614 New Articles
Vasilopoulos 1180X300 NewsHome

Top Stories

Για την εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης*

Τραμπαδώρος Δ.

                                              «…κανείς δεν έμεινε, κανείς δεν έφυγε, κανείς δεν λείπει».

                                                          Γιάννης Ρίτσος, Τειρεσίας, Κέδρος, Αθήνα, 1983.

Η Έφηβη

Λύγκας Κ.

Η δυσπιστία μου στις μαγκιές, στα «δήθεν» και στις μόστρες κάθε κοινωνικής έκφρασης, κατέληγε στην αμφισβήτηση θεσμών, κανόνων, νομοθετών και περιώνυμων εξουσιών. Από την κριτική μου δεν γλίτωναν ούτε οι αδρανείς τοίχοι του σπιτιού, αλλά ούτε και τα έπιπλα του δωματίου. Έτσι ήμουν στη φάση αυτή και δεν με ενδιέφερε αν με αποκαλούν υπερβολική. Απάντηση δεν έπαιρνα ούτε από την οικογένειά μου, ούτε από το σχολείο μου, ούτε από τους φίλους μου. Για μια στιγμή θεώρησα πως η λύση είναι ο εαυτός μου. Όχι για λόγους εγωιστικούς, αλλά μιας προσωρινής αυτοπροστασίας που θα με καλύψει μέχρι να βρω τις αιτίες που μπλοκάρουν το μυαλό μου. Στο παράξενο και στωικό βλέμμα των γονιών μου, που σήμαινε «μπόρα είναι θα περάσει», απαντούσα με όλη μου την άρνηση: «και ψυχή ει μέλλει γνώσεσθαι αυτήν, εις ψυχήν αυτή βλεπτέον». Τελικά μετά από τόσα χρόνια στο σχολείο, διδάχθηκα μια πρόταση. 
- Θες να σου κόψω ένα πηλιορείτικο μήλο που σ’ αρέσει, φώναξε η μαμά από το σαλόνι αφήνοντας το βιβλίο στο μαρμάρινο τραπέζι. 
- Ναι έρχομαι τώρα, της απαντάω αλλά μην αρχίσεις πάλι τις ερωτήσεις. Και που ’σαι, θα το καθαρίσω μόνη μου το μήλο, έχω δικά μου χεράκια όπως ξέρεις. 
Καθάρισα το μήλο και έβαλα τα μικρά φετάκια σ’ ένα ρηχό κόκκινο πιάτο. Γύρισα όμως πάλι για να πάρω νερό, πηρούνι και χαρτοπετσέτα. Η μαμά μου εκνευριζόταν όταν δεν χρησιμοποιούσα δίσκο για να μεταφέρω ή να σερβίρω. Και πριν καθίσω τη βλέπω να σηκώνεται χωρίς να με κοιτάξει. 
- Μην τολμήσεις να μου φέρεις δίσκο, της λέω. Και το πηρούνι για χάρη σου το πήρα γιατί με τα χέρια θα φάω το μήλο μου. 
Έκανε την κίνηση να με κοιτάξει και διέκοψε το βήμα της. Αλλά τελικά συνέχισε για την κουζίνα ώσπου άκουσα το άνοιγμα του ντουλαπιού με τα μπαχαρικά. Σίγουρα θα φέρει κανέλλα που ξέρει πως μ’ αρέσει. Έκλεισε το ντουλάπι και χαρούμενη γύρισε με το γυάλινο βαζάκι που έμοιαζε με αλατιέρα. Έτσι χαμογελαστή σήκωσε το καπάκι και σκόρπισε την κανέλλα πάνω στο μήλο. Ήταν μια μικρή ευχαρίστηση γι’ αυτήν και δεν μου πήγαινε να της την στερήσω. Όπως συνήθιζε έβαλε το χέρι της στον ώμο μου και αφού διαπίστωσε πως δεν αντιδρώ, έγειρε το κεφάλι της στο δικό μου. Δεν είπε τίποτα τη στιγμή εκείνη, αλλά ούτε κι’ εγώ δυσανασχέτησα. Πως μπορείς να τα βάλεις με τη μητρότητα; Μείναμε έτσι αμίλητες και βυθισμένες στα συναισθήματά μας. Κατάλαβα πως κάποια βουβή και σκοτεινή επικοινωνία υπήρχε ανάμεσά μας. Χωρίς λέξεις και αναλύσεις. Χωρίς προτάσεις και επιχειρήματα.
Δεν ήταν ο παλμός της καρδιάς της, που ένοιωθα στο πίσω μέρος του χεριού μου, καθώς ακουμπούσα στο στήθος της. Ήταν η σύγκρουση που μετατρέπεται σε κατανόηση, όταν οι άνθρωποι δεν αρνούνται το παρελθόν τους. Μέσα στην σύγχυση των συναισθημάτων, νόμισα πως μίλησε το χέρι της: 
«Σοφία μου σ’ αγαπώ! Μήπως δεν το καταλαβαίνεις;» 
«Όχι μανούλα, το ξέρω πως μ’ αγαπάς. Και η εικόνα σου δεν μ’ αφήνει να το ξεχάσω», της απάντησα κι’ εγώ με το στήθος μου, γιατί οι φωνητικές μου χορδές είχαν πλημμυρίσει. «Όμως», συνέχισα βουβά, «η αγάπη σας σκεπάζεται απ’ τον εγωισμό σας». 
«Όχι, εγώ εσένα αγαπώ», μου είπε αυτή τη φορά με την καρδιά της και συνέχισε χωρίς να πει κουβέντα: «όταν όμως μιλάω με το μυαλό θέλω να σε προστατεύσω. Σκέφτομαι το μέλλον σου με τις δικές μου αγωνίες. Συγχώρεσέ με ψυχή μου. Μερικές φορές το μυαλό, άδικα το λέμε μυαλό, γιατί μυαλό δεν είναι». 
Και μέσα στη σκοτεινιά της κουβέντας αυτής, πήρα κι’ εγώ το λόγο με το δικό μου το μυαλό: 
«Θέλω λοιπόν να φύγω από κοντά σας. Να αρνηθώ την άρνησή σας. Επιτρέπεται; Αλλά και πάλι δεν μπορώ. Το σούρουπο θα πάω στην παραλία με τους φίλους μου. Θα δούμε το ηλιοβασίλεμα και αργότερα θ’ ανάψουμε φωτιά. Εκεί θ’ αποφασίσω». Και μετά πήρα την απάντηση της μαμάς με τον ίδιο τρόπο: 
«Κάνε ότι νομίζεις. Εγώ απλώς θα κοιτάζω τα πατήματά σου». 
Μόνο που δεν κατάλαβα, αν αυτά τα λόγια τα είπε με την καρδιά της, με το μυαλό της ή με τα χέρια της αγκαλιάς της. 
Πήρα κι’ εγώ με τα δικά μου χέρια, το μεγαλύτερο κομμάτι μήλο και το άγγιξα στα χείλη της. Εκείνη πριν ανοίξει το στόμα της, με κοίταξε με ένα ευχαριστήριο βλέμμα και είπε μια τελευταία αμίλητη πρόταση: 
«Σ’ ευχαριστώ γι’ αυτό το μήλο. Είναι γλυκό. Όπως τα μικρά-μικρά σου δάχτυλα, όταν σαν βρέφος με κρατούσαν απ’ το στήθος. Έτσι γλυκό παρέμεινε το πρόσωπό σου όταν κοιτούσες τις τεράστιες χορδές του βιολοντσέλου. Αλλά και όταν χωρίς να το καταλαβαίνεις, ανοιγόκλεινες αργά τις βλεφαρίδες μπροστά στο Νίκο. Σ’ ευχαριστώ γλυκούλι μου γι’ αυτό το μήλο». Οι λέξεις της ακούγονταν βραχνές λες και περνούσαν απ’ όλο της το σώμα. Για να τις πει όμως με τα μάτια, μεγάλωσαν οι κόρες της και δάκρυσαν. 
Μείναμε έτσι ζεστές και άφωνες, ώσπου χάθηκα μέσ’ στη νιρβάνα της σύγχυσης. 
 
Κωνσταντίνος Λύγκας
Προέλευση φωτογραφίας: https://www.facebook.com/pyrgosls/

Θεωρίες Κοινωνικού Συμβολαίου - Η περίπτωση του Ζαν - Ζακ Ρουσσώ

Τραμπαδώρος Δ.

του Διονύση Τραμπαδώρου

 

Ο Ρουσσώ αρνείται πάντα κάθε είδους συμβιβασμό

με την κατεστημένη εξουσία, ακόμη και επιφανειακό.

Καρλ Μάρξ, Γράμμα στον Σβάιτσε

 24 Ιανουαρίου 1865

 

1.Εισαγωγή

Ο ιερός Αυγουστίνος εξομολογείται ως ens creatum, ως θεϊκό δημιούργημα, ως εγώ χωρίς φυσική αλήθεια, αλλά αντίθετα ως αλήθεια, δηλαδή ελευθερία, που απορρέει από την κατάσταση της δέσμευσής του έναντι της δημιουργίας, ήτοι ως υποκείμενο της δημιουργίας. Ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ εξομολογείται ως homo emancipatus a deo, άνθρωπος χειραφετημένος από τον Θεό, ως εγώ με φυσική αλήθεια, δηλαδή με φυσική ελευθερία, η οποία απορρέει αποκλειστικά από την κατάσταση μιας εγγενούς δικαιοσύνης και αρετής.
Γι' αυτό και η εξομολόγησή του, σε αντίθεση με εκείνη του ιερού Αυγουστίνου, η οποία αρνείται να απευθυνθεί προς τον άνθρωπο, έχει ως μοναδικό και αποκλειστικό   αποδέκτη τον άλλον, τον συνάνθρωπο, όπως τον αποκαλεί ευθέως[i].

Ο Ρουσσώ (1712-1778) γεννήθηκε στη Γενεύη .  Προσπάθησε μάταια να υπο­τάξει τη ζωή του σε κάποιον κανόνα ή να την οργανώσει σύμ­φωνα με κάποιο πρόγραμμα. Πήγαινε συνεχώς από το ένα άκρο στο άλλο, και τελικά ή ζωή του διέρρευσε σε αντιφατικές παρορ­μήσεις. Ποτέ δεν ένιωσε τελείως άνετα σε κάποιο επάγγελμα, σε κάποια επιστήμη ή σε κάποιο δόγμα, σε κάποια θρησκεία. Εξά­σκησε διαδοχικά τα επαγγέλματα του χαράκτη, του υπηρέτη, του φοροεισπράκτορα και εφοριακού υπαλλήλου, του παιδαγωγού, του αντιγραφέα χειρογράφων μουσικής, του διπλωματικού γραμ­ματέα, του μουσικού εκτελεστή και συνθέτη, προτού ανακαλύψει την αληθινή του αποστολή ως στοχαστή και συγγραφέα[ii]. ­Δεν θα μπορούσε  όμως να υποστηρίξει κανείς ότι έχουμε  έναν κάτοικο της Γενεύης που έγραψε για τους κατοίκους της Γενεύης[iii].

Ο Ρουσσώ ανήκει στη Γαλλία, όχι τόσο γιατί  η οικογένεια του κα­τάγεται από γάλλους προτεστάντες πρόσφυγες του ιστ' αιώνα, όσο γιατί  η μόρφωση του είναι εντελώς γαλλική και επειδή έχει παίξει ένα τεράστιο ρόλο στη λογοτεχνία, τη σκέψη και την πο­λιτική ζωή της Γαλλίας.

Όμως , η καταγωγή του από τη Γενεύη έχει εξασκήσει μια κάποια επίδραση στο έργο του. Γεννήθηκε καλβινιστής, ανήκε δηλαδή σ’ ένα δόγμα  πιο ατομικιστικό, πιο ορθολογιστικό και πιο αυστηρό από τον καθολικισμό. Αλλά κυρίως η Γενεύη είναι μια δημο­κρατία, και ο Ρουσσώ διατήρησε σε όλη του τη ζωή, ανάμεσα στους υπηκόους του βασιλιά της Γαλλίας, την υπερηφάνεια να είναι γεννημένος σε μια δημοκρατία· ο μόνος τίτλος που έφερε  ήταν αυτός του πο­λίτη της Γενεύης. 

Το γεγονός πως ήταν «γεννημένος δημοκρατικός» βοήθησε τον Ρουσσώ να συνειδητοποιήσει την πρωτοτυπία του μέσα στη Γαλλία της εποχής του[iv].

Ο πατέρας φεύγει από τη Γενεύη μετά από έναν καβγά και δε θα ξανασχοληθεί με τον Ζαν-Ζακ, ο οποίος είχε ήδη χάσει τη μητέρα του από τότε που ήρθε στον κόσμο.

Το παιδί το εμπιστεύεται στον ιερωμένο Λαμπερσιέ, για δυο χρό­νια, και μαζί του αρχίζει τα λατινικά. Αυτές θα είναι περίπου και οι μόνες κανονικές σπουδές που θα κάνει κάτω από την εποπτεία κάποι­ου άλλου. Μετά έγινε μαθητευόμενος και έμεινε δυο χρόνια με ένα χα­ράκτη. Η κατάσταση του μαθητευομένου ήταν μια από τις πιο άσχημες της εποχής.

Έπειτα  και για δεκατρία χρόνια θα κάνει ζωή περιπλανώμενου, γνω­ρίζοντας όλων των ειδών τα επαγγέλματα και τις δυστυχίες. Γίνεται ο προστατευόμενος, και μετά ο εραστής, μιας νέας γυναίκας, κι αυτή τυχοδιώκτρια και χωρίς αρχές, της μαντάμ ντε Βαρέν. Ασπάζεται τον καθολικισμό[v] και  δι­δάσκει μουσική χωρίς να τη γνωρίζει. Κοντά στη μαντάμ ντε Βαρέν, στο Ανεσί, μετά στο Σαμπερί, διαβάζει πολύ και αναλαμβάνει μεθοδι­κά την αυτομόρφωσή του.

Το 1740, γίνεται στη Λυών παιδαγωγός των παιδιών του κυρίου ντε Μαλμπί, αδελφού των φιλοσόφων Κοντιγιάκ και Μαλμπί, μετά πηγαίνει στο Παρίσι προσπαθώντας να κάνει περιουσία με  ένα σχέδιο μουσικής γραφής . Το παρουσιάζει  αλλά χω­ρίς επιτυχία στην Ακαδημία Επιστημών.

Το 1741 εμφανίζεται στα παρισινά σαλόνια ωθούμενος από την φιλοδοξία του.

Όμως δεν γίνεται ένα άνθρωπος των σαλονιών ένα κακέκτυπο του Βολταίρου ο ποίος ούτως ή άλλος είχε ευρύτερη μόρφωση απ’ αυτόν.

Έτσι θα καταγγείλει το ψέμα μιας κοινωνίας που ανέχεται την ταυτόχρονη ύπαρξη της χλιδής και της απόλυτης φτώχειας

Συνδέεται με ένα νέο συγγραφέα εξίσου άγνωστο μ' αυτόν τον Ντιντερό και συστήνεται στα σαλόνια, δηλαδή στης μαντάμ Ντιπέν, κόρης του χρηματιστή Σαμιέλ Μπερνάρ. Με το να διδάσκει μουσική, στο τέ­λος την έμαθε, και έγραψε μια όπερα με τίτλο Οι ευγενικές Μούσες. Αλλά όλα αυτά δεν του εξασφαλίζουν τα προς το ζην. Έτσι δέχεται τη θέση του γραμματέα του πρέσβη της Βενετίας, στην υπηρεσία του οποίου μένει δεκαοχτώ μήνες.

 Αυτή τη στιγμή είναι που αρχίζει να ενδιαφέρεται για τα πολιτικά ζητήματα και συλλαμβάνει την πρώτη ιδέα των Πολιτικών του θεσμών, από τους οποίους δεν έγραψε ποτέ παρά μόνο την εισαγωγή δηλαδή  «Το Κοινωνικό Συμβόλαιο».

 Έρχεται σε αντίθεση με τον πρέσβη και επιστρέφει για να εγκαταστα­θεί στο Παρίσι.

Αρχίζει να γίνεται γνωστός ως μουσικός και θεατρικός συγγραφέ­ας, συνεργάζεται με τον Βολταίρο για μια όπερα, (Οι γιορτές του Ραμίρον), και ταυτόχρονα είναι γραμματέας του κυρίου Φρανκέιγ, γα­μπρού της μαντάμ Ντιπέν. Αυτή την εποχή συζεί με μια υπηρέτρια πανδοχείου εντελώς αγράμματη, την Τερέζα Λεβασέρ, από την οποία θα αποκτήσει πέντε παιδιά, τα οποία θα αφήσει ένα-ένα στα έκθετα.

Επεκτείνει τις γνωριμίες του ανάμεσα στους φιλοσόφους. Εκτός από τον Ντιντερό και τον Κοντιγιάκ, που είναι πολύ κοντινοί του, κά­νει τη γνωριμία της μαντάμ ντ' Επινε, η οποία προέρχεται από μία οικογένεια χρηματιστών, μετά συνδέεται με τον Γκριμ.

Όμως, «Περισσότερο από κάθε άλλο υποφέρει από την καταπίεση, και, όταν βάλλουν κατά της ελευθερίας του, φεύγει. Εξ ου και η ζωή του περιπλανώμενου. Θα προτιμάει πάντα τη δυστυχία και την περιπέτεια από μια επιχρυσωμένη σκλαβιά. Δεν υπάρχει τίποτα πιο βαθύ σ' αυτόν από την αγάπη για την ελευθερία. Θέλει να είναι ο εαυτός του δηλαδή , ελεύθερος στη ζωή του, στα αισθήματα του και στις ιδέ­ες του. Καμιά έγνοια για τα πλούτη, για τη σταδιοδρομία, δηλαδή για την ασφάλεια, δεν μπορεί κανείς να τον υποχρεώσει να πει τίποτα άλ­λο παρά αυτό που κρίνει πως είναι μια αλήθεια χρήσιμη για τους αν­θρώπους. Ακόμα και αν ήταν να μείνει μόνος στον κόσμο, θα υποστή­ριζε αυτό που πιστεύει σωστό.»[vi]

 Μια ζεστή μέρα του 1749, ενώ βάδιζε μόνος του στο δρόμο για τη Βενσέν, για να επισκεφτεί το φίλο του τον Ντιντερό (ο οποίος είχε φυλακιστεί εξαιτίας της «Επιστολής για τους τυφλούς»), ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ «φωτίστηκε» ξαφνικά από μιαν έμπνευση που έμελλε να αλλάξει όχι μόνο την πορεία της ζωής του αλλά και την εξέλιξη όλης της ευρωπαϊκής κουλτούρας. Επειδή η ζέστη ήταν αφόρητη, για να μετριάσει την ανυπομονησία του και να αναγκαστεί να βαδίζει πιο αργά, ο Ρουσσώ διάβαζε τον Mercure de France. Το βλέμμα του έπεσε κάποια στιγμή πάνω στο θέμα που έδινε η Ακαδημία της Ντιζόν για το βραβείο του επόμενου χρόνου. Το θέμα ήταν το εξής : «Η πρόοδος των τεχνών και των επιστημών συνέβαλε στη διαφθορά ή στη βελτίωση των ηθών;».

   O ίδιος ο Ρουσσώ γράφει στις «Εξομολογήσεις» του: «Μόλις το διάβασα αντίκρισα μπροστά μου έναν άλλο κόσμο και έγινα άλλος άνθρωπος... Όταν έφτασα στη Βενσέν βρισκόμουν κυριολεκτικά σε παραλήρημα. Ο Ντιντερό το είδε.... Με παρακίνησε να αναπτύξω τις απόψεις μου και να διεκδικήσω το βραβείο. Το έκανα και από εκείνη τη στιγμή υπέγραψα την καταδίκη μου. Όλη η υπόλοιπη ζωή μου και όλα μου τα βάσανα ήταν η μοιραία συνέπεια αυτής της απόφασης που πάρθηκε  σε  μια στιγμή απερισκεψίας[vii]».
  Οι τέχνες, οι επιστήμες, οι κατακτήσεις του λόγου, η πάλη ενάντια στην άγνοια και το σκοταδισμό, η κουλτούρα, το καλό γούστο, η εκλέπτυνση των ηθών, η όλο και πιο έντονη και ευρεία κυκλοφορία των ιδεών, όλα αυτά που έδιναν στους ανθρώπους του 18ου αιώνα τη βεβαιότητα ότι ζούσαν σε μια εποχή συνεχούς προόδου, σε έναν πολιτισμό ανώτερο από όλους τους άλλους, τέθηκαν υπό αμφισβήτηση και υπό κατηγορία από τον Ρουσσώ, ο οποίος με το «Λόγο περί επιστημών και τεχνών» επιτέθηκε κατά μέτωπο στις κυρίαρχες πεποιθήσεις του καιρού του[viii].
 Σύμφωνα με τον Ρουσσώ, ο αληθινός πολιτισμός δεν έπρεπε να βασίζεται πάνω στα φαινομενικά επιτεύγματα της κουλτούρας αλλά πάνω στο στέρεο έδαφος της αρετής[ix]. Ο άνθρωπος, που από τη φύση του είναι καλός, έγινε κακός εξαιτίας των θεσμών της διεφθαρμένης κοινωνίας. Ήταν αναγκαίο να επανεξεταστεί πάνω σε εντελώς νέες βάσεις η σχέση ανάμεσα στο  άτομο και την κοινωνία[x].
Μετά τη βράβευσή του από την Ακαδημία της Ντιζόν ο Ρουσσώ είχε γίνει ξαφνικά διάσημος. Αλλά τώρα που η επιτυχία τού έφερε την αναγνώριση και το θαυμασμό του παρισινού πνευματικού κόσμου και του κοινού, ο Ρουσσώ αποφασίζει να μείνει συνεπής προς τις ιδέες του και να συνεχίσει την τολμηρή πνευματική του αναζήτηση και την προσωπική του αναμόρφωση. Αρχίζει έτσι η δραματική φυγή του από την κοινωνία και τον κόσμο και η φάση της δημιουργικής απόσυρσης στη μοναξιά .

 Από τη μοναξιά του δάσους του Μονμορανσί γεννιούνται οι βασικές ιδέες του «Κοινωνικού συμβολαίου».

 Παρά το γεγονός ότι έχουν περάσει  περίπου δυόμισι αιώνες από τότε που γράφτηκε αυτό το σπουδαίο έργο. Και ο άνθρωπος του 21ου αιώνα ζει  σε ένα διαφορετικό πνευματικό, ηθικό και πολιτικό σύμπαν από εκείνο που γνώρισε ο γαλλικός 18ος αιώνας μπορούμε ωστόσο να νιώσουμε και σήμερα τη δύναμη της έμπνευσης και την ισχυρή έλξη ενός βιβλίου στις πρώτες κιόλας σελίδες του οποίου διαβάζουμε τη φράση: «Ο άνθρωπος γεννήθηκε ελεύθερος και παντού βρίσκεται αλυσοδεμένος. Κι όποιος πιστεύει ότι είναι κύριος των άλλων δεν είναι λιγότερο δούλος».
Στους αιώνες που μεσολάβησαν έχουν διατυπωθεί πάρα πολλές και συχνά αντιφατικές κρίσεις για το έργο του Ρουσσώ. Θεωρήθηκε ένας θεωρητικός πρόδρομος της Γαλλικής Επανάστασης, ένα σύμβολο των αγώνων για ισότητα και ελευθερία, αλλά και ο πατέρας του γιακοβινισμού[xi] ή ακόμα και του σύγχρονου ολοκληρωτισμού. Είναι επίσης αλήθεια ότι η σκέψη του είνα[xii]ι αρκετά περίπλοκη και χαρακτηρίζεται από αντινομίες, από τις οποίες μπορεί να πηγάσουν και οι πιο διαφορετικές ερμηνείες.

 Δεν πρέπει άλλωστε να ξεχνάμε ότι ο αρχιτέκτονας της ιδεώδους πολιτείας που σκιαγραφείται στο «Κοινωνικό συμβόλαιο» είχε ο ίδιος φροντίσει να υπογραμμίσει ότι η ορθή λειτουργία της προϋπέθετε μιαν ύψιστη «αρετή», την οποία είναι δύσκολο να προσεγγίσουμε εμείς οι κοινοί θνητοί. Έγραφε χαρακτηριστικά: «Αν υπήρχε λαός θεών, θα κυβερνιόταν δημοκρατικά. Μια τόσο τέλεια διακυβέρνηση δεν ταιριάζει σε ανθρώπους».

 

 

2.Η επεξεργασία της θεωρίας (1750-1762)

Η Πραγματεία περί επιστημών και τεχνών βραβεύτηκε  από την Ακαδημία της Ντιζόν και γνώρισε σύντομα πολύ μεγάλη φήμη. Αντιμετώπισε  όμως μια μακρά πολεμική. Διάφοροι συγγραφείς, καμιά φορά και ερασιτέχνες, όπως ο βασιλιάς της Πολωνίας Στανισλάς, σχολιάζουν αρνητικά τον Ρουσσώ, ο οποίος απαντά, και η συζήτηση θα κρα­τήσει ως τη δημοσίευση της δεύτερης πραγματείας. Οι εχθροί του Ρουσσώ προσπάθησαν να τον δυσφημίσουν βεβαιώνοντας, πως ήταν ο Ντιντερό αυτός που του είχε εμπνεύσει τη θέση . Όμως και οι δύο άντρες  είχαν δικαίωμα σε άλλου είδους φήμη[xiii]. Αυτή η πρώτη Πραγματεία εξασφάλισε αμέσως τη διασημότητα για τον Ρουσσώ. Όμως  ο  ίδιος ο Ρουσσώ, ο οποίος  δεν είχε τη ματαιοδοξία της λογοτεχνίας, το θεωρεί ως ένα από τα χειρότερα έργα του. Συγκεκριμένα αναφέρει πως … «Απ' όλα όσα έχουν βγει από την πένα μου, είναι το πιο αδύναμο σε συλλογισμούς, και το πιο φτωχό σε ρυθμό και αρμονία.»

Παρά το γεγονός όμως ότι δεν ξεπερνάει το επίπεδο της ηθικολογικής ρητορείας είναι πολύ σημαντικό  γιατί όλη η θεωρία του Ρουσσώ περικλείεται σ' αυτό εν σπέρματει.

Αποδεχόμενος ότι η πρόοδος των επιστημών και των τεχνών έχει διαφθείρει τα ήθη, ο Ρουσσώ βρίσκεται στον αντίποδα των ιδεών που δέχονται όλοι οι φιλόσοφοι.

 Την ίδια στιγμή, το φυλλάδιο της Εγκυ­κλοπαιδείας, λειτουργούσε ως  ένας ύμνος στην επιστήμη που θα επέ­τρεπε την αναδόμηση της κοινωνίας με βάση τις απαιτήσεις του ορ­θού λόγου. ]

Ο Ρουσσώ έρχεται λοιπόν να παρατηρήσει πως, όσο αναπτύσσονται οι τέχνες και οι επιστήμες, τόσο πιο λαμπρές εμφανίζονται οι κοινωνίες σε διανοητικό επίπεδο, αλλά  και τόσο πιο πολύ διαφθείρονται ηθικά και τόσο πιο δυστυχισμένοι γίνονται οι λαοί. Οι θέσεις αυτές δεν ήταν καθόλου κοντά στο πνεύμα των Εγκυκλο­παιδιστών, και καθώς  ήταν ακόμα αποκλειστικά ηθικής φύσης, μπορού­σε να διαπιστώσει  κανείς εκεί μια αναβίωση του χριστιανικού λόγου[xiv]. Άλλωστε , αυτός είναι ο λόγος που ο Ρουσσώ βραβεύτηκε από την Ακαδημία της Ντιζόν. Αλλά στην πολεμική που ακολούθησε, το κοι­νωνικό περιεχόμενο, που ήταν ακόμη λανθάνον στην πρώτη Πραγμα­τεία, διαφαίνεται όλο και πιο καθαρά και ιδίως στην Απάντηση στο βασιλιά της Πολωνίας. Σ’ αυτήν είναι όντως ο πρώτος που λέει πως ο πολιτισμός βρίσκεται στην υπηρεσία μιας διε­φθαρμένης αριστοκρατίας . Μάλιστα η  κριτική του δε στρέφεται μόνο εναντίον της φεουδαρχικής κοινω­νίας, αλλά εναντίον κάθε κοινωνίας που είναι θεμελιωμένη πάνω στην ανισότητα κατανομής του πλούτου.

 Δεν διακόπτει τις σχέσεις του με τους φιλοσόφους, γιατί η αντίθεση που τον φέρνει αντιμέτωπο μ' αυ­τούς είναι ακόμα λανθάνουσα. Ο ντ' Αλαμπέρ, στην Προκαταρκτική πραγματεία της Εγκυκλοπαιδείας και ο Γκριμ, στη «Λογοτεχνική αλλη­λογραφία», ασκούν ευνοϊκή κριτική στην πρώτη Πραγματεία. Ο Ρουσσώ συνεργάζεται με την Εγκυκλοπαιδεία, στην οποία παρέχει άρθρα για τη μουσική, και στην οποία θα δώσει, το 1755, το έργο του «Πραγμα­τεία περί της πολιτικής οικονομίας», στο οποίο εμβαθύνει στις θέσεις του και περνάει από το ηθικό επίπεδο στο πολιτικό. Επίσης παραμένει πολύ συνδεμένος με τον Ντιντερό οποίος  είναι ο πιο αγαπητός του φίλος. Ο Ντιντερό είναι σαν κι αυτόν ένας μικροαστός, που έζησε πολύ την μποέμικη  ζωή των λογοτεχνών.

Όμως ο Ρουσσώ απομακρύνεται όλο και περισσότερο από τα σαλό­νια[xv]. Αρχίζει την «ηθική μεταρρύθμιση» του και αποφασίζει να ζήσει ανεξάρτητος ως μικροτεχνίτης. Θα ζήσει από την εργασία του ως μουσικός αντιγραφέας για δέκα φράγκα τη σελίδα. Θα δώσει το παράδειγμα μιας ζωής αυστηρής, αδιάφορης. Και είναι αυτή η αξιοπρέπεια της προσωπικής του ζωής που θα κα­τακτήσει την καρδιά της μικροαστικής τάξης[xvi]. Η ίδια του η ζωή άλλωστε είναι αυτή που , παράλληλα με το έργο του,  θα εμπνεύσει τους μεγάλους Ιακωβίνους, τον Μαρά και τον Ροβεσπιέρο[xvii].

Το 1752, ανεβάζει ακόμα μια όπερα με τίτλο «Ο μάντης τον χωριού», μετά μια κωμωδία  με τίτλο «Ο Νάρκισσος», της οποίας ο πρόλογος απηχεί τις ιδέες της πρώτης «Πραγματείας». Αρνείται τη βασιλική σύνταξη που προορι­ζόταν να ανταμείψει την επιτυχία του «Μάντη του χωριού».

Το 1755, διαγωνίζεται, για μια ακόμα φορά, σε μια ερώτηση της Ακαδημίας της Ντιζόν. Από τον διαγωνισμό αυτόν προκύπτει  η «Πραγματεία περί της κατα­γωγής της ανισότητας».

 Μετά θα κάνει ένα ταξίδι στη Γενεύη, όπου θα προσηλυτιστεί ξανά στον καλβινισμό.

Κουρασμένος από την παρισινή ζωή, δέχεται μια πρόταση της μαντάμ ντ' Επινέ, η οποία θέτει στη διάθεση του, στο πάρκο του πύρ­γου της στη Σερβέτ, ένα σπίτι κηπουρού, το Ερμιτάζ. Εκεί, οι διαφω­νίες του με τους Εγκυκλοπαιδιστές θα γίνουν πιο σοβαρές. Συχνά, οι κριτικοί αποδίδουν αυτή τη ρήξη σε προσωπικά κίνητρα δηλαδή τη δυσπι­στία και την υπερευαισθησία του Ρουσσώ, τη μανία καταδίωξης, τις αδιακρισίες του Ντιντερό και τις πλεκτάνες του Γκριμ.

 «Η πηγή της  σύγκρουσης είναι  ιδεολογική.  Οι Εγκυκλοπαιδιστές, τόσο η προο­δευτική πλευρά (Ντιντερό, ντ' Ολμπάκ) όσο και η μετριοπαθής (Βολταίρος), αναπτύσσουν το προοδευτικό πρόγραμμα της καπιταλιστικής αστικής τάξης, ενώ ο Ρουσσώ αντιπροσωπεύει τα συμφέροντα των πε­ρισσότερο επαναστατικών δημοκρατικών μαζών.»[xviii]

Το 1758, ο Ρουσσώ διακόπτει με τη μαντάμ ντ' Επινέ και εγκαθίστα­ται στο Μονμορενσί, στο σπιτάκι του Μον-Λουί. Αυτή είναι η πιο γόνιμη περίοδος της ζωής του.

Αρχικά δημοσιεύει την Επιστολή στον ντ' Αλαμπέρ περί θεαμάτων, η οποία προκαλεί την οριστική διακοπή των σχέσεων του με την Εγκυκλοπαιδεία. Ο Ρουσσώ δεν αντιτίθεται στην τέχνη γενικά, ούτε κά­νει διακρίσεις ανάμεσα στα θεατρικά είδη. Επανειλημμένα έχει δηλώ­σει την πίστη του στην ευεργετική δύναμη της τέχνης, υπό ένα καθε­στώς που δεν θα βασιζόταν στην κοινωνική ανισότητα. Η τέχνη πρέπει να έχει  κατ’ αυτόν ηθικό και πολιτειακό περιεχόμενο.

Μάλιστα  στο τέλος της Επι­στολής στον ντ' Αλαμπέρ προτείνει ένα πρόγραμμα λαϊκών και πολιτειακών εορτών που θα υιοθετηθούν από την Επανάσταση. Οι με­γάλες επαναστατικές γιορτές, που οργάνωσε ο Νταβίντ, βασίζονται στη θεωρία του Ρουσσώ.

Το 1761 και το 1762 εμφανίζονται τα τρία σημαντικά έργα, Η Νέα Ελοΐζ, Το Κοινωνικό Συμβόλαιο και ο Αιμίλιος. Και τα τρία έχουν διδακτικό χαρακτήρα. Μέχρι τώρα ο Ρουσσώ έχει καταγγείλει τις αιτίες της ταπείνωσης του ανθρώπου της εποχής του σε μια κοινωνία που βασίζεται στην ανισότητα του πλούτου. Τώρα όμως,  με τα έργα αυτά δείχνει στους συγχρό­νους του την εικόνα του ανανεωμένου ανθρώπου.

Το Κοινωνικό Συμβόλαιο θέτει τις αρχές μιας δημοκρατικής κοινωνίας, με ισότητα.

Κηρύττει την ισότητα του πλούτου και των νόμων και εναντιώνεται στην ανισοκατανομή και την ανυπαρξία ισοπολιτείας    οι οποίες άλλωστε εμπο­δίζουν την ανάπτυξη της βιομηχανίας και του εμπορίου. Για να εδραιώσει το οικοδόμημα του αντιλαμβανόμενος  την αδυναμία όλων αυτών των μέσων, διατυπώνει  τις απόψεις του σχετικά με μια θρησκεία του Κράτους.

Κανένα βιβλίο δεν άσκησε μεγαλύτερη επίδραση στους επαναστά­τες. Υπήρξε γι' αυτούς ένα εγχειρίδιο πολιτικής αρετής και πατριωτι­σμού . Τίποτα πιο ξένο στη σκέψη του Ρουσσώ από τον κοσμοπολιτισμό. Είναι στο Κοινωνικό Συμβόλαιο που βλέπουμε τον πατριωτισμό και το δημοκρατικό πνεύμα τόσο στενά συνδεμένα, πριν το 1789.

Από την άλλη μεριά, βεβαιώνοντας ότι προκειμένου να υπερασπιστεί την ελευθερία ο ηγεμόνας έχει απεριόριστη δύναμη, αφού όλοι οι πολίτες  του εναποθέτουν όλα τους τα δικαιώματα, ο Ρουσσώ πρόσφερε στους Ιακωβίνους, χωρίς να το έχει προβλέψει, την αρχή της επανα­στατικής τρομοκρατίας.

Απ’ την άλλη , η πολιτειακή θρησκεία του Κοινωνικού Συμβολαίου ενέ­πνευσε τον Ροβεσπιέρο για τη θεμελίωση της λατρείας του ανώτατου Όντος .

Επίσης η παιδαγωγική πραγματεία «Αιμίλιος» έπαιξε ένα προοδευτικό ρόλο, κυρίως αν συγκρίνουμε τις ιδέες του Ρουσσώ με την πρακτική της δι­δασκαλίας που επικρατούσε στα σχολεία της εποχής του και που στην ουσία βρισκόταν στα χέρια των Ιησουϊτών μέχρι την εκδίωξη τους (1762)[xix].

Ο Ρουσσώ, ακολουθώντας το παράδειγμα των μεγάλων ανθρω­πιστών της Αναγέννησης, διεκδικεί την ολοκληρωτική ανάπτυξη, φυ­σική και ηθική, της ανθρώπινης προσωπικότητας, μια περιεκτική δι­δασκαλία όπου η άμεση παρατήρηση των πραγμάτων οφείλει να αντικαταστήσει, όσο το δυνατόν περισσότερο, τη διδασκαλία από τα βιβλία, όπου οι επιστήμες θα έχουν έναν ουσιαστικό ρόλο, όπου η πρακτική οφείλει να αναμειχθεί με τη θεωρία[xx]. Ο Αιμίλιος μαθαίνει ένα χειρωνακτικό επάγγελμα, γιατί «πλησιάζουμε στο κρίσιμο σημείο και στον αιώνα των επαναστάσεων», και καμία κοινωνική κατάσταση δε θα είναι πια σταθερή. Στη βάση αυτής της παιδαγωγικής βρίσκεται η αρχή ότι πρέπει να αναπτύξουμε την προσωπικότητα του παιδιού, να σεβόμαστε τα χαρίσματα που του πρόσφερε η φύση, να απομακρύ­νουμε από αυτό κάθε προκατάληψη, κάθε παράδοση που δεν στηρίζε­ται στη λογική. Με μια λέξη  πρέπει να κάνουμε τον άνθρωπο ικανό να κρίνει μόνος του, και αυτό είναι πρωταρχικό τις παραμονές της Επανάστασης.

Ο Ρουσσώ θέλει να σχηματίσει για την κοινω­νική ζωή έναν άνθρωπο που θα διατηρούσε όλες τις φυσικές ανθρώ­πινες ιδιότητες. Ο Αιμίλιος, για να μπορέσει να αντιμετωπίσει καλύτερα την κοινωνία με όλα της τα ελαττώματα, ανατρέφεται μέσα στη μοναξιά, τουλάχιστο μέχρι την ηλικία των 15 ετών. Προορίζεται να γίνει ένας πολίτης περισσότερο εμπνευσμένος από τους άλλους, χωρίς προκαταλήψεις, ικανός ακόμα και να οργανώσει μάχες για την ελευ­θερία, όπως εμφανίζεται στη συνέχεια του Αιμίλιου, Αιμίλιος και Σοφία ή οι Μοναχικοί, αλλά ταυτόχρονα είναι αυτάρκης .

Αυτό το  έργο έχει  διπλή επίδραση. Είχε το μεγάλο πλεονέκτημα να θέσει για πρώτη φορά, με μια πολύ μεγάλη δύ­ναμη, τα προβλήματα του παιδιού, ως διαφορετικής οντότητας, στην οποία ο παιδαγωγικός λόγος και η πρακτική οφείλουν να προσαρμο­στούν σε βάθος. Ενέπνευσε τα προοδευτικά εκπαιδευτικά προγράμματα των Ιακωβίνων, όπως του Λεπελετιέ ντε Σεν-Φαργκό και του Σεν-Ζιστ, αλλά επίσης και τις αντιδραστικές θεωρίες ορισμένων παιδαγωγών του 19ου αιώνα και του σήμερα.

Επίσης στο Profession de foi du vicaire savoyard, όπου ο Ρουσσώ εκθέτει τις αρχές της θρησκείας του. Πιστεύει στην αθανασία της ψυχής, σε ένα θεό, ο οποίος, από εκεί πάνω, ανταμείβει τους καλούς και τιμωρεί τους κακούς, και του οποίου η ύπαρξη αποδεικνύεται από τα  θαύματα της φύσης και τη διαίσθηση της συνείδησης του,  δηλαδή το «θείο ένστι­κτο». Ο Ρουσσώ είναι  θεϊστής[xxi] και φαινομενικά, βρίσκεται κοντά στον Βολταίρο, ο οποίος  είναι επίσης θεϊστής. Ο Ρουσσώ αρνείται ακριβώς όπως και ο Βολταίρος κάθε αποκάλυψη, τις τελετουργίες, τα δόγματα που είναι κατάλληλα για εκείνη ή για την άλλη εκκλησία. Όπως και για τον Βολταίρο, η θρησκεία του μπορεί κάλλιστα να υπάρχει και χωρίς τον κλήρο. Άλλωστε   ο Ρουσσώ, όπως και οι άλλοι φιλόσοφοι, μάχονται εναντίον της Εκκλησίας, ως κύριου προ­μαχώνα του φεουδαρχισμού[xxii].

Στην πραγματικότητα, ο θεϊσμός του Ρουσσώ απορρέει από προσδο­κίες πολύ διαφορετικές από αυτές του Βολταίρου[xxiii]. Ο Βολταίρος αρνείται τον υλισμό, μεταξύ άλλων λόγων και γιατί έχει ανάγκη από ένα θεό-χωροφύλακα, από εκεί πάνω, ο οποίος κρατάει το λαό υπά­κουο και προστατεύει την ατομική ιδιοκτησία. Ο Ρουσσώ, αντίθετα, έχει ανάγκη από ένα θεό παρηγορητή του λαού, ο οποίος στη μετά θάνατον ζωή, θα πάρει εκδίκηση για τους καταπιεσμένους και θα τιμωρήσει τους κακούς, δηλαδή τους πλούσιους.

 Είναι σίγουρο ότι, διατυπώνοντας την θεωρία του για τη θρησκεία, ο Ρουσσώ προσέγγισε περισσότερο τη μικρο­αστική τάξη και το λαό αυτής της εποχής, στον οποίο ο καθολικι­σμός εξασκούσε μια δυνατή επίδραση.

Κατά τον  Ένγκελς  στη Γαλλία ο υλισμός είχε αριστοκρατικές καταβολές και οι Εγκυ­κλοπαιδιστές[xxiv] παρέμεναν μακριά από το λαό. Ακόμα περισσότερο, καταλήγοντας σε ένα συμβιβασμό με τη θρησκεία, ο Ρουσσώ μετατό­πιζε τον άξονα της μάχης. Δεν ήταν πια η μάχη της λογικής κατά της θρησκείας, αλλά η μάχη του λαού. Δηλαδή τώρα έχουμε χωρικούς, μικροαστούς, οι οποί­οι κάθε άλλο παρά άθρησκοι ήταν, εναντίον των αριστοκρατών και των πλουσίων. Μπορεί επίσης κάποιος να υποστηρίξει ότι αυτό που αναφύεται από το Profession de foi du vicaire savoyard , είναι η πολιτική του Ροβεσπιέρου, ο οποίος είχε αντιληφθεί  ότι δεν θα μπορούσε να συγκεντρώσει τις λαϊκές μάζες εναντίον των αριστοκρατών, αν επιχειρούσε ταυτόχρονα  να καταστρέψει τις θρησκευτικές τους προκαταλήψεις. Την ίδια στιγμή, οι Γιρονδίνοι, συχνά άθεοι, μαθητές των Εγκυκλοπαιδιστών, όπως ο Κοντορσέ, έχαναν τη δύναμη τους στον επαναστατικό αγώνα, από το φόβο του λαού.

Σ' αυτή την αποφασιστική στιγμή, ο θεϊσμός [xxv] του Ρουσσώ έπαιξε σπουδαίο ρόλο.

 Αποδίδοντας στην ηθική συνείδηση ένα «θείο ένστικτο», ο Ρουσσώ ανοίγει την πόρτα στο φιντεϊσμό[xxvi]. Από την εποχή του ήδη  μια εκκλησιαστική μειοψηφία αντιλήφθηκε  ότι μπορούσε να τον χρησιμοποιήσει. Μάλιστα μετά την έκδοση του Αιμίλιου, ο επίσκοπος Λεφράν ντε Πομπινιάν συγχάρηκε τον Ρουσσώ για τη δημιουργία μιας τρί­της πλευράς ανάμεσα στο χριστιανισμό και στους φιλοσόφους. Ο Ντιντερό και οι Εγκυκλοπαιδιστές  δικαίως διεκδίκησαν τον τίτλο των δασκάλων του μαρξισμού περισσότερο από τον Ρουσσώ.

Το μυθιστόρημα Η Νέα Ελοΐζ είχε μεγάλη απήχηση . Συγκεκριμένα, αντι­προσωπεύει μια στροφή στην ιστορία του μυθιστορήματος και, με την ποικιλία των προβλημάτων που θέτει, είναι σχεδόν μια Εγκυκλοπαιδεία του ρουσσωϊσμού.

Πρόκειται, κατ' αρχάς, για ένα ερωτικό μυθιστόρημα που γεννή­θηκε μέσα από μια συναισθηματική κρίση, την οποία υπέστη ο Ρουσσώ γερνώντας. Κατά την γνώμη του η αισθηματική λογοτεχνία είναι, για αυτόν, αξιοκαταφρόνητη αφού λειτουργεί ως ένα μέσο φυγής για τις αργόσχολες γυναίκες. Για τους παραδοσιακούς ηθικολόγους, το μυθιστόρημα έχει το ελάττωμα να κολακεύει τα πάθη, τα οποία παρουσιάζει γοητευτικά. Όσο για τους ανθρώπους του Διαφωτισμού, αυτοί το κατηγορούν για διαστρέβλω­ση του πραγματικού.

Ο Ρουσσώ θα βγει από αυτό το αδιέξοδο δίνοντας σ' αυτό το λυρικό έργο ένα πραγματικό φιλοσοφικό βάρος, θέτοντας κατά σειρά προβλήματα ηθικά και κοινωνικά παρά το γεγονός ότι  το ερωτικό μυθιστόρημα δε θυσιάζε­ται. Από το σύνολο αποκαλύπτεται ένα απαισιόδοξο όραμα: ο χρόνος κα­ταστρέφει τα πάντα, δεν υπάρχει διαρκής ευτυχία, και το πάθος δεν μπορεί να επιμηκυνθεί παρά μόνο με την προϋπόθεση ότι μένει ανι­κανοποίητο.

Από τους προλόγους του μυθιστορήματος γνωρίζουμε το κοινό, για το οποίο ο Ρουσσώ, κατά προτίμηση, προόριζε το βιβλίο του. Τους κα­τώτερους γαιοκτήμονες ευγενείς.

 Αυτό το κοινό δείχνει ότι έχει, πε­ρισσότερο και από τους αστούς, τα μέσα για μια ευτυχισμένη ύπαρξη μέσα στη φύση, διάγοντας μια ενάρετη οικογενειακή ζωή, αφοσιωμένοι στην ορθολογική εκμετάλλευση των γαιών τους. Συλλαμβάνουμε εδώ μια αντίφαση της μικροαστικής τάξης. Διότι το να εκμεταλλευτεί τη γη της σημαίνει, ακόμα και για ένα μικρό ιδιοκτήτη, εκμετάλλευση του υπηρετικού της προσωπικού. Το δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος περιέχει μια περιγραφή των μεθόδων που χρησιμοποιούνται   στην ιδιοκτησία του Κλαρένς.

 Η τεράστια επιτυ­χία του οφείλεται ,κατ' αρχήν, στην αρμονική απλότητα της πλοκής. Είναι το πρώτο σπουδαίο μυθιστόρημα που δεν είναι καθόλου ένα συνταίριασμα ιστοριών λίγο πολύ τεχνητά συνδεμένων μεταξύ τους. Από την άλλη μεριά, χρησιμοποιείται κατά κόρον το τέχνασμα του μυθιστορήματος με επιστολές. Τα γεγονότα βιώνονται από πρόσωπα, των οποίων οι απόψεις είναι αντίθετες.

 Η Νέα Ελοΐζ είναι ένα σημαντικό σύγχρονο μυθιστόρημα το οποίο εδώ και μερι­κές δεκαετίες γνωρίζει μια αναμφισβήτητη αναγέννηση[xxvii].

Η έκδοση του Αιμίλιου κλιμακώνει τις διώξεις εναντίον του Ρουσσώ. Το Κοινοβούλιο λογοκρίνει το βιβλίο και αποφασίζει την προσωπική κράτηση του συγγραφέα του. Ο Ρουσσώ θα έπρεπε να φύγει χωρίς καθυ­στέρηση. Ο αρχιεπίσκοπος του Παρισιού τον αφορίζει. Οι διαμαρτυρόμενοι δεν δείχνουν καλύτερες διαθέσεις αφού κατα­δικάστηκε  και  στη Γενεύη .

Η έκδοση του Αιμίλιου σηματοδοτούσε στη σκέψη του το τέλος του διδακτικού του έργου. Υπολόγιζε να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του επιμελούμενος τα απαντά του, οι διώξεις  όμως θα τον οδηγήσουν σε νέες δημοσιεύσεις. Έδωσε απάντηση στον αρχιεπίσκοπο του Παρισιού με την Επιστολή στον Κριστόφ ντε Μπομόν, στην οποία η ευγλωττία του φθάνει σε νέα ύψη. Η καταδίκη του στη Γενεύη έδωσε το σύνθημα για διαρκείς πολιτικούς αγώνες, με αποκορύφωμα  την αποποίηση  της ιδιότητας του  πολίτη της Γενεύης. Μετά από αρκετό δισταγμό, ανταποκρίνεται στην έκκληση των «αντιπροσώπων», δηλαδή της δημοκρατικής αντιπολίτευσης, και εξαπολύει εναντίον των κυβερ­νώντων της Γενεύης τις «Επιστολές του όρους», οι οποίες τον εμφανί­ζουν σε ένα μέρος της κοινής γνώμης ολόκληρης της Ευρώπης ως έναν επικίνδυνο ταραχοποιό . Οι Επιστολές του καίγονται στη Χάγη και στο Παρίσι. Οι πάστορες ξεσηκώνουν τον πληθυσμό του Μοτιέ εναντίον του· καταφεύ­γει στο νησί του Αγίου Πέτρου, στη λίμνη της Μπιέν, στο κρατίδιο της Βέρνης, του οποίου η Γερουσία τελικά  τον εκδιώκει.

Μέσω Αλσατίας φτάνει στην Αγγλία, όπου τον είχε προσκαλέσει ο φιλόσοφος Ντέιβιντ Χιουμ. Πολύ γρήγορα οι δύο άνδρες έρχονται σε σύγκρουση και ο Ρουσσώ επιστρέφει στη Γαλλία, όπου ξαναρχίζει τη ζωή του περιπλανώμενου πριν εγκατασταθεί στο Παρίσι το 1770, με την ανοχή της εξουσίας. Μέχρι το θάνατο του στην Ερμενονβίλ, το 1778, θα ζήσει αποτραβηγμένος, χωρίς να δέχεται παρά την παρέα ενός μικρού αριθμού φίλων και χωρίς να έχει εμπιστοσύνη σε κανέναν[xxviii]. Έχει εναντίον του τις Εκκλησίες, το Κοινοβούλιο, τη βασιλική εξου­σία, τους φιλοσόφους. Είναι ένας άνθρωπος ο οποίος είναι φαινομενικά απομονωμέ­νος. Και όμως κανένας δεν έχει περισσότερη επιρροή, περισσότερους ενθουσιώδεις θαυμαστές. Πολωνοί πατριώτες του ζητούν να επέμβει για τη χώρα τους και να επεξεργαστεί ένα σύνταγμα. Κάποιοι Κορσι­κανοί είχαν κάνει το ίδιο μερικά χρόνια πριν. Ασταμάτητα, άγνωστοι οπαδοί προσπαθούν να παραβιάσουν τη σκιώδη απομόνωση του. Αυ­τός ο μοναχικός και παγιδευμένος άνθρωπος εξασκεί στην κοινή γνώ­μη μια έλξη που οι διώκτες του δεν εξασκούν. Αν και κερδίζει τα προς το ζειν με την αντιγραφή μουσικών χειρογράφων, και αφιερώνει ένα μέρος του ελεύθερου χρόνου του στη βοτανολογία στην εξοχή γύρω από το Παρίσι, γράφει ακόμα πολύ. Αλλά το έργο του αλλάζει χαρα­κτήρα. Έκτοτε, διδάσκει τους ανθρώπους δείχνοντας τους το δικό του παράδειγμα, φροντίζοντας να δικαιολογηθεί στις επερχόμενες γενιές για τις συμφορές και τις αδικίες.

Το αυτοβιογραφικό του έργο περι­λαμβάνει τους Διάλογους: Ο Ρουσσώ κρίνει τον Ζαν-Ζακ, έργο παράδοξο, όπου εκφράζονται οι αγωνίες που γεννήθηκαν κατά τις διώξεις, οι Εξομολογήσεις και οι Ονειροπολήσεις του μοναχικού περιπατητή.

Οι Εξομολογήσεις είναι λιγότερο η ιστορία της ζωής του και πε­ρισσότερο η ιστορία της ψυχής του, της συναισθηματικής του ζωής. Αριστούργημα ψυχολογικής ανάλυσης, εύγλωττη αγόρευση και παθιασμένο κατηγορητήριο, συχνά άδικο, εναντίον των εχθρών του, είναι - ταυτόχρονα μια λυρική ωδή, ένα από τα ωραιότερα ποιήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ο Ρουσσώ είναι ο πατέρας της αισθηματικής, λυρικής λογοτεχνίας, η οποία θα ανθήσει τη ρομαντική εποχή. Ο ατομι­σμός του έχει ένα στοιχείο θετικό. Τη στιγμή που ο άνθρωπος της Τρίτης Τάξης, εγκλωβισμένος ακόμα στα φεουδαρχικά πλαίσια, ταπεινώνεται και στερείται των δικαιωμάτων του, το άτομο Ρουσσώ έρχεται να βεβαιώσει την αναντικατάστατη αξία του. Ανακαλύπτει σ' αυτόν έναν απεριόριστο πνευματικό πλούτο, αποκαλύπτει στον κόσμο τους θησαυρούς της εσωτερικής ζωής, όλες τις λανθάνουσες δυνάμεις που υπάρχουν στον άνθρωπο. Έτσι, ο Ρουσσώ εργάζεται για την απελευθέρωση του ανθρώπου. Βέβαια, ο Βολταίρος και οι φιλόσοφοι είχαν ήδη αγωνιστεί για να επικρατήσει η ιδέα ότι η ανθρώπινη προσωπικότητα είναι ιερή. Αλλά αυτό παρέμενε μια ιδέα αφηρημένη. Ο Ρουσσώ τη χρωματίζει, της δίνει ζωή, σάρκα.

