469 New Articles

Top Stories

Η γνώμη της Τοπικής Κοινότητας Κατακόλου για τα πετρέλαια

Απόψεις

ΘΕΜΑ: ΔΙΑΤΥΠΩΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΨΗΣ ΤΗΣ ΤΟΠΙΚΗΣ ΜΑΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΔΗΜΟ ΠΥΡΓΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΔΥΤΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ ΤΗΣ Α’ ΦΑΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΤΑΔΙΟΥ Α’ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΤΟΥ ΚΟΙΤΑΣΜΑΤΟΣ ΥΔΡΟΓΟΝΑΝΘΡΑΚΩΝ.

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ:

Στα όρια της Τ.Κ. Κατακόλου και στην εγγύτερη θαλάσσια περιοχή ανακαλύφθηκε πριν 40 χρόνια ένα μικρό κοίτασμα υδρογονανθράκων, ήτοι 10-12 εκατομμύρια βαρέλια περίπου.

Μετά από περεταίρω έρευνες η ελληνική πολιτεία προχώρησε στην παραχώρηση του δικαιώματος έρευνας και εκμετάλλευσης ,με την κύρωση της σύμβασης παραχώρησης, στις εταιρείες Energean Oil & Gas και Trajan Oil and Gas limited.

Οι εταιρείες αυτές προτίθενται να αναπτύξουν την εξόρυξη και παραγωγή υδρογονανθράκων σε δύο στάδια:

Το Α’ στάδιο του προγράμματος αφορά την εξόρυξη αργού πετρελαίου και το Β’ στάδιο αφορά την εξόρυξη φυσικού αερίου.

Στο Α’ στάδιο του προγράμματος διακρίνονται τρεις φάσεις:

Α’φάση: Εδώ θα πραγματοποιηθούν δύο συνολικά γεωτρήσεις, ήτοι μια πιλοτική αρχική και μια παραγωγική σε διαφορετικούς χρόνους. Αρχικά δηλαδή θα πραγματοποιηθεί η πιλοτική γεώτρηση, που εδώ θα γίνει η εγκατάσταση του εργοταξίου και του γεωτρύπανου, θα ακολουθήσει διάλυση του εργοταξίου και απομάκρυνση του γεωτρύπανου. Αργότερα θα ακολουθήσει η διάνοιξη της παραγωγικής γεώτρησης με την εκ νέου εγκατάσταση του εργοταξίου και του γεωτρύπανου και τέλος η εκ νέου διάλυση του εργοταξίου και η απομάκρυνση του γεωτρύπανου.

Β’φάση: Παραγωγή 1.500 βαρελιών πετρελαίου, αποθήκευση και μεταφορά τους.

Γ’φάση: Μετά από δύο χρόνια  θα πραγματοποιηθεί και δεύτερη παραγωγική γεώτρηση ώστε η παραγωγή συνολικά να ανέλθει σε 3.000 βαρέλια την ημέρα.

Η μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων (ΜΠΕ) για την οποία καλούμαστε να εκφέρουμε γνώμη, αφορά μόνο τη α΄φάση του α΄σταδίου εκμετάλλευσης , ήτοι την εκτέλεση των δύο πρώτων γεωτρήσεων και όχι του συνόλου της εξορυκτικής δραστηριότητας, δηλαδή και την παραγωγή, την αποθήκευση και τη μεταφορά του αργού πετρελαίου.

Η εταιρεία επιδίωξε και πήρε έγκριση (την υπ’αρίθ. πρωτ. 149087/24-06-2018) να εκπονήσει τη ΜΠΕ σταδιακά και όχι για το σύνολο των φάσεων της εξόρυξης πετρελαίου. Σε αυτό το πλαίσιο πραγματοποιήθηκε η πρώτη ΜΠΕ.

 

ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ:

 

  1. Η ΜΠΕ ξεπερνά αθροιστικά τις 1.500 σελίδες και είναι αδύνατον από έναν τοπικό συμβούλιο να εξετασθεί και μάλιστα όταν δεν υπάρχουν και οι απαραίτητες τεχνικές γνώσεις. Επιπλέον ένα σημαντικό κομμάτι της είναι στην αγγλική γλώσσα, χωρίς καν να έχει μεταφραστεί στα ελληνικά.
  2. Η εμπειρία μας από την εκπόνηση της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) του 2013, η οποία εκπονήθηκε από το ΕΛΚΕΘΕ και εγκρίθηκε με την υπ’ αρίθ. 169895/08-08-2013 ΚΥΑ δείχνει πως οι μελέτες δεν εκπονούνται σωστά. Η συγκεκριμένη ΣΜΠΕ είναι επιεικώς απαράδεκτη, καθώς στις 700 και πλέον σελίδες της δεν είχε αναφερθεί καθόλου η ύπαρξη της κρουαζιέρας στο λιμένα Κατακόλου.

 Είναι ηλίου φαεινότερο πως η ΣΜΠΕ θα έπρεπε να έχει εξετάσει τα οικονομικά οφέλη της περιοχής από την κρουαζιέρα και τις επιπτώσεις που θα έχουν οι εξορύξεις υδρογονανθράκων σε αυτή.

Θα έπρεπε να  έχουν εκτιμηθεί οι οικονομικές απώλειες από την κρουαζιέρα σε περίπτωση ατυχήματος και κατ’ επέκταση η εκτίμηση του ρίσκου που διατιθέμεθα να αναλάβουμε. Έτσι, και μόνο αν το ισοζύγιο ήταν θετικό, η πολιτεία θα μπορούσε να προχωρήσει στην αξιοποίηση του κοιτάσματος. Αυτή τουλάχιστον είναι η διαδικασία που ακολουθείται για τις ΣΜΠΕ.

Αντί αυτού η ΣΜΠΕ εξέτασε, ως επί το πλείστον, θέματα έρευνας στη θαλάσσια περιοχή και για αυτό οι όροι και οι περιορισμοί που τέθηκαν αφορούσαν το θαλάσσιο περιβάλλον και την αλιεία αποκλειστικά.

 Υπενθυμίζουμε ότι η κρουαζιέρα αποφέρει στην ευρύτερη περιοχή της Ηλείας 50 περίπου εκατομμύρια ευρώ το χρόνο, σύμφωνα με τη μελέτη έκφρασης γνώμης των επισκεπτών κρουαζιέρας στο Κατάκολο, που εκπονήθηκε από τον κ. Παντελάδη το 2014 και με την οποία συμφωνεί η διεθνής ένωση εταιρειών κρουαζιέρας ( CLIA).

Στην ΜΠΕ η εταιρεία εξόρυξης αναφέρει πως το συνολικό οικονομικό όφελος για την περιφέρεια θα ανέρχεται στα 13 εκατ. ευρώ ετησίως. Εδώ συμπεριλαμβάνεται η απασχόληση του προσωπικού από την ευρύτερη περιοχή, οι παράπλευρες δραστηριότητες του δευτερογενούς τομέα που πιθανώς να αναπτυχθούν, οι δράσεις κοινωνικής ευθύνης (περιβαλλοντικές δράσεις, αθλητικές δραστηριότητες κ.λ.π.), η αναβάθμιση των υποδομών και δικτύων, καθώς και ο φόρος του 5% επί των κερδών της εταιρείας από την εν λόγω εξόρυξη.

Όλα τα παραπάνω, μη λαμβάνοντας υπ’ όψη βέβαια την, έστω και μικρή κατά τα λεγόμενα της εταιρείας, πιθανότητα μικρού ή μεγάλου ατυχήματος, που θα στερήσει την κρουαζιέρα από το Νομό για τουλάχιστον τρία χρόνια, θα δημιουργήσει «κακό προηγούμενο» για το μέλλον του τουρισμού στην περιοχή μας και θα υποβαθμίσει το περιβάλλον.

  1. Το σχέδιο παραγωγής-αποθήκευσης-μεταφοράς δεν επισυνάπτεται και έτσι το θέμα της παραγωγής αργού πετρελαίου, της αποθήκευσής του σε επίγειες δεξαμενές και ο τρόπος μεταφοράς σε διυλιστήριο δεν διασαφηνίζονται και δεν περιλαμβάνονται στην παρούσα ΜΠΕ, ώστε να εκτιμηθούν οι τυχόν περιβαλλοντικές επιπτώσεις της κάθε περίπτωσης.

Ειδικότερα στα κεφάλαια (Β) και (Δ) της ΜΠΕ, γίνεται μόνο λόγος για τα απόβλητα των γεωτρήσεων που εμπεριέχουν επικίνδυνες ουσίες από τα χημικά βελτιωτικά που θα χρησιμοποιηθούν στα υγρά για τη γεώτρηση καθώς και για τον τρόπο απόσυρσής τους.

Δεν υπάρχει όμως η εκτίμηση των κινδύνων, διότι όπως περιγράφεται στη ΜΠΕ, οι γεωτρήσεις δεν θα ολοκληρωθούν ώστε να γίνει διέγερση του κοιτάσματος και να μπει σε παραγωγή. Σε αυτές τις συνθήκες εκτιμάται ότι οι τυχόν διαρροές, αποσυμπιέσεις, εκρήξεις, στις επίγειες εγκαταστάσεις θα έχουν αμελητέες επιπτώσεις στο λιμάνι και τον οικισμό του Κατακόλου, λόγω των μικρών ποσοτήτων υγρών και αερίων στις σωληνώσεις και τις κεφαλές των φρεατίων, αφού δεν θα υπάρχει επικοινωνία με τον υποθαλάσσιο ταμιευτήρα αερίου και πετρελαίου.

Αναφέρεται δε ότι θα ακολουθήσει άλλη ΜΠΕ, στη φάση εκμετάλλευσης και παραγωγής. Επομένως είναι πιθανό τα αποτελέσματα αυτής της δεύτερης ΜΠΕ, να είναι πολύ διαφορετικά από της πρώτης.

Συνεπώς πριν εγκριθούν και αδειοδοτηθούν οι γεωτρήσεις, πρέπει η δεύτερη ΜΠΕ για τη φάση παραγωγής, αποθήκευσης, μεταφοράς, να υποβληθεί από τώρα ώστε να συνεκτιμηθεί με την παρούσα ΜΠΕ των γεωτρήσεων. Κατά τη διεθνή πρακτική η ΜΠΕ και η εκτίμησή της γίνεται ολοκληρωμένα και όχι κατά στάδια, διότι πρέπει να δοθούν απαντήσεις στα εξής ερωτήματα:

  • Ποιος ο όγκος της ελάχιστης διαρροής πετρελαίου και όξινου φυσικού αερίου, από οποιοδήποτε σημείο παραγωγής ή αποθήκευσης που θα μολύνει σημαντικά το λιμάνι και τις παρακείμενες παραλίες της Αλκυώνας, του Αγ. Ανδρέα, της Σπιάντζας κ.λ.π., με βάση την εποχή και τους επικρατούντες ανέμους και κυματισμούς ?
  • Τι κίνδυνοι υπάρχουν από τυχόν διαρροή μεγάλων ποσοτήτων όξινου φυσικού αερίου (στο οποίο εμπεριέχεται και υδρόθειο, που σε μεγάλες συγκεντρώσεις στον ατμοσφαιρικό αέρα είναι θανατηφόρο για τον άνθρωπο), από τις εγκαταστάσεις, οι οποίες είναι πολύ κοντά ( 600 περίπου μέτρα ) στον οικισμό του Κατακόλου. Δεν θα έπρεπε λοιπόν να τοποθετηθούν αισθητήρες υδρόθειου, των οποίων οι μετρήσεις να είναι άμεσα διαθέσιμες στις υπηρεσίες του Δήμου Πύργου?

Ποιος και με τι μέσα θα ελέγχει το θαλάσσιο πυθμένα για τυχόν εμφάνιση διαρροών από τους υπόγειους αγωγούς?

  • Ποια τα μέσα για τη διαχείριση μικρής ή μεγάλης διαρροής αργού πετρελαίου ή όξινου φυσικού αερίου υποθαλασσίως, επιθαλασσίως ή επιγείως?
  • Ποιοι θα αντιμετωπίσουν και θα καταστείλουν αυτές τις διαρροές και με τι εκπαίδευση?

 

 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ:

 

Είναι λογικό ότι για τη χώρα η παραγωγή και εκμετάλλευση, έστω και ενός πολύ μικρού κοιτάσματος, θα συνδράμει θετικά στην προοπτική αναδιαμόρφωσης του αναπτυξιακού προσανατολισμού της, προσθέτοντας ένα σημαντικό αναπτυξιακό πόρο. Η μέγιστη παραγωγή θα είναι όμως το πολύ μέχρι 3.000 βαρέλια ημερησίως, σε αντίθεση με την Καβάλα που η αρχική παραγωγή ήταν 24.000 βαρέλια ημερησίως και των γειτονικών χωρών Ιταλίας, Αλβανίας που κάθε κοίτασμα παράγει πάνω από 100.000 βαρέλια ημερησίως.

Να σημειωθεί βέβαια πως ο αναπτυξιακός αυτός προσανατολισμός είναι σε αντίθεση με την παγκόσμια τάση των αναπτυγμένων χωρών, οι οποίες στρέφονται όλο και περισσότερο σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, για να καταστείλουν το φαινόμενο του θερμοκηπίου και της κλιματικής αλλαγής, καθώς και με τις Ευρωπαϊκές Οδηγίες για περεταίρω εισχώρηση των ΑΠΕ στην παραγωγή Ενέργειας.

Σύμφωνα με ορισμένους ειδικούς η χώρα μας θα έχει επιπλέον γεωπολιτικά οφέλη από τις εξορύξεις υδρογονανθράκων. Εμείς σαν Τοπική Κοινότητα θέλουμε να συμβάλουμε στα παραπάνω, αλλά δυστυχώς μέχρι σήμερα οι ενέργειες της πολιτείας και της εταιρείας δεν μας εμπνέουν καμία εμπιστοσύνη.

 

Συγκεκριμένα:

  • Η εταιρεία, στη φάση των διαπραγματεύσεων με το ελληνικό δημόσιο, μας είχε ενημερώσει ότι η ΜΠΕ θα περιλάμβανε όλες τις φάσεις γεώτρησης-παραγωγής-αποθήκευσης-μεταφοράς του αργού πετρελαίου και θα την ανέθετε σε διεθνούς κύρους Νορβηγική εταιρεία εκπόνησης περιβαλλοντικών μελετών, με εξειδίκευση στις εξορύξεις.

Στην πραγματικότητα όμως η εταιρεία επιδίωξε η ΜΠΕ να πραγματοποιηθεί κατά φάσεις, χωρίς να γίνεται λόγος για την επικινδυνότητα από τυχόν διαρροή όξινου φυσικού αερίου, πετρελαίου, καθώς και νερού μεγάλης περιεκτικότητας σε βαρέα μέταλλα που θα παράγεται κατά την άντληση.

  • Βέβαια το Υπουργείο έχει θεσπίσει ένα παρατηρητήριο που θα επιβλέπει όλες τις φάσεις. Υπάρχει όμως το παράδειγμα της γειτονικής μας Ιταλίας, που παρά την ύπαρξη Δημόσιας Υπηρεσίας σε ρόλο παρατηρητηρίου, συνέβη μεγάλο ατύχημα.

Υπήρξε διαρροή 400 τόνων αργού πετρελαίου στην ξηρά και κατόπιν στον υπόγειο υδροφόρο ορίζοντα, από διαβρωμένη διπύθμενη δεξαμενή, στην περιοχή Μπασιλικάτα (εταιρείες ENI-SHELL) το 2016. Οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις ήταν ολέθριες για την περιοχή.

  • Η Τοπική Κοινότητα Κατακόλου έχει επίσης ενδοιασμούς για τα αντισταθμιστικά οφέλη. Πότε και τι από το 5% επί των κερδών της εταιρείας, που θα εισπράττεται από την Περιφέρεια, θα φτάσει στην Τ.Κ. Κατακόλου η οποία θα δεχτεί όλη την περιβαλλοντική επιβάρυνση του Έργου ? Γνωρίζουμε το παράδειγμα της Καβάλας που αυτό έγινε μετά από 8 περίπου χρόνια. Πιστεύουμε πως το 5% θα έπρεπε να καταλήγει στο Δήμο Πύργου και θα έπρεπε να είναι επί της παραγωγής και όχι επί των δηλωμένων κερδών της εταιρείας .

