αιτήματα  την μείωση του ωραρίου και την αύξηση των μισθών, όπως προβλεπόταν στη συλλογική σύμβαση του 1966. Τα συνδικάτα των εργαζομένων στις αυτοκινητοβιομηχανίες υπήρξαν πρωτοπόρα, καθώς το Σεπτέμβριο του 1969 προχώρησαν σε αναστολή των εργασιών (με μεγάλες απώλειες στη παράγωγη) και σε μεγαλειώδεις πορείες στο κέντρο του Μιλάνο και του Τορίνο. Ακόμη, ορόσημο για τις κινητοποιήσεις του 1969 αποτέλεσε η «διασταύρωση» του εργατικού κινήματος με τις φοιτητικές πορείες: στις 3 Ιουλίου 1969 οι φοιτητέςδιαδήλωσαν στο Τορίνο μαζί με τους εργάτες και πραγματοποίησαν συνελεύσεις στις οποίες αποφάσισαν να συστήσουν κοινό αγωνιστικό μέτωπο[lxviii].

Ακόμα και πριν το ’69 αρκετοί μαχητικοί και αυτόνομοι αγώνες αναπτύχθηκαν, ιδιαίτερα στην Pirelli στο Μιλάνο, που δεν ελέγχονταν από τα συνδικάτα ούτε σε επίπεδο οργάνωσης, ούτε όσον αφορά το περιεχόμενο ή τα αιτήματά τους. Ουσιαστικές αυξήσεις μισθών, συν λιγότερη εργασία, αυτά ήταν τα κυρίως ζητούμενα της περιόδου. Η όλη στάση του προλεταριάτου μπορεί να συνοψιστεί στο σύνθημα της εποχής: Καλύτεροι μισθοί, λιγότερη δουλειά!… Βίαιες απεργίες ξέσπασαν στην Alfa Romeo και στη Fiat. Ταραχές ξέσπασαν σε πολλές πόλεις, οι πιο σοβαρές στο Reggio Calabria όπου δεκάδες χιλιάδων ανθρώπων συγκρούστηκαν με τα στρατεύματα[lxix].

Από την άλλη, οι φοιτητές έχοντας βιώσει την εμπειρία του Γαλλικού Μάη οργανώθηκαν διεκδικώντας αξιοκρατικότερο σύστημα εισαγωγής στο πανεπιστήμιο, κατάργηση της δογματικής γνώσης, άνοιγμα των πανεπιστημίων στη κοινωνία και δηλώνοντας την συμπαράσταση τους στην εργατική τάξη. Μετά τους αγώνες αυτούς, η Αριστερά ισχυροποιήθηκε. Η ζημιά που επέφερε στην αστική τάξη η εργατική απειθαρχία ήταν σοβαρότατη.Και ενώ η χώρα βρισκόταν σε διαρκή απεργιακό κλοιό και η κυβέρνηση αδυνατούσε να επιβληθεί στους ολοένα αυξανόμενους απεργούς, η λύση έπρεπε να δοθεί με διαφορετικό τρόπο: Το Δεκέμβριο του 1969 και ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη οι διαπραγματεύσεις για την υπογραφή νέας συλλογικής σύμβασης (με ευνοϊκότερους όρους για τους εργαζόμενους) που θα αποτελούσε μεγάλη νίκη για την ιταλική εργατική τάξη, στις 12 Δεκεμβρίου πραγματοποιείται βομβιστική επίθεση στο κέντρο του Μιλάνο, στην Αγροτική τράπεζα της Ιταλίας. Τελικός απολογισμός 17 νεκροί και 88 τραυματίες. Το χτύπημα αποδόθηκε εξαρχής σε αριστερές οργανώσεις και αναρχικούς κύκλους. Αρχικά κατηγορείται ο αναρχικός Πιέτρο Βαλπρέντα και αμέσως σχηματίζεται κατηγορητήριο και για τον αναρχικό Τζιουζεπε Πινέλλι. Τρεις μέρες μετά τη σύλληψη του ο Πινέλλι εκπαραθυρώνεται κατά τη διάρκεια της ανάκρισης και το γεγονός καταγράφεται επισήμως ως «θάνατος εξαιτίας ψυχολογικής νόσου». Τελικά το 2005 κατόπιν ερευνών εκδόθηκε καταδικαστική απόφαση για μέλη της ακροδεξιάς οργάνωσης Οrdine Nuovo (Νέα Τάξη) για αυτή τη βομβιστική επίθεση[lxx].

Από το 1969 μέχρι το 1975 πραγματοποιήθηκαν 4.334 επίσημα καταγραμμένες πράξεις τρομοκρατικής βίας. Απ’ αυτές, το 83% αποδόθηκε αρχικά στην άκρα Αριστερά για να αποδειχτεί αργότερα ότι ήταν έργο της άκρας Δεξιάς και των συνεργατών της στον κρατικό μηχανισμό. Η Ιταλία για μια εικοσαετία περίπου ήταν αντιμέτωπη με  ένα χαοτικό κλίμα, του οποίου τα χαρακτηριστικά ήταν: βομβιστικές επιθέσεις, διάβρωση αριστερών οργανώσεων, ενοχοποίηση της Αριστεράς μέσω τρομοκρατικών χτυπημάτων και συνέχων προκλήσεων.

Όλες αυτές οι ακροδεξιές τρομοκρατικές δραστηριότητες δεν κατάφεραν να προκαλέσουν και να επιβάλουν ένα δεξιό στρατιωτικό πραξικόπημα στην Ιταλία (κατά το πρότυπο της Ελλάδας το 1967, της Χιλής το 1973 και της Τουρκίας το 1971 και το 1980, όπου εφαρμόστηκε η ίδια πρακτική). Πέτυχαν όμως, να προκαλέσουν το θάνατο εκατοντάδων αθώων ανθρώπων στην Ιταλία, τον τραυματισμό και την αναπηρία πολύ περισσότερων, να δημιούργησαν ένα γενικό κλίμα ανασφάλειας και αβεβαιότητας, και να βοηθήσουν τον πολιτικό συντηρητισμό να θεσπίσει ανεμπόδιστα μια ολόκληρη σειρά σκληρών «αντιτρομοκρατικών» νόμων που είχαν και έχουν αρνητικές επιπτώσεις στις πολιτικές ελευθερίες και τα δικαιώματα όλων των Ιταλών.

Μετά το 1968, καθώς τα κοινωνικά κινήματα καθόριζαν την ατζέντα της δημόσιας συζήτησης, καμία κυβέρνηση δεν ήταν σε θέση είτε να ικανοποιήσει τα συγκρουσιακά αιτήματα των εργατών σε σχέση με τις διαθέσεις των διευθυντών, είτε των γυναικών σε σχέση με το Βατικανό, ή έστω να καταφέρει να έχει μια ικανή κοινοβουλευτική πλειοψηφία ώστε να κυβερνήσει χωρίς έντονη αντιπολίτευση. Μεταξύ του 1968 και του Οκτώβρη του 1974 υπήρξαν 8 διαφορετικές κυβερνήσεις, όμοιες μεταξύ τους ως προς την έλλειψη διαφάνειας και ικανοτήτων, οδηγώντας πολλούς Ιταλούς στην πίστη ότι το πολιτικό σύστημα ήταν εγγενώς αναξιόπιστο[lxxi].

Η ταινία ως μέσο παρουσίασης, ερμηνείας και κατανόησης του παρελθόντος.-Συμπερασματικές παρατηρήσεις.
Το πρώτο πράγμα με το οποίο θα ασχοληθούμε σε αυτή την ενότητα είναι το πως οι συντελεστές της ταινίας παρουσιάζουν τα ιστορικά γεγονότα, ποιες πλευρές του ολοκληρωτικού καθεστώτος επιλέγουν να τονίσουν και να φωτίσουν, και με ποιο τρόπο το κάνουν αυτό.

Έτσι, θα μπορούσαμε να πούμε  ότι δύο είναι τα κυρίαρχα στοιχεία της ταινίας.

Το πρώτο από αυτά είναι η προσπάθεια του πρωταγωνιστή να έχει μία «κανονικοποιημένη» ζωή, απωθώντας πλευρές του εαυτού του οι οποίες δεν είναι  «κανονικές».

Η προσπάθειά του για αυτή την «κανονικοποίηση» της ζωής του έχει να κάνει τόσο με τις επιλογές του πουείναι σχετικές με την προσωπική και οικογενειακή του ζωή, όσο και με την ένταξή του στο Φασιστικό Κόμμα της Ιταλίας.

Ή ένταξή του στο Φασιστικό Κόμμα είναι ένα στοιχείο που θα συνεισφέρει στην πολυπόθητη «κανονικότητα», αλλά και επίσης τον βοηθά να ανέλθει κοινωνικά.

Η ένταξη αυτή γίνεται με τη μεσολάβηση ανθρώπων-συνδέσμων και δείχνει πως το Φασιστικό Κόμμα στην περίπτωση της Ιταλίας έχει παρεισφρήσει και διαβρώσει όλο το κοινωνικό οικοδόμημα, αποκτώντας, τουλάχιστον κάποια, λαϊκή βάση και αποδοχή[lxxii].

Άλλωστε ο Γκράμσι και ο Τολιάτι έδωσαν έμφαση στο γεγονός ότι ο φασισμός ήταν ένα αυθεντικό μαζικό κίνημα, από κάποια άποψη περισσότερο μια συνέπεια παρά η αιτία για την ήττα της επαναστατικής Αριστεράς[lxxiii].

Στο σημείο αυτό θα θέλαμε να σημειώσουμε πως πράγματι το Φασιστικό Κόμμα στην Ιταλία διέθετε λαϊκή βάση, γεγονός που ήταν απότοκοτων κοινωνικοοικονομικών συνθηκών που επικρατούσαν τότε στην Ιταλική κοινωνία (όπως το αίτημα για εκσυγχρονισμό), καθώς επίσης και της διεθνούς συγκυρίας, όπως ήταν  τα πενιχρά κέρδη που αποκόμισε η Ιταλία από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο[lxxiv], καθώς επίσης και η αντίληψη ότι ο Φασισμός πρεσβεύει το νέο, το δυνατό, το αρρενωπό, την καινοτομία, στοιχεία που ερχόντουσαν σε αντίθεση με την παρακμή του παρελθόντος.