Μετά τις Εξομολογήσεις ακολουθούν οι Ονειροπολήσεις, έργο το οποίο διακόπηκε από το θάνατο . Ορισμένες απ' αυτές τις σελίδες περιέχουν τα πιο όμορφα ποιήματα, σε πεζό λόγο, που μας κληροδότησε ο 18ος αιώνας[xxix].

Η επίδραση του δεν είναι απλή.

Βρίσκουμε στον Μαρξ μια θεμελιώδη κριτική του ρουσσωικού ατομι­κισμού, και κυρίως του μύθου της φυσικής κατάστασης. Για τον Μαρξ, στην αστική κοινωνία, τα προϊόντα της εργασίας παίρνουν τη μορφή εμπορευμάτων, των οποίων η αξία επικαλύπτει κοινωνικές σχέσεις. Το μόνο κοινό στοιχείο που υπάρχει ανάμεσα τους είναι ο χρόνος εργα­σίας που κοινωνικά χρειάζεται για να παραχθούν, και η πιο γενική σχέση που μπορούμε να βρούμε ανάμεσα στους παραγωγούς συνίστα­ται στη σύγκριση των εργασιών τους πάνω σε μια βάση ισότητας. Η αστική κοινωνία λοιπόν οφείλει να θεωρεί κάθε άνθρωπο ως ελεύθερο άτομο, ίσο προς όλους τους άλλους, αλλά με τρόπο καθαρά θεωρητικό. Αυτή είναι η αστική σύλληψη του ατόμου που απορρέει από την ιστο­ρική εξέλιξη, από τη σημερινή κατάσταση της εμπορικής παραγωγής, που ο Ρουσσώ, ακολουθώντας το παράδειγμα αρκετών διανοητών του καιρού του, δίνει έμφαση στη μυθική φυσική κατάσταση. Από την άλλη μεριά, ο Ρουσσώ, σε κοινωνικό επίπεδο, συμμερίζεται τον ιδεαλισμό ολόκληρης της φιλοσοφίας του Διαφωτισμού. Στο Κοινωνικό Συμβόλαιό του, δεν λαμβάνει αρκετά υπόψη του την πραγματική κοινωνία. Δεν θέλει να αναγνωρίσει, από τη μια πλευρά, παρά μόνο άτομα, κι από την άλλη, ολόκληρη αυτή τη συλλογικότητα . Δεν αποδέχεται καμία ομαδοποίηση των ατόμων, η οποία θα διακινδύνευε να αλλάξει τη συλ­λογική βούληση. Με μια λέξη, στην ιδανική του πολιτεία αρνείται την πάλη των τάξεων. Είναι μια ουτοπική σκέψη, χωρίς να στηρίζεται αρ­κετά στο πραγματικό. Βλέπουμε τις συνέπειες στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου[xxx], η οποία εμπνέεται πολύ περισσότερο από τον Ρουσσώ παρά από τους άλλους διανοητές του Διαφωτισμού. Τα δι­καιώματα που διακηρύττει είναι πάντα θεωρητικά και αφηρημένα. Επι­κυρώνει, για παράδειγμα, το δικαίωμα όλων στην ιδιοκτησία, ενώ αποσιωπεί  το γεγονός ότι ο προλετάριος μένει δίχως ιδιοκτησία.

Να προσθέσουμε ότι από την άποψη της θεωρίας της γνώσης, οι ιδρυτές του μαρξισμού αισθάνονται πιο κοντά στον υλισμό του Ντιντερό και των φίλων του παρά στον πνευματισμό του Ρουσσώ.

Στη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης το έργο του Ρουσσώ έπαιξε ένα τεράστιο ρόλο ως πηγή έμπνευσης.

 Στους πολιτικούς αγώνες τροφοδότησε με επιχειρήματα, με θέματα, με λόγο, όχι μόνο τους οπαδούς του Ροβεσπιέρου, όπως πίστευαν για πο­λύν καιρό, αλλά το σύνολο των κομμάτων, συμπεριλαμβανομένων και των αριστοκρατών.

 Το χρησιμοποίησαν  όλα τα κόμματα, με τους πιο αντιφατικούς τρόπους, ανάλογα με τις ανάγκες τους. Ωστόσο , όσο βαθαί­νει η επανάσταση, η δημοκρατική αξίωση που βρίσκεται στο βάθος του Κοινωνικού Συμβολαίου υπηρέτησε όλο και περισσότερο τους πατριώ­τες, ενώ οι αντεπαναστάτες έστρεψαν τα νώτα τους στον Ρουσσώ.

Η επίδραση του Ρουσσώ στην Επανάσταση δεν εξηγείται μόνο από τις ιδέες του, αλλά από το ύφος του. Πραγματικά, η ευγλωττία του και η δόνηση της ποίησής του μπορούσαν να παρασύρουν τις  μάζες. Το αγαπημέ­νο όπλο του Βολταίρου είναι η ειρωνεία· το όπλο του Ρουσσώ είναι η ευγλωττία· αυτή η αλλαγή σηματοδοτεί ένα νέο στάδιο στην προετοιμασία της Επανάστασης. Πράγματι, πριν το 1750 η ειρωνεία είναι το κυρίαρχο ύφος των φιλοσόφων.  

Είναι το έργο ανθρώπων της αυλής και του σαλονιού. Αυτό δεν σημαίνει  ότι ο Βολταίρος υπήρξε ερασιτέχνης ή ότι δεν πολέμησε με πάθος. Με­τά το 1750, η ειρωνεία του γίνεται οξύτερη, αλλά δεν δίνει τον καλύτερο εαυτό του στην ευγλωττία. Αντίθετα, η ευγλωττία του Ρουσσώ μιλάει στην καρδιά, απευθύνεται σε ανθρώπους που έχουν χάσει την υπομονή τους από την καταπίεση και που είναι αγανακτι­σμένοι. Δεν φωτίζει μόνο το νου, αλλά ενεργοποιεί όλες τις πτυχές της προσωπικότητας. Είναι αυτή η ευγλωττία που το 1789 ξεσήκωσε τις  μάζες με τη φωνή των σπουδαίων ρητόρων των λεσχών και των συνελεύσεων.

Μετά την Επανάσταση, η επίδραση του Ρουσσώ παραμένει τεράστια.

 Όλοι οι ρομαντικοί μπορούν να επικαλεστούν το παράδειγμα του όπως ο Σατομπριάν, ο Μισελέ ή ο Λαμενέ. Ακόμα και αργότερα είναι δυνατόν να διαπιστώσουμε την άμεση επίδραση του στους μεγάλους συγγραφείς. Ο Τολστόι, ο οποίος παρουσιάζει τόσες αναλογίες μ' αυ­τόν, ανακηρύσσεται μαθητής του. Ο Ρομέν Ρολάν, με τον φιλοσοφικό ιδεαλισμό του, αλλά και με την αγάπη του για το λαό, τη δικαιοσύνη, την ειρήνη και την ελευθερία, είναι επίσης ρουσσωϊστής[xxxi].

 
3. Σχετικά με το κοινωνικό συμβόλαιο

 

3.a. Η διαχρονική εξέλιξη

 

Το ερώτημα  που τίθεται είναι τι σημαίνει κοινωνικό συμβόλαιο.

Η τρέχουσα χρήση της έκφρασης κοινωνικό συμβόλαιο είναι εκείνη που συνηθίζεται στην καθομιλουμένη . Στην περίπτωση αυτή έχουμε να κάνουμε με τη σημασία μιας συμφωνίας , μιας δέσμευσης σε κάποιο σχέδιο, σε ένα ορισμένο πρόγραμμα δράσης, βάσει στρατηγικών και τακτικών κινήσεων.

Αυτή  είναι  μια δευτερογενής  χρήση  ενώ αυτή που αποτελεί αντικείμενο διερεύνησης είναι η έννοια του κοινωνικού  συμβολαίου , όπως αυτή διαμορφώθηκε και καθιερώθηκε στην ιστορία της κοινωνικής φιλοσοφίας .

Σ’ αυτήν την  προσπάθεια  θα χρειαστεί  να γίνει αναφορά  και στην ευρύτερη θεωρία του φυσικού δικαίου, στο πλαίσιο της οποίας γεννήθηκε και αναπτύχθηκε η συμβολαιακή θεωρία αυτή καθευαυτήν και που η εμφάνισή της ως ιδέα ανάγεται στην  αρχαία ελληνική φιλοσοφική σκέψη , ήδη με τη σοφιστική και  τη σωκρατική διδασκαλία.

Η θεωρία  του κοινωνικού συμβολαίου έχει διαδραμα­τίσει -και εξακολουθεί να   παίζει στις μέρες μας- σημα­ντικό ρόλο στην κεντρική σκηνή της πολιτικής φιλοσοφίας. Το κοινωνικό συμβόλαιο αποτελεί απάντηση στο ερώτη­μα της προέλευσης της κοινωνίας[xxxii]. Δηλαδή  όταν τίθεται ως θεωρητικό πρόβλημα η προέλευση και η θεμελίωση μιας συγκροτημένης ανθρώπινης κοινωνίας με κανόνες και νόμους, υπάρχουν δύο ενδεχόμενες πιθανές  απαντήσεις: η πρώτη έχει να κάνει με τον φυσικό τρόπο  και  η δεύτερη με τον τεχνητό. Η απάντηση φυσικού ή νατουραλιστικού τύπου συνίσταται στο ότι η κοι­νωνία υπάρχει εκ φύσεως. Η απάντηση τεχνητού ή «κα­τασκευαστικού» τύπου συνίσταται στο ότι η κοινωνία αποτελεί ανθρώπινη κατασκευή. Ο δεύτερος τύπος απά­ντησης προϋποθέτει πως η κοινωνία δημιουργείται μέσω μιας συμφωνίας των ανθρώπων μεταξύ τους, μέσω μιας σύμβασης ή συνθήκης, ενός συμφώνου ή συμβολαίου.

Ήδη από την Αρχαιότητα, οι εν λόγῳ δυνατές απαντή­σεις εκφράζονται μέσα από την αντίθεση νόμου και φύ­σεως. Οι  σοφιστές της αρχαίας Αθήνας υποστήριξαν την άποψη σχετικά με την   ανθρωποκεντρική προέλευση των νόμων της πόλεως, ή του κράτους. Δηλαδή σύμφωνα με τους σοφιστές, ο νό­μος αποτελεί προϊόν σύμβασης, δηλαδή συμφωνίας μετα­ξύ των ανθρώπων αφού στη φύση δεν υπάρχει κανενός είδους πολιτική οργάνωση της ανθρώπινης ζωής. Η πολιτική κοι­νότητα προκύπτει από τη συνειδητή απόφαση των αν­θρώπων να ενωθούν από κοινού, μέσω κάποιας συνθήκης.

Από τη μεριά του, ο Πλάτων θεωρεί τη γένεση της πο­λιτικής κοινωνίας εν μέρει φυσική και εν μέρει συμβατι­κή αφού ο άνθρωπος δεν είναι αυτάρκης, επειδή δεν μπορεί να καλύψει μόνος του τις βασικές του ανάγκες για τροφή, ένδυση, στέγη κλπ. Γι' αυτό τον λόγο, εξαιτίας της ανά­γκης, οι άνθρωποι χτίζουν πόλεις και ζουν σε ορ­γανωμένες κοινωνίες. Η κοινωνική και πολιτική ζωή απο­τελεί λοιπόν φυσική αναγκαιότητα, συγχρόνως όμως συνιστά τεχνητή συνένωση που βασίζεται στην ανθρώπινη βούληση. Υφίσταται έτσι με αυτόν τον τρόπο  ένα είδος συμφώνου που συνδέει τον πολίτη με την πόλη του, το οποίο ανανεώνεται διαρκώς και ρυθμίζει την καθημερινή ζωή των πολιτών μέσα στο κράτος. Εάν αυτό το σύμφωνο σπάσει, τότε το κράτος διαλύεται και πεθαίνει.

Η τέλεια αντίθεση στη συμβατική «κατασκευαστική» απάντηση θα διατυπωθεί από τον Αριστοτέλη. Όπως είναι γνωστό κατά την γνώμη του, το κράτος (πόλις) εί­ναι απολύτως φυσικό πράγμα και ο άνθρωπος είναι φύσει πολιτικό ζώο. Η αριστοτελική θέση υιοθετήθηκε από ορι­σμένους στοχαστές, φάνηκε όμως να ξεθωριάζει στο  πέ­ρασμα των αιώνων.

Κυριάρχησε εν πολλοίς η αντίληψη ότι η κοινωνία αποτελεί παράγωγο ενός συμφώνου. Παρά το γεγονός ότι  η αρχαία αυτή θεωρία σχετικά με τον τεχνητό τρόπο πα­ραγωγής της πολιτικής κοινωνίας μέσω μιας συνθήκης δεν υπήρξε αρκούντως επεξεργασμένη ωστόσο, έθεσε τις βάσεις για τη μεταγενέστερη κρι­τική της «φυσικής» γένεσης του κράτους και υπέβαλε την ιδέα μιας εθελούσιας και αποφασισμένης συνένωσης των ανθρώπων για τη διαμόρφωση της πολιτικής κοινωνίας. Κατά τη  διάρκεια του Μεσαίωνα, η πολιτική θεωρία δεν προχώρησε αλματωδώς προς την κατεύθυνση  του κοινωνικού συμβολαίου, πραγματοποίησε όμως κά­ποια καθοριστικά συμβολαιικά βήματα . Συγκεκριμένα,   υπό την επιρροή της κυρίαρχης επίσημης Εκκλησίας, η έν­νοια του συμφώνου αναβαπτίστηκε και αναβαθμίστηκε σε συμβόλαιο μεταξύ του Θεού και του ηγεμόνα. Ο βα­σιλιάς, και κατ' επέκταση ο φεουδάρχης ευγενής, αποτέ­λεσε έτσι τον αυθεντικότερο εκφραστή της θεϊκής βού­λησης. Όμως , ακόμα και στις μεμονωμένες εκείνες περιπτώ­σεις που γινόταν λόγος για κάποιο σύμφωνο μεταξύ ηγε­μόνα και υπηκόων, το σύμφωνο αυτό δεν συγκροτούσε την πολιτική κοινωνία, αλλά δήλωνε απλώς ορισμένες εκ­πεφρασμένες πτυχές της βούλησης του Θεού. Το πολιτι­κό στοιχείο παρέμενε υποταγμένο στην αυθεντία της θεο­λογίας, η οποία γνώριζε πώς να χειραγωγεί αριστοτεχνι­κά τις ευαίσθητες σχέσεις που διατηρούσε η Θεία Πρό­νοια με την ελευθερία της ανθρώπινης βούλησης[xxxiii].  

 Η μετάβαση από τη μεσαιωνική στη νεότερη πολιτική φιλοσοφία αποτέλεσε αργόσυρτη διαδικασία που διήρ­κεσε τουλάχιστον τρεις αιώνες - από τον 14ο  έως τον 16ο . Το πέρασμα στη νεότερη εποχή ολο­κληρώθηκε περί τα τέλη του 16ου  αιώνα. Αυτή η μεταβατική περίοδος χαρακτηρίζεται από πλήθος θεω­ριών.

Είναι ωστόσο βέβαιο πως η συμβολαιική παράδοση ανανεώνεται και παίρνει εντελώς νέες μορφές κατά τον 16ο  αιώνα, κατορθώνοντας έτσι, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, να κυριαρχήσει στο πεδίο της νεότερης πολιτικής θεωρίας.

Στις αρχές του 17ου  αιώνα η θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου θα αποκτήσει για πρώτη φορά εννοιολογική αυτοδυναμία και ανεξαρτησία. Η  θεωρητικοποίηση της έννοιας του συμβολαίου οφείλεται σε σημαντικό βαθμό και στις θεολογικο-πολιτικές διαμάχες που μαίνονταν όλη εκείνη την περίοδο. Οι λεγόμενοι μοναρχομάχοι θα ερμηνεύσουν το σύμφωνο του ηγεμόνα με τους υπηκόους του ως ιδρυτική πράξη κάθε πολιτικής κοινω­νίας. Για τους μοναρχομάχους, το σύμφωνο δεν εξηγεί γε­νικώς την κοινωνική συμβίωση των ανθρώπων, αλλά ειδι­κώς τη φύση της πολιτικής ζωής, δηλαδή υπογραμμίζει το γεγονός ότι ο ηγεμόνας δεσμεύεται ενώπιον του Θεού να προστατεύει τους υπηκόους του, οι οποίοι, από την πλευ­ρά τους, οφείλουν να τον υπακούουν. Εάν όμως ο ηγε­μόνας δεν πολιτεύεται όπως υποσχέθηκε, τότε οι υπήκοοι απαλλάσσονται από το χρέος της υπακοής και μπορούν να του προβάλουν αντίσταση. Το δικαίωμα ακόμα και ένοπλης αντίστασης δεν αντιβαίνει στις επιταγές της ηθι­κής και της θρησκείας αφού ο Θεός δεν παρεμβαίνει ευθέως στα εγκόσμια και είναι απλώς ο εγγυητής των συμφωνιών ανάμεσα σε ηγεμόνες και υπηκόους.

Έτσι, ο άνθρωπος σταδιακά αποκτά τα πρωτεία επί της γης και καθίστα­ται ικανός να αποφασίζει ιδία βουλήσει για τα σύμφωνα που θα συνάψει, ρυθμίζοντας τον τρόπο διακυβέρνησης των πολιτικών κοινωνιών. Η πολιτική ζωή αρχίζει να εκκοσμικεύεται, και μαζί με αυτήν  και η πολιτική φιλοσοφία.

Η θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου κατακτά όλη της την ισχύ και την αίγλη στη διάρκεια του  17ου   και του 18ου  αιώνα. Κατά την περίοδο αυτή, συ­ντελείται πραγματικά μια συμβολαιική επανάσταση.  Η προοπτική του συμβολαίου υιοθετείται από νομο­μαθείς , πολιτικούς  συγγραφείς , φιλοσόφους Από τη στιγμή που διατυπώνεται ξεκάθαρα, η συμβολαιι­κή θεωρία παίρνει διαστάσεις χιονοστιβάδας και επιβάλλε­ται ολοκληρωτικά στην πολιτική σκέψη της εποχής.

Θα μπορούσαμε να  ερμηνεύσουμε το φαινόμενο αυτό ,ότι δηλαδή  η θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου κερδίζει αμέσως οπαδούς, προβάλλοντας το γεγονός ότι  εξηγεί την προέλευση της κοινωνίας με τρόπο συγ­χρόνως απλό και σύνθετο αφού είναι απλή στις βασικές της θέσεις -μιας και  υπάρχει μια προ-πολιτική φυσική κατάσταση που για κάποιους λόγους οι άνθρωποι αποφασίζουν να την εγκαταλείψουν και να συγκροτήσουν μια πολιτική κοι­νωνία και η  οποία μετάβαση από τη φυσική κατάσταση στην πο­λιτική κοινωνία συντελείται μέσω ενός είδους συμφωνίας, δηλαδή μέσω ενός συμβολαίου-  απ’ την άλλη  όμως είναι και  σύνθετη στις λεπτομέρειες της: η φυσική κατάσταση περιγράφεται και ορίζεται με εντελώς διαφορετικό τρόπο από συγγραφέα σε συγγραφέα.

 Το ίδιο το συμβόλαιο αποτελεί περίεργη και σύνθετη διαδικασία, η οποία περιλαμβάνει διάφορους όρους και προϋποθέσεις.

Τέλος, η πολιτική κοινωνία που προκύπτει διαφέρει από περίπτωση σε περίπτωση, ανάλογα και με τις πολιτικές προτιμήσεις του στο­χαστή που την ανασυγκροτεί θεωρητικά[xxxiv].

Για όλους τους προηγούμενους λόγους, διαπιστώνουμε ότι η ενότητα της θεωρίας του κοινωνικού συμβολαίου και η ομοφωνία ως προς την ορθότητα του είναι κατά βά­ση φαινομενικές.

 Το κοινωνικό συμβόλαιο συνιστά αμφίσημη έννοια: είναι δυνατόν να δηλώνει την πράξη με την οποία συγκροτείται η κοινωνία, οπότε μι­λάμε για συμβόλαιο «συνεταιρισμού», ή την πράξη με την οποία θεμελιώνεται η πολιτική κυριαρχία, οπότε έχου­με να κάνουμε με την υποταγή των υπηκόων και, επομένως , με συμβόλαιο «υποταγής». Επίσης, το συμβόλαιο μπο­ρεί να αποτελεί απάντηση είτε σε ένα πρόβλημα πρω­ταρχικής καταγωγής είτε σε ένα πρόβλημα θεμελίωσης, δηλαδή μπορεί είτε να αναφέρεται σε κάποια ιστορική πραγματικότητα είτε να πρόκειται για καθαρά υποθετι­κή αρχή.

Το κοινωνικό συμβόλαιο  εξηγεί άλλο­τε τη γένεση και άλλοτε τη δομή της πολιτικής κοινωνίας, ανάλογα με τη συγκεκριμένη θεωρητική γραμμή στην οποία  εντάσσεται. Οι δυσκολίες συνεχίζονται, αν σκεφτούμε ότι άλλοτε εγγράφεται σε μια εμπειρική και άλλοτε σε μια ορθολογική προοπτική. Από την άποψη αυτή, ενώ η θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου εκ πρώτης όψεως εμφανίζεται απλή και σαφής, αποδεικνύεται εξαιρετικά αμφίσημη.

Έτσι , στη σκέψη του Χομπς και του Ρουσ­σώ υπάρχει μια κοινή ιδέα του συμβολαίου ως μοναδικής και ενιαίας πράξης, μέσω της οποίας συγκροτείται άμε­σα η πολιτική κοινωνία. Όμως αυτό το παρόμοιο ενιαίο συμβόλαιο διαφέρει ριζικά στο έργο των δύο φιλοσόφων ως προς τη φύση και την αποστολή του: ο Χομπς προτεί­νει ένα συμβόλαιο συνεταιρισμού των ανθρώπων με σκο­πό την ειρήνη, ενώ το συμβόλαιο του Ρουσσώ στοχεύει, πά­νω απ' όλα, στην ελευθερία των πολιτών. Επιπλέον, στο χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από τον Χομπς έως τον Ρουσσώ, ο Πούφεντορφ κάνει τα πράγματα  ακόμα περισσότερο  περίπλοκα  αφού στη δική του θεωρία, το κοινωνικό συμβό­λαιο   αποτελεί συγ­χρόνως σύμφωνο συνένωσης και σύμφωνο διακυβέρνη­σης. Οι άνθρωποι συνενώνονται σε κοινωνικό σώμα μέ­σω μιας πρώτης συνθήκης, ενώ σε δεύτερο χρόνο, μέσω μιας δεύτερης συνθήκης, αυτό το κοινωνικό σώμα προ­σφέρει την εξουσία  σε αξιωματούχους που επιφορτίζονται με την ευθύνη διασφάλισης του δημόσιου αγαθού. Μεταξύ του «κοινωνικού» και του «πο­λιτικού» συμφώνου μεσολαβεί μια στιγμή απόφασης που ρυθμίζει το είδος της διακυβέρνησης.

Επίσης, από τη μία θεωρία στην άλλη, το κοινωνικό συμβόλαιο διαφέρει ριζικά ως προς τις συνέπειες του στη μορφή του πολιτεύματος που διέπει την πολιτική κοινω­νία. Έτσι στην περίπτωση του Χομπς το συμβόλαιο  καταλήγει στην  μοναρχία, , ενώ στην περίπτωση του  Λοκ, του Ρουσ­σώ και του Καντ (ή ακόμα και του Τζων Ρωλς) το συμβόλαιο καταλήγει σε «δημοκρατι­κού» τύπου  διακυβέρνηση. Όμως υπάρχουν πολύ σημαντικές διαφο­ρές  και μεταξύ των «δημοκρατικών» συμβολαιικών θεωριών. Με βάση τα προηγούμενα μπορεί να εξαχθεί το συ­μπέρασμα ότι το κοινωνικό συμβόλαιο συνιστά εν πολ­λοίς προβληματική έννοια, τόσο από επιστημολογική όσο και από φιλοσοφική άποψη.

 Για τον Χομπς και τον Ρουσ­σώ, το κοινωνικό συμβόλαιο αποτελεί λογική υπόθεση με­θοδολογικού τύπου. Αντίθετα, ο Λοκ, αλλά και ο Χιουμ, κάνουν λόγο ουσιαστικά για μια οιονεί ιστορική πραγ­ματικότητα του συμβολαίου. Θα μπορούσε κανείς να υπο­θέσει ότι πιο αυστηρή και «επιστημονική» είναι η πρώτη τοποθέτηση, εκείνη που προκρίνει την εκδοχή της λογι­κής υπόθεσης[xxxv]. Εντούτοις, ο Χομπς και ο Ρουσσώ βρί­σκονται αντιμέτωποι με σοβαρές επιστημολογικές δυ­σκολίες. Από τη σκοπιά τους, το συμβόλαιο αποτελεί τη λύση στο λογικό πρόβλημα της θεμελίωσης της πολιτικής κοινωνίας. Επίσης, και οι δύο  παρουσιάζουν τα θεωρη­τικά τους πορίσματα με επιστημονικές αξιώσεις:Απ’ την μια ο Χομπς δηλώνοντας πως είναι ο πατέρας της νέας πολιτικής επι­στήμης, απ’ την άλλη  ο Ρουσσώ πιστεύοντας πως θεμελιώνει το πολι­τικό δίκαιο. Γι' αυτό και οι θεωρίες τους επιμένουν στη λογικά επεξεργασμένη μεθοδολογική υπόθεση της φυσι­κής κατάστασης. Ωστόσο, υπ' αυτούς τους όρους, το κοι­νωνικό συμβόλαιο αποκτά εργαλειακό ρόλο, δηλαδή κα­θίσταται η πράξη με την οποία οι άνθρωποι εγκαταλεί­πουν την υποθετική φυσική κατάσταση. Αυτό το μείγμα εμπειρισμού και ορθολογισμού καθιστά ενίοτε δυσχερή την πλή­ρη κατανόηση της θεωρίας του κοινωνικού συμβολαίου. Μολονότι κυριάρχησε απόλυτα επί δύο περίπου αιώνες, σύντομα η συμβολαιική θεωρία άρχισε να δέχεται έντονη κριτική. Ήδη από τον 18ο  αιώνα, ο Χιουμ  ο Μπερκ και ο Φίχτε προβαίνουν σε κριτική αποτίμηση της θεωρίας του κοινωνικού συμβολαίου. Ο Καντ, από τη με­ριά του, θα εντοπίσει τα φιλοσοφικά προβλήματα της θεω­ρίας και θα προσπαθήσει να τα επιλύσει. Υπογραμμίζο­ντας ότι το κοινωνικό συμβόλαιο δεν ανήκει στην τάξη του είναι αλλά του δέοντος, το συλλαμβάνει ως πολιτικό κα­θήκον, ως πολιτική κατηγορική προσταγή. Δίχως να εξη­γεί τη γένεση και τη λειτουργία της πολιτικής κοινωνίας το συμβόλαιο εκφράζει το αίτημα για την ύπαρξη ορθο­λογικής και δίκαιης πολιτικής κοινωνίας. Ο Καντ εμπνέε­ται σε σημαντικό βαθμό από τη σκέψη του Ρουσσώ, κυ­ρίως από την αντίληψη του περί ελευθερίας, αλλά επιχειρεί μια μετατόπιση της έννοιας του συμβολαίου: το συμ­βόλαιο μετατρέπεται τώρα σε  a priori ιδέα του Λόγου[xxxvi].

Επίσης ο Καντ στάθηκε αρκετά οξυδερκής κριτικός ώστε να διακρίνει την αντίθεση πού υπάρχει μεταξύ ηθικών αλη­θειών βασισμένων στη λογική και ιστορικών αληθειών βασισμέ­νων στα γεγονότα. Γι' αυτό εφάρμοσε στο έργο του Ρουσσώ αυτό πού ονόμαζε «τέχνη της συλλογιστικής ανάλυσης», την οποία ο ίδιος στην Κριτική του Πρακτικού Λόγου συγκρίνει με την ανά­λυση του χημικού. Ό άνθρωπος πού εισήγαγε την ανθρωπολογία ως έναν κλάδο σπουδών στα γερμανικά πανεπιστήμια και δίδαξε σ' αυτόν τακτικά επί δεκαετίες ήταν ένας πολύ κατασταλαγμέ­νος έμπειριοκράτης σ' αυτήν τη σφαίρα για να ακολουθήσει τα βήματα του Ρουσσώ. Ό Καντ δεν κατασκεύαζε υποθέσεις σχε­τικά με την αρχική κατάσταση της ανθρωπότητας. Εάν κάπο­τε ριψοκινδύνευσε ένα βήμα προς αυτή την κατεύθυνση, στο δο­κίμιο του για την Πιθανή αρχή της ανθρώπινης ιστορίας (1786), διακήρυξε εμφατικά ότι πρόθεση του δεν ήταν μια αυστηρή επι­στημονική θεωρία αλλά μια «απλή εκδρομή» στη φαντασία με τη συντροφιά της λογικής. Εντούτοις στις θέσεις του ίδιου του Ρουσσώ ο Καντ έκανε σαφή διάκριση μεταξύ του «ιστορικού» και του «λογικού» — κι όταν ακόμα αποδεχόταν το δεύτερο δεν το θεωρούσε με τους όρους του θεωρητικού αλλά του «πρακτι­κού λόγου» και το έκρινε με τους κανόνες αυτού του λόγου. Ό Ρουσσώ ήταν πάντοτε γι' αυτόν ο διανοητής ο όποιος, στον χώρο της ηθικής, «τον ξύπνησε από τον δογματικό λήθαργο» — ο δια­νοητής πού τον έβαλε μπροστά σε νέα ερωτήματα και τον παρα­κίνησε να δώσει νέες απαντήσεις[xxxvii].

 

Εντούτοις, η κατεξοχήν ισοπεδωτική κριτική του κοι­νωνικού συμβολαίου θα διατυπωθεί από τον Χέγκελ. Σύμφωνα με τον  φιλόσοφο  της Ιένας, το συμβόλαιο συνι­στά, αφενός, συμφωνία μεταξύ δύο ανεξάρτητων ατομι­κών βουλήσεων που αναγνωρίζονται αμοιβαίως και, αφε­τέρου, πράξη με την οποία κάποιος καθίσταται ιδιοκτή­της. Κατά συνέπεια, το συμβόλαιο είναι πάντοτε πράξη ιδιωτικού χαρακτήρα και δεν μπορεί ποτέ να αναφέρε­ται στη δημόσια σφαίρα της πολιτικής κοινωνίας. Επομένως είναι αδύνατον το συμβόλαιο να αποτελέσει την εξήγηση της γένεσης ή της θεμελίωσης του κράτους. Ο Χέ­γκελ στρέφεται, λοιπόν, εναντίον του ατομικισμού που εκφράζει η συμβολαιική θεωρία, πιστεύοντας ότι μέσω του συμβολαίου συσκοτίζεται η ανάλυση του κράτους και της αστικής πολιτικής κοινωνίας. Την εγελιανή κριτική θα συνεχίσει ο Μαρξ, αλλά και οι οπαδοί του θετικισμού, κα­τά τη διάρκεια του 19ου  αιώνα. Ο Νίτσε θα διακρίνει στη συμβολαιική θεωρία μία ακόμα έκφραση του ευρωπαϊκού μηδενισμού, γι' αυτό και θα προφητέψει τον θάνατο της[xxxviii].

Παρά την κριτική που δέχτηκε, η θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου κατάφερε να αναγεννηθεί στο πλαίσιο της πολιτικής φιλοσοφίας του 20ου αιώνα. Ασφαλώς, τούτη η αναγέννηση συνδυάστηκε με εκ βάθρων ανανέω­ση, σε τρόπο  ώστε η σύγχρονη συμβολαιική θεωρία να έχει υποστεί πλέον ριζικό μετασχηματισμό.  Ωστόσο, η κεντρική ιδέα του κοινωνικού συμ­βολαίου φαίνεται να διατηρείται αλώβητη. Σήμερα λοι­πόν γίνεται λόγος για ένα «νέο κοινωνικό συμβόλαιο», στο οποίο δεν δίνεται έμφαση στο ζήτημα  της γένεσης της  και της συγκρότησης της πολιτικής κοινωνίας, αλ­λά στο θεωρητικό καθήκον που αναλαμβάνει να οργανώσει και να δομήσει θεσμικά τις υπάρχουσες κοινωνίες. Ο ση­μαντικότερος και διασημότερος εκφραστής του συμβολαιισμού στην εποχή μας είναι ο Τζων Ρωλς (ρωλσιανή θεω­ρία της δικαιοσύνης).  Στο σύνολο του έργου του ο Ρωλς προσπαθεί να ενεργοποιήσει εκ νέου τη θεωρία του συμβολαίου (όπως αυτή διατυπώθηκε από τον Λοκ, τον Ρουσσώ και τον Καντ), έχοντας την πεποί­θηση ότι η συμβολαιική παράδοση υποδεικνύει μια εναλ­λακτική αντίληψη περί δικαιοσύνης, η οποία συνιστά την καταλληλότερη βάση για τη λειτουργία μιας δημοκρατι­κής κοινωνίας.

Επίσης θα πρέπει να πούμε ότι η ορολογία που χρησι­μοποιούν οι θεωρητικοί του κοινωνικού συμβολαίου είναι σε μεγάλο βαθμό ασταθής και ευμετάβλητη, ιδιαίτερα κατά την εποχή  του 17ου και 18ου αιώνα. Το ίδιο ισχύει, ευρύτερα, και για την ορολογία που συναντάμε συνολικά στην παράδοση του νεότερου φυσι­κού δικαίου. Έτσι, οι πολιτικοί στοχαστές και φιλόσοφοι της εποχής, οι οποίοι σκέφτονται κατά βάση ακόμη στα λατινικά, κάνουν συχνά λόγο για «συμβόλαιο» (contractus), και συχνότερα για «σύμφωνο» (pactum). Χρησιμοποιούν, επίσης, πρόθυμα τον όρο «σύμβαση» (conventio), αλλά και τον όρο «συνθήκη» (foedus). Ο δε Ρουσσώ -ο οποίος ξεκαθαρίζει τελικά το εννοιολογικό τοπίο- δίνει  μια για πάντα στη θεωρία το όνομα της: «κοινωνικό συμβόλαιο» (contrat social). Επίσης  χρησιμοποιεί και τον όρο πράξη (acte) αφού πρόκειται όντως για τη συμβολαιογραφική πράξη ίδρυσης του κράτους.

Συνήθως, η ρευστότητα της ορολογίας υποδηλώνει αντί­στοιχη εννοιολογική χαλαρότητα. Όμως, στην περίπτωση του κοινωνικού συμβολαίου, μια κάποια αστάθεια δικαιο­λογείται αφού δεν πρόκειται για απροσεξία ή επιπολαιότητα αλλά για τις δυσχέρειες που παρουσιάζει η γέννηση ενός  καινοφανούς εννοιολογικού οπλοστασίου[xxxix].

 

Μεταξύ του Ρουσσώ και των υπόλοιπων θεωρητικών, του κοινωνικού συμβολαίου  υπάρχει μια  κρίσιμη διαφορά, που συνοψίζεται στην απόσταση ενός  σχεδόν αιώνα αφού  ο Ρουσσώ ανήκει από κάθε άποψη στον 18ο  αιώνα, όταν αρχίζει δειλά να αναδύεται η κοινωνία και το κοινωνικό στοιχείο, σε παραλληλία ή και σε αντίθεση με το πολιτικό στοιχείο. Πρόκειται για διαδικασία που θα κορυφωθεί τον επόμενο, 19ο , αιώνα.

Υπάρχουν πολλές και διαφορετικές ερμηνείες του Ρουσσώ . Στα τέλη του δέκατου 18ου  αιώνα ο Ρουσσώ είναι ο θεωρητικός της Γαλλικής Επανάστασης. Η εικόνα του ως επαναστάτη θα παραμείνει κυρίαρχη περίπου σε όλη τη διάρκεια του 19ου  αιώνα, επηρεάζοντας τις ιδεολογικές και πολιτικές διαμάχες. Ο 20ος  αιώνας θα ανακαλύψει σταδιακά τον φιλόσοφο Ρουσσώ, μέσα από την προσεκτική μελέτη των κειμένων του. (όλων των κειμένων του, και όχι μόνο του Κοινωνικού συμβολαίου).

Η σκέψη του Ρουσσώ, σκέψη που συνδιαλέγεται  με τις προηγούμενές της σημαντικές φιλοσοφίες, αρχαίες και νεότερες, θέτει με οξύτητα όλα τα μεγάλα προβλήματα του καιρού της  που εν πολλοίς παραμένουν επίκαιρα και στη δική μας εποχή.

Πράγματι, πρώτη  η ρουσσωική φιλοσοφία προσπάθησε να αντιμετωπίσει  τα ζητήματα της κοινωνίας και της κοινωνικοποίησης του ανθρώπου, των δυσχερειών που παρουσιάζονται στις ανθρώπινες σχέσεις, του πολιτισμού και της προόδου ως απόλυτων αξιών. Ο Ρουσσώ διαπιστώνει  ότι οι αξίες είναι αδύνατον να θεμελιωθούν μεταφυσικά και  πιστεύει  ότι η ηθική και η πολιτική ζωή είναι αναγκαίο να οργανωθούν κατά τρόπο ορθολογικό.

 Στην ιστορία της πολιτικής φιλοσοφίας ο Ρουσσώ παρεμβαίνει σε μια κρίσιμη στιγμή, κατά την οποία κλονίζεται η πεποίθηση περί έμφυτης ανθρώπινης κοινωνικότητας που προκύπτει από την ορθολογική ουσία του ανθρώπου και ρυθμίζεται βάσει του νόμου της φύσης. Μέσα, στο εν λόγω μεταφυσικό πλαίσιο είχαν αναπτυχθεί σχεδόν όλα τα ηθικά συστήματα μέχρι τότε, από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη έως τους στωικούς, τους στοχαστές του φυσικού δικαίου, τον Γκρότιους, τον Λοκ, τον Πούφεντορφ, αλλά και τους διαφωτιστές του δέκατου 18ου  αιώνα, όπως ο Βολταίρος και ο Ντιντερό[xl].

Εξαίρεση στο κυρίαρχο ηθικό μοντέλο αποτέλεσαν στην νεότερη εποχή ο Μακιαβέλι ο Χομπς και ο Σπινόζα. Σε αυτό ακριβώς το σημείο εμφανίζεται ο Ρουσσώ και αναλαμβάνει  να θεμελιώσει εκ νέου την πολιτική θεωρία, μέσα στον καινούργιο πολιτικό ορίζοντα που θεμελίωσαν οι τρεις αυτοί στοχαστές (κυρίως ο Μακιαβέλι και ο Σπινόζα).

Ο Ρουσσώ θα προσπαθήσει να ανακαλύψει κοινούς κανόνες ζωής και να τους τοποθετήσει σε ακλόνητα θεμέλια. Η δυσκολία έγκειται στο ότι οι κανόνες αυτοί προορίζονται γα μεμονωμένα άτομα , τα οποία προσπαθούν να αυτοσυντηρηθούν δίχως να ακολουθούν υπερβατικές ηθικές νόρμες .Οι εν λόγω κανόνες δεν θα ήταν πλέον δυνατόν, σύμφωνα με τον Ρουσσώ να αναζητηθούν στη φύση ή στη θρησκεία παρά μόνο στην πολιτική θεωρία .Η δε τελευταία πρέπει να κινηθεί στο πλαίσιο της θεωρίας του κοινωνικού συμβολαίου , μετασχηματίζοντας όμως τους βασικούς της όρους[xli].

  1. b. Φύση και άτομο

Μιλώντας για το φυσικό δίκαιο και τη φυσική κατάσταση ο Ρουσσώ ακολουθεί εν μέρει την ανάλυση του Γκρότιους και εν μέρει την ανάλυση του Λοκ. Όπως ο πρώτος   έτσι και ο Ρουσσώ φαντάζεται τον άνθρωπο της φύσης σε μια κατάσταση πολύ κοντινή προς εκείνη του ζώου[xlii]. Μόνο που δεν μπορεί να αποδεχτεί τη θέση του Γκρότιους υπέρ της εθελοδουλίας, γι' αυτό και αποδίδει ευθύς εξαρχής στην ανθρώπινη φύση ένα ουσιώδες χαρακτηριστικό που απουσίαζε από την γκροτιανή θεωρία: την ιδιότητα της ελευθερίας. Σε τούτο ο Ρουσσώ συμφωνεί πλήρως με τον Λοκ, δηλαδή στο ότι, στη φυσική κατάσταση, ο άνθρω­πος είναι απολύτως ελεύθερος[xliii]. Ωστόσο, πέρα από κάποιες συγγένειες με τον Γκρό­τιους και τον Λοκ, ο Ρουσσώ έλκεται μοιραία από τη δύ­ναμη της σκέψης του Μακιαβέλλι και του Σπινόζα, αλλά προπάντων του Χομπς. Η σημασία της επίδρασης που άσκησε ο Χομπς[xliv] στον Ρουσσώ έχει. αρκούντως υπογραμμιστεί από ορισμένους μελετητές. Κάποιοι άλλοι σχολιαστές όμως, θα προτιμούσαν να την αποσιωπήσουν. Στην πραγματικότητα, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι ο Ρουσσώ  διάβασε τον Χομπς με μεγάλο θαυμασμό, αλλά και με δηλωμένο αποτροπιασμό. Παρά τις έντονες διαφωνίες ο Ρουσσώ θα ακολουθήσει τη συλλογιστική του Χομπς όταν φτάσει στην περιγραφή της στιγμής του συμβολαίου. Μόνο που θα τροποποιήσει την κατάληξη, επειδή στη σκέψη  του θα έχει πάντοτε ως αφετηρία τον πολίτη και όχι τον υπήκοο[xlv].

Έτσι αντίθετα από ό,τι συμβαίνει με τους υπόλοιπους στοχαστές του συμβολαίου, με τον Ρουσσώ έχουμε την αίσθηση πως η φυσική κατάσταση δεν περιγράφεται κατά τρόπο που να προετοιμάζει τη μετάβαση στην πολιτική κοινωνία.[xlvi] Δηλαδή σ’αυτόν η φυσική κατάσταση δεν αποτελεί την αναγκαία λογική προϋπόθεση της συγκρότησης του κράτους. Και αυτός είναι ο λόγος που  η μετάβαση προς την πολιτική κοινωνία παρουσιάζει χα­ρακτηριστικές δυσχέρειες στο εσωτερικό της ρουσσωικής θεωρίας. [xlvii]

Ο Ρουσσώ πιστεύει πως ανάμεσα στη φυσική κατά­σταση και την πολιτική κοινωνία υπάρχει πολύ μεγάλη απόσταση . Οι γνώσεις μας σχετικά με τη φυσική κατάσταση θα παραμείνουν για πάντα ελλιπέστατες.  Η  λογική και η εμπειρία δεν μπορούν να  εξηγήσουν επαρκώς ζητήματα όπως  το πώς οι πρώτοι  άνθρωποι άρχισαν να επικοινωνούν μεταξύ τους, το πώς γεννήθηκαν  η γλώσσα και ο πολιτισμός. Αυτό οφείλεται στο ότι κάθε πρόοδος της ανθρωπότητας την απομακρύνει ολοένα   και περισσότερο από την πρωταρχική κατάσταση των  ανθρώπων, με αποτέλεσμα να μη γνωρίζει πλέον τον ίδιο της τον εαυτό, να μην μπορεί να γνωρίσει τι είναι ο άνθρωπος. Οι διαφορές που χωρίζουν τους ανθρώπους πρέπει να πηγάζουν από αυτές τις διαδοχικές προόδους και αλλαγές της φυσικής ανθρώπινης κατάστασης με συνέπεια  Ο πολιτισμένος άνθρωπος να μην είναι τέκνο της φύσης, αλλά τέκνο του ανθρώπου[xlviii].

Βλέπουμε ότι ο Ρουσσώ  εκκινεί από την παραδοχή πως  δεν είναι δυνατόν να ξέρει κανείς με βεβαιότητα τη φύση της φυσικής κατάστασης αφού λόγω του γεγονότος  ότι κανένας άνθρωπος δεν μπορεί πλέον να γνωρίσει εμπειρικά κάτι που έχει παρέλθει οριστικά και αμε­τάκλητα  «δεν είναι καθό­λου εύκολο να ξεδιαλύνει κανείς τι είναι έμφυτο και τι τε­χνητό στην τωρινή φύση του ανθρώπου»[xlix].

Η απάντηση στο ζήτημα αυτό  συνίσταται στο ότι  ακόμα και αν η φυσική κατάσταση δεν είχε υπάρξει ποτέ, θα έπρεπε να την εφεύρουμε , ώστε να κρί­νουμε ορθά την παρούσα κατάσταση μας. Παρόλο που αυτό  είναι εξαιρετικά δύσκολο  αποτελεί τη μόνη μας ελ­πίδα για να καταφέρουμε να υπερπηδήσουμε όλα τα εμπό­δια και να συναγάγουμε ορθά συμπεράσματα ως προς τα πραγματικά θεμέλια της ανθρώπινης κοινωνίας.

Δηλαδή  το μεγάλο στοίχημα  για τον Ρουσσώ ήταν να  καταδείξει τα πραγματικά θεμέλια της κοινωνίας. Οι θεωρητικοί του φυσικού δικαίου αστόχησαν ως προς αυτή τη γνώση, κυρίως επειδή δεν μπόρεσαν να συλλάβουν σωστά τη φύ­ση του ανθρώπου.

Σύμφωνα με αυτούς , η πολιτική κοινωνία σχηματιζόταν από ενός εί­δους ενστικτώδη ηθικότητα και επιβίωνε κυρίως χάρη στο  νόμο της φύσης, ο οποίος εξειδικευόταν σε επιμέρους θε­τικούς νόμους[l].

 Ο Ρουσσώ, αμφισβητεί ευθέως τη λογική των προηγούμενων στοχαστών του κοινωνικού συμβολαίου σύμφωνα με την οποία αναγνώριζαν στον άνθρωπο ένα είδος κοινωνικού ενστίκτου το οποίο υπάρχει εξαιτίας της έλλογης φύσης του, που τον ωθούσε να σέβεται τα δικαιώματα του συνανθρώπου του, δηλα­δή τη ζωή και την ιδιοκτησία του, τόσο στη φυσική όσο και στην πολιτική κατάσταση[li] προ­σπαθώντας να δείξει ότι η συγκροτημένη πολιτική κοινω­νία είναι εντελώς ασύμβατη με την αληθινή, πρωταρχική φυσική κατάσταση του ανθρώπου[lii].

Σε σχέση με το ζήτημα αυτό υπάρχει ένα απόσπασμα  στο Λόγος για την ανισότητα, στο οποίο ο Ρουσσώ  προσδιορίζει τη θέση του με όλους τους προηγούμενους θεωρητικούς του φυσικού δικαίου. Το απόσπασμα αυτό καταλήγει ως εξής:

… «Τέλος, όλοι, μιλώ­ντας αδιάκοπα για ανάγκη, απληστία, καταπίεση, επιθυ­μίες και έπαρση, μετέφεραν στη φυσική κατάσταση ιδέες του τις είχαν πάρει από την κοινωνία. Μιλούσαν για τον πρωτόγονο άνθρωπο και περιέγραφαν τον πολίτη».

Αυτή η οξυδερκής  κριτική που ο Ρουσσώ  διατυπώνει για  τους θεωρητικούς του συμβολαίου και αφορά τις θεωρίες του φυσικού δικαίου,  εντοπίζει το πρόβλημα:

 η περιγραφή της φυσικής κατάστασης βασίζεται στην πραγματικότητα της πολιτικής κοινωνίας. Αντί να ξεκινήσουμε από τη φυσική πρωταρχική συνθήκη, πηγαίνουμε προς αυτήν αναδρομι­κά, μέσω αναχρονισμών και αφαιρέσεων. Η φυσική κα­τάσταση, δηλαδή, δεν είναι κάτι άλλο από την αστική πολιτική κοινωνία, αν της αφαιρέσουμε την έννο­μη τάξη.

To ζήτημα που τίθεται είναι  μήπως  και ο ίδιος ο Ρουσσώ κινδυνεύει να πέσει θύμα των επικριτι­κών του παρατηρήσεων. Μήπως δηλαδή το μόνο που κά­νει είναι να υιοθετεί τη συμβολαιική παράδοση και να αναπαράγει τα ίδια αδιέξοδα.

 Βεβαίως, το κοινωνικό συμ­βόλαιο που προτείνει ο Ρουσσώ διαφέρει από το συμβό­λαιο του Γκρότιους, του Χομπς, του Λοκ ή του Πούφεντορφ, διότι εξωθεί στα άκρα τις συνέπειες του, ανανεώ­νοντας εκ βάθρων τη συμβολαιική θεωρία. Ωστόσο, υπάρ­χει πάντοτε το ενδεχόμενο και η δική του νέα θεωρία να μη διαφέρει ριζικά από τις προηγούμενες υπό την έννοια ότι θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως, κατ' ουσίαν, η βασική δομή και η κεντρική λογική του ρουσσωικού κοινωνικού συμβολαίου προκύπτουν από την κοινή παραδοσιακή συμβολαιική μή­τρα. Ο Ρουσσώ καταλαβαίνει την πιθανή αντίρρηση και φροντίζει να απαντήσει εκ των προτέρων[liii].

Συγκεκριμένα , ο Ρουσσώ   προτείνει στο Λόγος για την ανι­σότητα μια λύση   λογικής, υποθετικής και ανιστορικής τάξης.

 Έτσι όταν ο Χομπς περιγράφει τη φύση του ανθρώπου,  δεν διαχωρίζει ποτέ τη φύση από την κοινωνία. Είδαμε ότι εκεί η φυσική κατάσταση αποτελεί ένα φανταστικό σχήμα, μια φανταστική κατασκευή. Στην περί­πτωση του Ρουσσώ έχουμε μια σημαντική αλλαγή προο­πτικής. Σ’ αυτόν  η φυσική κατάσταση δεν συνιστά πλέον φαντα­σίωση, αλλά μια υποθετική ιστορία η οποία προσπαθεί να ανασυνθέσει, στο μέτρο του δυνατού, την πραγματι­κή ιστορία της ανθρωπότητας[liv].

 Οι προηγούμενοι φιλόσοφοι δε μας μαθαίνουν τίποτε καινούργιο, παρά προβάλλουν το είδωλο του ανθρώπου της πολιτικής κοινωνίας στην υπο­τιθέμενη φυσική κατάσταση, διαστρεβλώνοντας έτσι την ιστορία. Η νέα μέθοδος θα πρέπει να στηριχτεί στις εμπειρικές αρχές της φυσικής επιστήμης.

Έτσι ο Ρουσσώ θα επιχειρήσει να κάνει μια πειραματική υπόθεση εργασίας, δηλαδή  θα εκμεταλλευτεί όλες τις ταξιδιωτικές του αναγνώσεις και όλες τις εθνο­λογικές του γνώσεις ώστε να φτάσει σε μια υποθετική  ανασυγκρότηση της φυσικής κατάστασης του ανθρώπου η οποία χάνεται στα βάθη του χρόνου[lv].

Η  ανασυγκρότηση αυτή καταλήγει να σκιαγραφή­σει έναν πρωτόγονο άνθρωπο χωρίς ομιλία, τέχνη και κα­τοικία, που δεν έχει ανάγκη τους συνανθρώπους του, αυ­τάρκη, με ελάχιστα πάθη, ευτυχισμένο μέσα στην άγνοια του, ένα ενήλικο παιδί.

Μετά από μακροσκελή ανάπτυξη του θέματος ο Ρουσ­σώ καταλήγει στο βασικό συμπέρασμα ότι η φυσική κα­τάσταση απέχει κατά πολύ από την πολιτική.

Παρ' όλα αυτά, όπως κι αν έχει το πράγμα, σε κάποια χρονική στιγμή θα πρέπει να άρχισε η πρόοδος, δηλαδή η ιστορία, της ανθρωπότητας.

 Σύμφωνα με τον Ρουσσώ, η διαδικασία αυτή ξεκινά παράλληλα με τη δημιουργία των ανισοτήτων μεταξύ των ανθρώπων[lvi].

Ο Ρουσσώ πιστεύει λοιπόν ότι  η ανισότητα μεταξύ των ανθρώπων ξεκίνησε   από την εφεύρεση της ατομικής ιδιοκτησίας, η οποία εντέλει οδήγησε στην αρ­παγή όλης της γης[lvii]. Όμως , το κοινωνικό συμβόλαιο  έρχεται να δώσει απάντηση  στο ερωτήματα του  πώς ακριβώς συγκροτήθηκαν οι πολιτικές κοινωνίες δηλαδή στο ποια ήταν η διαδικασία που επέ­τρεψε στους ανθρώπους να εγκαταλείψουν τη φυσική τους κατάσταση και να ξεκινήσουν  το ταξίδι τους προς την πρόοδο και τον πολιτισμό.

Με το πρώτο του θεωρητικό κείμενο, τον Λόγο περί τε­χνών και επιστημών, ο Ρουσσώ αντιτάχθηκε στην κυρίαρχη ιδεολογία της προόδου. Με τον Λόγο για την προέλευση και τα θεμέλια της ανισότητας μεταξύ των ανθρώπων εξα­πέλυσε, πρώτα απ' όλα, μια σφοδρή επίθεση στον θεσμό της ατομικής ιδιοκτησίας.

Δημοσιεύοντας το έργο Το κοινωνικό συμβόλαιο ή Αρχές πολιτικού δικαίου, το 1762, προσπαθεί να δείξει σε τι ακριβώς συνίσταται η ουσία του κράτους και το θεμέλιο της πολιτικής κοινωνίας.
Στο έργο αυτό, που συνιστά κείμενο ιδρυτικής σημασίας για την πολιτική σκέψη της νεωτερικότητας , ο Ρουσσώ εξηγεί ότι μόνο μια ομόφωνη σύμβαση μπορεί να αποτελέσει εγγύηση για την ύπαρξη του κράτους. Η εν λόγω μετάβαση ονομάζεται κοινωνικό συμβόλαιο. Πρόκειται για ένα υπόρρητο, ανιστορικό και διαρκές συμβόλαιο, το οποίο δεσμεύει όλα τα άτομα που συναπαρτίζουν μια πολιτική ενότητα[lviii].

Τα ζητήματα όμως που τίθενται είναι τα εξής:

  1. Με ποιον τρόπο το κράτος μπορεί να γίνει κατανοητό ως συνένωση των μεμονωμένων ατόμων, και
  2. Και πώς ακριβώς μια έννοια που προέρχεται από το ιδιωτικό δίκαιο, η έννοια του συμβολαίου, είναι δυνατόν να υιοθετηθεί για την κατανόηση της πολιτικής θεσμοθέτησης της κοινωνίας.