 

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ:

 

  1. Η ΜΠΕ να ολοκληρωθεί για όλες τις φάσεις που αφορούν την εξόρυξη του αργού πετρελαίου και να μην γίνεται σταδιακά.
  2. Ο Δήμος Πύργου, Αρχ.Ολυμπίας, Ήλιδας, το Εμπορικό Επιμελητήριο και το Λιμενικό Ταμείο, που κατά κύριο λόγο εισπράττουν τα οφέλη της κρουαζιέρας, να χρηματοδοτήσουν εταιρεία περιβαλλοντικών μελετών με εξειδίκευση στις εξορύξεις Υ/Α, διεθνούς κύρους και εμπειρίας, που θα επιβλέψει και θα συμπληρώσει την εκπονηθείσα για όλες τις φάσεις ΜΠΕ. Το κόστος σύμφωνα με αξιόπιστες πηγές κυμαίνεται μεταξύ 50.000-80.000 δολαρίων. Σε αυτό μπορεί να συνεισφέρει και η Περιφέρεια.
  3. Επειδή τα προσδοκώμενα οφέλη για τη χώρα, τα οποία αναφέρθηκαν παραπάνω, αφορούν όλη την Επικράτεια, ενώ την περιβαλλοντική επιβάρυνση θα την αναλάβει μόνο το Κατάκολο, ο Δήμος Πύργου και η Περιφέρεια πρέπει να εκπονήσουν άμεσα ένα προγραμματικό σχέδιο που θα περιλαμβάνει αντισταθμιστικά οφέλη σε υποδομές, σε υπηρεσίες υγείας, εκπαίδευσης, τουρισμού και αγροτικής ανάπτυξης.

Τα παραπάνω πρέπει να θεσμοθετηθούν και να υπάρχει δέσμευση από την Πολιτεία πως θα υλοποιηθούν πριν από τη δεύτερη φάση της άντλησης του αργού πετρελαίου. Η πολιτική εξουσία του Νομού που μέχρι τώρα δήλωνε απούσα πρέπει να το επιδιώξει έντονα και άμεσα.

 

 

Έχει αποδειχτεί παγκοσμίως πως οι εξορύξεις Υ/Α εάν δεν γίνονται σε χώρες οργανωμένες και με παράδοση στην άψογη λειτουργιά των ελεγκτικών μηχανισμών της Δημόσιας Διοίκησης, όπως π.χ. στη Νορβηγία και τη Δανία, συνήθως έχουν ολέθριες επιπτώσεις (περιβαλλοντικές, οικονομικές, κοινωνικές, πολιτισμικές, γεωπολιτικές) στις ίδιες τις χώρες.

Η χώρα μας ας προχωρήσει οργανωμένα και εξετάζοντας με λεπτομέρεια όλες τις πτυχές των επιπτώσεων των εξορύξεων Υ/Α. Άλλωστε εμείς θέλουμε να παραμείνουμε στον τόπο μας υγιείς, να απολαμβάνουμε το φυσικό περιβάλλον και αυτά που μας παρέχει, να ασκούμε τις δραστηριότητές μας και να μην αναγκαστούμε να γίνουμε πρόσφυγες!

 

                                                                                                        Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ Τ.Σ. ΤΗΣ Τ.Κ. ΚΑΤΑΚΟΛΟΥ

                                                                                                                                 ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ ΚΟΛΟΣΑΚΑΣ

Προέλευση φωτογραφίας: https://www.mesaralive.gr

Κινηματογράφος και Ιστορία - Η ταινία "Ο Κομφορμίστας" και το φαινόμενο του ιταλικού φασισμού.

Τραμπαδώρος Δ.

του Διονύση Τραμπαδώρου

Προέλευση φωτογραφίας: https://www.prologos.gr

 

Ο Κομφορμίστας του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι

 

Λίγα λόγια για την υπόθεση της ταινίας
 

Ο Κομφορμίστας, (στα Ιταλικά Il Comformista), είναι πολιτική κινηματογραφική ταινία που σκηνοθέτησε ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι  την περίοδο 1969-70.

Βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Αλμπέρτο Μοράβια το οποίο διασκευάστηκε.

Η ταινία διαδραματίζεται στα τέλη της δεκαετίας του 1930 και στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1940, με μερικές παρεκβάσεις προς το  παρελθόν, ως και τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ήρωάς της είναι ο Μαρτσέλο Κλέριτσι και  κεντρικό θέμα της είναι η ψυχολογία του φασισμού.

Ο Κλέριτσι είναι ένας γραφειοκράτης που προέρχεται από μια ξεπεσμένη  μεγαλοαστική οικογένεια, με μητέρα τοξικομανή και πατέρα έγκλειστο σε ψυχιατρική κλινική.

Ο κεντρικός ήρωας είναι καιροσκόπος και οπαδός της «εύκολης λύσης», γι’ αυτό άλλωστε επιλέγει και να υποτάξει τον εαυτόν του στις νόρμες της κυρίαρχης τότε ιδεολογίας και να είναι κομφορμιστής.

Απωθεί τις ομοφυλοφιλικές τάσεις του, παντρεύεται μια μεσοαστή που όμως είναι γενικότερα αποδεκτή και, γενικότερα, επιλέγει ό,τι είναι πιο βολικό προκειμένου να ενταχθεί στο σύστημα.

Οι επιλογές του δεν γίνονται με γνώμονα την ιδεολογία ή τις προσωπικές του απόψεις αλλά με βάση την «ομαλότητα» της ζωής του.

Κορυφαίες επιλογές του ήταν η ένταξη στο φασιστικό κίνημα, καθώς επίσης και  ανάληψη εκ μέρους του της εκτέλεσης του σχεδίου μιας πολιτικής δολοφονίας, της δολοφονίας του πρώην καθηγητή του στο πανεπιστήμιο, ο οποίος είναι αντιφασίστας και ζει αυτοεξόριστος στο Παρίσι.

Μέσα από την πολυδαίδαλη αφήγηση της ταινίας αποκαλύπτεται η ψυχολογία του Φασισμού, ενώ δεν λείπουν και τα μεγαλειώδη πλάνα σε μνημεία της φασιστικής περιόδου τα οποία συνυπάρχουν με τις κλειστοφοβικές σκηνές που προβάλουν τα αδιέξοδα των πρωταγωνιστών.

Η ταινία έχει διάρκεια μία ώρα και πενήντα ένα λεπτά και θεωρείται ως ένα αριστούργημα του μεταπολεμικού ευρωπαϊκού πολιτικού κινηματογράφου και ενδεχομένως η καλύτερη ταινία του Μπερτολούτσι.

Ας μην ξεχνούμε άλλωστε ότι είναι μια ταινία της νιότης του Μπερτολούτσι, όπως άλλωστε νέοι είναι και πολλοί από τους συντελεστές της και οι οποίοι έκαναν σημαντικότατη καριέρα αργότερα.

Παίζουν οι Ζαν Λουί Τρεντινιάν, που ενσαρκώνει τον κεντρικό ήρωα, Στεφανία Σαντρέλι, Ντομινίκ Σαντά, Υβόν Σανσόν, Πιέρ Κλεμεντί, κ.ά.

Διευθυντής φωτογραφίας είναι ο Vittorio Storaro, ενώ η μουσική επιμέλεια είναι  τουGeorges Delerue.

Οι πολιτικές προϋποθέσεις για την εμφάνιση του φασισμού.
Μολονότι η Ιταλία συγκαταλεγόταν στις νικήτριες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου η σχετικά καθυστερημένη πολιτική, κοινωνική και οικονομική δομή που είχε η χώρα το 1914 ασκούσε τεράστιες πιέσεις σε όλες τις πτυχές της ιταλικής κοινωνίας.

Η διάψευση των προσδοκιών από τον πόλεμο συντέλεσε στην εξασθένηση των αδύναμων φιλελεύθερων θεμελίων της Ιταλίας.

Πολλοί πολιτικοί, και μεταξύ αυτών και ο Μουσολίνι, είχαν επιδιώξει να κατευθύνουν την δυσαρέσκεια του κόσμου ενάντια στις παλαιές μεγάλες δυνάμεις οι οποίες είχαν βγει κερδισμένες από τον πόλεμο[i].

Η κοινωνική αναταραχή τρομοκράτησε τα εύπορα στρώματα, τους μεγαλογαιοκτήμονες και την Εκκλησία που προτίμησαν αντί να κάνουν τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις να αναζητήσουν έναν ισχυρό άνδρα που θα μπορούσε να ελέγχει ένα τμήμα των μαζών, τους βετεράνους του πολέμου και τη μικροαστική τάξη και να τους στρέψει ενάντια στον μπολσεβικισμό[ii].

Έτσι, αντιμετώπισαν τον Φασισμό ως το προπύργιο κατά του εκσυγχρονισμού της Ιταλίας.

Ο Μουσολίνι, με τη σειρά του, κατόρθωσε κάτι που δεν μπόρεσε αργότερα ο Χίτλερ, δηλαδή έναν συμβιβασμό με την παλαιά άρχουσα τάξη, την μοναρχία, το στρατό και την Εκκλησία[iii].

Κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που συνέβαλαν στην ανάπτυξη του Φασισμού.
Η Ιταλία όπως και άλλες χώρες όπως η Ρουμανία, η Ισπανία και η Πορτογαλία δεν διέθεταν ούτε ικανή ημιστρατιωτική γραφειοκρατία ούτε επιστημονική τεχνολογία.

Η χαμηλή αστική και αγροτική παραγωγή των παραπάνω χωρών διεύρυνε συνεχώς το χάσμα τους από την προηγμένη Δύση και πρόσφερε μια βάση για την ανάπτυξη του Φασισμού.

Στην Ιταλία την πιο αναπτυγμένη από αυτές τις χώρες και παρά τις προόδους που είχαν σημειωθεί την πρώτη δεκαπενταετία του 20ου αιώνα, το κατά κεφαλήν εισόδημα και όλοι οι οικονομικοί και κοινωνικοί δείκτες ήταν σαφώς πολύ χειρότεροι από αυτούς των αναπτυγμένων χωρών, ενώ ό νότος ζούσε στα όρια της ένδειας[iv].

Έτσι ο Φασισμός αντιπροσώπευε μια προσπάθεια να εφαρμοστούν οι αρχές του αντιατομικισμού και του αυταρχισμού στην διαδικασία ανάπτυξης αυτών των υπανάπτυκτων κοινωνιών.

Επίσης, παρά την αντιδραστική του άποψη για τον άνθρωπο, ο φασισμός πίστευε ότι αντιπροσώπευε τη νιότη απέναντι στα γηρατειά, το μέλλον απέναντι στο παρηκμασμένο παρελθόν του 19ου αιώνα, τη βιολογική ζωτικότητα απέναντι στην επιθυμία για άνετη και ειρηνική ζωή[v].

Το ιστορικό πλαίσιο
Ο φασισμός είναι ριζοσπαστική, αυταρχική και εθνικιστική πολιτική ιδεολογία που έχει ως στόχο να θέσει το έθνος, το οποίο ορίζει βάσει αποκλειστικών βιολογικών, πολιτισμικών και ιστορικών συνθηκών, υπεράνω κάθε άλλης αξίας και να δημιουργήσει μια κινητοποιημένη εθνική κοινότητα[vi].

Τα κύρια χαρακτηριστικά του ιταλικού Φασισμού ήταν η λατρεία του Κράτους, ο σοβινιστικός εθνικισμός, ο εθελοντισμός, το εθνικό μεγαλείο, η οργανική ενότητα, ο Πραγματιστικός αντισημιτισμός, ο Φουτουρισμός – Μοντερνισμός, ο κορπορατισμός, η αποικιακή επέκταση και ο ιμπεριαλισμός,ο μιλιταρισμός και ο αντικομουνισμός[vii].

Από τα στοιχεία αυτά πολύ σημαντικό είναι αυτό του κορπορατισμού, δηλαδή του συντεχνιακού χαρακτήρα του κράτους, όπου οι πολιτικές οργανώσεις είναι περιττές, μιας και η κοινωνία εκφράζεται και πολιτικά μέσα από τα επαγγελματικά σωματεία.

Επίσης, ιδιαίτερες ήταν οι σχέσεις με τον φουτουρισμό του Μαρινέττι και τον μοντερνισμό.

Γενικότερα ο όρος φασισμός, δηλώνει κάθε εθνικιστικό ολοκληρωτικό κίνημα ή καθεστώς[viii].

Κοινό σημείο όλων των φασιστικών κινημάτων είναι η έμφαση την οποία δίνουν αφενός στο έθνος (τη φυλή ή το κράτος)-ως κέντρο και ως ρυθμιστή  ολόκληρης της ιστορίας και της ζωής του ανθρώπου- και αφετέρου στην αδιαφιλονίκητη εξουσία του ηγέτη, πίσω από τον οποίο πρέπει να βρίσκεται αδιάσπαστος ο λαός[ix].

Ο ιταλικός φασισμός έχει να κάνει με την εξελικτική διαδικασία κρίσης και μετασχηματισμού της κοινωνίας και του κράτους που άρχισε στην Ιταλία τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, με την έναρξη της εκβιομηχάνισης και του εκσυγχρονισμού.

Αυτές οι διαδικασίες συνοδεύτηκαν με την κοινωνική κινητικότηταπου παρατηρήθηκε και η οποία ενέπλεξε το προλεταριάτο και τα μεσαία στρώματα και έδωσε μια πολύ μεγάλη ώθηση στην πολιτικοποίηση των μαζών.

Αν και ο φασισμός γεννήθηκε την επαύριον του μεγάλου πολέμου (δηλαδή του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου), ορισμένα πολιτικά και πολιτιστικά στοιχεία που συνέβαλαν στη διαμόρφωσή του προϋπήρξαν στα ριζοσπαστικά κινήματα της Αριστεράς και της Δεξιάς (εθνικισμός, επαναστατικός συνδικαλισμός, φουτουρισμός)[x].

Η ιταλική λέξη Fascismo προέρχεται από τη λατινική fasces,  ενικός fascis στα ιταλικά fascio, αρχαίο ρωμαϊκό σύμβολο δικαστικής εξουσίας, που παρίστανε μια δέσμη ράβδων με έναν πέλεκυ στο εσωτερικό της[xi].

Ο BenitoMusolini το υιοθέτησε ως σύμβολο του ιταλικού φασιστικού κόμματος  το 1919[xii].

Όταν κηρύχθηκε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, το σοσιαλιστικό κόμμα τάχθηκε κατά οποιασδήποτε συμμετοχής σε επεκτατική πολεμική επιχείρηση από πλευράς της Ιταλίας. Με αυτή την άποψη συντάχθηκε και ο Μουσολίνι[xiii]. Μερικούς μήνες αργότερα, όμως, μετέβαλε άποψη και συμπαρατάχθηκε με ένα τμήμα των συνδικαλιστών του κόμματος που υποστήριζε την είσοδο της Ιταλίας στον πόλεμο. Αυτοί διαμόρφωσαν μια ομάδα αποκαλούμενη «Φάσι Επαναστατικής Διεθνιστικής Δράσης» (Fasci d'azione rivoluzionaria internazionalista)[xiv] και εξέδωσαν ένα μανιφέστο στις 5 Οκτωβρίου 1914. Η εμμονή του στην υποστήριξη του επεμβατισμού οδήγησε στην αποπομπή του από τη θέση του αρχισυντάκτη της Avanti!.

Το Νοέμβριο του 1914 στο Μιλάνο, ιδρύει την εφημερίδα Il popolo d' Italia (Ο λαός της Ιταλίας) και την ομάδα Fasci Autonomi d'Azione Rivoluzionaria (Αυτόνομες Φάσι Επαναστατικής Δράσης)[xv].

Οι πληροφορίες σχετικά με τη χρηματοδότηση της εφημερίδας του ότι η εφημερίδα του  από τη Γαλλία, η επιθυμούσε την είσοδο της Ιταλίας στον πόλεμο, και από βιομηχάνους, που επιθυμούσαν την αποδυνάμωση του σοσιαλιστικού κόμματος, είχε ως αποτέλεσμα τη διαγραφή του από αυτό. Τελικά, η Ιταλία εισήλθε στον πόλεμο τον Μάιο του 1915. 

