462 New Articles

Top Stories

Παρουσίαση του βιβλίου του E.J. Hobsbawm «Η ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΝ 1789-1848»

Τραμπαδώρος Δ.

του Διον. Τραμπαδώρου

Προέλευση φωτογραφίας: https://left.gr

 

Α. ΣΤΟΧΟΙ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

Το  βιβλίο  περιλαμβάνει  πρόλογο και εισαγωγή καθώς και  δεκαέξι κεφάλαια. Αποτελείται δε από δύο μέρη.

Το πρώτο μέρος περιλαμβάνει τα κεφάλαια από το Α’ έως και το Ζ’, και έχει ως αντικείμενο τις εξελίξεις  ενώ το δεύτερο τα κεφάλαια από το Η’ έως και το Ις’ και έχει ως αντικείμενο τα αποτελέσματα.

Ο συγγραφέας προκειμένου να δείξει την σπουδαιότητα των μεταβολών αυτής της περιόδου  ξεκινά την εισαγωγή του βιβλίου με την αναφορά σε μια σειρά από όρους που αποτελούν επινοήσεις ή προσαρμογές αυτής της περιόδου[i].

Επισημαίνει ότι το κρίσιμο διάστημα είναι ανάμεσα στο 1789 και το 1848 όπου και  ξέσπασε η επανάσταση που προκάλεσε τον μεγαλύτερο μετασχηματισμό στην ιστορία της ανθρωπότητας  από την μακρινή εποχή που ο άνθρωπος εφεύρε τη γεωργία και τη μεταλλουργία, τη γραφή την πόλη και το κράτος και η οποία μεταμόρφωσε και εξακολουθεί να μεταμορφώνει ολόκληρο τον κόσμο.

Ωστόσο όπως λέει θα πρέπει να κάνουμε  προσεκτική διάκριση  ανάμεσα στα μακροπρόθεσμα αποτελέσματά της, που δεν περιορίζονται σε συγκεκριμένα πλαίσια και στη πρώτη αποφασιστική της φάση  που ήταν στενά συνδεδεμένη μια συγκεκριμένη κοινωνική και διεθνή  κατάσταση. Δηλαδή η μεγάλη επανάσταση της περιόδου 1789-1848 ήταν ο θρίαμβος όχι απλά της «βιομηχανίας» αλλά της καπιταλιστικής βιομηχανίας , όχι της ελευθερίας και της ισότητας αλλά της αστικής φιλελεύθερης κοινωνίας, όχι της σύγχρονης οικονομίας ή του σύγχρονου κράτους αλλά της οικονομίας και των κρατών σε μια συγκεκριμένη περιοχή του κόσμου.

Ουσιαστικά ο μετασχηματισμός της περιόδου 1789-1848 είναι η διπλή επαναστατική έκρηξη που σημειώθηκε στην Αγγλία και την Γαλλία και από κει απλώθηκε σε ολόκληρο τον κόσμο[ii].

Το γεγονός ότι οι ταυτόχρονες εκρήξεις που σημειώνονται στην Αγγλία και τη Γαλλία εμφανίζουν κάπως διαφορετικό χαρακτήρα δεν είναι ούτε τυχαίο ούτε αδιάφορο  αλλά το ζήτημα είναι ότι σημειώθηκαν στην βορειοδυτική Ευρώπη και στις υπερπόντιες προεκτάσεις της, και ότι την εποχή εκείνη δεν θα μπορούσαν να συμβούν σε κανένα άλλο μέρος του κόσμου.

Επίσης σημαντικό είναι και θα πρέπει να σημειωθεί ότι εκείνη την εποχή τέτοιες εκρήξεις είναι σχεδόν αδιανόητες με οποιαδήποτε άλλη μορφή παρά μόνον ως θρίαμβος ενός αστικοφιλελεύθερου καπιταλισμού.

Ο ριζικός αυτός μετασχηματισμός δεν μπορεί να γίνει κατανοητός χωρίς ιστορική αναδρομή πολύ προ του 1789 –Αμερικάνικη Επανάσταση το 1776 , συνταγματικές κρίσεις και οικονομικές ανακατατάξεις  και αναταραχές των ετών 1760-1789- παράγοντες όμως που ερμηνεύουν μονάχα την αφορμή και όχι τα θεμελιώδη αίτιά της.

Δεν μας ενδιαφέρει στο σημείο αυτό να κάνουμε μια ανάλυση σε βάθος – να ανατρέξομε δηλαδή σε γεγονότα όπως η Αγγλική Επανάσταση των μέσων του 17ου αιώνα , η Μεταρρύθμιση, η απαρχή των ευρωπαϊκών κατακτήσεων και της αποικιοκρατίας – γιατί μια τέτοια ανάλυση σε βάθος θα υπερέβαινε κατά πολύ τα χρονολογικά όρια του βιβλίου.

Αυτό που πρέπει να επισημανθεί είναι ότι οι κοινωνικές και οικονομικές δυνάμεις, τα πολιτικά και πνευματικά εργαλεία αυτού του μετασχηματισμού ήταν ήδη έτοιμα, τουλάχιστον σε ένα τμήμα της Ευρώπης αρκετά μεγάλο για να ξεσηκώσει το υπόλοιπο.

Το πρόβλημα δεν είναι να περιγράψουμε την εμφάνιση μιας παγκόσμιας αγοράς, μιας αρκετά δραστήριας τάξης ιδιωτών επιχειρηματιών, ή ακόμη (στην Αγγλία) ενός κράτους προσκολλημένου στην άποψη ότι το μέγιστο δυνατό ιδιωτικό κέρδος αποτελεί το θεμέλιο της κυβερνητικής πολιτικής.

Ούτε σκοπεύουμε να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη της τεχνολογίας , της επιστημονικής γνώσης ή της ιδεολογίας μιας ατομιστικής, «κοσμικής», ορθολογικής πίστης στην πρόοδο.

Ήδη στην δεκαετία του 1780 μπορούμε να θεωρήσουμε ως δεδομένα όλα αυτά τα στοιχεία ,μολονότι δεν ήταν ακόμη αρκετά ισχυρά ή διαδεδομένα.

Αντίθετα, δεν θα πρέπει με κανένα τρόπο να παραβλέψουμε τον νεωτεριστικό χαρακτήρα της διττής επανάστασης εξαιτίας των εξωτερικών χαρακτηριστικών που μας φαίνονται οικεία.

Συνεπώς το ζήτημα είναι , να ερμηνεύσομε όχι την ύπαρξη αυτών των στοιχείων μιας νέας οικονομίας και κοινωνίας αλλά το θρίαμβό τους.

Να παρακολουθήσουμε όχι την πρόοδο της βαθμιαίας διάβρωσης και υπονόμευσης που προκάλεσαν στο σύστημα, στην διάρκεια των προηγούμενων αιώνων, αλλά την οριστική κατάκτηση του οχυρού.

Επίσης το ζήτημα είναι να παρακολουθήσουμε  τις βαθιές αλλαγές που προκάλεσε ο αιφνίδιος αυτός θρίαμβος στις χώρες που επηρεάστηκαν αμεσότερα από αυτόν, καθώς και στον υπόλοιπο κόσμο που ήταν έτοιμος να δεχθεί όλο τον εκρηκτικό αντίκτυπο των νέων δυνάμεων, των «αστών κατακτητών»

Η ιστορία που πραγματεύεται το βιβλίο είναι κατά κύριο λόγο τοπική δεδομένου ότι η διττή επανάσταση σημειώθηκε σε ένα τμήμα της Ευρώπης και οι εμφανέστερες και αμεσότερες συνέπειες της έγιναν εκεί περισσότερο αισθητές.

Επίσης αναπόφευκτα , η παγκόσμια επανάσταση, εφόσον ξεχύθηκε από τον διπλό κρατήρα της Αγγλίας και της Γαλλίας, πήρε τη μορφή ευρωπαϊκής επέκτασης και κατάκτησης του υπόλοιπου κόσμου.

Πράγματι η πιο εντυπωσιακή της συνέπεια για την παγκόσμια ιστορία ήταν ότι κυριάρχησαν στη γη μερικά δυτικά καθεστώτα (και ιδίως το βρετανικό ) γεγονός που δεν έχει παράλληλο στην ιστορία.

Μπροστά στους εμπόρους, τις ατμομηχανές , τα πλοία και τα κανόνια της Δύσης –και μπροστά στις ιδέες της –οι πανάρχαιοι πολιτισμοί και οι αυτοκρατορίες του κόσμου υποχώρησαν και κατέρρευσαν[iii].

Το 1848 τίποτε πια δεν στεκόταν εμπόδιο στην κατάκτηση οποιουδήποτε εδάφους αν οι δυτικές κυβερνήσεις ή οι επιχειρηματίες θεωρούσαν συμφέρον τους να το καταλάβουν , όπως ακριβώς τίποτε , εκτός από το χρόνο , δεν στεκόταν εμπόδιο στην πρόοδο του δυτικού καπιταλιστικού εγχειρήματος.

Η ιστορία της διττής επανάστασης , ωστόσο , δεν είναι απλά και μόνο η ιστορία του θριάμβου της νέας αστικής κοινωνίας.

Είναι επίσης η ιστορία της εμφάνισης των δυνάμεων που μέσα σε έναν αιώνα από το 1848 επρόκειτο να μετατρέψουν την επέκταση σε συρρίκνωση[iv].

Η ιστορική περίοδος που αρχίζει με την οικοδόμηση του πρώτου εργοστασιακού συγκροτήματος του σύγχρονου κόσμου στο Lancashire  και με τη Γαλλική επανάσταση του 1789 τελειώνει με την κατασκευή του πρώτου σιδηροδρομικού δικτύου και με την έκδοση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου.

 

Β. βασικη θεματικη

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’ – Ο ΚΟΣΜΟΣ ΣΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 1780

Το πρώτο κεφάλαιο είναι εισαγωγικό και περιγράφει την κατάσταση που επικρατούσε στον κόσμο κατά την δεκαετία του 1780.

Ξεκινά με την διαπίστωση ότι ο κόσμος κατά την περίοδο της δεκαετίας του 1780 ήταν πολύ μικρότερος και συγχρόνως πολύ μεγαλύτερος από το τον δικό μας, αφού από την μια ακόμα και οι πιο μορφωμένοι και ενήμεροι άνθρωποι της εποχής εκείνης γνώριζαν μόνο ορισμένα τμήματα του κατοικημένου κόσμου ενώ ταυτόχρονα ο παγκόσμιος πληθυσμός ήταν αισθητά μικρότερος ,οι αστικές συγκεντρώσεις πολύ λιγότερες, ενώ οι άνθρωποι ήταν αισθητά κοντύτεροι και ελαφρύτεροι από σήμερα.

Ταυτόχρονα όμως οι δυσχέρειες και η αβεβαιότητα στην επικοινωνία τον έκαναν στην πράξη πολύ μεγαλύτερο-ανυπολόγιστα μεγάλο για τους περισσότερους κατοίκους- παρά το γεγονός ότι βελτιώσεις στις υποδομές ανάμεσα στην δεκαετία του 1760 και το τέλος του 18ου αιώνα ήταν ιδιαίτερα σημαντικές[v].

Ταυτόχρονα έκανε την εμφάνισή του και ο τύπος του δημοσίου υπαλλήλου που διόριζε η κεντρική κυβέρνηση και έστελνε σε διάφορες επαρχιακές θέσεις.

Εκείνο επίσης που επισημαίνει είναι ότι ο κόσμος του 1789 ήταν κατεξοχήν αγροτικός στοιχειό δίχως την κατανόηση του οποίου δεν μπορεί να γίνει κατανοητός[vi].

Ο όρος αστικός ήταν αμφίσημος. Καλύπτει τις δύο ευρωπαϊκές πόλεις που το 1789 θα μπορούσαν να θεωρηθούν πραγματικά μεγάλες όπως το Λονδίνο με 1 εκατομμύριο και το Παρίσι με 500 χιλιάδες και καμιά εικοσαριά άλλες με πληθυσμό μεγαλύτερο από 100.000.

Επίσης ο όρος «αστικός» καλύπτει επίσης την πληθώρα των μικρών επαρχιακών πόλεων στις οποίες ζούσε η πλειονότητα των κατοίκων των «άστεων».

Οι επαρχιακές αυτές πόλεις , αν και μικρές ήταν ωστόσο «αστικές» υπό την έννοια ότι υπήρχε μια σαφής διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις ενασχολήσεις που υπήρχαν σ’ αυτές και στις ενασχολήσεις της υπαίθρου, την οποία και περιφρονούσαν.

Παρόλα αυτά ήταν τόσο αποκομμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο όσο σχεδόν και οι χωρικοί[vii].

Έτσι το αγροτικό πρόβλημα ήταν το πιο βασικό για τον κόσμο του 1789[viii].

Ο δε πυρήνας του αγροτικού προβλήματος ήταν η σχέση ανάμεσα σε όσους καλλιεργούσαν τη γη και στους ιδιοκτήτες της, ανάμεσα στους παραγωγούς του πλούτου της και σε όσους συσσώρευαν τον πλούτο αυτόν.

Από την άποψη των σχέσεων της αγροτικής ιδιοκτησίας, η Ευρώπη ή μάλλον το οικονομικό συγκρότημα που είχε κέντρο τη δυτική Ευρώπη-μπορεί να χωριστεί σε τρία μεγάλα τμήματα

1.Στα δυτικά της Ευρώπης όπου βρίσκονταν οι υπερπόντιες αποικίες, με την εξαίρεση των Ηνωμένων Πολιτειών και μερικά λιγότερο σημαντικά τμήματα.

Η οικονομία του τμήματος αυτού βασιζόταν σε παραγωγικές σχέσεις σχεδόν φεουδαλικού τύπου και ο τυπικός καλλιεργητής ήταν ανελεύθερος ή σε πολιτικό περιορισμό.

Η οικονομία αυτή ήταν αναπόσπαστο τμήμα της ευρωπαϊκής και μέσω του δουλεμπορίου της αφρικανικής οικονομίας.

Βασικά, η ιστορία της ζώνης αυτής στην περίοδο που μας απασχολεί μπορεί να γράφει με επίκεντρο το σχήμα «παρακμή της ζάχαρης-ακμή του βαμβακιού».

  1. Στα ανατολικά της δυτικής Ευρώπης , και πιο συγκεκριμένα στα ανατολικά της ζώνης κατά μήκος του ποταμού Έλβα και νότια ως την Τεργέστη-διασχίζοντας την ανατολική και την δυτική Αυστρία, ήταν η περιοχή της αγροτικής δουλοπαροικίας, όπου ο τυπικός καλλιεργητής δεν ήταν σε γενικές γραμμές ελεύθερος παρά τις εξαιρέσεις.

Η υπό δουλοπαροικία ανατολική περιοχή μπορεί κατά συνέπεια να θεωρηθεί και αυτή ως «εξαρτώμενη οικονομία» της δυτικής Ευρώπης για τη οποία παρήγε τρόφιμα και πρώτες ύλες , οικονομία ανάλογη με των υπερπόντιων αποικιών[ix].

Υπό τους μεγιστάνες υπήρξε μια τάξη ευγενών της υπαίθρου , ποικίλου μεγέθους και οικονομικών πόρων, που εκμεταλλευόταν την αγροτιά[x].

  1. Στην υπόλοιπη Ευρώπη η αγροτική δομή δεν διέφερε και πολύ από κοινωνική άποψη.

Δηλαδή , για τον αγρότη ή τον αγρεργάτη , όποιος είχε κτήματα ήταν «ευγενής» και μέλος της άρχουσας τάξης.

Αντιστρόφως η ιδιότητα του ευγενούς –που παρείχε κοινωνικά και πολιτικά προνόμια, ενώ τυπικά αποτελούσε ακόμη τον μόνο δρόμο προς τα υψηλότερα κρατικά αξιώματα ήταν αδιανόητη χωρίς έγγεια ιδιοκτησία.

Παρά το γεγονός ότι στις περισσότερες χώρες της Δυτικής Ευρώπης η φεουδαλική τάξη των πραγμάτων ,την οποία προϋπέθετε αυτός ο τρόπος του σκέπτεσθαι ,ήταν ακόμη πολύ ζωντανή πολιτικά , από οικονομική άποψη έφθινε ολοένα.

Αυτή η οικονομική της παρακμή ,που έκανε τα εισοδήματα των ευγενών να υπολείπονται όλο και πιο πολύ από την αύξηση των τιμών και των εξόδων, ανάγκαζε και την αριστοκρατία να εκμεταλλεύεται ολοένα και περισσότερο ,το μόνο αναφαίρετο περιουσιακό της στοιχείο  που ήταν τα προνόμια της ευγενούς καταγωγής και της κοινωνικής της τάξης[xi].

Ωστόσο από οικονομική άποψη , η δυτική κοινωνία ήταν πολύ διαφορική .Στα τέλη του Μεσαίωνα ο μέσος αγρότης είχε χάσει πολλά από τα στοιχεία που συνέθεταν το καθεστώς του ως δουλοπαροίκου, μολονότι συχνά  διατηρούσε πάρα πολλά στοιχεία νομικής εξάρτησης.

Το μέσο αγρόκτημα είχε πάψει να είναι από καιρό μονάδα οικονομικής επιχείρησης και είχε γίνει ένα σύστημα για την είσπραξη ενοικίων και άλλων προσόδων σε χρήμα[xii].

Μόνο λίγες περιοχές είχαν προάγει ακόμη περισσότερο την αγροτική ανάπτυξη προς μια καθαρά καπιταλιστική γεωργία. Πρώτη μεταξύ αυτών η Αγγλία.

Εκεί η έγγεια ιδιοκτησία ήταν εξαιρετικά συγκεντρωμένη ,αλλά ο τυπικός καλλιεργητής ήταν ένας μέσου μεγέθους ενοικιαστής –γεωργός προσανατολισμένος στο εμπόριο , ο οποίος μίσθωνε τα εργατικά χέρια που του χρειάζονταν.

Όταν όμως εξαλείφθηκε αυτό –μεταξύ 1760 και 1830- ότι  προέκυψε δεν ήταν ένα σύστημα γεωργίας ελεύθερων αγροτών αλλά μια τάξη γεωργικών επιχειρηματιών, οι μικροί ή μεσαίοι κτηματίες, και ένα μεγάλο αγροτικό προλεταριάτο.

Από τεχνολογική άποψη η ευρωπαϊκή γεωργία , με εξαίρεση ορισμένες ανεπτυγμένες περιοχές ήταν ακόμη και παραδοσιακή και εκπληκτικά αναποτελεσματική[xiii].

Ο 18ος αιώνας δεν ήταν φυσικά αιώνας γεωργικής στασιμότητας.

Αντίθετα, μια μακρά εποχή δημογραφικής επέκτασης, αυξανόμενου εξαστισμού, εμπορίου και βιομηχανίας, ευνοούσε αλλά και απαιτούσε γεωργική βελτίωση.

Αυτό όμως που εντυπωσίαζε τους πολυάριθμους υπέρμαχους της γεωργικής βελτίωσης, ήταν μάλλον το μέγεθος των εμποδίων που αντιμετώπιζε η αγροτική ανάπτυξη παρά η πρόοδος της[xiv].

Μέσω του συστήματος θαλάσσιου εμπορίου ,χρησιμοποιούσαν την αποικιοκρατική δύναμη για να ληστεύουν τους κατοίκους των Ανατολικών Ινδιών, να τους αποσπούν τα βασικά προϊόντα και να τα εξάγουν στην Ευρώπη και την Αφρική

Τα προϊόντα αυτά καθώς και άλλα ευρωπαϊκά χρησιμοποιούντα να για την αγορά δούλων που προορίζονταν για τα ταχύτατα αναπτυσσόμενα συστήματα φυτειών της Αμερικής.

Οι αμερικάνικες φυτείες, με την σειρά τους, έκαναν εξαγωγές ζάχαρης, βαμβακιού και άλλων ειδών σε όλο μεγαλύτερες ποσότητες και όλο και χαμηλότερο κόστος στα λιμάνια του Ατλαντικού και της Βόρειας Θάλασσας, απ’ όπου διοχετεύονταν ξανά προς τα ανατολικά, μαζί με τα παραδοσιακά προϊόντα του ευρωπαϊκού εμπορίου Ανατολής-Δύσης (κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα, αλάτι, κρασί , σιτάρι, ξυλεία, λινάρι).

Ο ιστός του εμπορίου πύκνωνε συνεχώς.

Απ’ την άλλη μολονότι τα μεταλλεία και οι βιομηχανίες αναπτύσσονταν, γρήγορα και παντού στην Ευρώπη, παρέμεναν βασικά υπό τον έλεγχο των εμπόρων και στην Ανατολική Ευρώπη συχνά και των φεουδαλικών γαιοκτημόνων.

Αυτό συνέβαινε διότι η κύρια μορφή της αναπτυσσόμενης παραγωγής ήταν το λεγόμενο σύστημα οικιακής βιοτεχνίας (ανάθεση εργασίας με το κομμάτι). Έτσι δημιουργήθηκαν αναπόφευκτα υποτυπώδεις συνθήκες για ένα πρώιμο βιομηχανικό καπιταλισμό.

Αυτός που ήλεγχε με λίγες εξαιρέσεις τις αποκεντρωμένες αυτές μορφές παραγωγής ήταν κάποιος μεγαλέμπορος.

Το πιο επιτυχημένο ευρωπαϊκό κράτος του 18ου αιώνα, η Βρετανία, όφειλε καθαρά την δύναμή της στην οικονομική  της πρόοδο[xv].

Επίσης σε ιδεολογικό επίπεδο ο  Διαφωτισμός ήταν επαναστατική ιδεολογία, με κεντρικό πυρήνα την κυριαρχία της ατομικής ελευθερίας

Οι μεγαλύτεροι υπέρμαχοι του Διαφωτισμού ήταν οι πιο προοδευτικές οικονομικά τάξεις[xvi].

Τα δύο μεγάλα κέντρα της ιδεολογίας του Διαφωτισμού ήταν τα κέντρα της δυτικής επανάστασης , η Γαλλία και η Αγγλία.

Η διαφώτιση προϋπέθετε την κατάργηση την κατάργηση της επικρατούσας κοινωνικής και πολιτικής τάξης, παρότι οι μετριοπαθείς διαφωτιστές εναπέθεταν στις ελπίδες τους στις μοναρχίες.

Με εξαίρεση τη Βρετανία , απόλυτοι μονάρχες βασίλευαν σε όλα τα σημαντικά κράτη της ηπειρωτικής Ευρώπης.

Τον καιρό εκείνο οι ηγεμόνες υιοθετούσαν το σύνθημα του διαφωτισμού όπως στις μέρες μας οι κυβερνήσεις για παρεμφερείς λόγους υιοθετούν το σύνθημα του προγραμματισμού προσβλέποντας στο πρακτικό πλεονέκτημα πολλαπλασιασμού των εσόδων παρά σε αόριστα ιδανικά.

Οι μεσαίες και μορφωμένες τάξεις καθώς και αυτές που ενδιαφέρονταν για την πρόοδο, προσέβλεπαν συχνά στην ισχυρή κεντρική μηχανή μιας «φωτισμένης μοναρχίας» για να υλοποιήσουν τις ελπίδες τους[xvii].

Επίσης ο ηγεμόνας χρειαζόταν μια μεσαία τάξη και τις ιδέες της για να εκσυγχρονίσει τι κράτος του.

Υπήρχε μια λανθάνουσα σύγκρουση-που σύντομα θα γινόταν ανοιχτή- μεταξύ των δυνάμεων της παλιάς και της νέας αστικής κοινωνίας που δεν μπορούσε να διευθετηθεί στο πλαίσιο των υφιστάμενων πολιτικών καθεστώτων εκτός της Βρετανίας.

Έτσι τα παλαιά καθεστώτα υπόκεινταν σε πιέσεις από τρεις πλευρές.

 Από τις νέες δυνάμεις, από την αντίσταση των παλαιότερων εδραιωμένων συμφερόντων, και από τους ξένους ανταγωνιστές.

Η οικονομική πρόοδος, η ανάπτυξη των αποικιών και οι εντάσεις που προκάλεσαν οι επιχειρούμενες από την φωτισμένη δεσποτεία μεταρρυθμίσεις πολλαπλασίασαν τις αφορμές για τέτοιες συγκρούσεις στις δεκαετίες του 1770 και 1780[xviii].

Ένας τέτοιος ανταγωνισμός κυριάρχησε στην ευρωπαϊκή διεθνή σκηνή για το μεγαλύτερο μέρος του 18ου αιώνα και αποτέλεσε τον πυρήνα των γενικών πολέμων: 1689-1713, 1740-1748, 1756-1763, 1776-1783 και 1792-1815.

Κυριαρχεί η σύγκρουση Βρετανίας –Γαλλίας η οποία ήταν επίσης η πιο ισχυρή, η πιο εξέχουσα και σημαίνουσα, με μια λέξη η κλασσική αριστοκρατική απόλυτη μοναρχία.

Η Βρετανία ήταν η νικήτρια όλων των πολέμων εκτός από έναν γεγονός που δηλώνει την ανωτερότητα της νέας κοινωνικής τάξης των πραγμάτων απέναντι στην παλιά.

Η Βρετανία άντεξε και στην προσπάθεια οργάνωσης και χρηματοδότησης και διεξαγωγής με σχετική ευκολία.

Το γαλλικό βασίλειο παρότι πολυανθρωπότερο και με περισσότερες πλουτοπαραγωγικές πηγές βρήκε την προσπάθεια υπερβολικά μεγάλη.

Μετά την ήττα στον επταετή πόλεμο (1756-1763) η εξέγερση των αμερικάνικων αποικιών του έδωσε την ευκαιρία να ανακτήσει το κύρος του έναντι της Βρετανίας – που έχασε το πιο σημαντικό μέρος της αμερικάνικης αυτοκρατορίας-αλλά με υπερβολικά μεγάλο κόστος που οδήγησε σε εσωτερική πολιτική κρίση από την οποία ξεπήδησε η Επανάσταση.

Η διττή επανάσταση έκανε την ευρωπαϊκή επέκταση ακάθεκτη, μολονότι θα πρόσφερε επίσης στον μη ευρωπαϊκό κόσμο τις συνθήκες και τον εξοπλισμό για την εν καιρώ αντεπίθεσή του.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’ -Η ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΉ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Ο   συγγραφές εξετάζει πρώτα την βιομηχανική επανάσταση α. γιατί ξέσπασε πρώτα από την κατάληψη της Βαστίλης και β. γιατί μόνο έτσι μπορούμε να καταλάβουμε την διαδικασία που είχε πρωτοφανή και καίρια αποτελέσματα για την Ευρωπαϊκή και την παγκόσμια οικονομία και κοινωνία.

Ορίζοντας ο συγγραφέας τι σημαίνει η φράση η «Βιομηχανική Επανάσταση ,ξέσπασε, επισημαίνει ότι στη δεκαετία του 1780 , για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία , λύθηκαν τα δεσμά της παραγωγικής δύναμης των ανθρωπίνων κοινωνιών, που στο εξής μπόρεσαν να πετύχουν τον συνεχή, ταχύ και απεριόριστο πολλαπλασιασμό ανθρώπων , αγαθών και υπηρεσιών.

Χαρακτηρίζεται από έναν απότομο ποιοτικό και ριζικό μετασχηματισμό που πραγματοποιήθηκε γύρω στη δεκαετία του 1780 και που επέβαλε μια ουσιαστικά βιομηχανική οικονομία, ικανή να παράγει, σε γενικές γραμμές οτιδήποτε ήθελε στο πλαίσιο των υφιστάμενων τεχνικών μεθόδων, δηλαδή μια ώριμη βιομηχανική οικονομία.

Η βιομηχανική Επανάσταση εγκαινιάστηκε από τη Βρετανία και αυτό δεν ήταν συμπωματικό.

Και σε άλλες χώρες υπήρχε άφθονη βιομηχανική και εμπορική ανάπτυξη.

Επίσης η πρόοδος της Βρετανίας δεν οφειλόταν σε επιστημονική και τεχνολογική υπεροχή –την πρωτοκαθεδρία την είχε μάλλον η Γαλλία.

Οι τεχνικές εφευρέσεις  ήταν υπερβολικά απλοϊκές.

Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι στη Βρετανία υπήρχαν εμφανώς οι κατάλληλες συνθήκες όπου είχε περάσει ένας αιώνας από την δίκη και εκτέλεση του βασιλιά από τον λαό και από τότε που το ιδιωτικό κέρδος και η οικονομική ανάπτυξη είχαν θεωρηθεί ως ύψιστοι στόχοι της κυβερνητικής πολιτικής.

Ουσιαστικό ζήτημα ήταν η επαναστατική βρετανική λύση στο αγροτικό πρόβλημα με κυρίαρχο τον «Νόμο περί περιφράξεων» («Enclosure Acts» 1760-1830) που εξάλειψαν τα τελευταία απομεινάρια της παλαιάς συλλογικής οικονομίας του χωριού.

Επίσης οι μεταβολές στη γεωργία εξασφάλισαν:

  1. i. Αύξηση της παραγωγής και της παραγωγικότητας που επέτρεπε την συντήρηση ενός ολοένα μεγαλύτερου μη αγροτικού πληθυσμού
  2. ii. Απελευθέρωση πληθυσμού από τον πρωτογενή τομέα και επομένως φθηνά εργατικά χέρια για την αναπτυσσόμενη βιομηχανία

iii. Προσέφερε επίσης μηχανισμό συσσώρευσης κεφαλαίου που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στους πιο σύγχρονους τομείς της οικονομίας.

Η πολιτική ήταν ήδη προσανατολισμένη προς την κερδοσκοπία και το μόνο που χρειαζόταν κάποιος για να γίνει δεκτός στην ηγετική τάξη ήταν το χρήμα.

Με δεδομένα τα κύρια κοινωνικά θεμέλια που είχαν τεθεί στην Αγγλία του τέλους του 18ου αιώνα , οι επιχειρηματίες χρειάζονταν δυο πράγματα:

  1. Μια βιομηχανία που αντάμειβε ήδη πλουσιοπάροχα τον βιομήχανο ο οποίος θα μπορούσε να αυξήσει την παραγωγή του όταν χρειαζόταν με φτηνές και απλές καινοτομίες και
  2. Μια παγκόσμια αγορά την οποία θα μονοπωλούσε ένα μόνο παραγωγικό έθνος.

Το ζήτημα όμως είναι πως παρά το γεγονός ότι η Βρετανία δεν είχε τέτοια πλεονεκτήματα διέθετε μια οικονομία αρκετά ισχυρή και μια πολιτεία αρκετά επιθετική ώστε να μπορεί να κατακτά τις αγορές των ανταγωνιστών της.

Έτσι οι πόλεμοι των ετών 1793-1815, στην ουσία εξάλειψαν όλους τους ανταγωνιστές από το μη ευρωπαϊκό χώρο, ίσως εκτός των ΗΠΑ.

Η Βρετανία διέθετε μια βιομηχανία που προσφερόταν για πρωτοπόρο βιομηχανική επανάσταση καθώς και μια ευνοϊκή οικονομική συγκυρία που ήταν η βαμβακοβιομηχανία που αναπτύχθηκε ως παραπροϊόν του υπερπόντιου εμπορίου και η αποικιοκρατική εξάπλωση.

Το αποικιακό εμπόριο ήταν αυτό που είχε δημιουργήσει τη βαμβακοβιομηχανία και εξακολουθούσε να την συντηρεί, με παράλληλη ανάπτυξη του δουλεμπορίου.

 Δουλεία και βαμβάκι συμπορεύονταν[xix].

Από την άλλη η ώθηση την οποία έδωσε το αποικιακό εμπόριο στην βαμβακοβιομηχανία ενθάρρυνε τους επιχειρηματίες να υιοθετήσουν τις απαραίτητες για την αντιμετώπιση της γρήγορης και κυρίως αστάθμητης ανάπτυξης, επαναστατικές τεχνικές.

Ανάμεσα στα 1750 και 1769 οι βρετανικές εξαγωγές βαμβακιού υπερδεκαπλασιάστηκαν.

Επίσης τα βαμβακερά της Βιομηχανικής Επανάστασης για πρώτη φορά ανάτρεψαν την σχέση σύμφωνα με την οποία οι εισαγωγές από την Ανατολή ήταν πάντα περισσότερες από τις εξαγωγές[xx].

Επίσης  το βαμβάκι πρόσφερε και άλλες συνθήκες που θα επέτρεπαν την ανάπτυξη αυτή.

Η ανάπτυξη της βιομηχανίας, μπορούσε να χρηματοδοτείται εύκολα από τα τρέχοντα κέρδη, διότι οι τεράστιες  κατακτήσεις στις αγορές, σε συνδυασμό με έναν σταθερό πληθωρισμό τιμών, προσέφεραν αφάνταστου ύψους ποσοστά κέρδους.

Η βαμβακοβιομηχανία όμως είχε και άλλα πλεονεκτήματα.

Όλη η πρώτη ύλη προερχόταν από το εξωτερικό, και η βαμβακοπαραγωγή μπορούσε να αναπτύσσεται περισσότερο με τις αποτελεσματικές διαδικασίες στους λευκούς στις αποικίες-δουλεία και νέες εκτάσεις για βαμβακοκαλλιέργεια- παρά με τις αργές διαδικασίες της ευρωπαϊκής γεωργίας.

Επιπλέον στα κρίσιμα στάδια της επεξεργασίας του βαμβακιού -ιδίως στην κλώση- υπήρχε έλλειψη φτηνών και αποδοτικών εργατικών χεριών, κι αυτό προώθησε την αυτοματοποίηση.

Μια γενιά μετά την κλώση αυτοματοποιήθηκε και η υφαντική.

Επομένως η παραδοσιακή άποψη που συνδέει την ιστορία της βρετανικής βιομηχανικής επανάστασης κατά κύριο λόγο με το βαμβάκι είναι  ορθή[xxi].

Μόνο η γεωργία είχε ανάλογη δύναμη , που όμως παράκμαζε εμφανώς.

Η πρόοδος της κάθε άλλο παρά ομαλή ήταν , και στη δεκαετία του 1840 εμφάνισε μεγάλα προβλήματα ανάπτυξης .