 Οι δυσκολίες αυτές συνοψίζονται αριστοτεχνικά από τον Ρουσσώ σε μια αμφίσημη φράση  που προβλημάτισε πολλούς μελετητές του έργου και έδωσε λαβή σε αποκλίνουσες ερμηνείες.

 Το πρόβλημα του κοινωνικού συμβολαίου διατυπώνεται από τον Ρουσσώ με τους εξής όρους: χρειάζεται να βρεθεί μια μορφή συνένωσης που θα υπερασπίζεται και θα προστατεύει με όλη την από κοινού δύναμη το πρόσωπο και τα αγαθά κάθε μέλους, ούτως ώστε ο καθένας καθώς ενώνεται με όλους, να υπακούει ωστόσο μόνο στον εαυτό του και να παραμένει εξίσου ελεύθερος όπως και πριν". Αυτό είναι το θεμελιώδες πρόβλημα, στο οποίο το κοινωνικό συμβόλαιο δίνει τη λύση».

Λύση που δεν είναι και η σαφέστερη, επειδή αναφύε­ται η αντίφαση, μεταξύ του ατόμου και της κοινότητας. Ο Ρουσσώ επιχειρεί με μεγαλειώδη τρόπο να συγκεράσει το ατομικό και το συλ­λογικό στοιχείο[lix]. Έτσι, ο καθένας, δηλαδή η μοναδικότη­τα της ατομικής ύπαρξης, ενώνεται με όλους σε ένα σύ­νολο, μια συλλογικότητα. Στην περίφημη αυτή διατύπω­ση του προβλήματος του κοινωνικού συμβολαίου τη λέξη-κλειδί αποτελεί ο κρίσιμος αντιθετικός όρος «ωστόσο» («pourtant»). Ο καθένας πρέπει να ενωθεί με όλους τους άλλους· ωστόσο, θα υπακούει μόνο στον εαυτό του και θα παραμένει όσο ελεύθερος ήταν και πριν. Το μεγάλο πρόβλημα με το οποίο προσπαθεί να αναμετρηθεί ο Ρουσ­σώ συνίσταται στη διατήρηση της πλήρους ελευθερίας και αυτονομίας του ατόμου μέσα στη συλλογικότητα[lx].

Το κατεξοχήν πρόβλημα τίθεται από τη στιγμή που ο Ρουσσώ αποδίδει στο συμβόλαιο διπλό και ταυτόχρονο ρόλο αφού αφενός, το συμβόλαιο είναι η πράξη (acte) συνένω­σης, μέσω της οποίας γεννιέται η κοινότητα και αφετέρου, το συμβόλαιο είναι ταυτόχρονα η πράξη μέσω της οποίας τα άτομα συμβάλλονται με την κοινότητα. Και όλα αυτά συμβαίνουν την ίδια στιγμή: «Στη στιγμή, στη θέση του επιμέρους προσώπου του κάθε συμβαλλομένου, αυτή η πράξη της συνένωσης παράγει ένα ηθικό και συλλογικό σώμα, που αποτελείται από τόσα μέλη όσες και οι ψήφοι της συνέλευσης». Τούτο εξηγείται, ασφαλώς, από το γεγονός ότι ο Ρουσσώ θέλει πάση θυσία να αντιταχθεί στο συμβόλαιο υποταγής στον κυρίαρχο. Αν δεν υπήρχε αυ­τή η στιγμιαία διπλή λειτουργία του συμβολαίου, δεν θα ήταν δυνατόν να αποτραπεί η υποταγή των ατόμων σε έναν κυρίαρχο. Εδώ, όμως, κυρίαρχος θεωρείται ο λαός , δηλαδή η κυριαρχία πρέπει να ανήκει στο σύνολο των συμ­βαλλόμενων ατόμων, στην κοινότητα[lxi].

Η θεωρητική λύση του προβλήματος, την οποία προ­τείνει ο Ρουσσώ, συνίσταται κατά βάση στην επινόηση της έννοιας της γενικής βούλησης.

Η σημασία του συμβολαίου έγκειται λοιπόν στο ότι με­τατρέπει το απομονωμένο άτομο, την απλή αριθμητική μονάδα, σε νομικό πρόσωπο, τα δικαιώματα του οποίου αναγνωρίζονται και προστατεύονται. Η συμβολαιική πρά­ξη της συνένωσης γεννά μια νέα οντότητα, τη γενική βού­ληση. Ως νομική και ηθική κατηγορία, η γενική βούληση μοιάζει να εκφράζει μια απόλυτη κοινωνική αξία, καθο­ρίζοντας τα δικαιώματα του κάθε συμβαλλόμενου ατό­μου, και πρωτίστως το δικαίωμα της ιδιοκτησίας. Έτσι κάθε άνθρωπος που συμμετέχει στο συμβόλαιο παραμέ­νει το ίδιο ελεύθερος και το ίδιο ιδιοκτήτης όσο και πριν αλλά τώρα πια βρίσκεται προστατευμένος υπό την εγ­γύηση του δικαίου και υπό τη σκέπη του νόμου.

Η γενική βούληση μεταφράζεται επίσης στην αρχή της κυριαρχίας, η οποία είναι αναπαλλοτρίωτη, αδιαίρετη και αναλλοίωτη. Κάθε επιμέρους νόμος αποτελεί μια επιμέ­ρους εκδήλωση της γενικής βούλησης ως προς ένα ζήτημα κοινού συμφέροντος. Αυτή ακριβώς η πρωτότυπη ρουσσωική σύλληψη, η οποία συνδυάζει αριστοτεχνικά τις έν­νοιες του κοινωνικού συμβολαίου, της γενικής βούλησης και της (λαϊκής) κυριαρχίας, είχε ως αποτέλεσμα να χα­ρακτηριστεί το Κοινωνικό συμβόλαιο «Ευαγγέλιο του Διαφωτισμού» και «Μανιφέστο της Γαλλικής Επανάστασης».

 Ο Ρουσσώ όμως δεν θέλη­σε να «εφαρμόσει» τη θεωρία του στις συγκεκριμένες ιστορικές και πολιτικές συνθήκες, παρόλο που του δόθηκε  η ευκαιρία. Όπως ήδη έχουμε αναφέρει το 1763, αφού δηλαδή είχε δη­μοσιεύσει το Κοινωνικό συμβόλαιο, προτάθηκε στον Ρουσ­σώ να ετοιμάσει ένα σχέδιο Συντάγματος για την Κορσι­κή. Αποδέχθηκε  την πρόταση, δούλεψε πάνω στο σχέ­διο αυτό κατά τους πρώτους μήνες του 1765, αφήνοντας το ημιτελές. Επίσης, στο διάστημα 1771-1772 ο Ρουσσώ ετοίμασε ένα παρόμοιο συνταγματικό κείμενο για την Πο­λωνία, με τίτλο Σκέψεις για την κυβέρνηση της Πολωνίας[lxii].

Το αξιοσημείωτο  είναι ότι στα κείμενα αυτά δεν γίνε­ται καμία αναφορά στη θεωρία του κοινωνικού συμβο­λαίου. Αντίθετα, δηλώνεται σαφώς η προτίμηση του συγ­γραφέα στο μοντέλο των αρχαίων πόλεων-κρατών.

 Ενδεχομένως ο Ρουσσώ δεν βλέπει με ποιον τρόπο ένα  κοινωνικό συμβόλαιο θα ήταν ικανό να αναβιώσει στην  πράξη την αρχαία λειτουργία του πολίτη, ως ενεργού μο­νάδας μέσα στη συλλογικότητα. Ίσως πάλι το κοινωνικό συμβόλαιο να χρησίμευε απλώς για την εξήγηση της γέννησης των παλαιών μεγάλων κρατών, αδυνατώντας να παίξει καθοριστικό ρόλο στις σύγχρονες πολιτικές εξελίξεις.

Στην πραγματικότητα, ο Ρουσσώ δεν φαίνεται απλώς να νοσταλγεί την αρχαία αίγλη του πολίτη. Μάλλον μοιά­ζει βαθιά απογοητευμένος από το αγεφύρωτο χάσμα που διαπιστώνει ανάμεσα στον αστό και τον πολίτη , ένα χά­σμα που μπορεί να οδηγήσει κατευθείαν στον ακραίο ατομικισμό. Και αυτός ήταν ένας μεγάλος κίνδυνος, τον οποίο  ήθελε πάση θυσία να αποτρέψει [lxiii].

 

 

 

 

 

 


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Γιαλκέτσης, Θανάσης , «Άλλαξε το κλίμα του κόσμου», περιοδικό ‘Βιβλιοθήκη’,  28 Ιαν’ 2005, από την ιστοσελίδα της εφημερίδας Ελευθεροτυπία, ( www.enet.gr ).
  2. Διαμαντίδης, Αντώνης, Λεξικό των –ισμών, Γνώση, Αθήνα, 2003.
    Στυλιανού ,Άρης , Θεωρίες του κοινωνικού Συμβολαίου-Από τον Γκρότιους στον Ρουσσώ, Πόλις, Αθήνα, 2006.
  3. Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, , Αθήνα, 1999,(μετάφραση :Μέλπω Αλεξίου Καναγκίνη, Μετάφραση εισαγωγής και παραρτημάτων:Κώστας Σκορδύλης).
  4. Ροζάνης, Στέφανος , «Η μοναδικότητα του υποκειμένου» «Εφημερίδα Αυγή», ιστοσελίδα εφημερίδας Αυγή, δίχως ημερομηνία καταχώρησης ( www.avgi.gr ).
  5. Στράους ,Λέο, Φυσικό δίκαιο και Ιστορία, Γνώση, Αθήνα, 1988.
  6. Cassirer, Ernst, Καντ και Ρουσσώ, Έρασμος Αθήνα, 2001.

 

 

 

 

 

 

 

 

[i] Ροζάνης, Στέφανος , «Η μοναδικότητα του υποκειμένου» «Εφημερίδα Αυγή», ιστοσελίδα εφημερίδας Αυγή, δίχως ημερομηνία καταχώρησης ( www.avgi.gr )

[ii] Cassirer, Ernst, Καντ και Ρουσσώ, Έρασμος Αθήνα, 2001, σελ.11 ,…Στον  Καντ, ο κα­νόνας και ή μέθοδος αποτελούσαν ζωογόνες και εμψυχωτικές αρ­χές, και απαιτούσαν ολοένα και περισσότερο τέτοια δύναμη ώστε όχι μόνο κυριαρχούσαν τη ζωή του σ' όλη τους την πληρότητα και ποικιλία, αλλά φαινόταν να εξαλείφουν σχεδόν αυτήν τη συγ­κεκριμένη πληρότητα.

[iii] Στυλιανού ,Άρης ,  Θεωρίες του κοινωνικού Συμβολαίου-Από τον Γκρότιους στον Ρουσσώ, Πόλις, Αθήνα, 2006, σελ. 159

[iv] Όπως αναφέρεται στην «Εισαγωγή» του βιβλίου: Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, , Αθήνα, 1999, σελ. 7

( μετάφραση :Μέλπω Αλεξίου Καναγκίνη , Μετάφραση εισαγωγής και παραρτημάτων:Κώστας Σκορδύλης)

[v] Γεγονότα όπως  ότι  επέστρεψε στον καθολικισμό καθώς επίσης και  το ότι άφησε τα παιδιά του έκθετα πολλοί που ήθελαν να τον δυσφημίσουν τα απέδωσαν στην κακή ψυχική του υγεία

[vi] Όπως αναφέρεται στην «Εισαγωγή» του βιβλίου: Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, , Αθήνα, 1999, σελ. 14

( μετάφραση :Μέλπω Αλεξίου Καναγκίνη , Μετάφραση εισαγωγής και παραρτημάτων:Κώστας Σκορδύλης)

[vii] Ο Ζαν-Ζακ Ρουσσώ δημοσιεύει το πρώτο σημαντικό έργο του, της σκέψης (φιλοσοφία, φυσικές επιστήμες, ιστορία, ηθική, δίκαιο, την Πραγματεία περί επιστημών και τεχνών, το 1750, τη στιγμή που το πιο προηγμένο τμήμα της Τρίτης Τάξης ανασυντάσσει τις δυνάμεις του εν όψει της γενικής επίθεσης εναντίον του Παλαιού Καθεστώτος. Είναι η περίοδος της δημιουργίας των μεγάλων έργων που, σε όλους τους κλά­δους κλπ.), επεξεργάζονται μια νέα αντίληψη του κόσμου και υποσκάπτουν το φεουδαρχικό καθεστώς και τον ολοκληρωτισμό, κύριος ιδεολογικός υποστηρικτής του οποίου είναι η Καθολική Εκκλησία. Το Πνεύμα των νόμων τον Μοντεσκιέ εμφανίζεται το 1749, η Επιστολή γύρω από τους τυφλούς του Ντιντερό το 1749, καθώς και ο πρώτος τόμος της Φυσι­κής Ιστορίας του Μπιφόν. Το 1750 δημοσιεύεται το Προσπέκτους της Εγκυκλοπαιδείας, της οποίας ο πρώτος τόμος θα βγει το 1751, με την Προκαταρκτική πραγματεία του ντ' Αλαμπέρ, την ίδια εποχή με τον Αιώνα τον Λουδοβίκου ΙΔ ' του Βολταίρου.

Όπως αναφέρεται στην «Εισαγωγή» του βιβλίου: Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, , Αθήνα, 1999, σελ. 7

( μετάφραση :Μέλπω Αλεξίου Καναγκίνη , Μετάφραση εισαγωγής και παραρτημάτων:Κώστας Σκορδύλης)

Στυλιανού ,Άρης,  Θεωρίες του κοινωνικού Συμβολαίου-Από τον Γκρότιους στον Ρουσσώ, Πόλις, Αθήνα, 2006,  σελ. 28 

[viii]Όπως αναφέρεται στην «Εισαγωγή» του βιβλίου: Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, , Αθήνα, 1999, σελ. 7 (μετάφραση :Μέλπω Αλεξίου Καναγκίνη , Μετάφραση εισαγωγής και παραρτημάτων:Κώστας Σκορδύλης) …Μέσα σ' αυτήν την προοπτική πρέπει να τοποθετήσουμε το έργο του Ρουσσώ, ο οποίος έδωσε στις μάζες της μικροαστικής τάξης μια ιδε­ολογία. Ο Ρουσσώ είναι ταυτόχρονα πιο προωθημένος και πιο δειλός από τους Εγκυκλοπαιδιστές. Πολύ πιο τολμηρός και βαθυστόχαστος στην πολιτική, μένει πολύ πιο πίσω κι από τους πιο προοδευτικούς απ' αυτούς στο φιλοσοφικό επίπεδο. Τέτοια είναι η βαθιά αντίφαση του έργου του, οφειλόμενη όχι σε μια εξασθένηση της ιδιοφυΐας του, αλλά στην αντιφατική κατάσταση της μικροαστικής τάξης, της οποίας αποτελούσε το φερέφωνο.

[ix] Γιαλκέτσης, Θανάσης , «Άλλαξε το κλίμα του κόσμου»,  περιοδικό ‘Βιβλιοθήκη’,  28 Ιαν’ 2005, από την ιστοσελίδα της εφημερίδας Ελευθεροτυπία, ( www.enet.gr )

[x] Στράους ,Λέο, Φυσικό δίκαιο και Ιστορία, Γνώση, Αθήνα, 1988, σελ. 309… Δια μέσου ακριβώς της επιστήμης ή της φιλοσοφίας εδραίωσε ο Rousseau   τη θέση ότι ή επιστήμη ή η φιλοσοφία δεν είναι συμβιβάσιμη με την ελεύθερη κοινωνία και συνεπώς με την αρετή. Κάνοντας κάτι τέτοιο δέχεται σιωπηρά ότι ή επιστήμη ή η φιλοσοφία μπορεί να είναι ωφέλιμη, δηλαδή συμβιβάσιμη με την αρετή.

Και δεν περιορίστηκε σ' αυτήν την σιωπηρή παραδοχή. Στον ίδιο τον πρώτο Λόγο επαίνεσε θερμότατα τις καλλιεργημένες εκείνες κοινωνίες που τα μέλη τους πρέπει να συνδυάζουν τη μάθηση με την ηθική.

Αποκάλεσε τον Βacon, τον Descartes και τον Νewton  διδάσκαλους του  ανθρώπινου γένους·  …

[xi]  ιακωβινισμός  ή  γιακωβινισμός (γαλλ. jacobinisme) 1.Όρος που χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά και τις δραστηριότητες της αδελφότητας των δομινικανών μοναχών στη Γαλλία. Η ονομασία ιακωβίνοι δόθηκε στους μονάχους από το όνομα του μοναστηρίου τους του Αγίου Ιακώβου. Στο μοναστήρι αυτό οι ιακωβίνοι μοναχοί παρέδιδαν μαθήματα στους απλούς ανθρώπους και αυτό τους έκανε ιδιαίτερα αγαπητούς στο λαό. Επίσης, οι θέσεις τους πάνω σε φιλοσοφικά και πολιτικά θέματα ήταν ιδιαίτερα προοδευτικές. Δεν άργησε, μάλιστα, να ιδρυθεί τάγμα με την ονομασία αυτή. 2. Με τον όρο ιακωβινισμός είναι γνωστές οι πολιτικές θέσεις για την απόλυτη δημοκρατία και ισότητα, που διακήρυξε με μανιφέστο της ομάδα Γάλλων επαναστατών το 1789, με αρχηγό τον Ροβεσπιέρο , η Πολιτική Εταιρεία της Γαλλικής Επανάστασης, στο μοναστήρι του Αγίου Ιακώβου στο Παρίσι. Οι οπαδοί της πολιτικής αυτής οργάνωσης ονομάστηκαν ιακωβίνοι. Από τις θέσεις των ιακωβίνων πήγασε και η «Διακήρυξη των Δικαι­ωμάτων του Ανθρώπου». Η κίνηση αυτή διαλύθηκε το 1799, μετά το θάνατο του Ροβεσπιέρου, που κατηγορήθηκε για τρομοκρατία.

Διαμαντίδης, Αντώνης, Λεξικό των –ισμών, Γνώση, Αθήνα, 2003, σελ. 112

[xii]

[xiii] Όπως αναφέρεται στην «Εισαγωγή» του βιβλίου: Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, , Αθήνα, 1999, σελ. 16 (μετάφραση :Μέλπω Αλεξίου Καναγκίνη , Μετάφραση εισαγωγής και παραρτημάτων:Κώστας Σκορδύλης)

[xiv] Όπως αναφέρεται στην «Εισαγωγή» του βιβλίου: Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, , Αθήνα, 1999, σελ. 17 (μετάφραση :Μέλπω Αλεξίου Καναγκίνη , Μετάφραση εισαγωγής και παραρτημάτων:Κώστας Σκορδύλης)

[xv] Cassirer, Ernst, Καντ και Ρουσσώ, Έρασμος Αθήνα, 2001, σελ.16,17, Αυτό πού οι στενότεροι φίλοι του Ρουσσώ δεν μπορούσαν να καταλά­βουν ή να συγχωρήσουν σ' αυτόν ήταν ή μοναξιά στην οποία είχε καταφύγει. Στην αρχή είδαν σ' αυτή την επιθυμία για μοναξιά μονάχα μια παροδική παρόρμηση πού γρήγορα θα περνούσε, κι ερμήνευαν την επίμονη απόφαση του σαν ακατανόητο πείσμα. Αυτό το χαρακτηριστικό υπήρξε ή αιτία για τη διακοπή των σχέσεων του με τον Ντιντερό. "Όλα τα γράμματα του Ντιντερό εκφράζουν ένα γνήσια φιλικό ενδιαφέρον και μια πραγματική συμ­πάθεια για τη μοίρα του Ρουσσώ. 'Αλλά όλη ή οξυδέρκεια του Ντιντερό, πού σ' άλλες περιπτώσεις είναι τόσο διεισδυτικός ψυ­χολόγος, τον εγκαταλείπει όταν αντιμετωπίζει την προσωπικό­τητα του Ρουσσώ. "Όπως είναι πασίγνωστο, ο Ρουσσώ ένιωσε βαθύτατα πληγωμένος όταν διάβασε στο Παιδί της Φύσης του Ντιντερό ότι «μόνο ο κακός αναζητάει τη μοναξιά». Ποτέ δεν συγχώρησε στον Ντιντερό αυτά τα λόγια. Μπορούμε κάλλιστα να πιστέψουμε τις επανειλημμένες διαβεβαιώσεις του Ντιντερό ότι ή έκφραση δεν είχε στόχο τον Ρουσσώ. Άλλ' από την άλλη μεριά υπήρχε εκεί μέσα μια γνήσια αντίθεση πνεύματος ή οποία με τον καιρό έμελλε να γίνεται όλο και πιο καθαρά αισθητή για ν' αποδειχθεί στο τέλος αγεφύρωτη.

[xvi] Cassirer, Ernst, Καντ και Ρουσσώ, Έρασμος Αθήνα, 2001, σελ.21 Ο Ρουσσώ διαβεβαίωνε επανειλημμένως στα γραπτά του, στις Εξομολογή­σεις του και στα γράμματα του πώς ποτέ δεν αγαπούσε θερμό­τερα τους ανθρώπους από τότε πού φαινόταν ν' αποσύρεται και να φεύγει μακριά τους. Κατά την επαφή με τους ανθρώπους και κάτω από την πίεση των κοινωνικών συμβάσεων, ο Ρουσσώ δεν θα μπορούσε ν' ανακαλύψει την ανθρώπινη φύση πού ήταν ικανός ν' αγαπάει. «Δεν ήμουνα ποτέ φτιαγμένος για την κοινωνία οπού το κάθε τι είναι καταναγκασμός, και φορτική υποχρέωση», γράφει στο τέλος της ζωής του στους Ρεμβασμούς του μοναχικού οδοι­πόρου.   

[xvii] Όπως αναφέρεται στην «Εισαγωγή» του βιβλίου: Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, , Αθήνα, 1999, σελ. 18 (μετάφραση :Μέλπω Αλεξίου Καναγκίνη , Μετάφραση εισαγωγής και παραρτημάτων:Κώστας Σκορδύλης)

[xviii] Όπως αναφέρεται στην «Εισαγωγή» του βιβλίου: Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, , Αθήνα, 1999, σελ. 19 (μετάφραση :Μέλπω Αλεξίου Καναγκίνη , Μετάφραση εισαγωγής και παραρτημάτων:Κώστας Σκορδύλης)

[xix] Cassirer, Ernst, Καντ και Ρουσσώ, Έρασμος Αθήνα, 2001, σελ. 46 Κεντρικό σημείο στην παιδαγωγική του θεωρία είναι το αίτημα ότι ο μα­θητής πρέπει να διαπαιδαγωγείται για χάρη του εαυτού του, όχι για χάρη των άλλων. Πρέπει να φτάσει στην ωριμότητα αλλά στη «φυσική» όχι στην «τεχνητή», να γίνει «homme naturel» όχι «homme artificiel». Και γι' αυτόν το λόγο δεν πρέπει να τον πλησιάζουμε από μια πρώιμη -ηλικία με απαιτήσεις πού έχουν την πηγή τους μόνο στην απολύτως τεχνητή και συμβατική δομή της σύγχρονης κοινωνίας. Αντί να τον βιάζουμε μέσα στον ζουρ­λομανδύα αυτών των συμβάσεων, θα 'πρεπε να ξυπνάμε μέσα του μιαν αίσθηση ανεξαρτησίας, αντί να τον κάνουμε να υπηρετεί τους σκοπούς των άλλων, θα 'πρεπε να τον μάθουμε να σκέπτεται τον εαυτό του σαν ένα σκοπό και να ενεργεί σύμφωνα μ' αύτη την ιδέα. Μόνον όταν έχει γίνει μ' αύτη την έννοια εσωτερικά ελεύ­θερος είναι  έτοιμος για την κοινωνία, και μόνο τότε είναι ικανός να συνεισφέρει σ' αυτή με τον ορθό τρόπο· γιατί μόνον ο ελεύθε­ρος άνθρωπος είναι ο αληθινός πολίτης. Αυτό είναι το βασικό θέμα του Αιμίλιου κι αυτό είναι το αξίωμα πού ο Ρουσσώ βάζει την μαντάμ ντε Βολμάρ να διατυπώνει στις τελευταίες σελίδες της Νέας Έλοΐζας.

[xx] Όπως αναφέρεται στην «Εισαγωγή» του βιβλίου: Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, , Αθήνα, 1999, σελ. 21 (μετάφραση :Μέλπω Αλεξίου Καναγκίνη , Μετάφραση εισαγωγής και παραρτημάτων:Κώστας Σκορδύλης)

[xxi], Cassirer, Ernst, Καντ και Ρουσσώ, Έρασμος Αθήνα, 2001, σελ. 59

[xxii] Όπως αναφέρεται στην «Εισαγωγή» του βιβλίου: Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, , Αθήνα, 1999, σελ. 22 (μετάφραση :Μέλπω Αλεξίου Καναγκίνη , Μετάφραση εισαγωγής και παραρτημάτων:Κώστας Σκορδύλης)

[xxiii] Cassirer, Ernst, Καντ και Ρουσσώ, Έρασμος Αθήνα, 2001, σελ. 59,60 «…Από τη μια μεριά έβλεπαν στο πρόσωπό του τον διανοητή που όχι μόνο διαφύλαξε πιστά την κληρονομιά του προτεσταντισμού, αλλά τη θεμελίωσε από την αρχή με μια βαθύτερη και καθαρά πνευματική έννοια. Από την άλλη τον διεκδικούσαν για τον καθολικισμό, προσπάθησαν μάλιστα να δουν στο πρόσωπό του τον πρόδρομο της καθολικής «Παλινόρθωσης»  που άρχισε τον 19ο αιώνα Cassirer, Ernst, Καντ και Ρουσσώ, Έρασμος Αθήνα, 2001, σελ. 59,60

[xxiv] «Έτσι για τον Ρουσσώ, η σύγκρουση με τους “philosophes” δεν κατευθυνόταν εναντίον της ίδιας της λογικής , αλλά εναντίον της λανθασμένης χρήσης της. Αυτό που ανέτεινε στους   “philosophes”, τους διανοητές της  “Εγκυκλοπαιδείας”, ήταν πως παρανόησαν και συσκότισαν τη φύση του προβλήματος. Κατέστησαν τη σκέψη μέτρο της θρησκευτικής πίστης αντί να κρίνουν αυτή την αλήθεια με μέτρο την ηθική βεβαιότητα , που είναι η μόνη δυνατή. Δεν είναι απορίας άξιο ότι οι εγκυκλοπαιδιστές , ενεργώντας έτσι ,βγήκαν από το δρόμο τους , ότι προσπαθώντας να πολεμήσουν το δογματισμό ξανακύλησαν οι ίδιοι στο δογματισμό, αν ο δογματισμός τους είχε μιαν αντίθετη σφραγίδα. Αλλά  η λογική δεν πρέπει να εξαργυρώνεται, με την απλή λογικότητα: “η τέχνη του συλλογισμού δεν είναι λογική, πολλές φορές είναι η κατάχρηση της λογικής.”»

[xxv] θεϊσμός (αγγλ. theism) Φιλοσοφική θρησκευτική θεωρία, που παρα­δέχεται την ύπαρξη του Θεού ως όντος υπερφυσικού, λογικού και δημιουργού του κόσμου. Ο θεϊσμός δεν ταυτίζει το Θεό με τον κό­σμο, όπως ο  πανθεϊσμός. Υποστηρίζει ότι ο Θεός εισέρχεται στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων και κατευθύνει κατά κάποιο τρόπο τη δραστηριότητα τους. Θεωρεί ότι όλα τα φαινόμενα είναι εκπλήρωση της «θέλησης του Θεού» και προϊόντα της Θείας Πρό­νοιας στον κόσμο. Αυτή είναι και η βασική διαφορά του από τον  ντεϊσμό, ο οποίος υποστηρίζει ότι ο Θεός, μετά τη δημιουργία του κόσμου, δεν επεμβαίνει στη λειτουργία του.

Διαμαντίδης, Αντώνης, Λεξικό των –ισμών, Γνώση, Αθήνα, 2003, σελ. 301

[xxvi] φιντεϊσμός (αγγλ. fideism) Θεωρία που υποστηρίζει ότι οι θεολογικές-θρησκευτικές αλήθειες πρέπει να γίνονται αποδεκτές και να κατανοούνται μόνο με την πίστη, γιατί είναι θεϊκής προέλευσης. Δεν χρήζουν επιστημονικής επιβεβαίωσης, αφού είναι δεδομένο ότι δεν μπορούν να αποδειχτούν. Επίσης, ο φιντεϊσμός θεωρεί ότι η επιστήμη δεν θα μπορέσει ποτέ να βρει την πραγματική αλήθεια, την οποία μόνο ο Θεός κατέχει. Ο όρος προέρχεται από τη λατινική  fides = πίστη.

Διαμαντίδης, Αντώνης, Λεξικό των –ισμών, Γνώση, Αθήνα, 2003, σελ. 301

[xxvii] Όπως αναφέρεται στην «Εισαγωγή» του βιβλίου: Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, , Αθήνα, 1999, σελ. 26 (μετάφραση :Μέλπω Αλεξίου Καναγκίνη , Μετάφραση εισαγωγής και παραρτημάτων:Κώστας Σκορδύλης)

[xxvii] Όπως αναφέρεται στην «Εισαγωγή» του βιβλίου: Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, , Αθήνα, 1999, σελ. 27 (μετάφραση :Μέλπω Αλεξίου Καναγκίνη , Μετάφραση εισαγωγής και παραρτημάτων:Κώστας Σκορδύλης)

[xxviii] Όπως αναφέρεται στην «Εισαγωγή» του βιβλίου: Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, , Αθήνα, 1999, σελ. 27 (μετάφραση :Μέλπω Αλεξίου Καναγκίνη , Μετάφραση εισαγωγής και παραρτημάτων:Κώστας Σκορδύλης)

[xxix] Όπως αναφέρεται στην «Εισαγωγή» του βιβλίου: Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, , Αθήνα, 1999, σελ. 27,28 (μετάφραση :Μέλπω Αλεξίου Καναγκίνη , Μετάφραση εισαγωγής και παραρτημάτων : Κώστας Σκορδύλης)

[xxx] Όπως αναφέρεται στην «Εισαγωγή» του βιβλίου: Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, , Αθήνα, 1999, σελ. 28,29 (μετάφραση :Μέλπω Αλεξίου Καναγκίνη , Μετάφραση εισαγωγής και παραρτημάτων:Κώστας Σκορδύλης)

[xxxi] Όπως αναφέρεται στην «Εισαγωγή» του βιβλίου: Ρουσσώ, Ζαν-Ζακ, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, , Αθήνα, 1999, σελ. 30,31 (μετάφραση :Μέλπω Αλεξίου Καναγκίνη , Μετάφραση εισαγωγής και παραρτημάτων:Κώστας Σκορδύλης)

[xxxii] Cassirer, Ernst, Καντ και Ρουσσώ, Έρασμος Αθήνα, 2001, σελ. 47,48 …Υποβάλλει (ο όρος «κοινωνικό συμβόλαιο») την ιδέα μιας χρονι­κής έναρξης της κοινωνίας, μιας μοναδικής πράξης δια της όποιας (ή κοινωνία) άρχισε κάποια στιγμή να υπάρχει. Ό Ρουσσώ, βέ­βαια, επέμενε ότι για αυτόν δεν τίθεται πρόβλημα μιας τέτοιας έναρξης αλλά της «αρχής» της κοινωνίας, ότι τον ενδιέφερε ένα πρόβλημα φιλοσοφίας του δικαίου και  όχι ένα πρόβλημα ιστορίας.

Απ’  αυτή την άποψη έσυρε σαφή διαχωριστική γραμμή ανά­μεσα στο δικό του πρόβλημα και το πρόβλημα του έμπειριοκράτη κοινωνιολόγου. Επικρίνει ακόμα και τον Μοντεσκιέ γιατί δεν είχε επιστρέψει στις βασικές αρχές του δικαίου και γιατί αρκέ­στηκε να δώσει μια περιγραφική σύγκριση υπαρχουσών μορφών δικαίου. 

[xxxiii] Στυλιανού ,Άρης ,  Θεωρίες του κοινωνικού Συμβολαίου-Από τον Γκρότιους στον Ρουσσώ, Πόλις, Αθήνα, 2006, σελ. 23

[xxxiv] Στυλιανού ,Άρης ,  Θεωρίες του κοινωνικού Συμβολαίου-Από τον Γκρότιους στον Ρουσσώ, Πόλις, Αθήνα, 2006, σελ. 26

[xxxv] Στυλιανού ,Άρης ,  Θεωρίες του κοινωνικού Συμβολαίου-Από τον Γκρότιους στον Ρουσσώ, Πόλις, Αθήνα, 2006, σελ. 28

[xxxvi] Στυλιανού ,Άρης , ό.π., σελ. 30

[xxxvii] Cassirer, Ernst, Καντ και Ρουσσώ, Έρασμος Αθήνα, 2001, σελ. 59,60

[xxxviii] Στυλιανού ,Άρης , ό.π., σελ. 31

[xxxix] Στυλιανού ,Άρης , ό.π., σελ. 35

[xl] Cassirer, Ernst, Καντ και Ρουσσώ, Έρασμος Αθήνα, 2001, σελ. 39,40 Όταν ο Ρουσσώ εξετάζει τις υπάρχουσες μορφές «πολιτικής φιλοσοφίας» τις βρίσκει όλες ανεπαρκείς και αθεμελίωτες. Κατ' αυτόν μόνον ο Πλάτων διέκρινε το πραγματικό πρόβλημα, ενώ όλοι οι διάδοχοι του το παρερμήνευσαν ή, τουλάχιστον, το διέστρεψαν. Ό Ρουσσώ απορρίπτει το αριστοτελικό δόγμα ότι ο άνθρωπος είναι «φύσει» κοινωνικό όν, ζώον πολιτικόν. Δεν πι­στεύει σ' εκείνο το «κοινωνικό ένστικτο» πάνω στο οποίο έλπι­ζαν να θεμελιώσουν την κοινωνία οι θεωρητικοί του δεκάτου εβδόμου και του δεκάτου ογδόου αιώνα. Απ’ αυτή την άποψη αμφισβη­τεί τόσο τη θεωρία του Γκρότιους όσο και του Ντιντερό και των Εγκυκλοπαιδιστών. Δεν είναι ο φυσικός χαρακτήρας του ανθρώπου ή κάποιο είδος πρωτογενώς εμφυτευμένης ανάγκης αυτό πού τον ωθεί προς τους συνανθρώπους του. Από τη φύση του ο άνθρω­πος δεν έχει παρά ένα και μόνο ένστικτο — το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Το θεμελιώδες αξίωμα  suum esse conservare  οφείλει ο άνθρωπος να το απαρνηθεί από τη στιγμή πού μπαίνει στην κοινωνία. Τώρα έχει χάσει τη «φυσική ανεξαρτησία» του, και ο χαμένος παράδεισος αυτής της ανεξαρτησίας δεν μπορεί ν' αποκατασταθεί ποτέ μιας κι έγινε το πρώτο βήμα έξω απ’ αυ­τόν.

[xli] Στυλιανού ,Άρης ,  Θεωρίες του κοινωνικού Συμβολαίου-Από τον Γκρότιους στον Ρουσσώ, Πόλις, Αθήνα, 2006, σελ. 162.

[xlii]Στράους ,Λέο, Φυσικό δίκαιο και Ιστορία, Γνώση, Αθήνα, 1988, σελ. 319 … Οι προγενέστεροι του Rousseau προσπαθούσαν να ορίσουν τον χαρακτήρα του φυσικού ανθρώπου παρατηρώντας τον άνθρω­πο όπως είναι σήμερα. Ή μεθόδευση αύτη ήταν δικαιολογημένη εφόσον υπετίθετο ότι ο άνθρωπος είναι φύσει κοινωνικός. Κάνον­τας κανείς αυτή την υπόθεση, μπορούσε να σύρει τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ φυσικού και θετικού ή συμβατικού ταυτίζοντας το συμβατικό με ό,τι είναι έκδηλα καθιερωμένο από τη σύμβαση. …

[xliii] Cassirer, Ernst, Καντ και Ρουσσώ, Έρασμος Αθήνα, 2001, σελ. 28 … Και η ηθική του θεωρία επίσης λογαριάζει την ανε­ξαρτησία μέσα στα ύψιστα ηθικά αγαθά. «Στην υποτακτικότητα δεν υπάρχει μόνο κάτι εξαιρετικά επικίνδυνο», γράφει στις σημειώσεις του στις Παρατηρήσεις για το Αίσθημα του Ωραίου και του Υψηλού, «αλλά και κάποια ασχήμια και αντίφαση, που δείχνει συγχρόνως το αθέμιτο της. Ένα ζώο δεν είναι ακόμα τέλειο ον επειδή δεν έχει συνείδηση του εαυτού του... δεν γνωρίζει τίπο­τα για την ίδια του την ύπαρξη. Άλλα το ότι ο ίδιος ο άνθρωπος δεν θα χρειαζόταν να 'χει ψυχή και δεν θα είχε αφ' εαυτού βού­ληση, και ότι κάποια άλλη ψυχή θα κινούσε τα μέλη του, είναι παράλογο και διεστραμμένο. Ένας τέτοιος άνθρωπος μοιάζει απλό όργανο ενός άλλου... Ό άνθρωπος που βρίσκεται σε κατάσταση εξάρτησης από έναν άλλο δεν είναι πλέον άνθρωπος, έχει χάσει την αξία του, δεν είναι παρά το κτήμα ενός άλλου ανθρώπου». Μ' αυτή την πεποίθηση ο Καντ προσέγγισε τον Ρουσσώ και μ' αυτήν μπόρεσε να τον υποδεχτεί ως έναν φιλόσοφο απελευθερωτή.

[xliv]Στράους ,Λέο, Φυσικό δίκαιο και Ιστορία, Γνώση, Αθήνα, 1988, σελ. 321 … Ό Rousseau συνόψισε το συμπέρασμα του από τη μελέτη του φυσικού ανθρώπου στη δήλωση ότι ο άνθρωπος είναι φύσει καλός. Το συμπέρασμα αυτό μπορεί να νοηθεί ως αποτέλεσμα μιας κρι­τικής κατά της θεωρίας του Ηobbes, κριτικής όμως ή οποία βα­σίζεται στις συλλογιστικές αφετηρίες του Ηobbes . Ό  Rousseau επιχειρηματολογεί ως εξής: ο άνθρωπος είναι φύσει ακοινωνικός, όπως δεχόταν ο Ηobbes. Άλλα ή υπεροψία ή ο amour-propre προϋποθέτει την κοινωνία. Συνεπώς ο φυσικός άνθρωπος δεν μπο­ρεί να είναι υπερόπτης ή κενόδοξος, καθώς είχε ισχυριστεί ο Ηobbes . Άλλα ή υπεροψία ή η κενοδοξία είναι ή πηγή κάθε κα­κίας, καθώς επίσης είχε ισχυριστεί ο Ηobbes . Ό φυσικός άνθρω­πος είναι συνεπώς απαλλαγμένος από κάθε κακία. Ό φυσικός άν­θρωπος κυριαρχείται από τη φιλαυτία ή τη φροντίδα για αυτο­συντήρηση" συνεπώς θα βλάψει τους άλλους αν πιστέψει πώς με αυτό θα προστατέψει τον εαυτό του' αλλά δεν θα ξεκινήσει να βλά­ψει τους άλλους απλώς και μόνο για να τους βλάψει, όπως θα έκανε αν ήταν υπερόπτης ή ματαιόδοξος. Εξ άλλου, υπεροψία και συμπόνια δεν συμβιβάζονται μεταξύ τους· στον βαθμό πού μας απασχολεί το γόητρο μας, είμαστε αναίσθητοι στα βάσανα των άλλων. Ή δύναμη της συμπόνιας μειώνεται με την αύξηση της καλλιέργειας ή της σύμβασης. …

[xlv] Στράους ,Λέο, Φυσικό δίκαιο και Ιστορία, Γνώση, Αθήνα, 1988, σελ. 302 … Ο Rousseau χτύπησε το μοντέρνο πνεύμα εν ονόματι δύο κλασσικών ιδεών: της ιδέας της πόλης και της αρετής, από τη μια μεριά, και της ιδέας της φύσης από την άλλη… Το εμπόριο , το χρήμα , ο διαφωτισμός, η απελευθέρωση της  αποκτητικής ροπής  , η πολυτέλεια και η πίστη στην παντοδυναμία της νομοθεσίας αποτελούν χαρακτηριστικά του μοντέρνου κράτους ,ανεξαρτήτως του αν αυτό είναι απόλυτη μοναρχία ή αντιπροσωπευτική δημοκρατία. …

Επίσης στο ίδιο σελ. 322 για την σχέση φυσικού ανθρώπου και Λόγου.

[xlvi] Στράους ,Λέο, Φυσικό δίκαιο και Ιστορία, Γνώση, Αθήνα, 1988, σελ. 326 …Με το ρουσσωικό δόγμα της φυσικής κατάστασης ή μοντέρνα διδασκαλία του φυσικού δικαίου φθάνει στην κρίσιμη φάση της. Κατευθύνοντας τη σκέψη του πάνω στη βάση αυτής της διδασκα­λίας, ο Rousseau βρέθηκε αντιμέτωπος με την αναγκαιότητα να την εγκαταλείψει εντελώς. Αν ή φυσική κατάσταση είναι υποανθρώπινη, τότε είναι παράλογο να επιστρέψουμε σ' αυτήν για να βρούμε το μέτρο του άνθρωπου. Ό Ηobbes  είχε αρνηθεί ότι ο άνθρωπος έχει φυσικό σκοπό. Πίστευε ότι μπορούσε να βρει μια φυσική ή μη αυθαίρετη βάση δικαίου στις απαρχές του άνθρωπου. Ό Rousseau έδειξε ότι οι απαρχές του ανθρώπου δεν είχαν κα­νένα ανθρώπινο χαρακτηριστικό. Βάσει, λοιπόν, της συλλογιστικής αφετηρίας του Ηobbes     έγινε αναγκαίο να εγκαταλειφθεί εντελώς ή προσπάθεια να βρεθεί η βάση του δικαίου στη φύση, στην ανθρώ­πινη φύση. Και ο  Rousseau φάνηκε να υποδεικνύει μιαν εναλλα­κτική λύση. Διότι είχε δείξει πώς ό,τι είναι χαρακτηριστικά αν­θρώπινο δεν είναι δώρο της φύσης αλλά αποτέλεσμα όσων έκαμε ή αναγκάστηκε να κάμει ο άνθρωπος για να υπερνικήσει ή να μετα­βάλει τη φύση: ή ανθρώπινη ουσία του ανθρώπου είναι προϊόν Ιστορικής διαδικασίας. …

[xlvii] Αυτό  μπορεί να γίνει εύκολα κατανοη­τό μέσω της ανάγνωσης του έργου Λόγος για την προέ­λευση και τα θεμέλια της ανισότητας μεταξύ των ανθρώ­πων.

[xlviii] Στυλιανού ,Άρης ,  Θεωρίες του κοινωνικού Συμβολαίου-Από τον Γκρότιους στον Ρουσσώ, Πόλις, Αθήνα, 2006, σελ. 166. 

[xlix]Cassirer, Ernst, Καντ και Ρουσσώ, Έρασμος Αθήνα, 2001, σελ. 36…Στον ίδιο τον Ρουσσώ ποτέ δεν ήταν εντελώς σαφές σε ποια έκταση ή ιδέα του για μια φυσική κατάσταση είναι «ιδεατή» και σε ποια έκταση είναι «εμπειρική». Μετακινείται πάντα (ο Ρουσσώ) από μια πραγμα­τολογική σε μια καθαρά ιδεατή ερμηνεία. Στον πρόλογο τον Λόγου περί της καταγωγής και της εδραιώσεως της ανισότητας τονίζει ρητά την ιδεατή ερμηνεία: διακηρύσσει πώς ξεκινάει από μια κατάσταση ανθρώπινων πραγμάτων ή οποία δεν υπάρχει πλέον, ή οποία ίσως δεν υπήρξε και ίσως δεν θα υπάρξει ποτέ, αλλά την οποία οφείλουμε παρ' όλ’ αυτά να υποθέσουμε για να κρίνουμε σωστά, την παρούσα κατάσταση μας. Όμως ο Ρουσσώ δεν μι­λάει πάντα μ' αυτό τον τρόπο. Πολύ συχνά συγχέει τον ρόλο του ως παιδαγωγού, κοινωνικού κριτικού και ηθικού φιλοσόφου με τον ρόλο του ιστορικού.

[l] Ο Rousseau πάντως αισθανόταν ότι ο υπολογισμός και το ατομικό συμφέρον δεν έχουν αρκετή δύναμη ως δεσμός ούτε αρκετό βάθος ως ρίζα της κοινωνίας.

[li]Στυλιανού ,Άρης ,  Θεωρίες του κοινωνικού Συμβολαίου-Από τον Γκρότιους στον Ρουσσώ, Πόλις, Αθήνα, 2006, σελ. 168

 Με αυτό τον τρόπο, η θεωρία του φυσι­κού δικαίου διέσωζε τη μεταφυσική ενότητα του ανθρώ­πινου κόσμου, ρυθμίζοντας τον με απόλυτους νόμους. Ο άνθρωπος παρέμενε ουσιαστικά ο ίδιος πριν και μετά το συμβόλαιο, στη φυσική και στην πολιτική κατάσταση.

[lii]  Στράους ,Λέο, Φυσικό δίκαιο και Ιστορία, Γνώση, Αθήνα, 1988, σελ. 303, … Ο Rousseau πρότεινε την επιστροφή στην φυσική κατάσταση , την επιστροφή στη φύση, από έναν κόσμο πλαστότητας και συμβατικότητας. …

[liii] Στυλιανού ,Άρης ,  Θεωρίες του κοινωνικού Συμβολαίου-Από τον Γκρότιους στον Ρουσσώ, Πόλις, Αθήνα, 2006, σελ. 170

[liv]  Στράους ,Λέο, Φυσικό δίκαιο και Ιστορία, Γνώση, Αθήνα, 1988, σελ. 314  … Εν ονόματι της φύσης ο Rousseau αμφι­σβητεί όχι μόνο τη φιλοσοφία, άλλα και την πόλη και την αρετή. Είναι αναγκασμένος να πράξει έτσι, διότι, ή σωκρατική του σοφία βασίζεται τελικά στη θεωρητική επιστήμη ή μάλλον σ' ένα ιδιαί­τερο είδος θεωρητικής επιστήμης, δηλαδή την μοντέρνα φυσική επιστήμη.

[lv] Στράους ,Λέο  , ό.π., σελ. 315 … Ο Rousseaou από την άλλη μεριά, αφηγείται την ιστορία του ανθρώπου για να ανακαλύψει την πολιτική εκείνη τάξη, ή οποία βρίσκεται σε αρμονία με το φυσικά δίκαιο. Επιπλέον, στην αρχή τουλάχιστο, ακολουθεί τον Descartes μάλλον παρά τον Επί­κουρο: δέχεται ότι τα ζώα είναι μηχανές και ότι ο άνθρωπος υπερ­βαίνει τον γενικό μηχανισμό, ή τη διάσταση της (μηχανικής) αναγ­καιότητας μόνο δυνάμει της πνευματικότητας της ψυχής του. …

[lvi] Στυλιανού ,Άρης , ό.π., σελ. 173

[lvii]Στράους ,Λέο  , ό.π., σελ. 336  Η αποφασιστική με­ταβολή, η οποία συνέβη μέσα στη φυσική κατάσταση, συνίστατο στην εξασθένιση της συμπόνιας. Ή συμπόνια εξασθένισε λόγω της εμφάνισης της ματαιοδοξίας ή υπεροψίας και τελικά λόγω της εμ­φάνισης της ανισότητας και συνεπώς της εξάρτησης του άνθρωπου από τους συνανθρώπους του. Εξ αιτίας της εξάρτησης αυτής, η αυτοσυντήρηση γινόταν ολοένα και πιο δύσκολη. Μόλις προσεγγι­σθεί το κρίσιμο σημείο, η αυτοσυντήρηση απαιτεί την εισαγωγή ενός τεχνητού υποκατάστατου της φυσικής συμπόνιας ή ενός συμ­βατικού υποκατάστατου της φυσικής εκείνης ελευθερίας και της φυσικής εκείνης ισότητας, η οποία υπήρχε αρχικά .Ακριβώς ή αυτο­συντήρηση του καθενός απαιτεί να επιτυγχάνεται εντός μιας κοι­νωνίας η μέγιστη δυνατή προσέγγιση στην αρχική ελευθερία και ισότητα.

[lviii] Cassirer, Ernst, Καντ και Ρουσσώ, Έρασμος Αθήνα, 2001, σελ. 43, 44 …Είναι ένα από τα πιο αξιοσημείωτα και πιο παρεξηγημένα χαρακτηριστικά των ιδεών του Ρουσσώ το γεγονός ότι, αυτός πού ήταν ο αληθινός υπέρμαχος του αισθήματος και των «δι­καιωμάτων της καρδίας» αρνήθηκε εμφατικότατα το πρωτείο του αισθήματος στη θεωρία του περί του Δικαίου και του Κρά­τους. Πρέπει ν' αναζητήσει διαφορετικό θεμέλιο για τους νομι­κούς και πολιτικούς θεσμούς, γιατί αυτοί κατά την άποψη του, οικοδομούνται από τη βούληση και συνεπώς υπόκεινται σε δικό τους νόμο, σ' ένα είδος νόμου sui generis. Είναι στη φύση του κράτους ν' αποβλέπει όχι στο να συγχωνεύει τα αισθήματα σε μια ενότητα, αλλά μάλλον να ενοποιεί πράξεις της βούλησης και να τις διευθύνει προς έναν κοινό στόχο. Εκπληρώνει αυτήν τη λειτουργία μόνο αν πετυχαίνει πραγματικά σ' αυτή την ενοποίη­ση, δηλαδή μόνο αν κάθε απαίτηση πού το κράτος έχει από το άτομο θεωρείται και γίνεται αποδεκτή απ’ αυτό ως έκφραση της κοινής βούλησης. Για τον Ρουσσώ, επομένως, ο αληθινός «κοι­νωνικός δεσμός» συνίσταται στο γεγονός ότι δεν καλούνται άτο­μα και ομάδες να κυβερνήσουν πάνω σε άλλες· γιατί μια τέτοια διακυβέρνηση ασχέτως του με ποιες εκλεπτυσμένες ή «πολιτι­σμένες» μορφές θα ασκούνταν το μόνο πού θα έκανε θα ήταν να μας υποβιβάσει στην πιο ταπεινωτική δουλεία. Αύτη ή δουλεία εξαλείφεται μόνον όταν o  ίδιος ο νόμος αναλαμβάνει τη διεύθυνση και την αρχηγία, και όταν στις αμοιβαίες τους σχέσεις οι άν­θρωποι δεν υπακούουν σε κάποιους άλλους, αλλά τη θέση μιας τέτοιας υπηρεσίας και υπακοής παίρνει μια γενική υποταγή στο νόμο.

Αυτός ο ζήλος για το νόμο ως την «καθολική φωνή» πλημ­μυρίζει όλα τα πολιτικά γραπτά και σκιαγραφήματα του Ρουσ­σώ .  Cassirer, Ernst, Καντ και Ρουσσώ, Έρασμος Αθήνα, 2001, σελ. 43, 44 .

[lix]Στράους ,Λέο, Φυσικό δίκαιο και Ιστορία, Γνώση, Αθήνα, 1988, σελ. 339   … Η ελευθερία μέσα στην κοινωνία είναι δυνατή μόνο με την ολοκληρωτική υποταγή του καθενός (και ιδιαίτερα της κυβέρνη­σης) στην βούληση μιας ελεύθερης κοινωνίας. Παραδίδοντας όλα του τα δικαιώματα στην κοινωνία, ο άνθρωπος χάνει το δικαίωμα να προσφεύγει από τις ετυμηγορίες της κοινωνίας, δηλαδή από το θετικό δίκαιο, στο φυσικό δίκαιο: όλα τα δικαιώματα γίνονται κοι­νωνικά δικαιώματα. Η ελεύθερη κοινωνία στηρίζεται στην αφο­μοίωση του φυσικού δικαίου από το θετικό δίκαιο. Το φυσικό δί­καιο αφομοιώνεται νόμιμα από το θετικό δίκαιο μιας κοινωνίας οικοδομούμενης σύμφωνα με το φυσικό δίκαιο. Ή γενική βούληση παίρνει τη θέση του φυσικού νόμου. «Από το γεγονός ακριβώς ότ', είναι, ο κυρίαρχος είναι πάντα ό,τι όφειλε να είναι». …

[lx] Στυλιανού ,Άρης ,  Θεωρίες του κοινωνικού Συμβολαίου-Από τον Γκρότιους στον Ρουσσώ, Πόλις, Αθήνα, 2006, σελ. 176

[lxi] Cassirer, Ernst, Καντ και Ρουσσώ, Έρασμος Αθήνα, 2001, σελ. 38 … Ο Καντ θεωρούσε πως ή πρόθεση του Ρουσσώ δεν περιείχε μια πρόσκληση προς τον άνθρωπο να επιστρέψει στη φυσική κατά­σταση, αλλά να στρέψει μάλλον το βλέμμα του πίσω προς αυτήν για ν' αντιληφθεί τα λάθη και τις αδυναμίες της συμβατικής κοι­νωνίας. Αυτή ή ερμηνεία βρίσκει την καλύτερη επιβεβαίωση της στις ιδέες του Ρουσσώ για το δίκαιο και το κράτος. Εκείνοι οι κριτικοί του Ρουσσώ πού δεν είδαν σ' αυτόν παρά μόνο τον ρομα­ντικό ζηλωτή δεν απέδωσαν ποτέ δικαιοσύνη σ' αυτό το τμήμα της σκέψης του. Θεωρούσαν ως ακατανόητη ανακολουθία και ως εγκατάλειψη της ίδιας του της κεντρικής θέσης το γεγονός πώς ο ίδιος ο Ρουσσώ, ο οποίος στον Λόγο περί της καταγωγής και της εδραιώσεως της ανισότητας είχε κηρύξει τον πόλεμο στην κοινωνία και την είχε καταστήσει υπεύθυνη για όλα τα δεινά της ανθρωπότητας, έθετε τώρα σκοπό του, στο Κοινωνικό Συμβόλαιο να γράψει τους νόμους γι' αυτή την κοινωνία — νόμους πού θα ενέτασσαν  πραγματικά το άτομο στην ομάδα με υποχρεώσεις πολύ αυστηρότερες και ισχυρότερες από ποτέ άλλοτε.

[lxii] Στυλιανού ,Άρης ,  Θεωρίες του κοινωνικού Συμβολαίου-Από τον Γκρότιους στον Ρουσσώ, Πόλις, Αθήνα, 2006, σελ. 179-180.