Τα στοιχεία αυτά άλλωστε έχουν αναφορά και στη στάση ζωής που επιλέγει ο πρωταγωνιστής, ο κομφοσμίστας, ο οποίος όπως αναφέραμε αποποιείται κάθε τι «μη κανονικό».

Ένα άλλο ζήτημα που θα πρέπει να αναφέρουμε σε αυτό το σημείο, είναι ότι η ένταξη στο Φασιστικό Κόμμα δεν το εμποδίζει να καταγγείλει δημοσίως κάποιους άλλους ως Φασίστες, όταν πλέον το καθεστώς του Μουσολίνι πνέει τα λοίσθια, το 1943.

Την ίδια στάση άλλωστε κρατάει και ένα μεγάλο μέρος της ιταλικής κοινωνίας, που στο άκουσμα της καθαίρεσης του Μουσολίνι, το 1943, από τον βασιλιά Βίκτωρα Εμμανουήλ Γ΄ σπεύδει να καταδικάσει τον καθαιρεθέντα.

Είναι ένα σημείο το οποίο το σχολιάζει ο πρωταγωνιστής με τρόπο που φανερώνει μια αποστασιοποίηση από το Φασισμό, τον Φασισμό όμως που υπηρέτησε με τον τρόπο του για την εκπλήρωση των δικών του προσωπικών επιδιώξεων.

Ένα άλλο κεντρικό ζήτημα που έχει να κάνει με το ιταλικό φασιστικό καθεστώς, και το οποίο είναι ένα από τα βασικά ζητήματα που πραγματεύεται η ταινία, είναι η άσκηση βίας, όχι μόνο η ψυχολογική, αλλά και η σωματική.

Το ολοκληρωτικό καθεστώς της Ιταλίας δεν ανέχεται τις φωνές των αντιφρονούντων οι οποίοι θα πρέπει να εκλείψουν, ακόμα και βιολογικά.

Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου, ο οποίος δεν αντέχει να ζήσει και να εργαστεί στη φασιστική πατρίδα του, καταφεύγει αυτοεξόριστος στο Παρίσιπου συνεχίζει την αντικαθεστωτική δράση του.

Όμως, δεν θα ξεφύγει τελικά από τους φασίστες διώκτες του, οι οποίοι τελικά τον δολοφονούν.

Στο σημείο αυτά θα θέλαμε να σχολιάσουμε κάποια ζητήματα.

Το πρώτο είναι ότι η ταινία δεν υπερβάλλει, αφού τα περιστατικά βίας και πολιτικών δολοφονιών επί εποχής φασιστικού καθεστώτος στην Ιταλία ήταν εκατοντάδες.

Το άλλο ζήτημα είναι ότι ο πρωταγωνιστής παρ’ ό,τι δεν πιστεύει σε αυτό που κάνει, δηλαδή στη συμμετοχή του στην πολιτική δολοφονία του αντιφρονούντα καθηγητή, παρ’ ό,τι αμφιταλαντεύεται, τελικά παίρνει μέρος έμμεσα σε αυτή, υποκύπτοντας στις προτροπές και την επιχειρηματολογία του εκπροσώπου-πράκτορα του φασιστικού καθεστώτος, ο οποίος τον παρακολουθεί από πολύ κοντά, σε κάθε του βήμα.

Ένα άλλο σημείο στο οποίο θα πρέπει να αναφερθούμε είναι ότι η φασιστική Ιταλία χαρακτηρίζεται από την παρουσία κτιρίων μνημειακού χαρακτήρα με έντονα στοιχεία μοντερνισμού.

Αυτό φαίνεται τόσο στην περίπτωση του κτιρίου του υπουργείο το οποίο επισκέπτεται ο πρωταγωνιστής, όσο και στην περίπτωση της ψυχιατρικής κλινικής στην οποία νοσηλεύεται ο πατέρας του.

Ο μνημειακός-μεγαλεπήβολος χαρακτήρα των κτιρίων έχει να κάνει σε συμβολικό επίπεδο και με την προσπάθεια του φασιστικού καθεστώτος να αναβιώσει την ρωμαϊκή αυτοκρατορία, και να διαδραματίσει ρόλο αποικιοκρατικής δύναμης σε παγκόσμιο επίπεδο διεκδικώντας μερίδιο από τις αποικιακές αυτοκρατορίες των μεγάλων δυνάμεων της εποχής, προσπάθεια η οποία παλαιότερα είχε αποτύχει[lxxv].

Ταυτόχρονα τα κτίρια αυτά έχουν στοιχεία μοντερνισμού, ένα κίνημα με το οποίο συνδέθηκε από κάποιες απόψεις με τον φασισμό, υπό την έννοια τηςέλευσης και επικράτησης του νέου, του ακμαίου, του σύγχρονου, το οποίο εναντιώνεται στην παρακμή του παρελθόντος[lxxvi].

Ένα παρελθόν που εκπροσωπείται στην ταινία από την παρηκμασμένη μεγαλοαστική οικογένεια του πρωταγωνιστή με τη μητέρα του να είναι ναρκομανής και τον πατέρα του να είναι τρόφιμος ψυχιατρικού ιδρύματος, όπως είπαμε.

Ένα άλλο στοιχείο που μπορούμε να διαπιστώσουμε σε σχέση με τα κτίρια είναι ο εκμηδενισμός του ατόμου, μπροστά στη δύναμη που αντιπροσωπεύει το ολοκληρωτικό κράτος.

Αυτό φαίνεται τόσο στην περίπτωση του κτιρίου του υπουργείου όσο και κυρίως στην περίπτωση της αυλής της ψυχιατρικής κλινικής με το ισοπεδωτικό λευκό να κυριαρχεί από άκρη σε άκρη.

Ένα άλλο στοιχείο είναι ότι ο Φασισμός στην Ιταλία παρά την ήττα του στα πεδία των μαχών συνέχισε να υπάρχει στην ιταλική κοινωνία.

Όπως μπορούμε να συνάγουμε και από την υπόθεση της ταινίας, οι φωνές καταγγελίας του Φασισμού που ακούστηκαν με την πτώση του δεν ήταν αρκετές για να ξεριζώσουν το φαινόμενο από την ιταλική κοινωνία.

Όπως είναι φανερό και από την ταινία, οι φασίστες στην Ιταλία συνέχισαν να υπάρχουν, στελεχώνοντας, πολλές φορές, τις κρατικές υπηρεσίες και κάνοντας δυναμική επανεμφάνιση στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και του 1970.

Αν αναλογιστούμε ότι η ταινία του Μπερτολούτσι, Ο Κομφορμίστας, είναι μια ταινία του τέλους της δεκαετίας του 1960 και των αρχών της δεκαετίας του 1970, δεν αποτελεί μόνο μια ηθογραφία του φασιστικού καθεστώτος του Μεσοπολέμου στην Ιταλία, αλλά ταυτόχρονα και μια καταγγελία θα λέγαμε πλευρών της ιταλικής κοινωνίας της εποχής του.

Την εποχή που δημιουργήθηκε η ταινία οι κοινωνικές διεκδικήσεις, η προοδευτική Αριστερά της εποχής, τα κοινωνικά κινήματα, συνυπάρχουν με τις επιλογές της ιθύνουσας κοινωνικής τάξης, αλλά και με τον φασισμό, ο οποίος είναι υπαρκτός σε πολλές από τις πτυχές της ιταλικής κοινωνίας.

Και μάλιστα είναι ένας φασισμός βίαιος, που ευθύνεται για εκατοντάδες νεκρούς στην Ιταλία, και που για τις βίαιες πράξεις του θέλει να ενοχοποιήσει την Αριστερή τρομοκρατία, και μέσω αυτής της ενοχοποίησης την απαξίωση των κοινωνικών κινημάτων και αιτημάτων.

Νομίζω λοιπόν ότι ο Μπερτολούτσι με την ταινία του, μεταξύ των άλλων, προσπαθεί να αφυπνίσει και τον μικροαστό, αυτόν που θα ήθελε να ζήσει μια «κανονική» ζωή, δίχως μπελάδες και δίχωςαμφισβητήσεις.

Επομένως η ταινία αφορά τόσο την ιστορική περίοδο στην οποία αναφέρεται, δηλαδή το τέλος του Μεσοπολέμου, όσο και την ιστορική περίοδο την οποία δημιουργήθηκε.

Αυτές τις δύο ιστορικές συγκυρίες παρά το ότι τις χωρίζουν κορυφαία ιστορικά γεγονότα όπως ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και η μεταπολεμική οικονομική ανάπτυξη,  ο κεϋνσυανισμός και ο καταναλωτισμός, τις ενώνουν στοιχεία της οικονομικής και της κοινωνικής πραγματικότητας, τα οποία μπορεί να είναι είτε η ύπαρξη του φασισμού και των φασιστών, είτε η ύπαρξη των αντιφρονούντων και της μεσαίας τάξης των «κομφορμιστών», σε διαφορετικές βέβαια αναλογίες, ποσότητες και ποιότητες σε κάθε περίπτωση.

Εκτός αυτών, η ματιά του Μπερτολούτσι γύρω από το τι συνέβαινε στη φασιστική Ιταλία είναι πολύ καθαρή και σε αυτό βοηθούν τα χαρακτηριστικά της εποχής που δημιουργήθηκε η ταινία και τα οποία έχουμε δώσει.

Οι συντελεστές της ταινίας από τη μια δίνουν σάρκα και οστά σε χαρακτήρες του παρελθόντος, ταυτόχρονα όμως μέσα από τους ρόλους αυτούς αναδεικνύουν και τον ρόλο των ζώντων και δρώντων υποκειμένων της εποχής τους.

Επίσης, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ταινία δεν δίνει ιδιαίτερη έμφαση σε αυτά που συμβαίνουν στη δημόσια σφαίρα, στο δημόσιο χώρο, αλλά τα υπαινίσσεται με τρόπο όμως ξεκάθαρο  και καταλυτικό.