Αυτή η πρώτη κρίση της βιομηχανικής καπιταλιστικής οικονομίας δεν ήταν καθαρά βρετανικό φαινόμενο και οι σοβαρότερες συνέπειες της κρίσης ήταν κοινωνικές:  η μετάβαση στη νέα οικονομία προκάλεσε αθλιότητα και δυσαρέσκεια , την πρώτη ύλη της κοινωνικής επανάστασης. Έτσι έχουμε τις επαναστάσεις του 1848 στην ηπειρωτική Ευρώπη και το μεγάλο κίνημα των Χαρτιστών στη Βρετανία[xxii].

Επίσης φαίνεται ότι υπήρχαν ορισμένα ενδογενή μειονεκτήματα της οικονομικής διεργασίας που απειλούσαν τη  θεμελιώδη την κινητήρια δύναμη, δηλαδή το κέρδος.

Τα τρία πιο προφανή μειονεκτήματα ήταν: i. ο εμπορικός κύκλος  της οικονομικής άνθησης και της οικονομικής κρίσης, ii. η πτωτική τάση του συντελεστή κέρδους και iii. η έλλειψη επικερδών επενδυτικών ευκαιριών.

Ως τη δεκαετία του 1830 , αναγνώριζε κανείς γενικά ότι υπήρχαν περιοδικά φαινόμενα κατά τακτά διαστήματα, τουλάχιστον στον τομέα του εμπορίου και των χρηματοδοτήσεων.

Επίσης θα πρέπει να αναφερθούμε στους «Νόμους περί σιτηρών» οι οποίοι σύμφωνα με τους βαμβακοβιομήχανους  κρατούσαν τεχνητά υψηλό το κόστος ζωής  από το μονοπώλιο των γαιοκτητικών  συμφερόντων που εμπόδιζαν και την ουσιαστική ανάπτυξη των βρετανικών εξαγωγών, ενώ η κατάσταση επιδεινωνόταν από τους υψηλούς προστατευτικούς δασμούς  που το κοινοβούλιο γαιοκτημόνων έθετε.

Ο επιχειρηματικός  κόσμος του Manchester έγινε το κέντρο μιας μαχητικής αντίδρασης ενάντια στους γαιοκτήμονες  γενικά και τους «Νόμους περί σιτηρών» ειδικότερα και ο άξονας του Συνδέσμου κατά των Νόμων περί σιτηρών το 1836-38.

Οι νόμοι δεν καταργήθηκαν παρά το 1846, ενώ η κατάργησή τους δεν οδήγησε αμέσως σε πτώση του κόστους ζωής.

Η βιομηχανία πιεζόταν πάρα πολύ να προχωρήσει σε αυτοματισμούς , έτσι ώστε να αντισταθμίσει τη μείωση των περιθωρίων κέρδους με τα πολλά μικρά κέρδη ανά μονάδα .

Η επιτυχία της είχε διακυμάνσεις.

Επίσης θα πρέπει να προσθέσουμε την αναφορά του στο γεγονός ότι καμιά οικονομία δεν μπορεί να αναπτυχθεί πέρα από ένα ορισμένο σημείο πριν αποκτήσει επαρκή ικανότητα παραγωγής κεφαλαιουχικών αγαθών.

Η αγορά για τέτοια είδη-όπως οι σιδηρόδρομοι- δεν υπάρχει αρχικά αλλά δημιουργείται στην πορεία μιας βιομηχανικής επανάστασης[xxiii].

Τα μειονεκτήματα αυτά ίσχυαν ιδιαίτερα για τη μεταλλουργία, κυρίως του σιδήρου στην παραγωγή του οποίου είχε αυξηθεί κατά τη δεκαετία του 1780 χάρη σε μερικές απλές καινοτομίες, όπως η κάμινος αναδεύσεως και η ελασματοποίηση.

Ωστόσο η ζήτηση για μη στρατιωτικούς σκοπούς ήταν περιορισμένη , ενώ η ζήτηση για το στρατό, μολονότι ικανοποιητικά μεγάλη λογω μιας σειράς  πολέμων μεταξύ 1756 και του 1815 σημείωσε απότομη κάμψη μετά το Βατερλό.

Σίγουρα δεν ήταν μεγάλη για να κάνει την Βρετανία μείζονα σιδηροπαραγωγό χώρα.

Τα μειονεκτήματα αυτά ίσχυαν λιγότερο για τα ορυχεία, που ήταν κυρίως ορυχεία άνθρακα ο οποίος εκτός των άλλων ήταν και σημαντική μορφή οικιακού καυσίμου.

Η ανάπτυξη των πόλεων και ιδίως του Λονδίνου , έδωσε ώθηση στη γρήγορη ανάπτυξη των ανθρακωρυχείων  από τα τέλη ήδη του 16ου αιώνα.

Η τεράστια αυτή βιομηχανία ,μολονότι δεν αναπτυσσόταν αρκετά γρήγορα ώστε να προκαλέσει μια πραγματικά μαζική εκβιομηχάνιση σημερινού τύπου ,ήταν ωστόσο αρκετά μεγάλη για να δώσει κίνητρο στη βασική εφεύρεση που έμελλε να μετασχηματίσει τις βιομηχανίες κεφαλαιουχικών αγαθών δηλαδή το σιδηρόδρομο.

Στην πραγματικότητα τα μεγάλα έξοδα που συνεπαγόταν ο σιδηρόδρομος ήταν και το κύριο πλεονέκτημά του δεδομένης  της τοποθέτηση κεφαλαίων που ήταν επισφαλή σε άλλες επενδύσεις όπως τα εξωτερικά δάνεια.- νοτιοαμερικάνικα ,ελληνικά  του 1824- και τα οποία  αναζητούσαν μια λιγότερο απογοητευτική διέξοδο.

Έτσι έχουμε πραγματικός χείμαρρο επενδύσεων κεφαλαίου που τοποθετήθηκε  σε αυτούς, ιδίως στα μέσα της δεκαετίας του 1840.

Ήταν μια ευτυχής συγκυρία, διότι οι σιδηρόδρομοι έλυσαν σχεδόν όλα τα προβλήματα της οικονομικής ανάπτυξης μονομιάς[xxiv].

Η τεράστια αύξηση της παραγωγής επιτεύχθηκε με τη γενική υιοθέτηση μεθόδων οι οποίες δοκιμάστηκαν για πρώτη φορά στις αρχές του 18ου αιώνα με την ορθολογική οργάνωση της παραγωγής και με την επέκταση των καλλιεργημένων εκτάσεων.

Όλα αυτά επιτεύχθηκαν με κοινωνικό μάλλον παρά με τεχνολογικό μετασχηματισμό[xxv].

Οι «Νόμοι περί σιτηρών»  ήταν ουσιαστικά μια καταδικασμένη ενέργεια οπισθοχώρησης

στην τελική εισαγωγή του καπιταλισμού στην ύπαιθρο.

Τελικά ηττήθηκαν από το κύμα της ριζοσπαστικής προόδου της μεσαίας τάξης μετά το 1830, το «Νόμο περί πτωχών» του 1834 και την κατάργηση των «Νόμων περί σιτηρών» το 1836[xxvi].

Αναφορικά με το ζήτημα της εξεύρεσης των κατάλληλων ειδικοτήτων των εργατών μπορούμε να πούμε ότι η αργή εκβιομηχάνιση της Βρετανίας κατά την διάρκεια των αιώνων πριν το 1789 είχε δημιουργήσει αρκετά μεγάλο απόθεμα κατάλληλων ειδικοτήτων, τόσο στην τεχνική της υφαντουργίας όσο και στην επεξεργασία μετάλλων.

Επίσης έχουμε και την Ιρλανδική μετανάστευση 1,5 εκ. ατόμων και το  λιμό του 1835-180.

Η βρετανική εκβιομηχάνιση στηρίχθηκε πράγματι σε αυτή τη μη προγραμματισμένη προσφορά ειδικοτήτων, γεγονός που δεν μπορούσε να συμβεί στην ηπειρωτική Ευρώπη.

Τα προβλήματα προσφοράς κεφαλαίου ήταν ασήμαντα.

Αντίθετα με όσα συνέβαιναν στην ηπειρωτική Ευρώπη στη Βρετανία δεν υπήρχε έλλειψη κεφαλαίου για άμεσες επενδύσεις[xxvii].

Η κυβερνητική πολιτική ήδη στα τέλη  του 18ο αιώνα ήταν σταθερά προσανατολισμένη  υπέρ της κυριαρχίας των επιχειρήσεων εν γένει.

Ο τρόπος  με τον οποίο δημιουργήθηκε η πρώτη σημαντική βιομηχανική οικονομία ήταν μάλλον τυχαίος και απρογραμμάτιστος.

Η Βρετανία εκείνης της περιόδου ήταν το «εργαστήρι του κόσμου», με ισχυρό εμπόριο,

υψηλές καταναλώσεις πρώτων υλών, υψηλές επενδύσεις συνολικού κεφαλαίου υψηλότερες από αυτές των ανταγωνιστών της Γαλλίας και Η.Π.Α.

Η βιομηχανική επανάσταση που ξεκίνησε από εμπόρους και επιχειρηματίες στα Βρετανικά νησιά άρχιζε να μετασχηματίζει τον κόσμο.

Τίποτα δεν θα στεκόταν εμπόδιο στο δρόμο της.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’ -H ΓΑΛΛΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Ενώ η οικονομία του κόσμου, τον 19ο αιώνα , δημιουργήθηκε κατά κύριο λόγο με την επίδραση της βρετανικής Βιομηχανικής Επανάστασης, η πολιτική και η ιδεολογία του διαμορφώθηκαν κυρίως με την επίδραση της Γαλλικής Επανάστασης.

Η Γαλλία δημιούργησε τις επαναστάσεις και του έδωσε τις ιδέες του[xxviii].

Η Γαλλία έδωσε το λεξιλόγιο και τα βασικά θέματα της φιλελεύθερης και ριζοσπαστικής-δημοκρατικής πολιτικής στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου.

Την έννοια και το λεξιλόγιο του εθνικισμού, τους νομικούς κώδικες, το πρότυπο της τεχνικής και επιστημονικής οργάνωσης , το μετρικό σύστημα στις περισσότερες χώρες.

Η ιδεολογία του σύγχρονου κόσμου διαπέρασε για πρώτη φορά, μέσω της γαλλικής επίδρασης, τους αρχαίους πολιτισμούς που ως τότε είχαν αντισταθεί στις ευρωπαϊκές ιδέες.

Η κρίση των παλαιών καθεστώτων δεν αποτελούσε καθαρά γαλλικό φαινόμενο ούτε η Γαλλική Επανάσταση ένα μεμονωμένο φαινόμενο ,αλλά ήταν πολύ πιο ουσιαστική από κάθε άλλη σύγχρονή της με πολύ πιο σοβαρές συνέπειες[xxix].

Η Γαλλική επανάσταση ξεχωρίζει διότι:

1.Πραγματοποιήθηκε στην ισχυρότερη και μεγαλύτερη πληθυσμιακά χώρα της Ευρώπης.

2.Ήταν η μόνη από όλες τις προηγούμενες ή τις μετέπειτα επαναστάσεις που είχε χαρακτήρα μαζικής κοινωνικής επανάστασης , και ήταν απείρως πιο ριζοσπαστική από κάθε άλλη ανάλογη αναταραχή.

3.Η γαλλική επανάσταση ήταν η μόνη από τις σύγχρονές της που είχε οικουμενικό χαρακτήρα[xxx].

Τα αίτιά της θα πρέπει να αναζητηθούν όχι μόνο στις γενικές συνθήκες της Ευρώπης αλλά στη συγκεκριμένη κατάσταση στην Ευρώπη.

Συγκεκριμένα, η σύγκρουση ανάμεσα στο επίσημο πλαίσιο και στα κεκτημένα συμφέροντα του παλιού καθεστώτος αφενός και στις ανερχόμενες νέες κοινωνικές δυνάμεις αφετέρου ήταν οξύτερη στη Γαλλία απ’ότι σε άλλες χώρες[xxxi].

Η απάντηση στο ερώτημα γιατί η επανάσταση ξέσπασε εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή ή γιατί ακολούθησε αυτή την καταπληκτική πορεία μπορεί να δοθεί αν εξετάσουμε τη λεγόμενη «φεουδαλική αντίδραση», που άναψε το φυτίλι για να εκραγεί η μπαρουταποθήκη της Γαλλίας.

Οι ευγενείς στην Γαλλία αποτελούνταν από 400.000 μεταξύ 23 εκατομμυρίων Γάλλων.

Η απόλυτη μοναρχία ,ενώ ήταν ακραιφνώς αριστοκρατική, ακόμη και φεουδαλική ως προς το κοινωνικό της ήθος είχε αφαιρέσει από τους ευγενείς την πολιτική ανεξαρτησία και είχε περιορίσει τους παλιούς αντιπροσωπευτικούς του θεσμούς.

Επίσης οι ευγενείς αντιμετώπιζαν καθόλου αμελητέα οικονομικά προβλήματα.

Συνεπώς ήταν φυσικό να χρησιμοποιήσουν οι ευγενείς το μόνο βασικό πλεονέκτημα τους που ήταν τα αναγνωρισμένα προνόμια της τάξης τους.

Έτσι  αφενός ανταγωνίζονταν με επιτυχία τη μεσαία τάξη στην πλήρωση των κρατικών θέσεων και υπονόμευαν το ίδιο το κράτος εκδηλώνοντας την τάση τους ολοένα και περισσότερο να αναλάβουν αυτοί την περιφερειακή και κεντρική διοίκηση.

Επίσης εκμεταλλεύονταν στο έπακρο τα φεουδαλικά τους δικαιώματα για να αποσπάσουν χρήματα (ή και σπανιότερα υπηρεσίες) από την αγροτική τάξη[xxxii].

Δηλαδή οι ευγενείς εξερέθιζαν όχι μόνο την μεσαία τάξη αλλά και τους αγρότες των οποίων η θέση ήταν δυσχερής και είχε επιδεινωθεί την τελευταία εικοσαετία πριν την Επανάσταση.

Επίσης η νίκη κατά της Αγγλίας στον Αμερικάνικο Πόλεμο της Ανεξαρτησίας ήταν η χρεοκοπία, αφού τα χρέη γονάτισαν την μοναρχία.

Η αριστοκρατία και τα δικαστικά συμβούλια εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία που προσέφερε η κυβερνητική κρίση. Αρνούνταν να πληρώσουν και αξίωναν επέκταση των προνομίων τους.

Το πρώτο ρήγμα στο μέτωπο του απολυταρχισμού ήταν μια επαναστατική «συνέλευση ευγενών» που συγκλήθηκε το 1787 ενώ το δεύτερο και αποφασιστικό  ρήγμα ήταν η απεγνωσμένη απόφαση σύγκλησης της Γενικής Συνέλευσης των Τάξεων-της παλιάς φεουδαλικής συνέλευσης του κράτους- που είχε ξεχαστεί από το 1614.

Έτσι η Επανάσταση άρχισε ως απόπειρα της αριστοκρατίας να ανακαταλάβει το κράτος.

Η απόπειρά τους οδηγήθηκε σε αποτυχία για δύο λόγους:

1.Υποτίμησε τις ανεξάρτητες προθέσεις της τρίτης τάξης που ήταν ανομοιογενής αλλά κυριαρχούσε η μεσαία τάξη

2.Παρέβλεψε την βαθιά οικονομική και κοινωνική κρίση.

Εκείνο που έδωσε στο επαναστατικό κίνημα πραγματική ενότητα ήταν η εκπληκτική σύγκλιση ιδεών στους κόλπους μιας κοινωνικής ομάδας.

Η ομάδα αυτή ήταν η αστική τάξη[xxxiii].Οι αξιώσεις της αστικής τάξης του 1789 διατυπώνονται στην περίφημη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη κατά το ίδιο έτος, σύμφωνα με την οποία «οι άνθρωποι γεννιούνται και ζουν ελεύθεροι και ίσοι απέναντι στους νόμους».

Η αβασίλευτη δημοκρατία δεν ήταν ο αρχικός στόχος των αστών –αν και μερικοί το υποστήριξαν, και ένα τέτοιο καθεστώς θα εξέφραζε  όχι τα ταξικά συμφέροντα αλλά την γενική επιθυμία του λαού που συνταυτιζόταν με το «γαλλικό έθνος», και αυτό είχε ιδιαίτερη σημασία.

Επίσης οι αστοί του 1789 έδωσαν στον εθνικισμό την πρώτη του επίσημη έκφραση.

Ο «λαός» ως έννοια ταυτόσημη με το «έθνος» ήταν επαναστατική σύλληψη, πιο επαναστατική από το αστικοφιλελεύθερο πρόγραμμα που φιλοδοξούσε να εκφράσει.

Ήταν όμως έννοια διφορούμενη.

Την Τρίτη τάξη την αντιπροσώπευαν 610 άτομα στην πλειοψηφία τους αστοί, και οι περισσότεροι απ’ αυτούς δικηγόροι που έπαιζαν σημαντικό οικονομικό ρόλο στην επαρχιακή Γαλλία, ενώ περίπου εκατό ήταν κεφαλαιούχοι και επιχειρηματίες.

Είχε καταφέρει να επιτύχει μια αντιπροσώπευση τόσο ευρεία όσο των ευγενών και του κλήρου μαζί ενώ τώρα πάλευε να επιτύχει τη μεταβολή της Γενικής Συνέλευσης σε συνέλευση μεμονωμένων αντιπροσώπων που ψήφιζαν ως άτομα., αντί του παραδοσιακού φεουδαρχικού σώματος που ψηφίζει κατά κοινωνικές ομάδες.

Έτσι έξη εβδομάδες περίπου μετά την έναρξη των εργασιών της Γενικής Συνέλευσης, οι λαϊκοί αντιπρόσωποι , θέλοντας να προκαταλάβουν τυχόν ενέργειες του βασιλιά, των ευγενών και του κλήρου ,ενώθηκαν με όσους ήταν πρόθυμοι να δεχθούν τους όρους τους και αυτοανακηρύχθηκαν «Εθνοσυνέλευση» με συντακτική δικαιοδοσία.

Μια απόπειρα αντεπανάστασης τους οδήγησε στη διατύπωση των διεκδικήσεων τους.

 Η εποχή του απολυταρχισμού είχε φτάσει στο τέλος της.

Η Τρίτη τάξη κατόρθωσε να επικρατήσει γιατί εκπροσωπούσε πολύ πιο ισχυρές δυνάμεις δηλαδή τους φτωχούς εργαζομένους  των πόλεων-ιδίως του Παρισιού- και την ,σε λίγο επαναστατημένη αγροτιά.

Δηλαδή πίσω από τους αντιπροσώπους της Τρίτης Τάξης στεκόταν ένας λαός που είχε εξεγερθεί.

Η αντεπανάσταση –ο Λουδοβίκος ο Ις’ δεν θα μπορούσε να ομολογήσει ότι ηττήθηκε-

μετέβαλε την ενδεχόμενη μαζική εξέγερση σε πραγματικότητα.

Η πτώση της Βαστίλης στις 14 Ιουλίου 1789,σήμανε την πτώση του δεσποτισμού και χεραιτίστηκε από όλο τον κόσμο ως η απαρχή της απελευθέρωσης.

Η πτώση της Βαστίλης έγινε αφορμή να εξαπλωθεί η επανάσταση στις επαρχιακές πόλεις και την ύπαιθρο[xxxiv].

Μέσα σε τρεις εβδομάδες από τις 14 Ιουλίου , η κοινωνική δομή του γαλλικού αγροτικού φεουδαλισμού και ο κρατικός μηχανισμός της βασιλικής Γαλλίας είχαν κατακερματιστεί[xxxv].

Η ιδιομορφία όμως της Γαλλικής Επανάστασης είναι ότι ένα τμήμα της φιλελεύθερης μεσαίας τάξης ήταν πρόθυμο να παραμείνει «επαναστατικό» ως τα όρια της αντιαστικής επανάστασης , και μάλιστα πέρα απ’αυτά.

Το τμήμα αυτό ήταν οι Ιακωβίνοι που το όνομά τους έφτασε να ταυτίζεται παντού με τη «ριζοσπαστική επανάσταση».

Οι Ιακωβίνοι είχαν περιθώρια να είναι ριζοσπαστικοί, γιατί στην εποχή τους δεν υπήρχε κοινωνική τάξη που να μπορεί να προβάλει μια διαφορετική από τη δική τους εναλλακτική κοινωνική λύση με κάποια συνοχή.

Στη Γαλλική Επανάσταση η εργατική τάξη δεν έπαιζε ακόμη σημαντικό ρόλο ενώ η αγροτική τάξη ποτέ δεν προσφέρει εναλλακτική πολιτική λύση σε κανένα.

Μόνη εναλλακτική λύση στον αστικό ριζοσπαστισμό ήταν οι άκρως δημοκρατικοί ή «Ξεβράκωτοι» ή Σανκιλότ (Sans culottes), ένα άμορφο κίνημα ,κυρίως ων φτωχών εργατών των πόλεων , μικροτεχνιτών, καταστηματαρχών, μικροεπιχειρηματιών, και αποτελούσαν την κύρια δύναμη κρούσης της Επανάστασης.

Ούτε όμως και αυτοί αποτελούσαν πραγματική εναλλακτική λύση, και οι εξελίξεις ήταν καθαρά εναντίον τους[xxxvi].

Στην περίοδο 1789-1791, οι νικητές μετριοπαθείς αστοί, μέσω της Συντακτικής πλέον Συνέλευσης , άρχισαν να υλοποιούν τη γιγαντιαία προσπάθεια ορθολογικής οργάνωσης και αναμόρφωσης της Γαλλίας που αποτελούσε άλλωστε το στόχο της.

Από οικονομική άποψη οι προοπτικές της Συντακτικής Συνέλευσης ήταν καθαρά φιλελεύθερες: πολιτική γραμμή της για την αγροτική τάξη ήταν η περίφραξη των κοινοτικών γαιών και η ενθάρρυνση των επιχειρηματιών της υπαίθρου, για την εργατική τάξη, η απαγόρευση των συνδικαλιστικών ενώσεων, για τους βιοτέχνες η κατάργηση των συντεχνιών και των σωματείων.

Η ουσιαστική ικανοποίηση που προσέφερε στο λαό ήταν περιορισμένη , με εξαίρεση από το 1790 το μέτρο για τη μεταβίβαση στην πολιτεία των εκκλησιαστικών γαιών και για την εκποίηση τους.

Το Αστικό Σύνταγμα του Κλήρου (1790), μια απόπειρα να καταργηθεί όχι η ίδια η Εκκλησία αλλά η απολυταρχική υποταγή της στη Ρώμη, οδήγησε την πλειοψηφία του κλήρου και των πιστών στην αντιπολίτευση και συνέβαλε στην απεγνωσμένη και καταστροφική προσπάθεια του βασιλιά να εγκαταλείψει τη χώρα.

Από την άλλη η ανεξέλεγκτη ελεύθερη οικονομία των μετριοπαθών επέτεινε τις διακυμάνσεις στο επίπεδο των τιμών των τροφίμων ,και συνεπώς όξυνε τη μαχητικότητα των φτωχών των πόλεων, ιδίως στο Παρίσι.

Η έκρηξη του πολέμου ώθησε τα πράγματα σε αποφασιστικές εξελίξεις , οδήγησε στη δεύτερη επανάσταση του 1792 στη Δημοκρατία των Ιακωβίνων του Έτους ΙΙ και τελικά στον Ναπολέοντα.

Δηλαδή, μετέτρεψε την ιστορία της Γαλλικής Επανάστασης σε ιστορία της Ευρώπης.

Δύο δυνάμεις  ώθησαν τη Γαλλία σε γενικό πόλεμο :η άκρα δεξιά και η μετριοπαθής αριστερά.

Από τη μια οι δυνάμεις για την ανάκτηση της Γαλλίας συσπειρώνονταν στο εξωτερικό.

Συγχρόνως οι ίδιοι οι μετριοπαθείς φιλελεύθεροι , και ιδίως αυτοί που συσπειρώνονταν γύρω από τους εκπροσώπους της εμπορικής περιφέρειας την Gironde, αποτελούσαν την φιλοπόλεμη δύναμη.

Αυτό συνέβαινε εν μέρει διότι κάθε γνήσια επανάσταση τείνει να  γίνει οικουμενική.

Επίσης όμως ο πόλεμος θα συνέβαλλε και στην επίλυση πολυάριθμων εσωτερικών προβλημάτων και κυρίως να στρέψουν τη δυσαρέσκεια που απόρρεε από τις δυσκολίες του νέου καθεστώτος προς τους εμιγκρέδες και τους ξένους.

Έτσι η πλειοψηφία της νέας Νομοθετικής Συνέλευσης με εξαίρεση μια μικρή δεξιά πτέρυγα και μια μικρή αριστερή πτέρυγα υπό τον Ροβεσπιέρο , προπαγάνδιζαν τον πόλεμο.

Έτσι όταν αυτός άρχισε , οι κατακτήσεις της επανάστασης άρχισαν να συνδυάζουν την απελευθέρωση, την εκμετάλλευση και τον πολιτικό αντιπερισπασμό.

Ο πόλεμος κηρύχτηκε το Απρίλιο του 1792.

Η ήττα που ο λαός απέδωσε (αρκετά εύλογα) σε βασιλική δολιοφθορά και σε προδοσία έφερε τη στροφή στο ριζοσπαστισμό.

Η βασιλεία ανατράπηκε (Αύγουστος –Σεπτέμβριος ).

Το κόμμα που δέσποζε στην Εθνοσυνέλευση ήταν οι Γιρονδίνοι, πολεμοχαρείς στο εξωτερικό και μετριοπαθείς στο εσωτερικό που εκπροσωπούσε τους μεγαλοεπιχειρηματίες, τους επαρχιώτες αστούς και πολλούς διανοούμενους περιωπής.

Ο πόλεμος που διεξήγαγε η Γαλλική Δημοκρατία ήταν ένας ολοκληρωτικός πόλεμος πράγμα που σήμαινε την πλήρη κινητοποίηση των πόρων του έθνους με τη στρατολόγηση, την επιβολή δελτίων τροφίμων και μια αυστηρά ελεγχόμενη πολεμική οικονομία, καθώς κα κατάργηση της διάκρισης μετά στρατιωτών και πολιτών.

Από τη σύγκρουση Γιρονδίνων και «Ορεινών» νικήθηκαν οι πρώτοι και οδηγήθηκαν τελικά σε κακά υπολογισμένες επιθέσεις κατά  της αριστεράς, που σύντομα μεταβλήθηκαν σε οργανωμένη εξέγερση της επαρχίας κατά του Παρισιού.

Ένα αιφνίδιο χτύπημα των Ξεβράκωτων την κατέπνιξε στις 2 Ιουνίου 1793.

Η ώρα της δημοκρατία των Ιακωβίνων είχε σημάνει.

Αυτή άλλωστε έρχεται στο νου όταν κάποιος σκέφτεται την Γαλλική επανάσταση, δηλαδή τα γεγονότα του 1789 και η Δημοκρατία των Ιακωβίνων του Έτους ΙΙ.

Ο Ροβεσπιέρος, ο Danton, ο Saint-Just, ο Marat, η Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας, το επαναστατικό δικαστήριο και η λαιμητόμος είναι οι εικόνες που έρχονται πιο καθαρά στο μυαλό[xxxvii].

Οι επαναστάτες, ιδίως στη Γαλλία την είδαν ως την πρώτη δημοκρατία του λαού, ως πηγή έμπνευσης όλων των μεταγενέστερων εξεγέρσεων. Για όλους ήταν μια εποχή που δεν μπορεί να μετρηθεί με ανθρώπινα μέτρα.

Αυτό που κατόρθωσε η Δημοκρατία των Ιακωβίνων ήταν να προστατευθεί η χώρα αποτελεσματικά. Τον Ιούνιο του 1793, 60 από τους 80 νομούς της Γαλλίας είχαν εξεγερθεί κατά του Παρισιού. Τα στρατεύματα των Γερμανών πριγκίπων εισέβαλαν στη Γαλλία, όπως και οι Βρετανοί. Η χώρα ήταν ανίσχυρη και χρεοκοπημένη .

Δεκατέσσερις μήνες αργότερα η χώρα ήταν υπό σταθερό έλεγχο, οι εισβολείς είχαν εκδιωχθεί, ο γαλλικός στρατός είχε καταλάβει με τη σειρά του το Βέλγιο και ετοιμαζόταν να μπει στην εικοσαετία ενός σχεδόν αδιάκοπου στρατιωτικού θριάμβου.

Το πολίτευμα ήταν μια συμμαχία τη μεσαίας τάξης με τις εργαζόμενες μάζες ,αλλά για τους Ιακωβίνους της μεσαίας τάξης οι παραχωρήσεις στους Ξεβράκωτους ήταν ανεκτές μόνο εφόσον κρατούσαν τις μάζες αφοσιωμένες στο καθεστώς , χωρίς να τρομοκρατούνται οι ιδιοκτήτες .Στους κόλπους της συμμαχίας αυτής οι Ιακωβίνοι της μεσαίας τάξης είχαν την αποφασιστική δύναμη.

Οι ίδιες οι ανάγκες του πολέμου υποχρέωναν κάθε κυβέρνηση να απαιτεί συγκεντρωτισμό και πειθαρχία  εις βάρος της ελεύθερης, τοπικής άμεσης δημοκρατίας των λεσχών και των συνοικιών ,της έκτακτης εθελοντικής πολιτοφυλακής, των ελεύθερων εκλογών και των επιχειρηματολογιών τους , στις οποίες ευδοκιμούσαν οι Ξεβράκωτοι.

Ως το 1794 η κυβέρνηση και οι πολιτικές διεργασίες είχαν αποκτήσει μονολιθικό χαρακτήρα και χειραγωγούνταν από άμεσους πράκτορες της Επιτροπής ή της Συνέλευσης., και από μια μεγάλη ομάδα Ιακωβίνων αξιωματικών και αξιωματούχων σε σύνδεση με τοπικές κομματικές οργανώσεις.

Επίσης οι οικονομικές ανάγκες του πολέμου αποξένωσαν το λαό[xxxviii].

Ως τον Απρίλιο του 1794, αριστεροί και δεξιοί είχαν οδηγηθεί στη λαιμητόμο και συνεπώς οι Ροβεσπιερικοί ήταν πολιτικά απομονωμένοι και μόνο η κρίση του πολέμου  τους διατηρούσε στην εξουσία. Όταν στο τέλος Ιουνίου του 1794, τα  στρατεύματα της Δημοκρατίας απέδειξαν τη σταθερότητα τους νικώντας τους Αυστριακούς και κυριεύοντας το Βέλγιο, το τέλος ήταν κοντά.

Στις 9 του Θερμιδόρ (27 Ιουλίου 1794), η Συνέλευση ανέτρεψε τον Ροβεσπιέρο. Την επόμενη, αυτός ο Saint-Just και ο Couthon εκτελέστηκαν, ενώ λίγες μέρες αργότερα εκτελέστηκαν και 87 μέλη της επαναστατικής παρισινής Κομμούνας.

Ο Θερμιδόρ  ήταν το τέλος της ηρωικής και αξιομνημόνευτης φάσης της επανάστασης  η ενέργεια της οποίας ήταν αρκετή για να σκορπίσει σαν άχυρα τους στρατούς των παλαιών καθεστώτων της Ευρώπης.

Το πρόβλημα που αντιμετώπισε η γαλλική μεσαία τάξη στο τελευταίο μέρος της περιόδου που χαρακτηρίζεται ως επαναστατική(1794-1799) ήταν πως θα επιτύχει πολιτική σταθερότητα και οικονομική πρόοδο με βάση το αρχικό φιλελεύθερο πρόγραμμα του 1789-91.Ποτέ δεν επέλυσε αυτό το πρόβλημα ικανοποιητικά.

Όλες  οι εναλλαγές του πολιτεύματος ως το 1870 ήταν προσπάθειες να διατηρήσουν μιαν αστική κοινωνία, αποφεύγοντας συγχρόνως τον διπλό κίνδυνο της δημοκρατίας των Ιακωβίνων και του παλαιού καθεστώτος.

Ο επαναστατικός στρατός ήταν το τρομερό παιδί της Δημοκρατίας των Ιακωβίνων, που θα μπορούσε να κάνει και δίχως το ανίσχυρο πολιτικό καθεστώς[xxxix].

Από μια μαζική εξέγερση έγινε στρατός επαγγελματιών και διατήρησε τα χαρακτηριστικά της Επανάστασης  διατηρώντας ταυτόχρονα τα γνωρίσματα του κατεστημένου συμφέροντος, που ήταν το τυπικό βοναπαρτικό μείγμα.

 Ο Ναπολέων ήταν αυτός που έδωσε στη φιλοδοξία ένα όνομα , τη στιγμή που η διττή επανάσταση είχε ανοίξει τον κόσμο στους φιλόδοξους.

Ο μύθος του Ναπολέοντα, όμως, φάνηκε  διαχρονικά πιο αδύναμος σε σχέση με την επανάσταση των Ιακωβίνων, το όραμα της ισότητας, της ελευθερίας και της αδελφοσύνης και το όνειρο των λαών που ξεσηκώνονταν στο όνομά τους για να αποτινάξουν την τυραννία, αφού μετά την πτώση του Ναπολέοντα  αυτός ο μύθος και όχι η ανάμνηση του Βοναπάρτη ενέπνευσε τις επαναστάσεις του 18ου αιώνα, ακόμη και στην ίδια τη Γαλλία.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’ – ΠΟΛΕΜΟΣ

Από το 1792 ως το 1815 ο πόλεμος στην Ευρώπη ήταν σχεδόν αδιάκοπος και συνδυαζόταν ή συνέπιπτε με κάποιο πόλεμο στο εξωτερικό: στις Δυτικές Ινδίες, την Ανατολική Μεσόγειο και την Ινδία στα 1790 και στις αρχές της δεκαετίας του 1800, σποραδικές ναυτικές επιχειρή­σεις στο εξωτερικό μετά το 1800, στις  ΗΠΑ το 1812-14. Οι συνέπειες μιας νίκης ή μιας ήττας στους πολέμους αυτούς ήταν σημαντικές, γιατί άλλαζαν το χάρτη του κόσμου. Πρέπει συνεπώς να τους εξετά­σουμε πρώτους, θα πρέπει όμως να εξετάσουμε επίσης κι ένα λιγότερο απτό πρόβλημα. Ποιες ήταν οι συνέπειες της ίδιας της πολεμικής διερ­γασίας, της στρατιωτικής κινητοποίησης και των επιχειρήσεων, ποια πολιτικά και οικονομικά μέτρα αυτές συνεπάγονταν.