[lxiii] Στυλιανού ,Άρης ,  Θεωρίες του κοινωνικού Συμβολαίου-Από τον Γκρότιους στον Ρουσσώ, Πόλις, Αθήνα, 2006, σελ. 180

Προέλευση εικόνας: https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%96%CE%B1%CE%BD-%CE%96%CE%B1%CE%BA_%CE%A1%CE%BF%CF%85%CF%83%CF%83%CF%8E

 

 

Κινηματογράφος και Ιστορία - Η ταινία "Ο Κομφορμίστας" και το φαινόμενο του ιταλικού φασισμού.

Τραμπαδώρος Δ.

του Διονύση Τραμπαδώρου

Προέλευση φωτογραφίας: https://www.prologos.gr

 

Ο Κομφορμίστας του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι

 

Λίγα λόγια για την υπόθεση της ταινίας
 

Ο Κομφορμίστας, (στα Ιταλικά Il Comformista), είναι πολιτική κινηματογραφική ταινία που σκηνοθέτησε ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι  την περίοδο 1969-70.

Βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Αλμπέρτο Μοράβια το οποίο διασκευάστηκε.

Η ταινία διαδραματίζεται στα τέλη της δεκαετίας του 1930 και στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1940, με μερικές παρεκβάσεις προς το  παρελθόν, ως και τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ήρωάς της είναι ο Μαρτσέλο Κλέριτσι και  κεντρικό θέμα της είναι η ψυχολογία του φασισμού.

Ο Κλέριτσι είναι ένας γραφειοκράτης που προέρχεται από μια ξεπεσμένη  μεγαλοαστική οικογένεια, με μητέρα τοξικομανή και πατέρα έγκλειστο σε ψυχιατρική κλινική.

Ο κεντρικός ήρωας είναι καιροσκόπος και οπαδός της «εύκολης λύσης», γι’ αυτό άλλωστε επιλέγει και να υποτάξει τον εαυτόν του στις νόρμες της κυρίαρχης τότε ιδεολογίας και να είναι κομφορμιστής.

Απωθεί τις ομοφυλοφιλικές τάσεις του, παντρεύεται μια μεσοαστή που όμως είναι γενικότερα αποδεκτή και, γενικότερα, επιλέγει ό,τι είναι πιο βολικό προκειμένου να ενταχθεί στο σύστημα.

Οι επιλογές του δεν γίνονται με γνώμονα την ιδεολογία ή τις προσωπικές του απόψεις αλλά με βάση την «ομαλότητα» της ζωής του.

Κορυφαίες επιλογές του ήταν η ένταξη στο φασιστικό κίνημα, καθώς επίσης και  ανάληψη εκ μέρους του της εκτέλεσης του σχεδίου μιας πολιτικής δολοφονίας, της δολοφονίας του πρώην καθηγητή του στο πανεπιστήμιο, ο οποίος είναι αντιφασίστας και ζει αυτοεξόριστος στο Παρίσι.

Μέσα από την πολυδαίδαλη αφήγηση της ταινίας αποκαλύπτεται η ψυχολογία του Φασισμού, ενώ δεν λείπουν και τα μεγαλειώδη πλάνα σε μνημεία της φασιστικής περιόδου τα οποία συνυπάρχουν με τις κλειστοφοβικές σκηνές που προβάλουν τα αδιέξοδα των πρωταγωνιστών.

Η ταινία έχει διάρκεια μία ώρα και πενήντα ένα λεπτά και θεωρείται ως ένα αριστούργημα του μεταπολεμικού ευρωπαϊκού πολιτικού κινηματογράφου και ενδεχομένως η καλύτερη ταινία του Μπερτολούτσι.

Ας μην ξεχνούμε άλλωστε ότι είναι μια ταινία της νιότης του Μπερτολούτσι, όπως άλλωστε νέοι είναι και πολλοί από τους συντελεστές της και οι οποίοι έκαναν σημαντικότατη καριέρα αργότερα.

Παίζουν οι Ζαν Λουί Τρεντινιάν, που ενσαρκώνει τον κεντρικό ήρωα, Στεφανία Σαντρέλι, Ντομινίκ Σαντά, Υβόν Σανσόν, Πιέρ Κλεμεντί, κ.ά.

Διευθυντής φωτογραφίας είναι ο Vittorio Storaro, ενώ η μουσική επιμέλεια είναι  τουGeorges Delerue.

Οι πολιτικές προϋποθέσεις για την εμφάνιση του φασισμού.
Μολονότι η Ιταλία συγκαταλεγόταν στις νικήτριες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου η σχετικά καθυστερημένη πολιτική, κοινωνική και οικονομική δομή που είχε η χώρα το 1914 ασκούσε τεράστιες πιέσεις σε όλες τις πτυχές της ιταλικής κοινωνίας.

Η διάψευση των προσδοκιών από τον πόλεμο συντέλεσε στην εξασθένηση των αδύναμων φιλελεύθερων θεμελίων της Ιταλίας.

Πολλοί πολιτικοί, και μεταξύ αυτών και ο Μουσολίνι, είχαν επιδιώξει να κατευθύνουν την δυσαρέσκεια του κόσμου ενάντια στις παλαιές μεγάλες δυνάμεις οι οποίες είχαν βγει κερδισμένες από τον πόλεμο[i].

Η κοινωνική αναταραχή τρομοκράτησε τα εύπορα στρώματα, τους μεγαλογαιοκτήμονες και την Εκκλησία που προτίμησαν αντί να κάνουν τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις να αναζητήσουν έναν ισχυρό άνδρα που θα μπορούσε να ελέγχει ένα τμήμα των μαζών, τους βετεράνους του πολέμου και τη μικροαστική τάξη και να τους στρέψει ενάντια στον μπολσεβικισμό[ii].

Έτσι, αντιμετώπισαν τον Φασισμό ως το προπύργιο κατά του εκσυγχρονισμού της Ιταλίας.

Ο Μουσολίνι, με τη σειρά του, κατόρθωσε κάτι που δεν μπόρεσε αργότερα ο Χίτλερ, δηλαδή έναν συμβιβασμό με την παλαιά άρχουσα τάξη, την μοναρχία, το στρατό και την Εκκλησία[iii].

Κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που συνέβαλαν στην ανάπτυξη του Φασισμού.
Η Ιταλία όπως και άλλες χώρες όπως η Ρουμανία, η Ισπανία και η Πορτογαλία δεν διέθεταν ούτε ικανή ημιστρατιωτική γραφειοκρατία ούτε επιστημονική τεχνολογία.

Η χαμηλή αστική και αγροτική παραγωγή των παραπάνω χωρών διεύρυνε συνεχώς το χάσμα τους από την προηγμένη Δύση και πρόσφερε μια βάση για την ανάπτυξη του Φασισμού.

Στην Ιταλία την πιο αναπτυγμένη από αυτές τις χώρες και παρά τις προόδους που είχαν σημειωθεί την πρώτη δεκαπενταετία του 20ου αιώνα, το κατά κεφαλήν εισόδημα και όλοι οι οικονομικοί και κοινωνικοί δείκτες ήταν σαφώς πολύ χειρότεροι από αυτούς των αναπτυγμένων χωρών, ενώ ό νότος ζούσε στα όρια της ένδειας[iv].

Έτσι ο Φασισμός αντιπροσώπευε μια προσπάθεια να εφαρμοστούν οι αρχές του αντιατομικισμού και του αυταρχισμού στην διαδικασία ανάπτυξης αυτών των υπανάπτυκτων κοινωνιών.

Επίσης, παρά την αντιδραστική του άποψη για τον άνθρωπο, ο φασισμός πίστευε ότι αντιπροσώπευε τη νιότη απέναντι στα γηρατειά, το μέλλον απέναντι στο παρηκμασμένο παρελθόν του 19ου αιώνα, τη βιολογική ζωτικότητα απέναντι στην επιθυμία για άνετη και ειρηνική ζωή[v].

Το ιστορικό πλαίσιο
Ο φασισμός είναι ριζοσπαστική, αυταρχική και εθνικιστική πολιτική ιδεολογία που έχει ως στόχο να θέσει το έθνος, το οποίο ορίζει βάσει αποκλειστικών βιολογικών, πολιτισμικών και ιστορικών συνθηκών, υπεράνω κάθε άλλης αξίας και να δημιουργήσει μια κινητοποιημένη εθνική κοινότητα[vi].

Τα κύρια χαρακτηριστικά του ιταλικού Φασισμού ήταν η λατρεία του Κράτους, ο σοβινιστικός εθνικισμός, ο εθελοντισμός, το εθνικό μεγαλείο, η οργανική ενότητα, ο Πραγματιστικός αντισημιτισμός, ο Φουτουρισμός – Μοντερνισμός, ο κορπορατισμός, η αποικιακή επέκταση και ο ιμπεριαλισμός,ο μιλιταρισμός και ο αντικομουνισμός[vii].

Από τα στοιχεία αυτά πολύ σημαντικό είναι αυτό του κορπορατισμού, δηλαδή του συντεχνιακού χαρακτήρα του κράτους, όπου οι πολιτικές οργανώσεις είναι περιττές, μιας και η κοινωνία εκφράζεται και πολιτικά μέσα από τα επαγγελματικά σωματεία.

Επίσης, ιδιαίτερες ήταν οι σχέσεις με τον φουτουρισμό του Μαρινέττι και τον μοντερνισμό.

Γενικότερα ο όρος φασισμός, δηλώνει κάθε εθνικιστικό ολοκληρωτικό κίνημα ή καθεστώς[viii].

Κοινό σημείο όλων των φασιστικών κινημάτων είναι η έμφαση την οποία δίνουν αφενός στο έθνος (τη φυλή ή το κράτος)-ως κέντρο και ως ρυθμιστή  ολόκληρης της ιστορίας και της ζωής του ανθρώπου- και αφετέρου στην αδιαφιλονίκητη εξουσία του ηγέτη, πίσω από τον οποίο πρέπει να βρίσκεται αδιάσπαστος ο λαός[ix].

Ο ιταλικός φασισμός έχει να κάνει με την εξελικτική διαδικασία κρίσης και μετασχηματισμού της κοινωνίας και του κράτους που άρχισε στην Ιταλία τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, με την έναρξη της εκβιομηχάνισης και του εκσυγχρονισμού.

Αυτές οι διαδικασίες συνοδεύτηκαν με την κοινωνική κινητικότηταπου παρατηρήθηκε και η οποία ενέπλεξε το προλεταριάτο και τα μεσαία στρώματα και έδωσε μια πολύ μεγάλη ώθηση στην πολιτικοποίηση των μαζών.

Αν και ο φασισμός γεννήθηκε την επαύριον του μεγάλου πολέμου (δηλαδή του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου), ορισμένα πολιτικά και πολιτιστικά στοιχεία που συνέβαλαν στη διαμόρφωσή του προϋπήρξαν στα ριζοσπαστικά κινήματα της Αριστεράς και της Δεξιάς (εθνικισμός, επαναστατικός συνδικαλισμός, φουτουρισμός)[x].

Η ιταλική λέξη Fascismo προέρχεται από τη λατινική fasces,  ενικός fascis στα ιταλικά fascio, αρχαίο ρωμαϊκό σύμβολο δικαστικής εξουσίας, που παρίστανε μια δέσμη ράβδων με έναν πέλεκυ στο εσωτερικό της[xi].

Ο BenitoMusolini το υιοθέτησε ως σύμβολο του ιταλικού φασιστικού κόμματος  το 1919[xii].

Όταν κηρύχθηκε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, το σοσιαλιστικό κόμμα τάχθηκε κατά οποιασδήποτε συμμετοχής σε επεκτατική πολεμική επιχείρηση από πλευράς της Ιταλίας. Με αυτή την άποψη συντάχθηκε και ο Μουσολίνι[xiii]. Μερικούς μήνες αργότερα, όμως, μετέβαλε άποψη και συμπαρατάχθηκε με ένα τμήμα των συνδικαλιστών του κόμματος που υποστήριζε την είσοδο της Ιταλίας στον πόλεμο. Αυτοί διαμόρφωσαν μια ομάδα αποκαλούμενη «Φάσι Επαναστατικής Διεθνιστικής Δράσης» (Fasci d'azione rivoluzionaria internazionalista)[xiv] και εξέδωσαν ένα μανιφέστο στις 5 Οκτωβρίου 1914. Η εμμονή του στην υποστήριξη του επεμβατισμού οδήγησε στην αποπομπή του από τη θέση του αρχισυντάκτη της Avanti!.

Το Νοέμβριο του 1914 στο Μιλάνο, ιδρύει την εφημερίδα Il popolo d' Italia (Ο λαός της Ιταλίας) και την ομάδα Fasci Autonomi d'Azione Rivoluzionaria (Αυτόνομες Φάσι Επαναστατικής Δράσης)[xv].

Οι πληροφορίες σχετικά με τη χρηματοδότηση της εφημερίδας του ότι η εφημερίδα του  από τη Γαλλία, η επιθυμούσε την είσοδο της Ιταλίας στον πόλεμο, και από βιομηχάνους, που επιθυμούσαν την αποδυνάμωση του σοσιαλιστικού κόμματος, είχε ως αποτέλεσμα τη διαγραφή του από αυτό. Τελικά, η Ιταλία εισήλθε στον πόλεμο τον Μάιο του 1915. 

Oι πρώτες σημαντικές ομάδες φασιστών (με την κλασσική έννοια) σχηματίστηκαν το 1919 και ονομάστηκαν fasci di combattimento, δηλαδή ομάδες ή δέσμες μάχης)[xvi].

Ο RobertPaxtonδίνει το παράδειγμα της ανάπτυξης του φασιστικού φαινομένου στην κοιλάδα του Πάδου[xvii], ενώ αντίστοιχα ο Gentile δίνει την εκδοχή της επικράτησης στην Κοιλάδα του Πάδου, λόγω της καταπίεσης που ασκούσαν τα αριστερά συνδικάτα τόσο προς τους αστούς όσο και προς τους εργάτες[xviii].

Στις 23 Φεβρουαρίου 1919 ιδρύει το κόμμα Fasci de Combattimento (Πυρήνες του Αγώνα), αλλά αποτυγχάνει να εισέλθει στο κοινοβούλιο.

Αποτέλεσε, πάντως, την ιδρυτική κίνηση του φασιστικού κινήματος[xix].

Μετά την ήττα, στο Εθνικό Συνέδριο του Μιλάνου το Μάιο του 1920 εγκαταλείπει το ριζοσπαστικό πρόγραμμα του 1919, με μια στροφή προς τα δεξιά[xx].

Η ομάδα του, κατά τη διάρκεια του μεγάλου απεργιακού κύματος του 1920 – 1921, δρα εναντίον των εργατών, οργανώνοντας εκστρατείες τιμωρίας.

Έτσι κερδίζει τη συμπάθεια και τη στήριξη των βιομηχάνων.

Το 1921[xxi] συμμετέχει στις εκλογές, κερδίζει 37 βουλευτικές έδρες και μετονομάζει το κόμμα του σε Partito Nazionale Fascista PNF (Εθνικό Φασιστικό Κόμμα)[xxii].

Η πολιτική άποψη του Μουσολίνι στηριζόταν στην υποτιθέμενη υπέρβαση των παραδεδεγμένων  πολιτικών οριοθετήσεων, μεταξύΑριστεράς, Δεξιάς και Κέντρου, θέτοντας τον φασισμό εκτός και υπεράνω αυτών.

Αν και επαγγέλθηκε ριζοσπαστικές αλλαγές, ποτέ δεν παρουσίασε επίσημο πρόγραμμα και τους τρόπους εφαρμογής του.

Γενικότερα, η πρακτική του είχε να κάνει με έντονο θεατρινισμό, οξεία ρητορεία, και τάσεις υπερβολής και εντυπωσιασμού[xxiii].

Η είσοδός του στο ιταλικό κοινοβούλιο σήμανε την αρχή του τέλους για τον εύθραυστο ιταλικό κοινοβουλευτισμό.

Το Φασιστικό κόμμα, άλλωστε, δεν έκρυβε την εχθρότητά του προς τη δημοκρατία και το φιλελεύθερο  Κράτος[xxiv].

Οι φασιστικές ομάδες Μελανοχιτώνων, που είχε οργανώσει, δρούσαν τρομοκρατικά σε όλη τη χώρα.

Στις 3 και 4 Οκτωβρίου του 1922 εισβάλλουν στις πόλεις της Γένοβας, του Λιβόρνο και της Ανκόνα και εγκαθιδρύουν τοπικές φασιστικές διοικήσεις.

Στη χώρα επικρατεί αναταραχή, που προοιωνίζεται εμφύλιο πόλεμο, ενώ οι διαδοχικές κυβερνήσεις των Τζοβάνι Τζιολίτι[xxv] (Giovanni Giolitti), Ιβανόε Μπονόμι (Ivanoe Bonomi) και Λουίτζι Φάκτα (Luigi Facta) αδυνατούν να ανακόψουν την ολίσθηση προς την αναρχία και την εκτροπή.

Στις 28 Οκτωβρίου ο Μουσολίνι οργανώνει την Πορεία προς τη Ρώμη (Marcia su Roma), και στις 31 Οκτωβρίου 100.000 Μελανοχίτωνες, όπως λέγεται, (ο αριθμός αυτός σήμερα αμφισβητείται) μέλη των Φασιστικών Φαλάγγων, εισέρχονται στη Ρώμη και παρατάσσονται απέναντι από την αστυνομία και τους Κυανοχίτωνες του βασιλικού στρατού[xxvi].

Ο Βασιλιάς Βίκτωρ Εμμανουήλ Γ΄ (Vittorio Emanuele III), αδυνατώντας να ελέγξει την κατάσταση και με την απειλή του εμφυλίου να επικρέμαται πάνω από τη χώρα, παραδίδει την εξουσία στον Μουσολίνι, ορίζοντάς τον πρωθυπουργό[xxvii].

Ο RobertPaxtonυποστηρίζει ότι ο αριθμός των μελανοχιτώνων που έφθασε στη Ρώμη δεν υπερέβαινε τις 9.000-10.000 σχεδόν άοπλων και πεινασμένων ατόμων[xxviii].

Επίσης, υποστηρίζει ότι η επικράτηση του Φασισμού στην Ιταλία λόγω της Πορείας προς τη Ρώμη είναι ένας καλά δουλεμένος μύθος από την προπαγάνδα του Μουσολίνι και ότι πρόκειται για μια μπλόφα και ότι ποτέ άλλοτε η Ρώμη δεν κατελήφθη από μια τόσο πρόχειρη προσπάθεια[xxix].

Επίσης, αναφέρει ότι η επικράτηση του Μουσολίνι οφείλεται σε έναν συνδυασμό απροθυμίας συνεργασίας των προοδευτικών ιταλικών πολιτικών δυνάμεων της Αριστεράς και της Δεξιάς εκείνης της εποχής, στην συγκυρία της εποχής που δεν βοήθησε στην αφομοίωση των Φασιστών από τα αστικά κόμματα, στην αδυναμία  στον φόβο του Βίκτωρα Εμμανουήλ Γ΄ για αιματοχυσία και σε απροσδιόριστους μη φανερούς παράγοντες που όπως αναφέρει, ίσως, δεν θα μάθουμε ποτέ.

Επίσης, ο Μουσολίνι είχε θέσει έξυπνα στο βασιλιά το δίλλημα μεταξύ της αιματοχυσίας και της ανάληψης της εξουσίας εκ μέρους του[xxx].

Ο Μουσολίνι και οι Φασίστες ακολούθησαν έναν συνδυασμό τρομοκρατίας και πολιτικών ελιγμών για να εδραιώσουν την εξουσία τους[xxxi].

Αρχικά, στο κοινοβούλιο, βρήκε την υποστήριξη των Φιλελευθέρων.

Χάρη στη δική τους βοήθεια, ο Μουσολίνι εισήγαγε διατάξεις σχετικές με τη λογοκρισία  και, επίσης, με την  τροποποίηση του εκλογικού συστήματος, έτσι ώστε το 1925 να είναι σε θέση να αναλάβει δικτατορικές εξουσίες και να διαλύσει όλα τα άλλα πολιτικά κόμματα και τα μη φασιστικά συνδικάτα.

Μετά, διέλυσε το κοινοβούλιο και ίδρυσε, από τις εφεδρείες των Μελανοχιτώνων, τη Φασιστική Αστυνομία, με ευρείες αρμοδιότητες καταστολής[xxxii].

Ο κρατικός μηχανισμός, βρέθηκε πλέον πλήρως στα χέρια του και χρησίμευσε ως μέσο προπαγάνδας και καταστολής κάθε αντιπολιτευόμενης  (δολοφονία Giacomo Matteotti)[xxxiii], που επιχείρησε να καταγγείλει τη δράση του Μουσολίνι.

 Έτσι, προέκυψε μια παρατεταμένη πολιτική κρίση, που οδήγησε, στις αρχές του 1925, στην εγκαθίδρυση υπό τον Μουσολίνι προσωποπαγούς ολοκληρωτικής δικτατορίας[xxxiv].

Ο Μουσολίνι απέδιδε τεράστια σημασία στην προπαγάνδα εντός και εκτός Ιταλίας[xxxv].

Ο τύπος, το ραδιόφωνο, η εκπαίδευση και η κινηματογραφική παραγωγή εποπτεύονταν προσεκτικά, έτσι ώστε να καλλιεργήσουν την αντίληψη ότι ο φασισμός ήταν το δόγμα του 20ού αιώνα, το οποίο αντικαθιστούσε τον φιλελευθερισμό και τη δημοκρατία, και να υποστηρίξουν τον μύθο του Duce (Ηγέτη), όπως ο Μουσολίνι αρεσκόταν να αποκαλείται[xxxvi].

Έτσι, έχουμε την πολύ σημαντική ίδρυση του Υπουργείου Λαϊκής Κουλτούρας το 1937[xxxvii].

Ο Φασισμός οικοδόμησε το μονοκομματικό κράτος μέσω ενός είδους «νόμιμης επανάστασης» με τους περισσότερους νόμους να τους επεξεργάζεται ο νομομαθής  Αλφρέντο Ρόκκο, ενώ χρησιμοποίησε τον κορπορατισμό ως εναλλακτική απάντηση στην κρίση του καπιταλισμού που ποτέ δεν αποκήρυξε και του κομμουνισμού.

Με την κρίση του 1929 όμως ο κρατικός παρεμβατισμός άρχισε να αυξάνει και να περιορίζει τον κορπορατισμό[xxxviii].

Πολλοί διανοούμενοι συνέργησαν με τον φασισμό, όπως ο Τζιοβάνι Τζεντίλε και ο Τζιοακίνο Βόλπε, η εκπαίδευση τέθηκε, συν τω χρόνω, κάτω από τον έλεγχο του Φασιστικού Κόμματος και της Φασιστικής ιδεολογίας, με στόχο να φτιαχτεί ο νέος άνθρωπος[xxxix].

Κατά τη δεκαετία του 1930 το φασιστικό καθεστώς προσέλαβε τα χαρακτηριστικά μιας ολοκληρωτικής δικτατορίας, θεμελιωμένης στον Ντούτσε, στο μονοκομματισμό και σε ένα σύνθετο οργανωτικό δίκτυο για την πλαισίωση και την κινητοποίηση των μαζών.

Ο όρος ολοκληρωτικό κράτος ο οποίος χρησιμοποιήθηκε από τους Μουσολίνι, Τζεντίλε και  Αλφρέντο Ρόκκο, είχε πρωτοχρησιμοποιηθεί από τον  φιλελεύθερο αντιφασίστα ηγέτη Τζονοβάνι Αμέντολα[xl].

Ο Μουσολίνι ανήλθε στην εξουσία στη βάση ενός σιωπηρού συμβιβασμού με κατεστημένους θεσμούς, και ποτέ δεν κατόρθωσε να ξεπεράσει τελείως τους περιορισμούς αυτού του συμβιβασμού[xli].

Ο θρίαμβος και η πτώση του ιταλικού Φασισμού.-Κρίσιμες χρονολογίες.
Από το 1922 που κατέλαβε την εξουσία μέχρι το 1927 ο Μουσολίνι είχε διαμορφώσει το φασιστικό κράτος και την προσωπική του δικτατορία.

Το κράτος και το κόμμα μετατράπηκαν σε μονολιθικά κατασκευάσματα στα χέρια του, ενώ οι νόμοι που καταρτίσθηκαν από τον κορυφαίο φασίστα νομομαθή Αλφρέντο Ρόκο μετέτρεψαν το κοινοβούλιο σε κομματικό συνέδριο, συγχώνευσαν στην πράξη την νομοθετική και την εκτελεστική εξουσία και κατέστησαν το μεγάλο Φασιστικό Συμβούλιο όργανο του Ντούτσε που είχε αποκλειστικά το δικαίωμα να το συγκαλεί και καθορίζει τα προς συζήτηση θέματα[xlii].

Η επιτυχία αυτή τον ενθάρρυνε να βάλει πιο μακροπρόθεσμους στόχους.

Μέχρι το 1930 έδινε έμφαση στον εκσυγχρονισμό της Ιταλίας με τη βοήθεια μιας αφοσιωμένης ελίτ.

Το 1932 αναφέρθηκε στον νέο διεθνή ηγετικό ρόλο της Ιταλίας.

Το 1934 βεβαίωνε ότι οΦασισμός που το 1922 ήταν ένα ιταλικό φαινόμενο είχε μετατραπεί από το 1929 σε διεθνές φαινόμενο[xliii].

Για την υλοποίηση των στόχων του ο Μουσολίνι απαίτησε να μετατραπεί η Ιταλία σε μιλιταριστικό και πολεμικό έθνος.

Μια απαίτηση που στέφθηκε με λιγότερη επιτυχία απ’ ό,τι το πρόγραμμα εκσυγχρονισμού της Ιταλίας.

Αρχικά ο Μουσολίνι θεωρούσε τον φασισμό σαν μια εξέλιξη στο εσωτερικό του δυτικού πολιτισμού και αντιμετώπιζε με δυσπιστία τη Γερμανία, τον Χίτλερ και τον εθνικοσοσιαλισμό που τον χαρακτήριζε σανεκατό τοις εκατό ρατσισμό που στρεφόταν εναντίον όλων[xliv].

Θεωρούσε δε τον Χίτλερ φανατικό αλλόφρονα[xlv].

Εντούτοις οι ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις το και η υπερεκτίμηση της δύναμης του Φασισμού τον παρέσυραν στην αγκαλιά της εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας.

Η κατάκτηση της Αιθιοπίας (1935) τον έφερε σε αντίθεση με τη Δύση, ενώ θαμπωμένος από τις επιτυχίες του γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού άρχισε να μιλά για άξονα Ρώμης-Βερολίνου.

Παρ’ όλα αυτά η κατάληψη της Αιθιοπίας δεν έκλεισε το δρόμο της συνεννόησης με τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και κυρίως με την Αγγλία[xlvi].

Η επέμβαση της Ιταλίας υπέρ του Φράνκο και η Συμφωνία του Μονάχου (1938) θεωρήθηκαν επιτυχίες του Μουσολίνι, στην πραγματικότητα όμως συγκάλυπταν το γεγονός ότι η Ιταλία γινόταν δορυφόρος της Γερμανίας, ύστερα μάλιστα και από την αποδοχή των γερμανικών αντισημιτικών νόμων και από την Ιταλία[xlvii].

Παρά τους αρχικούς ενδοιασμούς[xlviii], η Ιταλία εισέρχεται στον πόλεμο τον Ιούνιο του 1940,αποσκοπώντας σε οφέλη, πόλεμο που είχε ξεκινήσει η Γερμανία το 1939[xlix].

Ο πόλεμος αποκάλυψε την καθυστέρηση και την αναποτελεσματικότητα του ιταλικού κράτους και επέφερε την πτώση του Μουσολίνι και του κόμματός του ύστερα από τρία χρόνια.

Τον Ιούλιο του 1943, οι Συμμαχικές Δυνάμεις απέπεμψαν  τα ιταλικά στρατεύματα από την Βόρεια Αφρική και αποβιβάστηκαν στην Σικελία.

Στην συνέχεια το «Μεγάλο Φασιστικό Συμβούλιο» (Grand Fascist Council), με την στήριξη του βασιλιά Βίκτορα Εμμανουήλ Γ΄, έπαυσε και συνέλαβε τον Μπενίτο Μουσολίνι. Η νέα κυβέρνηση ξεκίνησε τότε μυστικές διαπραγματεύσεις ειρήνης με τις Συμμαχικές Δυνάμεις.

Όταν ανακοινώθηκε τον Σεπτέμβρη η Ανακωχή του Κασσίμπλε, η Γερμανία όντας προετοιμασμένη έσπευσε αμέσως σε παρέμβαση. Αμέσως, η Γερμανία πήρε στον έλεγχο της το βόρειο μέρος της μισής Ιταλίας, ελευθέρωσε τον Μουσολίνι και τον φυγάδευσε σε έδαφος υπό γερμανική κατοχή, με σκοπό την ίδρυση ενός κράτους-δορυφόρου[l].

Η Ιταλική Κοινωνική Δημοκρατία[li]ή Δημοκρατία του Σαλό ανακηρύχθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου του 1943.

 Μολονότι, στο κράτος άνηκε δικαιωματικά το μεγαλύτερος μέρος της Ιταλίας, είχε περιορισμένο πολιτικό έλεγχο. Το κράτος αυτό αναγνωριζόταν διπλωματικά μόνον από την Γερμανία, την Ιαπωνία και τις συμμαχικές προς αυτές χώρες.

Στις 25 Απριλίου του 1945 η δικτατορία του Μουσολίνι δεν υπήρχε πια.

Στις 27 Απριλίου, οι παρτιζάνοι αιχμαλώτισαν τον Μπενίτο Μουσολίνι, την ερωμένη του, Κλαρέττα Πετάτσι, κάποιους από τους υπουργούς του, καθώς επίσης και διάφορους Ιταλούς φασίστες που προσπάθησαν να δραπετεύσουν.

Στις 28 Απριλίου, οι επαναστάτες εκτέλεσαν τον Μουσολίνι και τους περισσότερους από τους αιχμαλώτους.

Ο υπουργός Άμυνας Ροντόλφο Γκρατσιάνι (Rodolfo Graziani) παρέδωσε τα απομεινάρια του δικτατορικού καθεστώτος στις 2 Μαΐου, μετά την συνθηκολόγηση των γερμανικών δυνάμεων στην Ιταλία.

Έτσι, επήλθε το οριστικό τέλος της Ιταλικής Κοινωνικής Δημοκρατίας και του φασιστικού καθεστώτος στην Ιταλία[lii].

 Η πλήρης διαφθορά και η έλλειψη στοιχειωδών πολιτικών και ηθικών αρχών θα σταθούν η οριστική ταφόπλακα του φασιστικού πειράματος[liii].

Κρίσιμες χρονολογίες τις δεκαετίες του 1930 και 1940.

Η φιλοσοφία του Μουσολίνι διαμορφώθηκε σταδιακά και διατυπώθηκε επίσημα στο άρθρο του «Το Δόγμα του Φασισμού» που περιελήφθη στην Ιταλική Εγκυκλοπαίδεια το 1932 (επιδράσεις από Μακιαβέλλι, Ζαν Μποντέν, Τόμας Χόμπς, Φίχτε, Χέγκελ, Νίτσε υπό την οπτική του Όσβαλντ Σπένγκλερ, σημαντικά από τον Ζώρζ Σορέλ και τους Γκαετάνο Μόσκα και Βιλφρέντο Παρέτο)[liv].
Κατάκτηση Αιθιοπίας, 1935.
Ίδρυση της Αυτοκρατορίας, 9 Μαΐου 1936.
Η προσπάθεια σύστασης αποικιακής αυτοκρατορίας θα γινόταν μέσω αυτοκρατορικών κοινοτήτων που θα περιλάμβαναν και αποικίες και ευρωπαϊκά κράτη που θεωρούντο κατώτερα. Επίσης προέβλεπε μέσω της μεσογειακής κατάκτησης το άνοιγμα της πύλης για τους ωκεανούς[lv].

Άξονας Ρώμης-Βερολίνου, («Κάθετος Άξονας της Ευρώπης»), 24 Οκτωβρίου 1936.
Ίδρυση Υπουργείου Λαϊκού Πολιτισμού, 27 Μαΐου 1937.
Η οργάνωση της προπαγάνδας είχε αρχίσει από το 1923, τέθηκε υπό τον έλεγχο της υπογραμματείας Τύπου και Προπαγάνδας (1934), αναβαθμίστηκε σε υπουργείο το 1935 και τέλος έχουμε την ίδρυση του Υπουργείου[lvi].

Εγκατάλειψη της Κοινωνίας των Εθνών, 11 Δεκεμβρίου 1937.
Συμφωνίες του Μονάχου 29 Σεπτεμβρίου 1938.
Αντιεβραϊκοί νόμοι της 17ης Νοεμβρίου 1938[lvii]. Ρατσιστική νομοθεσία μετά την κατάκτηση της Αιθιοπίας[lviii].
Ισπανικός εμφύλιος στο πλευρό του Φράνκο, 1938-39.
Δημιουργία Ιταλικής Φασιστικής Νεολαίας, 27 Οκτωβρίου 1937.
Κατάργηση της Βουλής και αντικατάστασή της με τη Βουλή των Συντεχνιών 19 Ιανουαρίου 1939[lix] και ενίσχυση προνομίων και αρμοδιοτήτων του Φασιστικού Κόμματος.
«Ατσάλινη Συνθήκη» ή «Χαλύβδινο Σύμφωνο», μεταξύ Ιταλίας και Γερμανίας, 22 Μαΐου 1939.
Απώλεια της Αιθιοπίας, Μάιος 1941.
Εισβολή Συμμάχων στη Σικελία, 10 Ιουλίου 1943.
Απώλεια Λιβύης, 23 Ιανουαρίου 1943.
Πτώση του Ντούτσε, 25 Ιουλίου 1943 (Το ιταλικό κατεστημένο, η ιταλική μοναρχία και η Εκκλησία προσπαθούσαν να βρουν διέξοδο για τον πόλεμο)[lx].
Συνθηκολόγηση με τους Συμμάχους, 8 Σεπτεμβρίου 1943.
Δημοκρατία του Σαλό 13 Σεπτεμβρίου 1943-25 Απριλίου 1945.
Αντισημιτική νομοθεσία της Δημοκρατίας του Σαλό[lxi].
Πτώση δικτατορίας Μουσολίνι, 25 Απριλίου του 1945.
Σύλληψη και εκτέλεση Μουσολίνι, συνεργατών του και ερωμένης του 27-28 Απριλίου 1945.
Ο BernardoBertolucciτην εποχή που δημιουργήθηκε η ταινία
Ο Bernardo Bertolucci ήταν τριάντα ετών,  όταν γύρισε τον Κομφορμίστα.

Όπως ήταν φυσικό, το νεαρό της ηλικίας του, την εποχή εκείνη, κάνει ώστε να είναι εμφανείς οι επιδράσεις στο έργο του από την εργασία και τις απόψεις των καταξιωμένων Ιταλών δημιουργών της εποχής εκείνης. Σύμφωνα με τον Σταύρο Γανωτή του Cine.grαπό τον Fellini παρατηρεί την απεριττότητα κάθε σκηνής και την χρήση τρίτων προσώπων. Από τον Antonioni διδάσκεται την αποστασιοποίηση από τον ήρωα. Από τον Pasolini παίρνει μαθήματα ύφους και ερμηνείας. Από τον De Sica εμπνέεται τη δύναμη της σκηνής και την χορευτική κίνηση της κάμερας. Ταυτόχρονα υπάρχει ο κορυφαίος διευθυντής φωτογραφίας  Vittorio Storaro, καθώς επίσης και ο Georges Delerue που  ντύνει διακριτικά την εικόνα με ήχο[lxii]. 

Ο σκηνοθέτης , αλλά και οι συντελεστές της ταινίας, δεν μπορούν να μείνουν ανεπηρέαστοι από τα κοσμοϊστορικά γεγονότα της εποχής, τα οποία συμβαίνουν τόσο στο Δυτικό κόσμο γενικότερα, όσο και στην Ιταλία ειδικότερα.

Η Ιταλία του 1970, την εποχή που δημιουργήθηκε η ταινία
Η Ιταλία, τη δεκαετία του 1970,γνώρισε ένα κύμα διαμαρτυριών  στις οποίες συμμετείχαν εκατομμύρια άνθρωποι, που αμφισβήτησαν τους μηχανισμούς ελέγχου της αστικής τάξης.
Τα μακρά, σε χρόνο, ιταλικά κοινωνικά κινήματα ξεκίνησαν με τις φοιτητικές διαμαρτυρίες, που έφτασαν στο αποκορύφωμα τους το 1968, την ίδια, δηλαδή εποχή με τον γαλλικό Μάη. Σε αντίθεση, όμως, με αυτό που συνέβη στις περισσότερες χώρες, όπου οι φοιτητικές διαμαρτυρίες περιήλθαν σε κατάσταση ατονίας, οι Ιταλοί φοιτητές βρήκαν υποστήριξη από τους εργοστασιακούς εργάτες.
Κατά τη διάρκεια του Θερμού Φθινοπώρου το 1969, έντονες εργασιακές διαμάχες παρέλυσαν τη βιομηχανία και για τέσσερα χρόνια εργάτες και διεύθυνση μάχονταν για τον έλεγχο της παραγωγής και των κερδών[lxiii].
Ταυτοχρόνως, ο φεμινισμός κι ένα νεολαιίστικο κίνημα αντικουλτούρας μετασχημάτιζαν τις κοινωνικές σχέσεις. Στα μέσα της δεκαετίας του ’70 οι ξεπερασμένοι νόμοι σχετικά με το διαζύγιο και την έκτρωση αμφισβητήθηκαν και άλλαξαν από ένα αυτόνομο γυναικείο κίνημα.
Η εποχή που δημιουργήθηκε η ταινία, είναι, επίσης, η εποχή που η ακροδεξιά πολιτική βία εμφανίστηκε δυναμικά, δηλαδή κυρίως στα τέλη του 1960 και τις αρχές του ’70.

Μετά το τέλος του πολέμου, ο μύθος του δημοκρατικού φασισμού αναμεμιγμένος με τη νοσταλγική εξύμνηση της φασιστικής εμπειρίας ήταν σε μεγάλο βαθμό η γενεσιουργός αιτία διαφόρων νεοφασιστικών κινημάτων που ιδρύθηκαν και έδρασαν στη δημοκρατική Ιταλία με διάφορες καταλήξεις[lxiv].

Οι νεοφασιστικές τρομοκρατικές ομάδες της περιόδου ήταν μια αντίδραση ενάντια σε όλη αυτήν την αριστερόστροφη δραστηριότητα, και,επίσης, ενάντια στην εμφάνιση αριστερών τρομοκρατικών ομάδων όπως οι Ερυθρές Ταξιαρχίες. Οι ακροδεξιοί τρομοκράτες συχνά έβαζαν βόμβες σε δημόσιους χώρους που σκότωναν δεκάδες αθώους περαστικούς. Όλο αυτό ήταν μέρος μιας λεγόμενης «Στρατηγικής της Έντασης», μιας εκστρατείας σχεδιασμένης να οδηγήσει σε μια κατάρρευση του νόμου και της τάξης και συνεπακόλουθα της λαϊκής εμπιστοσύνης στη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση, ευνοώντας ένα στρατιωτικό πραξικόπημα. Πράγματι στα 1960-70 υπήρξαν αρκετές τέτοιες απόπειρες[lxv].

Στη μεταπολεμική ιστορία της Ιταλίας, οι χαμένοι του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου (όσοι υποστήριζαν το Φασιστικό Κόμμα του Μουσολίνι) παρεισέφρησαν είτε σε παράνομες είτε σε νόμιμες ακροδεξιές οργανώσεις ή ακόμα και σε καίριες θέσεις του Στρατού[lxvi].

Αυτές οι οργανώσεις έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στο ψυχροπολεμικό κλίμα της μεταπολεμικής περιόδου[lxvii]. Όπως είπαμε, στα τέλη της δεκαετίας του 1960, στην Ιταλία, αναπτύσσονται φοιτητικοί αγώνες, κοινωνικά κινήματα καθώς και ο συνδικαλισμός στο βιομηχανοποιημένο Βορρά. Οι εργατικοί αγώνες του 1968-69, το Autunno Caldo (Θερμό Φθινόπωρο) της Ιταλίας, υπονόμευσαν βαθιά την οικονομική εξουσία της χώρας και άλλαξαν τον συσχετισμό ισχύος. Οι απεργίες ξεκίνησαν σταδιακά από την άνοιξη του 1968 σε μεγάλες επιχειρήσεις όπως η Fiat, η Pirelli και η Siemens, με κύρια αιτήματα  την μείωση του ωραρίου και την αύξηση των μισθών, όπως προβλεπόταν στη συλλογική σύμβαση του 1966. Τα συνδικάτα των εργαζομένων στις αυτοκινητοβιομηχανίες υπήρξαν πρωτοπόρα, καθώς το Σεπτέμβριο του 1969 προχώρησαν σε αναστολή των εργασιών (με μεγάλες απώλειες στη παράγωγη) και σε μεγαλειώδεις πορείες στο κέντρο του Μιλάνο και του Τορίνο. Ακόμη, ορόσημο για τις κινητοποιήσεις του 1969 αποτέλεσε η «διασταύρωση» του εργατικού κινήματος με τις φοιτητικές πορείες: στις 3 Ιουλίου 1969 οι φοιτητέςδιαδήλωσαν στο Τορίνο μαζί με τους εργάτες και πραγματοποίησαν συνελεύσεις στις οποίες αποφάσισαν να συστήσουν κοινό αγωνιστικό μέτωπο[lxviii].

Ακόμα και πριν το ’69 αρκετοί μαχητικοί και αυτόνομοι αγώνες αναπτύχθηκαν, ιδιαίτερα στην Pirelli στο Μιλάνο, που δεν ελέγχονταν από τα συνδικάτα ούτε σε επίπεδο οργάνωσης, ούτε όσον αφορά το περιεχόμενο ή τα αιτήματά τους. Ουσιαστικές αυξήσεις μισθών, συν λιγότερη εργασία, αυτά ήταν τα κυρίως ζητούμενα της περιόδου. Η όλη στάση του προλεταριάτου μπορεί να συνοψιστεί στο σύνθημα της εποχής: Καλύτεροι μισθοί, λιγότερη δουλειά!… Βίαιες απεργίες ξέσπασαν στην Alfa Romeo και στη Fiat. Ταραχές ξέσπασαν σε πολλές πόλεις, οι πιο σοβαρές στο Reggio Calabria όπου δεκάδες χιλιάδων ανθρώπων συγκρούστηκαν με τα στρατεύματα[lxix].

Από την άλλη, οι φοιτητές έχοντας βιώσει την εμπειρία του Γαλλικού Μάη οργανώθηκαν διεκδικώντας αξιοκρατικότερο σύστημα εισαγωγής στο πανεπιστήμιο, κατάργηση της δογματικής γνώσης, άνοιγμα των πανεπιστημίων στη κοινωνία και δηλώνοντας την συμπαράσταση τους στην εργατική τάξη. Μετά τους αγώνες αυτούς, η Αριστερά ισχυροποιήθηκε. Η ζημιά που επέφερε στην αστική τάξη η εργατική απειθαρχία ήταν σοβαρότατη.Και ενώ η χώρα βρισκόταν σε διαρκή απεργιακό κλοιό και η κυβέρνηση αδυνατούσε να επιβληθεί στους ολοένα αυξανόμενους απεργούς, η λύση έπρεπε να δοθεί με διαφορετικό τρόπο: Το Δεκέμβριο του 1969 και ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη οι διαπραγματεύσεις για την υπογραφή νέας συλλογικής σύμβασης (με ευνοϊκότερους όρους για τους εργαζόμενους) που θα αποτελούσε μεγάλη νίκη για την ιταλική εργατική τάξη, στις 12 Δεκεμβρίου πραγματοποιείται βομβιστική επίθεση στο κέντρο του Μιλάνο, στην Αγροτική τράπεζα της Ιταλίας. Τελικός απολογισμός 17 νεκροί και 88 τραυματίες. Το χτύπημα αποδόθηκε εξαρχής σε αριστερές οργανώσεις και αναρχικούς κύκλους. Αρχικά κατηγορείται ο αναρχικός Πιέτρο Βαλπρέντα και αμέσως σχηματίζεται κατηγορητήριο και για τον αναρχικό Τζιουζεπε Πινέλλι. Τρεις μέρες μετά τη σύλληψη του ο Πινέλλι εκπαραθυρώνεται κατά τη διάρκεια της ανάκρισης και το γεγονός καταγράφεται επισήμως ως «θάνατος εξαιτίας ψυχολογικής νόσου». Τελικά το 2005 κατόπιν ερευνών εκδόθηκε καταδικαστική απόφαση για μέλη της ακροδεξιάς οργάνωσης Οrdine Nuovo (Νέα Τάξη) για αυτή τη βομβιστική επίθεση[lxx].

Από το 1969 μέχρι το 1975 πραγματοποιήθηκαν 4.334 επίσημα καταγραμμένες πράξεις τρομοκρατικής βίας. Απ’ αυτές, το 83% αποδόθηκε αρχικά στην άκρα Αριστερά για να αποδειχτεί αργότερα ότι ήταν έργο της άκρας Δεξιάς και των συνεργατών της στον κρατικό μηχανισμό. Η Ιταλία για μια εικοσαετία περίπου ήταν αντιμέτωπη με  ένα χαοτικό κλίμα, του οποίου τα χαρακτηριστικά ήταν: βομβιστικές επιθέσεις, διάβρωση αριστερών οργανώσεων, ενοχοποίηση της Αριστεράς μέσω τρομοκρατικών χτυπημάτων και συνέχων προκλήσεων.

Όλες αυτές οι ακροδεξιές τρομοκρατικές δραστηριότητες δεν κατάφεραν να προκαλέσουν και να επιβάλουν ένα δεξιό στρατιωτικό πραξικόπημα στην Ιταλία (κατά το πρότυπο της Ελλάδας το 1967, της Χιλής το 1973 και της Τουρκίας το 1971 και το 1980, όπου εφαρμόστηκε η ίδια πρακτική). Πέτυχαν όμως, να προκαλέσουν το θάνατο εκατοντάδων αθώων ανθρώπων στην Ιταλία, τον τραυματισμό και την αναπηρία πολύ περισσότερων, να δημιούργησαν ένα γενικό κλίμα ανασφάλειας και αβεβαιότητας, και να βοηθήσουν τον πολιτικό συντηρητισμό να θεσπίσει ανεμπόδιστα μια ολόκληρη σειρά σκληρών «αντιτρομοκρατικών» νόμων που είχαν και έχουν αρνητικές επιπτώσεις στις πολιτικές ελευθερίες και τα δικαιώματα όλων των Ιταλών.

Μετά το 1968, καθώς τα κοινωνικά κινήματα καθόριζαν την ατζέντα της δημόσιας συζήτησης, καμία κυβέρνηση δεν ήταν σε θέση είτε να ικανοποιήσει τα συγκρουσιακά αιτήματα των εργατών σε σχέση με τις διαθέσεις των διευθυντών, είτε των γυναικών σε σχέση με το Βατικανό, ή έστω να καταφέρει να έχει μια ικανή κοινοβουλευτική πλειοψηφία ώστε να κυβερνήσει χωρίς έντονη αντιπολίτευση. Μεταξύ του 1968 και του Οκτώβρη του 1974 υπήρξαν 8 διαφορετικές κυβερνήσεις, όμοιες μεταξύ τους ως προς την έλλειψη διαφάνειας και ικανοτήτων, οδηγώντας πολλούς Ιταλούς στην πίστη ότι το πολιτικό σύστημα ήταν εγγενώς αναξιόπιστο[lxxi].

Η ταινία ως μέσο παρουσίασης, ερμηνείας και κατανόησης του παρελθόντος.-Συμπερασματικές παρατηρήσεις.
Το πρώτο πράγμα με το οποίο θα ασχοληθούμε σε αυτή την ενότητα είναι το πως οι συντελεστές της ταινίας παρουσιάζουν τα ιστορικά γεγονότα, ποιες πλευρές του ολοκληρωτικού καθεστώτος επιλέγουν να τονίσουν και να φωτίσουν, και με ποιο τρόπο το κάνουν αυτό.

Έτσι, θα μπορούσαμε να πούμε  ότι δύο είναι τα κυρίαρχα στοιχεία της ταινίας.

Το πρώτο από αυτά είναι η προσπάθεια του πρωταγωνιστή να έχει μία «κανονικοποιημένη» ζωή, απωθώντας πλευρές του εαυτού του οι οποίες δεν είναι  «κανονικές».

Η προσπάθειά του για αυτή την «κανονικοποίηση» της ζωής του έχει να κάνει τόσο με τις επιλογές του πουείναι σχετικές με την προσωπική και οικογενειακή του ζωή, όσο και με την ένταξή του στο Φασιστικό Κόμμα της Ιταλίας.

Ή ένταξή του στο Φασιστικό Κόμμα είναι ένα στοιχείο που θα συνεισφέρει στην πολυπόθητη «κανονικότητα», αλλά και επίσης τον βοηθά να ανέλθει κοινωνικά.

Η ένταξη αυτή γίνεται με τη μεσολάβηση ανθρώπων-συνδέσμων και δείχνει πως το Φασιστικό Κόμμα στην περίπτωση της Ιταλίας έχει παρεισφρήσει και διαβρώσει όλο το κοινωνικό οικοδόμημα, αποκτώντας, τουλάχιστον κάποια, λαϊκή βάση και αποδοχή[lxxii].

Άλλωστε ο Γκράμσι και ο Τολιάτι έδωσαν έμφαση στο γεγονός ότι ο φασισμός ήταν ένα αυθεντικό μαζικό κίνημα, από κάποια άποψη περισσότερο μια συνέπεια παρά η αιτία για την ήττα της επαναστατικής Αριστεράς[lxxiii].

Στο σημείο αυτό θα θέλαμε να σημειώσουμε πως πράγματι το Φασιστικό Κόμμα στην Ιταλία διέθετε λαϊκή βάση, γεγονός που ήταν απότοκοτων κοινωνικοοικονομικών συνθηκών που επικρατούσαν τότε στην Ιταλική κοινωνία (όπως το αίτημα για εκσυγχρονισμό), καθώς επίσης και της διεθνούς συγκυρίας, όπως ήταν  τα πενιχρά κέρδη που αποκόμισε η Ιταλία από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο[lxxiv], καθώς επίσης και η αντίληψη ότι ο Φασισμός πρεσβεύει το νέο, το δυνατό, το αρρενωπό, την καινοτομία, στοιχεία που ερχόντουσαν σε αντίθεση με την παρακμή του παρελθόντος.

Τα στοιχεία αυτά άλλωστε έχουν αναφορά και στη στάση ζωής που επιλέγει ο πρωταγωνιστής, ο κομφοσμίστας, ο οποίος όπως αναφέραμε αποποιείται κάθε τι «μη κανονικό».

Ένα άλλο ζήτημα που θα πρέπει να αναφέρουμε σε αυτό το σημείο, είναι ότι η ένταξη στο Φασιστικό Κόμμα δεν το εμποδίζει να καταγγείλει δημοσίως κάποιους άλλους ως Φασίστες, όταν πλέον το καθεστώς του Μουσολίνι πνέει τα λοίσθια, το 1943.

Την ίδια στάση άλλωστε κρατάει και ένα μεγάλο μέρος της ιταλικής κοινωνίας, που στο άκουσμα της καθαίρεσης του Μουσολίνι, το 1943, από τον βασιλιά Βίκτωρα Εμμανουήλ Γ΄ σπεύδει να καταδικάσει τον καθαιρεθέντα.

Είναι ένα σημείο το οποίο το σχολιάζει ο πρωταγωνιστής με τρόπο που φανερώνει μια αποστασιοποίηση από το Φασισμό, τον Φασισμό όμως που υπηρέτησε με τον τρόπο του για την εκπλήρωση των δικών του προσωπικών επιδιώξεων.

Ένα άλλο κεντρικό ζήτημα που έχει να κάνει με το ιταλικό φασιστικό καθεστώς, και το οποίο είναι ένα από τα βασικά ζητήματα που πραγματεύεται η ταινία, είναι η άσκηση βίας, όχι μόνο η ψυχολογική, αλλά και η σωματική.

Το ολοκληρωτικό καθεστώς της Ιταλίας δεν ανέχεται τις φωνές των αντιφρονούντων οι οποίοι θα πρέπει να εκλείψουν, ακόμα και βιολογικά.

Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου, ο οποίος δεν αντέχει να ζήσει και να εργαστεί στη φασιστική πατρίδα του, καταφεύγει αυτοεξόριστος στο Παρίσιπου συνεχίζει την αντικαθεστωτική δράση του.

Όμως, δεν θα ξεφύγει τελικά από τους φασίστες διώκτες του, οι οποίοι τελικά τον δολοφονούν.

Στο σημείο αυτά θα θέλαμε να σχολιάσουμε κάποια ζητήματα.

Το πρώτο είναι ότι η ταινία δεν υπερβάλλει, αφού τα περιστατικά βίας και πολιτικών δολοφονιών επί εποχής φασιστικού καθεστώτος στην Ιταλία ήταν εκατοντάδες.

Το άλλο ζήτημα είναι ότι ο πρωταγωνιστής παρ’ ό,τι δεν πιστεύει σε αυτό που κάνει, δηλαδή στη συμμετοχή του στην πολιτική δολοφονία του αντιφρονούντα καθηγητή, παρ’ ό,τι αμφιταλαντεύεται, τελικά παίρνει μέρος έμμεσα σε αυτή, υποκύπτοντας στις προτροπές και την επιχειρηματολογία του εκπροσώπου-πράκτορα του φασιστικού καθεστώτος, ο οποίος τον παρακολουθεί από πολύ κοντά, σε κάθε του βήμα.

Ένα άλλο σημείο στο οποίο θα πρέπει να αναφερθούμε είναι ότι η φασιστική Ιταλία χαρακτηρίζεται από την παρουσία κτιρίων μνημειακού χαρακτήρα με έντονα στοιχεία μοντερνισμού.

Αυτό φαίνεται τόσο στην περίπτωση του κτιρίου του υπουργείο το οποίο επισκέπτεται ο πρωταγωνιστής, όσο και στην περίπτωση της ψυχιατρικής κλινικής στην οποία νοσηλεύεται ο πατέρας του.

Ο μνημειακός-μεγαλεπήβολος χαρακτήρα των κτιρίων έχει να κάνει σε συμβολικό επίπεδο και με την προσπάθεια του φασιστικού καθεστώτος να αναβιώσει την ρωμαϊκή αυτοκρατορία, και να διαδραματίσει ρόλο αποικιοκρατικής δύναμης σε παγκόσμιο επίπεδο διεκδικώντας μερίδιο από τις αποικιακές αυτοκρατορίες των μεγάλων δυνάμεων της εποχής, προσπάθεια η οποία παλαιότερα είχε αποτύχει[lxxv].