Το στοιχείο εκείνο στο οποίο δίνει έμφαση είναι η ιδιωτική σφαίρα, το τι συμβαίνει στα πρόσωπα. Καθώς επίσης και στον τρόπο που συναρθρώνεται το δημόσιο με το ιδιωτικό, το πώς προσλαμβάνεται το μαζικό από το κάθε χωριστό άτομο, καθώς επίσης και το ποιες επιπτώσεις έχει αυτή η συνάντηση-συνάρθρωση στην ιδιωτική ζωή των ανθρώπων αυτών.

Άλλωστε το δράμα της ζωής παίζεται, εν τέλει σε προσωπικό επίπεδο, μακριά από τις χρήσιμες κατά τα άλλα γενικεύσεις.

Επίσης, εκείνο το οποίο θα θέλαμε να προσθέσουμε είναι ότι η ταινία, που αποτελεί μια από τις κορυφαίες πολιτικές ταινίες, αποδίδει την ιστορική πραγματικότητα, δίχως παραποιήσεις και υπερβολές.

Μπορεί δε να χρησιμοποιηθεί ως μέσο για την ερμηνεία και αξιολόγηση του παρελθόντος, αφού η εποχή την οποία δημιουργήθηκε, αλλά επίσης και η ηλικία των συντελεστών την εποχή εκείνη, επιτρέπει μια διεισδυτική ματιά σε αυτό το παρελθόν, το οποίο,όμως, παρελθόν  είναι και παρόν, από κάποιες απόψεις.

Βιβλιογραφία

Βιβλία

Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γεώρμας, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2000.

EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013.

RobertO. Paxton,Η Ανατομία του Φασισμού, Κέδρος, Αθήνα 2004.

 

Εγκυκλοπαίδειες

 

Χ.Ο., «Φασισμός», Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάννικα, Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα 1996.

 

Άρθρα

 

Γ. Κατσιαφίκας, Η ανατροπή της πολιτικής, Ευρωπαϊκά αυτόνομα κοινωνικά κινήματα και η αποαποικιοποίηση της καθημερινής ζωής, Ελευθεριακή Κουλτούρα 2007, στην ιστοσελίδα https://sxoliastesxwrissynora.wordpress.com/2014/04/13/, τελευταία επίσκεψη 23-4-2017.

 

Κατερίνα Σκαργιώτη,  «“Η στρατηγική της έντασης”: τρομοκρατικά χτυπήματα καιενοχοποίηση της Αριστεράς στην Ιταλία του 1970», (ιστοσελίδα https://barikat.gr/content/i-stratigiki-tis-entasis-tromokratika-htypimata-kai-enohopoiisi-tis-aristeras-stin-italia , τελευταία επίσκεψη 23/4/2017).

 

«1969-…: Στρατηγική της Έντασης στην Ιταλία», ιστοσελίδα http://rioters.espivblogs.net/2009/11/03/1969- (τελευταία επίσκεψη, 23-4-20017).

 

 

Ιστοσελίδες

 

http://www.cine.gr/film.asp?id=708503&page=4 (τελευταία επίσκεψη 23-4-2017).

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A6%CE%B1%CF%83%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82 (τελευταία επίσκεψη, 18-4-2017).


Wikipedia 3 (τελευταία επίσκεψη, 23-5-2017).

Wikipedia 4 (τελευταία επίσκεψη, 23-5-2017).

 

[i] Για το ρόλο της «κουτσής νίκης», καθώς και άλλων παραγόντων στη ριζοσπαστικοποίηση των μαζών και στην εκτράχυνση της πολιτικής δράσης στο EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σελ. 25.

[ii] Χ.Ο., «Φασισμός», Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάννικα, Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα 1996, σελ. 187.

[iii]X.O., όπ. π., σελ. 187.

[iv] Χ. Ο., όπ. π., σελ. 187.

[v] Χ.Ο., όπ. π., σελ. 187.

[vi] Wikipedia (τελευταία επίσκεψη, 18-4-2017).

 


[vii]Όπ. π.

[viii] Για την πορεία της έννοιας totalitario και την κατάληξή της, Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γεώρμας, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2000, σελ. 182.

[ix] Χ.Ο., «Φασισμός», Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάννικα, Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα 1996, σελ. 185.

[x]EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σελ. 23.

[xi]EmilioGentile, όπ. π., σελ. 185 και Wikipedia (τελευταία επίσκεψη, 18-4-2017).

 


[xii]RobertO. Paxton,Η Ανατομία του Φασισμού, Κέδρος, Αθήνα 2004, σελ. 86. OΜουσολίνι είχε διασωθεί από την εκλογική πανωλεθρία του 1919, χάρη στην πρακτική του squadrismo, που επινόησαν μερικοί οπαδοί του στην αγροτική Βόρεια Ιταλία.Εκεί ορισμένοι από τους πιο δραστήριους οπαδούς του εφάρμοσαν τακτικές που είχαν μάθει ως στρατιώτες, επιτιθέμενοι στους εσωτερικούς πια εχθρούς του ιταλικού έθνους.

[xiii]EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σελ. 27.

Όσο ο Μουσολίνι ήταν διευθυντής της Avanti έχαιρε γενικής εκτίμησης και ήταν η πιο δημοφιλής μορφή του ιταλικού σοσιαλισμού.

Δυναμικός καθοδηγητής του κόμματος, φιλόδοξος, με προσωπικότητα μοντέρνου πολιτικού που γοήτευε τις μάζες, αντιεθνικιστής, αντιμιλιταριστής και διεθνιστής, ο Μουσολίνι όταν ξέσπασε η παγκόσμια σύρραξη δήλωσε αμέσως απόλυτη ουδετερότητα.

Λίγους μήνες, όμως, αργότερα, το φθινόπωρο του 1914 έκανε στροφή στον παρεμβατισμό, γιατί πίστευε ότι η ήττα των Κεντρικών Αυτοκρατοριών ήταν αναγκαία για να κατατροπωθεί ο μιλιταρισμός και ο απολυταρχισμός και να δημιουργηθούν οι συνθήκες για την κοινωνική επανάσταση.Λίγοι σοσιαλιστές τον ακολούθησαν στη μεταστροφή, παρ’ ό,τι πίστευε το αντίθετο.

[xiv] Η δημιουργία των fasciήταν συνήθης πρακτική στα πλαίσια του ιταλικού αριστερού κινήματος, στο Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γεώρμας, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2000, σελ. 129.

[xv]Hέκφραση «φασιστικό κίνημα» εμφανίζεται τον Απρίλιο του 1915 στην εφημερίδα αυτή και όριζε μια νέου τύπου οργάνωση, το αντικόμμα, αποτελούμενο από μαχητικούς πολιτικούς με ελεύθερο πνεύμα που απέρριπταν την οργάνωση και τα δόγματα που επέβαλλαν τα κόμματα.EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σελ. 28.

[xvi] Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γεώρμας, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2000, σελ. 140 και γενικότερα για το ζήτημα στο ίδιο, σσ. 140-146.

[xvii]RobertO. Paxton,Η Ανατομία του Φασισμού, Κέδρος, Αθήνα 2004, σσ. 86-93.

[xviii]EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σελ. 30.

[xix]Robert O. Paxton, όπ. π., σελ. 28.

[xx]Robert O. Paxton, όπ. π., σελ. 30.

[xxi]ΟιβουλευτέςτουPartitoNationaleFascistaεξελέγησαν μέσα από τη λίστα του Τζιολίτι. Ο αριθμός των βουλευτών δεν ήταν μεγάλος, αλλά απέδειξε ότι ο Μουσολίνι έπρεπε να θεωρείται πλέον ουσιαστικό κομμάτι του ιταλικού αντισοσιαλιστικού συνασπισμού σε εθνικό επίπεδο RobertO. Paxton,Η Ανατομία του Φασισμού, Κέδρος, Αθήνα 2004, σελ. 93.

[xxii] Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γεώρμας, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2000, σσ. 156-162.


[xxiii] Wikipedia(τελευταία επίσκεψη, 23-5-2017).

[xxiv]EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σελ. 35.

[xxv] Για τον «αντιτζιολιτισμό» που ήταν μια εξέγερση μικροαστών νέων που ήθελαν να ανατρέψουν την καθεστηκυία τάξη πραγμάτων με έναν πόλεμο ή μια επανάσταση και την προσέγγιση τους από τους εθνικιστές διανοούμενους EmilioGentile, όπ. π., σελ. 24.

[xxvi] Wikipedia (τελευταία επίσκεψη, 23-5-2017) και γενικότερα στη σχετική βιβλιογραφία.


[xxvii] Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γεώρμας, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2000, σσ. 166-167.

[xxviii]RobertO. Paxton,Η Ανατομία του Φασισμού, Κέδρος, Αθήνα 2004, σελ. 127.

[xxix] Robert O. Paxton,  όπ. π., σσ. 128-129.

[xxx] Robert O. Paxton,όπ. π., σσ. 126-129.

[xxxi]EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σσ. 35-40.

[xxxii] Wikipedia  , (τελευταία επίσκεψη, 23-5-2017).

[xxxiii]EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σελ. 39.

[xxxiv] Για το διάστημα 1922-1925, ο Μουσολίνι ήταν ημισυνταγματικός πρωθυπουργός, Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γεώρμας, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2000, σσ. 167 και 173-181.

[xxxv]Πολλοί διανοούμενοι και πολιτικοί, εξ αιτίας αυτής της προπαγάνδας είχαν σχηματίσει πολύ θετική εντύπωση για τον Μουσολίνι και το καθεστώς του. Μεταξύ αυτών ο Τσώρτσιλ, ο Λόιντ Τζώρτζ, ο Μπέρναρντ Σω, ο Αμερικανός πρόεδρος Ρούσβελτ και ο Νίκος Καζαντζάκης.Wikipedia (τελευταία επίσκεψη, 23-5-2017).