Στη διάρκεια αυτής της εικοσαετίας συγκρούστηκαν μεταξύ τους δύο πολύ διαφορετικές κατηγορίες εμπολέμων, δηλαδή, κράτη και συστήματα. Η Γαλλία ως κράτος, με τα συμφέροντα και τις φιλοδοξίες της, αντιμε­τώπιζε -ή ήταν σε συμμαχία με- άλλα κράτη του ίδιου τύπου. Από την άλλη μεριά, η Γαλλία ως Επανάσταση έκανε έκκληση στους λαούς της γης να ανατρέψουν την τυραννία και να ασπασθούν την ελευθερία, και οι δυνάμεις της συντήρησης και της αντίδρασης την αντιστρατεύονταν. Αναμφίβολα, μετά τα πρώτα κοσμογονικά χρόνια του επαναστα­τικού πολέμου, μειώθηκε η διαφορά μεταξύ αυτών των δυο τύπων δια­μάχης. Προς το τέλος της ναπολεόντειας ηγεμονίας, το στοιχείο της αυτοκρατορικής κατάκτησης και εκμετάλλευσης είχε επικρατήσει έναντι του στοιχείου της απελευθέρωσης, όποτε τα γαλλικά στρατεύ­ματα νικούσαν, καταλάμβαναν ή προσαρτούσαν κάποια χώρα· έτσι οι εχθροπραξίες σε παγκόσμια κλίμακα συνδυάζονταν πολύ λιγότερο με εμφύλιο πόλεμο, είτε σε διεθνή κλίμακα είτε στο εσωτερικό, της κάθε χωράς. Αντιστρόφως, οι αντεπαναστατικές δυνάμεις αποδέχονταν τον αμετάκλητο χαρακτήρα πολλών από τα επιτεύγματα της Επανάστα­σης στη Γαλλία και, συνεπώς, ήταν πρόθυμες να διαπραγματευθούν (με ορισμένες επιφυλάξεις) όρους ειρήνης, όπως συμβαίνει ανάμεσα σε δυνάμεις με ομαλή λειτουργία και όχι ανάμεσα σε δυνάμεις του φωτός και του σκότους. Μέσα σε λίγες εβδομάδες μετά την πρώτη ήττα του Ναπολέοντα ήταν ακόμη και πρόθυμες να δεχτούν ξανά τη Γαλλία ως ισότιμο παίκτη στο παραδοσιακό παιχνίδι των συμμαχιών, των αντισυμμαχιών, της μπλόφας, της απειλής και του πολέμου, όπου η διπλω­ματία ρύθμιζε τις σχέσεις μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων. Ωστόσο, διατηρήθηκε η διττή φύση των πολέμων, ως σύγκρουση δηλαδή μεταξύ κρατών και μεταξύ κοινωνικών συστημάτων. Από κοινωνική άποψη, οι εμπόλεμοι ήταν πολύ άνισα χωρισμένοι. Εκτός από την ίδια τη Γαλλία, υπήρχε ένα μόνο σημαντικό κράτος στο οποίο η επαναστατική του προέλευση και η προσήλωση του στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δημιουργούσε κάποια ιδεο­λογική συμπάθεια για τη Γαλλία και αυτές ήταν οι ΗΠΑ[xl]. Στις άλλες συγκρούσεις οι ιδεολογικοί σύμμαχοι της Γαλλίας ήταν κόμματα και ιδεολογικά ρεύματα μάλλον παρά κράτη στο σύνολο τους[xli].

Σοβαρό πολιτικό φιλοϊακωβινικό ή φιλογαλλικό αίσθημα υπήρχε κυρίως σε ορισμένες περιοχές κοντά στη Γαλλία, όπου οι κοινωνικές συνθήκες ήταν ανάλογες ή υπήρχαν μόνιμες πολιτιστικές επαφές (Κάτω Χώρες, Ρηνανία, Ελβετία[xlii] και Σαβοΐα), στην Ιταλία[xliii] και, για κάπως διαφορετικούς λόγους, στην Ιρλανδία[xliv] και την Πολωνία[xlv].

Στο εξωτερικό, ο Ιακωβινισμός έκανε την άμεση ιδεολογική του έκκληση στις μορφωμένες και τις μεσαίες τάξεις συνεπώς η πολιτική του δύναμη, , εξαρτιόταν από την ετοιμότητα και την προθυμία τους να τη χρησιμοποιήσουν[xlvi].

.Σε γενικές συνεπώς γραμμές, η στρατιωτική αξία του ξένου φιλοϊακωβινισμού ήταν κατά κύριο λόγο η βοήθεια που πρόσφερε στη γαλλική κατάκτηση, καθώς και μια πηγή πολιτικά εμπίστων διοικητών στις κατακτημένες περιοχές. Πράγματι, οι περιοχές που διέθεταν ισχυρό Ιακωβινισμό μετατρέπονταν συχνά σε δημοκρατίες-δορυφόρους και έπειτα, εφόσον αυτό εξυπηρετούσε, τις προσαρτούσε  η Γαλλία[xlvii].

Ο ξένος Ιακωβινισμός είχε κάποια στρατιωτική σημασία, και οι αλ­λοδαποί Ιακωβίνοι μέσα στη Γαλλία έπαιζαν ουσιαστικό ρόλο στη δια­μόρφωση της στρατηγικής της Δημοκρατίας, όπως κυρίως η ομάδα Saliceti, που άλλωστε ευθύνεται αρκετά για την άνοδο του Ιταλού Ναπολέοντα Βοναπάρτη στον γαλλικό στρατό, καθώς και για τις μετέπειτα επιτυχίες του στην Ιταλία. Δεν θα μπορούσαμε  όμως  να ισχυριστούμε ότι η επιρροή της ομάδας αυτής, ή των Ιακωβίνων γενι­κότερα, είχε αποφασιστική σημασία[xlviii].

Αν όμως οι Γάλλοι είχαν την υποστήριξη των επαναστατικών δυνά­μεων στο εξωτερικό, το ίδιο συνέβαινε και με τους πολέμιους τους. Γιατί δεν μπορεί να παραβλέψει κανείς το κοινωνικοεπαναστατικό στοι­χείο των αυθόρμητων κινημάτων λαϊκής αντίστασης ενάντια στη γαλ­λική κατάκτηση, παρόλο που οι αγρότες που πρωτοστάτησαν το εξέφρα­ζαν μέσα από μαχητικό συντηρητισμό προσκείμενο στην Εκκλησία και τον Βασιλιά. Είναι ενδεικτικό ότι η στρατιωτική τακτική που στον αιώνα μας ταυτίζεται σχεδόν απόλυτα με τους επαναστατικούς πολέμους, η τακτική του αντάρτη ή του παρτιζάνου, ήταν στα 1792-1815 σχεδόν αποκλειστικά χαρακτηριστικό της αντιγαλλικής παράταξης.

 Παραδόξως, η στρατιωτική σημασία της επαναστατικής αυτής τακτικής ήταν πιθανότατα μεγαλύτερη για τους πολέμιους των Γάλ­λων απ’ ότι ήταν για τους Γάλλους η στρατιωτική σημασία του ξένου Ιακωβινισμού. Καμιά περιοχή πέρα από τα γαλλικά σύνορα δεν διατή­ρησε φιλοϊακωβινική κυβέρνηση ούτε στιγμή μετά την ήττα ή την υπο­χώρηση των γαλλικών στρατευμάτων[xlix].

Από κοινωνική άποψη, λοιπόν, δεν είναι τόσο μεγάλη παραποίηση της αλήθειας αν πούμε ότι ο πόλεμος ήταν πόλεμος της Γαλλίας και των γειτονικών της περιοχών ενάντια στους υπόλοιπους. Αν μιλήσουμε με βάση τις παλιού τύπου σχέσεις των δυνάμεων, το σχήμα ήταν πιο πολύπλοκο. Η βασική σύγκρουση εδώ ήταν ανάμεσα στη Γαλλία και τη Βρετανία, που είχε κυριαρχήσει στις ευρωπαϊκές διεθνείς σχέσεις σχεδόν έναν ολόκληρο αιώνα. Από πλευράς Βρετανών, ο  πόλεμος ήταν σχεδόν αποκλειστικά οικονομικός[l]. Στην Ευρώπη, ο στόχος αυτός δεν προϋπέθετε εδα­φικές φιλοδοξίες, εκτός βέβαια από τον έλεγχο ορισμένων σημείων μεγάλης ναυτικής σπουδαιότητας και τη βεβαιότητα ότι τα σημεία αυτά δεν θα έπεφταν στα χέρια κρατών με αρκετή ισχύ ώστε να είναι επικίνδυνα. Ως προς τα υπόλοιπα, η Βρετανία ήταν ευχαριστημένη με κάθε διακανονισμό των πραγμάτων της ηπειρωτικής Ευρώπης που εξα­σφάλιζε ότι τα άλλα κράτη θα κρατούσαν υπό έλεγχο όλους τους δυνά­μει ανταγωνιστές της. Στο εξωτερικό, ο στόχος προϋπέθετε την ολο­σχερή καταστροφή των αποικιακών αυτοκρατοριών άλλων λαών και την προσάρτηση από τη Βρετανία σημαντικού αριθμού εδαφών[li].

. Οι περισσότερες ναυτικές δυνάμεις ήταν ανίσχυρες ή, λόγω της θέσης τους στην Ευρώπη, υπερβολικά αποκομ­μένες για να προκαλέσουν ιδιαίτερα προβλήματα στους Βρετανούς· ωστόσο, ο αγγλοαμερικανικός πόλεμος του 1812-14 ήταν το αποτέλε­σμα μιας τέτοιας σύγκρουσης.

Η γαλλική εχθρότητα για τη Βρετανία ήταν κάπως πιο πολύπλοκη, αλλά το στοιχείο εκείνο που, όπως το βρετανικό, απαιτούσε ολοκληρω­τική νίκη ενισχύθηκε πολύ από την Επανάσταση, που ανέδειξε στην εξουσία μια γαλλική αστική τάξη με φιλοδοξίες το ίδιο απεριόριστες όπως οι βρετανικές. Η νίκη ενάντια στους Βρετανούς απαιτούσε το λιγότερο την καταστροφή του βρετανικού εμπορίου από το οποίο, όπως ορθά πιστευόταν, εξαρτιόταν η Βρετανία, καθώς και μια εγγύηση ενάντια στη μελλοντική βρετανική ανάκαμψη, εγγύηση που θα πρόσφερε η οριστική καταστροφή της Αγγλίας.

Οι άλλες αντιγαλλικές δυνάμεις είχαν εμπλακεί σ’ έναν λιγότερο εξαντλητικό αγώνα. Όλες έλπιζαν να ανατρέψουν τη Γαλλική Επα­νάσταση, αλλά  όχι σε βάρος των δικών τους πολιτικών φιλοδοξιών. Η ελπίδα αυτή έπαψε σαφώς πια να είναι εφικτή μετά τα 1792-95.

Ωστόσο, ακόμη κι αν λογαριάσουμε τη διάσπαση της αντιγαλλικής πλευράς και το δυναμικό των συμμάχων από τους οποίους μπορούσαν να αντλήσουν βοήθεια οι Γάλλοι, θεωρητικά οι αντιγαλλικές συμμαχίες ήταν μονίμως πολύ ισχυρότερες από τις φιλογαλλικές, τουλάχιστον στην αρχή. Παρ’ όλα αυτά, η στρατιωτική ιστορία των πολέμων είναι η ιστορία ενός σχεδόν ασταμάτητου και εκπληκτικού γαλλικού θριάμ­βου. Ο λόγος έγκειται στην Επανάσταση. Η πολιτική της ακτινοβολία στο εξωτερικό δεν ήταν, όπως είδαμε, αποφασιστικής σημασίας. Το περισ­σότερο που μπορούμε να πούμε είναι ότι απέτρεψε τον πληθυσμό των αντιδραστικών κρατών από το να αντισταθούν στους Γάλλους που τους έφεραν την ελευθερία τους. Η λαϊκή συμμετοχή όμως επέφερε αλλαγές στην πολε­μική τέχνη των Γάλλων και τους έδωσε ανυπολόγιστη υπεροχή απέναν­τι στις στρατιές του παλιού καθεστώτος. Από τεχνική άποψη, ο παλιός στρατός ήταν καλύτερα εκπαιδευμένος και πιο πειθαρχημένος και, όπου οι. ιδιότητες αυτές ήταν αποφασιστικές, όπως π.χ. στις ναυμαχίες, οι Γάλλοι ήταν αισθητά κατώτεροι[lii]. Αλλά εκεί όπου μετρούσε ο αυτοσχεδιασμός στην ορ­γάνωση, η κινητικότητα, η ευελιξία και, προπάντων, το καθαρό θάρρος και το ακμαίο ηθικό, οι Γάλλοι ήταν ασυναγώνιστοι.

  Στα 1793-94 οι Γάλλοι διέσωσαν την επανάσταση. Στα 1794-95 κατέλαβαν τις Κάτω Χώρες, τη Ρηνανία, τμήματα της Ισπανίας, την Ελβετία και τη Σαβοΐα (και τη Λιγουρία)[liii].

Στη θάλασσα, εντούτοις, οι Γάλλοι είχαν ως τότε ηττηθεί ολοσχε­ρώς[liv].

 Η τεχνική του γαλλικού στρατού, όπως είδαμε, ήταν να εκτελεί ταχύρρυθμες επιχειρήσεις σε αρκετά πλούσιες και πυκνοκατοικημένες περιοχές ώστε να διασφαλίζεται η συντήρηση του. Αλλά αυτό που είχε επιτυχία στη Λομβαρδία ή τη Ρηνανία —όπου αναπτύχθηκαν για πρώτη φορά οι .μέθοδοι αυτές— και ήταν ακόμη εφικτό στην κεντρική Ευρώπη, απέ­τυχε ολοσχερώς στις αχανείς, ακατοίκητες και φτωχές εκτάσεις της Πολωνίας και της Ρωσίας[lv].

Κάτω από τις συνθήκες αυτές, στην τελική συμμαχία κατά της Γαλλίας προσχώρησαν όχι μόνο οι παλιοί εχθροί της και τα θύματα της αλλά και όλοι όσοι ποθούσαν να βρεθούν από την πλευρά του νικητή. Ο νέος, και σε μεγάλο βαθμό άπειρος, γαλλικός στρατός ηττήθηκε στη Λειψία (1813), και οι σύμμαχοι προχώρησαν αμείλικτοι και μπήκαν στη Γαλλία, παρά τους εκπληκτικούς στρατιωτικούς ελιγμούς του Ναπολέοντα, ενώ οι Βρετανοί εισέβαλαν στη Γαλλία από τη μεριά της Ιβηρικής Χερσονήσου, Το Παρίσι κατελήφθη και ο αυτοκράτορας πα­ραιτήθηκε στις 6 Απριλίου 1814. Επιχείρησε να ανακτήσει την εξου­σία το 1815, αλλά η μάχη του Βατερλό (Ιούνιος 1815) του κατάφερε το οριστικό πλήγμα.

Κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του πολέμου, τα πολιτικά σύνορα της Ευρώπης χαράχτηκαν ξανά και ξανά αρκετές φορές. Εδώ είναι σκό­πιμο να εξετάσουμε μόνο τις αλλαγές εκείνες που, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ήταν αρκετά σταθερές ώστε να επιζήσουν της ήττας του Ναπολέοντα.

Η πιο σημαντική αλλαγή ήταν η γενική ορθολογική αναδιάταξη του ευρωπαϊκού πολιτικού χάρτη, ιδίως στη Γερμανία και την Ιταλία. Από άποψη πολιτικής γεωγραφίας, η Γαλλική Επανάσταση έθεσε τέλος στον ευρωπαϊκό Μεσαίωνα[lvi].

Η Επανάσταση και οι μετέπειτα πόλεμοι εξάλειψαν πολλά από αυτά τα κατάλοιπα, εν μέρει λόγω επαναστατικού ζήλου για εδαφική ενοποίηση και τυποποίηση, εν μέρει εκθέτοντας επανειλημμένα και για εξαιρετικά μακρά περίοδο τα μικρά και αδύναμα κρατίδια στην απληστία των μεγαλύτερων γειτόνων τους[lvii].

Εκτός Ευρώπης, φυσικά, οι εδαφικές μεταβολές που προκάλεσαν οι πόλεμοι ήταν συνέπεια της προσάρτησης από τη Βρετανία πολλών αποικιών που ανήκαν σε άλλους, καθώς και των απελευθερωτικών κινη­μάτων των αποικιών, τα όποια είτε ενέπνευσε ή επέτρεψε η Γαλλική Επανάσταση (όπως στο San Domingo) είτε επιβλήθηκαν με τον προσω­ρινό χωρισμό των αποικιών από τη μητρόπολη (όπως στην ισπανική και πορτογαλική Αμερική). Η βρετανική κυριαρχία στη θάλασσα εξα­σφάλιζε το αμετάκλητο των μεταβολών αυτών, που είχαν γίνει είτε εις βάρος των Γάλλων είτε —συχνότερα— εις βάρος των αντιπάλων τους.

Εξίσου σημαντικές ήταν οι θεσμικές μεταβολές που επέφερε, άμεσα ή έμμεσα, η γαλλική κατάκτηση[lviii].

Στην πραγματικότητα μπορούμε να πούμε, χωρίς μεγάλη υπερβολή, ότι κανένα σημαντικό ευρωπαϊκό κράτος δυτικά της Ρωσίας και της Τουρκίας και νότια της Σκανδιναβίας δεν βγήκε μετά τις δύο αυτές δεκαετίες πολέμου με εντελώς άθικτους τους εσωτερικούς θεσμούς του, ανεπηρέαστο από την εξάπλωση ή τη μίμηση της Γαλλικής Επανά­στασης[lix].

Αλλά οι μεταβολές στα σύνορα, τους νόμους και τους κυβερνητικούς θεσμούς δεν ήταν τίποτε σε σύγκριση με μια τρίτη συνέπεια των επανα­στατικών πολέμων: τον βαθύ μετασχηματισμό της πολιτικής ατμόσφαι­ρας. Όταν ξέσπασε η Γαλλική Επανάσταση, οι κυβερνήσεις της Ευ­ρώπης την αντιμετώπισαν με σχετική ψυχραιμία.

 Αλλά ως το 1815 είχε επικρατήσει μια τελείως διαφορετική στάση απέναντι στην επανάσταση, και η στάση αυτή κυριαρχούσε στην πολιτική των δυνάμεων.

Ήταν πια γνωστό ότι η επανάσταση σε μια χώρα μπορούσε να εξελι­χτεί σε ευρωπαϊκό φαινόμενο, ότι τα δόγματα της μπορούσαν να εξα­πλωθούν πέρα από τα σύνορα και, το χειρότερο, οι στρατιές της μπο­ρούσαν να τινάξουν στον αέρα τα πολιτικά συστήματα μιας ολόκληρης ηπείρου. Ήταν πια γνωστό ότι η κοινωνική επανάσταση μπορούσε να γίνει, ότι τα έθνη υπήρχαν ανεξάρτητα από τα κράτη, ότι οι λαοί υπήρχαν ανεξάρτητα από τους ηγεμόνες τους, ακόμη κι ότι οι φτωχοί υπήρ­χαν ανεξάρτητα από τις άρχουσες τάζεις

 Αλλά ποιες ήταν οι συνέπειες του ίδιου του πολέ­μου, των στρατιωτικών κινητοποιήσεων και των επιχειρήσεων, των πολιτικών και των οικονομικών μέτρων που προέκυψαν;

Παραδόξως οι συνέπειες αυτές ήταν μεγαλύτερες εκεί που είχαν μικρότερη σχέση με την αιματοχυσία, εκτός βέβαια από την ίδια τη Γαλλία, που ασφαλώς είχε μεγαλύτερες απώλειες και έχασε περισσό­τερο πληθυσμό από κάθε άλλη χώρα.

Η μακρά περίοδος οικονομικής ανάκαμψης που προηγή­θηκε του 1789 σήμαινε ότι ο λιμός και τα επακόλουθα του, η πανώλη  και ο λοιμός, δεν επιδείνωσαν υπερβολικά τα αποτελέσματα του ολέθρου και της λεηλασίας, και πάντως αυτό ίσχυε ως το 1811 και λίγο μετά[lx].

Κατά συνεπεία, οι ανθρώπινες απώλειες του εικοσαετούς πολέμου δεν φαίνεται να ήταν εξαιρετικά μεγάλες με σημερινά μέτρα, . Στην πραγματικότητα, σε καμία χώρα δεν παρατη­ρείται την εποχή αυτή αναχαίτιση της πληθυσμιακής αύξησης, εκτός ίσως από τη Γαλλία.

Για τους περισσότερους κατοίκους της Ευρώπης, εκτός από τους πολεμιστές, ο πόλεμος, αν σήμαινε κάτι, δεν ήταν τίποτε περισσότερο παρά μια περιστασιακή διακοπή της κανονικής πορείας της ζωής.

Οι απώλειες ήταν σημαντικές, μολονότι όχι υπερβολικές με τα φρι­κτά μέτρα του δικού μας αιώνα[lxi].

Οι ίδιες οι στρατιωτικές επιχειρήσεις σκότωναν ανθρώπους, άμεσα και έμμεσα, και κατέστρεφαν τον παραγωγικό εξοπλισμό αλλά, όπως ήδη είπαμε, δεν το έκαναν σε βαθμό που να ανακόπτεται η συνήθης πορεία της ζωής και της ανάπτυξης μιας χώρας. Οι οικονομικές απαι­τήσεις του πολέμου και ο οικονομικός πόλεμος είχαν πολύ σημαντικότε­ρες συνέπειες[lxii].

Εξοικείωσαν καταρχάς τον κόσμο με τα μη μετατρέψιμα χαρτονομί­σματα[lxiii].

Ωστόσο, οι λεπτομέρειες της χρηματοπιστωτικής κατάστασης τον καιρό των πολέμων είναι λιγότερο σημαντικές από τη γενική οικονο­μική απήχηση που προκάλεσε η μεγάλη εκτροπή των πόρων.

Η προφανής συνέπεια ενός τέτοιου ανταγωνισμού είναι ο πληθωρισμός[lxiv].

Οφείλουμε, ωστόσο, να θέσουμε ένα γενικότερο ερώτημα. Σε ποιο βαθμό η εκτροπή των πόρων που οφειλόταν στον πόλεμο εμπόδισε ή επι­βράδυνε την οικονομική ανάπτυξη των διαφόρων χωρών; Ασφαλώς το ερώτημα αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τη Γαλλία και τη Βρετανία, τις δύο σημαντικότερες οικονομικές δυνάμεις, οι όποιες και έφεραν τη μεγαλύτερη οικονομική επιβάρυνση.  Η βρετανική επιβάρυνση οφειλόταν στο κόστος όχι μόνο του πολέμου της ίδιας της χώρας αλλά, μέσω των παραδοσιακών επιδο­τήσεων προς τους συμμάχους, και μέρους των πολεμικών δαπανών άλλων χωρών. Από χρηματική άποψη ο πόλεμος επιβάρυνε τους Βρε­τανούς πολύ περισσότερο από κάθε άλλον αφού τους στοίχισε τρεις ως τέσσε­ρις φορές περισσότερο απ’ότι στοίχισε στους Γάλλους.

Η απάντηση στο γενικό ερώτημα είναι ευκολότερη προκειμένου για τη Γαλλία απ’ ότι για τη Βρετανία, διότι είναι σχεδόν αναμφισβήτητο ότι η γαλλική οικονομία παρέμεινε σχετικά στάσιμη και ότι η γαλλική βιομηχανία και το εμπόριο θα είχαν ασφαλώς αναπτυχθεί περισσότερο και γρηγορότερα αν έλειπαν η Επανάσταση και οι πόλεμοι[lxv]. Με τίμημα μια μικρή μόνο επιβράδυν­ση του ρυθμού της οικονομικής ανάπτυξης, ο όποιος ωστόσο παρέμενε ταχύτατος, η Βρετανία εξόντωσε αποφασιστικά τον μεγαλύτερο αντα­γωνιστή της και έγινε το «εργαστήρι του κόσμου» για δυο γενεές[lxvi].

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε'ΕΙΡΗΝΗ

Μετά από είκοσι και πλέον χρόνια αδιάκοπου σχεδόν πολέμου και επα­νάστασης, τα νικηφόρα

παλαιά καθεστώτα αντιμετώπιζαν προβλήματα σύναψης και διατήρησης της ειρήνης, προβλήματα ιδιαίτερα δυσχερή και επικίνδυνα. Τα συντρίμμια που προκάλεσαν οι δύο δεκαετίες έπρεπε να εκκαθαριστούν, και να ανακατανεμηθούν τα εδάφη που κυριεύτηκαν. Κυρίως, ήταν φανερό για κάθε νοήμονα πολιτικό άνδρα ότι στο εξής ή­ταν ανεπίτρεπτος ένας ευρωπαϊκός πόλεμος μεγάλης κλίμακας, γιατί κάτι τέτοιο θα σήμαινε, σχεδόν με βεβαιότητα, μια νέα επανάσταση και, κατά συνέπεια, την καταστροφή των παλαιών καθεστώτων[lxvii].  Οι βασιλείς και οι πολιτικοί δεν ήταν ούτε πιο σοφοί ούτε πιο ειρηνόφιλοι από πριν. Α­ναμφίβολα όμως ήταν πιο φοβισμένοι.

Είχαν επίσης ιδιαίτερη επιτυχία. Στην περίοδο μεταξύ της ήττας του Ναπολέοντα και του Κριμαϊκού Πολέμου του 1854-56 δεν μεσολά­βησε πράγματι ούτε γενικός ευρωπαϊκός πόλεμος ούτε σύρραξη στην οποία, μια Μεγάλη Δύναμη να αντιμετωπίσει μια άλλη στο πεδίο της μάχης. Και εκτός από τον Κριμαϊκό, μεταξύ του 1815 και του 1914 δεν μεσολάβησε πόλεμος στον οποίο να αναμειχθούν περισσότερες από δύο Μεγάλες Δυνάμεις.

Τα επαναστατικά κινήματα  ανέτρεψαν την πολύ δύσκολα κερδισμένη διεθνή στα­θερότητα πολλές φορές. Στη δεκαετία του 1820 κυρίως στη νότια Ευ­ρώπη, τα Βαλκάνια και τη Λατινική Αμερική, μετά το 1830 στη δυτική Ευρώπη (κυρίως στο Βέλγιο), και ξανά τις παραμονές της Επα­νάστασης του 1848[lxviii]. Ωστό­σο, παρά τους σκοπέλους και τις περιδινήσεις, τα σκάφη της διπλωμα­τίας έπλεαν σε ταραγμένα νερά χωρίς να συγκρουστούν.

Η γενιά μας, που γνώρισε πολύ πιο θεαματική αποτυχία στη βασική αποστολή της διεθνούς διπλωματίας, να αποσοβεί δηλαδή τους γενικούς πολέμους, φαίνεται να αντιμετωπίζει τους πολιτικούς και τις μεθόδους του 1815-48 με ένα σεβασμό που δεν αισθάνονταν πάντοτε οι άμεσοι διάδοχοί τους[lxix].

Κατά κάποιον τρόπο, οι πολιτικοί αυτής της περιόδου αξίζουν τον έπαινο. Ο δια­κανονισμός των πραγμάτων στην Ευρώπη μετά τους ναπολεόντειους πολέμους δεν ήταν δικαιότερος ούτε ηθικότερος από οποιονδήποτε άλλο, αλλά, αν λάβουμε υπόψη τους εντελώς αντιφιλελεύθερους και αντεθνι­κούς (δηλαδή αντεπαναστατικούς) σκοπούς των δημιουργών του, ήταν ρεαλιστικός και συνετός. Δεν έγινε καμία απόπειρα εκμετάλλευσης της ολοκληρωτικής νίκης κατά των Γάλλων, που δεν έπρεπε να εξωθηθούν σε νέο γύρο Ιακωβινισμού[lxx].

Ο χάρτης της Ευρώπης άλλαξε χωρίς να ληφθούν υπόψη ούτε οι βλέψεις των λαών ούτε τα δικαιώματα των πολυαρίθμων ηγεμόνων που εκδιώχθηκαν κάποια στιγμή από τους Γάλλους, αλλά με μόνη σοβαρή μέριμνα την ισορροπία των πέντε Μεγάλων Δυνάμεων που αναδείχτη­καν από τους πολέμους: της Ρωσίας, της Βρετανίας, της Γαλλίας, της Αυστρίας και της Πρωσίας.

Στην πραγματικότητα, μόνο οι πρώτες τρεις μετρούσαν. Η Βρετανία δεν είχε εδαφικές φιλοδοξίες στην ηπει­ρωτική Ευρώπη, μολονότι προτιμούσε να ελέγχει, ή να «προστατεύει», κάποια σημεία με μεγάλη ναυτιλιακή ή εμπορική σπουδαιότητα[lxxi].

Εκτός Ευ­ρώπης, οι βρετανικές εδαφικές φιλοδοξίες ήταν ασφαλώς πολύ μεγα­λύτερες. Ωστόσο, λόγω του ολοκληρωτικού ελέγχου όλων των θαλασ­σών από το βρετανικό ναυτικό, ήταν εν πολλοίς αδιάφορο αν μια περιο­χή ήταν πράγματι υπό τη βρετανική σημαία ή όχι με  εξαίρεση την βορειοδυτική Ινδία,. Στην Ευρώπη, τα βρετανικά συμφέροντα απλώς απαιτούσαν να μην υπάρχει καμιά δύναμη υπερβολικά ισχυρή.

Η Ρωσία, η αποφασιστική στρατιωτική δύναμη στην ξηρά, ικανο­ποίησε τις περιορισμένες εδαφικές της φιλοδοξίες[lxxii].

Η Αυστρία και η Πρωσία ήταν Μεγάλες Δυνάμεις μόνο κατ’όνομα· ή, τουλάχιστον, έτσι πιστευόταν, σωστά μεν λόγω της γνωστής αδυνα­μίας της Αυστρίας σε περιόδους διεθνούς κρίσης, και εσφαλμένα λόγω της κατάρρευσης της Πρωσίας το 1806[lxxiii].

Οι δημόσιοι άνδρες του 1815 είχαν αρκετή σύνεση για να γνωρίζουν ότι κανένας διακανονισμός, Όσο προσεκτικά μελετημένος κι αν ήταν, δεν θα άντεχε μακροπρόθεσμα τον ανταγωνισμό των κρατών και τις μετα­βαλλόμενες περιστάσεις. Κατά συνέπεια, επιδόθηκαν στην εκπόνηση ενός μηχανισμού για τη διατήρηση της ειρήνης —ρυθμίζοντας δηλαδή όλα τα προβλήματα καθώς ανέκυπταν— μέσω τακτικών συνεδρίων. Ε­ξυπακούεται φυσικά ότι τις ζωτικές αποφάσεις στα συνέδρια αυτά θα έπαιρναν οι «Μεγάλες Δυνάμεις» (ο ίδιος ο όρος είναι επινόημα της περιόδου αυτής)[lxxiv]. Τα τακτικά συνέδρια, ωστόσο, συνήλθαν μόνο για λίγα χρόνια —από το 1818, όταν η Γαλλία έγινε ξανά δεκτή επισήμως στη Συμφωνία, ως το 1822.

Το σύστημα των συνεδρίων κατέρρευσε, διότι δεν μπόρεσε να επιζή­σει τα χρόνια αμέσως μετά τους ναπολεόντειους πολέμους, όταν ο λιμός του 1816-17 και η οικονομική ύφεση διατηρούσαν ένα ζωντανό αλλά αδικαιολόγητο φόβο κοινωνικής επανάστασης παντού, συμπεριλαμβανο­μένης και της Βρετανίας. Μετά την αποκατάσταση της οικονομικής σταθερότητας γύρω στα 1820, κάθε διαταραχή του διακανονισμού του 1815 απλώς αποκάλυπτε τις αποκλίσεις ανάμεσα στα συμφέροντα των δυνάμεων. Στο σημείο αυτό επίσης  κάνει εκτενή αναφορά στο Ανατολικό Ζήτημα και το ανταγωνισμό των δυνάμεων και ιδιαίτερα της Αγγλίας και της Ρωσίας γύρω απ’ αυτό[lxxv].

Οι επαναστάσεις του 1830 έφεραν την οριστική τους εξαφάνιση γιατί δεν αφορούσαν πια μόνο κράτη αλλά και μια Μεγάλη Δύναμη, τη Γαλλία. Στην πραγματικότητα, απάλλαξαν όλη την Ευρώπη δυτικά του Ρήνου από την αστυνόμευση της Ιεράς Συμμαχίας.

Αντιμέτωποι με τη βρετανική πίεση, οι Ρώσοι με τη σειρά τους υπο­χώρησαν, και στη δεκαετία του 1840 επανήλθαν σε προτάσεις για δια­μελισμό της Τουρκίας.

Αλλά τελικά, με εξαίρεση τον Κριμαϊκό Πόλεμο  δεν έγινε πόλεμος με αφορμή την Τουρκία στη διάρκεια  του 19ου αιώνα.     Είναι λοιπόν σαφές από την εξέλιξη των διπλωματικών διενέξεων στην περίοδο αυτή ότι το εύφλεκτο υλικό στις διεθνείς σχέσεις απλώς ,δεν ήταν αρκετά εκρηκτικό για να πυροδοτήσει ένα μείζονα πόλεμο.    

Από τις Μεγάλες Δυνάμεις, οι Αυστριακοί και οι Πρώσοι ήταν ανίσχυροι για να παίξουν σπουδαίο ρόλο. Οι Βρετανοί ήταν ικανοποιη­μένοι. Το 1815 είχαν ήδη κερδίσει την πιο ολοκληρωτική νίκη από κάθε άλλη δύναμη σ’ ολόκληρη την παγκόσμια ιστορία, και πρόβαλαν μετά από εικοσαετή πόλεμο κατά της Γαλλίας ως η μόνη βιομηχανική οικο­νομία, η μόνη ναυτική δύναμη —το βρετανικό ναυτικό το 1840 είχε περίπου τόσα πλοία όσα το ναυτικό όλων των άλλων Δυνάμεων— και ουσιαστικά η μόνη αποικιοκρατική δύναμη στον κόσμο. Τίποτε δεν φαι­νόταν να στέκει εμπόδιο στο μόνο κύριο επεκτατικό ενδιαφέρον της βρε­τανικής εξωτερικής πολιτικής, στην ανάπτυξη δηλαδή του βρετανικού εμπορίου και των επενδύσεων[lxxvi].  