Ταυτόχρονα τα κτίρια αυτά έχουν στοιχεία μοντερνισμού, ένα κίνημα με το οποίο συνδέθηκε από κάποιες απόψεις με τον φασισμό, υπό την έννοια τηςέλευσης και επικράτησης του νέου, του ακμαίου, του σύγχρονου, το οποίο εναντιώνεται στην παρακμή του παρελθόντος[lxxvi].

Ένα παρελθόν που εκπροσωπείται στην ταινία από την παρηκμασμένη μεγαλοαστική οικογένεια του πρωταγωνιστή με τη μητέρα του να είναι ναρκομανής και τον πατέρα του να είναι τρόφιμος ψυχιατρικού ιδρύματος, όπως είπαμε.

Ένα άλλο στοιχείο που μπορούμε να διαπιστώσουμε σε σχέση με τα κτίρια είναι ο εκμηδενισμός του ατόμου, μπροστά στη δύναμη που αντιπροσωπεύει το ολοκληρωτικό κράτος.

Αυτό φαίνεται τόσο στην περίπτωση του κτιρίου του υπουργείου όσο και κυρίως στην περίπτωση της αυλής της ψυχιατρικής κλινικής με το ισοπεδωτικό λευκό να κυριαρχεί από άκρη σε άκρη.

Ένα άλλο στοιχείο είναι ότι ο Φασισμός στην Ιταλία παρά την ήττα του στα πεδία των μαχών συνέχισε να υπάρχει στην ιταλική κοινωνία.

Όπως μπορούμε να συνάγουμε και από την υπόθεση της ταινίας, οι φωνές καταγγελίας του Φασισμού που ακούστηκαν με την πτώση του δεν ήταν αρκετές για να ξεριζώσουν το φαινόμενο από την ιταλική κοινωνία.

Όπως είναι φανερό και από την ταινία, οι φασίστες στην Ιταλία συνέχισαν να υπάρχουν, στελεχώνοντας, πολλές φορές, τις κρατικές υπηρεσίες και κάνοντας δυναμική επανεμφάνιση στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και του 1970.

Αν αναλογιστούμε ότι η ταινία του Μπερτολούτσι, Ο Κομφορμίστας, είναι μια ταινία του τέλους της δεκαετίας του 1960 και των αρχών της δεκαετίας του 1970, δεν αποτελεί μόνο μια ηθογραφία του φασιστικού καθεστώτος του Μεσοπολέμου στην Ιταλία, αλλά ταυτόχρονα και μια καταγγελία θα λέγαμε πλευρών της ιταλικής κοινωνίας της εποχής του.

Την εποχή που δημιουργήθηκε η ταινία οι κοινωνικές διεκδικήσεις, η προοδευτική Αριστερά της εποχής, τα κοινωνικά κινήματα, συνυπάρχουν με τις επιλογές της ιθύνουσας κοινωνικής τάξης, αλλά και με τον φασισμό, ο οποίος είναι υπαρκτός σε πολλές από τις πτυχές της ιταλικής κοινωνίας.

Και μάλιστα είναι ένας φασισμός βίαιος, που ευθύνεται για εκατοντάδες νεκρούς στην Ιταλία, και που για τις βίαιες πράξεις του θέλει να ενοχοποιήσει την Αριστερή τρομοκρατία, και μέσω αυτής της ενοχοποίησης την απαξίωση των κοινωνικών κινημάτων και αιτημάτων.

Νομίζω λοιπόν ότι ο Μπερτολούτσι με την ταινία του, μεταξύ των άλλων, προσπαθεί να αφυπνίσει και τον μικροαστό, αυτόν που θα ήθελε να ζήσει μια «κανονική» ζωή, δίχως μπελάδες και δίχωςαμφισβητήσεις.

Επομένως η ταινία αφορά τόσο την ιστορική περίοδο στην οποία αναφέρεται, δηλαδή το τέλος του Μεσοπολέμου, όσο και την ιστορική περίοδο την οποία δημιουργήθηκε.

Αυτές τις δύο ιστορικές συγκυρίες παρά το ότι τις χωρίζουν κορυφαία ιστορικά γεγονότα όπως ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και η μεταπολεμική οικονομική ανάπτυξη,  ο κεϋνσυανισμός και ο καταναλωτισμός, τις ενώνουν στοιχεία της οικονομικής και της κοινωνικής πραγματικότητας, τα οποία μπορεί να είναι είτε η ύπαρξη του φασισμού και των φασιστών, είτε η ύπαρξη των αντιφρονούντων και της μεσαίας τάξης των «κομφορμιστών», σε διαφορετικές βέβαια αναλογίες, ποσότητες και ποιότητες σε κάθε περίπτωση.

Εκτός αυτών, η ματιά του Μπερτολούτσι γύρω από το τι συνέβαινε στη φασιστική Ιταλία είναι πολύ καθαρή και σε αυτό βοηθούν τα χαρακτηριστικά της εποχής που δημιουργήθηκε η ταινία και τα οποία έχουμε δώσει.

Οι συντελεστές της ταινίας από τη μια δίνουν σάρκα και οστά σε χαρακτήρες του παρελθόντος, ταυτόχρονα όμως μέσα από τους ρόλους αυτούς αναδεικνύουν και τον ρόλο των ζώντων και δρώντων υποκειμένων της εποχής τους.

Επίσης, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ταινία δεν δίνει ιδιαίτερη έμφαση σε αυτά που συμβαίνουν στη δημόσια σφαίρα, στο δημόσιο χώρο, αλλά τα υπαινίσσεται με τρόπο όμως ξεκάθαρο  και καταλυτικό.

Το στοιχείο εκείνο στο οποίο δίνει έμφαση είναι η ιδιωτική σφαίρα, το τι συμβαίνει στα πρόσωπα. Καθώς επίσης και στον τρόπο που συναρθρώνεται το δημόσιο με το ιδιωτικό, το πώς προσλαμβάνεται το μαζικό από το κάθε χωριστό άτομο, καθώς επίσης και το ποιες επιπτώσεις έχει αυτή η συνάντηση-συνάρθρωση στην ιδιωτική ζωή των ανθρώπων αυτών.

Άλλωστε το δράμα της ζωής παίζεται, εν τέλει σε προσωπικό επίπεδο, μακριά από τις χρήσιμες κατά τα άλλα γενικεύσεις.

Επίσης, εκείνο το οποίο θα θέλαμε να προσθέσουμε είναι ότι η ταινία, που αποτελεί μια από τις κορυφαίες πολιτικές ταινίες, αποδίδει την ιστορική πραγματικότητα, δίχως παραποιήσεις και υπερβολές.

Μπορεί δε να χρησιμοποιηθεί ως μέσο για την ερμηνεία και αξιολόγηση του παρελθόντος, αφού η εποχή την οποία δημιουργήθηκε, αλλά επίσης και η ηλικία των συντελεστών την εποχή εκείνη, επιτρέπει μια διεισδυτική ματιά σε αυτό το παρελθόν, το οποίο,όμως, παρελθόν  είναι και παρόν, από κάποιες απόψεις.

Βιβλιογραφία

Βιβλία

Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γεώρμας, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2000.

EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013.

RobertO. Paxton,Η Ανατομία του Φασισμού, Κέδρος, Αθήνα 2004.

 

Εγκυκλοπαίδειες

 

Χ.Ο., «Φασισμός», Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάννικα, Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα 1996.

 

Άρθρα

 

Γ. Κατσιαφίκας, Η ανατροπή της πολιτικής, Ευρωπαϊκά αυτόνομα κοινωνικά κινήματα και η αποαποικιοποίηση της καθημερινής ζωής, Ελευθεριακή Κουλτούρα 2007, στην ιστοσελίδα https://sxoliastesxwrissynora.wordpress.com/2014/04/13/, τελευταία επίσκεψη 23-4-2017.

 

Κατερίνα Σκαργιώτη,  «“Η στρατηγική της έντασης”: τρομοκρατικά χτυπήματα καιενοχοποίηση της Αριστεράς στην Ιταλία του 1970», (ιστοσελίδα https://barikat.gr/content/i-stratigiki-tis-entasis-tromokratika-htypimata-kai-enohopoiisi-tis-aristeras-stin-italia , τελευταία επίσκεψη 23/4/2017).

 

«1969-…: Στρατηγική της Έντασης στην Ιταλία», ιστοσελίδα http://rioters.espivblogs.net/2009/11/03/1969- (τελευταία επίσκεψη, 23-4-20017).

 

 

Ιστοσελίδες

 

http://www.cine.gr/film.asp?id=708503&page=4 (τελευταία επίσκεψη 23-4-2017).

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A6%CE%B1%CF%83%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82 (τελευταία επίσκεψη, 18-4-2017).


Wikipedia 3 (τελευταία επίσκεψη, 23-5-2017).

Wikipedia 4 (τελευταία επίσκεψη, 23-5-2017).

 

[i] Για το ρόλο της «κουτσής νίκης», καθώς και άλλων παραγόντων στη ριζοσπαστικοποίηση των μαζών και στην εκτράχυνση της πολιτικής δράσης στο EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σελ. 25.

[ii] Χ.Ο., «Φασισμός», Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάννικα, Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα 1996, σελ. 187.

[iii]X.O., όπ. π., σελ. 187.

[iv] Χ. Ο., όπ. π., σελ. 187.

[v] Χ.Ο., όπ. π., σελ. 187.

[vi] Wikipedia (τελευταία επίσκεψη, 18-4-2017).

 


[vii]Όπ. π.

[viii] Για την πορεία της έννοιας totalitario και την κατάληξή της, Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γεώρμας, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2000, σελ. 182.

[ix] Χ.Ο., «Φασισμός», Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάννικα, Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα 1996, σελ. 185.

[x]EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σελ. 23.

[xi]EmilioGentile, όπ. π., σελ. 185 και Wikipedia (τελευταία επίσκεψη, 18-4-2017).

 


[xii]RobertO. Paxton,Η Ανατομία του Φασισμού, Κέδρος, Αθήνα 2004, σελ. 86. OΜουσολίνι είχε διασωθεί από την εκλογική πανωλεθρία του 1919, χάρη στην πρακτική του squadrismo, που επινόησαν μερικοί οπαδοί του στην αγροτική Βόρεια Ιταλία.Εκεί ορισμένοι από τους πιο δραστήριους οπαδούς του εφάρμοσαν τακτικές που είχαν μάθει ως στρατιώτες, επιτιθέμενοι στους εσωτερικούς πια εχθρούς του ιταλικού έθνους.

[xiii]EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σελ. 27.

Όσο ο Μουσολίνι ήταν διευθυντής της Avanti έχαιρε γενικής εκτίμησης και ήταν η πιο δημοφιλής μορφή του ιταλικού σοσιαλισμού.

Δυναμικός καθοδηγητής του κόμματος, φιλόδοξος, με προσωπικότητα μοντέρνου πολιτικού που γοήτευε τις μάζες, αντιεθνικιστής, αντιμιλιταριστής και διεθνιστής, ο Μουσολίνι όταν ξέσπασε η παγκόσμια σύρραξη δήλωσε αμέσως απόλυτη ουδετερότητα.

Λίγους μήνες, όμως, αργότερα, το φθινόπωρο του 1914 έκανε στροφή στον παρεμβατισμό, γιατί πίστευε ότι η ήττα των Κεντρικών Αυτοκρατοριών ήταν αναγκαία για να κατατροπωθεί ο μιλιταρισμός και ο απολυταρχισμός και να δημιουργηθούν οι συνθήκες για την κοινωνική επανάσταση.Λίγοι σοσιαλιστές τον ακολούθησαν στη μεταστροφή, παρ’ ό,τι πίστευε το αντίθετο.

[xiv] Η δημιουργία των fasciήταν συνήθης πρακτική στα πλαίσια του ιταλικού αριστερού κινήματος, στο Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γεώρμας, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2000, σελ. 129.

[xv]Hέκφραση «φασιστικό κίνημα» εμφανίζεται τον Απρίλιο του 1915 στην εφημερίδα αυτή και όριζε μια νέου τύπου οργάνωση, το αντικόμμα, αποτελούμενο από μαχητικούς πολιτικούς με ελεύθερο πνεύμα που απέρριπταν την οργάνωση και τα δόγματα που επέβαλλαν τα κόμματα.EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σελ. 28.

[xvi] Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γεώρμας, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2000, σελ. 140 και γενικότερα για το ζήτημα στο ίδιο, σσ. 140-146.

[xvii]RobertO. Paxton,Η Ανατομία του Φασισμού, Κέδρος, Αθήνα 2004, σσ. 86-93.

[xviii]EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σελ. 30.

[xix]Robert O. Paxton, όπ. π., σελ. 28.

[xx]Robert O. Paxton, όπ. π., σελ. 30.

[xxi]ΟιβουλευτέςτουPartitoNationaleFascistaεξελέγησαν μέσα από τη λίστα του Τζιολίτι. Ο αριθμός των βουλευτών δεν ήταν μεγάλος, αλλά απέδειξε ότι ο Μουσολίνι έπρεπε να θεωρείται πλέον ουσιαστικό κομμάτι του ιταλικού αντισοσιαλιστικού συνασπισμού σε εθνικό επίπεδο RobertO. Paxton,Η Ανατομία του Φασισμού, Κέδρος, Αθήνα 2004, σελ. 93.

[xxii] Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γεώρμας, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2000, σσ. 156-162.


[xxiii] Wikipedia(τελευταία επίσκεψη, 23-5-2017).

[xxiv]EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σελ. 35.

[xxv] Για τον «αντιτζιολιτισμό» που ήταν μια εξέγερση μικροαστών νέων που ήθελαν να ανατρέψουν την καθεστηκυία τάξη πραγμάτων με έναν πόλεμο ή μια επανάσταση και την προσέγγιση τους από τους εθνικιστές διανοούμενους EmilioGentile, όπ. π., σελ. 24.

[xxvi] Wikipedia (τελευταία επίσκεψη, 23-5-2017) και γενικότερα στη σχετική βιβλιογραφία.


[xxvii] Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γεώρμας, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2000, σσ. 166-167.

[xxviii]RobertO. Paxton,Η Ανατομία του Φασισμού, Κέδρος, Αθήνα 2004, σελ. 127.

[xxix] Robert O. Paxton,  όπ. π., σσ. 128-129.

[xxx] Robert O. Paxton,όπ. π., σσ. 126-129.

[xxxi]EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σσ. 35-40.

[xxxii] Wikipedia  , (τελευταία επίσκεψη, 23-5-2017).

[xxxiii]EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σελ. 39.

[xxxiv] Για το διάστημα 1922-1925, ο Μουσολίνι ήταν ημισυνταγματικός πρωθυπουργός, Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γεώρμας, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2000, σσ. 167 και 173-181.

[xxxv]Πολλοί διανοούμενοι και πολιτικοί, εξ αιτίας αυτής της προπαγάνδας είχαν σχηματίσει πολύ θετική εντύπωση για τον Μουσολίνι και το καθεστώς του. Μεταξύ αυτών ο Τσώρτσιλ, ο Λόιντ Τζώρτζ, ο Μπέρναρντ Σω, ο Αμερικανός πρόεδρος Ρούσβελτ και ο Νίκος Καζαντζάκης.Wikipedia (τελευταία επίσκεψη, 23-5-2017).

Επίσης, γνωστές είναι οι περιπτώσεις του Έζρα Πάουντ και του Λουίτζι Πιραντέλλο, καθώς και η δημιουργία της Cinecittà. HCinecittàιδρύθηκε το 1937 από τον Μουσολίνι, το γιο του Βιττόριο, τον υπεύθυνο για τον κινηματογράφο LuigiFreddiμε το σλόγκαν«Il cinema è l'arma più forte» («Το σινεμά είναι πιο δυνατό από τα όπλα»).

Ο Φασισμός στην Ιταλία απέφυγε να επιβάλλει μια «Επίσημη Τέχνη», με αποτέλεσμα να κερδίσει την υποστήριξη πολλών τομέων του πολιτισμού και της τέχνης στο EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σελ. 45.

[xxxvi] Ο Μουσολίνι από τις αρχές της δεκαετίας του 1930 άρχισε να αποπέμπει από τους κυβερνητικούς θώκους τους Φασίστες που είχαν ισχυρή προσωπικότητα και να τους αντικαθιστά με υποχείριά του.

[xxxvii]EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σελ. 44.

[xxxviii]EmilioGentile, όπ. π., σσ. 40, 43-44.

[xxxix]EmilioGentile, όπ. π., σσ. 44-48.

[xl] Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γεώρμας, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2000, σελ. 182.

[xli]Στάνλεϊ Πέιν, όπ. π., σελ. 183.

[xlii] Χ.Ο., «Φασισμός», Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάννικα, Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα 1996, σελ. 188.

[xliii] Χ.Ο., όπ. π., σελ. 188.

[xliv] Χ. Ο.,όπ. π., σελ. 188

[xlv]EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σελ. 53

[xlvi]EmilioGentile, όπ. π., σελ. 52.

[xlvii] Χ.Ο., «Φασισμός», Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάννικα, Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα 1996, σελ. 188.

[xlviii]EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σσ. 52-53.

[xlix] Χ.Ο., «Φασισμός», Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάννικα, Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα 1996, σελ. 188.

[l] Wikipedia (τελευταία επίσκεψη, 23-5-2017)

[li]EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σσ. 54-55.

[lii]Wikipedia (τελευταία επίσκεψη, 23-5-2017).

[liii] Wikipedia (τελευταία επίσκεψη, 23-5-2017).

[liv] Χ.Ο., «Φασισμός», Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάννικα, Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα 1996, σ σσ. 186-187. Επίσης,για την επίδραση των Σορέλ και Παρέτο στο Μουσολίνι,  Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γεώρμας, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2000, σελ. 131.


[lv]EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σσ. 50-51.

[lvi]EmilioGentile, όπ. π., σελ. 44.

[lvii]EmilioGentile, όπ. π., σελ. 48. Παρ’ ό,τι ο Μουσολίνι είχε αποκηρύξει τον αντισημιτισμό στις αρχές της δεκαετίας του 1930, μετά άλλαξε άποψη και η Ιταλία από το 1938 έγινε αντισημιτικό κράτος.

[lviii]EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σελ. 49.

[lix]EmilioGentile, όπ. π., σελ. 47.

[lx]EmilioGentile, όπ. π., σελ. 54.

[lxi]EmilioGentile, όπ. π., σελ. 55.

[lxii] Ιστοσελίδα τελευταία προβολή 23-4-2017.

[lxiii]Γ. Κατσιαφίκας, Η ανατροπή της πολιτικής, Ευρωπαϊκά αυτόνομα κοινωνικά κινήματα και η αποαποικιοποίηση της καθημερινής ζωής, Ελευθεριακή Κουλτούρα 2007, στην ιστοσελίδα  , τελευταία επίσκεψη 23-4-2017.

[lxiv]EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σελ. 50.

[lxv]1969-…: Στρατηγική της Έντασης στην Ιταλία, ιστοσελίδα , τελευταία επίσκεψη, 23-4-20017.
[lxvi]Όπ. π.

 

[lxvii] Κατερίνα Σκαργιώτη, «“Η στρατηγική της έντασης”: τρομοκρατικά χτυπήματα και ενοχοποίηση της Αριστεράς στην Ιταλία του 1970», (ιστοσελίδα  , τελευταία επίσκεψη 23/4/2017).

[lxviii]Κατερίνα Σκαργιώτη, όπ. π.

[lxix]«1969-…: Στρατηγική της Έντασης στην Ιταλία», ιστοσελίδα
 , τελευταία επίσκεψη, 23-4-20017.
[lxx] Κατερίνα Σκαργιώτη, «”Η στρατηγική της έντασης”: τρομοκρατικά χτυπήματα καιενοχοποίηση της Αριστεράς στην Ιταλία του 1970», (ιστοσελίδα  , τελευταία επίσκεψη 23/4/2017).

[lxxi]Γ. Κατσιαφίκας, Η ανατροπή της πολιτικής, Ευρωπαϊκά αυτόνομα κοινωνικά κινήματα και η αποαποικιοποίηση της καθημερινής ζωής, Ελευθεριακή Κουλτούρα 2007, στην ιστοσελίδα, τελευταία επίσκεψη 23-4-2017.

[lxxii] Για τον μαζικό Φασισμό του 1921, σε αντίθεση με τον Φασισμό του Σαν Σεπόλκρο, Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γεώρμας, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2000, σελ. 151.

[lxxiii]Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γεώρμας, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2000, σελ. 188.

[lxxiv] Για την συμμετοχή της Ιταλίας στον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γεώρμας, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2000, σελ. 134-137.

Και, επίσης, στο ίδιο, για την κρίση μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, σσ. 137-140.

[lxxv] Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γεώρμας, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2000, σσ. 127-130.

[lxxvi]Στάνλεϊ Πέιν, όπ. π., σσ. 651-672.

Νάκης Αυγερινός: Ένας Πυργιώτης που δεν έχει ξεχαστεί

Τραμπαδώρος Δ.

To κείμενο που ακολουθεί αποτελεί την εισήγηση του Διον. Τραμπαδώρου στην εκδήλωση της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Πύργου για τους Πυργίους Νομικούς - Συγγραφείς

 

Για τον Νάκη Αυγερινό οι μνήμες είναι παρούσες. Δεν είναι ένα πρόσωπο που έχει ξεχαστεί.

Γεννήθηκε στον Πύργο το 1911 και ήταν γιος του Χαράλαμπου Αυγερινούδημάρχου Πύργου, από την ιστορική οικογένεια των Αυγερινών, και της Φούλας Ιγγλέση. Είχε, επίσης μία αδελφή, τη Νίνα, μετέπειτα σύζυγο του ιατρού Βασιλείου Λεονταρίτη. Θείος του ήταν ο Ανδρέας Μιχαλακόπουλος, μέσω συγγένειας με την οικογένεια Γκάβα. Σπούδασε νομική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και άσκησε τη δικηγορία στην Πάτρα και τον Πύργο.

Η απώτερη καταγωγή της οικογένειας Αυγερινού είναι από τα Αυγερινάτα Κεφαλλονιάς. Μέλη της οικογένειας αυτής εγκαταστάθηκαν στο χωριό Δούκα γύρω στα 1680. Αργότερα, και συγκεκριμένα το 1770, η οικογένεια μετεγκαταστάθηκε στον Πύργο.

Αναφορές σε σχέση με τους Γιωργάκη, Χριστόδουλο και Φιλάρετο Αυγερινό, κατά τα προεπαναστατικά χρόνια, καθώς και αυτά της Επανάστασης υπάρχουν στα έργα του Γεωργίου Χρυσανθακόπουλου, του Βύρωνα Δάβου, του Αθανασίου Φωτόπουλου, καθώς και στην διπλωματική μου εργασία, που έχει ως θέμα τη ναυτιλία στην περιοχή του Πύργου κατά τα έτη 1829 - 1835.  

Ο πατέρας του Νάκη Αυγερινού, Χαράλαμπος, γεννήθηκε στον Πύργο και ήταν γιος του Αυγερινού Αυγερινού, και της Γκάβα, πρώτης εξαδέρφης του Ανδρέα Μιχαλακόπουλου. Σπούδασε νομικά και άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου ως αστικολόγος. Το 1914 εξελέγη δημοτικός σύμβουλος και ανέλαβε την προεδρία του δημοτικού συμβουλίου. Μετά τον θάνατο του Χρήστου Στεφανόπουλου εξελέγη δήμαρχος, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι το 1920 οπότε και απολύθηκε. Επίσης, την περίοδο 1923 - 1935 διετέλεσε υποθηκοφύλακας Πύργου.

Απεβίωσε στις 27 Ιουλίου 1942. Τον θάνατό του τον περιγράφει ο Νάκης Αυγερινός, μεταφέροντάς μας την πεποίθησή του ότι οι Σύμμαχοι και η Ελλάδα τελικώς θα νικήσουν, αλλά και την πικρία του ότι πεθαίνει υπόδουλος.

Ο Νάκης Αυγερινός ασχολήθηκε με την πολιτική και έθεσε για πρώτη φορά υποψηφιότητα στις εκλογές του 1946, στις οποίες και απέτυχε να εκλεγεί. Εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής Ηλείας στις εκλογές του 1956 με την Δημοκρατική Ένωση την οποία αποτελούσαν οι κεντρώοι κομματικοί σχηματισμοί των Σοφοκλή ΒενιζέλουΓ. ΠαπανδρέουΣάββα Παπαπολίτη και Αλέξανδρου Μπαλτατζή και επανεξελέγη, με την Ένωση Κέντρου, στις εκλογές του 1964. Είχε διατελέσει, επίσης, αντιπρόεδρος της Ενώσεως βουλευτών και ευρωβουλευτών.

Απεβίωσε στις 4 Νοεμβρίου του 2002 στην Αθήνα και ενταφιάστηκε στον οικογενειακό τάφο του Χαράλαμπου Αυγερινού στο Α΄ Νεκροταφείο Πύργου.

Ήταν ο τελευταίος άρρεν απόγονος της ιστορικής πυργιώτικης οικογένειας των Αυγερινών.

Πριν μιλήσουμε, όμως, για το έργο του Νάκη Αυγερινού, ας κάνουμε μια περιήγηση σε εφημερίδες και ΦΕΚ της εποχής και τα οποία αφορούν τον ίδιον, αλλά κα την οικογένεια Αυγερινού, γενικότερα.

Τα στοιχεία αυτά προέκυψαν από δική μας πρωτογενή έρευνα.

Έτσι,

  • Στις 28 Οκτωβρίου 1946 έχουμε πρωτοσέλιδο άρθρο του στην εφημερίδα Αυγή Πύργου σχετικά με την επέτειο. Το άρθρο έχει ως τίτλο «Έπειτα από έξη χρόνια» και αναφέρεται στον ηρωισμό των Ελλήνων στο Αλβανικό Μέτωπο, αλλά και στην ιστορική αδικία που συντελέστηκε εναντίον της Ελλάδας, η οποία παρ’ό,τι ήταν με το μέρος των νικητών του Πολέμου δεν κατάφερε να πραγματοποιήσει την εθνική της ολοκλήρωση.
  • Στην Πατρομυνέτα της 30ης Μαρτίου 1908 υπάρχει αναφορά σε οικονομική υπόθεση της οικογένειας Αυγερινού και στο σχετικό δημοσίευμα αναφέρονται τα ονόματα του Ανδρέα Αυγερινού και του Πέτρου Αυγερινού, καθώς και της Γεωργίτσας Π. Αυγερινού, το γένος Χρίστου Δαραλέξη, όπως και του πατέρα της Χρίστου Θεμ. Δαραλέξη.
  • Στην Πατρομυνέτα της 11ης Μαΐου 1908 έχουμε το ίδιο δημοσίευμα.
  • Στην Πατρομυνέτα της 2ας Δεκεμβρίου 1907 υπάρχει η νεκρολογία της Γεωργίτσας Αυγερινού.
  • Στην Πατρίδα της 6ης Ιανουαρίου 1937 υπάρχει πρόσκληση της Φιλαρμονικής Πύργου για την διενέργεια Γενικής Συνέλευσης. Την πρόσκληση υπογράφει ο Νάκης Αυγερινός ως Γραμματέας και ο Γεώργ. Παπασχινάς ως Πρόεδρος.
  • Στην Πατρίδα της 4ης Δεκεμβρίου 1934 υπάρχει συγχαρητήριο δημοσίευμα της οικογένειας Κωνσταντίνου Μορτόγια (τον οποίον αναφέρει και ο Αυγερινός στο βιβλίο του) προς την Νίνα Χ. Αυγερινού και τον Βασίλειο Λεονταρίτη για τους αρραβώνες τους.
  • Από το φύλλο της Πατρίδας της 28ης Σεπτεμβρίου 1934 μαθαίνουμε ότι στις 28 Σεπτεμβρίου 1904 απεβίωσε ο Πέτρος Αυγερινός, γεγονός το οποίο αναγγέλθηκε με κωδωνοκρουσίες.
  • Στην Πατρίδα της 21ης Μαΐου 1933 συναντούμε καταχώρηση του Νάκη Αυγερινού με την οποία γνωστοποιεί στο κοινό ότι εγκαταστάθηκε στο παλαιό δικηγορικό γραφείο του πατέρα του, στην πλατεία Αυγερινού, και ότι αρχίζει να ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου.

Αυτή την χρονική περίοδο υπάρχουν στα φύλλα της Πατρίδας πολλά τέτοια δημοσιεύματα.

  • Στην Πατρίδα της 22ας Μαΐου 1932 υπάρχει δημοσιευμένη η νεκρολογία του Νικολάου Συριόπουλου, γραμμένη από τον Νάκη Αυγερινό.

Ο Ν. Συριόπουλος ήταν βενιζελικός πολιτικός, και κατ΄ επανάληψη βουλευτής Ηλείας.

  • Στην Πατρίδα επίσης της 12ης Απριλίου 1932 υπάρχει δημοσίευμα για την διάλεξη που έδωσε ο Νάκης Αυγερινός στο Λύκειο των Ελληνίδων με θέμα την θανατική ποινή.
  • Στις 29 Μαρτίου υπάρχει δημοσίευμα στην Πατρίδα σχετικά με την ομιλία του Άγγελου Αγγελακόπουλου στο δημοτικό συμβούλιο με θέμα την εγκατάλειψη του τάφου των Αυγερινών, στο νεκροταφείο του Πύργου.
  • Στην εφημερίδα «Επαρχιακό Πνεύμα» της 16ης Ιουνίου 1877 υπάρχει, επίσης, αναφορά στην οικογένεια Αυγερινού.

Επιπροσθέτως, αναφορές έχουμε στον

  • Νεολόγο της 19ης Ιουνίου 1899, και συγκεκριμένα άρθρο του βουλευτή Πέτρου Αυγερινού για το σταφιδικό ζήτημα.
  • Στο Νεολόγο της 6.8.1899, και συγκεκριμένα ότι ο Αυγερινός συστήνει στους πολιτικούς του φίλους την υποψηφιότητα Ψημένου.
  • Στο Νεολόγο της 26.08.1899 υπάρχει δημοσίευμα σχετικό με τον Πέτρο Αυγερινό και τον Τάκη Δαραλέξη και τέλος
  • Στο Νεολόγο της 29.9.1904, υπάρχει εκτενές πρωτοσέλιδο δημοσίευμα για τον θάνατο του Π. Αυγερινού και τη συγγενική σχέση με την οικογένεια Δαραλέξη.

Όσον αφορά τα ΦΕΚ έχουμε τα εξής:

Στο ΦΕΚ 49 της 20.10.1860 υπάρχει αναφορά στον επαρχιακό ιατρό Αγαμέμνονα Αυγερινό και στον Νικόλαο Σπηλιάδη.

Στο ΦΕΚ 55 της 11ης Δεκεμβρίου 1858 δημοσιεύεται το Β.Δ. της 25ης Ιανουαρίου του ίδιου έτους με το οποίο απονέμεται ο Χρυσούς Σταυρός των ιπποτών του Β. Τάγματος του Σωτήρος στον Ανδρ. Αυγερινό, τον Λυσ. Βιλαέτη κα τον Στ. Στεφανόπουλο.

Στο ΦΕΚ 16 της 29ης  Απριλίου 1855, υπάρχει αναφορά στους Πέτρο Αυγερινό, και Ανδρέα Παπασταθόπουλο ως μελών της επιτροπής γα την κατασκευή λιμένος στον Άγιο Ανδρέα.

Ο Ανδρέας Παπασταθόπουλος ήταν ο πρώτος πρόεδρος της επί της κατασκευής του Λιμένος του Αγίου Ανδρέα Επιτροπής (σύμφωνα με το ΦΕΚ του 1850) ενώ ταυτόχρονα σχεδόν με τον διορισμό του Πέτρου Αυγερινού εκδίδεται και το ΦΕΚ του 1855 με το οποίο μεταβάλλεται ο τόπος κατασκευής από τον Άγιο Ανδρέα στο Κατάκωλο.

Και οι δύο αυτές οικογένειες, δηλαδή οι Αυγερινοί και οι Παπασταθόπουλοι είχαν κοινή καταγωγή, από το χωριό Δούκα και είχαν εμπειρία στη ναυτιλία τουλάχιστον από τις αρχές του 19ου αιώνα, αφού υπάρχει έγγραφο του 1802 στο οποίο ο τότε Δημήτριος Παπασταθόπουλος και ο τότε Γιωργάκης Αυγερινός αναφέρονται ως συμπλοιοκτήτες συντροφικού πλοίου με καραβοκύρη τον επίσης εκ Δούκα καταγόμενο Γιώργη Χαριτόπουλο, στοιχείο που μας παραπέμπει στην αξία των συγγενικών δικτύων, καθώς και των δικτύων που εδράζονται στον κοινό τόπο καταγωγής για την εθνική μας ιστορία.

Στο ΦΕΚ 65 της 3 Οκτωβρίου 1879 ο Ανδρέας Δημ. Αυγερινός υπογράφει σχετικό ΒΔ ως υπουργός Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως.

Επίσης, αναφορές στα ΦΕΚ βρίσκουμε και για πρόσωπα της ευρύτερης οικογένειας Ιγγλέση, δηλ. της οικογένειας της μητέρας του Νάκη Αυγερινού, όπως επί παραδείγματι στα εξής: Αριθμ. 7 της 5ης Μαρτίου 1863, αριθμ. 41 της 9ης Δεκεμβρίου 1870, αριθμ. 13 της 27ης Απριλίου 1873 και αριθμ. 25 της 30ης Ιανουαρίου 1889.

Αλλά ας έλθουμε τώρα στο βιβλίο του Νάκη Αυγερινού το οποίο έχει ως τίτλο «Μνήμες από το παρελθόν – Ο Πύργος του 20ου αιώνα – Αναδρομικό ημερολόγιο και άλλα δημοσιεύματα».

Το βιβλίο αποτελείται, κατ’ αρχάς, κατά το πολύ μεγαλύτερο μέρος του, από την ενότητα «Αναδρομικό ημερολόγιο», στο οποίο πραγματεύονται προσωπικά του θέματα και αναμνήσεις, περιγραφές του περιστατικών που αφορούν κυρίως τον Πύργο, αλλά και την Ηλεία γενικότερα, ακόμα και την Αθήνα στην οποία έζησε ως φοιτητής. Επίσης περιλαμβάνονται οι ενότητες «Ταξιδεύοντας προς την Μόσχαν-Αν. Βερολίνον-Αν. Γερμανία-Δυτικόν Βερολίνον-Πράγα», άλλα δημοσιεύματα σε τοπικές κυρίως εφημερίδες, πολιτικού, κοινωνικού, νομικού, ταξιδιωτικού και άλλου περιεχομένου και τέλος άλλα χαρακτηριστικά κείμενα, όπου σκιαγραφείται η προσωπικότητα του Αυγερινού και το έργο του.

Προβληματίστηκα πολύ για το πώς θα μπορούσα να παρουσιάσω τις αναμνήσεις μιας πολύπτυχης και πολυκύμαντης ζωής ενός δραστήριου ανδρός, μέσα στις οποίες ρέουν καταστάσεις και πρόσωπα κατά τρόπο πυκνό και χειμαρρώδη.

Δεν μου έμενε άλλη επιλογή από το να διαλέξω: Όσον αφορά το πρόσωπο διάλεξα έναν χαρακτηρισμό: Ο Νάκης Αυγερινός είναι ένας Πυργιώτης, είναι ένας άνθρωπος  άρρηκτα συνυφασμένος με την πόλη που γεννήθηκε, μεγάλωσε και έζησε.

Δεν έχει σημασία το που βρίσκεται όταν αναπολεί, όταν σκέφτεται για να γράψει, δεν έχει σημασία σε τι αναφέρεται. Αφετηρία και προορισμός της σκέψης του, όπου και αν βρίσκεται, είναι ο Πύργος και η κοινωνία του. Ο Πύργος είναι ο ακροατής της αφήγησής του. Αυτό άλλωστε, κυρίως, τον ενδιαφέρει.

Όσον αφορά τον τόπο στον οποίο ο Νάκης Αυγερινός αφηγείται, θα επέλεγα την οδό 28ης Οκτωβρίου –Κατακώλου, το βουλεβάρτο του Πύργου, στην οποία στο βιβλίο του επανέρχεται πάλι και πάλι.

Στην εποχή των παιδικών μου χρόνων, ο δρόμος αυτός έκλεινε για την κυκλοφορία των οχημάτων με ένα STOP περίπου στο ύψος του παλαιού «σαλίγκαρου» και ο κόσμος πήγαινε και ερχόταν  ασταμάτητα. Εκεί μπορούσες να συναντήσεις σχεδόν τον οποιονδήποτε Πυργιώτη, τα δε θέματα των συζητήσεων των παρεών ήταν πολυποίκιλα, όπως και οι καταστάσεις που εκτυλίσσονταν.

Στη διαδικασία συμμετείχαν και οι επί της οδού Κατακώλου, κατοικούντες, απ’ τα μπαλκόνια τους.

Η κίνηση των πεζών που έκαναν τη βόλτα τους στην Κατακώλου είναι από τις σκηνές της παιδικής μου ηλικίας που έχουν μείνει βαθιά χαραγμένες στη μνήμη μου.

Στην οδό Κατακώλου, λοιπόν φαντάζομαι τον Νάκη Αυγερινό να αφηγείται στην παρέα του, να αφηγείται σε όλους τους Πυργιώτες.

Να αφηγείται τα βιώματά του, τα γεγονότα, τις ταξιδιωτικές του εντυπώσεις, να διατυπώνει τις απόψεις του για πάσης φύσεως ζητήματα (πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά).

Έχοντας πολλές φορές ως εφαλτήριο τα προσωπικά του συμβάντα, εκτείνεται στο σχολιασμό γενικότερων γεγονότων και καταστάσεων της εποχής του, χωρίς η νοσταλγία για τις οικογενειακές στιγμές να εκλείπει.

Ο πατέρας, η μητέρα, οι παλαιότεροι πρόγονοι, η αδελφή του Νίνα, η σύζυγός του, η κόρη του, οι συγγενείς της οικογένειας.

Περιγράφει, αρχικώς ένα Πύργο και έναν κόσμο διαφορετικό από τον σημερινό.

Έναν κόσμο που κινούνταν στους ρυθμούς του αποήχου της μπελ – επόκ, έναν Πύργο που σφραγιζόταν καθημερινώς από  την παρουσία της σταφίδας και των σχετικών με το προϊόν αυτό θεσμών, τον ΑΣΟ, το Ινστιτούτο, το εξαγωγικό λιμάνι του Κατακώλου, την παρουσία των βιομηχανιών όπως του Καραβασίλη (εταιρείας της οποίας ο Αυγερινός ήταν δικηγόρος, κατά τα τελευταία χρόνια της ύπαρξής της) τα Ηνωμένα Εργοστάσια Δήμητρα – Αλφειός, την μακαρονοποιία ΗΡΝΤΑ του Ηρακλή Νταϊρόπουλου, τα μηχανουργεία των Χαρ. Θεοχάρη και του Σπύρου Τρωμ, την πυκνή κοινωνική ζωή, με την παρουσία σημαντικότατων συλλόγων και οργανώσεων, έναν Πύργο διαφορετικό. Έναν Πύργο που ταυτόχρονα ήταν τόπος μικρός, αλλά και ομφαλός, έναν Πύργο που δεν υπάρχει πια.

Οι αναφορές του εξαντλητικές: οι κοινωνικοί παράγοντες του Πύργου, οι σημαντικές οικογένειες, οι πολιτικοί παράγοντες, οι λιγότερο διάσημοι, τα ιδιωτικά και δημόσια κτίρια, νεοκλασικά, λαϊκά και deco (όπως το κτίριο Λεονταρίτη, που τώρα στεγάζεται ο Ιατρικός Σύλλογος, μετά από δωρεά του Λεονταρίτη) οι ναοί, οι δρόμοι της πόλης και η ιστορία τους, οι πλατείες της, οι κρήνες – ορόσημα, έργο του Δημάρχου Πέτρου Αυγερινού, οι διάφορες παρέες της πόλης, η Φιλαρμονική Πύργου της οποίας είχε διατελέσει γραμματέας και πρόεδρος, οι άλλοι σύλλογοι, οι πρόσφυγες του ΄22, η 4η Αυγούστου, τα προπολεμικά γεγονότα, γενικότερα, ο Πόλεμος, η Κατοχή, τα Δεκεμβριανά, τα πρώιμα και τα μετέπειτα μεταπολεμικά χρόνια, από άποψη πολιτική και κοινωνική, η 21η Απριλίου, τα γεγονότα της Νομικής και του Πολυτεχνείου, η συγγένεια και η αλληλοεκτίμηση με τον Αλέκο Παναγούλη, η Μεταπολίτευση.

Γενικό και ειδικό, δημόσιο και ιδιωτικό, σπουδαίο και πιο κοινό, γεγονότα της κεντρικής πολιτικής σκηνής και τοπικά γεγονότα, καθώς και προσωπικές εμπειρίες, συμπλέκονται, δίνοντας στην αφήγηση ζωντάνια και ουσία, αφού της επιτρέπεται έτσι να παρουσιάζει έναν ολόκληρο κόσμο, δύσκολο, αλλά και ωραίο, αντιφατικό, αλλά και αρμονικό.

Έναν κόσμο που υπήρξε τον 20ο αιώνα.

Αυτό είναι και το κύριο χαρακτηριστικό του βιβλίου του, δηλαδή η διαχρονία, καθώς η αφήγηση αρχίζει από τα τελευταία έτη του κατά τον Hobsbowm, μακρού 19ου αιώνα, δηλαδή από τη δεύτερη δεκαετία του 20ου, και εκτείνεται έως την εποχή και εμείς οι πενηντάρηδες ζήσαμε ως παιδιά και νεότεροι.

Αυτό είναι, εκτός από την λεπτομερή αναφορά σε πρόσωπα και γεγονότα, και το στοιχείο που δίνει ιδιαίτερη αξία στο βιβλίο του, καθώς έτσι αποτελεί μια εκτενή ιστορία του Πύργου στον αιώνα αυτόν, όπως είναι και ο υπότιτλός του.

Είναι ένα βιβλίο που κυρίως, αναφέρεται στην ιστορία μίας πόλης, της πόλης μας, από ένα πρόσωπο που αποτελεί ταυτόχρονα σημαίνον μέρος του δρώντος υποκειμένου και αυτό είναι και το σημείο από το οποίο εκπηγάζουν οι δυσκολίες ενός τέτοιου εγχειρήματος, γεγονός που μόνον οι γνοιασμένοι μπορούν να κατανοήσουν.

Ο Αυγερινός, ως άνθρωπος και ως πολιτικός, μας καταθέτει τον υποκειμενισμό του γεγονός που, όπως και κάθε υποκειμενισμός στην ιστορία, είναι ένα από τα ζητούμενα, μιας και έχει κεφαλαιώδη σημασία και αξία.

Αυτά ήταν τα βιώματά του και τα γεγονότα που έζησε. Βαθιά δημοκράτης και μάλιστα όχι κατ’ επίφαση, από την άποψη των δήθεν πολιτικών φρονημάτων, αλλά στην καθημερινότητα της ζωής, συνελήφθη από τη δικτατορία των Συνταγματαρχών.

Και όχι μόνον αυτό, αλλά, επιπροσθέτως εξέφραζε απόψεις κοινωνικώς δίκαιες και οικονομικώς αναπτυξιακές, όπως επί παραδείγματι σε άρθρο του στην εφημερίδα Πατρίς, σχετικά με την φορολόγηση της Καθαράς Προσόδου, σε εποχή πρώιμη, μάλιστα, και συγκεκριμένα στις 27.04.1929. (σελ. 445)

Θα ήθελα να κλείσω την ομιλία μου με κάτι σημαντικό: Ο Νάκης Αυγερινός ήταν ηθικά ακέραιος.

Ως πολιτικός, δεν έκανε το καλό στους συμπολίτες του επειδή λειτουργούσε στο πλαίσιο της πολιτικής πατρωνίας, στο πλαίσιο των πελατειακών σχέσεων, οι οποίες ούτως ή άλλως λειτούργησαν, στην περίπτωση της Ελλάδας, ως μηχανισμός εισαγωγής των μαζών στην πολιτική, αλλά επειδή το πίστευε, επειδή αυτό τον γέμιζε ως άνθρωπο.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Νάκης Αυγερινός είναι, όπως αναφέραμε και αρχικώς, ακόμη παρών σε πολλά σπίτια του Πύργου και της Ηλείας, ούτε και το γεγονός ότι η ανάμνηση που έχει αφήσει είναι μόνον θετική και μάλιστα σε βαθμό υπερθετικό.

Στο βιβλίο του δεν κάνει τίπ’ άλλο από το να διατυπώσει εγγράφως, αυτό που με σεβασμό υπέρτατο έκανε σε όλη του τη ζωή. Δηλαδή όχι μόνον να μιλήσει σε καθέναν από εμάς τους Πυργιώτες, αλλά και να συνομιλήσει μαζί μας, να δώσει και σε μας τον λόγο, να μας ακούσει προσεκτικά.

Σας ευχαριστώ πολύ για το ενδιαφέρον και την προσοχή σας.     

Η γνώμη της Τοπικής Κοινότητας Κατακόλου για τα πετρέλαια

Απόψεις

ΘΕΜΑ: ΔΙΑΤΥΠΩΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΨΗΣ ΤΗΣ ΤΟΠΙΚΗΣ ΜΑΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΔΗΜΟ ΠΥΡΓΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΔΥΤΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ ΤΗΣ Α’ ΦΑΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΤΑΔΙΟΥ Α’ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΤΟΥ ΚΟΙΤΑΣΜΑΤΟΣ ΥΔΡΟΓΟΝΑΝΘΡΑΚΩΝ.

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ:

Στα όρια της Τ.Κ. Κατακόλου και στην εγγύτερη θαλάσσια περιοχή ανακαλύφθηκε πριν 40 χρόνια ένα μικρό κοίτασμα υδρογονανθράκων, ήτοι 10-12 εκατομμύρια βαρέλια περίπου.

Μετά από περεταίρω έρευνες η ελληνική πολιτεία προχώρησε στην παραχώρηση του δικαιώματος έρευνας και εκμετάλλευσης ,με την κύρωση της σύμβασης παραχώρησης, στις εταιρείες Energean Oil & Gas και Trajan Oil and Gas limited.

Οι εταιρείες αυτές προτίθενται να αναπτύξουν την εξόρυξη και παραγωγή υδρογονανθράκων σε δύο στάδια:

Το Α’ στάδιο του προγράμματος αφορά την εξόρυξη αργού πετρελαίου και το Β’ στάδιο αφορά την εξόρυξη φυσικού αερίου.

Στο Α’ στάδιο του προγράμματος διακρίνονται τρεις φάσεις:

Α’φάση: Εδώ θα πραγματοποιηθούν δύο συνολικά γεωτρήσεις, ήτοι μια πιλοτική αρχική και μια παραγωγική σε διαφορετικούς χρόνους. Αρχικά δηλαδή θα πραγματοποιηθεί η πιλοτική γεώτρηση, που εδώ θα γίνει η εγκατάσταση του εργοταξίου και του γεωτρύπανου, θα ακολουθήσει διάλυση του εργοταξίου και απομάκρυνση του γεωτρύπανου. Αργότερα θα ακολουθήσει η διάνοιξη της παραγωγικής γεώτρησης με την εκ νέου εγκατάσταση του εργοταξίου και του γεωτρύπανου και τέλος η εκ νέου διάλυση του εργοταξίου και η απομάκρυνση του γεωτρύπανου.

Β’φάση: Παραγωγή 1.500 βαρελιών πετρελαίου, αποθήκευση και μεταφορά τους.

Γ’φάση: Μετά από δύο χρόνια  θα πραγματοποιηθεί και δεύτερη παραγωγική γεώτρηση ώστε η παραγωγή συνολικά να ανέλθει σε 3.000 βαρέλια την ημέρα.

Η μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων (ΜΠΕ) για την οποία καλούμαστε να εκφέρουμε γνώμη, αφορά μόνο τη α΄φάση του α΄σταδίου εκμετάλλευσης , ήτοι την εκτέλεση των δύο πρώτων γεωτρήσεων και όχι του συνόλου της εξορυκτικής δραστηριότητας, δηλαδή και την παραγωγή, την αποθήκευση και τη μεταφορά του αργού πετρελαίου.

Η εταιρεία επιδίωξε και πήρε έγκριση (την υπ’αρίθ. πρωτ. 149087/24-06-2018) να εκπονήσει τη ΜΠΕ σταδιακά και όχι για το σύνολο των φάσεων της εξόρυξης πετρελαίου. Σε αυτό το πλαίσιο πραγματοποιήθηκε η πρώτη ΜΠΕ.

 

ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ:

 

  1. Η ΜΠΕ ξεπερνά αθροιστικά τις 1.500 σελίδες και είναι αδύνατον από έναν τοπικό συμβούλιο να εξετασθεί και μάλιστα όταν δεν υπάρχουν και οι απαραίτητες τεχνικές γνώσεις. Επιπλέον ένα σημαντικό κομμάτι της είναι στην αγγλική γλώσσα, χωρίς καν να έχει μεταφραστεί στα ελληνικά.
  2. Η εμπειρία μας από την εκπόνηση της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) του 2013, η οποία εκπονήθηκε από το ΕΛΚΕΘΕ και εγκρίθηκε με την υπ’ αρίθ. 169895/08-08-2013 ΚΥΑ δείχνει πως οι μελέτες δεν εκπονούνται σωστά. Η συγκεκριμένη ΣΜΠΕ είναι επιεικώς απαράδεκτη, καθώς στις 700 και πλέον σελίδες της δεν είχε αναφερθεί καθόλου η ύπαρξη της κρουαζιέρας στο λιμένα Κατακόλου.

 Είναι ηλίου φαεινότερο πως η ΣΜΠΕ θα έπρεπε να έχει εξετάσει τα οικονομικά οφέλη της περιοχής από την κρουαζιέρα και τις επιπτώσεις που θα έχουν οι εξορύξεις υδρογονανθράκων σε αυτή.

Θα έπρεπε να  έχουν εκτιμηθεί οι οικονομικές απώλειες από την κρουαζιέρα σε περίπτωση ατυχήματος και κατ’ επέκταση η εκτίμηση του ρίσκου που διατιθέμεθα να αναλάβουμε. Έτσι, και μόνο αν το ισοζύγιο ήταν θετικό, η πολιτεία θα μπορούσε να προχωρήσει στην αξιοποίηση του κοιτάσματος. Αυτή τουλάχιστον είναι η διαδικασία που ακολουθείται για τις ΣΜΠΕ.

Αντί αυτού η ΣΜΠΕ εξέτασε, ως επί το πλείστον, θέματα έρευνας στη θαλάσσια περιοχή και για αυτό οι όροι και οι περιορισμοί που τέθηκαν αφορούσαν το θαλάσσιο περιβάλλον και την αλιεία αποκλειστικά.

 Υπενθυμίζουμε ότι η κρουαζιέρα αποφέρει στην ευρύτερη περιοχή της Ηλείας 50 περίπου εκατομμύρια ευρώ το χρόνο, σύμφωνα με τη μελέτη έκφρασης γνώμης των επισκεπτών κρουαζιέρας στο Κατάκολο, που εκπονήθηκε από τον κ. Παντελάδη το 2014 και με την οποία συμφωνεί η διεθνής ένωση εταιρειών κρουαζιέρας ( CLIA).

Στην ΜΠΕ η εταιρεία εξόρυξης αναφέρει πως το συνολικό οικονομικό όφελος για την περιφέρεια θα ανέρχεται στα 13 εκατ. ευρώ ετησίως. Εδώ συμπεριλαμβάνεται η απασχόληση του προσωπικού από την ευρύτερη περιοχή, οι παράπλευρες δραστηριότητες του δευτερογενούς τομέα που πιθανώς να αναπτυχθούν, οι δράσεις κοινωνικής ευθύνης (περιβαλλοντικές δράσεις, αθλητικές δραστηριότητες κ.λ.π.), η αναβάθμιση των υποδομών και δικτύων, καθώς και ο φόρος του 5% επί των κερδών της εταιρείας από την εν λόγω εξόρυξη.

Όλα τα παραπάνω, μη λαμβάνοντας υπ’ όψη βέβαια την, έστω και μικρή κατά τα λεγόμενα της εταιρείας, πιθανότητα μικρού ή μεγάλου ατυχήματος, που θα στερήσει την κρουαζιέρα από το Νομό για τουλάχιστον τρία χρόνια, θα δημιουργήσει «κακό προηγούμενο» για το μέλλον του τουρισμού στην περιοχή μας και θα υποβαθμίσει το περιβάλλον.

  1. Το σχέδιο παραγωγής-αποθήκευσης-μεταφοράς δεν επισυνάπτεται και έτσι το θέμα της παραγωγής αργού πετρελαίου, της αποθήκευσής του σε επίγειες δεξαμενές και ο τρόπος μεταφοράς σε διυλιστήριο δεν διασαφηνίζονται και δεν περιλαμβάνονται στην παρούσα ΜΠΕ, ώστε να εκτιμηθούν οι τυχόν περιβαλλοντικές επιπτώσεις της κάθε περίπτωσης.

Ειδικότερα στα κεφάλαια (Β) και (Δ) της ΜΠΕ, γίνεται μόνο λόγος για τα απόβλητα των γεωτρήσεων που εμπεριέχουν επικίνδυνες ουσίες από τα χημικά βελτιωτικά που θα χρησιμοποιηθούν στα υγρά για τη γεώτρηση καθώς και για τον τρόπο απόσυρσής τους.

Δεν υπάρχει όμως η εκτίμηση των κινδύνων, διότι όπως περιγράφεται στη ΜΠΕ, οι γεωτρήσεις δεν θα ολοκληρωθούν ώστε να γίνει διέγερση του κοιτάσματος και να μπει σε παραγωγή. Σε αυτές τις συνθήκες εκτιμάται ότι οι τυχόν διαρροές, αποσυμπιέσεις, εκρήξεις, στις επίγειες εγκαταστάσεις θα έχουν αμελητέες επιπτώσεις στο λιμάνι και τον οικισμό του Κατακόλου, λόγω των μικρών ποσοτήτων υγρών και αερίων στις σωληνώσεις και τις κεφαλές των φρεατίων, αφού δεν θα υπάρχει επικοινωνία με τον υποθαλάσσιο ταμιευτήρα αερίου και πετρελαίου.

Αναφέρεται δε ότι θα ακολουθήσει άλλη ΜΠΕ, στη φάση εκμετάλλευσης και παραγωγής. Επομένως είναι πιθανό τα αποτελέσματα αυτής της δεύτερης ΜΠΕ, να είναι πολύ διαφορετικά από της πρώτης.