Oι πρώτες σημαντικές ομάδες φασιστών (με την κλασσική έννοια) σχηματίστηκαν το 1919 και ονομάστηκαν fasci di combattimento, δηλαδή ομάδες ή δέσμες μάχης)[xvi].

Ο RobertPaxtonδίνει το παράδειγμα της ανάπτυξης του φασιστικού φαινομένου στην κοιλάδα του Πάδου[xvii], ενώ αντίστοιχα ο Gentile δίνει την εκδοχή της επικράτησης στην Κοιλάδα του Πάδου, λόγω της καταπίεσης που ασκούσαν τα αριστερά συνδικάτα τόσο προς τους αστούς όσο και προς τους εργάτες[xviii].

Στις 23 Φεβρουαρίου 1919 ιδρύει το κόμμα Fasci de Combattimento (Πυρήνες του Αγώνα), αλλά αποτυγχάνει να εισέλθει στο κοινοβούλιο.

Αποτέλεσε, πάντως, την ιδρυτική κίνηση του φασιστικού κινήματος[xix].

Μετά την ήττα, στο Εθνικό Συνέδριο του Μιλάνου το Μάιο του 1920 εγκαταλείπει το ριζοσπαστικό πρόγραμμα του 1919, με μια στροφή προς τα δεξιά[xx].

Η ομάδα του, κατά τη διάρκεια του μεγάλου απεργιακού κύματος του 1920 – 1921, δρα εναντίον των εργατών, οργανώνοντας εκστρατείες τιμωρίας.

Έτσι κερδίζει τη συμπάθεια και τη στήριξη των βιομηχάνων.

Το 1921[xxi] συμμετέχει στις εκλογές, κερδίζει 37 βουλευτικές έδρες και μετονομάζει το κόμμα του σε Partito Nazionale Fascista PNF (Εθνικό Φασιστικό Κόμμα)[xxii].

Η πολιτική άποψη του Μουσολίνι στηριζόταν στην υποτιθέμενη υπέρβαση των παραδεδεγμένων  πολιτικών οριοθετήσεων, μεταξύΑριστεράς, Δεξιάς και Κέντρου, θέτοντας τον φασισμό εκτός και υπεράνω αυτών.

Αν και επαγγέλθηκε ριζοσπαστικές αλλαγές, ποτέ δεν παρουσίασε επίσημο πρόγραμμα και τους τρόπους εφαρμογής του.

Γενικότερα, η πρακτική του είχε να κάνει με έντονο θεατρινισμό, οξεία ρητορεία, και τάσεις υπερβολής και εντυπωσιασμού[xxiii].

Η είσοδός του στο ιταλικό κοινοβούλιο σήμανε την αρχή του τέλους για τον εύθραυστο ιταλικό κοινοβουλευτισμό.

Το Φασιστικό κόμμα, άλλωστε, δεν έκρυβε την εχθρότητά του προς τη δημοκρατία και το φιλελεύθερο  Κράτος[xxiv].

Οι φασιστικές ομάδες Μελανοχιτώνων, που είχε οργανώσει, δρούσαν τρομοκρατικά σε όλη τη χώρα.

Στις 3 και 4 Οκτωβρίου του 1922 εισβάλλουν στις πόλεις της Γένοβας, του Λιβόρνο και της Ανκόνα και εγκαθιδρύουν τοπικές φασιστικές διοικήσεις.

Στη χώρα επικρατεί αναταραχή, που προοιωνίζεται εμφύλιο πόλεμο, ενώ οι διαδοχικές κυβερνήσεις των Τζοβάνι Τζιολίτι[xxv] (Giovanni Giolitti), Ιβανόε Μπονόμι (Ivanoe Bonomi) και Λουίτζι Φάκτα (Luigi Facta) αδυνατούν να ανακόψουν την ολίσθηση προς την αναρχία και την εκτροπή.

Στις 28 Οκτωβρίου ο Μουσολίνι οργανώνει την Πορεία προς τη Ρώμη (Marcia su Roma), και στις 31 Οκτωβρίου 100.000 Μελανοχίτωνες, όπως λέγεται, (ο αριθμός αυτός σήμερα αμφισβητείται) μέλη των Φασιστικών Φαλάγγων, εισέρχονται στη Ρώμη και παρατάσσονται απέναντι από την αστυνομία και τους Κυανοχίτωνες του βασιλικού στρατού[xxvi].

Ο Βασιλιάς Βίκτωρ Εμμανουήλ Γ΄ (Vittorio Emanuele III), αδυνατώντας να ελέγξει την κατάσταση και με την απειλή του εμφυλίου να επικρέμαται πάνω από τη χώρα, παραδίδει την εξουσία στον Μουσολίνι, ορίζοντάς τον πρωθυπουργό[xxvii].

Ο RobertPaxtonυποστηρίζει ότι ο αριθμός των μελανοχιτώνων που έφθασε στη Ρώμη δεν υπερέβαινε τις 9.000-10.000 σχεδόν άοπλων και πεινασμένων ατόμων[xxviii].

Επίσης, υποστηρίζει ότι η επικράτηση του Φασισμού στην Ιταλία λόγω της Πορείας προς τη Ρώμη είναι ένας καλά δουλεμένος μύθος από την προπαγάνδα του Μουσολίνι και ότι πρόκειται για μια μπλόφα και ότι ποτέ άλλοτε η Ρώμη δεν κατελήφθη από μια τόσο πρόχειρη προσπάθεια[xxix].

Επίσης, αναφέρει ότι η επικράτηση του Μουσολίνι οφείλεται σε έναν συνδυασμό απροθυμίας συνεργασίας των προοδευτικών ιταλικών πολιτικών δυνάμεων της Αριστεράς και της Δεξιάς εκείνης της εποχής, στην συγκυρία της εποχής που δεν βοήθησε στην αφομοίωση των Φασιστών από τα αστικά κόμματα, στην αδυναμία  στον φόβο του Βίκτωρα Εμμανουήλ Γ΄ για αιματοχυσία και σε απροσδιόριστους μη φανερούς παράγοντες που όπως αναφέρει, ίσως, δεν θα μάθουμε ποτέ.

Επίσης, ο Μουσολίνι είχε θέσει έξυπνα στο βασιλιά το δίλλημα μεταξύ της αιματοχυσίας και της ανάληψης της εξουσίας εκ μέρους του[xxx].

Ο Μουσολίνι και οι Φασίστες ακολούθησαν έναν συνδυασμό τρομοκρατίας και πολιτικών ελιγμών για να εδραιώσουν την εξουσία τους[xxxi].

Αρχικά, στο κοινοβούλιο, βρήκε την υποστήριξη των Φιλελευθέρων.

Χάρη στη δική τους βοήθεια, ο Μουσολίνι εισήγαγε διατάξεις σχετικές με τη λογοκρισία  και, επίσης, με την  τροποποίηση του εκλογικού συστήματος, έτσι ώστε το 1925 να είναι σε θέση να αναλάβει δικτατορικές εξουσίες και να διαλύσει όλα τα άλλα πολιτικά κόμματα και τα μη φασιστικά συνδικάτα.

Μετά, διέλυσε το κοινοβούλιο και ίδρυσε, από τις εφεδρείες των Μελανοχιτώνων, τη Φασιστική Αστυνομία, με ευρείες αρμοδιότητες καταστολής[xxxii].

Ο κρατικός μηχανισμός, βρέθηκε πλέον πλήρως στα χέρια του και χρησίμευσε ως μέσο προπαγάνδας και καταστολής κάθε αντιπολιτευόμενης  (δολοφονία Giacomo Matteotti)[xxxiii], που επιχείρησε να καταγγείλει τη δράση του Μουσολίνι.

 Έτσι, προέκυψε μια παρατεταμένη πολιτική κρίση, που οδήγησε, στις αρχές του 1925, στην εγκαθίδρυση υπό τον Μουσολίνι προσωποπαγούς ολοκληρωτικής δικτατορίας[xxxiv].

Ο Μουσολίνι απέδιδε τεράστια σημασία στην προπαγάνδα εντός και εκτός Ιταλίας[xxxv].

Ο τύπος, το ραδιόφωνο, η εκπαίδευση και η κινηματογραφική παραγωγή εποπτεύονταν προσεκτικά, έτσι ώστε να καλλιεργήσουν την αντίληψη ότι ο φασισμός ήταν το δόγμα του 20ού αιώνα, το οποίο αντικαθιστούσε τον φιλελευθερισμό και τη δημοκρατία, και να υποστηρίξουν τον μύθο του Duce (Ηγέτη), όπως ο Μουσολίνι αρεσκόταν να αποκαλείται[xxxvi].

Έτσι, έχουμε την πολύ σημαντική ίδρυση του Υπουργείου Λαϊκής Κουλτούρας το 1937[xxxvii].

Ο Φασισμός οικοδόμησε το μονοκομματικό κράτος μέσω ενός είδους «νόμιμης επανάστασης» με τους περισσότερους νόμους να τους επεξεργάζεται ο νομομαθής  Αλφρέντο Ρόκκο, ενώ χρησιμοποίησε τον κορπορατισμό ως εναλλακτική απάντηση στην κρίση του καπιταλισμού που ποτέ δεν αποκήρυξε και του κομμουνισμού.

Με την κρίση του 1929 όμως ο κρατικός παρεμβατισμός άρχισε να αυξάνει και να περιορίζει τον κορπορατισμό[xxxviii].

Πολλοί διανοούμενοι συνέργησαν με τον φασισμό, όπως ο Τζιοβάνι Τζεντίλε και ο Τζιοακίνο Βόλπε, η εκπαίδευση τέθηκε, συν τω χρόνω, κάτω από τον έλεγχο του Φασιστικού Κόμματος και της Φασιστικής ιδεολογίας, με στόχο να φτιαχτεί ο νέος άνθρωπος[xxxix].

Κατά τη δεκαετία του 1930 το φασιστικό καθεστώς προσέλαβε τα χαρακτηριστικά μιας ολοκληρωτικής δικτατορίας, θεμελιωμένης στον Ντούτσε, στο μονοκομματισμό και σε ένα σύνθετο οργανωτικό δίκτυο για την πλαισίωση και την κινητοποίηση των μαζών.

Ο όρος ολοκληρωτικό κράτος ο οποίος χρησιμοποιήθηκε από τους Μουσολίνι, Τζεντίλε και  Αλφρέντο Ρόκκο, είχε πρωτοχρησιμοποιηθεί από τον  φιλελεύθερο αντιφασίστα ηγέτη Τζονοβάνι Αμέντολα[xl].

Ο Μουσολίνι ανήλθε στην εξουσία στη βάση ενός σιωπηρού συμβιβασμού με κατεστημένους θεσμούς, και ποτέ δεν κατόρθωσε να ξεπεράσει τελείως τους περιορισμούς αυτού του συμβιβασμού[xli].

Ο θρίαμβος και η πτώση του ιταλικού Φασισμού.-Κρίσιμες χρονολογίες.
Από το 1922 που κατέλαβε την εξουσία μέχρι το 1927 ο Μουσολίνι είχε διαμορφώσει το φασιστικό κράτος και την προσωπική του δικτατορία.

Το κράτος και το κόμμα μετατράπηκαν σε μονολιθικά κατασκευάσματα στα χέρια του, ενώ οι νόμοι που καταρτίσθηκαν από τον κορυφαίο φασίστα νομομαθή Αλφρέντο Ρόκο μετέτρεψαν το κοινοβούλιο σε κομματικό συνέδριο, συγχώνευσαν στην πράξη την νομοθετική και την εκτελεστική εξουσία και κατέστησαν το μεγάλο Φασιστικό Συμβούλιο όργανο του Ντούτσε που είχε αποκλειστικά το δικαίωμα να το συγκαλεί και καθορίζει τα προς συζήτηση θέματα[xlii].

Η επιτυχία αυτή τον ενθάρρυνε να βάλει πιο μακροπρόθεσμους στόχους.

Μέχρι το 1930 έδινε έμφαση στον εκσυγχρονισμό της Ιταλίας με τη βοήθεια μιας αφοσιωμένης ελίτ.

Το 1932 αναφέρθηκε στον νέο διεθνή ηγετικό ρόλο της Ιταλίας.

Το 1934 βεβαίωνε ότι οΦασισμός που το 1922 ήταν ένα ιταλικό φαινόμενο είχε μετατραπεί από το 1929 σε διεθνές φαινόμενο[xliii].

Για την υλοποίηση των στόχων του ο Μουσολίνι απαίτησε να μετατραπεί η Ιταλία σε μιλιταριστικό και πολεμικό έθνος.

Μια απαίτηση που στέφθηκε με λιγότερη επιτυχία απ’ ό,τι το πρόγραμμα εκσυγχρονισμού της Ιταλίας.

Αρχικά ο Μουσολίνι θεωρούσε τον φασισμό σαν μια εξέλιξη στο εσωτερικό του δυτικού πολιτισμού και αντιμετώπιζε με δυσπιστία τη Γερμανία, τον Χίτλερ και τον εθνικοσοσιαλισμό που τον χαρακτήριζε σανεκατό τοις εκατό ρατσισμό που στρεφόταν εναντίον όλων[xliv].

Θεωρούσε δε τον Χίτλερ φανατικό αλλόφρονα[xlv].

Εντούτοις οι ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις το και η υπερεκτίμηση της δύναμης του Φασισμού τον παρέσυραν στην αγκαλιά της εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας.

Η κατάκτηση της Αιθιοπίας (1935) τον έφερε σε αντίθεση με τη Δύση, ενώ θαμπωμένος από τις επιτυχίες του γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού άρχισε να μιλά για άξονα Ρώμης-Βερολίνου.

Παρ’ όλα αυτά η κατάληψη της Αιθιοπίας δεν έκλεισε το δρόμο της συνεννόησης με τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και κυρίως με την Αγγλία[xlvi].

Η επέμβαση της Ιταλίας υπέρ του Φράνκο και η Συμφωνία του Μονάχου (1938) θεωρήθηκαν επιτυχίες του Μουσολίνι, στην πραγματικότητα όμως συγκάλυπταν το γεγονός ότι η Ιταλία γινόταν δορυφόρος της Γερμανίας, ύστερα μάλιστα και από την αποδοχή των γερμανικών αντισημιτικών νόμων και από την Ιταλία[xlvii].

Παρά τους αρχικούς ενδοιασμούς[xlviii], η Ιταλία εισέρχεται στον πόλεμο τον Ιούνιο του 1940,αποσκοπώντας σε οφέλη, πόλεμο που είχε ξεκινήσει η Γερμανία το 1939[xlix].

Ο πόλεμος αποκάλυψε την καθυστέρηση και την αναποτελεσματικότητα του ιταλικού κράτους και επέφερε την πτώση του Μουσολίνι και του κόμματός του ύστερα από τρία χρόνια.

Τον Ιούλιο του 1943, οι Συμμαχικές Δυνάμεις απέπεμψαν  τα ιταλικά στρατεύματα από την Βόρεια Αφρική και αποβιβάστηκαν στην Σικελία.

Στην συνέχεια το «Μεγάλο Φασιστικό Συμβούλιο» (Grand Fascist Council), με την στήριξη του βασιλιά Βίκτορα Εμμανουήλ Γ΄, έπαυσε και συνέλαβε τον Μπενίτο Μουσολίνι. Η νέα κυβέρνηση ξεκίνησε τότε μυστικές διαπραγματεύσεις ειρήνης με τις Συμμαχικές Δυνάμεις.

Όταν ανακοινώθηκε τον Σεπτέμβρη η Ανακωχή του Κασσίμπλε, η Γερμανία όντας προετοιμασμένη έσπευσε αμέσως σε παρέμβαση. Αμέσως, η Γερμανία πήρε στον έλεγχο της το βόρειο μέρος της μισής Ιταλίας, ελευθέρωσε τον Μουσολίνι και τον φυγάδευσε σε έδαφος υπό γερμανική κατοχή, με σκοπό την ίδρυση ενός κράτους-δορυφόρου[l].

Η Ιταλική Κοινωνική Δημοκρατία[li]ή Δημοκρατία του Σαλό ανακηρύχθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου του 1943.

 Μολονότι, στο κράτος άνηκε δικαιωματικά το μεγαλύτερος μέρος της Ιταλίας, είχε περιορισμένο πολιτικό έλεγχο. Το κράτος αυτό αναγνωριζόταν διπλωματικά μόνον από την Γερμανία, την Ιαπωνία και τις συμμαχικές προς αυτές χώρες.