Εκτός πεδίου ευρωπαϊκών Ισορροπιών, φυσικά, τίποτε δεν εμπόδιζε τον επεκτατισμό και τη φιλοπόλεμη διάθεση. Στην πραγματικότητα, οι εδαφικές κτήσεις των ευρωπαϊκών δυνάμεων, αν και τεράστιες, ήταν στην ουσία περιορισμένες. Οι Βρετανοί ήταν ευχαριστημένοι με την απόκτηση περιοχών ζωτικής σημασίας για τον ναυτικό έλεγχο του κόσμου και για τα παγκόσμια εμπορικά τους συμφέροντα[lxxvii]. Οι απαιτή­σεις της εκστρατείας κατά του δουλεμπορίου —που ικανοποιούσε τόσο την ανθρωπιστική κοινή γνώμη στην Αγγλία όσο και τα στρατηγικά συμφέροντα του βρετανικού ναυτικού, που την χρησιμοποιούσε για να ενι­σχύσει το παγκόσμιο μονοπώλιο του— τους οδήγησε στη διατήρηση ερεισμάτων κατά μήκος των αφρικανικών ακτών. Αλλά, σε γενικές γραμμές, με μία μόνο σημαντική εξαίρεση, η άποψη τους ήταν ότι ένας κόσμος ανοιχτός στο βρετανικό εμπόριο και με την προστασία του βρετα­νικού ναυτικού απέναντι σε κάθε λογής ανεπιθύμητη εισβολή μπορούσε να αξιοποιηθεί φτηνότερα χωρίς τις διοικητικές δαπάνες που συνεπάγε­ται η κατάληψη[lxxviii].

 

Μια διάταξη του διεθνούς ειρηνευτικού διακανονισμού πρέπει, ωστό­σο, να μνημονευτεί χωριστά, δηλαδή η κατάργηση του διεθνούς δουλεμπορίου. Οι λόγοι ήταν και ανθρωπιστικοί και οικονομικοί: η δουλεία ήταν αποτροπιαστική και άκρως ασύμφορη. Άλλωστε, σύμφωνα με την άποψη των Βρετανών, που ήταν και οι κορυφαίοι διεθνείς υπέρμαχοι αυτού του θαυμάσιου κινήματος, η οικονομία του 1815-48 δεν στηριζόταν πια, όπως συνέβαινε τον 18ο αιώνα, στις πωλήσεις ανθρώπων και ζάχαρης, αλλά στις πωλήσεις βαμβακερών ειδών. Στην πράξη, η κατάργηση της δουλείας ήρθε με πιο αργό ρυθμό (εκτός, φυσικά, από τις περιοχές όπου η Γαλλική Επανάσταση την είχε ήδη εξαλείψει)[lxxix].

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ς'ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΙΣ

Σπάνια η ανικανότητα των κυβερνήσεων να σταματήσουν τον ρου της ιστορίας έχει αποδειχτεί πιο περίτρανα απ’ ότι στη γενιά μετά το 1815. Ο υπέρτατος στόχος όλων των δυνάμεων, που είχαν μόλις ανα­λώσει πάνω από είκοσι χρόνια πολεμώντας τη Γαλλική Επανάσταση, ήταν να αποτρέψουν το ενδεχόμενο μιας δεύτερης επανάστασης, ή την ακόμη μεγαλύτερη καταστροφή που θα προξενούσε ένας γενικός επανα­στατικός ξεσηκωμός στα πρότυπα του γαλλικού. Αυτός ήταν ο στόχος ακόμη και των Βρετανών, οι οποίοι δεν συμπαθούσαν τον αντιδραστικό απολυταρχισμό που επιβλήθηκε ξανά σε ολόκληρη την Ευρώπη και γνώριζαν πολύ καλά ότι δεν ήταν δυνατή ούτε θεμιτή η αποφυγή των μεταρρυθμίσεων, αλλά έτρεμαν την εξάπλωση ενός νέου γαλλικού Ιακωβινισμού περισσότερο από κάθε άλλο ενδεχόμενο στον διεθνή χώρο. Παρ’ όλα αυτά, ποτέ στην ευρωπαϊκή ιστορία, και πολύ σπάνια σε άλλες περιοχές, ο επαναστατισμός δεν ήταν τόσο ενδημικός, τόσο γενι­κός ανάμεσα στο 1815 και το 1848[lxxx].  Το πρώτο κύμα εμφανίστηκε στα 1820-24. Στην Ευρώπη, περιορίστηκε κυρίως στη Μεσόγειο, με επίκεντρα την Ισπανία (1820), τη Νεάπολη (1820) και την Ελλάδα (1821). Εκτός από την ελληνική, όλες οι άλλες επαναστάσεις κατα­πνίγηκαν. Η Ισπανική Επανάσταση αναβίωσε το απελευθερωτικό κίνημα στη Λατινική Αμερική, που είχε υποστεί ήττα μετά από μια πρώτη προσπάθεια που είχε προκαλέσει η κατάκτηση της Ισπανίας από τον Ναπολέοντα το 1808 και είχε περιοριστεί σε κάποιους απομο­νωμένους πρόσφυγες και λίγες συμμορίες. Οι τρεις μεγάλοι απελευθε­ρωτές της ισπανικής Νότιας Αμερικής ήταν o Simon Bolivar, ο San Martin και ο Bernardo O’ Higgins. To 1822 η Βραζιλία αποσπάστηκε αθόρυβα από την Πορτογαλία, με ηγεμόνα τον αντιβασιλέα που άφησε πίσω της η πορτογαλική βασιλική οικογένεια επιστρέφοντας στην Ευρώπη από τη ναπολεόντεια εξορία[lxxxi].

Το δεύτερο επαναστατικό κύμα εμφανίστηκε στα 1829-34 και επη­ρέασε όλη την Ευρώπη στα δυτικά της Ρωσίας, καθώς και τη βορειοα­μερικανική ήπειρο, γιατί η μεγάλη αναμορφωτική εποχή του προέδρου Andrew Jackson (1829-37), μολονότι όχι άμεσα συνδεδεμένη με τις ευρωπαϊκές αναταραχές, πρέπει να θεωρηθεί μέρος του κύματος αυτού. Στην Ευρώπη, η ανατροπή των Βουρβόνων στη Γαλλία ενθάρρυνε ποι­κίλα άλλα κινήματα. Το Βέλγιο (1830) κέρδισε την ανεξαρτησία του από την Ολλανδία· το πολωνικό κίνημα (1830-31) καταπνίγηκε  μόνο μετά από σημαντικές στρατιωτικές επιχειρήσεις· διάφορα τμήματα της Ιταλίας και της Γερμανίας ήταν σε αναστάτωση· ο φιλελευθερισμός κυριάρχησε στην Ελβετία —πολύ λιγότερο ειρηνική χώρα τότε απ’ ότι τώρα— ενώ άρχισε στην Ισπανία και την Πορτογαλία μια, περίοδος εμφύλιου πολέμου ανάμεσα σε φιλελεύθερους και κληρικόφρονες. Ακόμη και η Βρετανία επηρεάστηκε, εν μέρει εξαιτίας της απει­λούμενης έκρηξης στην Ιρλανδία, πράγμα που εξασφάλισε την Καθολική Χειραφέτηση (1829) και τη νέα έναρξη της μεταρρυθμιστικής αναστάτωσης. Ο Μεταρρυθμιστικός Νόμος του 1832 αντιστοιχεί στην Iουλιανή Επανάσταση του 1830 στη Γαλλία, και μάλιστα πήρε ισχυρή ώθηση από τα νέα που έφτασαν από το Παρί­σι[lxxxii].

Το δεύτερο επαναστατικό κύμα του 1830 ήταν, συνεπώς, πολύ σοβα­ρότερη υπόθεση από του 1820. Στην ουσία σημαίνει την οριστική ήττα της αριστοκρατίας από τις αστικές δυνάμεις στη δυτική Ευρώπη[lxxxiii].

 Το πολιτικό  σύστημα, στη Βρετα­νία, τη Γαλλία και το Βέλγιο, ήταν κατά βάση το ίδιο δηλαδή φιλελεύθεροι θεσμοί που διασφαλίζονταν έναντι της δημοκρατίας με την επιβολή περιουσιακών ή μορφωτικών κριτηρίων στους εκλογείς —υπήρχαν, αρ­χικά, μόνο 168.000 ψηφοφόροι στη Γαλλία— υπό συνταγματικό μονάρ­χη· στην πραγματικότητα, κάτι που έμοιαζε πολύ με τους θεσμούς της πρώτης και ιδιαίτερα μετριοπαθούς αστικής φάσης της Γαλλικής Ε­πανάστασης, το σύνταγμα δηλαδή του 1791 Αλλά, επίσης  θα δούμε, ότι το 1830 σημαδεύει μια ακόμη ριζοσπαστικότερη καινοτομία στην πολιτι­κή: την εμφάνιση της εργατικής τάξης ως μιας ανεξάρτητης και συνει­δητοποιημένης δύναμης στην πολιτική ζωή, στη Βρετανία και τη Γαλ­λία, καθώς και το ξέσπασμα των εθνικιστικών κινημάτων σε πάρα πολ­λές ευρωπαϊκές χώρες.

Πίσω από τις σημαντικές αυτές πολιτικές αλλαγές κρύβονταν ση­μαντικές μεταβολές στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη. Όποια  πλευρά της κοινωνικής ζωής κι αν εξετάσουμε, το 1830 αποτελεί σταθ­μό. Από όλες τις χρονολογίες μεταξύ του 1789 και του 1848 αυτή είναι η καταφανέστερα αξιομνημόνευτη[lxxxiv].

Το τρίτο και μεγαλύτερο επαναστατικό κύμα, του 1848, ήταν προϊόν αυτής της κρίσης. Η επανάσταση ξέσπασε σχεδόν ταυτόχρονα και (προσωρινά) επιβλήθηκε στη Γαλλία, σε ολόκληρη την Ιταλία, στα γερμανικά κρατίδια, στο μεγαλύτερο μέρος της αυτοκρατορίας των Αψβούργων και στην Ελβετία (1847)[lxxxv].

«Ποτέ δεν συνέβη τίποτε που να μοιάζει περισσότερο με παγκόσμια επανάσταση, το όνειρο των επαναστατών της περιόδου εκείνης, από την αυθόρμητη και γενική αυτή πυρκαγιά με την οποία τελειώνει αυτή η εποχή. Ότι ήταν το 1789 η εξέγερση ενός μόνο έθνους, τώρα έμοιαζε να είναι «η άνοιξη των λαών» μιας ολάκερης ηπείρου».

Αντίθετα από ότι συνέβαινε με τις επαναστάσεις στο τέλος του 18ου αιώνα, οι επαναστάσεις της μεταναπολεόντειας περιόδου ήταν εσκεμ­μένες ή ακόμη και προγραμματισμένες. Γιατί το καταπληκτικότερο κληροδότημα της ίδιας της Γαλλικής Επανάστασης ήταν τα πρότυπα και τα οργανωμένα σχήματα πολιτικής αναταραχής που αυτή καθιέ­ρωσε για τη γενική χρήση των απανταχού επαναστατών. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι επαναστάσεις του 1815-48 ήταν απλώς έργο λίγων δυσαρεστημένων ταραχοποιών. Ξέσπασαν γιατί τα πολιτικά συστή­ματα που είχαν επιβληθεί ξανά στην Ευρώπη ήταν εντελώς ανεπαρκή και, σε μια περίοδο γρήγορων κοινωνικών αλλαγών, όλο και περισσότερο ακατάλληλα για τις πολιτικές συνθήκες της ηπειρωτικής Ευρώ­πης, και γιατί οι οικονομικές και κοινωνικές δυσαρέσκειες ήταν τόσο οξείες ώστε να προκαλούν σχεδόν αναπόφευκτα συνεχή επαναστατικά ξεσπάσματα. Αλλά τα πολιτικά πρότυπα που δημιούργησε η Επανά­σταση του 1789 χρησίμευαν στο να αποκτήσει η δυσαρέσκεια συγκεκρι­μένο αντικείμενο, η αναταραχή να γίνει επανάσταση και, πάνω απ’ όλα, να συνενωθεί η Ευρώπη ολόκληρη σ’ ένα ανατρεπτικό κίνημα, ή ίσως θα ήταν καλύτερα να πούμε ανατρεπτικό ρεύμα.

Υπήρχαν αρκετά τέτοια πρότυπα, αν και όλα ξεπηδούσαν από την εμπειρία της Γαλλίας μεταξύ του 1789 και του 1797[lxxxvi].

Από την άποψη των απολυταρχικών κυβερνήσεων, όλα αυτά τα κινήματα ήταν εξίσου ανατρεπτικά για τη σταθερότητα και την ευρυθ­μία των πραγμάτων, μολονότι ορισμένα φάνηκαν να αποσκοπούν πιο συνειδητά από άλλα στη διάδοση του χάους, ενώ μερικά φαίνονταν πιο επικίνδυνα γιατί είχαν περισσότερες πιθανότητες να διεγείρουν τις αμαθείς και εξαθλιωμένες μάζες.

Κατά τη διάρκεια της περιόδου της Παλινόρθωσης (1815-30) το στρώμα της αντίδρασης κάλυπτε εξίσου όλους τους διαφωνούντες, και στο σκοτάδι του δύσκολα διακρίνονταν οι διαφορές μεταξύ Βοναπαρτιστών και ρεπουμπλικάνων, μετριοπαθών και ριζοσπαστών. Δεν υπήρ­χαν ακόμη ενσυνείδητοι επαναστάτες ή σοσιαλιστές της εργατικής τάξης, τουλάχιστον στο πεδίο της πολιτικής, εκτός από τη Βρετανία[lxxxvii].

Στην περίοδο αυτή, δεν υπήρχαν, ακόμη, κοινωνικές αλλά ούτε και εθνικές διακρίσεις  στην ευρωπαϊκή αντιπολίτευση που να τη διαιρούν σε διαφορετικά στρατόπεδα χωρίς καμιά αλληλοκατανόηση μεταξύ τους. Όλοι τους (τουλάχιστον στα δυτικά των Βαλκανίων) θεωρούσαν ότι πολεμούν εναντίον ενός κοινού εχθρού, της συνένωσης των απολυταρχικών ηγεμόνων υπό την αρχηγία του Τσάρου. Όλοι τους συνεπώς νοούσαν την επανάσταση ως ενιαία και αδιάσπαστη δηλαδή  ένα ενιαίο ευρωπαϊκό φαινόμενο μάλλον παρά ένα άθροισμα εθνικών και τοπικών απελευθερωτικών κινημάτων. Όλοι τους έτειναν στην υιοθέτηση του ίδιου τύπου επαναστατικής οργάνωσης, ή ακόμη και της ίδιας ακριβώς οργάνωσης δηλαδή της μυστικής επαναστατικής αδελφότητας[lxxxviii][lxxxix].

Αυτό που θα πρέπει να σημειωθεί είναι ότι οι επαναστάσεις του 1830 άλλαξαν εντελώς την κατάσταση. Οι επαναστάσεις αυτές ήταν οι πρώτοι καρποί μιας γενικότερης περιόδου οξείας και ευρύτατης οικονομικής και κοινωνικής αναταραχής, καθώς και ταχύρρυθμης κοινωνικής αλλαγής. Το γεγονός αυτό είχε δύο συνέπειες. Πρώτα απ’ όλα , οι μαζικές πολιτικές διεργασίες και η μα­ζική επανάσταση στα χνάρια του 1789 έγιναν για άλλη μια φορά εφι­κτές, και συνεπώς ήταν λιγότερο απαραίτητη η αποκλειστική εξάρ­τηση από τις μυστικές αδελφότητες. Στο Παρίσι, οι Βουρβόνοι ανα­τράπηκαν από έναν χαρακτηριστικό συνδυασμό αφενός της κρίσης στα πολιτικά πράγματα της μοναρχίας στην περίοδο της Παλινόρθωσης και αφετέρου της λαϊκής αναταραχής που προκαλούσε η οικονομική ύφεση[xc].

ΟΙ επαναστάσεις του 1830 επέφεραν επίσης δύο ακόμη αλλαγές στην αριστερή πολιτική. Χώρισαν τους μετριοπαθείς από τους ριζο­σπάστες και δημιούργησαν νέα διεθνή κατάσταση. Με τον τρόπο αυτό συνέβαλαν στο να χωριστεί το κίνημα όχι μονό σε διαφορετικά κοινωνι­κά, αλλά και σε διαφορετικά εθνικά τμήματα. Από διεθνή άποψη, οι επαναστάσεις χώρισαν την Ευρώπη σε δύο σημαντικές περιφέρειες. Στα δυτικά του Ρήνου έσπασαν οριστικά τα στηρίγματα των ενωμένων αντιδραστικών δυνάμεων[xci].

Στα ανατολικά του Ρήνου η κατάσταση έμμενε φαινομενικά όπως ήταν πριν από το 1830, γιατί όλες οι επαναστάσεις καταπνίγηκαν[xcii]..

Οι διαφορές αυτές αντανακλούσαν τις παραλλαγές στο ρυθμό εξέλι­ξης και στις κοινωνικές συνθήκες από χώρα σε χώρα, παραλλαγές που γίνονταν όλο και εμφανέστερες στις δεκαετίες του 1830 και 1840 και έπαιζαν όλο και σημαντικότερο ρόλο στα πολιτικά πράγματα[xciii].

 Σε σχέση με το 1848  η αποκέντρωση του επαναστατικού κινήματος ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, γιατί τότε τα έθνη πράγ­ματι ξεσηκώθηκαν χωριστά, αυθόρμητα και ταυτόχρονα. Από μια άλλη άποψη όμως, όχι διότι η ώθηση για την ταυτόχρονη επαναστατική τους έκρηξη προερχόταν ακόμη από τη Γαλλία, και η απροθυμία των Γάλλων να παίξουν το ρόλο του ελευθερωτή τα αποδυνάμωνε[xciv].

Παρ’ όλα αυτά, τα επαναστατικά κινήματα των ετών 1830-48, αν και τα χώριζαν διαφορές τοπικές, εθνικές και ταξικές, διατηρούσαν πολλά κοινά στοιχεία. Αφενός, παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό ορ­γανώσεις μιας μειονότητας αστών και διανοούμενων συνωμοτών, συχνά εξόριστων, ή περιορίστηκαν στον σχετικά μικρό κόσμο των εγ­γραμμάτων[xcv].

Αφετέρου, διατήρησαν ένα κοινό σχήμα πολιτικής διαδικασίας, στρα­τηγικής, τακτικής κτλ., που προερχόταν από την εμπειρία και την κληρονομιά της Επανάστασης του 1789, καθώς και ένα έντονο αίσθημα διεθνούς ενότητας.

Οι παράνομες οργανώσεις είναι φυσικά μικρότερες από τις νόμιμες, και η κοινωνική τους σύνθεση κάθε άλλο παρά αντιπροσωπευτική[xcvi].

Οι κοινές αντιλήψεις  που  διέπνεαν τους επαναστάτες ενισχύονταν περισσότερο από την ισχυρή παράδοση του διεθνισμού, που επιβίωνε ακόμη κι ανάμεσα στους αυτονο­μιστές εθνικιστές οι οποίοι αρνούνταν να δεχτούν την αυτόματη ηγεσία οποιασδήποτε χώρας —δηλαδή της Γαλλίας, ή μάλλον του Παρισιού. Ο σκοπός όλων των εθνών ήταν ο ίδιος[xcvii].

Ένας συμπωματικός παράγων που ενίσχυσε το διεθνισμό των ετών 1830-48 ήταν η εξορία. Τα περισσότερα μαχητικά πολιτικά στελέχη της ευρωπαϊκής αριστεράς εκπατρίζονταν για κάποιο διάστημα, πολ­λοί για δεκαετίες ολόκληρες, και συγκεντρώνονταν στις σχετικά λίγες ζώνες που προσέφεραν καταφύγιο ή άσυλο όπως στη Γαλλία, την Ελβετία και σε μικρότερο βαθμό στη Βρετανία και το Βέλγιο.

Στα κέντρα όπου κατέφευγαν, οι πολιτικοί πρόσφυγες οργανώνον­ταν, επιχειρηματολογούσαν, λογομαχούσαν, επισκέπτονταν ο ένας τον άλλο και αλληλοκατηγορούνταν, ενώ σχεδίαζαν την απελευθέρωση της χώρας τους ή, παρεμπιπτόντως, άλλων χωρών[xcviii]. Ωστόσο δεν ήταν οί μόνοι.

Τους εκπατρισμένους τους ένωνε κοινή μοίρα και κοινό ιδεώδες. Οι περισσότεροι αντιμετώπιζαν τα ίδια προβλήματα φτώχειας και αστυνο­μικής επιτήρησης, παράνομης αλληλογραφίας, κατασκοπείας, καθώς και τις κατηγορίες των πανταχού παρόντων προβοκατόρων.  Μαζί προετοιμάστηκαν και περίμεναν την ευρωπαϊκή επανάσταση που ξέσπασε—και απέτυχε—το 1848.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ'-ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ

Μετά το 1830, όπως είδαμε, το γενικό κίνημα υπέρ της επανάστασης διχάστηκε. Από το διχασμό αυτόν προέκυψε ένα φαινόμενο που αξίζει να τύχει ιδιαίτερης προσοχής: τα ενσυνείδητα εθνικιστικά κινήματα.

Τα κινήματα που συμβολίζουν με τον πειστικότερο τρόπο την εξέλιξη αυτή είναι όσα ίδρυσε ή ενέπνευσε ο Giuseppe Mazzini μετά την επανά­σταση του 1830: Νέα Ιταλία, Νέα Πολωνία, Νέα Ελβετία, Νέα Γερ­μανία και Νέα Γαλλία (1831-36), καθώς και η ανάλογη Νέα Ιρλαν­δία της δεκαετίας του 1840, ο πρόδρομος της μόνης επαναστατικής ορ­γάνωσης που είχε μακροβιότητα και επιτυχία, με βάση το πρότυπο των συνωμοτικών αδελφοτήτων των άρχων του 19ου αιώνα, τους Fenians η Ιρλανδική Δημοκρατική Αδελφότητα, πιο γνωστή από το εκτελε­στικό της όργανο, τον Ιρλανδικό Δημοκρατικό Στρατό (Ι.R.Α.). Αυτά καθαυτά τα κινήματα δεν είχαν μεγάλη σημασία· η παρουσία και μόνο του Mazzini θα αρκούσε να εξασφαλίσει την πλήρη αναποτελεσματικό­τητα τους. Από συμβολική άποψη όμως έχουν εξαιρετική σημασία, Όπως άλλωστε αποδεικνύει η υιοθέτηση ονομάτων όπως Νέοι Τσέχοι η Νεότουρκοι από μεταγενέστερα εθνικιστικά κινήματα. Σημαδεύουν τη διάσπαση του ευρωπαϊκού επαναστατικού κινήματος σε εθνικά τμήματα. Αναμφισβήτητα, τα τμήματα αυτά είχαν το ίδιο πολιτικό πρό­γραμμα και την ίδια στρατηγική και τακτική, ακόμη και, εν πολλοίς, την ίδια σημαία —σχεδόν πάντοτε κάποια τρίχρωμη. Τα μέλη κάθε τμήματος δεν έβλεπαν αντιφάσεις ανάμεσα στα δικά τους αιτήματα και σ’ αυτά των άλλων εθνών, οραματίζονταν μάλιστα μια αδελφότη­τα όλων των εθνών και την ταυτόχρονη απελευθέρωση τους[xcix].

Αν ο νέος εθνικισμός είχε περιοριστεί μόνο στα μέλη των εθνικοεπαναστατικών αδελφοτήτων δεν θα άξιζε περισσότερη προσοχή. Εντού­τοις αντανακλούσε επίσης πολύ ισχυρότερες δυνάμεις, που έκαναν την εμφάνιση τους και απέκτησαν πολιτική συνείδηση στη δεκαετία του 1830 ως αποτέλεσμα της διττής επανάστασης. Οι πιο ισχυρές, σε πρώτη φάση, ήταν η δυσαρέσκεια των μικρότερων γαιοκτημόνων και των μελών της κατώτερης αριστοκρατίας, καθώς και η εμφάνιση μιας εθνικής μεσαίας τάξης, ή ακόμη και κατώτερης μεσαίας τάξης, σε πολ­λές χώρες· και τις δύο δυνάμεις εκπροσωπούσαν σε μεγάλο βαθμό επαγ­γελματίες διανοούμενοι[c].

Εκτός από τους μεγιστάνες στις χώρες αυτές υπήρχε μια τάξη ευγενών οι οποίοι  αν δεν μπορούσαν να ζήσουν αξιοπρεπώς από τις προσόδους τους, και αν η παρακμασμένη εποχή τους δεν τους έδινε την ευκαιρία να γίνουν στρατιώτες, τότε, μπορούσαν να επιλέξουν σταδιοδρομία στα νομικά, τη διοίκηση, ή στον τομέα της διανόησης, αλλά ποτέ να επιδοθούν σε αστικές ενασχολήσεις. Οι ευγε­νείς αυτοί αποτελούσαν από καιρό το προπύργιο της αντιπολίτευσης στον απολυταρχισμό, στους ξένους και στην κυριαρχία των μεγιστάνων στις χώρες τους, προφυλαγμένοι (όπως στην Ουγγαρία) πίσω από το διπλό αντέρεισμα του Καλβινισμού και την οργάνωση της επαρχιακής διοίκησης[ci].

Οι εθνικές επαγγελματικές τάξεις που εμφανίστηκαν στην περίοδο αυτή ήταν, παραδόξως, στοιχείο μάλλον λιγότερο εθνικιστικό[cii]

Οι μεγάλοι υπέρμαχοι του αστικού εθνικισμού σε αυτό το στάδιο ήταν τα κατώτερα και μέσα επαγγελματικά στρώματα, οι διοικητικοί υπάλ­ληλοι και οι διανοούμενοι, με άλλα λόγια οι μορφωμένες τάξεις[ciii].

Οι μικρές ελίτ μπορούν να λειτουργήσουν χρησιμοποιώντας ξένες γλώσσες· μόλις όμως οι μορφωμένοι πληθήνουν αρκετά, η εθνική γλώσσα επιβάλλεται (όπως μαρτυρεί ο αγώνας για γλωσσική αναγνώ­ριση στα ινδικά κράτη από τη δεκαετία του 1940). Συνεπώς, η στιγ­μή που γράφονται για πρώτη φορά στην εθνική γλώσσα τα εγχειρίδια ή οι εφημερίδες, ή που πρωτοχρησιμοποιείται η γλώσσα για κάποιον επίσημο σκοπό, αποτελεί αποφασιστικό βήμα στη διαδικασία της εθνι­κής εξέλιξης. Στη δεκαετία του 1830 το βήμα αυτό έγινε σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης.

Πιο γενικά, η ανάπτυξη της εκδοτικής δραστηριότητας μας δίνει κάποιο μέτρο σύγκρισης. Έτσι, στη Γερμανία, ο αριθμός των βιβλίων παρέμεινε εν πολλοίς ο ίδιος το 1821 όπως το 1800 —περί τους 4.000 τίτλους το χρόνο— αλλά ως το 1841 είχε ανέλθει στους 12.000 τί­τλους.

Ασφαλώς, η μεγάλη μάζα των Ευρωπαίων και των μη Ευρωπαίων παρέμενε απαίδευτη, με εξαίρεση τους Γερμανούς, τους Ολλανδούς, τους Σκανδιναβούς, τους Ελβετούς και τους πολίτες των ΗΠΑ.

Το να ταυτίζει κανείς τον εθνικισμό με τη στοιχειωδώς εγγράμματη τάξη δεν σημαίνει ότι υποστηρίζει πως οι Ρώσοι, ας πούμε, δεν ένιωθαν «Ρώσοι» όταν έρχονταν αντιμέτωποι με οποιονδήποτε ή οτιδήποτε ξένο. Εντούτοις, για τις μάζες εν γένει κριτήριο του εθνικισμού ήταν ακόμη η θρησκεία.

 Ω­στόσο, αν και οι ευκαιρίες για τέτοιες αντιπαραθέσεις πλήθαιναν όλο και περισσότερο, ήταν ακόμη σπάνιες, και κάποιοι τύποι εθνικού αι­σθήματος, όπως το ιταλικό, ήταν ακόμη εντελώς ξένο στη μεγάλη μάζα του λάου, που δεν μιλούσε καν την εθνική λόγια γλώσσα αλλά τοπικές διαλέκτους ακατάληπτες σχεδόν στους άλλους[civ].

Το ξερίζωμα των λαών, που αποτελεί ίσως το σπουδαιότερο φαινό­μενο του 19ου αιώνα, επρόκειτο να σπάσει αυτή τη βαθιά, προαιώνια και τοπικού χαρακτήρα παραδοσιαρχία. Ωστόσο, στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου, και ως τη δεκαετία του 1820, σχεδόν κανείς δεν μετανά­στευε ακόμη, εκτός μόνο αν τον εξανάγκαζε ο στρατός ή η πείνα[cv].

To μόνο οργανωμένο κίνημα πριν το 1848 Πρόκειται για το Ιρλανδικό Κίνημα (Repeal) με την ηγεσία του Daniel O’Connell (1785-1847), δικηγόρου-δημαγωγού.

Έξω από το χώρο του σύγχρονου αστικού κόσμου υπήρχαν, ωστόσο, κινήματα λαϊκής εξέγερσης ενάντια στην ξένη κυριαρχία (που νοούνταν συνήθως ως κυριαρχία άλλης θρησκείας μάλλον παρά διαφορετικής εθνικότητας), τα οποία συχνά φάνηκαν να αποτελούν προδρόμους των μεταγενέστερων εθνικών κινημάτων. Τέτοιο χαρακτήρα είχαν οι εξε­γέρσεις κατά της Τουρκικής Αυτοκρατορίας, κατά των Ρώσων στον Καύκασο, καθώς και ο αγώνας κατά της επεκτατικής βρετανικής κυριαρχίας στην Ινδία και τις παρυφές της.

Ακόμη και οι εξεγέρσεις κατά των Τούρκων στα Βαλκάνια, ιδίως από τους ορεσίβιους του Νότου και της Δύσης, που σπάνια μπορούσε κανείς να τους υποτάξει, δεν πρέπει να ερμηνευτούν αβασάνιστα ως κινήματα σύγχρονου εθνικισμού.

Σε μια και μόνη περίπτωση ο ατέρμονος πόλεμος των ποιμενικών φύλων και των ληστών- ηρώων ενάντια σε οποιαδήποτε αληθινή κυβέρ­νηση συγκεράστηκε με τις ιδέες του αστικού εθνικισμού και της Γαλλι­κής Επανάστασης: στον ελληνικό απελευθερωτικό αγώνα (1821-30). Ήταν συνεπώς φυσικό η Ελλάδα να γίνει θρύλος και πηγή έμπνευσης των απανταχού εθνικιστών και φιλελευθέρων. Γιατί μόνο στην Ελ­λάδα ένας ολάκερος λαός ξεσηκώθηκε ενάντια στον κατακτητή με  τρόπο που θα μπορούσε εύλογα να ταυτιστεί με την υπόθεση της ευρω­παϊκής αριστεράς· και, αντίστροφα, η υποστήριξη της ευρωπαϊκής αρι­στεράς με ηγέτη τον Λόρδο Βύρωνα, που πέθανε στην Ελλάδα, συνέ­βαλε σημαντικά στην πραγμάτωση της ελληνικής ανεξαρτησίας[cvi].

Ο εθνικισμός τους ήταν μέχρις ενός σημείου ανάλογος με τα ελιτί­στικα κινήματα της Δύσης. Έτσι μόνο εξηγείται το σχέδιο εξέγερσης για την ελληνική ανεξαρτησία στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες υπό την αρχηγία Ελλήνων προυχόντων γιατί οι μόνοι που θα μπορούσαν να ονομαστούν Έλληνες στην εξαθλιωμένη αυτή περιοχή των δουλοπά­ροικων ήταν οι άρχοντες, οι επίσκοποι, οι έμποροι και οι διανοούμενοι. Φυσικά ο ξεσηκωμός αυτός απέτυχε οικτρά (1821). Όμως η Εταιρεία είχε φροντίσει να προσηλυτίσει και τους ντόπιους «κλεφτές», τους εκτός νόμου και τους αρχηγούς στις φάρες των ελληνικών βουνών (ιδίως στην Πελοπόννησο), και με πολύ μεγαλύτερη επιτυχία—του­λάχιστον μετά το 1818. Είναι αμφίβολο κατά πόσο ο σύγχρονος εθνικισμός σήμαινε πολλά πράγματα για αυτούς τους «κλέφτες», αν και πολλοί από αυτούς διέθεταν τους γραμματικούς τους —ο σεβασμός και το ενδια­φέρον για τα βιβλία και τη μάθηση ήταν κατάλοιπο του αρχαίου ελλη­νισμού— που συνέτασσαν μανιφέστα στην ιακωβινική ορολογία.

Ο νέος ελληνικός εθνικισμός ήταν αρκετός για να εξασφαλίσει την ανεξαρτησία της χώρας, μολονότι ο συνδυασμός αστικής ηγεσίας, κλέ­φτικης αποδιοργάνωσης και επέμβασης των Μεγάλων Δυνάμεων γέν­νησε μια από εκείνες τις μικροκαρικατούρες του δυτικού φιλελεύθερου ιδεώδους που επρόκειτο να γίνει τόσο γνώριμο σε περιοχές όπως η Λατι­νική Αμερική.