Συνεπώς πριν εγκριθούν και αδειοδοτηθούν οι γεωτρήσεις, πρέπει η δεύτερη ΜΠΕ για τη φάση παραγωγής, αποθήκευσης, μεταφοράς, να υποβληθεί από τώρα ώστε να συνεκτιμηθεί με την παρούσα ΜΠΕ των γεωτρήσεων. Κατά τη διεθνή πρακτική η ΜΠΕ και η εκτίμησή της γίνεται ολοκληρωμένα και όχι κατά στάδια, διότι πρέπει να δοθούν απαντήσεις στα εξής ερωτήματα:

  • Ποιος ο όγκος της ελάχιστης διαρροής πετρελαίου και όξινου φυσικού αερίου, από οποιοδήποτε σημείο παραγωγής ή αποθήκευσης που θα μολύνει σημαντικά το λιμάνι και τις παρακείμενες παραλίες της Αλκυώνας, του Αγ. Ανδρέα, της Σπιάντζας κ.λ.π., με βάση την εποχή και τους επικρατούντες ανέμους και κυματισμούς ?
  • Τι κίνδυνοι υπάρχουν από τυχόν διαρροή μεγάλων ποσοτήτων όξινου φυσικού αερίου (στο οποίο εμπεριέχεται και υδρόθειο, που σε μεγάλες συγκεντρώσεις στον ατμοσφαιρικό αέρα είναι θανατηφόρο για τον άνθρωπο), από τις εγκαταστάσεις, οι οποίες είναι πολύ κοντά ( 600 περίπου μέτρα ) στον οικισμό του Κατακόλου. Δεν θα έπρεπε λοιπόν να τοποθετηθούν αισθητήρες υδρόθειου, των οποίων οι μετρήσεις να είναι άμεσα διαθέσιμες στις υπηρεσίες του Δήμου Πύργου?

Ποιος και με τι μέσα θα ελέγχει το θαλάσσιο πυθμένα για τυχόν εμφάνιση διαρροών από τους υπόγειους αγωγούς?

  • Ποια τα μέσα για τη διαχείριση μικρής ή μεγάλης διαρροής αργού πετρελαίου ή όξινου φυσικού αερίου υποθαλασσίως, επιθαλασσίως ή επιγείως?
  • Ποιοι θα αντιμετωπίσουν και θα καταστείλουν αυτές τις διαρροές και με τι εκπαίδευση?

 

 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ:

 

Είναι λογικό ότι για τη χώρα η παραγωγή και εκμετάλλευση, έστω και ενός πολύ μικρού κοιτάσματος, θα συνδράμει θετικά στην προοπτική αναδιαμόρφωσης του αναπτυξιακού προσανατολισμού της, προσθέτοντας ένα σημαντικό αναπτυξιακό πόρο. Η μέγιστη παραγωγή θα είναι όμως το πολύ μέχρι 3.000 βαρέλια ημερησίως, σε αντίθεση με την Καβάλα που η αρχική παραγωγή ήταν 24.000 βαρέλια ημερησίως και των γειτονικών χωρών Ιταλίας, Αλβανίας που κάθε κοίτασμα παράγει πάνω από 100.000 βαρέλια ημερησίως.

Να σημειωθεί βέβαια πως ο αναπτυξιακός αυτός προσανατολισμός είναι σε αντίθεση με την παγκόσμια τάση των αναπτυγμένων χωρών, οι οποίες στρέφονται όλο και περισσότερο σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, για να καταστείλουν το φαινόμενο του θερμοκηπίου και της κλιματικής αλλαγής, καθώς και με τις Ευρωπαϊκές Οδηγίες για περεταίρω εισχώρηση των ΑΠΕ στην παραγωγή Ενέργειας.

Σύμφωνα με ορισμένους ειδικούς η χώρα μας θα έχει επιπλέον γεωπολιτικά οφέλη από τις εξορύξεις υδρογονανθράκων. Εμείς σαν Τοπική Κοινότητα θέλουμε να συμβάλουμε στα παραπάνω, αλλά δυστυχώς μέχρι σήμερα οι ενέργειες της πολιτείας και της εταιρείας δεν μας εμπνέουν καμία εμπιστοσύνη.

 

Συγκεκριμένα:

  • Η εταιρεία, στη φάση των διαπραγματεύσεων με το ελληνικό δημόσιο, μας είχε ενημερώσει ότι η ΜΠΕ θα περιλάμβανε όλες τις φάσεις γεώτρησης-παραγωγής-αποθήκευσης-μεταφοράς του αργού πετρελαίου και θα την ανέθετε σε διεθνούς κύρους Νορβηγική εταιρεία εκπόνησης περιβαλλοντικών μελετών, με εξειδίκευση στις εξορύξεις.

Στην πραγματικότητα όμως η εταιρεία επιδίωξε η ΜΠΕ να πραγματοποιηθεί κατά φάσεις, χωρίς να γίνεται λόγος για την επικινδυνότητα από τυχόν διαρροή όξινου φυσικού αερίου, πετρελαίου, καθώς και νερού μεγάλης περιεκτικότητας σε βαρέα μέταλλα που θα παράγεται κατά την άντληση.

  • Βέβαια το Υπουργείο έχει θεσπίσει ένα παρατηρητήριο που θα επιβλέπει όλες τις φάσεις. Υπάρχει όμως το παράδειγμα της γειτονικής μας Ιταλίας, που παρά την ύπαρξη Δημόσιας Υπηρεσίας σε ρόλο παρατηρητηρίου, συνέβη μεγάλο ατύχημα.

Υπήρξε διαρροή 400 τόνων αργού πετρελαίου στην ξηρά και κατόπιν στον υπόγειο υδροφόρο ορίζοντα, από διαβρωμένη διπύθμενη δεξαμενή, στην περιοχή Μπασιλικάτα (εταιρείες ENI-SHELL) το 2016. Οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις ήταν ολέθριες για την περιοχή.

  • Η Τοπική Κοινότητα Κατακόλου έχει επίσης ενδοιασμούς για τα αντισταθμιστικά οφέλη. Πότε και τι από το 5% επί των κερδών της εταιρείας, που θα εισπράττεται από την Περιφέρεια, θα φτάσει στην Τ.Κ. Κατακόλου η οποία θα δεχτεί όλη την περιβαλλοντική επιβάρυνση του Έργου ? Γνωρίζουμε το παράδειγμα της Καβάλας που αυτό έγινε μετά από 8 περίπου χρόνια. Πιστεύουμε πως το 5% θα έπρεπε να καταλήγει στο Δήμο Πύργου και θα έπρεπε να είναι επί της παραγωγής και όχι επί των δηλωμένων κερδών της εταιρείας .

 

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ:

 

  1. Η ΜΠΕ να ολοκληρωθεί για όλες τις φάσεις που αφορούν την εξόρυξη του αργού πετρελαίου και να μην γίνεται σταδιακά.
  2. Ο Δήμος Πύργου, Αρχ.Ολυμπίας, Ήλιδας, το Εμπορικό Επιμελητήριο και το Λιμενικό Ταμείο, που κατά κύριο λόγο εισπράττουν τα οφέλη της κρουαζιέρας, να χρηματοδοτήσουν εταιρεία περιβαλλοντικών μελετών με εξειδίκευση στις εξορύξεις Υ/Α, διεθνούς κύρους και εμπειρίας, που θα επιβλέψει και θα συμπληρώσει την εκπονηθείσα για όλες τις φάσεις ΜΠΕ. Το κόστος σύμφωνα με αξιόπιστες πηγές κυμαίνεται μεταξύ 50.000-80.000 δολαρίων. Σε αυτό μπορεί να συνεισφέρει και η Περιφέρεια.
  3. Επειδή τα προσδοκώμενα οφέλη για τη χώρα, τα οποία αναφέρθηκαν παραπάνω, αφορούν όλη την Επικράτεια, ενώ την περιβαλλοντική επιβάρυνση θα την αναλάβει μόνο το Κατάκολο, ο Δήμος Πύργου και η Περιφέρεια πρέπει να εκπονήσουν άμεσα ένα προγραμματικό σχέδιο που θα περιλαμβάνει αντισταθμιστικά οφέλη σε υποδομές, σε υπηρεσίες υγείας, εκπαίδευσης, τουρισμού και αγροτικής ανάπτυξης.

Τα παραπάνω πρέπει να θεσμοθετηθούν και να υπάρχει δέσμευση από την Πολιτεία πως θα υλοποιηθούν πριν από τη δεύτερη φάση της άντλησης του αργού πετρελαίου. Η πολιτική εξουσία του Νομού που μέχρι τώρα δήλωνε απούσα πρέπει να το επιδιώξει έντονα και άμεσα.

 

 

Έχει αποδειχτεί παγκοσμίως πως οι εξορύξεις Υ/Α εάν δεν γίνονται σε χώρες οργανωμένες και με παράδοση στην άψογη λειτουργιά των ελεγκτικών μηχανισμών της Δημόσιας Διοίκησης, όπως π.χ. στη Νορβηγία και τη Δανία, συνήθως έχουν ολέθριες επιπτώσεις (περιβαλλοντικές, οικονομικές, κοινωνικές, πολιτισμικές, γεωπολιτικές) στις ίδιες τις χώρες.

Η χώρα μας ας προχωρήσει οργανωμένα και εξετάζοντας με λεπτομέρεια όλες τις πτυχές των επιπτώσεων των εξορύξεων Υ/Α. Άλλωστε εμείς θέλουμε να παραμείνουμε στον τόπο μας υγιείς, να απολαμβάνουμε το φυσικό περιβάλλον και αυτά που μας παρέχει, να ασκούμε τις δραστηριότητές μας και να μην αναγκαστούμε να γίνουμε πρόσφυγες!

 

                                                                                                        Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ Τ.Σ. ΤΗΣ Τ.Κ. ΚΑΤΑΚΟΛΟΥ

                                                                                                                                 ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ ΚΟΛΟΣΑΚΑΣ

Προέλευση φωτογραφίας: https://www.mesaralive.gr

Παρουσίαση του βιβλίου του E.J. Hobsbawm «Η ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΝ 1789-1848»

Τραμπαδώρος Δ.

του Διον. Τραμπαδώρου

Προέλευση φωτογραφίας: https://left.gr

 

Α. ΣΤΟΧΟΙ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

Το  βιβλίο  περιλαμβάνει  πρόλογο και εισαγωγή καθώς και  δεκαέξι κεφάλαια. Αποτελείται δε από δύο μέρη.

Το πρώτο μέρος περιλαμβάνει τα κεφάλαια από το Α’ έως και το Ζ’, και έχει ως αντικείμενο τις εξελίξεις  ενώ το δεύτερο τα κεφάλαια από το Η’ έως και το Ις’ και έχει ως αντικείμενο τα αποτελέσματα.

Ο συγγραφέας προκειμένου να δείξει την σπουδαιότητα των μεταβολών αυτής της περιόδου  ξεκινά την εισαγωγή του βιβλίου με την αναφορά σε μια σειρά από όρους που αποτελούν επινοήσεις ή προσαρμογές αυτής της περιόδου[i].

Επισημαίνει ότι το κρίσιμο διάστημα είναι ανάμεσα στο 1789 και το 1848 όπου και  ξέσπασε η επανάσταση που προκάλεσε τον μεγαλύτερο μετασχηματισμό στην ιστορία της ανθρωπότητας  από την μακρινή εποχή που ο άνθρωπος εφεύρε τη γεωργία και τη μεταλλουργία, τη γραφή την πόλη και το κράτος και η οποία μεταμόρφωσε και εξακολουθεί να μεταμορφώνει ολόκληρο τον κόσμο.

Ωστόσο όπως λέει θα πρέπει να κάνουμε  προσεκτική διάκριση  ανάμεσα στα μακροπρόθεσμα αποτελέσματά της, που δεν περιορίζονται σε συγκεκριμένα πλαίσια και στη πρώτη αποφασιστική της φάση  που ήταν στενά συνδεδεμένη μια συγκεκριμένη κοινωνική και διεθνή  κατάσταση. Δηλαδή η μεγάλη επανάσταση της περιόδου 1789-1848 ήταν ο θρίαμβος όχι απλά της «βιομηχανίας» αλλά της καπιταλιστικής βιομηχανίας , όχι της ελευθερίας και της ισότητας αλλά της αστικής φιλελεύθερης κοινωνίας, όχι της σύγχρονης οικονομίας ή του σύγχρονου κράτους αλλά της οικονομίας και των κρατών σε μια συγκεκριμένη περιοχή του κόσμου.

Ουσιαστικά ο μετασχηματισμός της περιόδου 1789-1848 είναι η διπλή επαναστατική έκρηξη που σημειώθηκε στην Αγγλία και την Γαλλία και από κει απλώθηκε σε ολόκληρο τον κόσμο[ii].

Το γεγονός ότι οι ταυτόχρονες εκρήξεις που σημειώνονται στην Αγγλία και τη Γαλλία εμφανίζουν κάπως διαφορετικό χαρακτήρα δεν είναι ούτε τυχαίο ούτε αδιάφορο  αλλά το ζήτημα είναι ότι σημειώθηκαν στην βορειοδυτική Ευρώπη και στις υπερπόντιες προεκτάσεις της, και ότι την εποχή εκείνη δεν θα μπορούσαν να συμβούν σε κανένα άλλο μέρος του κόσμου.

Επίσης σημαντικό είναι και θα πρέπει να σημειωθεί ότι εκείνη την εποχή τέτοιες εκρήξεις είναι σχεδόν αδιανόητες με οποιαδήποτε άλλη μορφή παρά μόνον ως θρίαμβος ενός αστικοφιλελεύθερου καπιταλισμού.

Ο ριζικός αυτός μετασχηματισμός δεν μπορεί να γίνει κατανοητός χωρίς ιστορική αναδρομή πολύ προ του 1789 –Αμερικάνικη Επανάσταση το 1776 , συνταγματικές κρίσεις και οικονομικές ανακατατάξεις  και αναταραχές των ετών 1760-1789- παράγοντες όμως που ερμηνεύουν μονάχα την αφορμή και όχι τα θεμελιώδη αίτιά της.

Δεν μας ενδιαφέρει στο σημείο αυτό να κάνουμε μια ανάλυση σε βάθος – να ανατρέξομε δηλαδή σε γεγονότα όπως η Αγγλική Επανάσταση των μέσων του 17ου αιώνα , η Μεταρρύθμιση, η απαρχή των ευρωπαϊκών κατακτήσεων και της αποικιοκρατίας – γιατί μια τέτοια ανάλυση σε βάθος θα υπερέβαινε κατά πολύ τα χρονολογικά όρια του βιβλίου.

Αυτό που πρέπει να επισημανθεί είναι ότι οι κοινωνικές και οικονομικές δυνάμεις, τα πολιτικά και πνευματικά εργαλεία αυτού του μετασχηματισμού ήταν ήδη έτοιμα, τουλάχιστον σε ένα τμήμα της Ευρώπης αρκετά μεγάλο για να ξεσηκώσει το υπόλοιπο.

Το πρόβλημα δεν είναι να περιγράψουμε την εμφάνιση μιας παγκόσμιας αγοράς, μιας αρκετά δραστήριας τάξης ιδιωτών επιχειρηματιών, ή ακόμη (στην Αγγλία) ενός κράτους προσκολλημένου στην άποψη ότι το μέγιστο δυνατό ιδιωτικό κέρδος αποτελεί το θεμέλιο της κυβερνητικής πολιτικής.

Ούτε σκοπεύουμε να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη της τεχνολογίας , της επιστημονικής γνώσης ή της ιδεολογίας μιας ατομιστικής, «κοσμικής», ορθολογικής πίστης στην πρόοδο.

Ήδη στην δεκαετία του 1780 μπορούμε να θεωρήσουμε ως δεδομένα όλα αυτά τα στοιχεία ,μολονότι δεν ήταν ακόμη αρκετά ισχυρά ή διαδεδομένα.

Αντίθετα, δεν θα πρέπει με κανένα τρόπο να παραβλέψουμε τον νεωτεριστικό χαρακτήρα της διττής επανάστασης εξαιτίας των εξωτερικών χαρακτηριστικών που μας φαίνονται οικεία.

Συνεπώς το ζήτημα είναι , να ερμηνεύσομε όχι την ύπαρξη αυτών των στοιχείων μιας νέας οικονομίας και κοινωνίας αλλά το θρίαμβό τους.

Να παρακολουθήσουμε όχι την πρόοδο της βαθμιαίας διάβρωσης και υπονόμευσης που προκάλεσαν στο σύστημα, στην διάρκεια των προηγούμενων αιώνων, αλλά την οριστική κατάκτηση του οχυρού.

Επίσης το ζήτημα είναι να παρακολουθήσουμε  τις βαθιές αλλαγές που προκάλεσε ο αιφνίδιος αυτός θρίαμβος στις χώρες που επηρεάστηκαν αμεσότερα από αυτόν, καθώς και στον υπόλοιπο κόσμο που ήταν έτοιμος να δεχθεί όλο τον εκρηκτικό αντίκτυπο των νέων δυνάμεων, των «αστών κατακτητών»

Η ιστορία που πραγματεύεται το βιβλίο είναι κατά κύριο λόγο τοπική δεδομένου ότι η διττή επανάσταση σημειώθηκε σε ένα τμήμα της Ευρώπης και οι εμφανέστερες και αμεσότερες συνέπειες της έγιναν εκεί περισσότερο αισθητές.

Επίσης αναπόφευκτα , η παγκόσμια επανάσταση, εφόσον ξεχύθηκε από τον διπλό κρατήρα της Αγγλίας και της Γαλλίας, πήρε τη μορφή ευρωπαϊκής επέκτασης και κατάκτησης του υπόλοιπου κόσμου.

Πράγματι η πιο εντυπωσιακή της συνέπεια για την παγκόσμια ιστορία ήταν ότι κυριάρχησαν στη γη μερικά δυτικά καθεστώτα (και ιδίως το βρετανικό ) γεγονός που δεν έχει παράλληλο στην ιστορία.

Μπροστά στους εμπόρους, τις ατμομηχανές , τα πλοία και τα κανόνια της Δύσης –και μπροστά στις ιδέες της –οι πανάρχαιοι πολιτισμοί και οι αυτοκρατορίες του κόσμου υποχώρησαν και κατέρρευσαν[iii].

Το 1848 τίποτε πια δεν στεκόταν εμπόδιο στην κατάκτηση οποιουδήποτε εδάφους αν οι δυτικές κυβερνήσεις ή οι επιχειρηματίες θεωρούσαν συμφέρον τους να το καταλάβουν , όπως ακριβώς τίποτε , εκτός από το χρόνο , δεν στεκόταν εμπόδιο στην πρόοδο του δυτικού καπιταλιστικού εγχειρήματος.

Η ιστορία της διττής επανάστασης , ωστόσο , δεν είναι απλά και μόνο η ιστορία του θριάμβου της νέας αστικής κοινωνίας.

Είναι επίσης η ιστορία της εμφάνισης των δυνάμεων που μέσα σε έναν αιώνα από το 1848 επρόκειτο να μετατρέψουν την επέκταση σε συρρίκνωση[iv].

Η ιστορική περίοδος που αρχίζει με την οικοδόμηση του πρώτου εργοστασιακού συγκροτήματος του σύγχρονου κόσμου στο Lancashire  και με τη Γαλλική επανάσταση του 1789 τελειώνει με την κατασκευή του πρώτου σιδηροδρομικού δικτύου και με την έκδοση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου.

 

Β. βασικη θεματικη

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’ – Ο ΚΟΣΜΟΣ ΣΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 1780

Το πρώτο κεφάλαιο είναι εισαγωγικό και περιγράφει την κατάσταση που επικρατούσε στον κόσμο κατά την δεκαετία του 1780.

Ξεκινά με την διαπίστωση ότι ο κόσμος κατά την περίοδο της δεκαετίας του 1780 ήταν πολύ μικρότερος και συγχρόνως πολύ μεγαλύτερος από το τον δικό μας, αφού από την μια ακόμα και οι πιο μορφωμένοι και ενήμεροι άνθρωποι της εποχής εκείνης γνώριζαν μόνο ορισμένα τμήματα του κατοικημένου κόσμου ενώ ταυτόχρονα ο παγκόσμιος πληθυσμός ήταν αισθητά μικρότερος ,οι αστικές συγκεντρώσεις πολύ λιγότερες, ενώ οι άνθρωποι ήταν αισθητά κοντύτεροι και ελαφρύτεροι από σήμερα.

Ταυτόχρονα όμως οι δυσχέρειες και η αβεβαιότητα στην επικοινωνία τον έκαναν στην πράξη πολύ μεγαλύτερο-ανυπολόγιστα μεγάλο για τους περισσότερους κατοίκους- παρά το γεγονός ότι βελτιώσεις στις υποδομές ανάμεσα στην δεκαετία του 1760 και το τέλος του 18ου αιώνα ήταν ιδιαίτερα σημαντικές[v].

Ταυτόχρονα έκανε την εμφάνισή του και ο τύπος του δημοσίου υπαλλήλου που διόριζε η κεντρική κυβέρνηση και έστελνε σε διάφορες επαρχιακές θέσεις.

Εκείνο επίσης που επισημαίνει είναι ότι ο κόσμος του 1789 ήταν κατεξοχήν αγροτικός στοιχειό δίχως την κατανόηση του οποίου δεν μπορεί να γίνει κατανοητός[vi].

Ο όρος αστικός ήταν αμφίσημος. Καλύπτει τις δύο ευρωπαϊκές πόλεις που το 1789 θα μπορούσαν να θεωρηθούν πραγματικά μεγάλες όπως το Λονδίνο με 1 εκατομμύριο και το Παρίσι με 500 χιλιάδες και καμιά εικοσαριά άλλες με πληθυσμό μεγαλύτερο από 100.000.

Επίσης ο όρος «αστικός» καλύπτει επίσης την πληθώρα των μικρών επαρχιακών πόλεων στις οποίες ζούσε η πλειονότητα των κατοίκων των «άστεων».

Οι επαρχιακές αυτές πόλεις , αν και μικρές ήταν ωστόσο «αστικές» υπό την έννοια ότι υπήρχε μια σαφής διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις ενασχολήσεις που υπήρχαν σ’ αυτές και στις ενασχολήσεις της υπαίθρου, την οποία και περιφρονούσαν.

Παρόλα αυτά ήταν τόσο αποκομμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο όσο σχεδόν και οι χωρικοί[vii].

Έτσι το αγροτικό πρόβλημα ήταν το πιο βασικό για τον κόσμο του 1789[viii].

Ο δε πυρήνας του αγροτικού προβλήματος ήταν η σχέση ανάμεσα σε όσους καλλιεργούσαν τη γη και στους ιδιοκτήτες της, ανάμεσα στους παραγωγούς του πλούτου της και σε όσους συσσώρευαν τον πλούτο αυτόν.

Από την άποψη των σχέσεων της αγροτικής ιδιοκτησίας, η Ευρώπη ή μάλλον το οικονομικό συγκρότημα που είχε κέντρο τη δυτική Ευρώπη-μπορεί να χωριστεί σε τρία μεγάλα τμήματα

1.Στα δυτικά της Ευρώπης όπου βρίσκονταν οι υπερπόντιες αποικίες, με την εξαίρεση των Ηνωμένων Πολιτειών και μερικά λιγότερο σημαντικά τμήματα.

Η οικονομία του τμήματος αυτού βασιζόταν σε παραγωγικές σχέσεις σχεδόν φεουδαλικού τύπου και ο τυπικός καλλιεργητής ήταν ανελεύθερος ή σε πολιτικό περιορισμό.

Η οικονομία αυτή ήταν αναπόσπαστο τμήμα της ευρωπαϊκής και μέσω του δουλεμπορίου της αφρικανικής οικονομίας.

Βασικά, η ιστορία της ζώνης αυτής στην περίοδο που μας απασχολεί μπορεί να γράφει με επίκεντρο το σχήμα «παρακμή της ζάχαρης-ακμή του βαμβακιού».

  1. Στα ανατολικά της δυτικής Ευρώπης , και πιο συγκεκριμένα στα ανατολικά της ζώνης κατά μήκος του ποταμού Έλβα και νότια ως την Τεργέστη-διασχίζοντας την ανατολική και την δυτική Αυστρία, ήταν η περιοχή της αγροτικής δουλοπαροικίας, όπου ο τυπικός καλλιεργητής δεν ήταν σε γενικές γραμμές ελεύθερος παρά τις εξαιρέσεις.

Η υπό δουλοπαροικία ανατολική περιοχή μπορεί κατά συνέπεια να θεωρηθεί και αυτή ως «εξαρτώμενη οικονομία» της δυτικής Ευρώπης για τη οποία παρήγε τρόφιμα και πρώτες ύλες , οικονομία ανάλογη με των υπερπόντιων αποικιών[ix].

Υπό τους μεγιστάνες υπήρξε μια τάξη ευγενών της υπαίθρου , ποικίλου μεγέθους και οικονομικών πόρων, που εκμεταλλευόταν την αγροτιά[x].

  1. Στην υπόλοιπη Ευρώπη η αγροτική δομή δεν διέφερε και πολύ από κοινωνική άποψη.

Δηλαδή , για τον αγρότη ή τον αγρεργάτη , όποιος είχε κτήματα ήταν «ευγενής» και μέλος της άρχουσας τάξης.

Αντιστρόφως η ιδιότητα του ευγενούς –που παρείχε κοινωνικά και πολιτικά προνόμια, ενώ τυπικά αποτελούσε ακόμη τον μόνο δρόμο προς τα υψηλότερα κρατικά αξιώματα ήταν αδιανόητη χωρίς έγγεια ιδιοκτησία.

Παρά το γεγονός ότι στις περισσότερες χώρες της Δυτικής Ευρώπης η φεουδαλική τάξη των πραγμάτων ,την οποία προϋπέθετε αυτός ο τρόπος του σκέπτεσθαι ,ήταν ακόμη πολύ ζωντανή πολιτικά , από οικονομική άποψη έφθινε ολοένα.

Αυτή η οικονομική της παρακμή ,που έκανε τα εισοδήματα των ευγενών να υπολείπονται όλο και πιο πολύ από την αύξηση των τιμών και των εξόδων, ανάγκαζε και την αριστοκρατία να εκμεταλλεύεται ολοένα και περισσότερο ,το μόνο αναφαίρετο περιουσιακό της στοιχείο  που ήταν τα προνόμια της ευγενούς καταγωγής και της κοινωνικής της τάξης[xi].

Ωστόσο από οικονομική άποψη , η δυτική κοινωνία ήταν πολύ διαφορική .Στα τέλη του Μεσαίωνα ο μέσος αγρότης είχε χάσει πολλά από τα στοιχεία που συνέθεταν το καθεστώς του ως δουλοπαροίκου, μολονότι συχνά  διατηρούσε πάρα πολλά στοιχεία νομικής εξάρτησης.

Το μέσο αγρόκτημα είχε πάψει να είναι από καιρό μονάδα οικονομικής επιχείρησης και είχε γίνει ένα σύστημα για την είσπραξη ενοικίων και άλλων προσόδων σε χρήμα[xii].

Μόνο λίγες περιοχές είχαν προάγει ακόμη περισσότερο την αγροτική ανάπτυξη προς μια καθαρά καπιταλιστική γεωργία. Πρώτη μεταξύ αυτών η Αγγλία.

Εκεί η έγγεια ιδιοκτησία ήταν εξαιρετικά συγκεντρωμένη ,αλλά ο τυπικός καλλιεργητής ήταν ένας μέσου μεγέθους ενοικιαστής –γεωργός προσανατολισμένος στο εμπόριο , ο οποίος μίσθωνε τα εργατικά χέρια που του χρειάζονταν.

Όταν όμως εξαλείφθηκε αυτό –μεταξύ 1760 και 1830- ότι  προέκυψε δεν ήταν ένα σύστημα γεωργίας ελεύθερων αγροτών αλλά μια τάξη γεωργικών επιχειρηματιών, οι μικροί ή μεσαίοι κτηματίες, και ένα μεγάλο αγροτικό προλεταριάτο.

Από τεχνολογική άποψη η ευρωπαϊκή γεωργία , με εξαίρεση ορισμένες ανεπτυγμένες περιοχές ήταν ακόμη και παραδοσιακή και εκπληκτικά αναποτελεσματική[xiii].

Ο 18ος αιώνας δεν ήταν φυσικά αιώνας γεωργικής στασιμότητας.

Αντίθετα, μια μακρά εποχή δημογραφικής επέκτασης, αυξανόμενου εξαστισμού, εμπορίου και βιομηχανίας, ευνοούσε αλλά και απαιτούσε γεωργική βελτίωση.

Αυτό όμως που εντυπωσίαζε τους πολυάριθμους υπέρμαχους της γεωργικής βελτίωσης, ήταν μάλλον το μέγεθος των εμποδίων που αντιμετώπιζε η αγροτική ανάπτυξη παρά η πρόοδος της[xiv].

Μέσω του συστήματος θαλάσσιου εμπορίου ,χρησιμοποιούσαν την αποικιοκρατική δύναμη για να ληστεύουν τους κατοίκους των Ανατολικών Ινδιών, να τους αποσπούν τα βασικά προϊόντα και να τα εξάγουν στην Ευρώπη και την Αφρική

Τα προϊόντα αυτά καθώς και άλλα ευρωπαϊκά χρησιμοποιούντα να για την αγορά δούλων που προορίζονταν για τα ταχύτατα αναπτυσσόμενα συστήματα φυτειών της Αμερικής.

Οι αμερικάνικες φυτείες, με την σειρά τους, έκαναν εξαγωγές ζάχαρης, βαμβακιού και άλλων ειδών σε όλο μεγαλύτερες ποσότητες και όλο και χαμηλότερο κόστος στα λιμάνια του Ατλαντικού και της Βόρειας Θάλασσας, απ’ όπου διοχετεύονταν ξανά προς τα ανατολικά, μαζί με τα παραδοσιακά προϊόντα του ευρωπαϊκού εμπορίου Ανατολής-Δύσης (κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα, αλάτι, κρασί , σιτάρι, ξυλεία, λινάρι).

Ο ιστός του εμπορίου πύκνωνε συνεχώς.

Απ’ την άλλη μολονότι τα μεταλλεία και οι βιομηχανίες αναπτύσσονταν, γρήγορα και παντού στην Ευρώπη, παρέμεναν βασικά υπό τον έλεγχο των εμπόρων και στην Ανατολική Ευρώπη συχνά και των φεουδαλικών γαιοκτημόνων.

Αυτό συνέβαινε διότι η κύρια μορφή της αναπτυσσόμενης παραγωγής ήταν το λεγόμενο σύστημα οικιακής βιοτεχνίας (ανάθεση εργασίας με το κομμάτι). Έτσι δημιουργήθηκαν αναπόφευκτα υποτυπώδεις συνθήκες για ένα πρώιμο βιομηχανικό καπιταλισμό.

Αυτός που ήλεγχε με λίγες εξαιρέσεις τις αποκεντρωμένες αυτές μορφές παραγωγής ήταν κάποιος μεγαλέμπορος.

Το πιο επιτυχημένο ευρωπαϊκό κράτος του 18ου αιώνα, η Βρετανία, όφειλε καθαρά την δύναμή της στην οικονομική  της πρόοδο[xv].

Επίσης σε ιδεολογικό επίπεδο ο  Διαφωτισμός ήταν επαναστατική ιδεολογία, με κεντρικό πυρήνα την κυριαρχία της ατομικής ελευθερίας

Οι μεγαλύτεροι υπέρμαχοι του Διαφωτισμού ήταν οι πιο προοδευτικές οικονομικά τάξεις[xvi].

Τα δύο μεγάλα κέντρα της ιδεολογίας του Διαφωτισμού ήταν τα κέντρα της δυτικής επανάστασης , η Γαλλία και η Αγγλία.

Η διαφώτιση προϋπέθετε την κατάργηση την κατάργηση της επικρατούσας κοινωνικής και πολιτικής τάξης, παρότι οι μετριοπαθείς διαφωτιστές εναπέθεταν στις ελπίδες τους στις μοναρχίες.

Με εξαίρεση τη Βρετανία , απόλυτοι μονάρχες βασίλευαν σε όλα τα σημαντικά κράτη της ηπειρωτικής Ευρώπης.

Τον καιρό εκείνο οι ηγεμόνες υιοθετούσαν το σύνθημα του διαφωτισμού όπως στις μέρες μας οι κυβερνήσεις για παρεμφερείς λόγους υιοθετούν το σύνθημα του προγραμματισμού προσβλέποντας στο πρακτικό πλεονέκτημα πολλαπλασιασμού των εσόδων παρά σε αόριστα ιδανικά.

Οι μεσαίες και μορφωμένες τάξεις καθώς και αυτές που ενδιαφέρονταν για την πρόοδο, προσέβλεπαν συχνά στην ισχυρή κεντρική μηχανή μιας «φωτισμένης μοναρχίας» για να υλοποιήσουν τις ελπίδες τους[xvii].

Επίσης ο ηγεμόνας χρειαζόταν μια μεσαία τάξη και τις ιδέες της για να εκσυγχρονίσει τι κράτος του.

Υπήρχε μια λανθάνουσα σύγκρουση-που σύντομα θα γινόταν ανοιχτή- μεταξύ των δυνάμεων της παλιάς και της νέας αστικής κοινωνίας που δεν μπορούσε να διευθετηθεί στο πλαίσιο των υφιστάμενων πολιτικών καθεστώτων εκτός της Βρετανίας.

Έτσι τα παλαιά καθεστώτα υπόκεινταν σε πιέσεις από τρεις πλευρές.

 Από τις νέες δυνάμεις, από την αντίσταση των παλαιότερων εδραιωμένων συμφερόντων, και από τους ξένους ανταγωνιστές.

Η οικονομική πρόοδος, η ανάπτυξη των αποικιών και οι εντάσεις που προκάλεσαν οι επιχειρούμενες από την φωτισμένη δεσποτεία μεταρρυθμίσεις πολλαπλασίασαν τις αφορμές για τέτοιες συγκρούσεις στις δεκαετίες του 1770 και 1780[xviii].

Ένας τέτοιος ανταγωνισμός κυριάρχησε στην ευρωπαϊκή διεθνή σκηνή για το μεγαλύτερο μέρος του 18ου αιώνα και αποτέλεσε τον πυρήνα των γενικών πολέμων: 1689-1713, 1740-1748, 1756-1763, 1776-1783 και 1792-1815.

Κυριαρχεί η σύγκρουση Βρετανίας –Γαλλίας η οποία ήταν επίσης η πιο ισχυρή, η πιο εξέχουσα και σημαίνουσα, με μια λέξη η κλασσική αριστοκρατική απόλυτη μοναρχία.

Η Βρετανία ήταν η νικήτρια όλων των πολέμων εκτός από έναν γεγονός που δηλώνει την ανωτερότητα της νέας κοινωνικής τάξης των πραγμάτων απέναντι στην παλιά.

Η Βρετανία άντεξε και στην προσπάθεια οργάνωσης και χρηματοδότησης και διεξαγωγής με σχετική ευκολία.

Το γαλλικό βασίλειο παρότι πολυανθρωπότερο και με περισσότερες πλουτοπαραγωγικές πηγές βρήκε την προσπάθεια υπερβολικά μεγάλη.

Μετά την ήττα στον επταετή πόλεμο (1756-1763) η εξέγερση των αμερικάνικων αποικιών του έδωσε την ευκαιρία να ανακτήσει το κύρος του έναντι της Βρετανίας – που έχασε το πιο σημαντικό μέρος της αμερικάνικης αυτοκρατορίας-αλλά με υπερβολικά μεγάλο κόστος που οδήγησε σε εσωτερική πολιτική κρίση από την οποία ξεπήδησε η Επανάσταση.

Η διττή επανάσταση έκανε την ευρωπαϊκή επέκταση ακάθεκτη, μολονότι θα πρόσφερε επίσης στον μη ευρωπαϊκό κόσμο τις συνθήκες και τον εξοπλισμό για την εν καιρώ αντεπίθεσή του.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’ -Η ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΉ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Ο   συγγραφές εξετάζει πρώτα την βιομηχανική επανάσταση α. γιατί ξέσπασε πρώτα από την κατάληψη της Βαστίλης και β. γιατί μόνο έτσι μπορούμε να καταλάβουμε την διαδικασία που είχε πρωτοφανή και καίρια αποτελέσματα για την Ευρωπαϊκή και την παγκόσμια οικονομία και κοινωνία.

Ορίζοντας ο συγγραφέας τι σημαίνει η φράση η «Βιομηχανική Επανάσταση ,ξέσπασε, επισημαίνει ότι στη δεκαετία του 1780 , για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία , λύθηκαν τα δεσμά της παραγωγικής δύναμης των ανθρωπίνων κοινωνιών, που στο εξής μπόρεσαν να πετύχουν τον συνεχή, ταχύ και απεριόριστο πολλαπλασιασμό ανθρώπων , αγαθών και υπηρεσιών.

Χαρακτηρίζεται από έναν απότομο ποιοτικό και ριζικό μετασχηματισμό που πραγματοποιήθηκε γύρω στη δεκαετία του 1780 και που επέβαλε μια ουσιαστικά βιομηχανική οικονομία, ικανή να παράγει, σε γενικές γραμμές οτιδήποτε ήθελε στο πλαίσιο των υφιστάμενων τεχνικών μεθόδων, δηλαδή μια ώριμη βιομηχανική οικονομία.

Η βιομηχανική Επανάσταση εγκαινιάστηκε από τη Βρετανία και αυτό δεν ήταν συμπωματικό.

Και σε άλλες χώρες υπήρχε άφθονη βιομηχανική και εμπορική ανάπτυξη.

Επίσης η πρόοδος της Βρετανίας δεν οφειλόταν σε επιστημονική και τεχνολογική υπεροχή –την πρωτοκαθεδρία την είχε μάλλον η Γαλλία.

Οι τεχνικές εφευρέσεις  ήταν υπερβολικά απλοϊκές.

Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι στη Βρετανία υπήρχαν εμφανώς οι κατάλληλες συνθήκες όπου είχε περάσει ένας αιώνας από την δίκη και εκτέλεση του βασιλιά από τον λαό και από τότε που το ιδιωτικό κέρδος και η οικονομική ανάπτυξη είχαν θεωρηθεί ως ύψιστοι στόχοι της κυβερνητικής πολιτικής.

Ουσιαστικό ζήτημα ήταν η επαναστατική βρετανική λύση στο αγροτικό πρόβλημα με κυρίαρχο τον «Νόμο περί περιφράξεων» («Enclosure Acts» 1760-1830) που εξάλειψαν τα τελευταία απομεινάρια της παλαιάς συλλογικής οικονομίας του χωριού.

Επίσης οι μεταβολές στη γεωργία εξασφάλισαν:

  1. i. Αύξηση της παραγωγής και της παραγωγικότητας που επέτρεπε την συντήρηση ενός ολοένα μεγαλύτερου μη αγροτικού πληθυσμού
  2. ii. Απελευθέρωση πληθυσμού από τον πρωτογενή τομέα και επομένως φθηνά εργατικά χέρια για την αναπτυσσόμενη βιομηχανία

iii. Προσέφερε επίσης μηχανισμό συσσώρευσης κεφαλαίου που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στους πιο σύγχρονους τομείς της οικονομίας.

Η πολιτική ήταν ήδη προσανατολισμένη προς την κερδοσκοπία και το μόνο που χρειαζόταν κάποιος για να γίνει δεκτός στην ηγετική τάξη ήταν το χρήμα.

Με δεδομένα τα κύρια κοινωνικά θεμέλια που είχαν τεθεί στην Αγγλία του τέλους του 18ου αιώνα , οι επιχειρηματίες χρειάζονταν δυο πράγματα:

  1. Μια βιομηχανία που αντάμειβε ήδη πλουσιοπάροχα τον βιομήχανο ο οποίος θα μπορούσε να αυξήσει την παραγωγή του όταν χρειαζόταν με φτηνές και απλές καινοτομίες και
  2. Μια παγκόσμια αγορά την οποία θα μονοπωλούσε ένα μόνο παραγωγικό έθνος.

Το ζήτημα όμως είναι πως παρά το γεγονός ότι η Βρετανία δεν είχε τέτοια πλεονεκτήματα διέθετε μια οικονομία αρκετά ισχυρή και μια πολιτεία αρκετά επιθετική ώστε να μπορεί να κατακτά τις αγορές των ανταγωνιστών της.

Έτσι οι πόλεμοι των ετών 1793-1815, στην ουσία εξάλειψαν όλους τους ανταγωνιστές από το μη ευρωπαϊκό χώρο, ίσως εκτός των ΗΠΑ.

Η Βρετανία διέθετε μια βιομηχανία που προσφερόταν για πρωτοπόρο βιομηχανική επανάσταση καθώς και μια ευνοϊκή οικονομική συγκυρία που ήταν η βαμβακοβιομηχανία που αναπτύχθηκε ως παραπροϊόν του υπερπόντιου εμπορίου και η αποικιοκρατική εξάπλωση.

Το αποικιακό εμπόριο ήταν αυτό που είχε δημιουργήσει τη βαμβακοβιομηχανία και εξακολουθούσε να την συντηρεί, με παράλληλη ανάπτυξη του δουλεμπορίου.

 Δουλεία και βαμβάκι συμπορεύονταν[xix].

Από την άλλη η ώθηση την οποία έδωσε το αποικιακό εμπόριο στην βαμβακοβιομηχανία ενθάρρυνε τους επιχειρηματίες να υιοθετήσουν τις απαραίτητες για την αντιμετώπιση της γρήγορης και κυρίως αστάθμητης ανάπτυξης, επαναστατικές τεχνικές.

Ανάμεσα στα 1750 και 1769 οι βρετανικές εξαγωγές βαμβακιού υπερδεκαπλασιάστηκαν.

Επίσης τα βαμβακερά της Βιομηχανικής Επανάστασης για πρώτη φορά ανάτρεψαν την σχέση σύμφωνα με την οποία οι εισαγωγές από την Ανατολή ήταν πάντα περισσότερες από τις εξαγωγές[xx].

Επίσης  το βαμβάκι πρόσφερε και άλλες συνθήκες που θα επέτρεπαν την ανάπτυξη αυτή.

Η ανάπτυξη της βιομηχανίας, μπορούσε να χρηματοδοτείται εύκολα από τα τρέχοντα κέρδη, διότι οι τεράστιες  κατακτήσεις στις αγορές, σε συνδυασμό με έναν σταθερό πληθωρισμό τιμών, προσέφεραν αφάνταστου ύψους ποσοστά κέρδους.

Η βαμβακοβιομηχανία όμως είχε και άλλα πλεονεκτήματα.

Όλη η πρώτη ύλη προερχόταν από το εξωτερικό, και η βαμβακοπαραγωγή μπορούσε να αναπτύσσεται περισσότερο με τις αποτελεσματικές διαδικασίες στους λευκούς στις αποικίες-δουλεία και νέες εκτάσεις για βαμβακοκαλλιέργεια- παρά με τις αργές διαδικασίες της ευρωπαϊκής γεωργίας.

Επιπλέον στα κρίσιμα στάδια της επεξεργασίας του βαμβακιού -ιδίως στην κλώση- υπήρχε έλλειψη φτηνών και αποδοτικών εργατικών χεριών, κι αυτό προώθησε την αυτοματοποίηση.

Μια γενιά μετά την κλώση αυτοματοποιήθηκε και η υφαντική.

Επομένως η παραδοσιακή άποψη που συνδέει την ιστορία της βρετανικής βιομηχανικής επανάστασης κατά κύριο λόγο με το βαμβάκι είναι  ορθή[xxi].

Μόνο η γεωργία είχε ανάλογη δύναμη , που όμως παράκμαζε εμφανώς.

Η πρόοδος της κάθε άλλο παρά ομαλή ήταν , και στη δεκαετία του 1840 εμφάνισε μεγάλα προβλήματα ανάπτυξης .

Αυτή η πρώτη κρίση της βιομηχανικής καπιταλιστικής οικονομίας δεν ήταν καθαρά βρετανικό φαινόμενο και οι σοβαρότερες συνέπειες της κρίσης ήταν κοινωνικές:  η μετάβαση στη νέα οικονομία προκάλεσε αθλιότητα και δυσαρέσκεια , την πρώτη ύλη της κοινωνικής επανάστασης. Έτσι έχουμε τις επαναστάσεις του 1848 στην ηπειρωτική Ευρώπη και το μεγάλο κίνημα των Χαρτιστών στη Βρετανία[xxii].

Επίσης φαίνεται ότι υπήρχαν ορισμένα ενδογενή μειονεκτήματα της οικονομικής διεργασίας που απειλούσαν τη  θεμελιώδη την κινητήρια δύναμη, δηλαδή το κέρδος.

Τα τρία πιο προφανή μειονεκτήματα ήταν: i. ο εμπορικός κύκλος  της οικονομικής άνθησης και της οικονομικής κρίσης, ii. η πτωτική τάση του συντελεστή κέρδους και iii. η έλλειψη επικερδών επενδυτικών ευκαιριών.

Ως τη δεκαετία του 1830 , αναγνώριζε κανείς γενικά ότι υπήρχαν περιοδικά φαινόμενα κατά τακτά διαστήματα, τουλάχιστον στον τομέα του εμπορίου και των χρηματοδοτήσεων.

Επίσης θα πρέπει να αναφερθούμε στους «Νόμους περί σιτηρών» οι οποίοι σύμφωνα με τους βαμβακοβιομήχανους  κρατούσαν τεχνητά υψηλό το κόστος ζωής  από το μονοπώλιο των γαιοκτητικών  συμφερόντων που εμπόδιζαν και την ουσιαστική ανάπτυξη των βρετανικών εξαγωγών, ενώ η κατάσταση επιδεινωνόταν από τους υψηλούς προστατευτικούς δασμούς  που το κοινοβούλιο γαιοκτημόνων έθετε.

Ο επιχειρηματικός  κόσμος του Manchester έγινε το κέντρο μιας μαχητικής αντίδρασης ενάντια στους γαιοκτήμονες  γενικά και τους «Νόμους περί σιτηρών» ειδικότερα και ο άξονας του Συνδέσμου κατά των Νόμων περί σιτηρών το 1836-38.

Οι νόμοι δεν καταργήθηκαν παρά το 1846, ενώ η κατάργησή τους δεν οδήγησε αμέσως σε πτώση του κόστους ζωής.

Η βιομηχανία πιεζόταν πάρα πολύ να προχωρήσει σε αυτοματισμούς , έτσι ώστε να αντισταθμίσει τη μείωση των περιθωρίων κέρδους με τα πολλά μικρά κέρδη ανά μονάδα .

Η επιτυχία της είχε διακυμάνσεις.

Επίσης θα πρέπει να προσθέσουμε την αναφορά του στο γεγονός ότι καμιά οικονομία δεν μπορεί να αναπτυχθεί πέρα από ένα ορισμένο σημείο πριν αποκτήσει επαρκή ικανότητα παραγωγής κεφαλαιουχικών αγαθών.

Η αγορά για τέτοια είδη-όπως οι σιδηρόδρομοι- δεν υπάρχει αρχικά αλλά δημιουργείται στην πορεία μιας βιομηχανικής επανάστασης[xxiii].

Τα μειονεκτήματα αυτά ίσχυαν ιδιαίτερα για τη μεταλλουργία, κυρίως του σιδήρου στην παραγωγή του οποίου είχε αυξηθεί κατά τη δεκαετία του 1780 χάρη σε μερικές απλές καινοτομίες, όπως η κάμινος αναδεύσεως και η ελασματοποίηση.

Ωστόσο η ζήτηση για μη στρατιωτικούς σκοπούς ήταν περιορισμένη , ενώ η ζήτηση για το στρατό, μολονότι ικανοποιητικά μεγάλη λογω μιας σειράς  πολέμων μεταξύ 1756 και του 1815 σημείωσε απότομη κάμψη μετά το Βατερλό.

Σίγουρα δεν ήταν μεγάλη για να κάνει την Βρετανία μείζονα σιδηροπαραγωγό χώρα.

Τα μειονεκτήματα αυτά ίσχυαν λιγότερο για τα ορυχεία, που ήταν κυρίως ορυχεία άνθρακα ο οποίος εκτός των άλλων ήταν και σημαντική μορφή οικιακού καυσίμου.

Η ανάπτυξη των πόλεων και ιδίως του Λονδίνου , έδωσε ώθηση στη γρήγορη ανάπτυξη των ανθρακωρυχείων  από τα τέλη ήδη του 16ου αιώνα.

Η τεράστια αυτή βιομηχανία ,μολονότι δεν αναπτυσσόταν αρκετά γρήγορα ώστε να προκαλέσει μια πραγματικά μαζική εκβιομηχάνιση σημερινού τύπου ,ήταν ωστόσο αρκετά μεγάλη για να δώσει κίνητρο στη βασική εφεύρεση που έμελλε να μετασχηματίσει τις βιομηχανίες κεφαλαιουχικών αγαθών δηλαδή το σιδηρόδρομο.

Στην πραγματικότητα τα μεγάλα έξοδα που συνεπαγόταν ο σιδηρόδρομος ήταν και το κύριο πλεονέκτημά του δεδομένης  της τοποθέτηση κεφαλαίων που ήταν επισφαλή σε άλλες επενδύσεις όπως τα εξωτερικά δάνεια.- νοτιοαμερικάνικα ,ελληνικά  του 1824- και τα οποία  αναζητούσαν μια λιγότερο απογοητευτική διέξοδο.

Έτσι έχουμε πραγματικός χείμαρρο επενδύσεων κεφαλαίου που τοποθετήθηκε  σε αυτούς, ιδίως στα μέσα της δεκαετίας του 1840.

Ήταν μια ευτυχής συγκυρία, διότι οι σιδηρόδρομοι έλυσαν σχεδόν όλα τα προβλήματα της οικονομικής ανάπτυξης μονομιάς[xxiv].

Η τεράστια αύξηση της παραγωγής επιτεύχθηκε με τη γενική υιοθέτηση μεθόδων οι οποίες δοκιμάστηκαν για πρώτη φορά στις αρχές του 18ου αιώνα με την ορθολογική οργάνωση της παραγωγής και με την επέκταση των καλλιεργημένων εκτάσεων.

Όλα αυτά επιτεύχθηκαν με κοινωνικό μάλλον παρά με τεχνολογικό μετασχηματισμό[xxv].

Οι «Νόμοι περί σιτηρών»  ήταν ουσιαστικά μια καταδικασμένη ενέργεια οπισθοχώρησης

στην τελική εισαγωγή του καπιταλισμού στην ύπαιθρο.

Τελικά ηττήθηκαν από το κύμα της ριζοσπαστικής προόδου της μεσαίας τάξης μετά το 1830, το «Νόμο περί πτωχών» του 1834 και την κατάργηση των «Νόμων περί σιτηρών» το 1836[xxvi].

Αναφορικά με το ζήτημα της εξεύρεσης των κατάλληλων ειδικοτήτων των εργατών μπορούμε να πούμε ότι η αργή εκβιομηχάνιση της Βρετανίας κατά την διάρκεια των αιώνων πριν το 1789 είχε δημιουργήσει αρκετά μεγάλο απόθεμα κατάλληλων ειδικοτήτων, τόσο στην τεχνική της υφαντουργίας όσο και στην επεξεργασία μετάλλων.

Επίσης έχουμε και την Ιρλανδική μετανάστευση 1,5 εκ. ατόμων και το  λιμό του 1835-180.

Η βρετανική εκβιομηχάνιση στηρίχθηκε πράγματι σε αυτή τη μη προγραμματισμένη προσφορά ειδικοτήτων, γεγονός που δεν μπορούσε να συμβεί στην ηπειρωτική Ευρώπη.

Τα προβλήματα προσφοράς κεφαλαίου ήταν ασήμαντα.

Αντίθετα με όσα συνέβαιναν στην ηπειρωτική Ευρώπη στη Βρετανία δεν υπήρχε έλλειψη κεφαλαίου για άμεσες επενδύσεις[xxvii].

Η κυβερνητική πολιτική ήδη στα τέλη  του 18ο αιώνα ήταν σταθερά προσανατολισμένη  υπέρ της κυριαρχίας των επιχειρήσεων εν γένει.

Ο τρόπος  με τον οποίο δημιουργήθηκε η πρώτη σημαντική βιομηχανική οικονομία ήταν μάλλον τυχαίος και απρογραμμάτιστος.

Η Βρετανία εκείνης της περιόδου ήταν το «εργαστήρι του κόσμου», με ισχυρό εμπόριο,

υψηλές καταναλώσεις πρώτων υλών, υψηλές επενδύσεις συνολικού κεφαλαίου υψηλότερες από αυτές των ανταγωνιστών της Γαλλίας και Η.Π.Α.

Η βιομηχανική επανάσταση που ξεκίνησε από εμπόρους και επιχειρηματίες στα Βρετανικά νησιά άρχιζε να μετασχηματίζει τον κόσμο.

Τίποτα δεν θα στεκόταν εμπόδιο στο δρόμο της.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’ -H ΓΑΛΛΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Ενώ η οικονομία του κόσμου, τον 19ο αιώνα , δημιουργήθηκε κατά κύριο λόγο με την επίδραση της βρετανικής Βιομηχανικής Επανάστασης, η πολιτική και η ιδεολογία του διαμορφώθηκαν κυρίως με την επίδραση της Γαλλικής Επανάστασης.

Η Γαλλία δημιούργησε τις επαναστάσεις και του έδωσε τις ιδέες του[xxviii].

Η Γαλλία έδωσε το λεξιλόγιο και τα βασικά θέματα της φιλελεύθερης και ριζοσπαστικής-δημοκρατικής πολιτικής στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου.

Την έννοια και το λεξιλόγιο του εθνικισμού, τους νομικούς κώδικες, το πρότυπο της τεχνικής και επιστημονικής οργάνωσης , το μετρικό σύστημα στις περισσότερες χώρες.

Η ιδεολογία του σύγχρονου κόσμου διαπέρασε για πρώτη φορά, μέσω της γαλλικής επίδρασης, τους αρχαίους πολιτισμούς που ως τότε είχαν αντισταθεί στις ευρωπαϊκές ιδέες.

Η κρίση των παλαιών καθεστώτων δεν αποτελούσε καθαρά γαλλικό φαινόμενο ούτε η Γαλλική Επανάσταση ένα μεμονωμένο φαινόμενο ,αλλά ήταν πολύ πιο ουσιαστική από κάθε άλλη σύγχρονή της με πολύ πιο σοβαρές συνέπειες[xxix].

Η Γαλλική επανάσταση ξεχωρίζει διότι:

1.Πραγματοποιήθηκε στην ισχυρότερη και μεγαλύτερη πληθυσμιακά χώρα της Ευρώπης.

2.Ήταν η μόνη από όλες τις προηγούμενες ή τις μετέπειτα επαναστάσεις που είχε χαρακτήρα μαζικής κοινωνικής επανάστασης , και ήταν απείρως πιο ριζοσπαστική από κάθε άλλη ανάλογη αναταραχή.

3.Η γαλλική επανάσταση ήταν η μόνη από τις σύγχρονές της που είχε οικουμενικό χαρακτήρα[xxx].

Τα αίτιά της θα πρέπει να αναζητηθούν όχι μόνο στις γενικές συνθήκες της Ευρώπης αλλά στη συγκεκριμένη κατάσταση στην Ευρώπη.