Στις 25 Απριλίου του 1945 η δικτατορία του Μουσολίνι δεν υπήρχε πια.

Στις 27 Απριλίου, οι παρτιζάνοι αιχμαλώτισαν τον Μπενίτο Μουσολίνι, την ερωμένη του, Κλαρέττα Πετάτσι, κάποιους από τους υπουργούς του, καθώς επίσης και διάφορους Ιταλούς φασίστες που προσπάθησαν να δραπετεύσουν.

Στις 28 Απριλίου, οι επαναστάτες εκτέλεσαν τον Μουσολίνι και τους περισσότερους από τους αιχμαλώτους.

Ο υπουργός Άμυνας Ροντόλφο Γκρατσιάνι (Rodolfo Graziani) παρέδωσε τα απομεινάρια του δικτατορικού καθεστώτος στις 2 Μαΐου, μετά την συνθηκολόγηση των γερμανικών δυνάμεων στην Ιταλία.

Έτσι, επήλθε το οριστικό τέλος της Ιταλικής Κοινωνικής Δημοκρατίας και του φασιστικού καθεστώτος στην Ιταλία[lii].

 Η πλήρης διαφθορά και η έλλειψη στοιχειωδών πολιτικών και ηθικών αρχών θα σταθούν η οριστική ταφόπλακα του φασιστικού πειράματος[liii].

Κρίσιμες χρονολογίες τις δεκαετίες του 1930 και 1940.

Η φιλοσοφία του Μουσολίνι διαμορφώθηκε σταδιακά και διατυπώθηκε επίσημα στο άρθρο του «Το Δόγμα του Φασισμού» που περιελήφθη στην Ιταλική Εγκυκλοπαίδεια το 1932 (επιδράσεις από Μακιαβέλλι, Ζαν Μποντέν, Τόμας Χόμπς, Φίχτε, Χέγκελ, Νίτσε υπό την οπτική του Όσβαλντ Σπένγκλερ, σημαντικά από τον Ζώρζ Σορέλ και τους Γκαετάνο Μόσκα και Βιλφρέντο Παρέτο)[liv].
Κατάκτηση Αιθιοπίας, 1935.
Ίδρυση της Αυτοκρατορίας, 9 Μαΐου 1936.
Η προσπάθεια σύστασης αποικιακής αυτοκρατορίας θα γινόταν μέσω αυτοκρατορικών κοινοτήτων που θα περιλάμβαναν και αποικίες και ευρωπαϊκά κράτη που θεωρούντο κατώτερα. Επίσης προέβλεπε μέσω της μεσογειακής κατάκτησης το άνοιγμα της πύλης για τους ωκεανούς[lv].

Άξονας Ρώμης-Βερολίνου, («Κάθετος Άξονας της Ευρώπης»), 24 Οκτωβρίου 1936.
Ίδρυση Υπουργείου Λαϊκού Πολιτισμού, 27 Μαΐου 1937.
Η οργάνωση της προπαγάνδας είχε αρχίσει από το 1923, τέθηκε υπό τον έλεγχο της υπογραμματείας Τύπου και Προπαγάνδας (1934), αναβαθμίστηκε σε υπουργείο το 1935 και τέλος έχουμε την ίδρυση του Υπουργείου[lvi].

Εγκατάλειψη της Κοινωνίας των Εθνών, 11 Δεκεμβρίου 1937.
Συμφωνίες του Μονάχου 29 Σεπτεμβρίου 1938.
Αντιεβραϊκοί νόμοι της 17ης Νοεμβρίου 1938[lvii]. Ρατσιστική νομοθεσία μετά την κατάκτηση της Αιθιοπίας[lviii].
Ισπανικός εμφύλιος στο πλευρό του Φράνκο, 1938-39.
Δημιουργία Ιταλικής Φασιστικής Νεολαίας, 27 Οκτωβρίου 1937.
Κατάργηση της Βουλής και αντικατάστασή της με τη Βουλή των Συντεχνιών 19 Ιανουαρίου 1939[lix] και ενίσχυση προνομίων και αρμοδιοτήτων του Φασιστικού Κόμματος.
«Ατσάλινη Συνθήκη» ή «Χαλύβδινο Σύμφωνο», μεταξύ Ιταλίας και Γερμανίας, 22 Μαΐου 1939.
Απώλεια της Αιθιοπίας, Μάιος 1941.
Εισβολή Συμμάχων στη Σικελία, 10 Ιουλίου 1943.
Απώλεια Λιβύης, 23 Ιανουαρίου 1943.
Πτώση του Ντούτσε, 25 Ιουλίου 1943 (Το ιταλικό κατεστημένο, η ιταλική μοναρχία και η Εκκλησία προσπαθούσαν να βρουν διέξοδο για τον πόλεμο)[lx].
Συνθηκολόγηση με τους Συμμάχους, 8 Σεπτεμβρίου 1943.
Δημοκρατία του Σαλό 13 Σεπτεμβρίου 1943-25 Απριλίου 1945.
Αντισημιτική νομοθεσία της Δημοκρατίας του Σαλό[lxi].
Πτώση δικτατορίας Μουσολίνι, 25 Απριλίου του 1945.
Σύλληψη και εκτέλεση Μουσολίνι, συνεργατών του και ερωμένης του 27-28 Απριλίου 1945.
Ο BernardoBertolucciτην εποχή που δημιουργήθηκε η ταινία
Ο Bernardo Bertolucci ήταν τριάντα ετών,  όταν γύρισε τον Κομφορμίστα.

Όπως ήταν φυσικό, το νεαρό της ηλικίας του, την εποχή εκείνη, κάνει ώστε να είναι εμφανείς οι επιδράσεις στο έργο του από την εργασία και τις απόψεις των καταξιωμένων Ιταλών δημιουργών της εποχής εκείνης. Σύμφωνα με τον Σταύρο Γανωτή του Cine.grαπό τον Fellini παρατηρεί την απεριττότητα κάθε σκηνής και την χρήση τρίτων προσώπων. Από τον Antonioni διδάσκεται την αποστασιοποίηση από τον ήρωα. Από τον Pasolini παίρνει μαθήματα ύφους και ερμηνείας. Από τον De Sica εμπνέεται τη δύναμη της σκηνής και την χορευτική κίνηση της κάμερας. Ταυτόχρονα υπάρχει ο κορυφαίος διευθυντής φωτογραφίας  Vittorio Storaro, καθώς επίσης και ο Georges Delerue που  ντύνει διακριτικά την εικόνα με ήχο[lxii]. 

Ο σκηνοθέτης , αλλά και οι συντελεστές της ταινίας, δεν μπορούν να μείνουν ανεπηρέαστοι από τα κοσμοϊστορικά γεγονότα της εποχής, τα οποία συμβαίνουν τόσο στο Δυτικό κόσμο γενικότερα, όσο και στην Ιταλία ειδικότερα.

Η Ιταλία του 1970, την εποχή που δημιουργήθηκε η ταινία
Η Ιταλία, τη δεκαετία του 1970,γνώρισε ένα κύμα διαμαρτυριών  στις οποίες συμμετείχαν εκατομμύρια άνθρωποι, που αμφισβήτησαν τους μηχανισμούς ελέγχου της αστικής τάξης.
Τα μακρά, σε χρόνο, ιταλικά κοινωνικά κινήματα ξεκίνησαν με τις φοιτητικές διαμαρτυρίες, που έφτασαν στο αποκορύφωμα τους το 1968, την ίδια, δηλαδή εποχή με τον γαλλικό Μάη. Σε αντίθεση, όμως, με αυτό που συνέβη στις περισσότερες χώρες, όπου οι φοιτητικές διαμαρτυρίες περιήλθαν σε κατάσταση ατονίας, οι Ιταλοί φοιτητές βρήκαν υποστήριξη από τους εργοστασιακούς εργάτες.
Κατά τη διάρκεια του Θερμού Φθινοπώρου το 1969, έντονες εργασιακές διαμάχες παρέλυσαν τη βιομηχανία και για τέσσερα χρόνια εργάτες και διεύθυνση μάχονταν για τον έλεγχο της παραγωγής και των κερδών[lxiii].
Ταυτοχρόνως, ο φεμινισμός κι ένα νεολαιίστικο κίνημα αντικουλτούρας μετασχημάτιζαν τις κοινωνικές σχέσεις. Στα μέσα της δεκαετίας του ’70 οι ξεπερασμένοι νόμοι σχετικά με το διαζύγιο και την έκτρωση αμφισβητήθηκαν και άλλαξαν από ένα αυτόνομο γυναικείο κίνημα.
Η εποχή που δημιουργήθηκε η ταινία, είναι, επίσης, η εποχή που η ακροδεξιά πολιτική βία εμφανίστηκε δυναμικά, δηλαδή κυρίως στα τέλη του 1960 και τις αρχές του ’70.

Μετά το τέλος του πολέμου, ο μύθος του δημοκρατικού φασισμού αναμεμιγμένος με τη νοσταλγική εξύμνηση της φασιστικής εμπειρίας ήταν σε μεγάλο βαθμό η γενεσιουργός αιτία διαφόρων νεοφασιστικών κινημάτων που ιδρύθηκαν και έδρασαν στη δημοκρατική Ιταλία με διάφορες καταλήξεις[lxiv].

Οι νεοφασιστικές τρομοκρατικές ομάδες της περιόδου ήταν μια αντίδραση ενάντια σε όλη αυτήν την αριστερόστροφη δραστηριότητα, και,επίσης, ενάντια στην εμφάνιση αριστερών τρομοκρατικών ομάδων όπως οι Ερυθρές Ταξιαρχίες. Οι ακροδεξιοί τρομοκράτες συχνά έβαζαν βόμβες σε δημόσιους χώρους που σκότωναν δεκάδες αθώους περαστικούς. Όλο αυτό ήταν μέρος μιας λεγόμενης «Στρατηγικής της Έντασης», μιας εκστρατείας σχεδιασμένης να οδηγήσει σε μια κατάρρευση του νόμου και της τάξης και συνεπακόλουθα της λαϊκής εμπιστοσύνης στη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση, ευνοώντας ένα στρατιωτικό πραξικόπημα. Πράγματι στα 1960-70 υπήρξαν αρκετές τέτοιες απόπειρες[lxv].

Στη μεταπολεμική ιστορία της Ιταλίας, οι χαμένοι του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου (όσοι υποστήριζαν το Φασιστικό Κόμμα του Μουσολίνι) παρεισέφρησαν είτε σε παράνομες είτε σε νόμιμες ακροδεξιές οργανώσεις ή ακόμα και σε καίριες θέσεις του Στρατού[lxvi].

Αυτές οι οργανώσεις έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στο ψυχροπολεμικό κλίμα της μεταπολεμικής περιόδου[lxvii]. Όπως είπαμε, στα τέλη της δεκαετίας του 1960, στην Ιταλία, αναπτύσσονται φοιτητικοί αγώνες, κοινωνικά κινήματα καθώς και ο συνδικαλισμός στο βιομηχανοποιημένο Βορρά. Οι εργατικοί αγώνες του 1968-69, το Autunno Caldo (Θερμό Φθινόπωρο) της Ιταλίας, υπονόμευσαν βαθιά την οικονομική εξουσία της χώρας και άλλαξαν τον συσχετισμό ισχύος. Οι απεργίες ξεκίνησαν σταδιακά από την άνοιξη του 1968 σε μεγάλες επιχειρήσεις όπως η Fiat, η Pirelli και η Siemens, με κύρια αιτήματα  την μείωση του ωραρίου και την αύξηση των μισθών, όπως προβλεπόταν στη συλλογική σύμβαση του 1966. Τα συνδικάτα των εργαζομένων στις αυτοκινητοβιομηχανίες υπήρξαν πρωτοπόρα, καθώς το Σεπτέμβριο του 1969 προχώρησαν σε αναστολή των εργασιών (με μεγάλες απώλειες στη παράγωγη) και σε μεγαλειώδεις πορείες στο κέντρο του Μιλάνο και του Τορίνο. Ακόμη, ορόσημο για τις κινητοποιήσεις του 1969 αποτέλεσε η «διασταύρωση» του εργατικού κινήματος με τις φοιτητικές πορείες: στις 3 Ιουλίου 1969 οι φοιτητέςδιαδήλωσαν στο Τορίνο μαζί με τους εργάτες και πραγματοποίησαν συνελεύσεις στις οποίες αποφάσισαν να συστήσουν κοινό αγωνιστικό μέτωπο[lxviii].

Ακόμα και πριν το ’69 αρκετοί μαχητικοί και αυτόνομοι αγώνες αναπτύχθηκαν, ιδιαίτερα στην Pirelli στο Μιλάνο, που δεν ελέγχονταν από τα συνδικάτα ούτε σε επίπεδο οργάνωσης, ούτε όσον αφορά το περιεχόμενο ή τα αιτήματά τους. Ουσιαστικές αυξήσεις μισθών, συν λιγότερη εργασία, αυτά ήταν τα κυρίως ζητούμενα της περιόδου. Η όλη στάση του προλεταριάτου μπορεί να συνοψιστεί στο σύνθημα της εποχής: Καλύτεροι μισθοί, λιγότερη δουλειά!… Βίαιες απεργίες ξέσπασαν στην Alfa Romeo και στη Fiat. Ταραχές ξέσπασαν σε πολλές πόλεις, οι πιο σοβαρές στο Reggio Calabria όπου δεκάδες χιλιάδων ανθρώπων συγκρούστηκαν με τα στρατεύματα[lxix].

Από την άλλη, οι φοιτητές έχοντας βιώσει την εμπειρία του Γαλλικού Μάη οργανώθηκαν διεκδικώντας αξιοκρατικότερο σύστημα εισαγωγής στο πανεπιστήμιο, κατάργηση της δογματικής γνώσης, άνοιγμα των πανεπιστημίων στη κοινωνία και δηλώνοντας την συμπαράσταση τους στην εργατική τάξη. Μετά τους αγώνες αυτούς, η Αριστερά ισχυροποιήθηκε. Η ζημιά που επέφερε στην αστική τάξη η εργατική απειθαρχία ήταν σοβαρότατη.Και ενώ η χώρα βρισκόταν σε διαρκή απεργιακό κλοιό και η κυβέρνηση αδυνατούσε να επιβληθεί στους ολοένα αυξανόμενους απεργούς, η λύση έπρεπε να δοθεί με διαφορετικό τρόπο: Το Δεκέμβριο του 1969 και ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη οι διαπραγματεύσεις για την υπογραφή νέας συλλογικής σύμβασης (με ευνοϊκότερους όρους για τους εργαζόμενους) που θα αποτελούσε μεγάλη νίκη για την ιταλική εργατική τάξη, στις 12 Δεκεμβρίου πραγματοποιείται βομβιστική επίθεση στο κέντρο του Μιλάνο, στην Αγροτική τράπεζα της Ιταλίας. Τελικός απολογισμός 17 νεκροί και 88 τραυματίες. Το χτύπημα αποδόθηκε εξαρχής σε αριστερές οργανώσεις και αναρχικούς κύκλους. Αρχικά κατηγορείται ο αναρχικός Πιέτρο Βαλπρέντα και αμέσως σχηματίζεται κατηγορητήριο και για τον αναρχικό Τζιουζεπε Πινέλλι. Τρεις μέρες μετά τη σύλληψη του ο Πινέλλι εκπαραθυρώνεται κατά τη διάρκεια της ανάκρισης και το γεγονός καταγράφεται επισήμως ως «θάνατος εξαιτίας ψυχολογικής νόσου». Τελικά το 2005 κατόπιν ερευνών εκδόθηκε καταδικαστική απόφαση για μέλη της ακροδεξιάς οργάνωσης Οrdine Nuovo (Νέα Τάξη) για αυτή τη βομβιστική επίθεση[lxx].

Από το 1969 μέχρι το 1975 πραγματοποιήθηκαν 4.334 επίσημα καταγραμμένες πράξεις τρομοκρατικής βίας. Απ’ αυτές, το 83% αποδόθηκε αρχικά στην άκρα Αριστερά για να αποδειχτεί αργότερα ότι ήταν έργο της άκρας Δεξιάς και των συνεργατών της στον κρατικό μηχανισμό. Η Ιταλία για μια εικοσαετία περίπου ήταν αντιμέτωπη με  ένα χαοτικό κλίμα, του οποίου τα χαρακτηριστικά ήταν: βομβιστικές επιθέσεις, διάβρωση αριστερών οργανώσεων, ενοχοποίηση της Αριστεράς μέσω τρομοκρατικών χτυπημάτων και συνέχων προκλήσεων.