Επίσης, γνωστές είναι οι περιπτώσεις του Έζρα Πάουντ και του Λουίτζι Πιραντέλλο, καθώς και η δημιουργία της Cinecittà. HCinecittàιδρύθηκε το 1937 από τον Μουσολίνι, το γιο του Βιττόριο, τον υπεύθυνο για τον κινηματογράφο LuigiFreddiμε το σλόγκαν«Il cinema è l'arma più forte» («Το σινεμά είναι πιο δυνατό από τα όπλα»).

Ο Φασισμός στην Ιταλία απέφυγε να επιβάλλει μια «Επίσημη Τέχνη», με αποτέλεσμα να κερδίσει την υποστήριξη πολλών τομέων του πολιτισμού και της τέχνης στο EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σελ. 45.

[xxxvi] Ο Μουσολίνι από τις αρχές της δεκαετίας του 1930 άρχισε να αποπέμπει από τους κυβερνητικούς θώκους τους Φασίστες που είχαν ισχυρή προσωπικότητα και να τους αντικαθιστά με υποχείριά του.

[xxxvii]EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σελ. 44.

[xxxviii]EmilioGentile, όπ. π., σσ. 40, 43-44.

[xxxix]EmilioGentile, όπ. π., σσ. 44-48.

[xl] Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γεώρμας, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2000, σελ. 182.

[xli]Στάνλεϊ Πέιν, όπ. π., σελ. 183.

[xlii] Χ.Ο., «Φασισμός», Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάννικα, Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα 1996, σελ. 188.

[xliii] Χ.Ο., όπ. π., σελ. 188.

[xliv] Χ. Ο.,όπ. π., σελ. 188

[xlv]EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σελ. 53

[xlvi]EmilioGentile, όπ. π., σελ. 52.

[xlvii] Χ.Ο., «Φασισμός», Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάννικα, Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα 1996, σελ. 188.

[xlviii]EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σσ. 52-53.

[xlix] Χ.Ο., «Φασισμός», Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάννικα, Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα 1996, σελ. 188.

[l] Wikipedia (τελευταία επίσκεψη, 23-5-2017)

[li]EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σσ. 54-55.

[lii]Wikipedia (τελευταία επίσκεψη, 23-5-2017).

[liii] Wikipedia (τελευταία επίσκεψη, 23-5-2017).

[liv] Χ.Ο., «Φασισμός», Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάννικα, Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα 1996, σ σσ. 186-187. Επίσης,για την επίδραση των Σορέλ και Παρέτο στο Μουσολίνι,  Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γεώρμας, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2000, σελ. 131.


[lv]EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σσ. 50-51.

[lvi]EmilioGentile, όπ. π., σελ. 44.

[lvii]EmilioGentile, όπ. π., σελ. 48. Παρ’ ό,τι ο Μουσολίνι είχε αποκηρύξει τον αντισημιτισμό στις αρχές της δεκαετίας του 1930, μετά άλλαξε άποψη και η Ιταλία από το 1938 έγινε αντισημιτικό κράτος.

[lviii]EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σελ. 49.

[lix]EmilioGentile, όπ. π., σελ. 47.

[lx]EmilioGentile, όπ. π., σελ. 54.

[lxi]EmilioGentile, όπ. π., σελ. 55.

[lxii] Ιστοσελίδα τελευταία προβολή 23-4-2017.

[lxiii]Γ. Κατσιαφίκας, Η ανατροπή της πολιτικής, Ευρωπαϊκά αυτόνομα κοινωνικά κινήματα και η αποαποικιοποίηση της καθημερινής ζωής, Ελευθεριακή Κουλτούρα 2007, στην ιστοσελίδα  , τελευταία επίσκεψη 23-4-2017.

[lxiv]EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σελ. 50.

[lxv]1969-…: Στρατηγική της Έντασης στην Ιταλία, ιστοσελίδα , τελευταία επίσκεψη, 23-4-20017.
[lxvi]Όπ. π.

 

[lxvii] Κατερίνα Σκαργιώτη, «“Η στρατηγική της έντασης”: τρομοκρατικά χτυπήματα και ενοχοποίηση της Αριστεράς στην Ιταλία του 1970», (ιστοσελίδα  , τελευταία επίσκεψη 23/4/2017).

[lxviii]Κατερίνα Σκαργιώτη, όπ. π.

[lxix]«1969-…: Στρατηγική της Έντασης στην Ιταλία», ιστοσελίδα
 , τελευταία επίσκεψη, 23-4-20017.
[lxx] Κατερίνα Σκαργιώτη, «”Η στρατηγική της έντασης”: τρομοκρατικά χτυπήματα καιενοχοποίηση της Αριστεράς στην Ιταλία του 1970», (ιστοσελίδα  , τελευταία επίσκεψη 23/4/2017).

[lxxi]Γ. Κατσιαφίκας, Η ανατροπή της πολιτικής, Ευρωπαϊκά αυτόνομα κοινωνικά κινήματα και η αποαποικιοποίηση της καθημερινής ζωής, Ελευθεριακή Κουλτούρα 2007, στην ιστοσελίδα, τελευταία επίσκεψη 23-4-2017.

[lxxii] Για τον μαζικό Φασισμό του 1921, σε αντίθεση με τον Φασισμό του Σαν Σεπόλκρο, Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γεώρμας, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2000, σελ. 151.

[lxxiii]Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γεώρμας, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2000, σελ. 188.

[lxxiv] Για την συμμετοχή της Ιταλίας στον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γεώρμας, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2000, σελ. 134-137.

Και, επίσης, στο ίδιο, για την κρίση μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, σσ. 137-140.

[lxxv] Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γεώρμας, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2000, σσ. 127-130.

[lxxvi]Στάνλεϊ Πέιν, όπ. π., σσ. 651-672.

Νάκης Αυγερινός: Ένας Πυργιώτης που δεν έχει ξεχαστεί

Τραμπαδώρος Δ.

To κείμενο που ακολουθεί αποτελεί την εισήγηση του Διον. Τραμπαδώρου στην εκδήλωση της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Πύργου για τους Πυργίους Νομικούς - Συγγραφείς

 

Για τον Νάκη Αυγερινό οι μνήμες είναι παρούσες. Δεν είναι ένα πρόσωπο που έχει ξεχαστεί.

Γεννήθηκε στον Πύργο το 1911 και ήταν γιος του Χαράλαμπου Αυγερινούδημάρχου Πύργου, από την ιστορική οικογένεια των Αυγερινών, και της Φούλας Ιγγλέση. Είχε, επίσης μία αδελφή, τη Νίνα, μετέπειτα σύζυγο του ιατρού Βασιλείου Λεονταρίτη. Θείος του ήταν ο Ανδρέας Μιχαλακόπουλος, μέσω συγγένειας με την οικογένεια Γκάβα. Σπούδασε νομική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και άσκησε τη δικηγορία στην Πάτρα και τον Πύργο.

Η απώτερη καταγωγή της οικογένειας Αυγερινού είναι από τα Αυγερινάτα Κεφαλλονιάς. Μέλη της οικογένειας αυτής εγκαταστάθηκαν στο χωριό Δούκα γύρω στα 1680. Αργότερα, και συγκεκριμένα το 1770, η οικογένεια μετεγκαταστάθηκε στον Πύργο.

Αναφορές σε σχέση με τους Γιωργάκη, Χριστόδουλο και Φιλάρετο Αυγερινό, κατά τα προεπαναστατικά χρόνια, καθώς και αυτά της Επανάστασης υπάρχουν στα έργα του Γεωργίου Χρυσανθακόπουλου, του Βύρωνα Δάβου, του Αθανασίου Φωτόπουλου, καθώς και στην διπλωματική μου εργασία, που έχει ως θέμα τη ναυτιλία στην περιοχή του Πύργου κατά τα έτη 1829 - 1835.  

Ο πατέρας του Νάκη Αυγερινού, Χαράλαμπος, γεννήθηκε στον Πύργο και ήταν γιος του Αυγερινού Αυγερινού, και της Γκάβα, πρώτης εξαδέρφης του Ανδρέα Μιχαλακόπουλου. Σπούδασε νομικά και άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου ως αστικολόγος. Το 1914 εξελέγη δημοτικός σύμβουλος και ανέλαβε την προεδρία του δημοτικού συμβουλίου. Μετά τον θάνατο του Χρήστου Στεφανόπουλου εξελέγη δήμαρχος, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι το 1920 οπότε και απολύθηκε. Επίσης, την περίοδο 1923 - 1935 διετέλεσε υποθηκοφύλακας Πύργου.

Απεβίωσε στις 27 Ιουλίου 1942. Τον θάνατό του τον περιγράφει ο Νάκης Αυγερινός, μεταφέροντάς μας την πεποίθησή του ότι οι Σύμμαχοι και η Ελλάδα τελικώς θα νικήσουν, αλλά και την πικρία του ότι πεθαίνει υπόδουλος.

Ο Νάκης Αυγερινός ασχολήθηκε με την πολιτική και έθεσε για πρώτη φορά υποψηφιότητα στις εκλογές του 1946, στις οποίες και απέτυχε να εκλεγεί. Εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής Ηλείας στις εκλογές του 1956 με την Δημοκρατική Ένωση την οποία αποτελούσαν οι κεντρώοι κομματικοί σχηματισμοί των Σοφοκλή ΒενιζέλουΓ. ΠαπανδρέουΣάββα Παπαπολίτη και Αλέξανδρου Μπαλτατζή και επανεξελέγη, με την Ένωση Κέντρου, στις εκλογές του 1964. Είχε διατελέσει, επίσης, αντιπρόεδρος της Ενώσεως βουλευτών και ευρωβουλευτών.

Απεβίωσε στις 4 Νοεμβρίου του 2002 στην Αθήνα και ενταφιάστηκε στον οικογενειακό τάφο του Χαράλαμπου Αυγερινού στο Α΄ Νεκροταφείο Πύργου.

Ήταν ο τελευταίος άρρεν απόγονος της ιστορικής πυργιώτικης οικογένειας των Αυγερινών.

Πριν μιλήσουμε, όμως, για το έργο του Νάκη Αυγερινού, ας κάνουμε μια περιήγηση σε εφημερίδες και ΦΕΚ της εποχής και τα οποία αφορούν τον ίδιον, αλλά κα την οικογένεια Αυγερινού, γενικότερα.