Συγκεκριμένα, η σύγκρουση ανάμεσα στο επίσημο πλαίσιο και στα κεκτημένα συμφέροντα του παλιού καθεστώτος αφενός και στις ανερχόμενες νέες κοινωνικές δυνάμεις αφετέρου ήταν οξύτερη στη Γαλλία απ’ότι σε άλλες χώρες[xxxi].

Η απάντηση στο ερώτημα γιατί η επανάσταση ξέσπασε εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή ή γιατί ακολούθησε αυτή την καταπληκτική πορεία μπορεί να δοθεί αν εξετάσουμε τη λεγόμενη «φεουδαλική αντίδραση», που άναψε το φυτίλι για να εκραγεί η μπαρουταποθήκη της Γαλλίας.

Οι ευγενείς στην Γαλλία αποτελούνταν από 400.000 μεταξύ 23 εκατομμυρίων Γάλλων.

Η απόλυτη μοναρχία ,ενώ ήταν ακραιφνώς αριστοκρατική, ακόμη και φεουδαλική ως προς το κοινωνικό της ήθος είχε αφαιρέσει από τους ευγενείς την πολιτική ανεξαρτησία και είχε περιορίσει τους παλιούς αντιπροσωπευτικούς του θεσμούς.

Επίσης οι ευγενείς αντιμετώπιζαν καθόλου αμελητέα οικονομικά προβλήματα.

Συνεπώς ήταν φυσικό να χρησιμοποιήσουν οι ευγενείς το μόνο βασικό πλεονέκτημα τους που ήταν τα αναγνωρισμένα προνόμια της τάξης τους.

Έτσι  αφενός ανταγωνίζονταν με επιτυχία τη μεσαία τάξη στην πλήρωση των κρατικών θέσεων και υπονόμευαν το ίδιο το κράτος εκδηλώνοντας την τάση τους ολοένα και περισσότερο να αναλάβουν αυτοί την περιφερειακή και κεντρική διοίκηση.

Επίσης εκμεταλλεύονταν στο έπακρο τα φεουδαλικά τους δικαιώματα για να αποσπάσουν χρήματα (ή και σπανιότερα υπηρεσίες) από την αγροτική τάξη[xxxii].

Δηλαδή οι ευγενείς εξερέθιζαν όχι μόνο την μεσαία τάξη αλλά και τους αγρότες των οποίων η θέση ήταν δυσχερής και είχε επιδεινωθεί την τελευταία εικοσαετία πριν την Επανάσταση.

Επίσης η νίκη κατά της Αγγλίας στον Αμερικάνικο Πόλεμο της Ανεξαρτησίας ήταν η χρεοκοπία, αφού τα χρέη γονάτισαν την μοναρχία.

Η αριστοκρατία και τα δικαστικά συμβούλια εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία που προσέφερε η κυβερνητική κρίση. Αρνούνταν να πληρώσουν και αξίωναν επέκταση των προνομίων τους.

Το πρώτο ρήγμα στο μέτωπο του απολυταρχισμού ήταν μια επαναστατική «συνέλευση ευγενών» που συγκλήθηκε το 1787 ενώ το δεύτερο και αποφασιστικό  ρήγμα ήταν η απεγνωσμένη απόφαση σύγκλησης της Γενικής Συνέλευσης των Τάξεων-της παλιάς φεουδαλικής συνέλευσης του κράτους- που είχε ξεχαστεί από το 1614.

Έτσι η Επανάσταση άρχισε ως απόπειρα της αριστοκρατίας να ανακαταλάβει το κράτος.

Η απόπειρά τους οδηγήθηκε σε αποτυχία για δύο λόγους:

1.Υποτίμησε τις ανεξάρτητες προθέσεις της τρίτης τάξης που ήταν ανομοιογενής αλλά κυριαρχούσε η μεσαία τάξη

2.Παρέβλεψε την βαθιά οικονομική και κοινωνική κρίση.

Εκείνο που έδωσε στο επαναστατικό κίνημα πραγματική ενότητα ήταν η εκπληκτική σύγκλιση ιδεών στους κόλπους μιας κοινωνικής ομάδας.

Η ομάδα αυτή ήταν η αστική τάξη[xxxiii].Οι αξιώσεις της αστικής τάξης του 1789 διατυπώνονται στην περίφημη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη κατά το ίδιο έτος, σύμφωνα με την οποία «οι άνθρωποι γεννιούνται και ζουν ελεύθεροι και ίσοι απέναντι στους νόμους».

Η αβασίλευτη δημοκρατία δεν ήταν ο αρχικός στόχος των αστών –αν και μερικοί το υποστήριξαν, και ένα τέτοιο καθεστώς θα εξέφραζε  όχι τα ταξικά συμφέροντα αλλά την γενική επιθυμία του λαού που συνταυτιζόταν με το «γαλλικό έθνος», και αυτό είχε ιδιαίτερη σημασία.

Επίσης οι αστοί του 1789 έδωσαν στον εθνικισμό την πρώτη του επίσημη έκφραση.

Ο «λαός» ως έννοια ταυτόσημη με το «έθνος» ήταν επαναστατική σύλληψη, πιο επαναστατική από το αστικοφιλελεύθερο πρόγραμμα που φιλοδοξούσε να εκφράσει.

Ήταν όμως έννοια διφορούμενη.

Την Τρίτη τάξη την αντιπροσώπευαν 610 άτομα στην πλειοψηφία τους αστοί, και οι περισσότεροι απ’ αυτούς δικηγόροι που έπαιζαν σημαντικό οικονομικό ρόλο στην επαρχιακή Γαλλία, ενώ περίπου εκατό ήταν κεφαλαιούχοι και επιχειρηματίες.

Είχε καταφέρει να επιτύχει μια αντιπροσώπευση τόσο ευρεία όσο των ευγενών και του κλήρου μαζί ενώ τώρα πάλευε να επιτύχει τη μεταβολή της Γενικής Συνέλευσης σε συνέλευση μεμονωμένων αντιπροσώπων που ψήφιζαν ως άτομα., αντί του παραδοσιακού φεουδαρχικού σώματος που ψηφίζει κατά κοινωνικές ομάδες.

Έτσι έξη εβδομάδες περίπου μετά την έναρξη των εργασιών της Γενικής Συνέλευσης, οι λαϊκοί αντιπρόσωποι , θέλοντας να προκαταλάβουν τυχόν ενέργειες του βασιλιά, των ευγενών και του κλήρου ,ενώθηκαν με όσους ήταν πρόθυμοι να δεχθούν τους όρους τους και αυτοανακηρύχθηκαν «Εθνοσυνέλευση» με συντακτική δικαιοδοσία.

Μια απόπειρα αντεπανάστασης τους οδήγησε στη διατύπωση των διεκδικήσεων τους.

 Η εποχή του απολυταρχισμού είχε φτάσει στο τέλος της.

Η Τρίτη τάξη κατόρθωσε να επικρατήσει γιατί εκπροσωπούσε πολύ πιο ισχυρές δυνάμεις δηλαδή τους φτωχούς εργαζομένους  των πόλεων-ιδίως του Παρισιού- και την ,σε λίγο επαναστατημένη αγροτιά.

Δηλαδή πίσω από τους αντιπροσώπους της Τρίτης Τάξης στεκόταν ένας λαός που είχε εξεγερθεί.

Η αντεπανάσταση –ο Λουδοβίκος ο Ις’ δεν θα μπορούσε να ομολογήσει ότι ηττήθηκε-

μετέβαλε την ενδεχόμενη μαζική εξέγερση σε πραγματικότητα.

Η πτώση της Βαστίλης στις 14 Ιουλίου 1789,σήμανε την πτώση του δεσποτισμού και χεραιτίστηκε από όλο τον κόσμο ως η απαρχή της απελευθέρωσης.

Η πτώση της Βαστίλης έγινε αφορμή να εξαπλωθεί η επανάσταση στις επαρχιακές πόλεις και την ύπαιθρο[xxxiv].

Μέσα σε τρεις εβδομάδες από τις 14 Ιουλίου , η κοινωνική δομή του γαλλικού αγροτικού φεουδαλισμού και ο κρατικός μηχανισμός της βασιλικής Γαλλίας είχαν κατακερματιστεί[xxxv].

Η ιδιομορφία όμως της Γαλλικής Επανάστασης είναι ότι ένα τμήμα της φιλελεύθερης μεσαίας τάξης ήταν πρόθυμο να παραμείνει «επαναστατικό» ως τα όρια της αντιαστικής επανάστασης , και μάλιστα πέρα απ’αυτά.

Το τμήμα αυτό ήταν οι Ιακωβίνοι που το όνομά τους έφτασε να ταυτίζεται παντού με τη «ριζοσπαστική επανάσταση».

Οι Ιακωβίνοι είχαν περιθώρια να είναι ριζοσπαστικοί, γιατί στην εποχή τους δεν υπήρχε κοινωνική τάξη που να μπορεί να προβάλει μια διαφορετική από τη δική τους εναλλακτική κοινωνική λύση με κάποια συνοχή.

Στη Γαλλική Επανάσταση η εργατική τάξη δεν έπαιζε ακόμη σημαντικό ρόλο ενώ η αγροτική τάξη ποτέ δεν προσφέρει εναλλακτική πολιτική λύση σε κανένα.

Μόνη εναλλακτική λύση στον αστικό ριζοσπαστισμό ήταν οι άκρως δημοκρατικοί ή «Ξεβράκωτοι» ή Σανκιλότ (Sans culottes), ένα άμορφο κίνημα ,κυρίως ων φτωχών εργατών των πόλεων , μικροτεχνιτών, καταστηματαρχών, μικροεπιχειρηματιών, και αποτελούσαν την κύρια δύναμη κρούσης της Επανάστασης.

Ούτε όμως και αυτοί αποτελούσαν πραγματική εναλλακτική λύση, και οι εξελίξεις ήταν καθαρά εναντίον τους[xxxvi].

Στην περίοδο 1789-1791, οι νικητές μετριοπαθείς αστοί, μέσω της Συντακτικής πλέον Συνέλευσης , άρχισαν να υλοποιούν τη γιγαντιαία προσπάθεια ορθολογικής οργάνωσης και αναμόρφωσης της Γαλλίας που αποτελούσε άλλωστε το στόχο της.

Από οικονομική άποψη οι προοπτικές της Συντακτικής Συνέλευσης ήταν καθαρά φιλελεύθερες: πολιτική γραμμή της για την αγροτική τάξη ήταν η περίφραξη των κοινοτικών γαιών και η ενθάρρυνση των επιχειρηματιών της υπαίθρου, για την εργατική τάξη, η απαγόρευση των συνδικαλιστικών ενώσεων, για τους βιοτέχνες η κατάργηση των συντεχνιών και των σωματείων.

Η ουσιαστική ικανοποίηση που προσέφερε στο λαό ήταν περιορισμένη , με εξαίρεση από το 1790 το μέτρο για τη μεταβίβαση στην πολιτεία των εκκλησιαστικών γαιών και για την εκποίηση τους.

Το Αστικό Σύνταγμα του Κλήρου (1790), μια απόπειρα να καταργηθεί όχι η ίδια η Εκκλησία αλλά η απολυταρχική υποταγή της στη Ρώμη, οδήγησε την πλειοψηφία του κλήρου και των πιστών στην αντιπολίτευση και συνέβαλε στην απεγνωσμένη και καταστροφική προσπάθεια του βασιλιά να εγκαταλείψει τη χώρα.

Από την άλλη η ανεξέλεγκτη ελεύθερη οικονομία των μετριοπαθών επέτεινε τις διακυμάνσεις στο επίπεδο των τιμών των τροφίμων ,και συνεπώς όξυνε τη μαχητικότητα των φτωχών των πόλεων, ιδίως στο Παρίσι.

Η έκρηξη του πολέμου ώθησε τα πράγματα σε αποφασιστικές εξελίξεις , οδήγησε στη δεύτερη επανάσταση του 1792 στη Δημοκρατία των Ιακωβίνων του Έτους ΙΙ και τελικά στον Ναπολέοντα.

Δηλαδή, μετέτρεψε την ιστορία της Γαλλικής Επανάστασης σε ιστορία της Ευρώπης.

Δύο δυνάμεις  ώθησαν τη Γαλλία σε γενικό πόλεμο :η άκρα δεξιά και η μετριοπαθής αριστερά.

Από τη μια οι δυνάμεις για την ανάκτηση της Γαλλίας συσπειρώνονταν στο εξωτερικό.

Συγχρόνως οι ίδιοι οι μετριοπαθείς φιλελεύθεροι , και ιδίως αυτοί που συσπειρώνονταν γύρω από τους εκπροσώπους της εμπορικής περιφέρειας την Gironde, αποτελούσαν την φιλοπόλεμη δύναμη.

Αυτό συνέβαινε εν μέρει διότι κάθε γνήσια επανάσταση τείνει να  γίνει οικουμενική.

Επίσης όμως ο πόλεμος θα συνέβαλλε και στην επίλυση πολυάριθμων εσωτερικών προβλημάτων και κυρίως να στρέψουν τη δυσαρέσκεια που απόρρεε από τις δυσκολίες του νέου καθεστώτος προς τους εμιγκρέδες και τους ξένους.

Έτσι η πλειοψηφία της νέας Νομοθετικής Συνέλευσης με εξαίρεση μια μικρή δεξιά πτέρυγα και μια μικρή αριστερή πτέρυγα υπό τον Ροβεσπιέρο , προπαγάνδιζαν τον πόλεμο.

Έτσι όταν αυτός άρχισε , οι κατακτήσεις της επανάστασης άρχισαν να συνδυάζουν την απελευθέρωση, την εκμετάλλευση και τον πολιτικό αντιπερισπασμό.

Ο πόλεμος κηρύχτηκε το Απρίλιο του 1792.

Η ήττα που ο λαός απέδωσε (αρκετά εύλογα) σε βασιλική δολιοφθορά και σε προδοσία έφερε τη στροφή στο ριζοσπαστισμό.

Η βασιλεία ανατράπηκε (Αύγουστος –Σεπτέμβριος ).

Το κόμμα που δέσποζε στην Εθνοσυνέλευση ήταν οι Γιρονδίνοι, πολεμοχαρείς στο εξωτερικό και μετριοπαθείς στο εσωτερικό που εκπροσωπούσε τους μεγαλοεπιχειρηματίες, τους επαρχιώτες αστούς και πολλούς διανοούμενους περιωπής.

Ο πόλεμος που διεξήγαγε η Γαλλική Δημοκρατία ήταν ένας ολοκληρωτικός πόλεμος πράγμα που σήμαινε την πλήρη κινητοποίηση των πόρων του έθνους με τη στρατολόγηση, την επιβολή δελτίων τροφίμων και μια αυστηρά ελεγχόμενη πολεμική οικονομία, καθώς κα κατάργηση της διάκρισης μετά στρατιωτών και πολιτών.

Από τη σύγκρουση Γιρονδίνων και «Ορεινών» νικήθηκαν οι πρώτοι και οδηγήθηκαν τελικά σε κακά υπολογισμένες επιθέσεις κατά  της αριστεράς, που σύντομα μεταβλήθηκαν σε οργανωμένη εξέγερση της επαρχίας κατά του Παρισιού.

Ένα αιφνίδιο χτύπημα των Ξεβράκωτων την κατέπνιξε στις 2 Ιουνίου 1793.

Η ώρα της δημοκρατία των Ιακωβίνων είχε σημάνει.

Αυτή άλλωστε έρχεται στο νου όταν κάποιος σκέφτεται την Γαλλική επανάσταση, δηλαδή τα γεγονότα του 1789 και η Δημοκρατία των Ιακωβίνων του Έτους ΙΙ.

Ο Ροβεσπιέρος, ο Danton, ο Saint-Just, ο Marat, η Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας, το επαναστατικό δικαστήριο και η λαιμητόμος είναι οι εικόνες που έρχονται πιο καθαρά στο μυαλό[xxxvii].

Οι επαναστάτες, ιδίως στη Γαλλία την είδαν ως την πρώτη δημοκρατία του λαού, ως πηγή έμπνευσης όλων των μεταγενέστερων εξεγέρσεων. Για όλους ήταν μια εποχή που δεν μπορεί να μετρηθεί με ανθρώπινα μέτρα.

Αυτό που κατόρθωσε η Δημοκρατία των Ιακωβίνων ήταν να προστατευθεί η χώρα αποτελεσματικά. Τον Ιούνιο του 1793, 60 από τους 80 νομούς της Γαλλίας είχαν εξεγερθεί κατά του Παρισιού. Τα στρατεύματα των Γερμανών πριγκίπων εισέβαλαν στη Γαλλία, όπως και οι Βρετανοί. Η χώρα ήταν ανίσχυρη και χρεοκοπημένη .

Δεκατέσσερις μήνες αργότερα η χώρα ήταν υπό σταθερό έλεγχο, οι εισβολείς είχαν εκδιωχθεί, ο γαλλικός στρατός είχε καταλάβει με τη σειρά του το Βέλγιο και ετοιμαζόταν να μπει στην εικοσαετία ενός σχεδόν αδιάκοπου στρατιωτικού θριάμβου.

Το πολίτευμα ήταν μια συμμαχία τη μεσαίας τάξης με τις εργαζόμενες μάζες ,αλλά για τους Ιακωβίνους της μεσαίας τάξης οι παραχωρήσεις στους Ξεβράκωτους ήταν ανεκτές μόνο εφόσον κρατούσαν τις μάζες αφοσιωμένες στο καθεστώς , χωρίς να τρομοκρατούνται οι ιδιοκτήτες .Στους κόλπους της συμμαχίας αυτής οι Ιακωβίνοι της μεσαίας τάξης είχαν την αποφασιστική δύναμη.

Οι ίδιες οι ανάγκες του πολέμου υποχρέωναν κάθε κυβέρνηση να απαιτεί συγκεντρωτισμό και πειθαρχία  εις βάρος της ελεύθερης, τοπικής άμεσης δημοκρατίας των λεσχών και των συνοικιών ,της έκτακτης εθελοντικής πολιτοφυλακής, των ελεύθερων εκλογών και των επιχειρηματολογιών τους , στις οποίες ευδοκιμούσαν οι Ξεβράκωτοι.

Ως το 1794 η κυβέρνηση και οι πολιτικές διεργασίες είχαν αποκτήσει μονολιθικό χαρακτήρα και χειραγωγούνταν από άμεσους πράκτορες της Επιτροπής ή της Συνέλευσης., και από μια μεγάλη ομάδα Ιακωβίνων αξιωματικών και αξιωματούχων σε σύνδεση με τοπικές κομματικές οργανώσεις.

Επίσης οι οικονομικές ανάγκες του πολέμου αποξένωσαν το λαό[xxxviii].

Ως τον Απρίλιο του 1794, αριστεροί και δεξιοί είχαν οδηγηθεί στη λαιμητόμο και συνεπώς οι Ροβεσπιερικοί ήταν πολιτικά απομονωμένοι και μόνο η κρίση του πολέμου  τους διατηρούσε στην εξουσία. Όταν στο τέλος Ιουνίου του 1794, τα  στρατεύματα της Δημοκρατίας απέδειξαν τη σταθερότητα τους νικώντας τους Αυστριακούς και κυριεύοντας το Βέλγιο, το τέλος ήταν κοντά.

Στις 9 του Θερμιδόρ (27 Ιουλίου 1794), η Συνέλευση ανέτρεψε τον Ροβεσπιέρο. Την επόμενη, αυτός ο Saint-Just και ο Couthon εκτελέστηκαν, ενώ λίγες μέρες αργότερα εκτελέστηκαν και 87 μέλη της επαναστατικής παρισινής Κομμούνας.

Ο Θερμιδόρ  ήταν το τέλος της ηρωικής και αξιομνημόνευτης φάσης της επανάστασης  η ενέργεια της οποίας ήταν αρκετή για να σκορπίσει σαν άχυρα τους στρατούς των παλαιών καθεστώτων της Ευρώπης.

Το πρόβλημα που αντιμετώπισε η γαλλική μεσαία τάξη στο τελευταίο μέρος της περιόδου που χαρακτηρίζεται ως επαναστατική(1794-1799) ήταν πως θα επιτύχει πολιτική σταθερότητα και οικονομική πρόοδο με βάση το αρχικό φιλελεύθερο πρόγραμμα του 1789-91.Ποτέ δεν επέλυσε αυτό το πρόβλημα ικανοποιητικά.

Όλες  οι εναλλαγές του πολιτεύματος ως το 1870 ήταν προσπάθειες να διατηρήσουν μιαν αστική κοινωνία, αποφεύγοντας συγχρόνως τον διπλό κίνδυνο της δημοκρατίας των Ιακωβίνων και του παλαιού καθεστώτος.

Ο επαναστατικός στρατός ήταν το τρομερό παιδί της Δημοκρατίας των Ιακωβίνων, που θα μπορούσε να κάνει και δίχως το ανίσχυρο πολιτικό καθεστώς[xxxix].

Από μια μαζική εξέγερση έγινε στρατός επαγγελματιών και διατήρησε τα χαρακτηριστικά της Επανάστασης  διατηρώντας ταυτόχρονα τα γνωρίσματα του κατεστημένου συμφέροντος, που ήταν το τυπικό βοναπαρτικό μείγμα.

 Ο Ναπολέων ήταν αυτός που έδωσε στη φιλοδοξία ένα όνομα , τη στιγμή που η διττή επανάσταση είχε ανοίξει τον κόσμο στους φιλόδοξους.

Ο μύθος του Ναπολέοντα, όμως, φάνηκε  διαχρονικά πιο αδύναμος σε σχέση με την επανάσταση των Ιακωβίνων, το όραμα της ισότητας, της ελευθερίας και της αδελφοσύνης και το όνειρο των λαών που ξεσηκώνονταν στο όνομά τους για να αποτινάξουν την τυραννία, αφού μετά την πτώση του Ναπολέοντα  αυτός ο μύθος και όχι η ανάμνηση του Βοναπάρτη ενέπνευσε τις επαναστάσεις του 18ου αιώνα, ακόμη και στην ίδια τη Γαλλία.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’ – ΠΟΛΕΜΟΣ

Από το 1792 ως το 1815 ο πόλεμος στην Ευρώπη ήταν σχεδόν αδιάκοπος και συνδυαζόταν ή συνέπιπτε με κάποιο πόλεμο στο εξωτερικό: στις Δυτικές Ινδίες, την Ανατολική Μεσόγειο και την Ινδία στα 1790 και στις αρχές της δεκαετίας του 1800, σποραδικές ναυτικές επιχειρή­σεις στο εξωτερικό μετά το 1800, στις  ΗΠΑ το 1812-14. Οι συνέπειες μιας νίκης ή μιας ήττας στους πολέμους αυτούς ήταν σημαντικές, γιατί άλλαζαν το χάρτη του κόσμου. Πρέπει συνεπώς να τους εξετά­σουμε πρώτους, θα πρέπει όμως να εξετάσουμε επίσης κι ένα λιγότερο απτό πρόβλημα. Ποιες ήταν οι συνέπειες της ίδιας της πολεμικής διερ­γασίας, της στρατιωτικής κινητοποίησης και των επιχειρήσεων, ποια πολιτικά και οικονομικά μέτρα αυτές συνεπάγονταν.

Στη διάρκεια αυτής της εικοσαετίας συγκρούστηκαν μεταξύ τους δύο πολύ διαφορετικές κατηγορίες εμπολέμων, δηλαδή, κράτη και συστήματα. Η Γαλλία ως κράτος, με τα συμφέροντα και τις φιλοδοξίες της, αντιμε­τώπιζε -ή ήταν σε συμμαχία με- άλλα κράτη του ίδιου τύπου. Από την άλλη μεριά, η Γαλλία ως Επανάσταση έκανε έκκληση στους λαούς της γης να ανατρέψουν την τυραννία και να ασπασθούν την ελευθερία, και οι δυνάμεις της συντήρησης και της αντίδρασης την αντιστρατεύονταν. Αναμφίβολα, μετά τα πρώτα κοσμογονικά χρόνια του επαναστα­τικού πολέμου, μειώθηκε η διαφορά μεταξύ αυτών των δυο τύπων δια­μάχης. Προς το τέλος της ναπολεόντειας ηγεμονίας, το στοιχείο της αυτοκρατορικής κατάκτησης και εκμετάλλευσης είχε επικρατήσει έναντι του στοιχείου της απελευθέρωσης, όποτε τα γαλλικά στρατεύ­ματα νικούσαν, καταλάμβαναν ή προσαρτούσαν κάποια χώρα· έτσι οι εχθροπραξίες σε παγκόσμια κλίμακα συνδυάζονταν πολύ λιγότερο με εμφύλιο πόλεμο, είτε σε διεθνή κλίμακα είτε στο εσωτερικό, της κάθε χωράς. Αντιστρόφως, οι αντεπαναστατικές δυνάμεις αποδέχονταν τον αμετάκλητο χαρακτήρα πολλών από τα επιτεύγματα της Επανάστα­σης στη Γαλλία και, συνεπώς, ήταν πρόθυμες να διαπραγματευθούν (με ορισμένες επιφυλάξεις) όρους ειρήνης, όπως συμβαίνει ανάμεσα σε δυνάμεις με ομαλή λειτουργία και όχι ανάμεσα σε δυνάμεις του φωτός και του σκότους. Μέσα σε λίγες εβδομάδες μετά την πρώτη ήττα του Ναπολέοντα ήταν ακόμη και πρόθυμες να δεχτούν ξανά τη Γαλλία ως ισότιμο παίκτη στο παραδοσιακό παιχνίδι των συμμαχιών, των αντισυμμαχιών, της μπλόφας, της απειλής και του πολέμου, όπου η διπλω­ματία ρύθμιζε τις σχέσεις μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων. Ωστόσο, διατηρήθηκε η διττή φύση των πολέμων, ως σύγκρουση δηλαδή μεταξύ κρατών και μεταξύ κοινωνικών συστημάτων. Από κοινωνική άποψη, οι εμπόλεμοι ήταν πολύ άνισα χωρισμένοι. Εκτός από την ίδια τη Γαλλία, υπήρχε ένα μόνο σημαντικό κράτος στο οποίο η επαναστατική του προέλευση και η προσήλωση του στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δημιουργούσε κάποια ιδεο­λογική συμπάθεια για τη Γαλλία και αυτές ήταν οι ΗΠΑ[xl]. Στις άλλες συγκρούσεις οι ιδεολογικοί σύμμαχοι της Γαλλίας ήταν κόμματα και ιδεολογικά ρεύματα μάλλον παρά κράτη στο σύνολο τους[xli].

Σοβαρό πολιτικό φιλοϊακωβινικό ή φιλογαλλικό αίσθημα υπήρχε κυρίως σε ορισμένες περιοχές κοντά στη Γαλλία, όπου οι κοινωνικές συνθήκες ήταν ανάλογες ή υπήρχαν μόνιμες πολιτιστικές επαφές (Κάτω Χώρες, Ρηνανία, Ελβετία[xlii] και Σαβοΐα), στην Ιταλία[xliii] και, για κάπως διαφορετικούς λόγους, στην Ιρλανδία[xliv] και την Πολωνία[xlv].

Στο εξωτερικό, ο Ιακωβινισμός έκανε την άμεση ιδεολογική του έκκληση στις μορφωμένες και τις μεσαίες τάξεις συνεπώς η πολιτική του δύναμη, , εξαρτιόταν από την ετοιμότητα και την προθυμία τους να τη χρησιμοποιήσουν[xlvi].

.Σε γενικές συνεπώς γραμμές, η στρατιωτική αξία του ξένου φιλοϊακωβινισμού ήταν κατά κύριο λόγο η βοήθεια που πρόσφερε στη γαλλική κατάκτηση, καθώς και μια πηγή πολιτικά εμπίστων διοικητών στις κατακτημένες περιοχές. Πράγματι, οι περιοχές που διέθεταν ισχυρό Ιακωβινισμό μετατρέπονταν συχνά σε δημοκρατίες-δορυφόρους και έπειτα, εφόσον αυτό εξυπηρετούσε, τις προσαρτούσε  η Γαλλία[xlvii].

Ο ξένος Ιακωβινισμός είχε κάποια στρατιωτική σημασία, και οι αλ­λοδαποί Ιακωβίνοι μέσα στη Γαλλία έπαιζαν ουσιαστικό ρόλο στη δια­μόρφωση της στρατηγικής της Δημοκρατίας, όπως κυρίως η ομάδα Saliceti, που άλλωστε ευθύνεται αρκετά για την άνοδο του Ιταλού Ναπολέοντα Βοναπάρτη στον γαλλικό στρατό, καθώς και για τις μετέπειτα επιτυχίες του στην Ιταλία. Δεν θα μπορούσαμε  όμως  να ισχυριστούμε ότι η επιρροή της ομάδας αυτής, ή των Ιακωβίνων γενι­κότερα, είχε αποφασιστική σημασία[xlviii].

Αν όμως οι Γάλλοι είχαν την υποστήριξη των επαναστατικών δυνά­μεων στο εξωτερικό, το ίδιο συνέβαινε και με τους πολέμιους τους. Γιατί δεν μπορεί να παραβλέψει κανείς το κοινωνικοεπαναστατικό στοι­χείο των αυθόρμητων κινημάτων λαϊκής αντίστασης ενάντια στη γαλ­λική κατάκτηση, παρόλο που οι αγρότες που πρωτοστάτησαν το εξέφρα­ζαν μέσα από μαχητικό συντηρητισμό προσκείμενο στην Εκκλησία και τον Βασιλιά. Είναι ενδεικτικό ότι η στρατιωτική τακτική που στον αιώνα μας ταυτίζεται σχεδόν απόλυτα με τους επαναστατικούς πολέμους, η τακτική του αντάρτη ή του παρτιζάνου, ήταν στα 1792-1815 σχεδόν αποκλειστικά χαρακτηριστικό της αντιγαλλικής παράταξης.

 Παραδόξως, η στρατιωτική σημασία της επαναστατικής αυτής τακτικής ήταν πιθανότατα μεγαλύτερη για τους πολέμιους των Γάλ­λων απ’ ότι ήταν για τους Γάλλους η στρατιωτική σημασία του ξένου Ιακωβινισμού. Καμιά περιοχή πέρα από τα γαλλικά σύνορα δεν διατή­ρησε φιλοϊακωβινική κυβέρνηση ούτε στιγμή μετά την ήττα ή την υπο­χώρηση των γαλλικών στρατευμάτων[xlix].

Από κοινωνική άποψη, λοιπόν, δεν είναι τόσο μεγάλη παραποίηση της αλήθειας αν πούμε ότι ο πόλεμος ήταν πόλεμος της Γαλλίας και των γειτονικών της περιοχών ενάντια στους υπόλοιπους. Αν μιλήσουμε με βάση τις παλιού τύπου σχέσεις των δυνάμεων, το σχήμα ήταν πιο πολύπλοκο. Η βασική σύγκρουση εδώ ήταν ανάμεσα στη Γαλλία και τη Βρετανία, που είχε κυριαρχήσει στις ευρωπαϊκές διεθνείς σχέσεις σχεδόν έναν ολόκληρο αιώνα. Από πλευράς Βρετανών, ο  πόλεμος ήταν σχεδόν αποκλειστικά οικονομικός[l]. Στην Ευρώπη, ο στόχος αυτός δεν προϋπέθετε εδα­φικές φιλοδοξίες, εκτός βέβαια από τον έλεγχο ορισμένων σημείων μεγάλης ναυτικής σπουδαιότητας και τη βεβαιότητα ότι τα σημεία αυτά δεν θα έπεφταν στα χέρια κρατών με αρκετή ισχύ ώστε να είναι επικίνδυνα. Ως προς τα υπόλοιπα, η Βρετανία ήταν ευχαριστημένη με κάθε διακανονισμό των πραγμάτων της ηπειρωτικής Ευρώπης που εξα­σφάλιζε ότι τα άλλα κράτη θα κρατούσαν υπό έλεγχο όλους τους δυνά­μει ανταγωνιστές της. Στο εξωτερικό, ο στόχος προϋπέθετε την ολο­σχερή καταστροφή των αποικιακών αυτοκρατοριών άλλων λαών και την προσάρτηση από τη Βρετανία σημαντικού αριθμού εδαφών[li].

. Οι περισσότερες ναυτικές δυνάμεις ήταν ανίσχυρες ή, λόγω της θέσης τους στην Ευρώπη, υπερβολικά αποκομ­μένες για να προκαλέσουν ιδιαίτερα προβλήματα στους Βρετανούς· ωστόσο, ο αγγλοαμερικανικός πόλεμος του 1812-14 ήταν το αποτέλε­σμα μιας τέτοιας σύγκρουσης.

Η γαλλική εχθρότητα για τη Βρετανία ήταν κάπως πιο πολύπλοκη, αλλά το στοιχείο εκείνο που, όπως το βρετανικό, απαιτούσε ολοκληρω­τική νίκη ενισχύθηκε πολύ από την Επανάσταση, που ανέδειξε στην εξουσία μια γαλλική αστική τάξη με φιλοδοξίες το ίδιο απεριόριστες όπως οι βρετανικές. Η νίκη ενάντια στους Βρετανούς απαιτούσε το λιγότερο την καταστροφή του βρετανικού εμπορίου από το οποίο, όπως ορθά πιστευόταν, εξαρτιόταν η Βρετανία, καθώς και μια εγγύηση ενάντια στη μελλοντική βρετανική ανάκαμψη, εγγύηση που θα πρόσφερε η οριστική καταστροφή της Αγγλίας.

Οι άλλες αντιγαλλικές δυνάμεις είχαν εμπλακεί σ’ έναν λιγότερο εξαντλητικό αγώνα. Όλες έλπιζαν να ανατρέψουν τη Γαλλική Επα­νάσταση, αλλά  όχι σε βάρος των δικών τους πολιτικών φιλοδοξιών. Η ελπίδα αυτή έπαψε σαφώς πια να είναι εφικτή μετά τα 1792-95.

Ωστόσο, ακόμη κι αν λογαριάσουμε τη διάσπαση της αντιγαλλικής πλευράς και το δυναμικό των συμμάχων από τους οποίους μπορούσαν να αντλήσουν βοήθεια οι Γάλλοι, θεωρητικά οι αντιγαλλικές συμμαχίες ήταν μονίμως πολύ ισχυρότερες από τις φιλογαλλικές, τουλάχιστον στην αρχή. Παρ’ όλα αυτά, η στρατιωτική ιστορία των πολέμων είναι η ιστορία ενός σχεδόν ασταμάτητου και εκπληκτικού γαλλικού θριάμ­βου. Ο λόγος έγκειται στην Επανάσταση. Η πολιτική της ακτινοβολία στο εξωτερικό δεν ήταν, όπως είδαμε, αποφασιστικής σημασίας. Το περισ­σότερο που μπορούμε να πούμε είναι ότι απέτρεψε τον πληθυσμό των αντιδραστικών κρατών από το να αντισταθούν στους Γάλλους που τους έφεραν την ελευθερία τους. Η λαϊκή συμμετοχή όμως επέφερε αλλαγές στην πολε­μική τέχνη των Γάλλων και τους έδωσε ανυπολόγιστη υπεροχή απέναν­τι στις στρατιές του παλιού καθεστώτος. Από τεχνική άποψη, ο παλιός στρατός ήταν καλύτερα εκπαιδευμένος και πιο πειθαρχημένος και, όπου οι. ιδιότητες αυτές ήταν αποφασιστικές, όπως π.χ. στις ναυμαχίες, οι Γάλλοι ήταν αισθητά κατώτεροι[lii]. Αλλά εκεί όπου μετρούσε ο αυτοσχεδιασμός στην ορ­γάνωση, η κινητικότητα, η ευελιξία και, προπάντων, το καθαρό θάρρος και το ακμαίο ηθικό, οι Γάλλοι ήταν ασυναγώνιστοι.

  Στα 1793-94 οι Γάλλοι διέσωσαν την επανάσταση. Στα 1794-95 κατέλαβαν τις Κάτω Χώρες, τη Ρηνανία, τμήματα της Ισπανίας, την Ελβετία και τη Σαβοΐα (και τη Λιγουρία)[liii].

Στη θάλασσα, εντούτοις, οι Γάλλοι είχαν ως τότε ηττηθεί ολοσχε­ρώς[liv].

 Η τεχνική του γαλλικού στρατού, όπως είδαμε, ήταν να εκτελεί ταχύρρυθμες επιχειρήσεις σε αρκετά πλούσιες και πυκνοκατοικημένες περιοχές ώστε να διασφαλίζεται η συντήρηση του. Αλλά αυτό που είχε επιτυχία στη Λομβαρδία ή τη Ρηνανία —όπου αναπτύχθηκαν για πρώτη φορά οι .μέθοδοι αυτές— και ήταν ακόμη εφικτό στην κεντρική Ευρώπη, απέ­τυχε ολοσχερώς στις αχανείς, ακατοίκητες και φτωχές εκτάσεις της Πολωνίας και της Ρωσίας[lv].

Κάτω από τις συνθήκες αυτές, στην τελική συμμαχία κατά της Γαλλίας προσχώρησαν όχι μόνο οι παλιοί εχθροί της και τα θύματα της αλλά και όλοι όσοι ποθούσαν να βρεθούν από την πλευρά του νικητή. Ο νέος, και σε μεγάλο βαθμό άπειρος, γαλλικός στρατός ηττήθηκε στη Λειψία (1813), και οι σύμμαχοι προχώρησαν αμείλικτοι και μπήκαν στη Γαλλία, παρά τους εκπληκτικούς στρατιωτικούς ελιγμούς του Ναπολέοντα, ενώ οι Βρετανοί εισέβαλαν στη Γαλλία από τη μεριά της Ιβηρικής Χερσονήσου, Το Παρίσι κατελήφθη και ο αυτοκράτορας πα­ραιτήθηκε στις 6 Απριλίου 1814. Επιχείρησε να ανακτήσει την εξου­σία το 1815, αλλά η μάχη του Βατερλό (Ιούνιος 1815) του κατάφερε το οριστικό πλήγμα.

Κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του πολέμου, τα πολιτικά σύνορα της Ευρώπης χαράχτηκαν ξανά και ξανά αρκετές φορές. Εδώ είναι σκό­πιμο να εξετάσουμε μόνο τις αλλαγές εκείνες που, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ήταν αρκετά σταθερές ώστε να επιζήσουν της ήττας του Ναπολέοντα.

Η πιο σημαντική αλλαγή ήταν η γενική ορθολογική αναδιάταξη του ευρωπαϊκού πολιτικού χάρτη, ιδίως στη Γερμανία και την Ιταλία. Από άποψη πολιτικής γεωγραφίας, η Γαλλική Επανάσταση έθεσε τέλος στον ευρωπαϊκό Μεσαίωνα[lvi].

Η Επανάσταση και οι μετέπειτα πόλεμοι εξάλειψαν πολλά από αυτά τα κατάλοιπα, εν μέρει λόγω επαναστατικού ζήλου για εδαφική ενοποίηση και τυποποίηση, εν μέρει εκθέτοντας επανειλημμένα και για εξαιρετικά μακρά περίοδο τα μικρά και αδύναμα κρατίδια στην απληστία των μεγαλύτερων γειτόνων τους[lvii].

Εκτός Ευρώπης, φυσικά, οι εδαφικές μεταβολές που προκάλεσαν οι πόλεμοι ήταν συνέπεια της προσάρτησης από τη Βρετανία πολλών αποικιών που ανήκαν σε άλλους, καθώς και των απελευθερωτικών κινη­μάτων των αποικιών, τα όποια είτε ενέπνευσε ή επέτρεψε η Γαλλική Επανάσταση (όπως στο San Domingo) είτε επιβλήθηκαν με τον προσω­ρινό χωρισμό των αποικιών από τη μητρόπολη (όπως στην ισπανική και πορτογαλική Αμερική). Η βρετανική κυριαρχία στη θάλασσα εξα­σφάλιζε το αμετάκλητο των μεταβολών αυτών, που είχαν γίνει είτε εις βάρος των Γάλλων είτε —συχνότερα— εις βάρος των αντιπάλων τους.

Εξίσου σημαντικές ήταν οι θεσμικές μεταβολές που επέφερε, άμεσα ή έμμεσα, η γαλλική κατάκτηση[lviii].

Στην πραγματικότητα μπορούμε να πούμε, χωρίς μεγάλη υπερβολή, ότι κανένα σημαντικό ευρωπαϊκό κράτος δυτικά της Ρωσίας και της Τουρκίας και νότια της Σκανδιναβίας δεν βγήκε μετά τις δύο αυτές δεκαετίες πολέμου με εντελώς άθικτους τους εσωτερικούς θεσμούς του, ανεπηρέαστο από την εξάπλωση ή τη μίμηση της Γαλλικής Επανά­στασης[lix].

Αλλά οι μεταβολές στα σύνορα, τους νόμους και τους κυβερνητικούς θεσμούς δεν ήταν τίποτε σε σύγκριση με μια τρίτη συνέπεια των επανα­στατικών πολέμων: τον βαθύ μετασχηματισμό της πολιτικής ατμόσφαι­ρας. Όταν ξέσπασε η Γαλλική Επανάσταση, οι κυβερνήσεις της Ευ­ρώπης την αντιμετώπισαν με σχετική ψυχραιμία.

 Αλλά ως το 1815 είχε επικρατήσει μια τελείως διαφορετική στάση απέναντι στην επανάσταση, και η στάση αυτή κυριαρχούσε στην πολιτική των δυνάμεων.

Ήταν πια γνωστό ότι η επανάσταση σε μια χώρα μπορούσε να εξελι­χτεί σε ευρωπαϊκό φαινόμενο, ότι τα δόγματα της μπορούσαν να εξα­πλωθούν πέρα από τα σύνορα και, το χειρότερο, οι στρατιές της μπο­ρούσαν να τινάξουν στον αέρα τα πολιτικά συστήματα μιας ολόκληρης ηπείρου. Ήταν πια γνωστό ότι η κοινωνική επανάσταση μπορούσε να γίνει, ότι τα έθνη υπήρχαν ανεξάρτητα από τα κράτη, ότι οι λαοί υπήρχαν ανεξάρτητα από τους ηγεμόνες τους, ακόμη κι ότι οι φτωχοί υπήρ­χαν ανεξάρτητα από τις άρχουσες τάζεις

 Αλλά ποιες ήταν οι συνέπειες του ίδιου του πολέ­μου, των στρατιωτικών κινητοποιήσεων και των επιχειρήσεων, των πολιτικών και των οικονομικών μέτρων που προέκυψαν;

Παραδόξως οι συνέπειες αυτές ήταν μεγαλύτερες εκεί που είχαν μικρότερη σχέση με την αιματοχυσία, εκτός βέβαια από την ίδια τη Γαλλία, που ασφαλώς είχε μεγαλύτερες απώλειες και έχασε περισσό­τερο πληθυσμό από κάθε άλλη χώρα.

Η μακρά περίοδος οικονομικής ανάκαμψης που προηγή­θηκε του 1789 σήμαινε ότι ο λιμός και τα επακόλουθα του, η πανώλη  και ο λοιμός, δεν επιδείνωσαν υπερβολικά τα αποτελέσματα του ολέθρου και της λεηλασίας, και πάντως αυτό ίσχυε ως το 1811 και λίγο μετά[lx].

Κατά συνεπεία, οι ανθρώπινες απώλειες του εικοσαετούς πολέμου δεν φαίνεται να ήταν εξαιρετικά μεγάλες με σημερινά μέτρα, . Στην πραγματικότητα, σε καμία χώρα δεν παρατη­ρείται την εποχή αυτή αναχαίτιση της πληθυσμιακής αύξησης, εκτός ίσως από τη Γαλλία.

Για τους περισσότερους κατοίκους της Ευρώπης, εκτός από τους πολεμιστές, ο πόλεμος, αν σήμαινε κάτι, δεν ήταν τίποτε περισσότερο παρά μια περιστασιακή διακοπή της κανονικής πορείας της ζωής.

Οι απώλειες ήταν σημαντικές, μολονότι όχι υπερβολικές με τα φρι­κτά μέτρα του δικού μας αιώνα[lxi].

Οι ίδιες οι στρατιωτικές επιχειρήσεις σκότωναν ανθρώπους, άμεσα και έμμεσα, και κατέστρεφαν τον παραγωγικό εξοπλισμό αλλά, όπως ήδη είπαμε, δεν το έκαναν σε βαθμό που να ανακόπτεται η συνήθης πορεία της ζωής και της ανάπτυξης μιας χώρας. Οι οικονομικές απαι­τήσεις του πολέμου και ο οικονομικός πόλεμος είχαν πολύ σημαντικότε­ρες συνέπειες[lxii].

Εξοικείωσαν καταρχάς τον κόσμο με τα μη μετατρέψιμα χαρτονομί­σματα[lxiii].

Ωστόσο, οι λεπτομέρειες της χρηματοπιστωτικής κατάστασης τον καιρό των πολέμων είναι λιγότερο σημαντικές από τη γενική οικονο­μική απήχηση που προκάλεσε η μεγάλη εκτροπή των πόρων.

Η προφανής συνέπεια ενός τέτοιου ανταγωνισμού είναι ο πληθωρισμός[lxiv].

Οφείλουμε, ωστόσο, να θέσουμε ένα γενικότερο ερώτημα. Σε ποιο βαθμό η εκτροπή των πόρων που οφειλόταν στον πόλεμο εμπόδισε ή επι­βράδυνε την οικονομική ανάπτυξη των διαφόρων χωρών; Ασφαλώς το ερώτημα αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τη Γαλλία και τη Βρετανία, τις δύο σημαντικότερες οικονομικές δυνάμεις, οι όποιες και έφεραν τη μεγαλύτερη οικονομική επιβάρυνση.  Η βρετανική επιβάρυνση οφειλόταν στο κόστος όχι μόνο του πολέμου της ίδιας της χώρας αλλά, μέσω των παραδοσιακών επιδο­τήσεων προς τους συμμάχους, και μέρους των πολεμικών δαπανών άλλων χωρών. Από χρηματική άποψη ο πόλεμος επιβάρυνε τους Βρε­τανούς πολύ περισσότερο από κάθε άλλον αφού τους στοίχισε τρεις ως τέσσε­ρις φορές περισσότερο απ’ότι στοίχισε στους Γάλλους.

Η απάντηση στο γενικό ερώτημα είναι ευκολότερη προκειμένου για τη Γαλλία απ’ ότι για τη Βρετανία, διότι είναι σχεδόν αναμφισβήτητο ότι η γαλλική οικονομία παρέμεινε σχετικά στάσιμη και ότι η γαλλική βιομηχανία και το εμπόριο θα είχαν ασφαλώς αναπτυχθεί περισσότερο και γρηγορότερα αν έλειπαν η Επανάσταση και οι πόλεμοι[lxv]. Με τίμημα μια μικρή μόνο επιβράδυν­ση του ρυθμού της οικονομικής ανάπτυξης, ο όποιος ωστόσο παρέμενε ταχύτατος, η Βρετανία εξόντωσε αποφασιστικά τον μεγαλύτερο αντα­γωνιστή της και έγινε το «εργαστήρι του κόσμου» για δυο γενεές[lxvi].

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε'ΕΙΡΗΝΗ

Μετά από είκοσι και πλέον χρόνια αδιάκοπου σχεδόν πολέμου και επα­νάστασης, τα νικηφόρα

παλαιά καθεστώτα αντιμετώπιζαν προβλήματα σύναψης και διατήρησης της ειρήνης, προβλήματα ιδιαίτερα δυσχερή και επικίνδυνα. Τα συντρίμμια που προκάλεσαν οι δύο δεκαετίες έπρεπε να εκκαθαριστούν, και να ανακατανεμηθούν τα εδάφη που κυριεύτηκαν. Κυρίως, ήταν φανερό για κάθε νοήμονα πολιτικό άνδρα ότι στο εξής ή­ταν ανεπίτρεπτος ένας ευρωπαϊκός πόλεμος μεγάλης κλίμακας, γιατί κάτι τέτοιο θα σήμαινε, σχεδόν με βεβαιότητα, μια νέα επανάσταση και, κατά συνέπεια, την καταστροφή των παλαιών καθεστώτων[lxvii].  Οι βασιλείς και οι πολιτικοί δεν ήταν ούτε πιο σοφοί ούτε πιο ειρηνόφιλοι από πριν. Α­ναμφίβολα όμως ήταν πιο φοβισμένοι.

Είχαν επίσης ιδιαίτερη επιτυχία. Στην περίοδο μεταξύ της ήττας του Ναπολέοντα και του Κριμαϊκού Πολέμου του 1854-56 δεν μεσολά­βησε πράγματι ούτε γενικός ευρωπαϊκός πόλεμος ούτε σύρραξη στην οποία, μια Μεγάλη Δύναμη να αντιμετωπίσει μια άλλη στο πεδίο της μάχης. Και εκτός από τον Κριμαϊκό, μεταξύ του 1815 και του 1914 δεν μεσολάβησε πόλεμος στον οποίο να αναμειχθούν περισσότερες από δύο Μεγάλες Δυνάμεις.

Τα επαναστατικά κινήματα  ανέτρεψαν την πολύ δύσκολα κερδισμένη διεθνή στα­θερότητα πολλές φορές. Στη δεκαετία του 1820 κυρίως στη νότια Ευ­ρώπη, τα Βαλκάνια και τη Λατινική Αμερική, μετά το 1830 στη δυτική Ευρώπη (κυρίως στο Βέλγιο), και ξανά τις παραμονές της Επα­νάστασης του 1848[lxviii]. Ωστό­σο, παρά τους σκοπέλους και τις περιδινήσεις, τα σκάφη της διπλωμα­τίας έπλεαν σε ταραγμένα νερά χωρίς να συγκρουστούν.

Η γενιά μας, που γνώρισε πολύ πιο θεαματική αποτυχία στη βασική αποστολή της διεθνούς διπλωματίας, να αποσοβεί δηλαδή τους γενικούς πολέμους, φαίνεται να αντιμετωπίζει τους πολιτικούς και τις μεθόδους του 1815-48 με ένα σεβασμό που δεν αισθάνονταν πάντοτε οι άμεσοι διάδοχοί τους[lxix].

Κατά κάποιον τρόπο, οι πολιτικοί αυτής της περιόδου αξίζουν τον έπαινο. Ο δια­κανονισμός των πραγμάτων στην Ευρώπη μετά τους ναπολεόντειους πολέμους δεν ήταν δικαιότερος ούτε ηθικότερος από οποιονδήποτε άλλο, αλλά, αν λάβουμε υπόψη τους εντελώς αντιφιλελεύθερους και αντεθνι­κούς (δηλαδή αντεπαναστατικούς) σκοπούς των δημιουργών του, ήταν ρεαλιστικός και συνετός. Δεν έγινε καμία απόπειρα εκμετάλλευσης της ολοκληρωτικής νίκης κατά των Γάλλων, που δεν έπρεπε να εξωθηθούν σε νέο γύρο Ιακωβινισμού[lxx].

Ο χάρτης της Ευρώπης άλλαξε χωρίς να ληφθούν υπόψη ούτε οι βλέψεις των λαών ούτε τα δικαιώματα των πολυαρίθμων ηγεμόνων που εκδιώχθηκαν κάποια στιγμή από τους Γάλλους, αλλά με μόνη σοβαρή μέριμνα την ισορροπία των πέντε Μεγάλων Δυνάμεων που αναδείχτη­καν από τους πολέμους: της Ρωσίας, της Βρετανίας, της Γαλλίας, της Αυστρίας και της Πρωσίας.

Στην πραγματικότητα, μόνο οι πρώτες τρεις μετρούσαν. Η Βρετανία δεν είχε εδαφικές φιλοδοξίες στην ηπει­ρωτική Ευρώπη, μολονότι προτιμούσε να ελέγχει, ή να «προστατεύει», κάποια σημεία με μεγάλη ναυτιλιακή ή εμπορική σπουδαιότητα[lxxi].

Εκτός Ευ­ρώπης, οι βρετανικές εδαφικές φιλοδοξίες ήταν ασφαλώς πολύ μεγα­λύτερες. Ωστόσο, λόγω του ολοκληρωτικού ελέγχου όλων των θαλασ­σών από το βρετανικό ναυτικό, ήταν εν πολλοίς αδιάφορο αν μια περιο­χή ήταν πράγματι υπό τη βρετανική σημαία ή όχι με  εξαίρεση την βορειοδυτική Ινδία,. Στην Ευρώπη, τα βρετανικά συμφέροντα απλώς απαιτούσαν να μην υπάρχει καμιά δύναμη υπερβολικά ισχυρή.

Η Ρωσία, η αποφασιστική στρατιωτική δύναμη στην ξηρά, ικανο­ποίησε τις περιορισμένες εδαφικές της φιλοδοξίες[lxxii].

Η Αυστρία και η Πρωσία ήταν Μεγάλες Δυνάμεις μόνο κατ’όνομα· ή, τουλάχιστον, έτσι πιστευόταν, σωστά μεν λόγω της γνωστής αδυνα­μίας της Αυστρίας σε περιόδους διεθνούς κρίσης, και εσφαλμένα λόγω της κατάρρευσης της Πρωσίας το 1806[lxxiii].

Οι δημόσιοι άνδρες του 1815 είχαν αρκετή σύνεση για να γνωρίζουν ότι κανένας διακανονισμός, Όσο προσεκτικά μελετημένος κι αν ήταν, δεν θα άντεχε μακροπρόθεσμα τον ανταγωνισμό των κρατών και τις μετα­βαλλόμενες περιστάσεις. Κατά συνέπεια, επιδόθηκαν στην εκπόνηση ενός μηχανισμού για τη διατήρηση της ειρήνης —ρυθμίζοντας δηλαδή όλα τα προβλήματα καθώς ανέκυπταν— μέσω τακτικών συνεδρίων. Ε­ξυπακούεται φυσικά ότι τις ζωτικές αποφάσεις στα συνέδρια αυτά θα έπαιρναν οι «Μεγάλες Δυνάμεις» (ο ίδιος ο όρος είναι επινόημα της περιόδου αυτής)[lxxiv]. Τα τακτικά συνέδρια, ωστόσο, συνήλθαν μόνο για λίγα χρόνια —από το 1818, όταν η Γαλλία έγινε ξανά δεκτή επισήμως στη Συμφωνία, ως το 1822.

Το σύστημα των συνεδρίων κατέρρευσε, διότι δεν μπόρεσε να επιζή­σει τα χρόνια αμέσως μετά τους ναπολεόντειους πολέμους, όταν ο λιμός του 1816-17 και η οικονομική ύφεση διατηρούσαν ένα ζωντανό αλλά αδικαιολόγητο φόβο κοινωνικής επανάστασης παντού, συμπεριλαμβανο­μένης και της Βρετανίας. Μετά την αποκατάσταση της οικονομικής σταθερότητας γύρω στα 1820, κάθε διαταραχή του διακανονισμού του 1815 απλώς αποκάλυπτε τις αποκλίσεις ανάμεσα στα συμφέροντα των δυνάμεων. Στο σημείο αυτό επίσης  κάνει εκτενή αναφορά στο Ανατολικό Ζήτημα και το ανταγωνισμό των δυνάμεων και ιδιαίτερα της Αγγλίας και της Ρωσίας γύρω απ’ αυτό[lxxv].