Όλες αυτές οι ακροδεξιές τρομοκρατικές δραστηριότητες δεν κατάφεραν να προκαλέσουν και να επιβάλουν ένα δεξιό στρατιωτικό πραξικόπημα στην Ιταλία (κατά το πρότυπο της Ελλάδας το 1967, της Χιλής το 1973 και της Τουρκίας το 1971 και το 1980, όπου εφαρμόστηκε η ίδια πρακτική). Πέτυχαν όμως, να προκαλέσουν το θάνατο εκατοντάδων αθώων ανθρώπων στην Ιταλία, τον τραυματισμό και την αναπηρία πολύ περισσότερων, να δημιούργησαν ένα γενικό κλίμα ανασφάλειας και αβεβαιότητας, και να βοηθήσουν τον πολιτικό συντηρητισμό να θεσπίσει ανεμπόδιστα μια ολόκληρη σειρά σκληρών «αντιτρομοκρατικών» νόμων που είχαν και έχουν αρνητικές επιπτώσεις στις πολιτικές ελευθερίες και τα δικαιώματα όλων των Ιταλών.

Μετά το 1968, καθώς τα κοινωνικά κινήματα καθόριζαν την ατζέντα της δημόσιας συζήτησης, καμία κυβέρνηση δεν ήταν σε θέση είτε να ικανοποιήσει τα συγκρουσιακά αιτήματα των εργατών σε σχέση με τις διαθέσεις των διευθυντών, είτε των γυναικών σε σχέση με το Βατικανό, ή έστω να καταφέρει να έχει μια ικανή κοινοβουλευτική πλειοψηφία ώστε να κυβερνήσει χωρίς έντονη αντιπολίτευση. Μεταξύ του 1968 και του Οκτώβρη του 1974 υπήρξαν 8 διαφορετικές κυβερνήσεις, όμοιες μεταξύ τους ως προς την έλλειψη διαφάνειας και ικανοτήτων, οδηγώντας πολλούς Ιταλούς στην πίστη ότι το πολιτικό σύστημα ήταν εγγενώς αναξιόπιστο[lxxi].

Η ταινία ως μέσο παρουσίασης, ερμηνείας και κατανόησης του παρελθόντος.-Συμπερασματικές παρατηρήσεις.
Το πρώτο πράγμα με το οποίο θα ασχοληθούμε σε αυτή την ενότητα είναι το πως οι συντελεστές της ταινίας παρουσιάζουν τα ιστορικά γεγονότα, ποιες πλευρές του ολοκληρωτικού καθεστώτος επιλέγουν να τονίσουν και να φωτίσουν, και με ποιο τρόπο το κάνουν αυτό.

Έτσι, θα μπορούσαμε να πούμε  ότι δύο είναι τα κυρίαρχα στοιχεία της ταινίας.

Το πρώτο από αυτά είναι η προσπάθεια του πρωταγωνιστή να έχει μία «κανονικοποιημένη» ζωή, απωθώντας πλευρές του εαυτού του οι οποίες δεν είναι  «κανονικές».

Η προσπάθειά του για αυτή την «κανονικοποίηση» της ζωής του έχει να κάνει τόσο με τις επιλογές του πουείναι σχετικές με την προσωπική και οικογενειακή του ζωή, όσο και με την ένταξή του στο Φασιστικό Κόμμα της Ιταλίας.

Ή ένταξή του στο Φασιστικό Κόμμα είναι ένα στοιχείο που θα συνεισφέρει στην πολυπόθητη «κανονικότητα», αλλά και επίσης τον βοηθά να ανέλθει κοινωνικά.

Η ένταξη αυτή γίνεται με τη μεσολάβηση ανθρώπων-συνδέσμων και δείχνει πως το Φασιστικό Κόμμα στην περίπτωση της Ιταλίας έχει παρεισφρήσει και διαβρώσει όλο το κοινωνικό οικοδόμημα, αποκτώντας, τουλάχιστον κάποια, λαϊκή βάση και αποδοχή[lxxii].

Άλλωστε ο Γκράμσι και ο Τολιάτι έδωσαν έμφαση στο γεγονός ότι ο φασισμός ήταν ένα αυθεντικό μαζικό κίνημα, από κάποια άποψη περισσότερο μια συνέπεια παρά η αιτία για την ήττα της επαναστατικής Αριστεράς[lxxiii].

Στο σημείο αυτό θα θέλαμε να σημειώσουμε πως πράγματι το Φασιστικό Κόμμα στην Ιταλία διέθετε λαϊκή βάση, γεγονός που ήταν απότοκοτων κοινωνικοοικονομικών συνθηκών που επικρατούσαν τότε στην Ιταλική κοινωνία (όπως το αίτημα για εκσυγχρονισμό), καθώς επίσης και της διεθνούς συγκυρίας, όπως ήταν  τα πενιχρά κέρδη που αποκόμισε η Ιταλία από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο[lxxiv], καθώς επίσης και η αντίληψη ότι ο Φασισμός πρεσβεύει το νέο, το δυνατό, το αρρενωπό, την καινοτομία, στοιχεία που ερχόντουσαν σε αντίθεση με την παρακμή του παρελθόντος.

Τα στοιχεία αυτά άλλωστε έχουν αναφορά και στη στάση ζωής που επιλέγει ο πρωταγωνιστής, ο κομφοσμίστας, ο οποίος όπως αναφέραμε αποποιείται κάθε τι «μη κανονικό».

Ένα άλλο ζήτημα που θα πρέπει να αναφέρουμε σε αυτό το σημείο, είναι ότι η ένταξη στο Φασιστικό Κόμμα δεν το εμποδίζει να καταγγείλει δημοσίως κάποιους άλλους ως Φασίστες, όταν πλέον το καθεστώς του Μουσολίνι πνέει τα λοίσθια, το 1943.

Την ίδια στάση άλλωστε κρατάει και ένα μεγάλο μέρος της ιταλικής κοινωνίας, που στο άκουσμα της καθαίρεσης του Μουσολίνι, το 1943, από τον βασιλιά Βίκτωρα Εμμανουήλ Γ΄ σπεύδει να καταδικάσει τον καθαιρεθέντα.

Είναι ένα σημείο το οποίο το σχολιάζει ο πρωταγωνιστής με τρόπο που φανερώνει μια αποστασιοποίηση από το Φασισμό, τον Φασισμό όμως που υπηρέτησε με τον τρόπο του για την εκπλήρωση των δικών του προσωπικών επιδιώξεων.

Ένα άλλο κεντρικό ζήτημα που έχει να κάνει με το ιταλικό φασιστικό καθεστώς, και το οποίο είναι ένα από τα βασικά ζητήματα που πραγματεύεται η ταινία, είναι η άσκηση βίας, όχι μόνο η ψυχολογική, αλλά και η σωματική.

Το ολοκληρωτικό καθεστώς της Ιταλίας δεν ανέχεται τις φωνές των αντιφρονούντων οι οποίοι θα πρέπει να εκλείψουν, ακόμα και βιολογικά.

Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου, ο οποίος δεν αντέχει να ζήσει και να εργαστεί στη φασιστική πατρίδα του, καταφεύγει αυτοεξόριστος στο Παρίσιπου συνεχίζει την αντικαθεστωτική δράση του.

Όμως, δεν θα ξεφύγει τελικά από τους φασίστες διώκτες του, οι οποίοι τελικά τον δολοφονούν.

Στο σημείο αυτά θα θέλαμε να σχολιάσουμε κάποια ζητήματα.

Το πρώτο είναι ότι η ταινία δεν υπερβάλλει, αφού τα περιστατικά βίας και πολιτικών δολοφονιών επί εποχής φασιστικού καθεστώτος στην Ιταλία ήταν εκατοντάδες.

Το άλλο ζήτημα είναι ότι ο πρωταγωνιστής παρ’ ό,τι δεν πιστεύει σε αυτό που κάνει, δηλαδή στη συμμετοχή του στην πολιτική δολοφονία του αντιφρονούντα καθηγητή, παρ’ ό,τι αμφιταλαντεύεται, τελικά παίρνει μέρος έμμεσα σε αυτή, υποκύπτοντας στις προτροπές και την επιχειρηματολογία του εκπροσώπου-πράκτορα του φασιστικού καθεστώτος, ο οποίος τον παρακολουθεί από πολύ κοντά, σε κάθε του βήμα.

Ένα άλλο σημείο στο οποίο θα πρέπει να αναφερθούμε είναι ότι η φασιστική Ιταλία χαρακτηρίζεται από την παρουσία κτιρίων μνημειακού χαρακτήρα με έντονα στοιχεία μοντερνισμού.

Αυτό φαίνεται τόσο στην περίπτωση του κτιρίου του υπουργείο το οποίο επισκέπτεται ο πρωταγωνιστής, όσο και στην περίπτωση της ψυχιατρικής κλινικής στην οποία νοσηλεύεται ο πατέρας του.

Ο μνημειακός-μεγαλεπήβολος χαρακτήρα των κτιρίων έχει να κάνει σε συμβολικό επίπεδο και με την προσπάθεια του φασιστικού καθεστώτος να αναβιώσει την ρωμαϊκή αυτοκρατορία, και να διαδραματίσει ρόλο αποικιοκρατικής δύναμης σε παγκόσμιο επίπεδο διεκδικώντας μερίδιο από τις αποικιακές αυτοκρατορίες των μεγάλων δυνάμεων της εποχής, προσπάθεια η οποία παλαιότερα είχε αποτύχει[lxxv].

Ταυτόχρονα τα κτίρια αυτά έχουν στοιχεία μοντερνισμού, ένα κίνημα με το οποίο συνδέθηκε από κάποιες απόψεις με τον φασισμό, υπό την έννοια τηςέλευσης και επικράτησης του νέου, του ακμαίου, του σύγχρονου, το οποίο εναντιώνεται στην παρακμή του παρελθόντος[lxxvi].

Ένα παρελθόν που εκπροσωπείται στην ταινία από την παρηκμασμένη μεγαλοαστική οικογένεια του πρωταγωνιστή με τη μητέρα του να είναι ναρκομανής και τον πατέρα του να είναι τρόφιμος ψυχιατρικού ιδρύματος, όπως είπαμε.

Ένα άλλο στοιχείο που μπορούμε να διαπιστώσουμε σε σχέση με τα κτίρια είναι ο εκμηδενισμός του ατόμου, μπροστά στη δύναμη που αντιπροσωπεύει το ολοκληρωτικό κράτος.

Αυτό φαίνεται τόσο στην περίπτωση του κτιρίου του υπουργείου όσο και κυρίως στην περίπτωση της αυλής της ψυχιατρικής κλινικής με το ισοπεδωτικό λευκό να κυριαρχεί από άκρη σε άκρη.

Ένα άλλο στοιχείο είναι ότι ο Φασισμός στην Ιταλία παρά την ήττα του στα πεδία των μαχών συνέχισε να υπάρχει στην ιταλική κοινωνία.

Όπως μπορούμε να συνάγουμε και από την υπόθεση της ταινίας, οι φωνές καταγγελίας του Φασισμού που ακούστηκαν με την πτώση του δεν ήταν αρκετές για να ξεριζώσουν το φαινόμενο από την ιταλική κοινωνία.

Όπως είναι φανερό και από την ταινία, οι φασίστες στην Ιταλία συνέχισαν να υπάρχουν, στελεχώνοντας, πολλές φορές, τις κρατικές υπηρεσίες και κάνοντας δυναμική επανεμφάνιση στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και του 1970.

Αν αναλογιστούμε ότι η ταινία του Μπερτολούτσι, Ο Κομφορμίστας, είναι μια ταινία του τέλους της δεκαετίας του 1960 και των αρχών της δεκαετίας του 1970, δεν αποτελεί μόνο μια ηθογραφία του φασιστικού καθεστώτος του Μεσοπολέμου στην Ιταλία, αλλά ταυτόχρονα και μια καταγγελία θα λέγαμε πλευρών της ιταλικής κοινωνίας της εποχής του.

Την εποχή που δημιουργήθηκε η ταινία οι κοινωνικές διεκδικήσεις, η προοδευτική Αριστερά της εποχής, τα κοινωνικά κινήματα, συνυπάρχουν με τις επιλογές της ιθύνουσας κοινωνικής τάξης, αλλά και με τον φασισμό, ο οποίος είναι υπαρκτός σε πολλές από τις πτυχές της ιταλικής κοινωνίας.

Και μάλιστα είναι ένας φασισμός βίαιος, που ευθύνεται για εκατοντάδες νεκρούς στην Ιταλία, και που για τις βίαιες πράξεις του θέλει να ενοχοποιήσει την Αριστερή τρομοκρατία, και μέσω αυτής της ενοχοποίησης την απαξίωση των κοινωνικών κινημάτων και αιτημάτων.

Νομίζω λοιπόν ότι ο Μπερτολούτσι με την ταινία του, μεταξύ των άλλων, προσπαθεί να αφυπνίσει και τον μικροαστό, αυτόν που θα ήθελε να ζήσει μια «κανονική» ζωή, δίχως μπελάδες και δίχωςαμφισβητήσεις.

Επομένως η ταινία αφορά τόσο την ιστορική περίοδο στην οποία αναφέρεται, δηλαδή το τέλος του Μεσοπολέμου, όσο και την ιστορική περίοδο την οποία δημιουργήθηκε.

Αυτές τις δύο ιστορικές συγκυρίες παρά το ότι τις χωρίζουν κορυφαία ιστορικά γεγονότα όπως ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και η μεταπολεμική οικονομική ανάπτυξη,  ο κεϋνσυανισμός και ο καταναλωτισμός, τις ενώνουν στοιχεία της οικονομικής και της κοινωνικής πραγματικότητας, τα οποία μπορεί να είναι είτε η ύπαρξη του φασισμού και των φασιστών, είτε η ύπαρξη των αντιφρονούντων και της μεσαίας τάξης των «κομφορμιστών», σε διαφορετικές βέβαια αναλογίες, ποσότητες και ποιότητες σε κάθε περίπτωση.

Εκτός αυτών, η ματιά του Μπερτολούτσι γύρω από το τι συνέβαινε στη φασιστική Ιταλία είναι πολύ καθαρή και σε αυτό βοηθούν τα χαρακτηριστικά της εποχής που δημιουργήθηκε η ταινία και τα οποία έχουμε δώσει.

Οι συντελεστές της ταινίας από τη μια δίνουν σάρκα και οστά σε χαρακτήρες του παρελθόντος, ταυτόχρονα όμως μέσα από τους ρόλους αυτούς αναδεικνύουν και τον ρόλο των ζώντων και δρώντων υποκειμένων της εποχής τους.

Επίσης, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ταινία δεν δίνει ιδιαίτερη έμφαση σε αυτά που συμβαίνουν στη δημόσια σφαίρα, στο δημόσιο χώρο, αλλά τα υπαινίσσεται με τρόπο όμως ξεκάθαρο  και καταλυτικό.

Το στοιχείο εκείνο στο οποίο δίνει έμφαση είναι η ιδιωτική σφαίρα, το τι συμβαίνει στα πρόσωπα. Καθώς επίσης και στον τρόπο που συναρθρώνεται το δημόσιο με το ιδιωτικό, το πώς προσλαμβάνεται το μαζικό από το κάθε χωριστό άτομο, καθώς επίσης και το ποιες επιπτώσεις έχει αυτή η συνάντηση-συνάρθρωση στην ιδιωτική ζωή των ανθρώπων αυτών.

Άλλωστε το δράμα της ζωής παίζεται, εν τέλει σε προσωπικό επίπεδο, μακριά από τις χρήσιμες κατά τα άλλα γενικεύσεις.

Επίσης, εκείνο το οποίο θα θέλαμε να προσθέσουμε είναι ότι η ταινία, που αποτελεί μια από τις κορυφαίες πολιτικές ταινίες, αποδίδει την ιστορική πραγματικότητα, δίχως παραποιήσεις και υπερβολές.