Το να είναι κανείς Έλληνας δεν αποτελούσε παρά ένα σχεδόν απαραίτητο επαγγελματικό προσόν του εγγράμματου ορθόδοξου χριστιανού των Βαλ­κανίων, ο εξελληνισμός είχε σημειώσει προόδους. Από τη στιγμή που σήμαινε πολιτική υποστήριξη της Ελλάδας, άρχισε να υποχωρεί ακόμη και ανάμεσα στις αφομοιωμένες βαλκανικές εγγράμματες τάξεις. Με αυτήν την έννοια, η ελληνική ανεξαρτησία ήταν η απαραίτητη προ­ϋπόθεση για την εξέλιξη του εθνικισμού των άλλων βαλκανικών εθνών. Έξω από την Ευρώπη είναι δύσκολο να μιλάμε για εθνικισμό. Οι πολυάριθμες λατινοαμερικανικές δημοκρατίες που αντικατέστησαν τη διαλυμένη ισπανική και πορτογαλική αυτοκρατορία - η Βραζιλία έγινε και παρέμεινε ανεξάρτητη μοναρχία από το 1816 ως το 1889- με σύνορα που συχνά δεν αντιπροσώπευαν παρά την κατανομή των ιδιοκτησιών των ευγενών οι όποιοι είχαν υποστηρίξει στην τύχη τη μια ή την άλλη τοπική εξέγερση, άρχισαν να αποκτούν κατεστημένα πολιτικά συμφέροντα και εδαφικές φιλοδοξίες.

Ο εθνικισμός στην Ανατολή ήταν συνεπώς το τελικό προϊόν της δυτικής επίδρασης και της δυτικής κατάκτησης. Η σχέση αυτή είναι ίσως εμφανέστερη στη μόνη καθαρά ανατολική χώρα όπου τέθηκαν τα θεμέλια αυτού που επρόκειτο να αποτελέσει το πρώτο σύγχρονο αποι­κιακό εθνικιστικό κίνημα, την Αίγυπτο. Ο εθνικισμός, όπως και τόσα άλλα χαρακτη­ριστικά του σύγχρονου κόσμου, είναι γέννημα της διττής επανάστασης.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η'-Η ΓΗ

Ο αντίκτυπος της διττής επανάστασης στην έγγεια ιδιοκτησία, στη μορφή της γαιο­κτησίας και στη γεωργία ήταν το πιο καταστροφικό φαινόμενο της περιόδου που μας απασχολεί. Διότι ούτε η πολιτική ούτε η οικονομική επανάσταση μπορούσαν να αγνοήσουν τη γη, την οποία η πρώτη σχολή των οικονομολόγων, οι Φυσιοκράτες, θεωρούσαν τη μόνη πηγή πλούτου, και της οποίας ο επαναστατικός μετασχηματισμός ήταν, κατά γενική συναίνεση, η απαραίτητη προϋπόθεση και η συνέπεια της αστικής κοι­νωνίας, αν όχι και κάθε γρήγορης οικονομικής ανάπτυξης.  Αυτό προϋπέθετε τριών ειδών αλλαγές. Αφενός η γη έπρεπε να γίνει αγαθό που θα ανήκε σε ιδιοκτήτες και θα μπορούσε ελεύθερα να αποτελεί προϊόν αγοραπωλησίας.   Αφετέρου έπρεπε να περάσει στην κυριότητα μιας τάξης ανθρώπων πρόθυμων να αναπτύξουν τους παραγωγικούς της πόρους για την αγορά, με κίνητρο τη λογική, δηλαδή το συμφέρον και το κέρδος τους. Η τρίτη αλλαγή αφορούσε τη μεγάλη μάζα του αγροτικού πληθυσμού, που έπρεπε κάπως να μετατραπεί, τουλάχιστον εν μέρει, σε ελεύθερα μετακινούμενους μεροκαματιάρηδες για τον αναπτυσσόμενο μη γεωργικό τομέα της οικονο­μίας. Μερικοί από τους πιο συνετούς ή ριζοσπάστες οικονομολόγους εί­χαν επίσης επίγνωση της ανάγκης για μια τέταρτη αλλαγή, δύσκολη, αν όχι αδύνατη, στην πραγμάτωση της. Διότι σε μια οικονομία που προϋπέθετε την πλήρη κινητικότητα όλων των συντελεστών παραγω­γής, η γη, ένα «φυσικό μονοπώλιο», δεν ταίριαζε απολύτως. Εφόσον η έκταση της γης ήταν περιορισμένη και τα διάφορα τμήματα της διέ­φεραν ως προς τη γονιμότητα και την ευκολία πρόσβασης, όσοι κατεί­χαν τα πιο γόνιμα μέρη της είχαν αναπόφευκτα το ιδιαίτερο πλεονέ­κτημα να εισπράττουν ενοίκιο για το υπόλοιπο. Το πώς ήταν δυνατό να αρθεί η επιβάρυνση αυτή ή να μετριαστεί —π.χ. με κατάλληλη φορο­λογία, με νόμους κατά της συγκέντρωσης της έγγειας ιδιοκτησίας, ή ακόμη με εθνικοποίηση—αποτέλεσε θέμα οξύτατων συζητήσεων, ιδίως στη βιομηχανική Αγγλία.  Αυτά όμως ήταν προβλήματα μιας αστικής κοινωνίας. Ότι προείχε ήταν να εγκαθιδρυθεί η κοινωνία αυτή.

Η βορειοαμερικανική λύση στηριζόταν στο μοναδικό γεγονός μιας σχεδόν απεριόριστης προσφοράς σε διαθέσιμη γη, καθώς και στην απου­σία καταλοίπων φεουδαλικών σχέσεων ή παραδοσιακού αγροτικού κολεκτιβισμού[cvii].

 Μόνο μια πολιτική-θεσμική επανάσταση που θα στρε­φόταν τόσο ενάντια στους γαιοκτήμονες όσο και ενάντια στους παραδο­σιακούς αγρότες θα μπορούσε να δημιουργήσει τις συνθήκες ώστε η ορθο­λογική μειοψηφία να γίνει ορθολογική πλειοψηφία. Η ιστορία των αγροτικών σχέσεων στο μεγαλύτερο μέρος της δυτικής Ευρώπης και των αποικιών της στην περίοδο μας είναι η ιστορία αυτής της επανά­στασης, μολονότι οι συνέπειες της δεν έγιναν πλήρως αισθητές παρά στο δεύτερο μισό του αιώνα.

Ο πρώτος στόχος της ήταν να κάνει τη γη εμπορεύσιμο αγαθό. Έπρεπε συνεπώς να αρθούν οι περιορισμοί στη μεταβίβαση και οι άλλες απαγορεύσεις ως προς την πώληση ή τον κατακερματισμό των αγροκτημάτων των ευγενών, ενώ ο γαιοκτήμονας να υπόκειται στη σωτήρια ποινή της χρεοκοπίας για οικονομική ανικανότητα, πράγμα που θα επέτρεπε στους πιο εύρωστους οικονομικά αγοραστές να αναλά­βουν στη θέση του. Οι εξίσου τεράστιες εκτάσεις συλλογικής ιδιοκτησίας — συνεπώς και κακής αξιοποίησης — που ανήκαν σε κοινότητες χωριών και πόλεων, κοινοί αγροί, κοινά βοσκοτόπια, δασώδεις εκτάσεις κ. ά. έπρεπε να γίνουν προσιτές στην ιδιωτική πρωτοβουλία, θα επακολουθούσε ο χωρισμός τους σε επιμέρους κλήρους και ή περίφραξη τους.

Ή­ταν αναμφίβολο ότι οι νέοι αγοραστές θα ήταν δραστήριοι, εύρωστοι και συνετοί, και έτσι θα πραγματωνόταν και ο δεύτερος στόχος της αγροτικής επανάστασης.

Όλα αυτά υπό τον όρο ότι οι αγρότες, από τις τάξεις των οποίων θα προέρχονταν αναμφισβήτητα πολλοί από τους αγοραστές, θα μετατρέ­πονταν σε μια τάξη ικανή να διαθέτει ελεύθερα τους πόρους της, ένα βήμα που θα πετύχαινε αυτόματα και τον τρίτο στόχο, τη δημιουργία δηλαδή μιας μεγάλης, «ελεύθερης» εργατικής δύναμης που θα την απάρτιζαν όσοι δεν μπόρεσαν να γίνουν αστοί. Ήταν συνεπώς απαραίτητη και η απελευθέρωση του αγρότη από μη οικονομικές δεσμεύσεις και υποχρεώσεις (μορφές παροικίας, δοσίματα στους γαιοκτήμονες, αναγκαστική εργασία, δουλεία, κ.ά.). Αυτό θα είχε ένα επιπρόσθετο και σημαντικότατο πλεονέκτημα· διότι ο ελεύθερος ημερομίσθιος εργά­της με κίνητρα για υψηλότερη αμοιβή, ή ο ελεύθερος μικροκτηματίας, θα αποδεικνύονταν, κατά τη γενική άποψη, πολύ πιο αποδοτικοί από τον εργαζόμενο εξαναγκαστικά, είτε επρόκειτο για δουλοπάροικο,  ή δούλο. Έπρεπε να πληρωθεί μία ακόμη προϋπόθεση δηλαδή ο τεράστιος αριθ­μός όσων φυτοζωούσαν από τη γη με την οποία ήταν δεμένοι κατά τη διάρκεια όλης της ιστορίας της ανθρωπότητας και οι όποιοι, αν η γη αξιοποιούνταν παραγωγικά, θα αποτελούσαν απλώς πληθυσμιακό πλεόνασμα, έπρεπε να εκριζωθούν από τον συγκεκριμένο χώρο τους και να μπορούν να κινούνται ελεύθερα. Μόνο έτσι θα μπορούσαν να μετα­πηδήσουν στις πόλεις και στα εργοστάσια, όπου υπήρχε όλο και μεγα­λύτερη ανάγκη των χεριών τους. Με άλλα λόγια, οι αγρότες μαζί με τις δουλικές τους υποχρεώσεις έπρεπε να χάσουν και τη γη τους.

Στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης, αυτό σήμαινε ότι το πλέγμα των παραδοσιακών νομικών και πολιτικών σχέσεων, που είναι κοινώς γνωστό ως «φεουδαλισμός», έπρεπε να καταργηθεί, εκεί φυσικά όπου εξακολουθούσε να υπάρχει. Σε γενικές γραμμές, στην περίοδο 1789-1848 η κατάργηση αυτή πραγματοποιήθηκε —κυρίως με την άμεση ε­πίδραση της Γαλλικής Επανάστασης— από το Γιβραλτάρ ως την Α­νατολική Πρωσία κι από τη Βαλτική ως τη Σικελία[cviii].

Εκτός από τη Βρετανία και λίγες ακόμη χώρες, όπου ο φεουδαλισμός υπ’ αυτήν την έννοια είτε είχε ήδη καταργηθεί είτε ποτέ δεν είχε πραγ­ματικά επικρατήσει οι μέθοδοι για την πραγμάτωση της επανάστασης αυτής ήταν παρόμοιες. Στη Βρετανία δεν ήταν απαραίτητη αλλά ούτε πολιτικά εφι­κτή η νομοθεσία για την απαλλοτρίωση της μεγάλης ιδιοκτησίας, διότι οι μεγάλοι γαιοκτήμονες ή οι καλλιεργητές είχαν ήδη προσαρμο­στεί σε μια αστική κοινωνία. Η αντίσταση τους στον τελειωτικό θρίαμβο των αστικών σχέσεων στην ύπαιθρο —μεταξύ του 1795 και του 1846— υπήρξε δριμύτατη. Εντούτοις, αν και περιλάμβανε, με ασαφή μορφή, ένα είδος διαμαρτυρίας των παραδοσιακών ενάντια στην καταστρεπτική επέλαση της αρχής του καθαρά ατομικιστικού κέρδους, η αιτία των εμφανέστερων δυσαρεσκειών τους ήταν πολύ απλούστερη και ήταν η επιθυμία να διατηρηθούν οι υψηλές τιμές και τα υψηλά ενοίκια της εποχής της Επανάστασης και των ναπολεόντειων πολέμων σε μια περίοδο μεταπολεμικής ύφεσης. Η αντίδραση τους ήταν μάλλον αντί­δραση αγροτικής ομάδας πίεσης παρά αντίδραση φεουδαλικού τύπου. Ο νόμος στράφηκε κυρίως ενάντια στα κατάλοιπα των αγροτών, τους μικροκληρούχους και τους αγρεργάτες[cix]. Από το 1760, περί τα 24 εκατομ­μύρια στρέμματα κοινών αγρών και κοινών γαιών χωρίστηκαν σε 5.000 περίπου περίφρακτους χώρους σύμφωνα με τους ειδικούς και τους γενι­κούς «Νόμους περί περιφράξεων» και μετατράπηκαν σε ιδιωτικά κτήμα­τα, ενώ η διαδικασία συμπληρώθηκε με πολυάριθμες, λιγότερο επίση­μες ρυθμίσεις. Ο «Νόμος περί πτωχών» του 1834 στόχευε στο να κάνει τόσο αφόρητη τη ζωή των φτωχών της υπαίθρου ώστε να τους αναγκάσει να πάνε οπουδήποτε υπήρχαν δουλειές διαθέσιμες. Πράγματι, το φαινόμενο αυτό άρχισε να παρατηρείται σύντομα.

Στη Γαλλία, όπως είδαμε, η κατάργηση του φεουδαλισμού ήταν έργο της Επανάστασης. Η πίεση των αγροτών και ο Ιακωβινισμός ώθη­σαν την αγροτική μεταρρύθμιση πέρα από το σημείο που θα επιθυμούσαν οι υπέρμαχοι της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Η Γαλλία, συνεπώς, δεν έγινε ούτε χώρα γαιοκτημόνων και άγρεργατών ούτε χώρα κτηματιών προσανατολισμένων στην εμπο­ρευματική παραγωγή, αλλά χώρα ποικίλων τύπων αγροτών ιδιοκτη­τών, που αποτέλεσαν τους στυλοβάτες όλων των μεταγενέστερων πολιτικών καθεστώτων τα όποια δεν τους απειλούσαν με στέρηση της γης τους. Οι συνθήκες στην ύπαιθρο ήταν σε γενικές γραμμές καλές. Α­κόμη και στα 1847-48 δεν υπήρχαν πραγματικές οικονομικές δυσχέ­ρειες, εκτός από την κρίση που περνούσε ένα τμήμα των ημερομίσθιων εργατών. Η ροή εργατικών χεριών από το χωριό προς την πόλη ήταν συνεπώς μικρή, γεγονός που συνέβαλε στην καθυστέρηση της γαλλικής βιομηχανικής ανάπτυξης.

Επίσης στο μεγαλύτερο μέρος της λατινικής Ευρώπης, τις Κάτω Χώρες, την Ελβετία και τη δυτική Γερμανία, η κατάργηση του φεουδαλισμού ήταν έργο του γαλλικού κατακτητικού στρατού. Οι γαλλικές μεταρρυθμίσεις, συνε­πώς, άρχισαν ή συνέχισαν μάλλον παρά ολοκλήρωσαν τη νομική επανάσταση σε περιοχές όπως η βορειοδυτική Γερμανία ανατολικά του Ρήνου[cx].

Το παλιό παραδοσιακό σύστημα, όσο κι αν ήταν αναποτελεσματικό, πρόσφερε όμως μεγάλη κοινωνική σιγουριά και, σε αθλιότατο επίπεδο, κάποια οικονομική ασφάλεια, χωρίς να υπολογίσουμε ότι το καθαγία­ζαν τα έθιμα και η παράδοση. Οι κατά καιρούς λιμοί και η επαχθής ερ­γασία, που έκανε τους άντρες γέρους στα σαράντα και τις γυναίκες στα τριάντα τους, ήταν θεόσταλτα· μόνο σε εποχές ασυνηθών δυσχε­ρειών ή επανάστασης θεωρήθηκαν πράξεις για τις όποιες ευθύνονταν οι άνθρωποι.

Η επανάσταση στον τομέα της έγγειας ιδιοκτησίας αποτελούσε την πολιτική πλευρά της διάσπασης της παραδοσιακής αγροτικής κοινω­νίας· η εισβολή της νέας αγροτικής οικονομίας και της παγκόσμιας αγοράς αποτέλεσε την οικονομική της πλευρά. Στην περίοδο 1787-1848 αυτός ο οικονομικός μετασχηματισμός ήταν ακόμη ατελής, όπως φαίνεται από τον πολύ περιορισμένο ρυθμό της μετανάστευσης. Οι σιδη­ρόδρομοι και τα ατμόπλοια δεν είχαν ακόμη αρχίσει να δημιουργούν μια ενιαία παγκόσμια γεωργική αγορά, κι αυτό ως τη μεγάλη ύφεση της γεωργίας προς τα τέλη του 19ου αιώνα. Η τοπική γεωργία ήταν συνε­πώς κατά μεγάλο μέρος προφυλαγμένη από τον διεθνή, ή ακόμη και από τον διαπεριφερειακό, ανταγωνισμό. Ο βιομηχανικός ανταγωνισμός δεν είχε ακόμη επηρεάσει σημαντικά τις πολυάριθμες χειροτεχνίες του χωριού και τις οικιακές βιοτεχνίες· ίσως έστρεψε κάποιες από αυτές στην αυξημένη παραγωγή για ευρύτερες αγορές. Οι νέες γεωργικές μέθοδοι —εκτός από τις περιοχές με επιτυχημένη καπιταλιστική γεωρ­γία— άρχισαν να διεισδύουν στο χωριό με πολύ βραδύ ρυθμό, μολονότι οι νέες βιομηχανικές καλλιέργειες, ιδίως του ζαχαρότευτλου, που γενι­κεύτηκε λόγω της δυσμενούς διάκρισης εις βάρος της (βρετανικής) ζά­χαρης από ζαχαροκάλαμο στη ναπολεόντεια εποχή, καθώς και νέες καλλιέργειες όπως του καλαμποκιού και της πατάτας, σημείωσαν εντυ­πωσιακή πρόοδο. Χρειάστηκε μια εξαιρετική οικονομική συγκυρία, όπως η άμεση γειτνίαση με μια άκρως βιομηχανική οικονομία και η αναχαίτιση της ομαλής ανάπτυξης, για να προκληθεί σε μια αγροτική κοινωνία πραγματικά συγκλονιστική μεταβολή με καθαρά οικονομικά μέσα[cxi].

Ο οικονομικός φιλελευθερισμός θέλησε να. επιλύσει το πρόβλημα του εργάτη με τον συνήθη σκληρό κι αλύπητο τρόπο, υποχρεώνοντας τον δηλαδή να βρει δουλειά με χαμηλό ημερομί­σθιο ή να μεταναστεύσει[cxii].

Η κατάσταση των εργατών της γης ήταν πράγματι κακή παντού, αν και ίσως στις καθυστερημένες και απόμακρες περιοχές όχι χειρότερη απ’ ότι συνήθως. Η ατυχής ανακάλυψη της πατάτας οδήγησε στην εύκολη πτώση του βιοτικού τους επιπέδου σε μεγάλα τμήματα της βόρειας Ευρώπης, ενώ δεν επήλθε ουσιαστική βελτίωση στην κατά­σταση τους, π.χ. στην Πρωσία, παρά μόνο μετά το 1850 με 1860. Η κατάσταση του αγρότη που είχε αυτάρκεια ήταν ίσως καλύτερη, αν και σε περιόδους λιμού ο μικροϊδιοκτήτης καλλιεργητής ζούσε σε απελ­πιστικές συνθήκες. Η αγροτική Γαλλία επηρεάστηκε ίσως λιγότερο από κάθε άλλη χώρα από τη γενική γεωργική ύφεση μετά το κύμα ευη­μερίας των ναπολεόντειων πολέμων.

 Στο μεταξύ, πέρα από τον Ατλαντικό, οι Αμερικανοί γεωργοί παρατηρούσαν την αγροτική τάξη του Παλαιού Κόσμου και ευχαριστούσαν την καλή τους τύχη που τους βοήθησε να μην ανήκουν σε αυτήν.

 

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ'-ΠΡΟΣ ΕΝΑΝ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΟ ΚΟΣΜΟ

Μόνο η βρετανική οικονομία ήταν πραγματικά εκβιομηχανισμένη ως το 1848, και κατά συνέπεια κυριαρχούσε στον κόσμο. Ίσως ως τη δεκαετία του 1840 οι ΗΠΑ κι ένα μεγάλο μέρος της δυτικής και της κεντρικής Ευρώπης να είχαν περάσει, ή να στέκονταν στο κατώφλι της βιομηχανικής επανάστασης. Ήταν ήδη σχεδόν βέβαιο ότι οι ΗΠΑ θα αποτελούσαν αργότερα  σοβαρό ανταγωνιστή των Βρετα­νών, και ως τη δεκαετία του 1840 κάποιοι Γερμανοί, αν και κανείς άλλος ίσως, ήδη επισήμαιναν την ταχεία βιομηχανική πρόοδο των συμπατριωτών τους. Αλλά οι προοπτικές δεν συνιστούν επιτεύγματα, και ως το 1850 οι ουσιαστικές βιομηχανικές αλλαγές που είχε υποστεί ο μη αγγλόφωνος κόσμος ήταν ακόμη αρκετά μικρές[cxiii].  Το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της γης, τότε όπως και παλιότερα, ήταν αγρότες. Αυτή η βραδύτητα με την οποία επέρχονταν οι αλλαγές στον μη βρε­τανικό κόσμο σήμαινε ότι οι οικονομικές του εξελίξεις εξακολουθούσαν, ως το τέλος της περιόδου μας, να εξαρτώνται, όπως παλιά, από τις καλές ή κακές σοδειές και όχι από το νέο σύστημα της εναλλαγής βιο­μηχανικών εξάρσεων και κάμψεων. Η κρίση του 1857 ήταν πιθανόν η πρώτη που είχε παγκόσμιο χαρακτήρα και συγχρόνως είχε αίτια άλλα εκτός από την αγροτική καταστροφή. Το γεγονός αυτό, άλλωστε, είχε σημαντικότατες πολιτικές συνέπειες. Ο ρυθμός αλλαγής στις βιομηχα­νικές και μη βιομηχανικές περιοχές σημείωνε απόκλιση ανάμεσα στο 1780 και το 1848.

Η οικονομική κρίση που άναψε φωτιές σε τόσο μεγάλο μέρος της Ευρώπης στα 1846-48 δεν ήταν παρά μια παλαιού τύπου ύφεση αγροτικού χαρακτήρα. Ήταν κατά μία έννοια η τελευταία, και ίσως η χειρότερη οικονομική κατάρρευση του οικονομικού παλαιοκαθεστωτισμού. Αυτό δεν ίσχυε τόσο για τη Βρετανία, όπου η χειρότερη κρίση της περιόδου του πρώιμου βιομηχανισμού εμφανίστηκε μεταξύ του 1839 και του 1842 για καθαρά «σύγχρονους» λόγους, και μάλιστα συνέπεσε με σχετικά χαμηλές τιμές στα σιτηρά[cxiv].

Σύμφωνα με μεταγενέστερα κριτήρια, οι οικονομικές μεταβολές ήταν μικρές, αλλά κατ’ ουσία οι αλλαγές ήταν  θεμελιώδεις . Η πρώτη ήταν δημογραφική. Ο παγκόσμιος πληθυσμός —και ιδίως ο πληθυσμός που περιλαμβανόταν στη σφαίρα επιρροής της διττής επανάστασης— έμπαινε στην περίοδο της άνευ προηγουμένου «έκρη­ξης», που σε διάστημα εκατόν πενήντα χρόνων τον πολλαπλασίασε.

Ο πληθυσμός του Ηνωμένου Βασιλείου διπλασιάστηκε σχεδόν από το 1800 ως το 1850, περίπου τρι­πλασιάστηκε από το 1750 ως το 1850. Ο πληθυσμός της Πρωσίας σχεδόν διπλασιάστηκε από το 1800 ως το 1846, όπως και της Ευρωπαϊκής Ρωσίας (χωρίς τη Φιλανδία). Ο πληθυσμός της Νορβηγίας, της Δανίας, της Σουηδίας, της Ολλανδίας και μεγά­λων τμημάτων της Ιταλίας σχεδόν διπλασιάστηκε μεταξύ του 1750 και του 1850.

Εκτός Ευρώπης έχουμε λιγότερα στοιχεία, μολονότι φαίνεται πώς ο πληθυσμός της Κίνας αυξήθηκε με ταχύ ρυθμό κατά τη διάρκεια του 18ου και των πρώτων ετών του 19ου αιώνα. Στη Λατινική Αμερική ο πληθυσμός πιθανόν αυξήθηκε με ρυθμό ανάλογο με τον Ισπανικό. Δεν υπάρχουν ενδείξεις για πληθυσμιακή έκρηξη σε άλλα τμήματα της Ασίας[cxv].

Η εκπληκτική αυτή πληθυσμιακή αύξηση ασφαλώς τόνωσε εξαιρε­τικά την οικονομία, μολονότι πρέπει να θεωρηθεί μάλλον ως συνέπεια παρά ως εξωγενές αίτιο της οικονομικής επανάστασης[cxvi].

Η δεύτερη σημαντικότατη αλλαγή αφορούσε τις επικοινωνίες. Ομολογουμένως ο σιδηρόδρομος ήταν ακόμη στα πρώτα του βήματα το 1848, μολονότι είχε ήδη μεγάλη πρακτική σημασία στη Βρετανία, τις ΗΠΑ, το Βέλγιο, τη Γαλλία και τη Γερμανία· αλλά και πριν από την εμφάνιση του, η βελτίωση των επικοινωνιών ήταν, σε σύγκριση με το παρελθόν  εκπληκτική[cxvii].

 Τα ιστιοφόρα δεν ήταν απλώς ταχύτερα και πιο ασφαλή, αλλά και κατά κανόνα μεγαλύτερα.

Αναμφίβολα, από τεχνική άποψη, οι βελτιώσεις αυτές δεν ήταν τόσο μεγαλόπνοες όπως ο σιδηρόδρομος. Και ως μέσα όμως για τη διευ­κόλυνση των μετακινήσεων και των μεταφορών, για τη σύνδεση πόλης και υπαίθρου, φτωχών και πλούσιων περιοχών, ήταν εξαιρετικά αποτε­λεσματικά[cxviii].

Η τρίτη σημαντική αλλαγή επισημαίνεται φυσικά στον μεγάλο όγκο του εμπορίου και της μετανάστευσης. Ασφαλώς όχι παντού.  Μεταξύ του 1780 και του 1840 οι διεθνείς εμπορικές συναλλαγές του δυτικού κόσμου υπερτριπλασιάστηκαν μεταξύ του 1780 και του 1850 υπερτετραπλασιάστηκαν. Με μεταγενέστερα μέτρα, αυτή η κίνηση ήταν αναμφισβήτητα πολύ περιορισμένη, αλλά με προγενέ­στερα —άλλωστε με βάση αυτά τα μέτρα έκριναν οι άνθρωποι την εποχή τους— ξεπερνούσαν και την πιο αχαλίνωτη φαντασία.

Για να πάρουμε ένα ενδεικτικό παράδειγμα της νέας βιομηχανίας: εκτός Βρετανίας, ΗΠΑ και Γαλλίας, ο αριθμός ατμομηχανών και ατμοδύναμης στον υπόλοιπο κόσμο κατά τη δεκαετία του 1820 δεν άξιζε ούτε καν την προσοχή του στατιστικού.

Το έτος σταθμός ήταν το 1830.Μετά το 1830 (ή περίπου) η κατάσταση άλλαξε απότομα και δρα­στικά, τόσο που γύρω στο 1840 τα χαρακτηριστικά κοινωνικά προβλή­ματα της βιομηχανικής εποχής —το νέο προλεταριάτο, η φρίκη της ανεξέλεγκτης και ιλιγγιώδους αστυφιλίας— αποτελούσαν κοινότοπα θέματα συζήτησης στη δυτική Ευρώπη και ήταν ο εφιάλτης των πολιτι­κών και των στελεχών της διοίκησης.

Απ’ την άλλη οι  ευρωπαϊκές επιχειρήσεις είχαν πολύ μεγα­λύτερη εξάρτηση απ’  ότι οι βρετανικές από μια επαρκώς εκσυγχρονι­σμένη νομοθεσία στον επιχειρηματικό, εμπορικό και τραπεζικό τομέα, καθώς και από έναν σύγχρονο χρηματοδοτικό μηχανισμό. Η κρατική παρέμβαση στην Ευρώπη είχε πολύ μεγαλύτερη σημασία στην ηπειρωτική Ευρώπη απ’ ότι στην Βρετανία Η Γαλλική Επανάσταση τα παρέσχε και τα δύο: οι νομικοί κώδικες του Ναπολέον­τα, με την έμφαση που έδιναν στη νομικά εγγυημένη ελευθερία συνά­ψεως συμβάσεων, την αναγνώριση των συναλλαγματικών και άλλων εμπορικών γραμματίων και τις ρυθμίσεις που θέσπιζαν για τις μετοχι­κές εταιρείες .

Η οικονομική ανάπτυξη της περιόδου αυτής ωστόσο εμπεριέχει κάτι το εντελώς παράδοξο: το γαλλικό φαινόμενο. Κανονικά, καμία χώρα δεν θα έπρεπε να σημειώσει ταχύτερη πρόοδο από τη Γαλλία. Όπως είδα­με, διέθετε θεσμούς ιδεώδεις για καπιταλιστική ανάπτυξη. Η ευφυΐα και η επινοητικότητα των επιχειρηματιών της δεν είχαν το όμοιο τους στην Ευρώπη[cxix].

 Στον αντίποδα της Γαλλίας βρισκόταν οι ΗΠΑ όπου έκαναν εισαγωγή κεφαλαίου κι ανθρώπινου δυναμικού και μάλιστα ειδικευμένου.

Το μεγάλο εμπόδιο στεκόταν στο δρόμο των ΗΠΑ για να μετα­τραπούν σε παγκόσμια οικονομική δύναμη ήταν η διαμάχη ανάμεσα σε έναν βιομηχανικό και αγροτικό Βορρά και σε έναν ημιαποικιακό Νότο[cxx]. . Το μέλλον της αμερικανικής οι­κονομίας δεν αποφασίστηκε παρά μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο του 1861-65 που ήταν στην ουσία η ενοποίηση της Αμερικής από και υπό τον καπιταλισμό του Βορρά.

Ο άλλος επίδοξος γίγαντας της παγκόσμιας οικονομίας, η Ρωσία, ήταν ακόμη οικονομικώς αμελητέα, αν και οξυδερκείς παρατηρητές πρόβλε­παν ήδη ότι το τεράστιο μέγεθος της, ο πληθυσμός και οι πόροι της θα έδειχναν αργά ή γρήγορα τι αξίζουν.

Έτσι, ένα τμήμα του κόσμου όρμισε μπροστά, προς τη βιομηχανική ανάπτυξη και το άλλο έμεινε πίσω. Τα δύο όμως αυτά φαινόμενα δεν είναι άσχετα μεταξύ τους. Η οικονομική αδράνεια, η νωθρότητα, ακόμη και η ύφεση, ήταν τα επακόλουθα της οικονομικής προόδου.

Θα πρέπει να αναφέρουμε εδώ την αποβιομηχάνιση της Ινδίας και την εξαίρεση του παραδείγματος της Αιγύπτου  με την εκσυγχρονιστική προσπάθεια του Μωχάμετ Άλη[cxxi].

Από όλες τις οικονομικές συνέπειες της εποχής της διττής επανά­στασης, αυτός ο διαχωρισμός μεταξύ των «προηγμένων» και των «υπα­νάπτυκτων» χωρών αποδείχτηκε ο πιο βαθύς και ο πιο σταθερός[cxxii]. Το χάσμα ανά­μεσα στους «καθυστερημένους» και τους «προηγμένους» θα έμενε αμε­τακίνητο, αδιαπέραστο, και μάλιστα θα πλάταινε συνεχώς μεταξύ της μειοψηφίας και της πλειοψηφίας των κατοίκων του κόσμου, ωσότου οι Ρώσοι να αναπτύξουν στη δεκαετία του 1930 τα μέσα για να το γεφυ­ρώσουν. Τίποτε δεν ήταν πιο καθοριστικό για την ιστορία του εικοστού αιώνα από το χάσμα αυτό.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι'-ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΕΣ ΕΥΚΑΙΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΙΚΑΝΟΥΣ

Το σημαντικότερο αποτέλεσμα της Επανάστασης στη Γαλλία ήταν ότι έθεσε τέλος στην αριστοκρατική κοινωνία. Όχι στην «αριστοκρατία» με την έννοια της ιεραρχίας ως προς την κοινωνική θέση, που διακρίνεται με τους τίτλους  ή άλλα εμφανή τεκμήρια και συχνά διαμορφώνεται κατά το πρότυπο τέτοιων ιεραρχιών, την ευγένεια «αίματος». Οι κοινωνίες άλλωστε  οι χτισμένες  με βάση τον ατομικό καριερισμό επικροτούν παρόμοια εμφανή και καθιερωμένα σημάδια επιτυχίας.

Ο Ναπολέων μάλιστα επίσημα  ξαναδημιούργησε μια αριστοκρατία από τέτοια στοιχεία, η οποία και συνενώθηκε μετά το 1815 με τους παλιούς αριστοκράτες που είχαν επιβιώσει. Άλλωστε, το τέλος της αριστοκρατικής κοινωνίας δεν σήμαινε και το τέλος της αριστοκρατικής επιρροής. Οι ανερχόμενες τάξεις  εύλογα, τείνουν να βλέπουν τα σύμβολα του πλούτου και της δύναμης τους σύμφωνα με τα κριτήρια της άνεσης, της πολυτέλειας ή του μεγαλείου που είχαν καθιερώσει τα προηγούμενα ανώτερα στρώματα[cxxiii].

Η κοινωνία της μετεπαναστατικής Γαλλίας ήταν αστι­κή στη δομή και στις αξίες της. Ήταν η κοινωνία του νεόπλουτου, δη­λαδή του αυτοδημιούργητου, μολονότι αυτό δεν ήταν εντελώς φανερό παρά μόνο όταν κυβερνούσαν τη χώρα οι νεόπλουτοι, δηλαδή όταν ήταν ρεπουμπλικανική ή βοναπαρτική.

Αυτή η κυριαρχία της νέας κοινωνίας δεν ήταν αποκλειστικό χαρακτηριστικό της Γαλλίας, αλλά, αν εξαιρέσουμε τις δημοκρατικές ΗΠΑ, ήταν από κάποιες επιφανειακές πλευρές και πιο φανερή και πιο επίση­μη στη Γαλλία, μολονότι στην πραγματικότητα δεν ήταν πιο έντονη απ’ ότι στη Βρετανία ή τις Κάτω Χώρες.