Τα στοιχεία αυτά προέκυψαν από δική μας πρωτογενή έρευνα.

Έτσι,

  • Στις 28 Οκτωβρίου 1946 έχουμε πρωτοσέλιδο άρθρο του στην εφημερίδα Αυγή Πύργου σχετικά με την επέτειο. Το άρθρο έχει ως τίτλο «Έπειτα από έξη χρόνια» και αναφέρεται στον ηρωισμό των Ελλήνων στο Αλβανικό Μέτωπο, αλλά και στην ιστορική αδικία που συντελέστηκε εναντίον της Ελλάδας, η οποία παρ’ό,τι ήταν με το μέρος των νικητών του Πολέμου δεν κατάφερε να πραγματοποιήσει την εθνική της ολοκλήρωση.
  • Στην Πατρομυνέτα της 30ης Μαρτίου 1908 υπάρχει αναφορά σε οικονομική υπόθεση της οικογένειας Αυγερινού και στο σχετικό δημοσίευμα αναφέρονται τα ονόματα του Ανδρέα Αυγερινού και του Πέτρου Αυγερινού, καθώς και της Γεωργίτσας Π. Αυγερινού, το γένος Χρίστου Δαραλέξη, όπως και του πατέρα της Χρίστου Θεμ. Δαραλέξη.
  • Στην Πατρομυνέτα της 11ης Μαΐου 1908 έχουμε το ίδιο δημοσίευμα.
  • Στην Πατρομυνέτα της 2ας Δεκεμβρίου 1907 υπάρχει η νεκρολογία της Γεωργίτσας Αυγερινού.
  • Στην Πατρίδα της 6ης Ιανουαρίου 1937 υπάρχει πρόσκληση της Φιλαρμονικής Πύργου για την διενέργεια Γενικής Συνέλευσης. Την πρόσκληση υπογράφει ο Νάκης Αυγερινός ως Γραμματέας και ο Γεώργ. Παπασχινάς ως Πρόεδρος.
  • Στην Πατρίδα της 4ης Δεκεμβρίου 1934 υπάρχει συγχαρητήριο δημοσίευμα της οικογένειας Κωνσταντίνου Μορτόγια (τον οποίον αναφέρει και ο Αυγερινός στο βιβλίο του) προς την Νίνα Χ. Αυγερινού και τον Βασίλειο Λεονταρίτη για τους αρραβώνες τους.
  • Από το φύλλο της Πατρίδας της 28ης Σεπτεμβρίου 1934 μαθαίνουμε ότι στις 28 Σεπτεμβρίου 1904 απεβίωσε ο Πέτρος Αυγερινός, γεγονός το οποίο αναγγέλθηκε με κωδωνοκρουσίες.
  • Στην Πατρίδα της 21ης Μαΐου 1933 συναντούμε καταχώρηση του Νάκη Αυγερινού με την οποία γνωστοποιεί στο κοινό ότι εγκαταστάθηκε στο παλαιό δικηγορικό γραφείο του πατέρα του, στην πλατεία Αυγερινού, και ότι αρχίζει να ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου.

Αυτή την χρονική περίοδο υπάρχουν στα φύλλα της Πατρίδας πολλά τέτοια δημοσιεύματα.

  • Στην Πατρίδα της 22ας Μαΐου 1932 υπάρχει δημοσιευμένη η νεκρολογία του Νικολάου Συριόπουλου, γραμμένη από τον Νάκη Αυγερινό.

Ο Ν. Συριόπουλος ήταν βενιζελικός πολιτικός, και κατ΄ επανάληψη βουλευτής Ηλείας.

  • Στην Πατρίδα επίσης της 12ης Απριλίου 1932 υπάρχει δημοσίευμα για την διάλεξη που έδωσε ο Νάκης Αυγερινός στο Λύκειο των Ελληνίδων με θέμα την θανατική ποινή.
  • Στις 29 Μαρτίου υπάρχει δημοσίευμα στην Πατρίδα σχετικά με την ομιλία του Άγγελου Αγγελακόπουλου στο δημοτικό συμβούλιο με θέμα την εγκατάλειψη του τάφου των Αυγερινών, στο νεκροταφείο του Πύργου.
  • Στην εφημερίδα «Επαρχιακό Πνεύμα» της 16ης Ιουνίου 1877 υπάρχει, επίσης, αναφορά στην οικογένεια Αυγερινού.

Επιπροσθέτως, αναφορές έχουμε στον

  • Νεολόγο της 19ης Ιουνίου 1899, και συγκεκριμένα άρθρο του βουλευτή Πέτρου Αυγερινού για το σταφιδικό ζήτημα.
  • Στο Νεολόγο της 6.8.1899, και συγκεκριμένα ότι ο Αυγερινός συστήνει στους πολιτικούς του φίλους την υποψηφιότητα Ψημένου.
  • Στο Νεολόγο της 26.08.1899 υπάρχει δημοσίευμα σχετικό με τον Πέτρο Αυγερινό και τον Τάκη Δαραλέξη και τέλος
  • Στο Νεολόγο της 29.9.1904, υπάρχει εκτενές πρωτοσέλιδο δημοσίευμα για τον θάνατο του Π. Αυγερινού και τη συγγενική σχέση με την οικογένεια Δαραλέξη.

Όσον αφορά τα ΦΕΚ έχουμε τα εξής:

Στο ΦΕΚ 49 της 20.10.1860 υπάρχει αναφορά στον επαρχιακό ιατρό Αγαμέμνονα Αυγερινό και στον Νικόλαο Σπηλιάδη.

Στο ΦΕΚ 55 της 11ης Δεκεμβρίου 1858 δημοσιεύεται το Β.Δ. της 25ης Ιανουαρίου του ίδιου έτους με το οποίο απονέμεται ο Χρυσούς Σταυρός των ιπποτών του Β. Τάγματος του Σωτήρος στον Ανδρ. Αυγερινό, τον Λυσ. Βιλαέτη κα τον Στ. Στεφανόπουλο.

Στο ΦΕΚ 16 της 29ης  Απριλίου 1855, υπάρχει αναφορά στους Πέτρο Αυγερινό, και Ανδρέα Παπασταθόπουλο ως μελών της επιτροπής γα την κατασκευή λιμένος στον Άγιο Ανδρέα.

Ο Ανδρέας Παπασταθόπουλος ήταν ο πρώτος πρόεδρος της επί της κατασκευής του Λιμένος του Αγίου Ανδρέα Επιτροπής (σύμφωνα με το ΦΕΚ του 1850) ενώ ταυτόχρονα σχεδόν με τον διορισμό του Πέτρου Αυγερινού εκδίδεται και το ΦΕΚ του 1855 με το οποίο μεταβάλλεται ο τόπος κατασκευής από τον Άγιο Ανδρέα στο Κατάκωλο.

Και οι δύο αυτές οικογένειες, δηλαδή οι Αυγερινοί και οι Παπασταθόπουλοι είχαν κοινή καταγωγή, από το χωριό Δούκα και είχαν εμπειρία στη ναυτιλία τουλάχιστον από τις αρχές του 19ου αιώνα, αφού υπάρχει έγγραφο του 1802 στο οποίο ο τότε Δημήτριος Παπασταθόπουλος και ο τότε Γιωργάκης Αυγερινός αναφέρονται ως συμπλοιοκτήτες συντροφικού πλοίου με καραβοκύρη τον επίσης εκ Δούκα καταγόμενο Γιώργη Χαριτόπουλο, στοιχείο που μας παραπέμπει στην αξία των συγγενικών δικτύων, καθώς και των δικτύων που εδράζονται στον κοινό τόπο καταγωγής για την εθνική μας ιστορία.

Στο ΦΕΚ 65 της 3 Οκτωβρίου 1879 ο Ανδρέας Δημ. Αυγερινός υπογράφει σχετικό ΒΔ ως υπουργός Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως.

Επίσης, αναφορές στα ΦΕΚ βρίσκουμε και για πρόσωπα της ευρύτερης οικογένειας Ιγγλέση, δηλ. της οικογένειας της μητέρας του Νάκη Αυγερινού, όπως επί παραδείγματι στα εξής: Αριθμ. 7 της 5ης Μαρτίου 1863, αριθμ. 41 της 9ης Δεκεμβρίου 1870, αριθμ. 13 της 27ης Απριλίου 1873 και αριθμ. 25 της 30ης Ιανουαρίου 1889.

Αλλά ας έλθουμε τώρα στο βιβλίο του Νάκη Αυγερινού το οποίο έχει ως τίτλο «Μνήμες από το παρελθόν – Ο Πύργος του 20ου αιώνα – Αναδρομικό ημερολόγιο και άλλα δημοσιεύματα».

Το βιβλίο αποτελείται, κατ’ αρχάς, κατά το πολύ μεγαλύτερο μέρος του, από την ενότητα «Αναδρομικό ημερολόγιο», στο οποίο πραγματεύονται προσωπικά του θέματα και αναμνήσεις, περιγραφές του περιστατικών που αφορούν κυρίως τον Πύργο, αλλά και την Ηλεία γενικότερα, ακόμα και την Αθήνα στην οποία έζησε ως φοιτητής. Επίσης περιλαμβάνονται οι ενότητες «Ταξιδεύοντας προς την Μόσχαν-Αν. Βερολίνον-Αν. Γερμανία-Δυτικόν Βερολίνον-Πράγα», άλλα δημοσιεύματα σε τοπικές κυρίως εφημερίδες, πολιτικού, κοινωνικού, νομικού, ταξιδιωτικού και άλλου περιεχομένου και τέλος άλλα χαρακτηριστικά κείμενα, όπου σκιαγραφείται η προσωπικότητα του Αυγερινού και το έργο του.

Προβληματίστηκα πολύ για το πώς θα μπορούσα να παρουσιάσω τις αναμνήσεις μιας πολύπτυχης και πολυκύμαντης ζωής ενός δραστήριου ανδρός, μέσα στις οποίες ρέουν καταστάσεις και πρόσωπα κατά τρόπο πυκνό και χειμαρρώδη.