Μπορεί δε να χρησιμοποιηθεί ως μέσο για την ερμηνεία και αξιολόγηση του παρελθόντος, αφού η εποχή την οποία δημιουργήθηκε, αλλά επίσης και η ηλικία των συντελεστών την εποχή εκείνη, επιτρέπει μια διεισδυτική ματιά σε αυτό το παρελθόν, το οποίο,όμως, παρελθόν  είναι και παρόν, από κάποιες απόψεις.

Βιβλιογραφία

Βιβλία

Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γεώρμας, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2000.

EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013.

RobertO. Paxton,Η Ανατομία του Φασισμού, Κέδρος, Αθήνα 2004.

 

Εγκυκλοπαίδειες

 

Χ.Ο., «Φασισμός», Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάννικα, Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα 1996.

 

Άρθρα

 

Γ. Κατσιαφίκας, Η ανατροπή της πολιτικής, Ευρωπαϊκά αυτόνομα κοινωνικά κινήματα και η αποαποικιοποίηση της καθημερινής ζωής, Ελευθεριακή Κουλτούρα 2007, στην ιστοσελίδα https://sxoliastesxwrissynora.wordpress.com/2014/04/13/, τελευταία επίσκεψη 23-4-2017.

 

Κατερίνα Σκαργιώτη,  «“Η στρατηγική της έντασης”: τρομοκρατικά χτυπήματα καιενοχοποίηση της Αριστεράς στην Ιταλία του 1970», (ιστοσελίδα https://barikat.gr/content/i-stratigiki-tis-entasis-tromokratika-htypimata-kai-enohopoiisi-tis-aristeras-stin-italia , τελευταία επίσκεψη 23/4/2017).

 

«1969-…: Στρατηγική της Έντασης στην Ιταλία», ιστοσελίδα http://rioters.espivblogs.net/2009/11/03/1969- (τελευταία επίσκεψη, 23-4-20017).

 

 

Ιστοσελίδες

 

http://www.cine.gr/film.asp?id=708503&page=4 (τελευταία επίσκεψη 23-4-2017).

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A6%CE%B1%CF%83%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82 (τελευταία επίσκεψη, 18-4-2017).


Wikipedia 3 (τελευταία επίσκεψη, 23-5-2017).

Wikipedia 4 (τελευταία επίσκεψη, 23-5-2017).

 

[i] Για το ρόλο της «κουτσής νίκης», καθώς και άλλων παραγόντων στη ριζοσπαστικοποίηση των μαζών και στην εκτράχυνση της πολιτικής δράσης στο EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σελ. 25.

[ii] Χ.Ο., «Φασισμός», Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάννικα, Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα 1996, σελ. 187.

[iii]X.O., όπ. π., σελ. 187.

[iv] Χ. Ο., όπ. π., σελ. 187.

[v] Χ.Ο., όπ. π., σελ. 187.

[vi] Wikipedia (τελευταία επίσκεψη, 18-4-2017).

 


[vii]Όπ. π.

[viii] Για την πορεία της έννοιας totalitario και την κατάληξή της, Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γεώρμας, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2000, σελ. 182.

[ix] Χ.Ο., «Φασισμός», Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάννικα, Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα 1996, σελ. 185.

[x]EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σελ. 23.

[xi]EmilioGentile, όπ. π., σελ. 185 και Wikipedia (τελευταία επίσκεψη, 18-4-2017).

 


[xii]RobertO. Paxton,Η Ανατομία του Φασισμού, Κέδρος, Αθήνα 2004, σελ. 86. OΜουσολίνι είχε διασωθεί από την εκλογική πανωλεθρία του 1919, χάρη στην πρακτική του squadrismo, που επινόησαν μερικοί οπαδοί του στην αγροτική Βόρεια Ιταλία.Εκεί ορισμένοι από τους πιο δραστήριους οπαδούς του εφάρμοσαν τακτικές που είχαν μάθει ως στρατιώτες, επιτιθέμενοι στους εσωτερικούς πια εχθρούς του ιταλικού έθνους.

[xiii]EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σελ. 27.

Όσο ο Μουσολίνι ήταν διευθυντής της Avanti έχαιρε γενικής εκτίμησης και ήταν η πιο δημοφιλής μορφή του ιταλικού σοσιαλισμού.

Δυναμικός καθοδηγητής του κόμματος, φιλόδοξος, με προσωπικότητα μοντέρνου πολιτικού που γοήτευε τις μάζες, αντιεθνικιστής, αντιμιλιταριστής και διεθνιστής, ο Μουσολίνι όταν ξέσπασε η παγκόσμια σύρραξη δήλωσε αμέσως απόλυτη ουδετερότητα.

Λίγους μήνες, όμως, αργότερα, το φθινόπωρο του 1914 έκανε στροφή στον παρεμβατισμό, γιατί πίστευε ότι η ήττα των Κεντρικών Αυτοκρατοριών ήταν αναγκαία για να κατατροπωθεί ο μιλιταρισμός και ο απολυταρχισμός και να δημιουργηθούν οι συνθήκες για την κοινωνική επανάσταση.Λίγοι σοσιαλιστές τον ακολούθησαν στη μεταστροφή, παρ’ ό,τι πίστευε το αντίθετο.

[xiv] Η δημιουργία των fasciήταν συνήθης πρακτική στα πλαίσια του ιταλικού αριστερού κινήματος, στο Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γεώρμας, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2000, σελ. 129.

[xv]Hέκφραση «φασιστικό κίνημα» εμφανίζεται τον Απρίλιο του 1915 στην εφημερίδα αυτή και όριζε μια νέου τύπου οργάνωση, το αντικόμμα, αποτελούμενο από μαχητικούς πολιτικούς με ελεύθερο πνεύμα που απέρριπταν την οργάνωση και τα δόγματα που επέβαλλαν τα κόμματα.EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σελ. 28.

[xvi] Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γεώρμας, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2000, σελ. 140 και γενικότερα για το ζήτημα στο ίδιο, σσ. 140-146.

[xvii]RobertO. Paxton,Η Ανατομία του Φασισμού, Κέδρος, Αθήνα 2004, σσ. 86-93.

[xviii]EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σελ. 30.

[xix]Robert O. Paxton, όπ. π., σελ. 28.

[xx]Robert O. Paxton, όπ. π., σελ. 30.

[xxi]ΟιβουλευτέςτουPartitoNationaleFascistaεξελέγησαν μέσα από τη λίστα του Τζιολίτι. Ο αριθμός των βουλευτών δεν ήταν μεγάλος, αλλά απέδειξε ότι ο Μουσολίνι έπρεπε να θεωρείται πλέον ουσιαστικό κομμάτι του ιταλικού αντισοσιαλιστικού συνασπισμού σε εθνικό επίπεδο RobertO. Paxton,Η Ανατομία του Φασισμού, Κέδρος, Αθήνα 2004, σελ. 93.

[xxii] Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γεώρμας, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2000, σσ. 156-162.


[xxiii] Wikipedia(τελευταία επίσκεψη, 23-5-2017).

[xxiv]EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σελ. 35.

[xxv] Για τον «αντιτζιολιτισμό» που ήταν μια εξέγερση μικροαστών νέων που ήθελαν να ανατρέψουν την καθεστηκυία τάξη πραγμάτων με έναν πόλεμο ή μια επανάσταση και την προσέγγιση τους από τους εθνικιστές διανοούμενους EmilioGentile, όπ. π., σελ. 24.

[xxvi] Wikipedia (τελευταία επίσκεψη, 23-5-2017) και γενικότερα στη σχετική βιβλιογραφία.


[xxvii] Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γεώρμας, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2000, σσ. 166-167.

[xxviii]RobertO. Paxton,Η Ανατομία του Φασισμού, Κέδρος, Αθήνα 2004, σελ. 127.

[xxix] Robert O. Paxton,  όπ. π., σσ. 128-129.

[xxx] Robert O. Paxton,όπ. π., σσ. 126-129.

[xxxi]EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σσ. 35-40.

[xxxii] Wikipedia  , (τελευταία επίσκεψη, 23-5-2017).

[xxxiii]EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σελ. 39.

[xxxiv] Για το διάστημα 1922-1925, ο Μουσολίνι ήταν ημισυνταγματικός πρωθυπουργός, Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γεώρμας, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2000, σσ. 167 και 173-181.

[xxxv]Πολλοί διανοούμενοι και πολιτικοί, εξ αιτίας αυτής της προπαγάνδας είχαν σχηματίσει πολύ θετική εντύπωση για τον Μουσολίνι και το καθεστώς του. Μεταξύ αυτών ο Τσώρτσιλ, ο Λόιντ Τζώρτζ, ο Μπέρναρντ Σω, ο Αμερικανός πρόεδρος Ρούσβελτ και ο Νίκος Καζαντζάκης.Wikipedia (τελευταία επίσκεψη, 23-5-2017).

Επίσης, γνωστές είναι οι περιπτώσεις του Έζρα Πάουντ και του Λουίτζι Πιραντέλλο, καθώς και η δημιουργία της Cinecittà. HCinecittàιδρύθηκε το 1937 από τον Μουσολίνι, το γιο του Βιττόριο, τον υπεύθυνο για τον κινηματογράφο LuigiFreddiμε το σλόγκαν«Il cinema è l'arma più forte» («Το σινεμά είναι πιο δυνατό από τα όπλα»).

Ο Φασισμός στην Ιταλία απέφυγε να επιβάλλει μια «Επίσημη Τέχνη», με αποτέλεσμα να κερδίσει την υποστήριξη πολλών τομέων του πολιτισμού και της τέχνης στο EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σελ. 45.

[xxxvi] Ο Μουσολίνι από τις αρχές της δεκαετίας του 1930 άρχισε να αποπέμπει από τους κυβερνητικούς θώκους τους Φασίστες που είχαν ισχυρή προσωπικότητα και να τους αντικαθιστά με υποχείριά του.

[xxxvii]EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σελ. 44.

[xxxviii]EmilioGentile, όπ. π., σσ. 40, 43-44.

[xxxix]EmilioGentile, όπ. π., σσ. 44-48.

[xl] Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γεώρμας, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2000, σελ. 182.

[xli]Στάνλεϊ Πέιν, όπ. π., σελ. 183.

[xlii] Χ.Ο., «Φασισμός», Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάννικα, Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα 1996, σελ. 188.

[xliii] Χ.Ο., όπ. π., σελ. 188.

[xliv] Χ. Ο.,όπ. π., σελ. 188

[xlv]EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σελ. 53

[xlvi]EmilioGentile, όπ. π., σελ. 52.

[xlvii] Χ.Ο., «Φασισμός», Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάννικα, Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα 1996, σελ. 188.

[xlviii]EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σσ. 52-53.

[xlix] Χ.Ο., «Φασισμός», Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάννικα, Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα 1996, σελ. 188.

[l] Wikipedia (τελευταία επίσκεψη, 23-5-2017)

[li]EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σσ. 54-55.

[lii]Wikipedia (τελευταία επίσκεψη, 23-5-2017).

[liii] Wikipedia (τελευταία επίσκεψη, 23-5-2017).

[liv] Χ.Ο., «Φασισμός», Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάννικα, Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα 1996, σ σσ. 186-187. Επίσης,για την επίδραση των Σορέλ και Παρέτο στο Μουσολίνι,  Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γεώρμας, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2000, σελ. 131.


[lv]EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σσ. 50-51.

[lvi]EmilioGentile, όπ. π., σελ. 44.

[lvii]EmilioGentile, όπ. π., σελ. 48. Παρ’ ό,τι ο Μουσολίνι είχε αποκηρύξει τον αντισημιτισμό στις αρχές της δεκαετίας του 1930, μετά άλλαξε άποψη και η Ιταλία από το 1938 έγινε αντισημιτικό κράτος.

[lviii]EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σελ. 49.

[lix]EmilioGentile, όπ. π., σελ. 47.

[lx]EmilioGentile, όπ. π., σελ. 54.

[lxi]EmilioGentile, όπ. π., σελ. 55.

[lxii] Ιστοσελίδα τελευταία προβολή 23-4-2017.

[lxiii]Γ. Κατσιαφίκας, Η ανατροπή της πολιτικής, Ευρωπαϊκά αυτόνομα κοινωνικά κινήματα και η αποαποικιοποίηση της καθημερινής ζωής, Ελευθεριακή Κουλτούρα 2007, στην ιστοσελίδα  , τελευταία επίσκεψη 23-4-2017.

[lxiv]EmilioGentile, Φασισμός. Ιστορία και ερμηνεία, β’ έκδοση, Ασίνη, Αθήνα 2013, σελ. 50.

[lxv]1969-…: Στρατηγική της Έντασης στην Ιταλία, ιστοσελίδα , τελευταία επίσκεψη, 23-4-20017.
[lxvi]Όπ. π.

 

[lxvii] Κατερίνα Σκαργιώτη, «“Η στρατηγική της έντασης”: τρομοκρατικά χτυπήματα και ενοχοποίηση της Αριστεράς στην Ιταλία του 1970», (ιστοσελίδα  , τελευταία επίσκεψη 23/4/2017).

[lxviii]Κατερίνα Σκαργιώτη, όπ. π.

[lxix]«1969-…: Στρατηγική της Έντασης στην Ιταλία», ιστοσελίδα
 , τελευταία επίσκεψη, 23-4-20017.
[lxx] Κατερίνα Σκαργιώτη, «”Η στρατηγική της έντασης”: τρομοκρατικά χτυπήματα καιενοχοποίηση της Αριστεράς στην Ιταλία του 1970», (ιστοσελίδα  , τελευταία επίσκεψη 23/4/2017).

[lxxi]Γ. Κατσιαφίκας, Η ανατροπή της πολιτικής, Ευρωπαϊκά αυτόνομα κοινωνικά κινήματα και η αποαποικιοποίηση της καθημερινής ζωής, Ελευθεριακή Κουλτούρα 2007, στην ιστοσελίδα, τελευταία επίσκεψη 23-4-2017.

[lxxii] Για τον μαζικό Φασισμό του 1921, σε αντίθεση με τον Φασισμό του Σαν Σεπόλκρο, Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γεώρμας, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2000, σελ. 151.

[lxxiii]Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γεώρμας, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2000, σελ. 188.

[lxxiv] Για την συμμετοχή της Ιταλίας στον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γεώρμας, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2000, σελ. 134-137.

Και, επίσης, στο ίδιο, για την κρίση μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, σσ. 137-140.

[lxxv] Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του Φασισμού, μτφρ. Κώστας Γεώρμας, εκδόσεις Φιλίστωρ, Αθήνα 2000, σσ. 127-130.

[lxxvi]Στάνλεϊ Πέιν, όπ. π., σσ. 651-672.

Παρουσίαση του βιβλίου του E.J. Hobsbawm «Η ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΝ 1789-1848»

Τραμπαδώρος Δ.

του Διον. Τραμπαδώρου

Προέλευση φωτογραφίας: https://left.gr

 

Α. ΣΤΟΧΟΙ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

Το  βιβλίο  περιλαμβάνει  πρόλογο και εισαγωγή καθώς και  δεκαέξι κεφάλαια. Αποτελείται δε από δύο μέρη.

Το πρώτο μέρος περιλαμβάνει τα κεφάλαια από το Α’ έως και το Ζ’, και έχει ως αντικείμενο τις εξελίξεις  ενώ το δεύτερο τα κεφάλαια από το Η’ έως και το Ις’ και έχει ως αντικείμενο τα αποτελέσματα.

Ο συγγραφέας προκειμένου να δείξει την σπουδαιότητα των μεταβολών αυτής της περιόδου  ξεκινά την εισαγωγή του βιβλίου με την αναφορά σε μια σειρά από όρους που αποτελούν επινοήσεις ή προσαρμογές αυτής της περιόδου[i].

Επισημαίνει ότι το κρίσιμο διάστημα είναι ανάμεσα στο 1789 και το 1848 όπου και  ξέσπασε η επανάσταση που προκάλεσε τον μεγαλύτερο μετασχηματισμό στην ιστορία της ανθρωπότητας  από την μακρινή εποχή που ο άνθρωπος εφεύρε τη γεωργία και τη μεταλλουργία, τη γραφή την πόλη και το κράτος και η οποία μεταμόρφωσε και εξακολουθεί να μεταμορφώνει ολόκληρο τον κόσμο.