Οι συνέπειες της Βιομηχανικής Επανάστασης στη δομή της αστι­κής κοινωνίας ήταν φαινομενικά λιγότερο σημαντικές αλλά στην ουσία πολύ ριζικότερες. Κι αυτό, γιατί δημιούργησε νέες αστικές ομάδες, που συνυπήρχαν με το κοινωνικό κατεστημένο και που ήταν

πολύ μεγά­λες για να απορροφηθούν από αυτό —εκτός από μια μικρή αφομοίωση στην κορυφή της πυραμίδας— και είχαν υπερβολική αυτοπεποίθηση και δυναμισμό, ώστε να επιζητούν την απορρόφηση τους μόνο αν επέ­βαλλαν δικούς τους όρους.

Οι νέοι άνθρωποι από τις επαρχίες αποτελούσαν ένα ισχυρό σώμα, που ισχυροποιούνταν όλο και πιο πολύ καθώς οι ίδιοι αποκτούσαν συνείδηση του εαυτού τους ως τάξης μάλλον παρά ως «μέσης κατηγορίας» που γεφύρωνε το χάσμα ανάμεσα στα ανώτερα και τα κατωτέρα στρώ­ματα. Ο ίδιος ο όρος  «μεσαία τάξη» εμφανίζεται για πρώτη φορά γύρω στο 1812[cxxiv].  

Υπήρχε μια τάξη πραγμάτων στο σύμπαν, αλλά δεν ήταν πια η παλιά τάξη. Υπήρχε ένας μόνο θεός, που το όνομά του ήταν ατμός, και μιλούσε με τη φωνή του Malthus, του McCulloh και όλων όσοι χρησιμο­ποιούσαν μηχανήματα[cxxv].

Το σημαντικότατο επίτευγμα των δύο επαναστάσεων ήταν  ότι άνοιξαν προοπτικές επαγγελματικής σταδιοδρομίας και κοινωνικής κινητικότητας. Η κινητικότητα  αυτή  εν ήταν τόσο ευρεία στην Ευρώπη όσο στις ΗΠΑ. Δεν ανοίχτηκαν όλα τα επαγγέλματα, και όχι στις ανώτερες βαθμίδες της κλίμακας, εκτός  από τις ΗΠΑ. Τέσσερις δρόμοι ανοίγονταν μπροστά τους και αυτοί ήταν ο επιχειρηματικός κλάδος, η εκπαίδευση (που με τη σειρά της οδη­γούσε στους τρεις στόχους της κυβερνητικής υπηρεσίας, της πολιτικής και των ελευθέριων επαγγελμάτων), οι τέχνες και ο στρατός.

Ο επιχειρηματικός κλάδος και η εκπαίδευση δεν ήταν δρόμοι ανοι­χτοί σε όλους και θα έπρεπε κάποιος για να εισέλθει στο κατώφλι τους να πληρώσει κάποια «διόδια»[cxxvi].

Η εκπαίδευση εντούτοις αντιπροσώπευε, κατά κάποιο τρόπο, τον ατομικό συναγωνισμό, τη «σταδιοδρομία για τους ικανούς» και το θρίαμβο της προσωπικής αξίας έναντι της καταγωγής και των διασυν­δέσεων, σχεδόν τόσο αποτελεσματικά όσο και ο επιχειρηματικός κλά­δος· κι αυτό γινόταν με την επινόηση των εξετάσεων και της άμιλλας. Η Γαλλική Επανάσταση πρόσφερε, ως συνήθως, τη λογικότερη έκ­φραση τους, τις παράλληλες ιεραρχίες εξετάσεων που ακόμη επιλέγουν προοδευτικά από το εθνικό σώμα των υποτρόφων την ελίτ της διανόησης που διοικεί και διδάσκει τον γαλλικό λαό[cxxvii].  

Έτσι, το κύριο κοινωνικό αποτέλεσμα της ανοιχτής στους ταλαντού­χους εκπαίδευσης ήταν παράδοξο. Δεν οδήγησε στην «ανοιχτή κοινω­νία» του ελεύθερου επιχειρηματικού ανταγωνισμού αλλά στην «κλει­στή κοινωνία» της γραφειοκρατίας· αλλά και οι δύο, στις ποικίλες μορ­φές τους, ήταν χαρακτηριστικοί θεσμοί της αστικοφιλελεύθερης επο­χής. Το ήθος των ανώτερων δημόσιων υπηρεσιών του 19ου αιώνα ήταν κατά βάση το ίδιο με του Διαφωτισμού του 18ου αι. δηλαδή μασονικό και «ιωσηφινικό» στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη, ναπολεόντειο στη Γαλλία. φιλελεύθερο και αντικληρικό στις άλλες λατινικές χώρες, μπενθαμικό στη Βρετανία[cxxviii].

Αποτελούσε επομένως ευτύχημα για όποιον σκόπευε να σταδιοδρο­μήσει στον δημόσιο τομέα το γεγονός ότι η μεταναπολεόντεια περίοδος σχεδόν παντού χαρακτηρίστηκε από σημαντική διόγκωση του κυβερνη­τικού μηχανισμού και της κυβερνητικής δραστηριότητας, μολονότι δεν υπήρχαν τόσες δυνατότητες ώστε να απορροφηθούν όλοι οι εγγράμματοι πολίτες που πλήθαιναν ολοένα.

 Το χονδροειδές φιλε­λεύθερο σύνθημα για ένα κράτος υπεύθυνο μόνο για τα υποτυπώδη καθή­κοντα του νυχτοφύλακα συγκαλύπτει κάπως το γεγονός ότι το κράτος απογυμνωμένο από τα αναποτελεσματικά και παρεμβατικά του καθή­κοντα, ήταν πολύ ισχυρότερο και πολύ πιο φιλόδοξο από προηγουμένως. Για παράδειγμα, το 1848 ήταν πια ένα κράτος που είχε αποκτήσει σύγ­χρονες, συχνά εθνικές, αστυνομικές δυνάμεις. Έτσι στη Γαλλία από το 1798, στην Ιρλανδία από το 1823, στην Αγγλία από το 1829 και στην Ι­σπανία από το 1844. Εκτός από τη Βρετανία, ήταν συνήθως ένα κράτος που διέθετε εθνικό εκπαιδευτικό σύστημα· εκτός από τη Βρετανία και τις ΗΠΑ, ήταν ένα κράτος που είχε ήδη ή επρό­κειτο σύντομα να αποκτήσει δημόσια σιδηροδρομική υπηρεσία· παντού ήταν ένα κράτος που διέθετε όλο και μεγαλύτερη ταχυδρομική υπηρεσία για να εξυπηρετεί τις αυξανόμενες ανάγκες της επαγγελματικής και της ιδιωτικής επικοινωνίας. Η πληθυσμιακή αύξηση το υποχρέωνε να διαθέτει ευρύτερο δικαστικό σύστημα, η αύξηση των πόλεων και των αστικών κοινωνικών προβλημάτων ένα ευρύτερο σύστημα δημοτικής διοίκησης.

Τα κυβερνητικά καθήκοντα, παλιά ή νέα, τα αναλάμβανε βαθμιαία μια ενιαία εθνική δημόσια υπηρεσία επανδρωμένη με υπαλ­λήλους καριέρας, ενώ τα ανώτερα στελέχη μεταθέτονταν και προάγον­ταν ελεύθερα από την κεντρική εξουσία κάθε κράτους. Εντούτοις, μο­λονότι μια αποδοτική υπηρεσία αυτού του τύπου μπορούσε να επιφέρει μείωση του αριθμού των υπαλλήλων και του κόστους των υπηρεσιών της διοίκησης,   εξαλείφοντας τη  διαφθορά και  τη  μερική  απασχόληση, δημιουργούσε ωστόσο έναν πολύ μεγαλύτερο κυβερνητικό μηχανισμό. 0ι στοιχειωδέστερες λειτουργίες του φιλελεύθερου κράτους, όπως ο αποτελεσματικός υπολογισμός και η είσπραξη των φόρων από ένα σώμα εμμίσθων υπαλλήλων ή η διατήρηση μιας τακτικής, εθνικά οργανωμέ­νης χωροφυλακής, θα ξεπερνούσαν και τα πιο τρελά όνειρα των περισ­σοτέρων προεπαναστατικών απολυταρχιών.

Σε σχέση με την επιλογή των επαγγελμάτων μπορούμε να πούμε ότι τα ελευθέρια επαγγέλματα δεν μπορούσαν να τα αγγίξουν, γιατί το να γίνει κανείς γιατρός, δικηγόρος, καθηγητής  ή «άλλος μορφωμένος με ποικίλες ενασχολήσεις» απαιτούσε πολύ­χρονη εκπαίδευση η εξαιρετικό ταλέντο και ευκαιρίες[cxxix]. Η νομική και η ιατρική ήταν δύο από τα κατεξοχήν παραδοσιακά επαγγέλματα. Το τρίτο, ο κλήρος, πρόσφερε λιγότερες προοπτικές από ότι μπορούσε να αναμένει κανείς, ίσως διότι (εκτός από τους ιεροκήρυκες των προτεσταντικών δογμάτων επεκτεινόταν με βραδύτερο ρυθμό απ’ ότι ο πληθυσμός.

Μία μόνο προοπτική ανοιγόταν δηλαδή η διδασκαλία στα δημοτικά σχολεία από κληρικούς και μη. Ο αριθμός των δασκάλων, που προέρχονταν κατά κανόνα από αγροτικές οικογένειες και οικογένειες τεχνιτών, δεν ήταν καθόλου αμελητέος στα δυτικά κράτη. Έτσι στη Βρετανία το 1851 περί τα 76.000 άτομα, άντρες και γυναίκες, δήλωναν δημοδιδάσκαλοι ή δάσκαλοι εν γένει, χωρίς να υπολογίσουμε τις 20.000 περίπου οικοδιδασκάλισσες —πασίγνωστο τελευταίο καταφύγιο των άπορων μορφωμένων κοριτσιών που δεν μπορούσαν ή δεν ήθελαν να κερδίσουν τη ζωή τους με λιγότερο αξιοπρεπείς τρόπους. Επιπλέον, το επάγγελμα τον δασκάλου δεν ήταν μόνο διαδεδομένο αλλά επεκτεινόταν συνεχώς.

Καμία άλλη μερίδα του πληθυσμού δεν χαιρέτισε το άνοιγμα της επαγ­γελματικής σταδιοδρομίας  πιο θερμά από τις μειονότητες εκείνες που ως τότε είχαν αποκλειστεί από κάθε είδους αξίωμα,  όχι μόνο επειδή δεν ήταν ευγενούς καταγωγής αλλά και επειδή υφίσταντο επισήμως και συλλογικά δυσμενείς διακρίσεις. Τον ενθουσιασμό με τον οποίο οι Γάλλοι Διαμαρτυρόμενοι ρίχτηκαν στο δημόσιο βίο κατά την Επανάσταση και μετά, ξεπέρασε μόνο η ηφαι­στειώδης έκρηξη του ταλέντου των Εβραίων της Δύσης. Πριν από την χειραφέτηση που προετοίμασε ο ορθολογισμός του 18ου αιώνα και έφερε η Γαλλική Επανάσταση δύο μόνο δρόμοι περιωπής ανοίγονταν στον Ε­βραίο[cxxx].. Αιώνες κοινωνικής καταπίεσης είχαν προκαλέσει τον εκούσιο πια περιορισμό του γκέτο, το οποίο απέρ­ριπτε κάθε κίνηση απομάκρυνσης από τις αυστηρές ορθόδοξες αρχές του θεωρώντας την ως απιστία και προδοσία.

Παρά το γεγονός  ότι  η διττή επανάσταση είχε δώσει στους Εβραίους τη μεγαλύτερη ισότητα  η θέση τους ήταν αβέβαιη, μολονότι οι δημαγωγοί πολιτικοί δεν είχαν ακόμη εκμεταλλευτεί  τον ενδη­μικό αντισημιτισμό των καταπιεσμένων μαζών, που συχνά ταύτιζαν τον Εβραίο με τον «αστό» [cxxxi].  

Η κατάσταση  έκανε τους Εβραίους εξαιρετικά πρόθυμους να αφομοιωθούν στην αστική κοινωνία. Αποτελούσαν μειονότητα[cxxxii]. Από την άλλη πλευρά, η μεγάλη μάζα των λαών δυσκολεύ­τηκε πολύ περισσότερο να προσαρμοστεί στη νέα κοινωνία.

Η ομαδική περιφρόνηση των «πολιτισμένων για τους «βαρβάρους» στους οποίους περιλαμβάνονταν και οι φτωχοί εργαζόμενοι της ίδιας τους της χώρας)  στηριζόταν σε αυτό το αίσθημα της επιδεικνυόμενης

ανωτερότητας. Ο αστικός κόσμος ήταν ανοιχτός σε όλους. Όσοι, δεν κατόρθωναν να τον προσπελάσουν ήταν από ανικανότητα.

 Από άποψη σχέσεων τη δρακόντεια πειθαρχία του εργοστασίου τη συμπλήρωνε η πολιτεία. Είναι χαρακτηριστικό ότι η σύγχρονη αστική κοινή γνώμη δεν έβλεπε την αντίφαση ανάμεσα στην αρχή της ισότητας ενώπιον του νόμου και τους εσκεμμένα μεροληπτικούς εργατικούς κώδικες που, όπως ο βρετανικός κώδικας του 1823 περί  Αφέντη  και   Υπηρέτη,   τιμωρούσε  τους  εργάτες  σε φυλάκιση  για καταγγελία των συμβάσεων, ενώ τους εργοδότες καθόλου, ή μόνο με  μικρά πρόστιμα. Έπρεπε μονίμως σχεδόν να λιμοκτονούν, γιατί δια­φορετικά δεν θα δούλευαν, μια και τα «ανθρώπινα» κίνητρα δεν τους άγγιζαν. Υπήρχαν, ωστόσο, υπερβολικά πολλοί φτωχοί για να δούνε άσπρη μέρα, και έπρεπε να ελπίζει κανείς ότι η εφαρμογή του Μαλθουσιανού Νόμου θα έκανε αρκετούς να λιμοκτονήσουν ώστε να απο­μείνει ένας βιώσιμος ανώτατος αριθμός· εκτός φυσικά αν, παρ’ ελπίδα οι ίδιοι οι φτωχοί είχαν τη λογική να εφαρμόσουν πληθυσμιακούς ελέγχους αποφεύγοντας την υπερβολική τεκνοποίηση.

Η ιεραρχική κοινωνία οικοδο­μήθηκε πάνω στα θεμέλια της επίσημης ισότητας. Είχε απλώς χάσει το στοιχείο που την έκανε ανεκτή στο παρελθόν: τη γενική κοινωνική πεποίθηση ότι οι άνθρωποι είχαν υποχρεώσεις και δικαιώματα, ότι η αρετή δεν ήταν απλώς το ισοδύναμο του χρήματος και ότι η κατώτερη τάξη, αν και ταπεινή, είχε δικαίωμα να ζήσει στην κατάσταση που της έταξε ο Θεός.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΑ’-ΟΙ ΦΤΩΧΟΙ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ

Τρεις δυνατότητες ανοίγονταν  στους φτωχούς εκείνους που βρίσκονταν στο δρόμο της αστικής κοινωνίας και δεν προστατεύονταν πια με αποτελεσματικό τρόπο στις δυσπρόσιτες ακόμη περιοχές της παραδοσιακής κοινωνίας.

 Μπορούσαν να πασχίσουν να γίνουν αστοί, απορούσαν να αφεθούν στην καταπίεση, ή μπορούσαν να ξεσηκωθούν.

Ο πρώτος δρόμος, δεν ήταν μονάχα τεχνικά δύσκολος για όσους δεν διέθεταν ούτε τα ελάχιστα προσόντα όσον αφορά την περιουσία ή την παιδεία και επίσης ήταν και ιδιαίτερα απεχθής. Η καθιέρωση ενός συστήματος κοινωνικής συμπεριφοράς με καθαρά ωφελιμιστικό και ατομιστικό χαρακτήρα, , φάνταζε στους ανθρώπους που είχαν μεγαλώσει σε παραδοσιακές κοινωνίες ως προστυχιά. Αλλά επρόκειτο τώρα, καθώς φαινόταν, να στερηθούν και αυτήν ακόμη την ταπεινή θέση τους στην κοινωνική τάξη των πραγμάτων.

Η αντίσταση αυτή ενισχυόταν κάποτε και από την εναντίωση του ίδιου του αστού στους τομείς εκείνους του ατομικού ελεύθερου ανταγωνι­σμού που δεν τον συνέφεραν ουσιαστικά[cxxxiii]. Ένα από τα κύρια οφέλη που μπορούσε να περιμένει κανείς από τον ιδιωτικό τομέα και τον ελεύθερο ανταγωνισμό ήταν τα νέα μηχανήματα. Όταν οι λουδιστές  εργάτες ξεσηκώθηκαν για να τα καταστρέψουν,  μαζί τους συμφω­νούσαν και οι μικρότεροι επιχειρηματίες και οι κτηματίες της περιο­χής, που θεωρούσαν τους νεωτεριστές ως καταστροφείς του βιοπορισμού του ανθρώπου.

 Απ’ την άλλη ο μαζικός αλκοολισμός, σταθε­ρός σχεδόν σύντροφος της ορμητικής και ανεξέλεγκτης εκβιομηχάνισης και του εξαστισμού , συνέβαλλε στην εξάπλωση «μιας επιδημίας σκλη­ρού πότου» σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Όλα συντελούσαν στην ηθική κατά­πτωση των νέων φτωχών τους οποίους γέννησε ο εξαστισμός και η εκ­βιομηχάνιση. Οι πόλεις και οι βιομηχανικές περιο­χές επεκτείνονταν πολύ γρήγορα, χωρίς σχέδια ή έλεγχο, και οι στοι­χειωδέστερες των υπηρεσιών στην πόλη, η καθαριότητα των οδών, η ύδρευση, η αποχέτευση, για να μην αναφέρουμε την οικοδόμηση τω σπιτιών της εργατικής τάξης, δεν μπορούσαν να ακολουθήσουν το ξέφρενο ρυθμό της επέκτασης αυτής, με συνέπεια την εμφάνιση επιδημιών. Μόνο η  βελτίωση των αστικών κέντρων κατάφερε να απο­καταστήσει όσα η ολιγωρία των προηγούμενων γενεών είχε αφήσει χωρίς φροντίδα. Οι φοβερές συνέπειες της ολιγωρίας αυτής ήταν πολύ μεγαλύτερες, διότι οι μεσαίες και άρχουσες τάξεις δεν την συναισθάνονταν. Η αστική ανάπτυξη την εποχή αυτή ήταν μια γιγαντιαία διεργα­σία ταξικού διαχωρισμού, που έσπρωξε τους φτωχούς εργαζομένους σε αχανή τέλματα αθλιότητας έξω από τα κέντρα της διοίκησης και των επιχειρήσεων και από τις πρόσφατα ειδικά διαμορφωμένες οικιστικές περιοχές της αστικής τάξης[cxxxiv].

Εκτός από  το ποτό η  παιδοκτονία, η πορνεία, οι αυτοκτονίες και οι διανοητικές διαταραχές,  συσχετίστηκαν με την κοινωνική αυτή και οικονομική κοσμογο­νία, κυρίως χάρη στο πρωτοπόρο έργο των εκπροσώπων της επιστήμης που σήμερα θα αποκαλούσαμε κοινωνική ιατρική. Με την κοσμογονία αυτή συσχετίστηκε επίσης η αύξηση της εγκληματικότητας και της αναίτιας συχνά βίας, που ήταν ένα είδος τυφλής προσωπικής αντίδρα­σης στις δυνάμεις που απειλούσαν να αφομοιώσουν τους αδρανείς.

Η εναλλακτική λύση στη φυγή ή την ήττα ήταν η εξέγερση. Και κατάσταση των φτωχών εργατών,  ιδίως του βιομηχανικού προλεταριάτου που έγινε ο πυρήνας τους, ήταν τέτοια ώστε η εξέγερση δεν ήταν απλά και μονό δυνατή αλλά σχεδόν υποχρεωτική. Στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα τίποτε δεν ήταν πιο αναπόφευκτο από την εμφάνιση εργατι­κών και σοσιαλιστικών κινημάτων και μιας μαζικής κοινωνικής επανα­στατικής αναταραχής. Η επανάσταση του 1848 ήταν η άμεση συνέ­πεια της.

Αναμφίβολα, η φτώχεια ήταν χειρότερη στην ύπαιθρο, και ιδίως ανάμεσα στους ακτήμονες μεροκαματιάρηδες, στους αγροτικούς οικοτέχνες και, φυσικά, τους αγρότες με ελάχιστη γη, ή όσους ζούσαν σε ά­γονες εκτάσεις[cxxxv].

Είναι  πιθανό ότι σε μεγάλες περιοχές της Ευρώπης, υπήρχε κάποια γενική επιδείνωση, όχι μόνο διότι οι αστι­κοί θεσμοί και οι κοινωνικές υπηρεσίες δεν μπορούσαν να συμβαδίσουν με την ορμητική και απροσχεδίαστη επέκταση, αλλά και διότι τα ημερομί­σθια σε χρήμα -και συχνά τα πραγματικά- εμφάνιζαν πτωτικές τάσεις μετά το 1815, και ακόμα διότι η παραγωγή και η μεταφορά τροφίμων καθυστερούσαν επίσης σε πολλές μεγάλες πόλεις ως την εποχή του σιδηροδρόμου.

 Μεγάλες μάζες του πληθυσμού δεν είχαν ακόμη απορροφηθεί από τις νέες βιομηχανίες ή τις πόλεις και παρέμεναν ως μόνιμο υπόστρωμα των απαθλιωμένων και αδυνάτων, ενώ ακόμη μεγαλύτερες μάζες ωθούνταν κατά περιόδους στην ανεργία λόγω των κρίσεων των όποιων ο πρόσκαιρος και παλίνδρομος χαρακτήρας δεν είχε ακόμη εκτι­μηθεί[cxxxvi].

Οι εργοσταρχιάρχες προτιμούσαν  τις  γυναίκες και τα παιδιά, λόγω των αυξημένων αντιδράσεων των εργατών. Και, φυσικά, στη δεκαετία του 1830 και μέρος της δεκαετίας του 1840, ακόμη και η υλική κατάσταση του εργοστασιακού προλεταριάτου άρχισε να παρουσιάζει επιδείνωση.

Το εργατικό κίνημα έδινε μια απάντηση στην κραυγή διαμαρτυρίας του φτωχού[cxxxvii].

 Το νέο στοιχείο στο εργατικό κίνημα των αρχών του 19ου αιώνα ήταν η ταξική συνείδηση και η ταξική φιλο­δοξία. Δεν ήταν πια αντιμέτωποι ο «φτωχός» και ο «πλούσιος». Αντι­μέτωπες ήταν δύο συγκεκριμένες τάξεις, η εργατική (οι εργάτες ή το προλεταριάτο) και η τάξη των εργοδοτών ή των καπιταλιστών. Η Γαλλική Επανάσταση έδωσε αυτοπεποίθηση στη νέα αυτή τάξη (την εργατική),

Ταξική συνείδηση με αυτήν την έννοια στην εργατική τάξη δεν υπήρχε ακόμη το 1789, ούτε κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης. Έξω από τη Βρετανία και τη Γαλλία δεν υπήρχε επίσης, ή ήταν απειροελάχιστη ακόμη και το 1848. Αλλά στις δύο χώρες που εν­σαρκώνουν τη διττή επανάσταση γεννήθηκε πράγματι ανάμεσα στο 1815 και το 1848, και πιο συγκεκριμένα γύρω στο 1830. Ο ίδιος ο όρος «εργατική τάξη» (διαφορετικός από τον λιγότερο συγκεκριμένο «οι ερ­γατικές τάξεις») εμφανίζεται στα γραπτά των Άγγλων μετά το Βατερλό, ίσως και νωρίτερα ακόμη, ενώ στα κείμενα της γαλλικής ερ­γατικής τάξης η αντίστοιχη φράση αρχίζει να χρησιμοποιείται συχνά μετά το 1830. Στη Βρετανία, οι απόπειρες συνένωσης όλων των ερ­γατών σε «γενικές συνδικαλιστικές ενώσεις», με σκοπό να σπάσει η τομεακή και τοπική απομόνωση των επιμέρους ομάδων εργατών και να φτάσουμε στην εθνική, ίσως και την παγκόσμια αλληλεγγύη της εργα­τικής τάξης, άρχισαν το 1818 και συνεχίστηκαν με πυρετώδη ένταση μεταξύ του 1829 και του 1834.

Η προλεταριακή συνείδηση συνδυαζόταν δυναμικά και ενισχυόταν με την ιακωβινική θα λέγαμε συνείδηση —το σύνολο αυτό των φιλοδο­ξιών, των εμπειριών, των μεθόδων και των ηθικών στάσεων με τις οποίες η Γαλλική Επανάσταση (και πριν από αυτήν η Αμερικανική) είχε εμποτίσει τον σκεπτόμενο και γεμάτο αυτοπεποίθηση φτωχό πολίτη[cxxxviii].

Η προλεταριακή και η ιακωβινική συνείδηση συμπλήρωναν η μια την άλλη. Η πείρα της εργατικής τάξης έδινε στους φτωχούς εργα­ζομένους τους σημαντικότερους θεσμούς για την καθημερινή τους αυτο­άμυνα, το συνδικάτο και την εταιρεία αλληλοβοήθειας, καθώς και τα σημαντικότερα όπλα του συλλογικού αυτού αγώνα, την αλληλεγγύη και την απεργία (που με τη σειρά της προϋπέθετε οργάνωση και πειθαρ­χία).

Κάτω από την εργατική τάξη και την ιακωβινική παράδοση υπήρχε το υπόστρωμα μιας ακόμη πιο παλιάς παράδοσης, που ενδυνάμωνε και τις δύο και που ήταν το υπόστρωμα της εξέγερσης ή της σποραδικής δημόσιας δια­μαρτυρίας από τους απελπισμένους.

Το εργατικό κίνημα αυτής της περιόδου δεν ήταν, ούτε ως προς τη σύνθεση ούτε ως προς την ιδεολογία και το πρόγραμμα του καθαρά «προλεταριακό», κίνημα δηλαδή βιομηχανικών και εργοστασιακών ερ­γατών, ή έστω κίνημα που περιοριζόταν σε ημερομίσθιους· ήταν μάλλον ένα κοινό μέτωπο όλων των δυνάμεων και των τάσεων που αντιπροσώπευαν τους φτωχούς εργαζομένους (κυρίως των πόλεων). Το κοινό αυτό μέτωπο υπήρχε από καιρό, αλλά ακόμη και την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης οι ηγέτες και οι εμπνευστές του προέρχονταν από τις φιλελεύθερες και τις ριζοσπαστικές μεσαίες τάξεις.  Όπως είδαμε ήταν ο Ιακωβινισμός και όχι ο Σανκιλοτισμός (και πολύ λιγότερο οι βλέψεις των ανώριμων προλετάριων) που έδωσε την ενότητα στην παρι­σινή λαϊκή παράδοση.  Η καινοτομία που σημειώθηκε μετά το 1815 ήταν ότι το κοινό μέτωπο στρεφόταν όλο και περισσότερο εναντίον της  φιλελεύθερης μεσαίας τάξης, όπως και εναντίον των βασιλέων και των αριστοκρατών, και όφειλε την ενότητα του στο πρόγραμμα και την ιδεο­λογία του προλεταριάτου, μολονότι μόλις είχε αρχίσει να εμφανίζετε, η βιομηχανική και εργοστασιακή εργατική τάξη, που στην πλειονό­τητα της ήταν πολιτικά πολύ πιο ανώριμη από άλλες ομάδες φτωχών εργαζομένων.  Τόσο οι φτωχοί όσο και οι πλούσιοι είχαν την τάση να κατατάσσουν πολιτικά όλη την «αστική μάζα που ήταν κάτω από τα μεσαία στρώματα της κοινωνίας» στο «προλεταριάτο» ή στην «εργα­τική τάξη». Αυτοί που τους απασχολούσε το «όλο και ζωηρότερο και καθολικό αίσθημα πως υπάρχει εσωτερική δυσαρμονία στην κατάσταση και ότι αυτό δεν μπορεί να διαρκέσει για πολύ» είχαν την τάση να στρέφονται προς το σοσιαλισμό ως τη μόνη σεβαστή και λογικά έγκυρη κριτική στάση και εναλλακτική λύση.

Η ηγεσία του νέου κινήματος αντανακλούσε κάτι το παρεμφερές. Οι πιο δραστήριοι, μαχητικοί και πολιτικά συνειδητοποιημένοι από τους φτωχούς εργαζομένους δεν ήταν οι νέοι εργοστασιακοί προλετάριοι αλ­λά οι εξειδικευμένοι τεχνίτες, οι ανεξάρτητοι χειροτέχνες, οι μικροοικοτέχνες και άλλοι, που ζούσαν και εργάζονταν ουσιαστικά όπως και πριν από τη Βιομηχανική Επανάσταση, αλλά τώρα με πολύ μεγαλύ­τερη πίεση[cxxxix].

Το εργατικό κίνημα ήταν οργάνωση αυτοάμυνας, διαμαρτυρίας, επα­νάστασης.  Αλλά για τους φτωχούς εργαζομένους ήταν κάτι περισσό­τερο από όργανο πάλης. Ήταν επίσης και τρόπος ζωής. Η φιλελεύθερη αστική τάξη δεν τους πρόσφερε τίποτε: η ιστορία τους τράβηξε μακριά από την παραδοσιακή ζωή την οποία οι συντηρητικοί προσφέρονται μάταια να διατηρήσουν ή να αποκαταστήσουν, ενώ δεν είχε και μεγάλη σχέση με τη ζωή που όλο και περισσότερο τους προσέλκυε. Αλλά το κίνημα ή μάλλον ο τρόπος ζωής που οι ίδιοι σφυρηλατούσαν για τον εαυτό τους -ζωή συλλογική, μαχητική, ιδεαλιστική και απομονωμένη- προϋπέθετε το κίνημα, γιατί ο αγώνας ήταν η πεμπτουσία της. Με τη σειρά του το κίνημα της έδινε συνοχή και λόγο ύπαρξης. Ο μύθος των φιλελευθέρων ήθελε τις συνδικαλιστικές ενώσεις να απαρτίζονται από ακαμάτες εργάτες τους οποίους υποκινούσαν ασυνείδητοι ταραχοποιοί αλλά στην πραγματικότητα οι αδρανείς ήταν και οι λιγότερο οργανωμένοι, ενώ οι πιο σταθεροί υποστηρικτές των συνδικάτων ήταν και οι πιο ευφυείς και ικανοί εργάτες[cxl].

Καθώς ανασκοπούμε ωστόσο την περίοδο αυτή, διαπιστώνουμε ότι υπάρχει, μεγάλη και προφανής διαφορά ανάμεσα στη δύναμη των φτωχών ερ­γαζομένων που φοβούνταν οι πλούσιοι, στο «φάσμα του κομουνισμού» που τους καταδίωκε, και στην πραγματική οργανωμένη τους δύναμη — πολύ περισσότερο στη δύναμη του νέου βιομηχανικού προλεταριάτου. Η δημόσια έκφραση της διαμαρτυρίας τους ήταν κυριολεκτικά «κίνημα» μάλλον παρά οργάνωση. Αυτό που έδινε συνοχή ακόμη και στη μαζικότερη και πιο πλατιά πολιτική τους έκφραση —τον Χαρτισμό (1838-ί8)— δεν ήταν παρά μια φούχτα παραδοσιακά και ριζοσπαστικά συνθήματα, μερικοί ισχυροί αγορητές και δημοσιογράφοι που έγιναν η φωνή των φτωχών.

Η ηγεσία ήταν περιορισμένη και ο συντονισμός χαλαρός. Η πιο φιλόδοξη προσπάθεια για να μετατραπεί το κίνημα σε οργάνωση, τη «γενική ένωση» του 1834-35, απέτυχε οικτρά και γρήγορα. Αυτό που απέμεινε —στη Βρετανία όπως και στην ηπειρωτική Ευρώπη— ήταν η αυθόρμητη αλληλεγγύη της τοπικής εργατικής κοινότητας, οι  άνθρωποι που, όπως οι εργάτες της μεταξοβιομηχανίας της Lyon, πέθαιναν το ίδιο σκληρά όπως είχαν ζήσει. Αυτά που έδιναν συνοχή στο κίνημα ήταν η πείνα, η αθλιότητα, το μίσος και η ελπίδα. Αυτό που συντέλεσε στην ήττα του, στη χαρτιστική Βρετανία όπως και στην επαναστατημένη Ευρώπη του 1848, ήταν ότι οι φτωχοί ήταν αρκετά πεινασμένοι, πολυάριθμοι και απεγνωσμένοι για να ξεσηκωθούν, αλλά τους έλειπε η οργάνωση και η ωριμότητα που θα έκανε την εξέγερση  τους κάτι περισσότερο από μια πρόσκαιρη απειλή για την κοινωνική τάξη. Ως το 1848 το κίνημα των φτωχών εργαζομένων δεν είχε ακόμη αναπτύξει κάτι αντίστοιχο με τον Ιακωβινισμό της επαναστατικής μεσαίας τάξης του 1789-94.

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΒ ' -ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ: ΘΡΗΣΚΕΙΑ

 Για το μεγαλύ­τερο μέρος της ιστορίας και στο πιο μεγάλο μέρος του κόσμου (με μόνη ίσως εξαίρεση την Κίνα) ο τρόπος που αντιλαμβάνονταν τον κόσμο όλοι εκτός από ελάχιστους μορφωμένους και απελευθερωμένους ανθρώπους ήταν μέσα από την παραδοσιακή θρησκεία[cxli]. Σε κάποια φάση πριν από το 1848 η αντίληψη αυτή υπο­χώρησε σε μερικά τμήματα της Ευρώπης, αλλά όχι και στις περιοχές που δεν επηρεάστηκαν από τις δύο επαναστάσεις. Η θρησκεία, που άλλοτε ήταν κάτι σαν τον ουρανό, απ’ όπου κανείς δεν μπορούσε να ξεφύγει και όπου βρίσκονταν όσα δεν υπήρχαν στη γη, έγινε κάτι σαν μάζα από σύννεφα, ένα μεγάλο αλλά πεπερασμένο και μεταβαλλόμενο χαρακτηριστικό του ανθρώπινου στερεώματος. Από όλες τις ιδεολογι­κές αλλαγές αυτή είναι η βαθύτερη, μολονότι οι πρακτικές της συνέ­πειες ήταν πιο ασαφείς και ακαθόριστες απ’ ότι πίστευαν τότε. Οπωσ­δήποτε, δεν είχε προηγούμενο.