Δεν μου έμενε άλλη επιλογή από το να διαλέξω: Όσον αφορά το πρόσωπο διάλεξα έναν χαρακτηρισμό: Ο Νάκης Αυγερινός είναι ένας Πυργιώτης, είναι ένας άνθρωπος  άρρηκτα συνυφασμένος με την πόλη που γεννήθηκε, μεγάλωσε και έζησε.

Δεν έχει σημασία το που βρίσκεται όταν αναπολεί, όταν σκέφτεται για να γράψει, δεν έχει σημασία σε τι αναφέρεται. Αφετηρία και προορισμός της σκέψης του, όπου και αν βρίσκεται, είναι ο Πύργος και η κοινωνία του. Ο Πύργος είναι ο ακροατής της αφήγησής του. Αυτό άλλωστε, κυρίως, τον ενδιαφέρει.

Όσον αφορά τον τόπο στον οποίο ο Νάκης Αυγερινός αφηγείται, θα επέλεγα την οδό 28ης Οκτωβρίου –Κατακώλου, το βουλεβάρτο του Πύργου, στην οποία στο βιβλίο του επανέρχεται πάλι και πάλι.

Στην εποχή των παιδικών μου χρόνων, ο δρόμος αυτός έκλεινε για την κυκλοφορία των οχημάτων με ένα STOP περίπου στο ύψος του παλαιού «σαλίγκαρου» και ο κόσμος πήγαινε και ερχόταν  ασταμάτητα. Εκεί μπορούσες να συναντήσεις σχεδόν τον οποιονδήποτε Πυργιώτη, τα δε θέματα των συζητήσεων των παρεών ήταν πολυποίκιλα, όπως και οι καταστάσεις που εκτυλίσσονταν.

Στη διαδικασία συμμετείχαν και οι επί της οδού Κατακώλου, κατοικούντες, απ’ τα μπαλκόνια τους.

Η κίνηση των πεζών που έκαναν τη βόλτα τους στην Κατακώλου είναι από τις σκηνές της παιδικής μου ηλικίας που έχουν μείνει βαθιά χαραγμένες στη μνήμη μου.

Στην οδό Κατακώλου, λοιπόν φαντάζομαι τον Νάκη Αυγερινό να αφηγείται στην παρέα του, να αφηγείται σε όλους τους Πυργιώτες.

Να αφηγείται τα βιώματά του, τα γεγονότα, τις ταξιδιωτικές του εντυπώσεις, να διατυπώνει τις απόψεις του για πάσης φύσεως ζητήματα (πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά).

Έχοντας πολλές φορές ως εφαλτήριο τα προσωπικά του συμβάντα, εκτείνεται στο σχολιασμό γενικότερων γεγονότων και καταστάσεων της εποχής του, χωρίς η νοσταλγία για τις οικογενειακές στιγμές να εκλείπει.

Ο πατέρας, η μητέρα, οι παλαιότεροι πρόγονοι, η αδελφή του Νίνα, η σύζυγός του, η κόρη του, οι συγγενείς της οικογένειας.

Περιγράφει, αρχικώς ένα Πύργο και έναν κόσμο διαφορετικό από τον σημερινό.

Έναν κόσμο που κινούνταν στους ρυθμούς του αποήχου της μπελ – επόκ, έναν Πύργο που σφραγιζόταν καθημερινώς από  την παρουσία της σταφίδας και των σχετικών με το προϊόν αυτό θεσμών, τον ΑΣΟ, το Ινστιτούτο, το εξαγωγικό λιμάνι του Κατακώλου, την παρουσία των βιομηχανιών όπως του Καραβασίλη (εταιρείας της οποίας ο Αυγερινός ήταν δικηγόρος, κατά τα τελευταία χρόνια της ύπαρξής της) τα Ηνωμένα Εργοστάσια Δήμητρα – Αλφειός, την μακαρονοποιία ΗΡΝΤΑ του Ηρακλή Νταϊρόπουλου, τα μηχανουργεία των Χαρ. Θεοχάρη και του Σπύρου Τρωμ, την πυκνή κοινωνική ζωή, με την παρουσία σημαντικότατων συλλόγων και οργανώσεων, έναν Πύργο διαφορετικό. Έναν Πύργο που ταυτόχρονα ήταν τόπος μικρός, αλλά και ομφαλός, έναν Πύργο που δεν υπάρχει πια.

Οι αναφορές του εξαντλητικές: οι κοινωνικοί παράγοντες του Πύργου, οι σημαντικές οικογένειες, οι πολιτικοί παράγοντες, οι λιγότερο διάσημοι, τα ιδιωτικά και δημόσια κτίρια, νεοκλασικά, λαϊκά και deco (όπως το κτίριο Λεονταρίτη, που τώρα στεγάζεται ο Ιατρικός Σύλλογος, μετά από δωρεά του Λεονταρίτη) οι ναοί, οι δρόμοι της πόλης και η ιστορία τους, οι πλατείες της, οι κρήνες – ορόσημα, έργο του Δημάρχου Πέτρου Αυγερινού, οι διάφορες παρέες της πόλης, η Φιλαρμονική Πύργου της οποίας είχε διατελέσει γραμματέας και πρόεδρος, οι άλλοι σύλλογοι, οι πρόσφυγες του ΄22, η 4η Αυγούστου, τα προπολεμικά γεγονότα, γενικότερα, ο Πόλεμος, η Κατοχή, τα Δεκεμβριανά, τα πρώιμα και τα μετέπειτα μεταπολεμικά χρόνια, από άποψη πολιτική και κοινωνική, η 21η Απριλίου, τα γεγονότα της Νομικής και του Πολυτεχνείου, η συγγένεια και η αλληλοεκτίμηση με τον Αλέκο Παναγούλη, η Μεταπολίτευση.

Γενικό και ειδικό, δημόσιο και ιδιωτικό, σπουδαίο και πιο κοινό, γεγονότα της κεντρικής πολιτικής σκηνής και τοπικά γεγονότα, καθώς και προσωπικές εμπειρίες, συμπλέκονται, δίνοντας στην αφήγηση ζωντάνια και ουσία, αφού της επιτρέπεται έτσι να παρουσιάζει έναν ολόκληρο κόσμο, δύσκολο, αλλά και ωραίο, αντιφατικό, αλλά και αρμονικό.

Έναν κόσμο που υπήρξε τον 20ο αιώνα.

Αυτό είναι και το κύριο χαρακτηριστικό του βιβλίου του, δηλαδή η διαχρονία, καθώς η αφήγηση αρχίζει από τα τελευταία έτη του κατά τον Hobsbowm, μακρού 19ου αιώνα, δηλαδή από τη δεύτερη δεκαετία του 20ου, και εκτείνεται έως την εποχή και εμείς οι πενηντάρηδες ζήσαμε ως παιδιά και νεότεροι.

Αυτό είναι, εκτός από την λεπτομερή αναφορά σε πρόσωπα και γεγονότα, και το στοιχείο που δίνει ιδιαίτερη αξία στο βιβλίο του, καθώς έτσι αποτελεί μια εκτενή ιστορία του Πύργου στον αιώνα αυτόν, όπως είναι και ο υπότιτλός του.

Είναι ένα βιβλίο που κυρίως, αναφέρεται στην ιστορία μίας πόλης, της πόλης μας, από ένα πρόσωπο που αποτελεί ταυτόχρονα σημαίνον μέρος του δρώντος υποκειμένου και αυτό είναι και το σημείο από το οποίο εκπηγάζουν οι δυσκολίες ενός τέτοιου εγχειρήματος, γεγονός που μόνον οι γνοιασμένοι μπορούν να κατανοήσουν.

Ο Αυγερινός, ως άνθρωπος και ως πολιτικός, μας καταθέτει τον υποκειμενισμό του γεγονός που, όπως και κάθε υποκειμενισμός στην ιστορία, είναι ένα από τα ζητούμενα, μιας και έχει κεφαλαιώδη σημασία και αξία.

Αυτά ήταν τα βιώματά του και τα γεγονότα που έζησε. Βαθιά δημοκράτης και μάλιστα όχι κατ’ επίφαση, από την άποψη των δήθεν πολιτικών φρονημάτων, αλλά στην καθημερινότητα της ζωής, συνελήφθη από τη δικτατορία των Συνταγματαρχών.

Και όχι μόνον αυτό, αλλά, επιπροσθέτως εξέφραζε απόψεις κοινωνικώς δίκαιες και οικονομικώς αναπτυξιακές, όπως επί παραδείγματι σε άρθρο του στην εφημερίδα Πατρίς, σχετικά με την φορολόγηση της Καθαράς Προσόδου, σε εποχή πρώιμη, μάλιστα, και συγκεκριμένα στις 27.04.1929. (σελ. 445)

Θα ήθελα να κλείσω την ομιλία μου με κάτι σημαντικό: Ο Νάκης Αυγερινός ήταν ηθικά ακέραιος.

Ως πολιτικός, δεν έκανε το καλό στους συμπολίτες του επειδή λειτουργούσε στο πλαίσιο της πολιτικής πατρωνίας, στο πλαίσιο των πελατειακών σχέσεων, οι οποίες ούτως ή άλλως λειτούργησαν, στην περίπτωση της Ελλάδας, ως μηχανισμός εισαγωγής των μαζών στην πολιτική, αλλά επειδή το πίστευε, επειδή αυτό τον γέμιζε ως άνθρωπο.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Νάκης Αυγερινός είναι, όπως αναφέραμε και αρχικώς, ακόμη παρών σε πολλά σπίτια του Πύργου και της Ηλείας, ούτε και το γεγονός ότι η ανάμνηση που έχει αφήσει είναι μόνον θετική και μάλιστα σε βαθμό υπερθετικό.

Στο βιβλίο του δεν κάνει τίπ’ άλλο από το να διατυπώσει εγγράφως, αυτό που με σεβασμό υπέρτατο έκανε σε όλη του τη ζωή. Δηλαδή όχι μόνον να μιλήσει σε καθέναν από εμάς τους Πυργιώτες, αλλά και να συνομιλήσει μαζί μας, να δώσει και σε μας τον λόγο, να μας ακούσει προσεκτικά.