Ωστόσο όπως λέει θα πρέπει να κάνουμε  προσεκτική διάκριση  ανάμεσα στα μακροπρόθεσμα αποτελέσματά της, που δεν περιορίζονται σε συγκεκριμένα πλαίσια και στη πρώτη αποφασιστική της φάση  που ήταν στενά συνδεδεμένη μια συγκεκριμένη κοινωνική και διεθνή  κατάσταση. Δηλαδή η μεγάλη επανάσταση της περιόδου 1789-1848 ήταν ο θρίαμβος όχι απλά της «βιομηχανίας» αλλά της καπιταλιστικής βιομηχανίας , όχι της ελευθερίας και της ισότητας αλλά της αστικής φιλελεύθερης κοινωνίας, όχι της σύγχρονης οικονομίας ή του σύγχρονου κράτους αλλά της οικονομίας και των κρατών σε μια συγκεκριμένη περιοχή του κόσμου.

Ουσιαστικά ο μετασχηματισμός της περιόδου 1789-1848 είναι η διπλή επαναστατική έκρηξη που σημειώθηκε στην Αγγλία και την Γαλλία και από κει απλώθηκε σε ολόκληρο τον κόσμο[ii].

Το γεγονός ότι οι ταυτόχρονες εκρήξεις που σημειώνονται στην Αγγλία και τη Γαλλία εμφανίζουν κάπως διαφορετικό χαρακτήρα δεν είναι ούτε τυχαίο ούτε αδιάφορο  αλλά το ζήτημα είναι ότι σημειώθηκαν στην βορειοδυτική Ευρώπη και στις υπερπόντιες προεκτάσεις της, και ότι την εποχή εκείνη δεν θα μπορούσαν να συμβούν σε κανένα άλλο μέρος του κόσμου.

Επίσης σημαντικό είναι και θα πρέπει να σημειωθεί ότι εκείνη την εποχή τέτοιες εκρήξεις είναι σχεδόν αδιανόητες με οποιαδήποτε άλλη μορφή παρά μόνον ως θρίαμβος ενός αστικοφιλελεύθερου καπιταλισμού.

Ο ριζικός αυτός μετασχηματισμός δεν μπορεί να γίνει κατανοητός χωρίς ιστορική αναδρομή πολύ προ του 1789 –Αμερικάνικη Επανάσταση το 1776 , συνταγματικές κρίσεις και οικονομικές ανακατατάξεις  και αναταραχές των ετών 1760-1789- παράγοντες όμως που ερμηνεύουν μονάχα την αφορμή και όχι τα θεμελιώδη αίτιά της.

Δεν μας ενδιαφέρει στο σημείο αυτό να κάνουμε μια ανάλυση σε βάθος – να ανατρέξομε δηλαδή σε γεγονότα όπως η Αγγλική Επανάσταση των μέσων του 17ου αιώνα , η Μεταρρύθμιση, η απαρχή των ευρωπαϊκών κατακτήσεων και της αποικιοκρατίας – γιατί μια τέτοια ανάλυση σε βάθος θα υπερέβαινε κατά πολύ τα χρονολογικά όρια του βιβλίου.

Αυτό που πρέπει να επισημανθεί είναι ότι οι κοινωνικές και οικονομικές δυνάμεις, τα πολιτικά και πνευματικά εργαλεία αυτού του μετασχηματισμού ήταν ήδη έτοιμα, τουλάχιστον σε ένα τμήμα της Ευρώπης αρκετά μεγάλο για να ξεσηκώσει το υπόλοιπο.

Το πρόβλημα δεν είναι να περιγράψουμε την εμφάνιση μιας παγκόσμιας αγοράς, μιας αρκετά δραστήριας τάξης ιδιωτών επιχειρηματιών, ή ακόμη (στην Αγγλία) ενός κράτους προσκολλημένου στην άποψη ότι το μέγιστο δυνατό ιδιωτικό κέρδος αποτελεί το θεμέλιο της κυβερνητικής πολιτικής.

Ούτε σκοπεύουμε να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη της τεχνολογίας , της επιστημονικής γνώσης ή της ιδεολογίας μιας ατομιστικής, «κοσμικής», ορθολογικής πίστης στην πρόοδο.

Ήδη στην δεκαετία του 1780 μπορούμε να θεωρήσουμε ως δεδομένα όλα αυτά τα στοιχεία ,μολονότι δεν ήταν ακόμη αρκετά ισχυρά ή διαδεδομένα.

Αντίθετα, δεν θα πρέπει με κανένα τρόπο να παραβλέψουμε τον νεωτεριστικό χαρακτήρα της διττής επανάστασης εξαιτίας των εξωτερικών χαρακτηριστικών που μας φαίνονται οικεία.

Συνεπώς το ζήτημα είναι , να ερμηνεύσομε όχι την ύπαρξη αυτών των στοιχείων μιας νέας οικονομίας και κοινωνίας αλλά το θρίαμβό τους.

Να παρακολουθήσουμε όχι την πρόοδο της βαθμιαίας διάβρωσης και υπονόμευσης που προκάλεσαν στο σύστημα, στην διάρκεια των προηγούμενων αιώνων, αλλά την οριστική κατάκτηση του οχυρού.

Επίσης το ζήτημα είναι να παρακολουθήσουμε  τις βαθιές αλλαγές που προκάλεσε ο αιφνίδιος αυτός θρίαμβος στις χώρες που επηρεάστηκαν αμεσότερα από αυτόν, καθώς και στον υπόλοιπο κόσμο που ήταν έτοιμος να δεχθεί όλο τον εκρηκτικό αντίκτυπο των νέων δυνάμεων, των «αστών κατακτητών»

Η ιστορία που πραγματεύεται το βιβλίο είναι κατά κύριο λόγο τοπική δεδομένου ότι η διττή επανάσταση σημειώθηκε σε ένα τμήμα της Ευρώπης και οι εμφανέστερες και αμεσότερες συνέπειες της έγιναν εκεί περισσότερο αισθητές.

Επίσης αναπόφευκτα , η παγκόσμια επανάσταση, εφόσον ξεχύθηκε από τον διπλό κρατήρα της Αγγλίας και της Γαλλίας, πήρε τη μορφή ευρωπαϊκής επέκτασης και κατάκτησης του υπόλοιπου κόσμου.

Πράγματι η πιο εντυπωσιακή της συνέπεια για την παγκόσμια ιστορία ήταν ότι κυριάρχησαν στη γη μερικά δυτικά καθεστώτα (και ιδίως το βρετανικό ) γεγονός που δεν έχει παράλληλο στην ιστορία.

Μπροστά στους εμπόρους, τις ατμομηχανές , τα πλοία και τα κανόνια της Δύσης –και μπροστά στις ιδέες της –οι πανάρχαιοι πολιτισμοί και οι αυτοκρατορίες του κόσμου υποχώρησαν και κατέρρευσαν[iii].

Το 1848 τίποτε πια δεν στεκόταν εμπόδιο στην κατάκτηση οποιουδήποτε εδάφους αν οι δυτικές κυβερνήσεις ή οι επιχειρηματίες θεωρούσαν συμφέρον τους να το καταλάβουν , όπως ακριβώς τίποτε , εκτός από το χρόνο , δεν στεκόταν εμπόδιο στην πρόοδο του δυτικού καπιταλιστικού εγχειρήματος.

Η ιστορία της διττής επανάστασης , ωστόσο , δεν είναι απλά και μόνο η ιστορία του θριάμβου της νέας αστικής κοινωνίας.

Είναι επίσης η ιστορία της εμφάνισης των δυνάμεων που μέσα σε έναν αιώνα από το 1848 επρόκειτο να μετατρέψουν την επέκταση σε συρρίκνωση[iv].

Η ιστορική περίοδος που αρχίζει με την οικοδόμηση του πρώτου εργοστασιακού συγκροτήματος του σύγχρονου κόσμου στο Lancashire  και με τη Γαλλική επανάσταση του 1789 τελειώνει με την κατασκευή του πρώτου σιδηροδρομικού δικτύου και με την έκδοση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου.

 

Β. βασικη θεματικη

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’ – Ο ΚΟΣΜΟΣ ΣΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 1780

Το πρώτο κεφάλαιο είναι εισαγωγικό και περιγράφει την κατάσταση που επικρατούσε στον κόσμο κατά την δεκαετία του 1780.

Ξεκινά με την διαπίστωση ότι ο κόσμος κατά την περίοδο της δεκαετίας του 1780 ήταν πολύ μικρότερος και συγχρόνως πολύ μεγαλύτερος από το τον δικό μας, αφού από την μια ακόμα και οι πιο μορφωμένοι και ενήμεροι άνθρωποι της εποχής εκείνης γνώριζαν μόνο ορισμένα τμήματα του κατοικημένου κόσμου ενώ ταυτόχρονα ο παγκόσμιος πληθυσμός ήταν αισθητά μικρότερος ,οι αστικές συγκεντρώσεις πολύ λιγότερες, ενώ οι άνθρωποι ήταν αισθητά κοντύτεροι και ελαφρύτεροι από σήμερα.

Ταυτόχρονα όμως οι δυσχέρειες και η αβεβαιότητα στην επικοινωνία τον έκαναν στην πράξη πολύ μεγαλύτερο-ανυπολόγιστα μεγάλο για τους περισσότερους κατοίκους- παρά το γεγονός ότι βελτιώσεις στις υποδομές ανάμεσα στην δεκαετία του 1760 και το τέλος του 18ου αιώνα ήταν ιδιαίτερα σημαντικές[v].

Ταυτόχρονα έκανε την εμφάνισή του και ο τύπος του δημοσίου υπαλλήλου που διόριζε η κεντρική κυβέρνηση και έστελνε σε διάφορες επαρχιακές θέσεις.

Εκείνο επίσης που επισημαίνει είναι ότι ο κόσμος του 1789 ήταν κατεξοχήν αγροτικός στοιχειό δίχως την κατανόηση του οποίου δεν μπορεί να γίνει κατανοητός[vi].

Ο όρος αστικός ήταν αμφίσημος. Καλύπτει τις δύο ευρωπαϊκές πόλεις που το 1789 θα μπορούσαν να θεωρηθούν πραγματικά μεγάλες όπως το Λονδίνο με 1 εκατομμύριο και το Παρίσι με 500 χιλιάδες και καμιά εικοσαριά άλλες με πληθυσμό μεγαλύτερο από 100.000.

Επίσης ο όρος «αστικός» καλύπτει επίσης την πληθώρα των μικρών επαρχιακών πόλεων στις οποίες ζούσε η πλειονότητα των κατοίκων των «άστεων».

Οι επαρχιακές αυτές πόλεις , αν και μικρές ήταν ωστόσο «αστικές» υπό την έννοια ότι υπήρχε μια σαφής διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις ενασχολήσεις που υπήρχαν σ’ αυτές και στις ενασχολήσεις της υπαίθρου, την οποία και περιφρονούσαν.

Παρόλα αυτά ήταν τόσο αποκομμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο όσο σχεδόν και οι χωρικοί[vii].

Έτσι το αγροτικό πρόβλημα ήταν το πιο βασικό για τον κόσμο του 1789[viii].

Ο δε πυρήνας του αγροτικού προβλήματος ήταν η σχέση ανάμεσα σε όσους καλλιεργούσαν τη γη και στους ιδιοκτήτες της, ανάμεσα στους παραγωγούς του πλούτου της και σε όσους συσσώρευαν τον πλούτο αυτόν.

Από την άποψη των σχέσεων της αγροτικής ιδιοκτησίας, η Ευρώπη ή μάλλον το οικονομικό συγκρότημα που είχε κέντρο τη δυτική Ευρώπη-μπορεί να χωριστεί σε τρία μεγάλα τμήματα

1.Στα δυτικά της Ευρώπης όπου βρίσκονταν οι υπερπόντιες αποικίες, με την εξαίρεση των Ηνωμένων Πολιτειών και μερικά λιγότερο σημαντικά τμήματα.

Η οικονομία του τμήματος αυτού βασιζόταν σε παραγωγικές σχέσεις σχεδόν φεουδαλικού τύπου και ο τυπικός καλλιεργητής ήταν ανελεύθερος ή σε πολιτικό περιορισμό.

Η οικονομία αυτή ήταν αναπόσπαστο τμήμα της ευρωπαϊκής και μέσω του δουλεμπορίου της αφρικανικής οικονομίας.

Βασικά, η ιστορία της ζώνης αυτής στην περίοδο που μας απασχολεί μπορεί να γράφει με επίκεντρο το σχήμα «παρακμή της ζάχαρης-ακμή του βαμβακιού».

  1. Στα ανατολικά της δυτικής Ευρώπης , και πιο συγκεκριμένα στα ανατολικά της ζώνης κατά μήκος του ποταμού Έλβα και νότια ως την Τεργέστη-διασχίζοντας την ανατολική και την δυτική Αυστρία, ήταν η περιοχή της αγροτικής δουλοπαροικίας, όπου ο τυπικός καλλιεργητής δεν ήταν σε γενικές γραμμές ελεύθερος παρά τις εξαιρέσεις.

Η υπό δουλοπαροικία ανατολική περιοχή μπορεί κατά συνέπεια να θεωρηθεί και αυτή ως «εξαρτώμενη οικονομία» της δυτικής Ευρώπης για τη οποία παρήγε τρόφιμα και πρώτες ύλες , οικονομία ανάλογη με των υπερπόντιων αποικιών[ix].

Υπό τους μεγιστάνες υπήρξε μια τάξη ευγενών της υπαίθρου , ποικίλου μεγέθους και οικονομικών πόρων, που εκμεταλλευόταν την αγροτιά[x].

  1. Στην υπόλοιπη Ευρώπη η αγροτική δομή δεν διέφερε και πολύ από κοινωνική άποψη.

Δηλαδή , για τον αγρότη ή τον αγρεργάτη , όποιος είχε κτήματα ήταν «ευγενής» και μέλος της άρχουσας τάξης.

Αντιστρόφως η ιδιότητα του ευγενούς –που παρείχε κοινωνικά και πολιτικά προνόμια, ενώ τυπικά αποτελούσε ακόμη τον μόνο δρόμο προς τα υψηλότερα κρατικά αξιώματα ήταν αδιανόητη χωρίς έγγεια ιδιοκτησία.

Παρά το γεγονός ότι στις περισσότερες χώρες της Δυτικής Ευρώπης η φεουδαλική τάξη των πραγμάτων ,την οποία προϋπέθετε αυτός ο τρόπος του σκέπτεσθαι ,ήταν ακόμη πολύ ζωντανή πολιτικά , από οικονομική άποψη έφθινε ολοένα.

Αυτή η οικονομική της παρακμή ,που έκανε τα εισοδήματα των ευγενών να υπολείπονται όλο και πιο πολύ από την αύξηση των τιμών και των εξόδων, ανάγκαζε και την αριστοκρατία να εκμεταλλεύεται ολοένα και περισσότερο ,το μόνο αναφαίρετο περιουσιακό της στοιχείο  που ήταν τα προνόμια της ευγενούς καταγωγής και της κοινωνικής της τάξης[xi].

Ωστόσο από οικονομική άποψη , η δυτική κοινωνία ήταν πολύ διαφορική .Στα τέλη του Μεσαίωνα ο μέσος αγρότης είχε χάσει πολλά από τα στοιχεία που συνέθεταν το καθεστώς του ως δουλοπαροίκου, μολονότι συχνά  διατηρούσε πάρα πολλά στοιχεία νομικής εξάρτησης.

Το μέσο αγρόκτημα είχε πάψει να είναι από καιρό μονάδα οικονομικής επιχείρησης και είχε γίνει ένα σύστημα για την είσπραξη ενοικίων και άλλων προσόδων σε χρήμα[xii].

Μόνο λίγες περιοχές είχαν προάγει ακόμη περισσότερο την αγροτική ανάπτυξη προς μια καθαρά καπιταλιστική γεωργία. Πρώτη μεταξύ αυτών η Αγγλία.

Εκεί η έγγεια ιδιοκτησία ήταν εξαιρετικά συγκεντρωμένη ,αλλά ο τυπικός καλλιεργητής ήταν ένας μέσου μεγέθους ενοικιαστής –γεωργός προσανατολισμένος στο εμπόριο , ο οποίος μίσθωνε τα εργατικά χέρια που του χρειάζονταν.