Αυτό που ασφαλώς δεν είχε προηγούμενο ήταν η «εκκοσμίκευση» των μαζών. Από καιρό οι χειραφετημένοι ευγενείς είχαν αρχίσει να δεί­χνουν θρησκευτική αδιαφορία, που τη συνδύαζαν όμως με τυπική άσκη­ση των θρησκευτικών τους καθηκόντων (για να δώσουν το παράδειγμα στις κατώτερες τάξεις). Οι κυρίες τους, ωστόσο, όπως όλες οι ομόφυ­λες τους, παρέμειναν πολύ περισσότερο θρησκευόμενες. Οι εκλεπτυσμέ­νοι και οι μορφωμένοι ίσως να πίστευαν σε ένα ανώτατο ον, αλλά θεω­ρούσαν ότι το μόνο λειτούργημα που ασκούσε ήταν να υπάρχει εκεί κάπου και, πάντως, να μην επεμβαίνει στις ανθρώπινες δραστηριότητες ούτε να απαιτεί κάποια ιδιαίτερη λατρεία πέρα από την αναγνώριση της ύπαρξης του. Περιφρονούσαν ωστόσο την παραδοσιακή θρησκεία και συχνά την εχθρεύονταν, έτσι που οι απόψεις τους δεν θα σημείωναν ουσιαστική αλλαγή αν ήταν πρόθυμοι να δηλώσουν άθεοι. Ο ανοιχτός αθεϊσμός ήταν ακόμη σχετικά σπάνιος, αλλά, στους φωτισμένους λογίους, τους συγγραφείς και τους ευγενείς που διαμόρφωναν τη διανοητική μόδα του τέλους του 18ου αιώνα ο ανοιχτός χριστιανισμός ήταν ακόμη σπανιότε­ρος. Αν υπήρχε κάποια ανθούσα θρησκεία στην ελίτ του όψιμου 18ου αιώνα, αυτή ήταν η ορθολογική, φωτισμένη και αντικληρική μασονία.

Αυτός ο διαδεδομένος αποχριστιανισμός των ανδρών που ανήκαν στις εκλεπτυσμένες και μορφωμένες τάξεις αναγόταν στο τέλος του 17ου ή στις αρχές του 18ου αιώνα, και τα αποτελέσματα του για το πλα­τύ κοινό ήταν εντυπωσιακά και ευεργετικά: απλώς και μόνο το γε­γονός ότι οι δίκες για μαύρη μαγεία, που μάστιζαν τη δυτική και την κεντρική Ευρώπη για αιώνες, άρχισαν κι αυτές να ξεχνιούνται, όπως και οι δίκες για αιρέσεις . Εντούτοις, στα πρώτα χρόνια του 18ου αιώνα δεν άγγιξε σχεδόν καθόλου τα κατώτερα αλλά ούτε και τα μεσαία κοινωνικά στρώματα, Η μεγάλη μάζα των ανειδίκευτων  εργατών και των φτωχών των πόλεων (με εξαίρεση ίσως ελάχιστες βορειοευρωπαϊκές πόλεις, όπως το Παρίσι και το Λονδίνο) εξακολουθούσε να είναι θεοσεβής και προληπτική.

Ακόμη και στα μεσαία στρώματα όμως η απροκάλυπτη εχθρότητα  για τη θρησκεία δεν ήταν πολύ διαδεδομένη, μολονότι η ιδεολογία του  ορθολογικού,  προοδευτικού,  αντιπαραδοσιακού Διαφωτισμού ταίριαζε  εκπληκτικά με το όλο σχήμα της ανερχόμενης μεσαίας τάξης. Σχετιζόταν στενότερα με την αριστοκρατία, αλλά και με την ανηθικότητα που προσιδίαζε στην κοινωνία των ευγενών[cxlii]. Οι στρατιές της ανερχόμενης μεσαίας τάξης χρειάζονταν την πειθαρχία και την οργάνωση μιας ισχυρής κα. μονολιθικής ηθικής για να κερδίζουν τις μάχες τους. Θεωρητικά, ο αγνωστικισμός ή η αθεΐα συμβιβάζονται απολύτως  με την ανάγκη αυτή, ενώ ο χριστιανισμός ασφαλώς δεν της είναι απαραίτητος. Οι «φι­λόσοφοι» του 18ου αιώνα ποτέ δεν έπαυαν να τονίζουν ότι η «φυσική» ηθική (της οποίας έβρισκαν παραδείγματα στους πρωτόγονους) και τα υψηλά προσωπικά κριτήρια του ελεύθερου στοχαστή ήταν προτιμότερα από το χριστιανισμό. Αλλά στην πράξη, τα δοκιμασμένα πλεονεκτή­ματα της παλαιού τύπου θρησκείας και τα φοβερά ρίσκα που εγκυμο­νούσε η εγκατάλειψη μιας υπερφυσικής ηθικής ήταν τεράστια, όχι μόνο για τους φτωχούς εργαζομένους, που θεωρούνταν γενικά ως υπερβολικά αδαείς και ανόητοι για να μπορούν να ζήσουν χωρίς κάποια κοινωνικά χρήσιμη πρόληψη, μα και για την ίδια τη μεσαία τάξη.

Στις μετεπαναστατικές γενιές της Γαλλίας αφθονούν οι απόπειρες δημιουργίας μιας αστικής, μη χριστιανικής ηθικής, ανάλογης με τη χριστιανική· με τη ρουσσωική «λατρεία του ανώτατου όντος» (Ροβε­σπιέρος, 1794), με ποικίλες ψευδοθρησκείες που κατασκευάστηκαν πάνω σε ορθολογικά και μη χριστιανικά θεμέλια αλλά διατηρούσαν ακόμη όλο το τελετουργικό της λατρείας (οι Σαινσιμονιστές και η «θρη­σκεία της ανθρωπότητας» του Comte). Τελικά, η προσπάθεια να διατη­ρηθούν τα εξωτερικά χαρακτηριστικά της παλιάς θρησκευτικής λατρείας εγκαταλείφθηκε.

Έτσι, η αστική τάξη παρέμεινε διχασμένη στην ιδεολογία της: μια μειονότητα ελεύθερων στοχαστών και μια πλειονότητα θεοσεβών, προτεσταντών, Εβραίων και καθολικών. Ωστόσο, το νέο ιστορικό γεγονός ήταν ότι από τις δύο αυτές ομάδες οι ελεύθεροι στοχαστές ήταν απείρως πιο δυναμικοί και αποτελεσματικοί. Μολονότι —καθαρά ποσοτικά— η θρησκεία παρέμενε πανίσχυρη και, όπως θα δούμε, ενδυναμώθηκε περισ­σότερο, δεν ήταν πια (για να χρησιμοποιήσουμε το βιολογικό ανάλογο) επικρατούσα αλλά υπολειπόμενη, και εξακολουθεί να είναι μέχρι σήμερα στον κόσμο που μετασχηματίστηκε από τη διττή επανάσταση[cxliii].

Για πρώτη φορά στην ευρωπαϊκή ιστορία, o χριστια­νισμός δεν έχει θέση στην ιδεολογία της Αμερικανικής και της Γαλλι­κής Επανάστασης[cxliv].

Ο αστικός θρίαμβος λοιπόν διαπότισε τη Γαλλική Επανάσταση με την αγνωστικιστική, κοσμική ηθική ιδεολογία του Διαφωτισμού του 18ου αιώνα και, εφόσον η γλώσσα της επανάστασης αυτής έγινε η κοινή γλώσσα όλων των επόμενων κοινωνικών επαναστατικών κινημάτων, μετέδωσε τον κοσμικό της χαρακτήρα και στα κινήματα αυτά[cxlv].

Το γεγονός αυτό είναι εντυπωσιακό, εφόσον είδαμε ότι οι μάζες παρέμειναν κατά κύριο λόγο θρησκευόμενες, και εφόσον η φυσική επανα­στατική γλώσσα των μαζών που ανατράφηκαν στην παραδοσιακή χρι­στιανική κοινωνία είναι γλώσσα εξέγερσης (κοινωνικές αιρέσεις, χιλιαστικές κ.ά.), μια και η Βίβλος είναι ιδιαίτερα εμπρηστικό κείμε­νο. Εντούτοις, ο δεσπόζων κοσμικός χαρακτήρας των νέων εργατικών και σοσιαλιστικών κινημάτων βασιζόταν στο εξίσου καινοφανές και θεμελιώδες γεγονός της δεσπόζουσας θρησκευτικής αδιαφορίας του νέου προλεταριάτου. Με τα σύγχρονα μέτρα, οι εργατικές τάξεις και οι μάζες των πόλεων που αναπτύχθηκαν στην περίοδο της Βιομηχανικής Επανάστασης επηρεάστηκαν αναμφίβολα πολύ έντονα από τη θρη­σκεία. Αλλά με τα μέτρα του πρώτου μισού του 19ου αιώνα η αποστασιοποίηση, η άγνοια και η αδιαφορία τους για την οργανωμένη θρη­σκεία ήταν άνευ προηγουμένου. Σ’ αυτό συμφωνούν οι παρατηρητές όλων των πολιτικών τάσεων. Η βρετανική θρησκευτική απογραφή το. 1851 το κατέδειξε, προς φρίκη των συγχρόνων. Κατά μεγάλο μέρος, για την αποστασιοποίηση των μαζών ευθυνόταν η πλήρης αποτυχία των παραδοσιακών Εκκλησιών να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα των μεγάλων πόλεων και των νέων βιομηχανικών συνοικισμών, καθώς κα: τα προβλήματα των κοινωνικών τάξεων —του προλεταριάτου— που ήταν ξένα προς τις συνήθειες και τις εμπειρίες τους.

Οι επίσημες Εκκλησίες, επομένως, αγνόησαν τις νέες αυτές κοινό­τητες και τάξεις, με αποτέλεσμα να τις αφήσουν στα χέρια της κοσμι­κής πίστης (ιδίως στις καθολικές και λουθηρανικές χώρες) των νέων εργατικών κινημάτων που επρόκειτο τελικά —προς τα τέλη του 19ου  αιώνα— να τις κυριεύσουν εντελώς. (Όπου αυτό δεν είχε γίνει ως το 1848, τα κίνητρα για να τις επαναφέρουν στη θεοσέβεια δεν ήταν ισχυ­ρά.) Τα προτεσταντικά δόγματα είχαν μεγαλύτερη απήχηση, τουλάχι­στον σε χώρες όπως η Βρετανία, όπου ο σεκταρισμός αυτού του τύπου ήταν καθιερωμένο θρησκευτικο-πολιτικό φαινόμενο. Υπάρχουν εντού­τοις πολλές ενδείξεις ότι και τα μη καθιερωμένα δόγματα είχαν μεγα­λύτερη απήχηση εκεί όπου το κοινωνικό περιβάλλον πλησίαζε περισσό­τερο στο σχήμα της παραδοσιακής κωμόπολης ή της κοινότητας του χωρίου, όπως ανάμεσα στους αγροτικούς εργάτες, τους ανθρακωρύχους και τους ψαράδες. Στις βιομηχανικές εργατικές τάξεις όμως οι σεκταριστές αποτελούσαν πάντοτε τη μειοψηφία. Η οργανωμένη θρησκεία επηρέασε αναμφίβολα πολύ λιγότερο την εργατική τάξη ως σύνολο απ’ ότι οποιοδήποτε άλλο συγκροτημένο σώμα των φτωχών στην παγ­κόσμια ιστορία.

Η γενική τάση της περιόδου 1789-1848 ήταν επομένως η έντονη στροφή προς τα εγκόσμια. Οι επιστήμες ήταν σε ανοικτή σύγκρουση με τις Γραφές, έτσι καθώς άρχισαν να στρέφονται προς τις θεωρίες περί εξελίξεως των ειδών .Το 1848 η πεπαιδευμένη Ευρώπη ήταν πια σχεδόν ώριμη για το σοκ που προκάλεσε ο Κάρολος Δαρβίνος.

Με καθαρά αριθμητικούς όρους είναι προφανές ότι όλες οι θρησκείες, εκτός κι αν περνούσαν περίοδο συρρίκνωσης, θα ακολουθούσαν κι αυτές την πληθυσμιακή αύξηση. Ωστόσο, δύο τύποι θρησκειών σημείωσαν ιδιαίτερη τάση για διάδοση στην περίοδο μας: ο ισλαμισμός και ο σχι­σματικός προτεσταντισμός. Η διάδοση αυτή είναι εντυπωσιακότερη αν συγκριθεί με τη σημαντική αποτυχία άλλων χριστιανικών δογμάτων — καθολικών και  προτεσταντικών— να αναπτυχθούν,  παρά τη μεγά­λη αύξηση της ιεραποστολικής τους δραστηριότητας εκτός Ευρώπης, την όποια στήριζε όλο και περισσότερο η στρατιωτική, πολιτική και οικονομική δύναμη της ευρωπαϊκής διείσδυσης.

Αντίθετα, το Ισλάμ συνέχιζε τη σιωπηρή, προοδευτική και αναπό­τρεπτη επέκταση του χωρίς τη στήριξη της οργανωμένης ιεραποστολι­κής προσπάθειας για αναγκαστικό προσηλυτισμό που χαρακτηρίζει τη θρησκεία αυτή- ως χρήσιμο αντίβαρο της δουλείας και των προβλημάτων .

Μέσα στους κόλπους του Ισλάμ, τα κινήματα μεταρρύθμισης κα αφύπνισης, που στην περίοδο αυτή του έδωσαν μεγάλη διεισδυτική δύνα­μη, αντανακλούν επίσης τον αντίκτυπο της ευρωπαϊκής επέκτασης και της κρίσης των παλιών μωαμεθανικών κοινωνιών .

Τόσο μεγάλη ήταν η ζέση και η εξάπλωση του Ισλάμ που, αν μιλήσουμε για θρησκευτική ιστορία, μπορούμε ίσως να χαρακτηρίσουμε την περίοδο 1789-1848 ως εποχή παγκόσμιας Ισλαμικής αφύπνισης[cxlvi].

Στις προτεσταντικές χώρες η κατάσταση ήταν διαφορετική. Εδώ ο αντίκτυπος της εμπορικής και ατομοκρατικής κοινωνίας ήταν ισχυρό­τατος (τουλάχιστον στη Βρετανία και τις ΗΠΑ), ενώ ήδη η σεκταριστική παράδοση ήταν κατεστημένη. Η κοινωνική της υπεροψία και η εμμονή της στην απευθείας επικοινωνία ανθρώπου και θεού, καθώς και η ηθική της αυστηρότητα, την έκανε ελκυστική, ένα είδος σχολείου για τους ανερχόμενους νέους επιχειρηματίες

Επομένως, από καθαρά θρησκευτική άποψη, πρέπει να δούμε την επο­χή που μας απασχολεί ως μια περίοδο κατά την οποία, η εντεινόμενη προσπάθεια «εκκοσμίκευσης» και -στην Ευρώπη- η θρησκευτική αδιαφο­ρία είχαν να παλέψουν με εκδηλώσεις θρησκευτικής αναζωπύρωσης

Η επιστροφή στη μαχητική, σχολαστική και παλαιού τύπου θρη­σκεία είχε τρεις όψεις. Για τις μάζες ήταν, σε γενικές γραμμές, η μέθοδος για να αντεπεξέρχονται στη θλιβερή και απάνθρωπη καταπιε­στική κοινωνία του αστικού φιλελευθερισμού: κατά τα λόγια του Μαρξ -που δεν ήταν άλλωστε ο μόνος που χρησιμοποίησε τέτοια φρασεολογία- ήταν η «καρδιά ενός άκαρδου κόσμου, όπως είναι το πνεύμα σε συνθήκες μη πνευματικές [...] το όπιο του λαού».

Για. τις μεσαίες τάξεις που αναδύονταν από τις μάζες, η θρησκεία απορούσε να είναι ισχυρό ηθικό έρεισμα, η δικαίωση της κοινωνικής τους υπόστασης ενάντια στην περιφρόνηση και το μίσος της παραδοσια­κής κοινωνίας, καθώς και μέσο για την ανάπτυξη τους. Αν ήταν σεκταριστές, τους ελευθέρωνε από τα δεσμά της κοινωνίας αυτής. Έδινε στα κέρδη τους μεγαλύτερη ηθική διάσταση από το απλό ορθολο­γικό κίνητρο του προσωπικού συμφέροντος. Νομιμοποιούσε τη σκληρό­τητα τους προς τους καταπιεσμένους, και, σε συνδυασμό με το εμπόριο, εκπολίτιζε τους ειδωλολάτρες εθνικούς και τόνωνε την επιχειρημα­τική δραστηριότητα[cxlvii].

Για τις περισσότερες κατεστημένες κυβερνήσεις ήταν αρκετό ότι ο Ιακωβινισμός απειλούσε τους Θρόνους και οι Εκκλησίες τους υποστή­ριζαν. Εντούτοις, για μια ομάδα ρομαντικών διανοουμένων και ιδεο­λόγων, η συμμαχία θρόνου και Άμβωνα είχε βαθύτερη σημασία: συνέ­βαλλε στην προστασία της παλιάς, οργανικής και ζωντανής κοινωνίας από τη διάβρωση που προκαλούσε ο ορθός λόγος και ο φιλελευθερισμός. Ο φιλελεύθερος καθολικισμός επιβίωσε στη Γαλλία, μια χώρα πάντοτε επιρρεπή σε θρησκευτικές τάσεις που παράλλασσαν ελαφρώς από τις τάσεις της Ρώμης. Και στην Ιταλία, το ισχυρό επαναστατικό ρεύμα της δεκαετίας του 1830 και του 1840 παρέσυρε στη δίνη του ορι­σμένους καθολικούς διανοητές . Εντούτοις, ο κύριος κορμός της Εκκλησίας ήταν μαχητικά και εντονότατα αντιφιλελεύθερος.

Οι μειοψηφίες και οι αιρέσεις των προτεσταντών ήταν φυσικά πολύ πιο κοντά στο φιλελευθερισμό, τουλάχιστον στην πολιτική: Γάλλος ουγενότος σήμαινε τουλάχιστον μετριοπαθής φιλελεύθερος. Οι προτεσταντικές επίσημες Εκκλησίες, όπως η Αγγλικανή και η Λου­θηρανική, ήταν πιο συντηρητικές πολιτικά, αλλά η θεολογία τους ήταν λιγότερο ανθεκτική στη διάβρωση που έφερναν η βιβλική επιστημοσύνη και η ορθολογική έρευνα. Οι Εβραίοι ήταν ασφαλώς πλήρως εκτεθει­μένοι στη δύναμη του φιλελεύθερου ρεύματος. Άλλωστε σε αυτό όφειλαν την πολιτική και την κοινωνική τους χειραφέτηση[cxlviii].

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΓ'-ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ: ΘΥΡΑΘΕΝ

Εξετάζοντας τον κόσμο του 1789-1848 θα πρέπει να δώσουμε την πρώτη θέση από ποσοτική άποψη στη θρησκευτική ιδεολογία, από ποιο­τική στη θύραθεν. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, όλοι οι σημαντικοί διανοη­τές της περιόδου μας μιλούσαν τη θύραθεν γλώσσα, ανεξάρτητα από τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις. Εδώ o συγγραφέας εστιάζει το  ενδιαφέρον του σε αυτό που άλλωστε ήταν και το μείζον θέμα που προέκυψε από τη διττή επανάστασης δηλαδή στο χαρακτήρα της κοινωνίας και τον τρόπο που εξελισσόταν ή που έπρεπε να ακολουθήσει. Για το ουσιώδεις αυτό πρόβλημα, δύο ήταν οι βασικές απόψεις: η άποψη που απο­δεχόταν την πορεία του κόσμου και η άποψη που δεν την αποδεχόταν με άλλα λόγια, αυτοί που πίστευαν στην πρόοδο-ιδεολογία της προόδου- και οι υπόλοιποι. Διό­τι, κατά μια έννοια, μία μόνο σημαντική κοσμοθεωρία υπήρχε, και αρ­κετές άλλες απόψεις που, ανεξάρτητα από την αξία τους, ήταν κατά κύριο λόγο αρνητικές κριτικές της κοσμοθεωρίας αυτής, του θριαμβευτι­κού, ορθολογικού, ανθρωπιστικού «Διαφωτισμού» του 18ου αιώνα. Οι υπέρμαχοι του πίστευαν ακράδαντα -και ορθώς κατά τον συγγραφέα- ότι η ιστορία της αν­θρωπότητας ακολουθεί πορεία ανοδική μάλλον παρά καθοδική ή με δια­κυμάνσεις στο ίδιο επίπεδο. Παρατηρούσαν ότι η επιστημονική γνώση του ανθρώπου και ο τεχνικός του έλεγχος πάνω στη φύση αυξάνονταν καθημερινά. Πίστευαν πως η κοινωνία και το άτομο μπορούσαν να τελειωθούν με την εφαρμογή και μόνο του ορθού λόγου, και ότι ο προορι­σμός τους ήταν πράγματι να τελειωθούν μέσα από την ιστορική τους εξέλιξη. Στα σημεία αυτά συμφωνούσαν οι αστοί φιλελεύθεροι με τους επαναστάτες προλετάριους σοσιαλιστές.

Ως το 1789, η πιο ισχυρή και πιο προηγμένη μορφή αυτής της ιδεο­λογίας της προόδου ήταν ο κλασικός αστικός φιλελευθερισμός. Το βασικό του μάλιστα σύστημα είχε υποστεί επεξεργασία ήδη κατά τον 17ο και 18ο αιώνα. Ήταν μια στενή, διαυγής και αιχμηρή φιλοσοφία, που βρήκε τους θερ­μότερους υποστηρικτές της, όπως θα ανέμενε κανείς, στη Βρετανία και τη Γαλλία.

Ήταν εντονότατα ορθολογική και κοσμική, δηλαδή πεπεισμένη για την ικανότητα του ανθρώπου να κατανοεί τα πάντα και να λύνει όλα τα προβλήματα με τη λογική, ενώ η τάση για άλογη συμπεριφορά και θεσμοί όπως η παραδοσιαρχία και όλες οι θρησκείες, πλην της ορθολο­γικής, θεωρούνταν ότι οδηγούν μάλλον σε σκοταδισμό παρά σε διαφωτι­σμό. Από φιλοσοφική άποψη έτεινε προς τον υλισμό ή τον εμπειρισμό, ιδεολογία ενδεδειγμένη αφού αντλούσε τη δύναμη και τις μεθόδους της από την επιστήμη, και συγκεκριμένα από τα μαθηματικά και τη φυσική της επιστημονικής επανάστασης του 17ου αιώνα. Τις γενικές της θέσεις για τον κόσμο και τον άνθρωπο τις χαρακτήριζε ένας διάχυ­τος ατομισμός, που είχε μεγαλύτερη σχέση με την ενδοσκόπηση των αστών η την παρατήρηση της συμπεριφοράς τους παρά με τις αρχές a priori  τις οποίες πρόβαλλε ως βάση της.

Σύμφωνα με τον κλασικό φιλελευθερισμό, η ανθρωπότητα απαρτίζεται από αυτόνομα άτομα με ορισμένα εγγενή πάθη και παρορμήσεις, που το καθένα επιζητεί πάνω από όλα να μεγιστο­ποιήσει την ικανοποίηση του και να ελαχιστοποιήσει τη δυσαρέσκεια του.   Ως προς αυτό, είναι ίσο με τα άλλα άτομα και,  «φυσικώ το λόγω», δεν αναγνωρίζει περιορισμούς ή δικαιώματα έξωθεν παρέμβα­σης στις ορμές του[cxlix]. Κατά την επιδίωξη του προσωπικού συμφέροντος, κάθε άτομο σε αυτή την αναρχία των ίσων ανταγωνιστών βρήκε ότι ήταν επωφελές ή ανα­πόφευκτο   να   συνάψει   ορισμένες   σχέσεις   με   άλλα   άτομα,   και   το σύμπλεγμα αυτό των επωφελών ρυθμίσεων —που συχνά ονομάζεται. «σύμβαση», κατά την καθαρά εμπορική ορολογία— συνιστά την κοινω­νία και τις κοινωνικές ή πολιτικές ομάδες. Ασφαλώς οι ρυθμίσεις αυ­τές και οι διασυνδέσεις συνεπάγονται κάποιον περιορισμό της εκ φύσεως απεριόριστης ελευθερίας του ατόμου να κάνει ότι θέλει, και ένα από τα καθήκοντα της πολιτικής είναι να μειώνει τις παρεμβάσεις αυτές στο ελάχιστο δυνατό.

Οι κοινωνικοί στόχοι είναι συνεπώς το άθροισμα των ατομι­κών στόχων[cl]. Η ευτυχία  ήταν ο απώτατος στόχος κάθε ατόμου. Επομένως  η μέγιστη ευτυχία του μέγιστου αριθμού ήταν  ο στόχος της κοινωνίας[cli].

Ήταν μια φιλοσοφία που εξάλειφε τελείως την ηθικότητα και το καθήκον, ανάγοντας τα στον ορθολογικό υπολογι­σμό, και έτσι μπορούσε ευκολότατα να αποδυναμώσει στα μάτια των αδαών φτωχών την έννοια της αιώνιας τάξης των πραγμάτων στην όποια βασιζό­ταν η κοινωνική σταθερότητα[clii].

Στην πολιτική του σκέψη ο κλασικός φιλελευθερισμός παρέκλινε από την τολμηρή και σθεναρή πορεία που τον είχε μετατρέψει σε μια τόσο ισχυρή επαναστατική δύναμη.  Επίσης αναφέρει ότι η κλασική πολι­τική οικονομία αποτελεί  το εντυπωσιακότερο διανοητικό μνημείο της φιλελεύθερης ιδεολογίας[cliii].

H πρόοδος θεωρείτο ότι  ήταν το ίδιο «φυσική» όσο και ο καπιταλι­σμός. Με την άρση των τεχνητών εμποδίων που είχε κληροδοτήσει το παρελθόν, ήταν αναπόφευκτη, και ήταν προφανές ότι η πρόοδος της παραγωγής ήταν παράλληλη με αυτή των τεχνών, της επιστήμης και του πολιτισμού .  

Στην πολιτική, όπως είδαμε, η φιλελεύθερη ιδεολογία δεν εμφάνιζε ούτε την ίδια συνοχή ούτε την ίδια συνέπεια. Θεωρητικά παρέμεινε διχασμένη ανάμεσα στον ωφελιμισμό και σε κάποιες προσαρμογές των πατροπαράδοτων δογμάτων του φυσικού νόμου και των φυσικών δικαιω­μάτων, οι οποίες και είχαν τους περισσότερους θιασώτες.

 Απ’ την άλλη η ίδια η Επανάσταση γέννησε τον πρόσθετο κίνδυνο ενός αριστε­ρού, αντικαπιταλιστικού προγράμματος, ορισμένοι φιλελεύθεροι άρχισαν να αμφισβητούν ακόμη και το αναπόφευκτο χαρακτήρα και τη σκοπιμότητα της προόδου— μια νέα ιδεολογία, ο σοσιαλισμός, ανέλαβε να αναμορφώσει τις παλιές αλήθειες του 18ου αιώνα. Ο ορθός λόγος, η επιστήμη και η πρόοδος ήταν τα σταθερά του θεμέλια.

Κάνει επίσης αναφορά στους Γερμανική φιλοσοφία, στους Γάλλους ουτοπιστές, στους Άγγλους φιλοσόφους και οικονομολόγους  και φιλοσόφους όπως ο Hegel , o Καντ, ο Ζαν-Ζακ Ρουσσώ , ο Saint Simon , o Τζον Λοκ , ο Τόμας Χομπς, ο Adam Smith και ο David Ricardo και τις αλληλεπιδράσεις τους και αναφέρει ότι ο σοσιαλισμός απέκτησε το φοβερότερο διανοητικό του όπλο, για την αντιμετώπιση του οποίου χτίζονται ακόμη οχυρά, μόνο όταν ο Κάρολος Μαρξ (1818-1883) μετατόπισε το κέντρο βάρους του σοσιαλισμού από την ορθολογικότητα ή τη σκοπιμότητα του στον ιστορικά αναπόφευκτο του χαρακτήρα του.

Την περίοδο της διττής επανάστασης τη χαρακτήρισαν τόσο ο θρίαμβος και η πιο περίτεχνη διατύπωση των αστικοφιλελεύθερων και μικροαστικών-ριζοσπαστικών ιδεολογιών όσο και η διάλυση τους με την επίδραση των κρατών και των κοινωνιών που αυτές οι ίδιες δημιούρ­γησαν, ή τουλάχιστον επικρότησαν. Το έτος 1830, που σημειώνει την αναβίωση του μεγαλύτερου δυτικοευρωπαϊκού επαναστατικού κινήμα­τος μετά την ηρεμία της περιόδου του Βατερλό, σημειώνει επίσης την αρχή της κρίσης τους. Έμελλε να επιβιώσουν, αλλά κάπως υποβαθμι­σμένα: κανένας από τους μετέπειτα δεν είχε το ανάστημα των ανδρών αυτής της περιόδου.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΔ’ - ΟΙ ΤΕΧΝΕΣ

Στην περίοδο της διττής επανάστασης παρατηρούμε  μια  εξαιρετική τους άνθηση των τεχνών. Μια περίοδος πενήντα ετών που περιλαμβάνει τον Beetoven και τον Schubert ή τον Goete στην ωριμότητα και τα γεράματα του, τον Dickens , τον Ντοστογιέφσκι, τον Verdi τον Wagner, τα τελευταία χρόνια του Mozart και  Goya τον Πούσκιν και τον Balzac, χωρίς να υπολογίσουμε την πληθώρα εκείνων που θα ήταν γίγαντες με άλλα μέτρα σύγκρισης, ξεπερνάει κάθε άλλη ίσης διάρκειας περίοδο της παγκόσμιας ιστορίας. Στον μεγαλύ­τερο βαθμό της η εξαιρετική αυτή επιτυχία οφείλεται στην αναβίωση και την ανάπτυξη των τεχνών που είχαν απήχηση σε ένα εγγράμματο κοινό, σχεδόν σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες.

Είναι ακόμη πολύ ασαφές ποιοι είναι οι καθοριστικοί παράγοντες για την άνθηση ή το μαρασμό των τεχνών σε οποιαδήποτε εποχή. Εν­τούτοις, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ανάμεσα στο 1789 και το 1848 η απάντηση πρέπει να αναζητηθεί προπάντων στον αντίκτυπο της διττής επανάστασης. Αν θέλαμε να συνοψίσουμε, η Γαλλική Επανάσταση ενέπνευσε τον καλλιτέχνη με το παράδειγμα της,  η Βιομηχανική   Επανάσταση  με τη φρίκη της και αστική κοινωνία, που προήλθε και από τις δύο, μετασχημάτισε την ύπαρξη  του  και τους τρόπους της δημιουργίας του.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι καλλιτέχνες της περιόδου αυτής  εμπνέονται από τα δημόσια πράγματα και είχαν ανάμειξη σε αυτά.

Η σχέση ανάμεσα στα δημόσια πράγματα και τις τέχνες ήταν ιδιαίτερα στενή στις χώρες όπου αναπτύσσονταν η εθνική συνείδηση και τα απελευθερωτικά ή ενωτικά κινήματα [cliv]. Α­σφαλέστατα δεν είναι τυχαίο ότι η αναβίωση ή η γέννηση της εθνικής φιλολογικής παιδείας στη Γερμανία, τη Ρωσία, την Πολωνία, την Ουγγαρία, τις σκανδιναβικές χώρες και άλλου συνέπεσε —συχνά μάλι­στα ήταν και η πρώτη εκδήλωσή της— με την επιβεβαίωση της πολι­τιστικής υπεροχής της λαϊκής γλώσσας και του γηγενούς πληθυσμού έναντι μιας κοσμοπολίτικης, αριστοκρατικής κουλτούρας που συχνά χρησιμοποιούσε ξένη γλώσσα.[clv].

Αλλά ακόμη και οι τέχνες μιας μικρής μειονότητας στην κοινωνία μπορεί να απηχούν τις δονήσεις που δοκιμάζει ολόκληρη η ανθρωπότητα. Η λογοτεχνία και οι τέχνες της περιόδου που μας απασχολεί κατάφεραν ακριβώς αυτό, και το αποτέλεσμα ήταν ο «ρομαντισμός». Ως τεχνοτροπία, ως σχολή, ως εποχή στην τέχνη είναι εξαιρετικά δύσκολο να οριστεί ή να περιγραφεί με ακρίβεια. Το ίδιο ισχύει και για τον «κλασικισμό», τον οποίο ισχυριζόταν ότι ανέτρεπε ο «ρομαντισμός» Οι ίδιοι οι ρομαντικοί δεν μπορούν να μας βοηθήσουν, διότι οι περιγραφές των επιδιώξεων τους, μολονότι σαφείς και κατηγορηματικές, ήταν συχνά κενές ορθολογικού περιεχομένου[clvi].

Παρ’ όλα αυτά, μολονότι ο ρομαντισμός με τη συγκεχυμένη προέ­λευση και κατάληξη και τα ασαφή του κριτήρια δυσκολεύει αφάνταστα όποιον προσπαθεί να τον τοποθετήσει χρονικά και να τον προσδιορίσει ποιοτικά, κανείς δεν αμφισβητεί σοβαρά ούτε την ύπαρξη του αλλά ούτε και την ικανότητα μας να τον αναγνωρίζουμε[clvii]. Με τη στενή έννοια, εμ­φανίστηκε ως ενσυνείδητη και μαχητική τάση στην τέχνη της Βρετα­νίας, της Γαλλίας και της Γερμανίας γύρω στο 1800 (στα τέλη της δεκαετίας της Γαλλικής Επανάστασης) και στην τέχνη πολύ μεγαλύ­τερων περιοχών της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής μετά το Βατερλό.