Σας ευχαριστώ πολύ για το ενδιαφέρον και την προσοχή σας.     

Η γνώμη της Τοπικής Κοινότητας Κατακόλου για τα πετρέλαια

Απόψεις

ΘΕΜΑ: ΔΙΑΤΥΠΩΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΨΗΣ ΤΗΣ ΤΟΠΙΚΗΣ ΜΑΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΔΗΜΟ ΠΥΡΓΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΔΥΤΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ ΤΗΣ Α’ ΦΑΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΤΑΔΙΟΥ Α’ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΤΟΥ ΚΟΙΤΑΣΜΑΤΟΣ ΥΔΡΟΓΟΝΑΝΘΡΑΚΩΝ.

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ:

Στα όρια της Τ.Κ. Κατακόλου και στην εγγύτερη θαλάσσια περιοχή ανακαλύφθηκε πριν 40 χρόνια ένα μικρό κοίτασμα υδρογονανθράκων, ήτοι 10-12 εκατομμύρια βαρέλια περίπου.

Μετά από περεταίρω έρευνες η ελληνική πολιτεία προχώρησε στην παραχώρηση του δικαιώματος έρευνας και εκμετάλλευσης ,με την κύρωση της σύμβασης παραχώρησης, στις εταιρείες Energean Oil & Gas και Trajan Oil and Gas limited.

Οι εταιρείες αυτές προτίθενται να αναπτύξουν την εξόρυξη και παραγωγή υδρογονανθράκων σε δύο στάδια:

Το Α’ στάδιο του προγράμματος αφορά την εξόρυξη αργού πετρελαίου και το Β’ στάδιο αφορά την εξόρυξη φυσικού αερίου.

Στο Α’ στάδιο του προγράμματος διακρίνονται τρεις φάσεις:

Α’φάση: Εδώ θα πραγματοποιηθούν δύο συνολικά γεωτρήσεις, ήτοι μια πιλοτική αρχική και μια παραγωγική σε διαφορετικούς χρόνους. Αρχικά δηλαδή θα πραγματοποιηθεί η πιλοτική γεώτρηση, που εδώ θα γίνει η εγκατάσταση του εργοταξίου και του γεωτρύπανου, θα ακολουθήσει διάλυση του εργοταξίου και απομάκρυνση του γεωτρύπανου. Αργότερα θα ακολουθήσει η διάνοιξη της παραγωγικής γεώτρησης με την εκ νέου εγκατάσταση του εργοταξίου και του γεωτρύπανου και τέλος η εκ νέου διάλυση του εργοταξίου και η απομάκρυνση του γεωτρύπανου.

Β’φάση: Παραγωγή 1.500 βαρελιών πετρελαίου, αποθήκευση και μεταφορά τους.

Γ’φάση: Μετά από δύο χρόνια  θα πραγματοποιηθεί και δεύτερη παραγωγική γεώτρηση ώστε η παραγωγή συνολικά να ανέλθει σε 3.000 βαρέλια την ημέρα.

Η μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων (ΜΠΕ) για την οποία καλούμαστε να εκφέρουμε γνώμη, αφορά μόνο τη α΄φάση του α΄σταδίου εκμετάλλευσης , ήτοι την εκτέλεση των δύο πρώτων γεωτρήσεων και όχι του συνόλου της εξορυκτικής δραστηριότητας, δηλαδή και την παραγωγή, την αποθήκευση και τη μεταφορά του αργού πετρελαίου.

Η εταιρεία επιδίωξε και πήρε έγκριση (την υπ’αρίθ. πρωτ. 149087/24-06-2018) να εκπονήσει τη ΜΠΕ σταδιακά και όχι για το σύνολο των φάσεων της εξόρυξης πετρελαίου. Σε αυτό το πλαίσιο πραγματοποιήθηκε η πρώτη ΜΠΕ.

 

ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ:

 

  1. Η ΜΠΕ ξεπερνά αθροιστικά τις 1.500 σελίδες και είναι αδύνατον από έναν τοπικό συμβούλιο να εξετασθεί και μάλιστα όταν δεν υπάρχουν και οι απαραίτητες τεχνικές γνώσεις. Επιπλέον ένα σημαντικό κομμάτι της είναι στην αγγλική γλώσσα, χωρίς καν να έχει μεταφραστεί στα ελληνικά.
  2. Η εμπειρία μας από την εκπόνηση της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) του 2013, η οποία εκπονήθηκε από το ΕΛΚΕΘΕ και εγκρίθηκε με την υπ’ αρίθ. 169895/08-08-2013 ΚΥΑ δείχνει πως οι μελέτες δεν εκπονούνται σωστά. Η συγκεκριμένη ΣΜΠΕ είναι επιεικώς απαράδεκτη, καθώς στις 700 και πλέον σελίδες της δεν είχε αναφερθεί καθόλου η ύπαρξη της κρουαζιέρας στο λιμένα Κατακόλου.

 Είναι ηλίου φαεινότερο πως η ΣΜΠΕ θα έπρεπε να έχει εξετάσει τα οικονομικά οφέλη της περιοχής από την κρουαζιέρα και τις επιπτώσεις που θα έχουν οι εξορύξεις υδρογονανθράκων σε αυτή.

Θα έπρεπε να  έχουν εκτιμηθεί οι οικονομικές απώλειες από την κρουαζιέρα σε περίπτωση ατυχήματος και κατ’ επέκταση η εκτίμηση του ρίσκου που διατιθέμεθα να αναλάβουμε. Έτσι, και μόνο αν το ισοζύγιο ήταν θετικό, η πολιτεία θα μπορούσε να προχωρήσει στην αξιοποίηση του κοιτάσματος. Αυτή τουλάχιστον είναι η διαδικασία που ακολουθείται για τις ΣΜΠΕ.

Αντί αυτού η ΣΜΠΕ εξέτασε, ως επί το πλείστον, θέματα έρευνας στη θαλάσσια περιοχή και για αυτό οι όροι και οι περιορισμοί που τέθηκαν αφορούσαν το θαλάσσιο περιβάλλον και την αλιεία αποκλειστικά.

 Υπενθυμίζουμε ότι η κρουαζιέρα αποφέρει στην ευρύτερη περιοχή της Ηλείας 50 περίπου εκατομμύρια ευρώ το χρόνο, σύμφωνα με τη μελέτη έκφρασης γνώμης των επισκεπτών κρουαζιέρας στο Κατάκολο, που εκπονήθηκε από τον κ. Παντελάδη το 2014 και με την οποία συμφωνεί η διεθνής ένωση εταιρειών κρουαζιέρας ( CLIA).

Στην ΜΠΕ η εταιρεία εξόρυξης αναφέρει πως το συνολικό οικονομικό όφελος για την περιφέρεια θα ανέρχεται στα 13 εκατ. ευρώ ετησίως. Εδώ συμπεριλαμβάνεται η απασχόληση του προσωπικού από την ευρύτερη περιοχή, οι παράπλευρες δραστηριότητες του δευτερογενούς τομέα που πιθανώς να αναπτυχθούν, οι δράσεις κοινωνικής ευθύνης (περιβαλλοντικές δράσεις, αθλητικές δραστηριότητες κ.λ.π.), η αναβάθμιση των υποδομών και δικτύων, καθώς και ο φόρος του 5% επί των κερδών της εταιρείας από την εν λόγω εξόρυξη.

Όλα τα παραπάνω, μη λαμβάνοντας υπ’ όψη βέβαια την, έστω και μικρή κατά τα λεγόμενα της εταιρείας, πιθανότητα μικρού ή μεγάλου ατυχήματος, που θα στερήσει την κρουαζιέρα από το Νομό για τουλάχιστον τρία χρόνια, θα δημιουργήσει «κακό προηγούμενο» για το μέλλον του τουρισμού στην περιοχή μας και θα υποβαθμίσει το περιβάλλον.

  1. Το σχέδιο παραγωγής-αποθήκευσης-μεταφοράς δεν επισυνάπτεται και έτσι το θέμα της παραγωγής αργού πετρελαίου, της αποθήκευσής του σε επίγειες δεξαμενές και ο τρόπος μεταφοράς σε διυλιστήριο δεν διασαφηνίζονται και δεν περιλαμβάνονται στην παρούσα ΜΠΕ, ώστε να εκτιμηθούν οι τυχόν περιβαλλοντικές επιπτώσεις της κάθε περίπτωσης.

Ειδικότερα στα κεφάλαια (Β) και (Δ) της ΜΠΕ, γίνεται μόνο λόγος για τα απόβλητα των γεωτρήσεων που εμπεριέχουν επικίνδυνες ουσίες από τα χημικά βελτιωτικά που θα χρησιμοποιηθούν στα υγρά για τη γεώτρηση καθώς και για τον τρόπο απόσυρσής τους.

Δεν υπάρχει όμως η εκτίμηση των κινδύνων, διότι όπως περιγράφεται στη ΜΠΕ, οι γεωτρήσεις δεν θα ολοκληρωθούν ώστε να γίνει διέγερση του κοιτάσματος και να μπει σε παραγωγή. Σε αυτές τις συνθήκες εκτιμάται ότι οι τυχόν διαρροές, αποσυμπιέσεις, εκρήξεις, στις επίγειες εγκαταστάσεις θα έχουν αμελητέες επιπτώσεις στο λιμάνι και τον οικισμό του Κατακόλου, λόγω των μικρών ποσοτήτων υγρών και αερίων στις σωληνώσεις και τις κεφαλές των φρεατίων, αφού δεν θα υπάρχει επικοινωνία με τον υποθαλάσσιο ταμιευτήρα αερίου και πετρελαίου.

Αναφέρεται δε ότι θα ακολουθήσει άλλη ΜΠΕ, στη φάση εκμετάλλευσης και παραγωγής. Επομένως είναι πιθανό τα αποτελέσματα αυτής της δεύτερης ΜΠΕ, να είναι πολύ διαφορετικά από της πρώτης.