Οι επαναστάσεις του 1830 έφεραν την οριστική τους εξαφάνιση γιατί δεν αφορούσαν πια μόνο κράτη αλλά και μια Μεγάλη Δύναμη, τη Γαλλία. Στην πραγματικότητα, απάλλαξαν όλη την Ευρώπη δυτικά του Ρήνου από την αστυνόμευση της Ιεράς Συμμαχίας.

Αντιμέτωποι με τη βρετανική πίεση, οι Ρώσοι με τη σειρά τους υπο­χώρησαν, και στη δεκαετία του 1840 επανήλθαν σε προτάσεις για δια­μελισμό της Τουρκίας.

Αλλά τελικά, με εξαίρεση τον Κριμαϊκό Πόλεμο  δεν έγινε πόλεμος με αφορμή την Τουρκία στη διάρκεια  του 19ου αιώνα.     Είναι λοιπόν σαφές από την εξέλιξη των διπλωματικών διενέξεων στην περίοδο αυτή ότι το εύφλεκτο υλικό στις διεθνείς σχέσεις απλώς ,δεν ήταν αρκετά εκρηκτικό για να πυροδοτήσει ένα μείζονα πόλεμο.    

Από τις Μεγάλες Δυνάμεις, οι Αυστριακοί και οι Πρώσοι ήταν ανίσχυροι για να παίξουν σπουδαίο ρόλο. Οι Βρετανοί ήταν ικανοποιη­μένοι. Το 1815 είχαν ήδη κερδίσει την πιο ολοκληρωτική νίκη από κάθε άλλη δύναμη σ’ ολόκληρη την παγκόσμια ιστορία, και πρόβαλαν μετά από εικοσαετή πόλεμο κατά της Γαλλίας ως η μόνη βιομηχανική οικο­νομία, η μόνη ναυτική δύναμη —το βρετανικό ναυτικό το 1840 είχε περίπου τόσα πλοία όσα το ναυτικό όλων των άλλων Δυνάμεων— και ουσιαστικά η μόνη αποικιοκρατική δύναμη στον κόσμο. Τίποτε δεν φαι­νόταν να στέκει εμπόδιο στο μόνο κύριο επεκτατικό ενδιαφέρον της βρε­τανικής εξωτερικής πολιτικής, στην ανάπτυξη δηλαδή του βρετανικού εμπορίου και των επενδύσεων[lxxvi].  

Εκτός πεδίου ευρωπαϊκών Ισορροπιών, φυσικά, τίποτε δεν εμπόδιζε τον επεκτατισμό και τη φιλοπόλεμη διάθεση. Στην πραγματικότητα, οι εδαφικές κτήσεις των ευρωπαϊκών δυνάμεων, αν και τεράστιες, ήταν στην ουσία περιορισμένες. Οι Βρετανοί ήταν ευχαριστημένοι με την απόκτηση περιοχών ζωτικής σημασίας για τον ναυτικό έλεγχο του κόσμου και για τα παγκόσμια εμπορικά τους συμφέροντα[lxxvii]. Οι απαιτή­σεις της εκστρατείας κατά του δουλεμπορίου —που ικανοποιούσε τόσο την ανθρωπιστική κοινή γνώμη στην Αγγλία όσο και τα στρατηγικά συμφέροντα του βρετανικού ναυτικού, που την χρησιμοποιούσε για να ενι­σχύσει το παγκόσμιο μονοπώλιο του— τους οδήγησε στη διατήρηση ερεισμάτων κατά μήκος των αφρικανικών ακτών. Αλλά, σε γενικές γραμμές, με μία μόνο σημαντική εξαίρεση, η άποψη τους ήταν ότι ένας κόσμος ανοιχτός στο βρετανικό εμπόριο και με την προστασία του βρετα­νικού ναυτικού απέναντι σε κάθε λογής ανεπιθύμητη εισβολή μπορούσε να αξιοποιηθεί φτηνότερα χωρίς τις διοικητικές δαπάνες που συνεπάγε­ται η κατάληψη[lxxviii].

 

Μια διάταξη του διεθνούς ειρηνευτικού διακανονισμού πρέπει, ωστό­σο, να μνημονευτεί χωριστά, δηλαδή η κατάργηση του διεθνούς δουλεμπορίου. Οι λόγοι ήταν και ανθρωπιστικοί και οικονομικοί: η δουλεία ήταν αποτροπιαστική και άκρως ασύμφορη. Άλλωστε, σύμφωνα με την άποψη των Βρετανών, που ήταν και οι κορυφαίοι διεθνείς υπέρμαχοι αυτού του θαυμάσιου κινήματος, η οικονομία του 1815-48 δεν στηριζόταν πια, όπως συνέβαινε τον 18ο αιώνα, στις πωλήσεις ανθρώπων και ζάχαρης, αλλά στις πωλήσεις βαμβακερών ειδών. Στην πράξη, η κατάργηση της δουλείας ήρθε με πιο αργό ρυθμό (εκτός, φυσικά, από τις περιοχές όπου η Γαλλική Επανάσταση την είχε ήδη εξαλείψει)[lxxix].

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ς'ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΙΣ

Σπάνια η ανικανότητα των κυβερνήσεων να σταματήσουν τον ρου της ιστορίας έχει αποδειχτεί πιο περίτρανα απ’ ότι στη γενιά μετά το 1815. Ο υπέρτατος στόχος όλων των δυνάμεων, που είχαν μόλις ανα­λώσει πάνω από είκοσι χρόνια πολεμώντας τη Γαλλική Επανάσταση, ήταν να αποτρέψουν το ενδεχόμενο μιας δεύτερης επανάστασης, ή την ακόμη μεγαλύτερη καταστροφή που θα προξενούσε ένας γενικός επανα­στατικός ξεσηκωμός στα πρότυπα του γαλλικού. Αυτός ήταν ο στόχος ακόμη και των Βρετανών, οι οποίοι δεν συμπαθούσαν τον αντιδραστικό απολυταρχισμό που επιβλήθηκε ξανά σε ολόκληρη την Ευρώπη και γνώριζαν πολύ καλά ότι δεν ήταν δυνατή ούτε θεμιτή η αποφυγή των μεταρρυθμίσεων, αλλά έτρεμαν την εξάπλωση ενός νέου γαλλικού Ιακωβινισμού περισσότερο από κάθε άλλο ενδεχόμενο στον διεθνή χώρο. Παρ’ όλα αυτά, ποτέ στην ευρωπαϊκή ιστορία, και πολύ σπάνια σε άλλες περιοχές, ο επαναστατισμός δεν ήταν τόσο ενδημικός, τόσο γενι­κός ανάμεσα στο 1815 και το 1848[lxxx].  Το πρώτο κύμα εμφανίστηκε στα 1820-24. Στην Ευρώπη, περιορίστηκε κυρίως στη Μεσόγειο, με επίκεντρα την Ισπανία (1820), τη Νεάπολη (1820) και την Ελλάδα (1821). Εκτός από την ελληνική, όλες οι άλλες επαναστάσεις κατα­πνίγηκαν. Η Ισπανική Επανάσταση αναβίωσε το απελευθερωτικό κίνημα στη Λατινική Αμερική, που είχε υποστεί ήττα μετά από μια πρώτη προσπάθεια που είχε προκαλέσει η κατάκτηση της Ισπανίας από τον Ναπολέοντα το 1808 και είχε περιοριστεί σε κάποιους απομο­νωμένους πρόσφυγες και λίγες συμμορίες. Οι τρεις μεγάλοι απελευθε­ρωτές της ισπανικής Νότιας Αμερικής ήταν o Simon Bolivar, ο San Martin και ο Bernardo O’ Higgins. To 1822 η Βραζιλία αποσπάστηκε αθόρυβα από την Πορτογαλία, με ηγεμόνα τον αντιβασιλέα που άφησε πίσω της η πορτογαλική βασιλική οικογένεια επιστρέφοντας στην Ευρώπη από τη ναπολεόντεια εξορία[lxxxi].

Το δεύτερο επαναστατικό κύμα εμφανίστηκε στα 1829-34 και επη­ρέασε όλη την Ευρώπη στα δυτικά της Ρωσίας, καθώς και τη βορειοα­μερικανική ήπειρο, γιατί η μεγάλη αναμορφωτική εποχή του προέδρου Andrew Jackson (1829-37), μολονότι όχι άμεσα συνδεδεμένη με τις ευρωπαϊκές αναταραχές, πρέπει να θεωρηθεί μέρος του κύματος αυτού. Στην Ευρώπη, η ανατροπή των Βουρβόνων στη Γαλλία ενθάρρυνε ποι­κίλα άλλα κινήματα. Το Βέλγιο (1830) κέρδισε την ανεξαρτησία του από την Ολλανδία· το πολωνικό κίνημα (1830-31) καταπνίγηκε  μόνο μετά από σημαντικές στρατιωτικές επιχειρήσεις· διάφορα τμήματα της Ιταλίας και της Γερμανίας ήταν σε αναστάτωση· ο φιλελευθερισμός κυριάρχησε στην Ελβετία —πολύ λιγότερο ειρηνική χώρα τότε απ’ ότι τώρα— ενώ άρχισε στην Ισπανία και την Πορτογαλία μια, περίοδος εμφύλιου πολέμου ανάμεσα σε φιλελεύθερους και κληρικόφρονες. Ακόμη και η Βρετανία επηρεάστηκε, εν μέρει εξαιτίας της απει­λούμενης έκρηξης στην Ιρλανδία, πράγμα που εξασφάλισε την Καθολική Χειραφέτηση (1829) και τη νέα έναρξη της μεταρρυθμιστικής αναστάτωσης. Ο Μεταρρυθμιστικός Νόμος του 1832 αντιστοιχεί στην Iουλιανή Επανάσταση του 1830 στη Γαλλία, και μάλιστα πήρε ισχυρή ώθηση από τα νέα που έφτασαν από το Παρί­σι[lxxxii].

Το δεύτερο επαναστατικό κύμα του 1830 ήταν, συνεπώς, πολύ σοβα­ρότερη υπόθεση από του 1820. Στην ουσία σημαίνει την οριστική ήττα της αριστοκρατίας από τις αστικές δυνάμεις στη δυτική Ευρώπη[lxxxiii].

 Το πολιτικό  σύστημα, στη Βρετα­νία, τη Γαλλία και το Βέλγιο, ήταν κατά βάση το ίδιο δηλαδή φιλελεύθεροι θεσμοί που διασφαλίζονταν έναντι της δημοκρατίας με την επιβολή περιουσιακών ή μορφωτικών κριτηρίων στους εκλογείς —υπήρχαν, αρ­χικά, μόνο 168.000 ψηφοφόροι στη Γαλλία— υπό συνταγματικό μονάρ­χη· στην πραγματικότητα, κάτι που έμοιαζε πολύ με τους θεσμούς της πρώτης και ιδιαίτερα μετριοπαθούς αστικής φάσης της Γαλλικής Ε­πανάστασης, το σύνταγμα δηλαδή του 1791 Αλλά, επίσης  θα δούμε, ότι το 1830 σημαδεύει μια ακόμη ριζοσπαστικότερη καινοτομία στην πολιτι­κή: την εμφάνιση της εργατικής τάξης ως μιας ανεξάρτητης και συνει­δητοποιημένης δύναμης στην πολιτική ζωή, στη Βρετανία και τη Γαλ­λία, καθώς και το ξέσπασμα των εθνικιστικών κινημάτων σε πάρα πολ­λές ευρωπαϊκές χώρες.

Πίσω από τις σημαντικές αυτές πολιτικές αλλαγές κρύβονταν ση­μαντικές μεταβολές στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη. Όποια  πλευρά της κοινωνικής ζωής κι αν εξετάσουμε, το 1830 αποτελεί σταθ­μό. Από όλες τις χρονολογίες μεταξύ του 1789 και του 1848 αυτή είναι η καταφανέστερα αξιομνημόνευτη[lxxxiv].

Το τρίτο και μεγαλύτερο επαναστατικό κύμα, του 1848, ήταν προϊόν αυτής της κρίσης. Η επανάσταση ξέσπασε σχεδόν ταυτόχρονα και (προσωρινά) επιβλήθηκε στη Γαλλία, σε ολόκληρη την Ιταλία, στα γερμανικά κρατίδια, στο μεγαλύτερο μέρος της αυτοκρατορίας των Αψβούργων και στην Ελβετία (1847)[lxxxv].

«Ποτέ δεν συνέβη τίποτε που να μοιάζει περισσότερο με παγκόσμια επανάσταση, το όνειρο των επαναστατών της περιόδου εκείνης, από την αυθόρμητη και γενική αυτή πυρκαγιά με την οποία τελειώνει αυτή η εποχή. Ότι ήταν το 1789 η εξέγερση ενός μόνο έθνους, τώρα έμοιαζε να είναι «η άνοιξη των λαών» μιας ολάκερης ηπείρου».

Αντίθετα από ότι συνέβαινε με τις επαναστάσεις στο τέλος του 18ου αιώνα, οι επαναστάσεις της μεταναπολεόντειας περιόδου ήταν εσκεμ­μένες ή ακόμη και προγραμματισμένες. Γιατί το καταπληκτικότερο κληροδότημα της ίδιας της Γαλλικής Επανάστασης ήταν τα πρότυπα και τα οργανωμένα σχήματα πολιτικής αναταραχής που αυτή καθιέ­ρωσε για τη γενική χρήση των απανταχού επαναστατών. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι επαναστάσεις του 1815-48 ήταν απλώς έργο λίγων δυσαρεστημένων ταραχοποιών. Ξέσπασαν γιατί τα πολιτικά συστή­ματα που είχαν επιβληθεί ξανά στην Ευρώπη ήταν εντελώς ανεπαρκή και, σε μια περίοδο γρήγορων κοινωνικών αλλαγών, όλο και περισσότερο ακατάλληλα για τις πολιτικές συνθήκες της ηπειρωτικής Ευρώ­πης, και γιατί οι οικονομικές και κοινωνικές δυσαρέσκειες ήταν τόσο οξείες ώστε να προκαλούν σχεδόν αναπόφευκτα συνεχή επαναστατικά ξεσπάσματα. Αλλά τα πολιτικά πρότυπα που δημιούργησε η Επανά­σταση του 1789 χρησίμευαν στο να αποκτήσει η δυσαρέσκεια συγκεκρι­μένο αντικείμενο, η αναταραχή να γίνει επανάσταση και, πάνω απ’ όλα, να συνενωθεί η Ευρώπη ολόκληρη σ’ ένα ανατρεπτικό κίνημα, ή ίσως θα ήταν καλύτερα να πούμε ανατρεπτικό ρεύμα.

Υπήρχαν αρκετά τέτοια πρότυπα, αν και όλα ξεπηδούσαν από την εμπειρία της Γαλλίας μεταξύ του 1789 και του 1797[lxxxvi].

Από την άποψη των απολυταρχικών κυβερνήσεων, όλα αυτά τα κινήματα ήταν εξίσου ανατρεπτικά για τη σταθερότητα και την ευρυθ­μία των πραγμάτων, μολονότι ορισμένα φάνηκαν να αποσκοπούν πιο συνειδητά από άλλα στη διάδοση του χάους, ενώ μερικά φαίνονταν πιο επικίνδυνα γιατί είχαν περισσότερες πιθανότητες να διεγείρουν τις αμαθείς και εξαθλιωμένες μάζες.

Κατά τη διάρκεια της περιόδου της Παλινόρθωσης (1815-30) το στρώμα της αντίδρασης κάλυπτε εξίσου όλους τους διαφωνούντες, και στο σκοτάδι του δύσκολα διακρίνονταν οι διαφορές μεταξύ Βοναπαρτιστών και ρεπουμπλικάνων, μετριοπαθών και ριζοσπαστών. Δεν υπήρ­χαν ακόμη ενσυνείδητοι επαναστάτες ή σοσιαλιστές της εργατικής τάξης, τουλάχιστον στο πεδίο της πολιτικής, εκτός από τη Βρετανία[lxxxvii].

Στην περίοδο αυτή, δεν υπήρχαν, ακόμη, κοινωνικές αλλά ούτε και εθνικές διακρίσεις  στην ευρωπαϊκή αντιπολίτευση που να τη διαιρούν σε διαφορετικά στρατόπεδα χωρίς καμιά αλληλοκατανόηση μεταξύ τους. Όλοι τους (τουλάχιστον στα δυτικά των Βαλκανίων) θεωρούσαν ότι πολεμούν εναντίον ενός κοινού εχθρού, της συνένωσης των απολυταρχικών ηγεμόνων υπό την αρχηγία του Τσάρου. Όλοι τους συνεπώς νοούσαν την επανάσταση ως ενιαία και αδιάσπαστη δηλαδή  ένα ενιαίο ευρωπαϊκό φαινόμενο μάλλον παρά ένα άθροισμα εθνικών και τοπικών απελευθερωτικών κινημάτων. Όλοι τους έτειναν στην υιοθέτηση του ίδιου τύπου επαναστατικής οργάνωσης, ή ακόμη και της ίδιας ακριβώς οργάνωσης δηλαδή της μυστικής επαναστατικής αδελφότητας[lxxxviii][lxxxix].

Αυτό που θα πρέπει να σημειωθεί είναι ότι οι επαναστάσεις του 1830 άλλαξαν εντελώς την κατάσταση. Οι επαναστάσεις αυτές ήταν οι πρώτοι καρποί μιας γενικότερης περιόδου οξείας και ευρύτατης οικονομικής και κοινωνικής αναταραχής, καθώς και ταχύρρυθμης κοινωνικής αλλαγής. Το γεγονός αυτό είχε δύο συνέπειες. Πρώτα απ’ όλα , οι μαζικές πολιτικές διεργασίες και η μα­ζική επανάσταση στα χνάρια του 1789 έγιναν για άλλη μια φορά εφι­κτές, και συνεπώς ήταν λιγότερο απαραίτητη η αποκλειστική εξάρ­τηση από τις μυστικές αδελφότητες. Στο Παρίσι, οι Βουρβόνοι ανα­τράπηκαν από έναν χαρακτηριστικό συνδυασμό αφενός της κρίσης στα πολιτικά πράγματα της μοναρχίας στην περίοδο της Παλινόρθωσης και αφετέρου της λαϊκής αναταραχής που προκαλούσε η οικονομική ύφεση[xc].

ΟΙ επαναστάσεις του 1830 επέφεραν επίσης δύο ακόμη αλλαγές στην αριστερή πολιτική. Χώρισαν τους μετριοπαθείς από τους ριζο­σπάστες και δημιούργησαν νέα διεθνή κατάσταση. Με τον τρόπο αυτό συνέβαλαν στο να χωριστεί το κίνημα όχι μονό σε διαφορετικά κοινωνι­κά, αλλά και σε διαφορετικά εθνικά τμήματα. Από διεθνή άποψη, οι επαναστάσεις χώρισαν την Ευρώπη σε δύο σημαντικές περιφέρειες. Στα δυτικά του Ρήνου έσπασαν οριστικά τα στηρίγματα των ενωμένων αντιδραστικών δυνάμεων[xci].

Στα ανατολικά του Ρήνου η κατάσταση έμμενε φαινομενικά όπως ήταν πριν από το 1830, γιατί όλες οι επαναστάσεις καταπνίγηκαν[xcii]..

Οι διαφορές αυτές αντανακλούσαν τις παραλλαγές στο ρυθμό εξέλι­ξης και στις κοινωνικές συνθήκες από χώρα σε χώρα, παραλλαγές που γίνονταν όλο και εμφανέστερες στις δεκαετίες του 1830 και 1840 και έπαιζαν όλο και σημαντικότερο ρόλο στα πολιτικά πράγματα[xciii].

 Σε σχέση με το 1848  η αποκέντρωση του επαναστατικού κινήματος ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, γιατί τότε τα έθνη πράγ­ματι ξεσηκώθηκαν χωριστά, αυθόρμητα και ταυτόχρονα. Από μια άλλη άποψη όμως, όχι διότι η ώθηση για την ταυτόχρονη επαναστατική τους έκρηξη προερχόταν ακόμη από τη Γαλλία, και η απροθυμία των Γάλλων να παίξουν το ρόλο του ελευθερωτή τα αποδυνάμωνε[xciv].

Παρ’ όλα αυτά, τα επαναστατικά κινήματα των ετών 1830-48, αν και τα χώριζαν διαφορές τοπικές, εθνικές και ταξικές, διατηρούσαν πολλά κοινά στοιχεία. Αφενός, παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό ορ­γανώσεις μιας μειονότητας αστών και διανοούμενων συνωμοτών, συχνά εξόριστων, ή περιορίστηκαν στον σχετικά μικρό κόσμο των εγ­γραμμάτων[xcv].

Αφετέρου, διατήρησαν ένα κοινό σχήμα πολιτικής διαδικασίας, στρα­τηγικής, τακτικής κτλ., που προερχόταν από την εμπειρία και την κληρονομιά της Επανάστασης του 1789, καθώς και ένα έντονο αίσθημα διεθνούς ενότητας.

Οι παράνομες οργανώσεις είναι φυσικά μικρότερες από τις νόμιμες, και η κοινωνική τους σύνθεση κάθε άλλο παρά αντιπροσωπευτική[xcvi].

Οι κοινές αντιλήψεις  που  διέπνεαν τους επαναστάτες ενισχύονταν περισσότερο από την ισχυρή παράδοση του διεθνισμού, που επιβίωνε ακόμη κι ανάμεσα στους αυτονο­μιστές εθνικιστές οι οποίοι αρνούνταν να δεχτούν την αυτόματη ηγεσία οποιασδήποτε χώρας —δηλαδή της Γαλλίας, ή μάλλον του Παρισιού. Ο σκοπός όλων των εθνών ήταν ο ίδιος[xcvii].

Ένας συμπωματικός παράγων που ενίσχυσε το διεθνισμό των ετών 1830-48 ήταν η εξορία. Τα περισσότερα μαχητικά πολιτικά στελέχη της ευρωπαϊκής αριστεράς εκπατρίζονταν για κάποιο διάστημα, πολ­λοί για δεκαετίες ολόκληρες, και συγκεντρώνονταν στις σχετικά λίγες ζώνες που προσέφεραν καταφύγιο ή άσυλο όπως στη Γαλλία, την Ελβετία και σε μικρότερο βαθμό στη Βρετανία και το Βέλγιο.

Στα κέντρα όπου κατέφευγαν, οι πολιτικοί πρόσφυγες οργανώνον­ταν, επιχειρηματολογούσαν, λογομαχούσαν, επισκέπτονταν ο ένας τον άλλο και αλληλοκατηγορούνταν, ενώ σχεδίαζαν την απελευθέρωση της χώρας τους ή, παρεμπιπτόντως, άλλων χωρών[xcviii]. Ωστόσο δεν ήταν οί μόνοι.

Τους εκπατρισμένους τους ένωνε κοινή μοίρα και κοινό ιδεώδες. Οι περισσότεροι αντιμετώπιζαν τα ίδια προβλήματα φτώχειας και αστυνο­μικής επιτήρησης, παράνομης αλληλογραφίας, κατασκοπείας, καθώς και τις κατηγορίες των πανταχού παρόντων προβοκατόρων.  Μαζί προετοιμάστηκαν και περίμεναν την ευρωπαϊκή επανάσταση που ξέσπασε—και απέτυχε—το 1848.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ'-ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ

Μετά το 1830, όπως είδαμε, το γενικό κίνημα υπέρ της επανάστασης διχάστηκε. Από το διχασμό αυτόν προέκυψε ένα φαινόμενο που αξίζει να τύχει ιδιαίτερης προσοχής: τα ενσυνείδητα εθνικιστικά κινήματα.

Τα κινήματα που συμβολίζουν με τον πειστικότερο τρόπο την εξέλιξη αυτή είναι όσα ίδρυσε ή ενέπνευσε ο Giuseppe Mazzini μετά την επανά­σταση του 1830: Νέα Ιταλία, Νέα Πολωνία, Νέα Ελβετία, Νέα Γερ­μανία και Νέα Γαλλία (1831-36), καθώς και η ανάλογη Νέα Ιρλαν­δία της δεκαετίας του 1840, ο πρόδρομος της μόνης επαναστατικής ορ­γάνωσης που είχε μακροβιότητα και επιτυχία, με βάση το πρότυπο των συνωμοτικών αδελφοτήτων των άρχων του 19ου αιώνα, τους Fenians η Ιρλανδική Δημοκρατική Αδελφότητα, πιο γνωστή από το εκτελε­στικό της όργανο, τον Ιρλανδικό Δημοκρατικό Στρατό (Ι.R.Α.). Αυτά καθαυτά τα κινήματα δεν είχαν μεγάλη σημασία· η παρουσία και μόνο του Mazzini θα αρκούσε να εξασφαλίσει την πλήρη αναποτελεσματικό­τητα τους. Από συμβολική άποψη όμως έχουν εξαιρετική σημασία, Όπως άλλωστε αποδεικνύει η υιοθέτηση ονομάτων όπως Νέοι Τσέχοι η Νεότουρκοι από μεταγενέστερα εθνικιστικά κινήματα. Σημαδεύουν τη διάσπαση του ευρωπαϊκού επαναστατικού κινήματος σε εθνικά τμήματα. Αναμφισβήτητα, τα τμήματα αυτά είχαν το ίδιο πολιτικό πρό­γραμμα και την ίδια στρατηγική και τακτική, ακόμη και, εν πολλοίς, την ίδια σημαία —σχεδόν πάντοτε κάποια τρίχρωμη. Τα μέλη κάθε τμήματος δεν έβλεπαν αντιφάσεις ανάμεσα στα δικά τους αιτήματα και σ’ αυτά των άλλων εθνών, οραματίζονταν μάλιστα μια αδελφότη­τα όλων των εθνών και την ταυτόχρονη απελευθέρωση τους[xcix].

Αν ο νέος εθνικισμός είχε περιοριστεί μόνο στα μέλη των εθνικοεπαναστατικών αδελφοτήτων δεν θα άξιζε περισσότερη προσοχή. Εντού­τοις αντανακλούσε επίσης πολύ ισχυρότερες δυνάμεις, που έκαναν την εμφάνιση τους και απέκτησαν πολιτική συνείδηση στη δεκαετία του 1830 ως αποτέλεσμα της διττής επανάστασης. Οι πιο ισχυρές, σε πρώτη φάση, ήταν η δυσαρέσκεια των μικρότερων γαιοκτημόνων και των μελών της κατώτερης αριστοκρατίας, καθώς και η εμφάνιση μιας εθνικής μεσαίας τάξης, ή ακόμη και κατώτερης μεσαίας τάξης, σε πολ­λές χώρες· και τις δύο δυνάμεις εκπροσωπούσαν σε μεγάλο βαθμό επαγ­γελματίες διανοούμενοι[c].

Εκτός από τους μεγιστάνες στις χώρες αυτές υπήρχε μια τάξη ευγενών οι οποίοι  αν δεν μπορούσαν να ζήσουν αξιοπρεπώς από τις προσόδους τους, και αν η παρακμασμένη εποχή τους δεν τους έδινε την ευκαιρία να γίνουν στρατιώτες, τότε, μπορούσαν να επιλέξουν σταδιοδρομία στα νομικά, τη διοίκηση, ή στον τομέα της διανόησης, αλλά ποτέ να επιδοθούν σε αστικές ενασχολήσεις. Οι ευγε­νείς αυτοί αποτελούσαν από καιρό το προπύργιο της αντιπολίτευσης στον απολυταρχισμό, στους ξένους και στην κυριαρχία των μεγιστάνων στις χώρες τους, προφυλαγμένοι (όπως στην Ουγγαρία) πίσω από το διπλό αντέρεισμα του Καλβινισμού και την οργάνωση της επαρχιακής διοίκησης[ci].

Οι εθνικές επαγγελματικές τάξεις που εμφανίστηκαν στην περίοδο αυτή ήταν, παραδόξως, στοιχείο μάλλον λιγότερο εθνικιστικό[cii]

Οι μεγάλοι υπέρμαχοι του αστικού εθνικισμού σε αυτό το στάδιο ήταν τα κατώτερα και μέσα επαγγελματικά στρώματα, οι διοικητικοί υπάλ­ληλοι και οι διανοούμενοι, με άλλα λόγια οι μορφωμένες τάξεις[ciii].

Οι μικρές ελίτ μπορούν να λειτουργήσουν χρησιμοποιώντας ξένες γλώσσες· μόλις όμως οι μορφωμένοι πληθήνουν αρκετά, η εθνική γλώσσα επιβάλλεται (όπως μαρτυρεί ο αγώνας για γλωσσική αναγνώ­ριση στα ινδικά κράτη από τη δεκαετία του 1940). Συνεπώς, η στιγ­μή που γράφονται για πρώτη φορά στην εθνική γλώσσα τα εγχειρίδια ή οι εφημερίδες, ή που πρωτοχρησιμοποιείται η γλώσσα για κάποιον επίσημο σκοπό, αποτελεί αποφασιστικό βήμα στη διαδικασία της εθνι­κής εξέλιξης. Στη δεκαετία του 1830 το βήμα αυτό έγινε σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης.

Πιο γενικά, η ανάπτυξη της εκδοτικής δραστηριότητας μας δίνει κάποιο μέτρο σύγκρισης. Έτσι, στη Γερμανία, ο αριθμός των βιβλίων παρέμεινε εν πολλοίς ο ίδιος το 1821 όπως το 1800 —περί τους 4.000 τίτλους το χρόνο— αλλά ως το 1841 είχε ανέλθει στους 12.000 τί­τλους.

Ασφαλώς, η μεγάλη μάζα των Ευρωπαίων και των μη Ευρωπαίων παρέμενε απαίδευτη, με εξαίρεση τους Γερμανούς, τους Ολλανδούς, τους Σκανδιναβούς, τους Ελβετούς και τους πολίτες των ΗΠΑ.

Το να ταυτίζει κανείς τον εθνικισμό με τη στοιχειωδώς εγγράμματη τάξη δεν σημαίνει ότι υποστηρίζει πως οι Ρώσοι, ας πούμε, δεν ένιωθαν «Ρώσοι» όταν έρχονταν αντιμέτωποι με οποιονδήποτε ή οτιδήποτε ξένο. Εντούτοις, για τις μάζες εν γένει κριτήριο του εθνικισμού ήταν ακόμη η θρησκεία.

 Ω­στόσο, αν και οι ευκαιρίες για τέτοιες αντιπαραθέσεις πλήθαιναν όλο και περισσότερο, ήταν ακόμη σπάνιες, και κάποιοι τύποι εθνικού αι­σθήματος, όπως το ιταλικό, ήταν ακόμη εντελώς ξένο στη μεγάλη μάζα του λάου, που δεν μιλούσε καν την εθνική λόγια γλώσσα αλλά τοπικές διαλέκτους ακατάληπτες σχεδόν στους άλλους[civ].

Το ξερίζωμα των λαών, που αποτελεί ίσως το σπουδαιότερο φαινό­μενο του 19ου αιώνα, επρόκειτο να σπάσει αυτή τη βαθιά, προαιώνια και τοπικού χαρακτήρα παραδοσιαρχία. Ωστόσο, στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου, και ως τη δεκαετία του 1820, σχεδόν κανείς δεν μετανά­στευε ακόμη, εκτός μόνο αν τον εξανάγκαζε ο στρατός ή η πείνα[cv].

To μόνο οργανωμένο κίνημα πριν το 1848 Πρόκειται για το Ιρλανδικό Κίνημα (Repeal) με την ηγεσία του Daniel O’Connell (1785-1847), δικηγόρου-δημαγωγού.

Έξω από το χώρο του σύγχρονου αστικού κόσμου υπήρχαν, ωστόσο, κινήματα λαϊκής εξέγερσης ενάντια στην ξένη κυριαρχία (που νοούνταν συνήθως ως κυριαρχία άλλης θρησκείας μάλλον παρά διαφορετικής εθνικότητας), τα οποία συχνά φάνηκαν να αποτελούν προδρόμους των μεταγενέστερων εθνικών κινημάτων. Τέτοιο χαρακτήρα είχαν οι εξε­γέρσεις κατά της Τουρκικής Αυτοκρατορίας, κατά των Ρώσων στον Καύκασο, καθώς και ο αγώνας κατά της επεκτατικής βρετανικής κυριαρχίας στην Ινδία και τις παρυφές της.

Ακόμη και οι εξεγέρσεις κατά των Τούρκων στα Βαλκάνια, ιδίως από τους ορεσίβιους του Νότου και της Δύσης, που σπάνια μπορούσε κανείς να τους υποτάξει, δεν πρέπει να ερμηνευτούν αβασάνιστα ως κινήματα σύγχρονου εθνικισμού.

Σε μια και μόνη περίπτωση ο ατέρμονος πόλεμος των ποιμενικών φύλων και των ληστών- ηρώων ενάντια σε οποιαδήποτε αληθινή κυβέρ­νηση συγκεράστηκε με τις ιδέες του αστικού εθνικισμού και της Γαλλι­κής Επανάστασης: στον ελληνικό απελευθερωτικό αγώνα (1821-30). Ήταν συνεπώς φυσικό η Ελλάδα να γίνει θρύλος και πηγή έμπνευσης των απανταχού εθνικιστών και φιλελευθέρων. Γιατί μόνο στην Ελ­λάδα ένας ολάκερος λαός ξεσηκώθηκε ενάντια στον κατακτητή με  τρόπο που θα μπορούσε εύλογα να ταυτιστεί με την υπόθεση της ευρω­παϊκής αριστεράς· και, αντίστροφα, η υποστήριξη της ευρωπαϊκής αρι­στεράς με ηγέτη τον Λόρδο Βύρωνα, που πέθανε στην Ελλάδα, συνέ­βαλε σημαντικά στην πραγμάτωση της ελληνικής ανεξαρτησίας[cvi].

Ο εθνικισμός τους ήταν μέχρις ενός σημείου ανάλογος με τα ελιτί­στικα κινήματα της Δύσης. Έτσι μόνο εξηγείται το σχέδιο εξέγερσης για την ελληνική ανεξαρτησία στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες υπό την αρχηγία Ελλήνων προυχόντων γιατί οι μόνοι που θα μπορούσαν να ονομαστούν Έλληνες στην εξαθλιωμένη αυτή περιοχή των δουλοπά­ροικων ήταν οι άρχοντες, οι επίσκοποι, οι έμποροι και οι διανοούμενοι. Φυσικά ο ξεσηκωμός αυτός απέτυχε οικτρά (1821). Όμως η Εταιρεία είχε φροντίσει να προσηλυτίσει και τους ντόπιους «κλεφτές», τους εκτός νόμου και τους αρχηγούς στις φάρες των ελληνικών βουνών (ιδίως στην Πελοπόννησο), και με πολύ μεγαλύτερη επιτυχία—του­λάχιστον μετά το 1818. Είναι αμφίβολο κατά πόσο ο σύγχρονος εθνικισμός σήμαινε πολλά πράγματα για αυτούς τους «κλέφτες», αν και πολλοί από αυτούς διέθεταν τους γραμματικούς τους —ο σεβασμός και το ενδια­φέρον για τα βιβλία και τη μάθηση ήταν κατάλοιπο του αρχαίου ελλη­νισμού— που συνέτασσαν μανιφέστα στην ιακωβινική ορολογία.

Ο νέος ελληνικός εθνικισμός ήταν αρκετός για να εξασφαλίσει την ανεξαρτησία της χώρας, μολονότι ο συνδυασμός αστικής ηγεσίας, κλέ­φτικης αποδιοργάνωσης και επέμβασης των Μεγάλων Δυνάμεων γέν­νησε μια από εκείνες τις μικροκαρικατούρες του δυτικού φιλελεύθερου ιδεώδους που επρόκειτο να γίνει τόσο γνώριμο σε περιοχές όπως η Λατι­νική Αμερική.

Το να είναι κανείς Έλληνας δεν αποτελούσε παρά ένα σχεδόν απαραίτητο επαγγελματικό προσόν του εγγράμματου ορθόδοξου χριστιανού των Βαλ­κανίων, ο εξελληνισμός είχε σημειώσει προόδους. Από τη στιγμή που σήμαινε πολιτική υποστήριξη της Ελλάδας, άρχισε να υποχωρεί ακόμη και ανάμεσα στις αφομοιωμένες βαλκανικές εγγράμματες τάξεις. Με αυτήν την έννοια, η ελληνική ανεξαρτησία ήταν η απαραίτητη προ­ϋπόθεση για την εξέλιξη του εθνικισμού των άλλων βαλκανικών εθνών. Έξω από την Ευρώπη είναι δύσκολο να μιλάμε για εθνικισμό. Οι πολυάριθμες λατινοαμερικανικές δημοκρατίες που αντικατέστησαν τη διαλυμένη ισπανική και πορτογαλική αυτοκρατορία - η Βραζιλία έγινε και παρέμεινε ανεξάρτητη μοναρχία από το 1816 ως το 1889- με σύνορα που συχνά δεν αντιπροσώπευαν παρά την κατανομή των ιδιοκτησιών των ευγενών οι όποιοι είχαν υποστηρίξει στην τύχη τη μια ή την άλλη τοπική εξέγερση, άρχισαν να αποκτούν κατεστημένα πολιτικά συμφέροντα και εδαφικές φιλοδοξίες.

Ο εθνικισμός στην Ανατολή ήταν συνεπώς το τελικό προϊόν της δυτικής επίδρασης και της δυτικής κατάκτησης. Η σχέση αυτή είναι ίσως εμφανέστερη στη μόνη καθαρά ανατολική χώρα όπου τέθηκαν τα θεμέλια αυτού που επρόκειτο να αποτελέσει το πρώτο σύγχρονο αποι­κιακό εθνικιστικό κίνημα, την Αίγυπτο. Ο εθνικισμός, όπως και τόσα άλλα χαρακτη­ριστικά του σύγχρονου κόσμου, είναι γέννημα της διττής επανάστασης.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η'-Η ΓΗ

Ο αντίκτυπος της διττής επανάστασης στην έγγεια ιδιοκτησία, στη μορφή της γαιο­κτησίας και στη γεωργία ήταν το πιο καταστροφικό φαινόμενο της περιόδου που μας απασχολεί. Διότι ούτε η πολιτική ούτε η οικονομική επανάσταση μπορούσαν να αγνοήσουν τη γη, την οποία η πρώτη σχολή των οικονομολόγων, οι Φυσιοκράτες, θεωρούσαν τη μόνη πηγή πλούτου, και της οποίας ο επαναστατικός μετασχηματισμός ήταν, κατά γενική συναίνεση, η απαραίτητη προϋπόθεση και η συνέπεια της αστικής κοι­νωνίας, αν όχι και κάθε γρήγορης οικονομικής ανάπτυξης.  Αυτό προϋπέθετε τριών ειδών αλλαγές. Αφενός η γη έπρεπε να γίνει αγαθό που θα ανήκε σε ιδιοκτήτες και θα μπορούσε ελεύθερα να αποτελεί προϊόν αγοραπωλησίας.   Αφετέρου έπρεπε να περάσει στην κυριότητα μιας τάξης ανθρώπων πρόθυμων να αναπτύξουν τους παραγωγικούς της πόρους για την αγορά, με κίνητρο τη λογική, δηλαδή το συμφέρον και το κέρδος τους. Η τρίτη αλλαγή αφορούσε τη μεγάλη μάζα του αγροτικού πληθυσμού, που έπρεπε κάπως να μετατραπεί, τουλάχιστον εν μέρει, σε ελεύθερα μετακινούμενους μεροκαματιάρηδες για τον αναπτυσσόμενο μη γεωργικό τομέα της οικονο­μίας. Μερικοί από τους πιο συνετούς ή ριζοσπάστες οικονομολόγους εί­χαν επίσης επίγνωση της ανάγκης για μια τέταρτη αλλαγή, δύσκολη, αν όχι αδύνατη, στην πραγμάτωση της. Διότι σε μια οικονομία που προϋπέθετε την πλήρη κινητικότητα όλων των συντελεστών παραγω­γής, η γη, ένα «φυσικό μονοπώλιο», δεν ταίριαζε απολύτως. Εφόσον η έκταση της γης ήταν περιορισμένη και τα διάφορα τμήματα της διέ­φεραν ως προς τη γονιμότητα και την ευκολία πρόσβασης, όσοι κατεί­χαν τα πιο γόνιμα μέρη της είχαν αναπόφευκτα το ιδιαίτερο πλεονέ­κτημα να εισπράττουν ενοίκιο για το υπόλοιπο. Το πώς ήταν δυνατό να αρθεί η επιβάρυνση αυτή ή να μετριαστεί —π.χ. με κατάλληλη φορο­λογία, με νόμους κατά της συγκέντρωσης της έγγειας ιδιοκτησίας, ή ακόμη με εθνικοποίηση—αποτέλεσε θέμα οξύτατων συζητήσεων, ιδίως στη βιομηχανική Αγγλία.  Αυτά όμως ήταν προβλήματα μιας αστικής κοινωνίας. Ότι προείχε ήταν να εγκαθιδρυθεί η κοινωνία αυτή.

Η βορειοαμερικανική λύση στηριζόταν στο μοναδικό γεγονός μιας σχεδόν απεριόριστης προσφοράς σε διαθέσιμη γη, καθώς και στην απου­σία καταλοίπων φεουδαλικών σχέσεων ή παραδοσιακού αγροτικού κολεκτιβισμού[cvii].

 Μόνο μια πολιτική-θεσμική επανάσταση που θα στρε­φόταν τόσο ενάντια στους γαιοκτήμονες όσο και ενάντια στους παραδο­σιακούς αγρότες θα μπορούσε να δημιουργήσει τις συνθήκες ώστε η ορθο­λογική μειοψηφία να γίνει ορθολογική πλειοψηφία. Η ιστορία των αγροτικών σχέσεων στο μεγαλύτερο μέρος της δυτικής Ευρώπης και των αποικιών της στην περίοδο μας είναι η ιστορία αυτής της επανά­στασης, μολονότι οι συνέπειες της δεν έγιναν πλήρως αισθητές παρά στο δεύτερο μισό του αιώνα.

Ο πρώτος στόχος της ήταν να κάνει τη γη εμπορεύσιμο αγαθό. Έπρεπε συνεπώς να αρθούν οι περιορισμοί στη μεταβίβαση και οι άλλες απαγορεύσεις ως προς την πώληση ή τον κατακερματισμό των αγροκτημάτων των ευγενών, ενώ ο γαιοκτήμονας να υπόκειται στη σωτήρια ποινή της χρεοκοπίας για οικονομική ανικανότητα, πράγμα που θα επέτρεπε στους πιο εύρωστους οικονομικά αγοραστές να αναλά­βουν στη θέση του. Οι εξίσου τεράστιες εκτάσεις συλλογικής ιδιοκτησίας — συνεπώς και κακής αξιοποίησης — που ανήκαν σε κοινότητες χωριών και πόλεων, κοινοί αγροί, κοινά βοσκοτόπια, δασώδεις εκτάσεις κ. ά. έπρεπε να γίνουν προσιτές στην ιδιωτική πρωτοβουλία, θα επακολουθούσε ο χωρισμός τους σε επιμέρους κλήρους και ή περίφραξη τους.

Ή­ταν αναμφίβολο ότι οι νέοι αγοραστές θα ήταν δραστήριοι, εύρωστοι και συνετοί, και έτσι θα πραγματωνόταν και ο δεύτερος στόχος της αγροτικής επανάστασης.

Όλα αυτά υπό τον όρο ότι οι αγρότες, από τις τάξεις των οποίων θα προέρχονταν αναμφισβήτητα πολλοί από τους αγοραστές, θα μετατρέ­πονταν σε μια τάξη ικανή να διαθέτει ελεύθερα τους πόρους της, ένα βήμα που θα πετύχαινε αυτόματα και τον τρίτο στόχο, τη δημιουργία δηλαδή μιας μεγάλης, «ελεύθερης» εργατικής δύναμης που θα την απάρτιζαν όσοι δεν μπόρεσαν να γίνουν αστοί. Ήταν συνεπώς απαραίτητη και η απελευθέρωση του αγρότη από μη οικονομικές δεσμεύσεις και υποχρεώσεις (μορφές παροικίας, δοσίματα στους γαιοκτήμονες, αναγκαστική εργασία, δουλεία, κ.ά.). Αυτό θα είχε ένα επιπρόσθετο και σημαντικότατο πλεονέκτημα· διότι ο ελεύθερος ημερομίσθιος εργά­της με κίνητρα για υψηλότερη αμοιβή, ή ο ελεύθερος μικροκτηματίας, θα αποδεικνύονταν, κατά τη γενική άποψη, πολύ πιο αποδοτικοί από τον εργαζόμενο εξαναγκαστικά, είτε επρόκειτο για δουλοπάροικο,  ή δούλο. Έπρεπε να πληρωθεί μία ακόμη προϋπόθεση δηλαδή ο τεράστιος αριθ­μός όσων φυτοζωούσαν από τη γη με την οποία ήταν δεμένοι κατά τη διάρκεια όλης της ιστορίας της ανθρωπότητας και οι όποιοι, αν η γη αξιοποιούνταν παραγωγικά, θα αποτελούσαν απλώς πληθυσμιακό πλεόνασμα, έπρεπε να εκριζωθούν από τον συγκεκριμένο χώρο τους και να μπορούν να κινούνται ελεύθερα. Μόνο έτσι θα μπορούσαν να μετα­πηδήσουν στις πόλεις και στα εργοστάσια, όπου υπήρχε όλο και μεγα­λύτερη ανάγκη των χεριών τους. Με άλλα λόγια, οι αγρότες μαζί με τις δουλικές τους υποχρεώσεις έπρεπε να χάσουν και τη γη τους.

Στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης, αυτό σήμαινε ότι το πλέγμα των παραδοσιακών νομικών και πολιτικών σχέσεων, που είναι κοινώς γνωστό ως «φεουδαλισμός», έπρεπε να καταργηθεί, εκεί φυσικά όπου εξακολουθούσε να υπάρχει. Σε γενικές γραμμές, στην περίοδο 1789-1848 η κατάργηση αυτή πραγματοποιήθηκε —κυρίως με την άμεση ε­πίδραση της Γαλλικής Επανάστασης— από το Γιβραλτάρ ως την Α­νατολική Πρωσία κι από τη Βαλτική ως τη Σικελία[cviii].

Εκτός από τη Βρετανία και λίγες ακόμη χώρες, όπου ο φεουδαλισμός υπ’ αυτήν την έννοια είτε είχε ήδη καταργηθεί είτε ποτέ δεν είχε πραγ­ματικά επικρατήσει οι μέθοδοι για την πραγμάτωση της επανάστασης αυτής ήταν παρόμοιες. Στη Βρετανία δεν ήταν απαραίτητη αλλά ούτε πολιτικά εφι­κτή η νομοθεσία για την απαλλοτρίωση της μεγάλης ιδιοκτησίας, διότι οι μεγάλοι γαιοκτήμονες ή οι καλλιεργητές είχαν ήδη προσαρμο­στεί σε μια αστική κοινωνία. Η αντίσταση τους στον τελειωτικό θρίαμβο των αστικών σχέσεων στην ύπαιθρο —μεταξύ του 1795 και του 1846— υπήρξε δριμύτατη. Εντούτοις, αν και περιλάμβανε, με ασαφή μορφή, ένα είδος διαμαρτυρίας των παραδοσιακών ενάντια στην καταστρεπτική επέλαση της αρχής του καθαρά ατομικιστικού κέρδους, η αιτία των εμφανέστερων δυσαρεσκειών τους ήταν πολύ απλούστερη και ήταν η επιθυμία να διατηρηθούν οι υψηλές τιμές και τα υψηλά ενοίκια της εποχής της Επανάστασης και των ναπολεόντειων πολέμων σε μια περίοδο μεταπολεμικής ύφεσης. Η αντίδραση τους ήταν μάλλον αντί­δραση αγροτικής ομάδας πίεσης παρά αντίδραση φεουδαλικού τύπου. Ο νόμος στράφηκε κυρίως ενάντια στα κατάλοιπα των αγροτών, τους μικροκληρούχους και τους αγρεργάτες[cix]. Από το 1760, περί τα 24 εκατομ­μύρια στρέμματα κοινών αγρών και κοινών γαιών χωρίστηκαν σε 5.000 περίπου περίφρακτους χώρους σύμφωνα με τους ειδικούς και τους γενι­κούς «Νόμους περί περιφράξεων» και μετατράπηκαν σε ιδιωτικά κτήμα­τα, ενώ η διαδικασία συμπληρώθηκε με πολυάριθμες, λιγότερο επίση­μες ρυθμίσεις. Ο «Νόμος περί πτωχών» του 1834 στόχευε στο να κάνει τόσο αφόρητη τη ζωή των φτωχών της υπαίθρου ώστε να τους αναγκάσει να πάνε οπουδήποτε υπήρχαν δουλειές διαθέσιμες. Πράγματι, το φαινόμενο αυτό άρχισε να παρατηρείται σύντομα.

Στη Γαλλία, όπως είδαμε, η κατάργηση του φεουδαλισμού ήταν έργο της Επανάστασης. Η πίεση των αγροτών και ο Ιακωβινισμός ώθη­σαν την αγροτική μεταρρύθμιση πέρα από το σημείο που θα επιθυμούσαν οι υπέρμαχοι της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Η Γαλλία, συνεπώς, δεν έγινε ούτε χώρα γαιοκτημόνων και άγρεργατών ούτε χώρα κτηματιών προσανατολισμένων στην εμπο­ρευματική παραγωγή, αλλά χώρα ποικίλων τύπων αγροτών ιδιοκτη­τών, που αποτέλεσαν τους στυλοβάτες όλων των μεταγενέστερων πολιτικών καθεστώτων τα όποια δεν τους απειλούσαν με στέρηση της γης τους. Οι συνθήκες στην ύπαιθρο ήταν σε γενικές γραμμές καλές. Α­κόμη και στα 1847-48 δεν υπήρχαν πραγματικές οικονομικές δυσχέ­ρειες, εκτός από την κρίση που περνούσε ένα τμήμα των ημερομίσθιων εργατών. Η ροή εργατικών χεριών από το χωριό προς την πόλη ήταν συνεπώς μικρή, γεγονός που συνέβαλε στην καθυστέρηση της γαλλικής βιομηχανικής ανάπτυξης.

Επίσης στο μεγαλύτερο μέρος της λατινικής Ευρώπης, τις Κάτω Χώρες, την Ελβετία και τη δυτική Γερμανία, η κατάργηση του φεουδαλισμού ήταν έργο του γαλλικού κατακτητικού στρατού. Οι γαλλικές μεταρρυθμίσεις, συνε­πώς, άρχισαν ή συνέχισαν μάλλον παρά ολοκλήρωσαν τη νομική επανάσταση σε περιοχές όπως η βορειοδυτική Γερμανία ανατολικά του Ρήνου[cx].

Το παλιό παραδοσιακό σύστημα, όσο κι αν ήταν αναποτελεσματικό, πρόσφερε όμως μεγάλη κοινωνική σιγουριά και, σε αθλιότατο επίπεδο, κάποια οικονομική ασφάλεια, χωρίς να υπολογίσουμε ότι το καθαγία­ζαν τα έθιμα και η παράδοση. Οι κατά καιρούς λιμοί και η επαχθής ερ­γασία, που έκανε τους άντρες γέρους στα σαράντα και τις γυναίκες στα τριάντα τους, ήταν θεόσταλτα· μόνο σε εποχές ασυνηθών δυσχε­ρειών ή επανάστασης θεωρήθηκαν πράξεις για τις όποιες ευθύνονταν οι άνθρωποι.

Η επανάσταση στον τομέα της έγγειας ιδιοκτησίας αποτελούσε την πολιτική πλευρά της διάσπασης της παραδοσιακής αγροτικής κοινω­νίας· η εισβολή της νέας αγροτικής οικονομίας και της παγκόσμιας αγοράς αποτέλεσε την οικονομική της πλευρά. Στην περίοδο 1787-1848 αυτός ο οικονομικός μετασχηματισμός ήταν ακόμη ατελής, όπως φαίνεται από τον πολύ περιορισμένο ρυθμό της μετανάστευσης. Οι σιδη­ρόδρομοι και τα ατμόπλοια δεν είχαν ακόμη αρχίσει να δημιουργούν μια ενιαία παγκόσμια γεωργική αγορά, κι αυτό ως τη μεγάλη ύφεση της γεωργίας προς τα τέλη του 19ου αιώνα. Η τοπική γεωργία ήταν συνε­πώς κατά μεγάλο μέρος προφυλαγμένη από τον διεθνή, ή ακόμη και από τον διαπεριφερειακό, ανταγωνισμό. Ο βιομηχανικός ανταγωνισμός δεν είχε ακόμη επηρεάσει σημαντικά τις πολυάριθμες χειροτεχνίες του χωριού και τις οικιακές βιοτεχνίες· ίσως έστρεψε κάποιες από αυτές στην αυξημένη παραγωγή για ευρύτερες αγορές. Οι νέες γεωργικές μέθοδοι —εκτός από τις περιοχές με επιτυχημένη καπιταλιστική γεωρ­γία— άρχισαν να διεισδύουν στο χωριό με πολύ βραδύ ρυθμό, μολονότι οι νέες βιομηχανικές καλλιέργειες, ιδίως του ζαχαρότευτλου, που γενι­κεύτηκε λόγω της δυσμενούς διάκρισης εις βάρος της (βρετανικής) ζά­χαρης από ζαχαροκάλαμο στη ναπολεόντεια εποχή, καθώς και νέες καλλιέργειες όπως του καλαμποκιού και της πατάτας, σημείωσαν εντυ­πωσιακή πρόοδο. Χρειάστηκε μια εξαιρετική οικονομική συγκυρία, όπως η άμεση γειτνίαση με μια άκρως βιομηχανική οικονομία και η αναχαίτιση της ομαλής ανάπτυξης, για να προκληθεί σε μια αγροτική κοινωνία πραγματικά συγκλονιστική μεταβολή με καθαρά οικονομικά μέσα[cxi].

Ο οικονομικός φιλελευθερισμός θέλησε να. επιλύσει το πρόβλημα του εργάτη με τον συνήθη σκληρό κι αλύπητο τρόπο, υποχρεώνοντας τον δηλαδή να βρει δουλειά με χαμηλό ημερομί­σθιο ή να μεταναστεύσει[cxii].

Η κατάσταση των εργατών της γης ήταν πράγματι κακή παντού, αν και ίσως στις καθυστερημένες και απόμακρες περιοχές όχι χειρότερη απ’ ότι συνήθως. Η ατυχής ανακάλυψη της πατάτας οδήγησε στην εύκολη πτώση του βιοτικού τους επιπέδου σε μεγάλα τμήματα της βόρειας Ευρ