Ο ρομαντισμός δεν κατατάσσεται εύκολα στα αντιαστικά κινήματα. Κατά την περίοδο μάλιστα του προρομαντισμού, στις δεκαετίες που προηγήθηκαν της Γαλλικής Επανάστασης, πολλά από τα χαρακτηριστικά του συνθήματα είχαν χρησιμοποιηθεί για την εξύ­μνηση της αστικής τάξης, της οποίας το αληθινό και απλό αίσθημα αντιπαραβαλλόταν στην υπεροψία της διε­φθαρμένης κοινωνίας, ενώ πιστευόταν ότι η αυθόρμητη εμπιστοσύνη των αστών για τη φύση θα εξουδετέρωνε τα τεχνάσματα της Αυλής και του κληρικαλισμού. Εντούτοις, από τη στιγμή που η αστική κοινωνία θριάμβευσε πράγματι στη Γαλλική και τη Βιομηχανική Επανάσταση, ο ρομαντισμός έγινε αδιαφιλονίκητα ο ενστικτώδης εχθρός της, και δικαίως θεωρείται πολέμιος της.

Αναμφίβολα, μεγάλο μέρος της εμπαθούς, συγκεχυμένης αλλά βαθιάς αποστροφής για την αστική κοινωνία οφειλόταν στο κατεστη­μένο συμφέρον των δυο ομάδων, που συνιστούσαν τις δυνάμεις κρούσης του δηλαδή τους κοινωνικά παραγκωνισμένους νεαρούς και τους επαγγελματίες καλλιτέχνες. Ποτέ καμία περίοδος δεν ευνόησε περισσότερο τους νεα­ρούς καλλιτέχνες.

Επίσης η πιο εντυπωσιακή συνέπεια της σύνδεσης του ρομαντισμού, με το όραμα μιας νέας και ευγενέστερης Γαλλικής Επανάστασης ήταν η συντριπτική νίκη της στρατευμένης τέχνης μεταξύ του 1830 και του 1848.

Ο ρομαντισμός είναι η πιο χαρακτηριστική μόδα, στην τέχνη όπως και στη ζωή, της περιόδου της διττής επανάστασης, αλλά με κανένα τρόπο δεν είναι και η μόνη. Εφόσον μάλιστα δεν κυριάρχησε στην παιδεία της αριστοκρατίας ούτε των μεσαίων τάξεων και, ακόμη λιγότερα στην παιδεία των φτωχών εργαζομένων, η πραγματική του ποσοτική σημασία ήταν την εποχή εκείνη πολύ περιορισμένη[clviii].

Ούτε και η κουλτούρα της αστικής και μικροαστικής τάξης ήταν ρομαντική. Τα βασικά της χαρακτηριστικά ήταν η νηφαλιότητα και η μετριοφροσύνη. Μόνο στις τάξεις των μεγαλοτραπεζιτών και κερδο­σκόπων ή στους κύκλους της πρώτης γενιάς των εκατομμυριούχων της βιομηχανίας, οι οποίοι ποτέ δεν χρειάστηκε ή δεν χρειαζόταν πια να διοχετεύσουν μεγάλο μέρος των κερδών τους στην επιχείρηση, μόνο λοι­πόν στους κύκλους αυτούς άρχισε να εμφανίζεται το γεμάτο χλιδή στυλ ψευδομπαρόκ του τέλους του 19ου αιώνα.

Επίσης σχετικά με την έννοια του «λαού»[clix] υποστηρίζει ότι μπορούσε να είναι επαναστατική έννοια, ιδίως για τους καταπιεσμένους που ετοιμάζονταν να ανακαλύψουν ή να επιβεβαιώσουν την εθνική τους ταυτότητα, και μάλιστα για όσους δεν διέθεταν γηγε­νή αστική τάξη ή αριστοκρατία[clx]. Για όλους αυτούς, το πρώτο λεξικό, η πρώτη γραμματική ή συλλογή δημοτικών τραγουδιών ήταν γεγονός μείζονος πολιτικής σημασίας, μια πρώτη διακήρυξη της ανεξαρτησίας τους. Από την άλλη πλευρά, για όσους εντυπωσιάζονταν περισσότερο από τις απλές αρετές του λαού, την ήρεμη ικανοποίηση, την άγνοια και την ευλάβεια, τη βαθιά σοφία της πίστης του στον πάπα, το βασι­λιά ή τον τσάρο, η λατρεία του πρωτόγονου προσφερόταν περισσότερο για συντηρητική ερμηνεία. Αντιπροσώπευε την ενότητα της αθωότη­τας, του μύθου και της αρχαίας παράδοσης, που η αστική κοινωνία τα κατέστρεφε μέρα τη μέρα. Ο καπιταλιστής και ο ορθολογιστής ήταν οι εχθροί, και για να τους πολεμήσουν ο βασιλιάς, ο γαιοκτήμονας και ο αγρότης έπρεπε να διατηρήσουν την καθαγιασμένη τους ενότητα.

Σε σχέση με την διατήρηση της παλαιάς κουλτούρας μπορούμε να πούμε ότι πράγματι, ακόμη και στη βιομηχανία ο κοινωνικός μετασχηματι­σμός δεν είχε προχωρήσει αρκετά πριν από τη δεκαετία του 1840 για να καταστρέψει ολοσχερώς την παλιά κουλτούρα, ιδιαίτερα στη δυτική Ευρώπη και έτσι έχουμε το δυτικό ημιβιομηχανικό είδος κουλτούρας Στην ύπαιθρο, οι ανθρακωρύχοι κι οι υφαντουργοί εξέφραζαν τις ελπί­δες και τις διαμαρτυρίες τους στα παραδοσιακά δημοτικά τραγούδι και η βιομηχανική επανάσταση αύξησε απλώς τον αριθμό τους και όξυνε τις εμπειρίες τους. Το εργοστάσιο δεν χρειαζόταν τραγούδια της δου­λειάς, αλλά τα χρειάζονταν οι ποικίλες δραστηριότητες που συνδέονται με την οικονομική ανάπτυξη και, φυσικά, τα τραγούδια αυτά αναπτύχθηκαν με τον παλιό τρόπο.

Οι αληθινά νέες μορφές διασκέδασης στις μεγάλες πόλεις ήταν υποπροϊόντα της ταβέρνας ή του καπηλειού, που εξελίχτηκε σε σημαντική πηγή ανακούφισης για τους φτωχούς εργα­ζόμενους μέσα στην κοινωνική τους αποδιοργάνωση και ήταν ο τελευ­ταίος αστικός προμαχώνας των εθίμων και των παραδοσιακών τελετών που διατηρούσαν και ενέτειναν οι εργατικές συντεχνίες, τα συνδικάτα και οι διάφοροι «σύλλογοι αλληλοβοήθειας». Το «μιούζικ χολ» και το χορευτικό κέντρο ήταν κι αυτά υποπροϊόντα της ταβέρνας, αλλά ως το 1848 δεν είχαν ακόμη διαδοθεί ευρέως, ούτε καν στη Βρετανία, μολο­νότι είχαν αρχίσει να εμφανίζονται ήδη στη δεκαετία του 1830. Οι άλλες νέες μορφές διασκέδασης στις μεγάλες πόλεις γεννήθηκαν από τις εμποροπανηγύρεις, όπου σύχναζαν πάντοτε περιοδεύοντες καλλιτέ­χνες. Στη μεγάλη πόλη καθιερώθηκαν μόνιμα, και ήδη στη δεκαετία του 1840 τα διάφορα θεάματα, τα θέατρα, οι γυρολόγοι, οι πορτοφολά­δες και οι πλανόδιοι μανάβηδες σε ορισμένα βουλεβάρτα προσέφεραν στοιχεία έμπνευσης στους ρομαντικούς διανοουμένους του Παρισιού και ψυχαγωγία στο λαουτζίκο[clxi].

Σε γενικές όμως γραμμές, η πόλη, και ιδίως η νέα βιομηχανική πόλη, παρέμενε πένθιμη και θλιβερή. Οι λίγες ομορφιές της —ανοιχτοί χώροι, γιορτές κ.ά.— περιορίστηκαν βαθ­μιαία από την αρρώστια της οικοδόμησης που εξαπλωνόταν, από τους καπνούς που δηλητηρίαζαν τη φυσική ζωή και από την υποχρέωση αδιάκοπης εργασίας, την οποία συχνά επέτεινε η αυστηρή πειθαρχία της Κυριακής αργίας που επέβαλλαν οι μεσαίες τάξεις. Μόνο το νέο φως του γκαζιού και κάποιες βιτρίνες στους κεντρικούς δρόμους εδώ κι εκεί προανάγγελλαν τα ζωηρά χρώματα της νύχτας στη σύγχρονη πόλη. Αλλά η δημιουργία της σύγχρονης μεγαλούπολης και του σύγχρονου αστικού τρόπου ζωής έπρεπε να περιμένει το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Στο πρώτο μισό επικράτησε η καταστροφή, παρόλο που έγιναν και κάποιες επιτυχείς απόπειρες αναχαίτισης της.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΕ'-ΟΙ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ

Οι επιστήμες καθρεφτίζουν κι αυτές με τον τρόπο τους τη διττή επανάσταση, εν μέρει γιατί η επανάσταση είχε συγκεκρι­μένες απαιτήσεις από αυτές, εν μέρει γιατί τους άνοιξε καινούριες δυνα­τότητες και τις έφερε αντιμέτωπες με νέα προβλήματα, εν μέρει γιατί η ίδια  η ύπαρξη της επανάστασης προωθούσε νέους τρόπους σκέψης. Με αυτό ο συγγραφέας δεν υπαινίσσεται  πώς η εξέλιξη των επιστημών ανάμεσα στο 1789 και το 1848 μπορεί να αναλυθεί αποκλειστικά και μόνο σε συνάρτηση με τα κινήματα στη γύρω τους κοινωνία. Οι περισσότερες ανθρώπινες δραστη­ριότητες έχουν την εσωτερική λογική τους, που καθορίζει μέρος τουλά­χιστον της εξέλιξης τους.

Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και όσοι με πάθος πιστεύουν στην πλήρη αγνότητα της καθαρής επι­στήμης γνωρίζουν ότι η επιστημονική σκέψη μπορεί τουλάχιστον να επηρεαστεί από πράγματα έξω από το συγκεκριμένο γνωστικό της πεδίο, αν μη τι άλλο διότι οι επιστήμονες,  ζουν σε έναν ευρύτερο κόσμο. Η πρόοδος της επιστήμης δεν είναι μια απλή γραμμική πορεία όπου το κάθε στάδιο βρίσκει τη λύση στα ρητά ή άρρητα προβλήματα που είχαν τεθεί προηγουμένως και, με τη σειρά του, θέτει νέα. Η επι­στήμη προχωρεί επίσης και με την ανακάλυψη νέων προβλημάτων, νέων τρόπων αντιμετώπισης των παλιών, νέων τρόπων επίλυσης τους, εντελώς νέων πεδίων έρευνας ή νέων θεωρητικών και πρακτικών εργα­λείων ερευνάς. Κι εδώ υπάρχει τεράστιο περιθώριο επίδρασης ή μορφο­ποίησης της σκέψης από εξωτερικούς παράγοντες. Αν πράγματι οι περισσότερες επιστήμες στην περίοδο αυτή είχαν αναπτυχθεί με απλό γραμμικό τρόπο, όπως συνέβη με την αστρονομία που παρέμεινε ουσια­στικά στο νευτωνικό της πλαίσιο, τότε το στοιχείο αυτό δεν θα είχε ιδιαίτερη σημασία. Αλλά,  η περίοδος αυτή ήταν εποχή ριζικά νέων αφετηριών σε ορισμένα πεδία σκέψης -όπως στα μαθηματικά- εποχή αφύπνισης επιστημών που ως τότε ήταν σε νάρκη -όπως η χημεία- εποχή γέννησης νέων επιστημών -όπως η γεωλογία- και εποχή εμφύσησης των επαναστατικών νέων ιδεών σε ήδη υπάρχου­σες επιστήμες (όπως στις κοινωνικές και τις βιολογικές).

Όπως ήρθαν τα πράγματα, από όλες τις έξωθεν δυνάμεις που διαμόρ­φωσαν την επιστημονική ανάπτυξη, οι άμεσες αξιώσεις που πρόβαλαν στους επιστήμονες κυβέρνηση και βιομηχανία ήταν από τις λιγότερο σημαντικές[clxii].

Από την άλλη μεριά, η επιστήμη ευεργετήθηκε τρομακτικά από την εντυπωσιακή ενθάρρυνση της επιστημονικής και τεχνικής εκπαίδευσης και από την κάπως λιγότερο εντυπωσιακή υποστήριξη για την έρευνα που εκδηλώθηκε την εποχή εκείνη. Εδώ η επίδραση της διττής επα­νάστασης είναι σαφέστατη[clxiii].

Η εποχή της επανάστασης αύξησε  τον αριθμό των επιστημόνων και των λογίων, καθώς και την επιστημονική παραγωγή. Επί πλέον, κι αυτό έχει μεγαλύτερη σημασία, το γεωγραφικό σύμπαν της επιστήμης έγινε τότε ευρύτερο με δυο τρόπους: αφενός το ίδιο το εμπόριο και η εξερεύνηση πρόσφεραν στην επιστημονική μελέτη νέα μήκη κι πλάτη του κόσμου και έδωσαν έναυσμα για ανάλυση των νέων αυτών περιοχών.   Αφετέρου, το συμπάν της επιστήμης διευρύνθηκε για να συμπεριλάβει χώρες και λαούς που ως τότε ελάχιστα είχαν συμβάλει στον τομέα αυτό.   Κι εδώ φαίνεται ότι η επιστήμη αντανακλά την άνοδο εθνικών πολιτισμών εκτός δυτικής Ευρώπης.

Για να μπορέσουμε να κρίνουμε τι είδους αντίκτυπο είχε η διττή επα­νάσταση στις επιστήμες, θα πρέπει να κάνουμε μια συνοπτική ανασκό­πηση της εξέλιξης τους. Σε γενικές γραμμές, δεν επήλθε επανάσταση στις κλασικές φυσικές επιστήμες. Αυτό σημαίνει, δηλαδή, ότι ουσια­στικά παρέμειναν στα όρια που είχε θεσπίσει ο Νεύτων, είτε συνεχίζον­τας τις ερευνητικές κατευθύνσεις του 18ου αιώνα είτε επεκτείνοντας προηγούμενες αποσπασματικές ανακαλύψεις και συντονίζοντας τες σε ευρύτερα θεωρητικά συστήματα. Ο πιο σημαντικός από τους νέους τομείς που άρχισαν να αναπτύσσονται με τον τρόπο αυτό (κι αυτός που είχε τις αμεσότερες τεχνολογικές συνέπειες) ήταν ο ηλεκτρισμός, ή μάλλον ο ηλεκτρομαγνητισμός. Η πιο σημαντική από τις νέες θεωρητικές συνθέσεις ήταν η ανακάλυψη των νόμων της θερμοδυναμικής, των σχέ­σεων δηλαδή μεταξύ θερμότητας και ενέργειας.

Η επανάσταση που έκανε την αστρονομία και τη φυσική σύγχρονες επιστήμες είχε πραγματοποιηθεί τον 17ο αιώνα· η επανάσταση που δημιούργησε τη χημεία ήταν σε πλήρη εξέλιξη στην αρχή της περιόδου. Η χημεία ήταν  πιο στενά και άμεσα συνδεδε­μένη με τη βιομηχανική πρακτική, ιδίως με τη λεύκανση και τη βαφή στην κλωστοϋφαντουργία.  Η χημεία, όπως και η φυσική, ήταν κατεξοχήν γαλλική.

Η χημεία, ωστόσο, είχε μια επαναστατική συνέπεια —την ανακά­λυψη ότι η ζωή μπορεί να αναλυθεί βάσει των ανόργανων επιστημών[clxiv].

Στα μαθηματικά πραγματοποιήθηκε μια βαθύτερη ακόμη επανά­σταση απ’ ότι στη χημεία, αλλά λόγω της φύσης του θέματος ήταν λιγότερο εμφανής. Αντίθετα με τη φυσική, που παρέμεινε στα πλαίσια του 17ου αιώνα, και τη χημεία, που αναπτύχθηκε σε ευρύ μέτωπο μέσα από το χάσμα που ανοίχτηκε τον 18ο αιώνα, τα μαθηματικά στην περίοδο αυτή μπήκαν σε εντελώς νέο κόσμο, πολύ πέρα από αυτόν των Ελλήνων, που δέσποζε ακόμη στην αριθμητική και την επιπεδομετρία, και πέρα από τον κόσμο του 17ου αιώνα που κυριαρχούσε στην ανάλυση.

Η μαθηματική επανάσταση πέρασε απαρατήρητη, με εξαίρεση λίγους ειδικούς σε τέτοια θέματα.

Η επανάσταση στις κοινωνικές επιστήμες, από την άλλη μεριά, δεν θα μπορούσε να μη γίνει αισθητή στο κοινό.

Για την ακρίβεια,  τελικά πραγματοποιήθηκαν δύο επαναστάσεις που η πορεία τους θα συνέκλινε και θα οδηγούσε στο Μαρξισμό ως την πιο εμπεριστατωμένη σύνθεση των κοινωνικών επιστημών. Η πρώτη που συνέχιζε τη λαμπρή πρωτοπορία των ορθολογιστών του 17ου κα 18ου αιώνα, θέσπισε για τους ανθρώπινους πληθυσμούς νόμους ανάλο­γους με τους φυσικούς. Ο πιο πρώιμος της θρίαμβος ήταν η κατασκευή μιας συστηματικής παραγωγικής θεωρίας της πολιτικής οικονομίας που ήταν ήδη πολύ προωθημένη το 1789. Η δεύτερη, που στην ουσία ανήκει στην περίοδο μας και συνδέεται στενά με το ρομαντισμό, ήταν η ανακάλυψη της ιστορικής εξέλιξης.

Η τολμηρή καινοτομία των κλασικών ορθολογιστών ήταν ότι κατέ­δειξαν πώς στην ανθρώπινη συνείδηση και την ελεύθερη βούληση εφαρμόζονταν κάποιοι νόμοι που έμοιαζαν λογικά αναγκαστικοί. Τέτοιου είδους ήταν οι «νόμοι της πολιτικής οικονομίας»[clxv].

 Παράλληλα έγινε και η πρώτη συστηματική παρουσίαση μιας θεωρίας της δημογραφίας, που φιλοδοξούσε να αποδείξει τη μηχανική και σχεδόν αναπόφευκτη σχέση ανάμεσα στα μαθηματικώς περιγράψιμα ποσοστά πληθυσμιακής αύξη­σης και τα μέσα επιβίωσης.

Η εφαρμογή μαθηματικών μεθόδων στην κοινωνία σημείωσε και άλλη μεγάλη πρόοδο την περίοδο αυτή. Στον τομέα αυτό πρωτοπό­ροι ήταν οι γαλλόφωνοι επιστήμονες, επικουρούμενοι αναμφίβολα από την εξαίρετη μαθηματική ατμόσφαιρα της γαλλικής παιδείας. Έτσι ο Adolphe Quetelet από το Βέλγιο, στο μνημειώδες έργο του Sur l’Homme (1835) απέδειξε ότι η στατιστική κατανομή των ανθρωπίνων χαρα­κτηριστικών υπακούει σε γνωστούς μαθηματικούς νόμους[clxvi].

 Αυτές οι εξελίξεις στις κοινωνικές επιστήμες ήταν επαναστατικές με τον τρόπο που ήταν και η χημεία, συνέχιζαν δηλαδή στην πράξη τις προόδους που θεωρητικά είχαν επιτελεστεί ήδη.  Αλλά οι κοινωνικές επιστήμες είχαν στο ενεργητικό τους και ένα άλλο, εντελώς νέο και πρωτότυπο επίτευγμα, που με τη σειρά του πυροδότησε τις βιολογικές επιστήμες, ακόμη και τις φυσικές, όπως η γεωλογία. Το επίτευγμα αυτό ήταν η ανακάλυψη της ιστορίας ως διαδικασίας λογικής εξέλιξης και όχι απλώς και μόνον ως χρονολογικής διαδοχής συμβάντων.  Η σχέση της καινοτομίας αυτής με τη διττή επανάσταση είναι τόσο κατα­φανής που σχεδόν δεν χρειάζεται επιχειρηματολογία.

Από την κριτική του καπιταλισμού ξεπήδησε αυτό που ονομάστηκε Κοινωνιολο­γία (λέξη που επινόησε ο Α. Comte γύρω στο 1830).

Τα πιο σημαντικά αποτελέσματα αυτής της ιστορικής αφύπνισης ήταν στον τομέα της τεκμηρίωσης και της ιστορικής τεχνικής.

Η εισαγωγή της Ιστορίας στις κοινωνικές επιστήμες είχε αμεσότερο αντίκτυπο στο Δίκαιο.

Επίσης η φιλολογία ήταν η πρώτη επιστήμη που θεώρησε καθαυτό πυρήνα της την εξελικτική διεργασία[clxvii].

Σε σχέση με τη γεωλογία μόνο την  δεκαετία του 1830 —όταν δηλαδή η πολιτική πήρε ακόμη μια στροφή προς τα αριστερά— εμφανίστηκαν ώριμες εξελικτικές θεω­ρίες στη γεωλογία.

Η βιολογική εξέλιξη, ωστόσο, σημείωνε ακόμη καθυστέρηση.  Το εκρηκτικό αυτό θέμα αντιμετωπίστηκε για άλλη μια φορά με σοβαρό­τητα μόνο πολύ μετά την ήττα των επαναστάσεων του 1848. Ακόμη και τότε όμως ο Κάρολος Δαρβίνος το χειρίστηκε με μεγάλη επιφυλα­κτικότητα και ασάφεια, για να μην πούμε με ανειλικρίνεια. 

 Η σταθερή κατασκευή επιστημονι­κών βάσεων για τη μελέτη της ανθρώπινης κοινωνίας θα γινόταν μονό στο δεύτερο μισό του αιώνα[clxviii].

Οι  επιστημονικές επιπτώσεις της Γαλλικής Επα­νάστασης είναι εμφανείς στην ανοιχτή η συγκαλυμμένη εχθρότητα προς την επιστήμη, με την όποιοι οι πολιτικά συντηρητικοί ή μετριοπα­θείς αντιμετώπιζαν αυτό που θεωρούσαν ως φυσική συνέπεια της υπονο­μευτικής προσπάθειας του υλισμού και του ορθολογισμού του 18ου αιώ­να. Η ήττα του Ναπολέοντα έφερε ένα κύμα σκοταδισμού.

 Τα κύρια ρεύματα γενικών ιδεών στην περίοδο αυτή έχουν την αντιστοι­χία τους σε ειδικούς επιστημονικούς κλάδους, κι αυτό μας επιτρέπει να διαπιστώσουμε ένα παραλληλισμό μεταξύ επιστήμης και τέχνης ή μεταξύ των δύο αυτών αφενός και των πολιτικών  και κοινωνικών απόψεων αφετέρου. Έτσι, ο «κλασικισμός» και ο «ρομαντισμός» υπήρχαν και στις επιστήμες και, όπως είδαμε, αντιστοιχούσαν σε συγκεκριμένο τρόπο αντιμετώπισης της ανθρώπινης κοινωνίας[clxix].

Σε γενικές γραμμές η «ρομαντική» προσέγγιση αποτελούσε κίνητρο για τις νέες ιδέες και αφετηρίες και έπειτα έβγαινε πάλι από τη σφαίρα των επιστημών.

Παρ’ όλα αυτά δεν μπορούμε να την αγνοήσουμε στην περίοδο που μας απασχολεί.

Αν δεν μπορούμε να την αγνοήσουμε ως καθαρά επιστημονικό κίνη­τρο, πόσο μάλλον δεν μπορεί να παραβλεφθεί από τον ιστορικό των ιδεών, για τον οποίο ακόμη και οι παράλογες ή εσφαλμένες ιδέες απο­τελούν γεγονότα και ιστορικές δυνάμεις. Δεν μπορούμε να διαγράψουμε ένα κίνημα που παρέσυρε ολοσχερώς ή επηρέασε άτομα μέγιστου πνευ­ματικού βεληνεκούς όπως ο Goethe , o Hegel  και o Μαρξ κατά τη νεαρή του ηλικία. Μπορούμε απλώς να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τη βαθιά δυσαρέσκεια που προκαλούσε η «κλασική» αγγλογαλλική άποψη περί κόσμου του 18ου αιώνα, της οποίας τα τεραστία επιτεύγματα στην επιστήμη και την κοινωνία ήταν αναμφισβήτητα, αλλά που η στενό­τητα και τα όρια της ήταν όλο και πιο εμφανή στην περίοδο των δύο επαναστάσεων. Το να έχει κανείς επίγνωση των ορίων αυτών και να αναζητεί, συχνά με τη διαίσθηση μάλλον παρά με την ανάλυση, τον τρόπο με τον όποιο να κατασκευάσει μια πιο ικανοποιητική εικόνα του κόσμου δεν σήμαινε ότι την κατασκεύαζε κιόλας. Ούτε άλλωστε τα οράματα ενός εξελικτικού, γεμάτου αλληλεξάρτηση και διαλεκτικού σύμπαντος που εξέφραζαν οι φυσικοί φιλόσοφοι ήταν αποδείξεις ή, έστω, επαρκείς ερμηνείες. Ωστόσο απεικόνιζαν πραγματικά προβλή­ματα —ακόμη και στις φυσικές επιστήμες—και προετοίμαζαν τις αλ­λαγές και τις προεκτάσεις του κόσμου των επιστημών που γέννησαν το σύγχρονο επιστημονικό μας σύμπαν. Με τον τρόπο τους άλλωστε απει­κόνιζαν τον αντίκτυπο της διττής επανάστασης, που δεν άφησε αναλ­λοίωτη καμία πτυχή της ανθρώπινης ζωής.

 

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ις' - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: ΠΡΟΣ ΤΟ 1848

 1.Η γνωστή χαρτογραφη­μένη και προσιτή έκταση του κόσμου ήταν μεγαλύτερη από ποτέ άλλο­τε και  οι επικοινωνίες της απίστευτα ταχύτερες.

2.Ο πληθυσμός του κόσμου ήταν μεγαλύτερος από ποτέ άλλοτε· σε αρκετές περιπτώσεις ήταν μεγαλύτερος από κάθε προσδοκία και πέρα από κάθε προηγούμενη πιθανολόγηση. Οι πόλεις τεραστίου μεγέθους πολλαπλασιάζονταν γρηγορότερα παρά ποτέ.

3.Η βιομηχανική παραγωγή έφτασε σε αστρονομικά ύψη στη δεκαετία του 1840.Την τρομακτική αυτή αύξηση την ξεπερνούσε μόνο το ακόμη εκπληκτικότερο ύψος του διεθνούς εμπορίου, που είχε τετραπλασιαστεί από το 1780

  1. Η επιστήμη ποτέ δεν είχε γνωρίσει μεγαλύτερο θρίαμβο· ποτέ δεν ήταν οι γνώσεις πιο διαδεδομένες. Πάνω από τέσσερις χιλιάδες εφημε­ρίδες ενημέρωναν τους πολίτες του κόσμου, και ήταν πενταψήφιος ο αριθμός των βιβλίων που εκδίδονταν ετησίως μόνο στη Βρετανία, τη Γαλλία, τη Γερμανία και τις ΗΠΑ. Οι ανακαλύψεις έφταναν κάθε χρόνο σε όλο και πιο εκπληκτικά ύψη. Σαράντα οχτώ εκατομμύρια ταξιδιώτες χρησιμοποίησαν ήδη σε ένα χρόνο (1845) τους σιδηροδρόμους του Ηνωμένου Βασιλείου. Τακτικά ατμοπλοϊκά δρομολόγια συνέδεαν ήδη την Ευρώπη με την Αμερική, την Ευρώπη με τις Ινδίες.
  2. Υπήρχαν αναλογικά λιγότεροι δούλοι, γιατί το διεθνές δουλεμπόριο είχε επι­σήμως καταργηθεί το 1815 και η δουλεία στις βρετανικές αποικίες το 1834, ενώ στις ισπανικές και γαλλικές αποικίες που απελευθερώθη­καν, καταργήθηκε κατά και μετά τη Γαλλική Επανάσταση. Ενώ οι Δυτικές Ινδίες ήταν πια, με κάποιες μη βρετανικές εξαι­ρέσεις, περιοχή ελεύθερης από νομική άποψη γεωργίας, η δουλεία εξα­κολουθούσε να αναπτύσσεται αριθμητικά στα άλλα δύο μεγάλα προπύρ­για της, τη Βραζιλία και τις νότιες πολιτείες των ΗΙ1Α, ενώ γίνεται αναφορά και στο σύστημα της ημιδουλείας με εξαγωγές συμβασιούχων εργατών προς τα νησιά της ζάχαρης στον Ινδικό ωκεανό και τις Δυτικές Ινδίες
  3. Η δουλοπαροικία η νομική δέσμευση των αγροτών είχε καταργηθεί σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης, μολονότι η κατάργηση αυτή δεν είχε επηρεάσει ιδιαίτερα την κατάσταση των φτωχών αγροτών σε περιοχές όπως η Σικελία και η Ανδαλουσία, όπου γινόταν παραδοσιακή καλ­λιέργεια σε λατιφούντια. Εντούτοις, η δουλοπαροικία εξακολουθούσε να υπάρχει στα κύρια ευρωπαϊκά της προπύργια, αν και, μετά την αρ­χική της ανάπτυξη, οι αριθμοί στη Ρωσία παρέμεναν σταθεροί ανάμεσα στα 10 και 11 εκατομμύρια άντρες μετά το 1811 δηλαδή σημειώθηκε
  4. Υπήρχαν τώρα χώρες — π.χ η Γαλλία και οι ΗΠΑ— όπου οι γαιοκτήμονες δεν ήταν πια οι πλουσιότεροι όλων (ε­κτός από την περίπτωση που αγόραζαν και γη ως έμβλημα της εισόδου τους στην ανώτατη τάξη). Ωστόσο, ακόμη και στη Βρετανία στη δεκαετία του 1840, η μεγαλύτερη συσσώρευση πλούτου εξακολουθούσε ασφαλώς να είναι στα χέρια της αριστοκρατίας, όπως και στις νότιες πολιτείες των ΗΠΑ στις οποίες οι ιδιοκτήτες των βαμβακοφυτειών έφτιαξαν για τον εαυτό τους μια καρικατούρα αριστοκρατικής κοινωνίας. Τα εισοδήματα των ευγενών είχαν όλο και μεγαλύτερη εξάρτηση από τη βιομηχανία, τις μετοχές και τις εξελίξεις στον τομέα της ακίνητης περιουσίας .

Στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας, η θέση του γαιοκτήμονα αριστοκράτη άλλαξε επίσης λιγότερο απ’ ότι θα υπέθετε κανείς, εκτός από τις χώρες όπου σημειώθηκαν άμεσες αγροτικές επαναστάσεις, όπως η Γαλλία.

8.Η επαναστατικότητα της αγροτιάς μεγάλωνε ολοένα. Η μεγαλύτερη εξέγερση των δουλοπάροικων ήταν ίσως της αυστριακής Γαλικίας το 1846, το προοίμιο στη γενική απελευθέρωση με την επανάσταση του 1848. Αλλά ακόμη και στη Ρωσία σημειώθηκαν 148 αγροτικοί ξεσηκωμοί στα 1826-34, 216 στα 1835-44, 348 στα 1844-54, με αποκορύφωμα τους 474 ξεσηκωμούς των ετών που προηγήθηκαν της απελευθέρωσης του 1861.

  1. Οι «μεσαίες τάξεις» είχαν φυσικά αυξηθεί γρήγορα, αλλά παρ’ όλα αυτά εξακολουθούσαν να μην είναι ιδιαίτερα πολυμελείς ακόμη και στη Βρετανία.
  2. Η εργατική τάξη (με το νέο προλεταριάτο των εργοστασίων, των ορυχείων, των σιδηροδρόμων κτλ.) αυξήθηκε φυσικά με τον ταχύτερο ρυθμό απ’ όλους. Εντούτοις, με εξαίρεση τη Βρετανία, αριθμούσε εκα­τοντάδες χιλιάδες μάλλον και όχι εκατομμύρια. Ωστόσο, όπως είδαμε, η πολιτική της σημασία ήταν ήδη τεράστια και απολύτως δυσανάλογη με το μέγε­θος ή τα επιτεύγματα της.
  3. Η πολιτική δομή του κόσμου είχε κι εκείνη υποστεί σημαντικό μετα­σχηματισμό ως τη δεκαετία του 1840, αλλά όχι με τρόπο τόσο ριζικό όσο θα περίμεναν οι αισιόδοξοι (ή απαισιόδοξοι) παρατηρητές του 1800. Η μοναρχία παρέμενε ο πιο συνήθης τρόπος διακυβέρνησης των κρατών, εκτός της αμερικανικής ηπείρου με την εξαίρεση της Βραζιλίας και μιας περιόδου για το Μεξικό.
  4. Ως τη δεκαε­τία του 1840 είχαν δημιουργηθεί αρκετά νέα κράτη που ήταν το προϊόν επαναστάσεων όπως το Βέλγιο, η Σερβία, η Ελλάδα και κάμποσα λατινοα­μερικανικά.

13.Αρκετά ευρωπαϊκά βασίλεια, συμπεριλαμβανομένης και της Γαλλίας, ήταν πια συνταγματικές μοναρχίες, αλλά, εκτός της ζώνης των καθεστώτων αυτών στο ανατολικό άκρο του Ατλαντικού, η απόλυτη μοναρχία επικρατούσε παντού.

Είχαν σημειωθεί ωστόσο μεγάλες αλλαγές. Έξαλλου, από το 1830 περίπου η ανάπτυξη τους είχε επιταχυνθεί αισθητά. Η επανάσταση του 1830 καθιέρωσε μετριοπαθή φιλελεύθερα αστικά συντάγματα — αντιδημοκρατικά αλλά και αντιαριστοκρατικά— στα σπουδαιότερα κράτη της δυτικής Ευρώπης. Έγιναν συμβιβασμοί, που τους επέβαλλε ο φόβος μαζικής επανάστασης που θα ξεπερνούσε τις προσδοκίες της μετριοπαθού