Συνεπώς πριν εγκριθούν και αδειοδοτηθούν οι γεωτρήσεις, πρέπει η δεύτερη ΜΠΕ για τη φάση παραγωγής, αποθήκευσης, μεταφοράς, να υποβληθεί από τώρα ώστε να συνεκτιμηθεί με την παρούσα ΜΠΕ των γεωτρήσεων. Κατά τη διεθνή πρακτική η ΜΠΕ και η εκτίμησή της γίνεται ολοκληρωμένα και όχι κατά στάδια, διότι πρέπει να δοθούν απαντήσεις στα εξής ερωτήματα:

  • Ποιος ο όγκος της ελάχιστης διαρροής πετρελαίου και όξινου φυσικού αερίου, από οποιοδήποτε σημείο παραγωγής ή αποθήκευσης που θα μολύνει σημαντικά το λιμάνι και τις παρακείμενες παραλίες της Αλκυώνας, του Αγ. Ανδρέα, της Σπιάντζας κ.λ.π., με βάση την εποχή και τους επικρατούντες ανέμους και κυματισμούς ?
  • Τι κίνδυνοι υπάρχουν από τυχόν διαρροή μεγάλων ποσοτήτων όξινου φυσικού αερίου (στο οποίο εμπεριέχεται και υδρόθειο, που σε μεγάλες συγκεντρώσεις στον ατμοσφαιρικό αέρα είναι θανατηφόρο για τον άνθρωπο), από τις εγκαταστάσεις, οι οποίες είναι πολύ κοντά ( 600 περίπου μέτρα ) στον οικισμό του Κατακόλου. Δεν θα έπρεπε λοιπόν να τοποθετηθούν αισθητήρες υδρόθειου, των οποίων οι μετρήσεις να είναι άμεσα διαθέσιμες στις υπηρεσίες του Δήμου Πύργου?

Ποιος και με τι μέσα θα ελέγχει το θαλάσσιο πυθμένα για τυχόν εμφάνιση διαρροών από τους υπόγειους αγωγούς?

  • Ποια τα μέσα για τη διαχείριση μικρής ή μεγάλης διαρροής αργού πετρελαίου ή όξινου φυσικού αερίου υποθαλασσίως, επιθαλασσίως ή επιγείως?
  • Ποιοι θα αντιμετωπίσουν και θα καταστείλουν αυτές τις διαρροές και με τι εκπαίδευση?

 

 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ:

 

Είναι λογικό ότι για τη χώρα η παραγωγή και εκμετάλλευση, έστω και ενός πολύ μικρού κοιτάσματος, θα συνδράμει θετικά στην προοπτική αναδιαμόρφωσης του αναπτυξιακού προσανατολισμού της, προσθέτοντας ένα σημαντικό αναπτυξιακό πόρο. Η μέγιστη παραγωγή θα είναι όμως το πολύ μέχρι 3.000 βαρέλια ημερησίως, σε αντίθεση με την Καβάλα που η αρχική παραγωγή ήταν 24.000 βαρέλια ημερησίως και των γειτονικών χωρών Ιταλίας, Αλβανίας που κάθε κοίτασμα παράγει πάνω από 100.000 βαρέλια ημερησίως.

Να σημειωθεί βέβαια πως ο αναπτυξιακός αυτός προσανατολισμός είναι σε αντίθεση με την παγκόσμια τάση των αναπτυγμένων χωρών, οι οποίες στρέφονται όλο και περισσότερο σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, για να καταστείλουν το φαινόμενο του θερμοκηπίου και της κλιματικής αλλαγής, καθώς και με τις Ευρωπαϊκές Οδηγίες για περεταίρω εισχώρηση των ΑΠΕ στην παραγωγή Ενέργειας.

Σύμφωνα με ορισμένους ειδικούς η χώρα μας θα έχει επιπλέον γεωπολιτικά οφέλη από τις εξορύξεις υδρογονανθράκων. Εμείς σαν Τοπική Κοινότητα θέλουμε να συμβάλουμε στα παραπάνω, αλλά δυστυχώς μέχρι σήμερα οι ενέργειες της πολιτείας και της εταιρείας δεν μας εμπνέουν καμία εμπιστοσύνη.

 

Συγκεκριμένα:

  • Η εταιρεία, στη φάση των διαπραγματεύσεων με το ελληνικό δημόσιο, μας είχε ενημερώσει ότι η ΜΠΕ θα περιλάμβανε όλες τις φάσεις γεώτρησης-παραγωγής-αποθήκευσης-μεταφοράς του αργού πετρελαίου και θα την ανέθετε σε διεθνούς κύρους Νορβηγική εταιρεία εκπόνησης περιβαλλοντικών μελετών, με εξειδίκευση στις εξορύξεις.

Στην πραγματικότητα όμως η εταιρεία επιδίωξε η ΜΠΕ να πραγματοποιηθεί κατά φάσεις, χωρίς να γίνεται λόγος για την επικινδυνότητα από τυχόν διαρροή όξινου φυσικού αερίου, πετρελαίου, καθώς και νερού μεγάλης περιεκτικότητας σε βαρέα μέταλλα που θα παράγεται κατά την άντληση.

  • Βέβαια το Υπουργείο έχει θεσπίσει ένα παρατηρητήριο που θα επιβλέπει όλες τις φάσεις. Υπάρχει όμως το παράδειγμα της γειτονικής μας Ιταλίας, που παρά την ύπαρξη Δημόσιας Υπηρεσίας σε ρόλο παρατηρητηρίου, συνέβη μεγάλο ατύχημα.

Υπήρξε διαρροή 400 τόνων αργού πετρελαίου στην ξηρά και κατόπιν στον υπόγειο υδροφόρο ορίζοντα, από διαβρωμένη διπύθμενη δεξαμενή, στην περιοχή Μπασιλικάτα (εταιρείες ENI-SHELL) το 2016. Οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις ήταν ολέθριες για την περιοχή.

  • Η Τοπική Κοινότητα Κατακόλου έχει επίσης ενδοιασμούς για τα αντισταθμιστικά οφέλη. Πότε και τι από το 5% επί των κερδών της εταιρείας, που θα εισπράττεται από την Περιφέρεια, θα φτάσει στην Τ.Κ. Κατακόλου η οποία θα δεχτεί όλη την περιβαλλοντική επιβάρυνση του Έργου ? Γνωρίζουμε το παράδειγμα της Καβάλας που αυτό έγινε μετά από 8 περίπου χρόνια. Πιστεύουμε πως το 5% θα έπρεπε να καταλήγει στο Δήμο Πύργου και θα έπρεπε να είναι επί της παραγωγής και όχι επί των δηλωμένων κερδών της εταιρείας .

 

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ:

 

  1. Η ΜΠΕ να ολοκληρωθεί για όλες τις φάσεις που αφορούν την εξόρυξη του αργού πετρελαίου και να μην γίνεται σταδιακά.
  2. Ο Δήμος Πύργου, Αρχ.Ολυμπίας, Ήλιδας, το Εμπορικό Επιμελητήριο και το Λιμενικό Ταμείο, που κατά κύριο λόγο εισπράττουν τα οφέλη της κρουαζιέρας, να χρηματοδοτήσουν εταιρεία περιβαλλοντικών μελετών με εξειδίκευση στις εξορύξεις Υ/Α, διεθνούς κύρους και εμπειρίας, που θα επιβλέψει και θα συμπληρώσει την εκπονηθείσα για όλες τις φάσεις ΜΠΕ. Το κόστος σύμφωνα με αξιόπιστες πηγές κυμαίνεται μεταξύ 50.000-80.000 δολαρίων. Σε αυτό μπορεί να συνεισφέρει και η Περιφέρεια.
  3. Επειδή τα προσδοκώμενα οφέλη για τη χώρα, τα οποία αναφέρθηκαν παραπάνω, αφορούν όλη την Επικράτεια, ενώ την περιβαλλοντική επιβάρυνση θα την αναλάβει μόνο το Κατάκολο, ο Δήμος Πύργου και η Περιφέρεια πρέπει να εκπονήσουν άμεσα ένα προγραμματικό σχέδιο που θα περιλαμβάνει αντισταθμιστικά οφέλη σε υποδομές, σε υπηρεσίες υγείας, εκπαίδευσης, τουρισμού και αγροτικής ανάπτυξης.

Τα παραπάνω πρέπει να θεσμοθετηθούν και να υπάρχει δέσμευση από την Πολιτεία πως θα υλοποιηθούν πριν από τη δεύτερη φάση της άντλησης του αργού πετρελαίου. Η πολιτική εξουσία του Νομού που μέχρι τώρα δήλωνε απούσα πρέπει να το επιδιώξει έντονα και άμεσα.

 

 

Έχει αποδειχτεί παγκοσμίως πως οι εξορύξεις Υ/Α εάν δεν γίνονται σε χώρες οργανωμένες και με παράδοση στην άψογη λειτουργιά των ελεγκτικών μηχανισμών της Δημόσιας Διοίκησης, όπως π.χ. στη Νορβηγία και τη Δανία, συνήθως έχουν ολέθριες επιπτώσεις (περιβαλλοντικές, οικονομικές, κοινωνικές, πολιτισμικές, γεωπολιτικές) στις ίδιες τις χώρες.

Η χώρα μας ας προχωρήσει οργανωμένα και εξετάζοντας με λεπτομέρεια όλες τις πτυχές των επιπτώσεων των εξορύξεων Υ/Α. Άλλωστε εμείς θέλουμε να παραμείνουμε στον τόπο μας υγιείς, να απολαμβάνουμε το φυσικό περιβάλλον και αυτά που μας παρέχει, να ασκούμε τις δραστηριότητές μας και να μην αναγκαστούμε να γίνουμε πρόσφυγες!

 

                                                                                                        Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ Τ.Σ. ΤΗΣ Τ.Κ. ΚΑΤΑΚΟΛΟΥ

                                                                                                                                 ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ ΚΟΛΟΣΑΚΑΣ

Προέλευση φωτογραφίας: https://www.mesaralive.gr