Όταν όμως εξαλείφθηκε αυτό –μεταξύ 1760 και 1830- ότι  προέκυψε δεν ήταν ένα σύστημα γεωργίας ελεύθερων αγροτών αλλά μια τάξη γεωργικών επιχειρηματιών, οι μικροί ή μεσαίοι κτηματίες, και ένα μεγάλο αγροτικό προλεταριάτο.

Από τεχνολογική άποψη η ευρωπαϊκή γεωργία , με εξαίρεση ορισμένες ανεπτυγμένες περιοχές ήταν ακόμη και παραδοσιακή και εκπληκτικά αναποτελεσματική[xiii].

Ο 18ος αιώνας δεν ήταν φυσικά αιώνας γεωργικής στασιμότητας.

Αντίθετα, μια μακρά εποχή δημογραφικής επέκτασης, αυξανόμενου εξαστισμού, εμπορίου και βιομηχανίας, ευνοούσε αλλά και απαιτούσε γεωργική βελτίωση.

Αυτό όμως που εντυπωσίαζε τους πολυάριθμους υπέρμαχους της γεωργικής βελτίωσης, ήταν μάλλον το μέγεθος των εμποδίων που αντιμετώπιζε η αγροτική ανάπτυξη παρά η πρόοδος της[xiv].

Μέσω του συστήματος θαλάσσιου εμπορίου ,χρησιμοποιούσαν την αποικιοκρατική δύναμη για να ληστεύουν τους κατοίκους των Ανατολικών Ινδιών, να τους αποσπούν τα βασικά προϊόντα και να τα εξάγουν στην Ευρώπη και την Αφρική

Τα προϊόντα αυτά καθώς και άλλα ευρωπαϊκά χρησιμοποιούντα να για την αγορά δούλων που προορίζονταν για τα ταχύτατα αναπτυσσόμενα συστήματα φυτειών της Αμερικής.

Οι αμερικάνικες φυτείες, με την σειρά τους, έκαναν εξαγωγές ζάχαρης, βαμβακιού και άλλων ειδών σε όλο μεγαλύτερες ποσότητες και όλο και χαμηλότερο κόστος στα λιμάνια του Ατλαντικού και της Βόρειας Θάλασσας, απ’ όπου διοχετεύονταν ξανά προς τα ανατολικά, μαζί με τα παραδοσιακά προϊόντα του ευρωπαϊκού εμπορίου Ανατολής-Δύσης (κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα, αλάτι, κρασί , σιτάρι, ξυλεία, λινάρι).

Ο ιστός του εμπορίου πύκνωνε συνεχώς.

Απ’ την άλλη μολονότι τα μεταλλεία και οι βιομηχανίες αναπτύσσονταν, γρήγορα και παντού στην Ευρώπη, παρέμεναν βασικά υπό τον έλεγχο των εμπόρων και στην Ανατολική Ευρώπη συχνά και των φεουδαλικών γαιοκτημόνων.

Αυτό συνέβαινε διότι η κύρια μορφή της αναπτυσσόμενης παραγωγής ήταν το λεγόμενο σύστημα οικιακής βιοτεχνίας (ανάθεση εργασίας με το κομμάτι). Έτσι δημιουργήθηκαν αναπόφευκτα υποτυπώδεις συνθήκες για ένα πρώιμο βιομηχανικό καπιταλισμό.

Αυτός που ήλεγχε με λίγες εξαιρέσεις τις αποκεντρωμένες αυτές μορφές παραγωγής ήταν κάποιος μεγαλέμπορος.

Το πιο επιτυχημένο ευρωπαϊκό κράτος του 18ου αιώνα, η Βρετανία, όφειλε καθαρά την δύναμή της στην οικονομική  της πρόοδο[xv].

Επίσης σε ιδεολογικό επίπεδο ο  Διαφωτισμός ήταν επαναστατική ιδεολογία, με κεντρικό πυρήνα την κυριαρχία της ατομικής ελευθερίας

Οι μεγαλύτεροι υπέρμαχοι του Διαφωτισμού ήταν οι πιο προοδευτικές οικονομικά τάξεις[xvi].

Τα δύο μεγάλα κέντρα της ιδεολογίας του Διαφωτισμού ήταν τα κέντρα της δυτικής επανάστασης , η Γαλλία και η Αγγλία.

Η διαφώτιση προϋπέθετε την κατάργηση την κατάργηση της επικρατούσας κοινωνικής και πολιτικής τάξης, παρότι οι μετριοπαθείς διαφωτιστές εναπέθεταν στις ελπίδες τους στις μοναρχίες.

Με εξαίρεση τη Βρετανία , απόλυτοι μονάρχες βασίλευαν σε όλα τα σημαντικά κράτη της ηπειρωτικής Ευρώπης.

Τον καιρό εκείνο οι ηγεμόνες υιοθετούσαν το σύνθημα του διαφωτισμού όπως στις μέρες μας οι κυβερνήσεις για παρεμφερείς λόγους υιοθετούν το σύνθημα του προγραμματισμού προσβλέποντας στο πρακτικό πλεονέκτημα πολλαπλασιασμού των εσόδων παρά σε αόριστα ιδανικά.

Οι μεσαίες και μορφωμένες τάξεις καθώς και αυτές που ενδιαφέρονταν για την πρόοδο, προσέβλεπαν συχνά στην ισχυρή κεντρική μηχανή μιας «φωτισμένης μοναρχίας» για να υλοποιήσουν τις ελπίδες τους[xvii].

Επίσης ο ηγεμόνας χρειαζόταν μια μεσαία τάξη και τις ιδέες της για να εκσυγχρονίσει τι κράτος του.

Υπήρχε μια λανθάνουσα σύγκρουση-που σύντομα θα γινόταν ανοιχτή- μεταξύ των δυνάμεων της παλιάς και της νέας αστικής κοινωνίας που δεν μπορούσε να διευθετηθεί στο πλαίσιο των υφιστάμενων πολιτικών καθεστώτων εκτός της Βρετανίας.

Έτσι τα παλαιά καθεστώτα υπόκεινταν σε πιέσεις από τρεις πλευρές.

 Από τις νέες δυνάμεις, από την αντίσταση των παλαιότερων εδραιωμένων συμφερόντων, και από τους ξένους ανταγωνιστές.

Η οικονομική πρόοδος, η ανάπτυξη των αποικιών και οι εντάσεις που προκάλεσαν οι επιχειρούμενες από την φωτισμένη δεσποτεία μεταρρυθμίσεις πολλαπλασίασαν τις αφορμές για τέτοιες συγκρούσεις στις δεκαετίες του 1770 και 1780[xviii].

Ένας τέτοιος ανταγωνισμός κυριάρχησε στην ευρωπαϊκή διεθνή σκηνή για το μεγαλύτερο μέρος του 18ου αιώνα και αποτέλεσε τον πυρήνα των γενικών πολέμων: 1689-1713, 1740-1748, 1756-1763, 1776-1783 και 1792-1815.

Κυριαρχεί η σύγκρουση Βρετανίας –Γαλλίας η οποία ήταν επίσης η πιο ισχυρή, η πιο εξέχουσα και σημαίνουσα, με μια λέξη η κλασσική αριστοκρατική απόλυτη μοναρχία.

Η Βρετανία ήταν η νικήτρια όλων των πολέμων εκτός από έναν γεγονός που δηλώνει την ανωτερότητα της νέας κοινωνικής τάξης των πραγμάτων απέναντι στην παλιά.

Η Βρετανία άντεξε και στην προσπάθεια οργάνωσης και χρηματοδότησης και διεξαγωγής με σχετική ευκολία.

Το γαλλικό βασίλειο παρότι πολυανθρωπότερο και με περισσότερες πλουτοπαραγωγικές πηγές βρήκε την προσπάθεια υπερβολικά μεγάλη.

Μετά την ήττα στον επταετή πόλεμο (1756-1763) η εξέγερση των αμερικάνικων αποικιών του έδωσε την ευκαιρία να ανακτήσει το κύρος του έναντι της Βρετανίας – που έχασε το πιο σημαντικό μέρος της αμερικάνικης αυτοκρατορίας-αλλά με υπερβολικά μεγάλο κόστος που οδήγησε σε εσωτερική πολιτική κρίση από την οποία ξεπήδησε η Επανάσταση.

Η διττή επανάσταση έκανε την ευρωπαϊκή επέκταση ακάθεκτη, μολονότι θα πρόσφερε επίσης στον μη ευρωπαϊκό κόσμο τις συνθήκες και τον εξοπλισμό για την εν καιρώ αντεπίθεσή του.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’ -Η ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΉ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Ο   συγγραφές εξετάζει πρώτα την βιομηχανική επανάσταση α. γιατί ξέσπασε πρώτα από την κατάληψη της Βαστίλης και β. γιατί μόνο έτσι μπορούμε να καταλάβουμε την διαδικασία που είχε πρωτοφανή και καίρια αποτελέσματα για την Ευρωπαϊκή και την παγκόσμια οικονομία και κοινωνία.

Ορίζοντας ο συγγραφέας τι σημαίνει η φράση η «Βιομηχανική Επανάσταση ,ξέσπασε, επισημαίνει ότι στη δεκαετία του 1780 , για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία , λύθηκαν τα δεσμά της παραγωγικής δύναμης των ανθρωπίνων κοινωνιών, που στο εξής μπόρεσαν να πετύχουν τον συνεχή, ταχύ και απεριόριστο πολλαπλασιασμό ανθρώπων , αγαθών και υπηρεσιών.

Χαρακτηρίζεται από έναν απότομο ποιοτικό και ριζικό μετασχηματισμό που πραγματοποιήθηκε γύρω στη δεκαετία του 1780 και που επέβαλε μια ουσιαστικά βιομηχανική οικονομία, ικανή να παράγει, σε γενικές γραμμές οτιδήποτε ήθελε στο πλαίσιο των υφιστάμενων τεχνικών μεθόδων, δηλαδή μια ώριμη βιομηχανική οικονομία.

Η βιομηχανική Επανάσταση εγκαινιάστηκε από τη Βρετανία και αυτό δεν ήταν συμπωματικό.

Και σε άλλες χώρες υπήρχε άφθονη βιομηχανική και εμπορική ανάπτυξη.

Επίσης η πρόοδος της Βρετανίας δεν οφειλόταν σε επιστημονική και τεχνολογική υπεροχή –την πρωτοκαθεδρία την είχε μάλλον η Γαλλία.

Οι τεχνικές εφευρέσεις  ήταν υπερβολικά απλοϊκές.

Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι στη Βρετανία υπήρχαν εμφανώς οι κατάλληλες συνθήκες όπου είχε περάσει ένας αιώνας από την δίκη και εκτέλεση του βασιλιά από τον λαό και από τότε που το ιδιωτικό κέρδος και η οικονομική ανάπτυξη είχαν θεωρηθεί ως ύψιστοι στόχοι της κυβερνητικής πολιτικής.

Ουσιαστικό ζήτημα ήταν η επαναστατική βρετανική λύση στο αγροτικό πρόβλημα με κυρίαρχο τον «Νόμο περί περιφράξεων» («Enclosure Acts» 1760-1830) που εξάλειψαν τα τελευταία απομεινάρια της παλαιάς συλλογικής οικονομίας του χωριού.

Επίσης οι μεταβολές στη γεωργία εξασφάλισαν:

  1. i. Αύξηση της παραγωγής και της παραγωγικότητας που επέτρεπε την συντήρηση ενός ολοένα μεγαλύτερου μη αγροτικού πληθυσμού
  2. ii. Απελευθέρωση πληθυσμού από τον πρωτογενή τομέα και επομένως φθηνά εργατικά χέρια για την αναπτυσσόμενη βιομηχανία

iii. Προσέφερε επίσης μηχανισμό συσσώρευσης κεφαλαίου που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στους πιο σύγχρονους τομείς της οικονομίας.

Η πολιτική ήταν ήδη προσανατολισμένη προς την κερδοσκοπία και το μόνο που χρειαζόταν κάποιος για να γίνει δεκτός στην ηγετική τάξη ήταν το χρήμα.

Με δεδομένα τα κύρια κοινωνικά θεμέλια που είχαν τεθεί στην Αγγλία του τέλους του 18ου αιώνα , οι επιχειρηματίες χρειάζονταν δυο πράγματα:

  1. Μια βιομηχανία που αντάμειβε ήδη πλουσιοπάροχα τον βιομήχανο ο οποίος θα μπορούσε να αυξήσει την παραγωγή του όταν χρειαζόταν με φτηνές και απλές καινοτομίες και
  2. Μια παγκόσμια αγορά την οποία θα μονοπωλούσε ένα μόνο παραγωγικό έθνος.

Το ζήτημα όμως είναι πως παρά το γεγονός ότι η Βρετανία δεν είχε τέτοια πλεονεκτήματα διέθετε μια οικονομία αρκετά ισχυρή και μια πολιτεία αρκετά επιθετική ώστε να μπορεί να κατακτά τις αγορές των ανταγωνιστών της.

Έτσι οι πόλεμοι των ετών 1793-1815, στην ουσία εξάλειψαν όλους τους ανταγωνιστές από το μη ευρωπαϊκό χώρο, ίσως εκτός των ΗΠΑ.

Η Βρετανία διέθετε μια βιομηχανία που προσφερόταν για πρωτοπόρο βιομηχανική επανάσταση καθώς και μια ευνοϊκή οικονομική συγκυρία που ήταν η βαμβακοβιομηχανία που αναπτύχθηκε ως παραπροϊόν του υπερπόντιου εμπορίου και η αποικιοκρατική εξάπλωση.

Το αποικιακό εμπόριο ήταν αυτό που είχε δημιουργήσει τη βαμβακοβιομηχανία και εξακολουθούσε να την συντηρεί, με παράλληλη ανάπτυξη του δουλεμπορίου.

 Δουλεία και βαμβάκι συμπορεύονταν[xix].

Από την άλλη η ώθηση την οποία έδωσε το αποικιακό εμπόριο στην βαμβακοβιομηχανία ενθάρρυνε τους επιχειρηματίες να υιοθετήσουν τις απαραίτητες για την αντιμετώπιση της γρήγορης και κυρίως αστάθμητης ανάπτυξης, επαναστατικές τεχνικές.

Ανάμεσα στα 1750 και 1769 οι βρετανικές εξαγωγές βαμβακιού υπερδεκαπλασιάστηκαν.

Επίσης τα βαμβακερά της Βιομηχανικής Επανάστασης για πρώτη φορά ανάτρεψαν την σχέση σύμφωνα με την οποία οι εισαγωγές από την Ανατολή ήταν πάντα περισσότερες από τις εξαγωγές[xx].

Επίσης  το βαμβάκι πρόσφερε και άλλες συνθήκες που θα επέτρεπαν την ανάπτυξη αυτή.

Η ανάπτυξη της βιομηχανίας, μπορούσε να χρηματοδοτείται εύκολα από τα τρέχοντα κέρδη, διότι οι τεράστιες  κατακτήσεις στις αγορές, σε συνδυασμό με έναν σταθερό πληθωρισμό τιμών, προσέφεραν αφάνταστου ύψους ποσοστά κέρδους.

Η βαμβακοβιομηχανία όμως είχε και άλλα πλεονεκτήματα.

Όλη η πρώτη ύλη προερχόταν από το εξωτερικό, και η βαμβακοπαραγωγή μπορούσε να αναπτύσσεται περισσότερο με τις αποτελεσματικές διαδικασίες στους λευκούς στις αποικίες-δουλεία και νέες εκτάσεις για βαμβακοκαλλιέργεια- παρά με τις αργές διαδικασίες της ευρωπαϊκής γεωργίας.

Επιπλέον στα κρίσιμα στάδια της επεξεργασίας του βαμβακιού -ιδίως στην κλώση- υπήρχε έλλειψη φτηνών και αποδοτικών εργατικών χεριών, κι αυτό προώθησε την αυτοματοποίηση.

Μια γενιά μετά την κλώση αυτοματοποιήθηκε και η υφαντική.

Επομένως η παραδοσιακή άποψη που συνδέει την ιστορία της βρετανικής βιομηχανικής επανάστασης κατά κύριο λόγο με το βαμβάκι είναι  ορθή[xxi].

Μόνο η γεωργία είχε ανάλογη δύναμη , που όμως παράκμαζε εμφανώς.

Η πρόοδος της κάθε άλλο παρά ομαλή ήταν , και στη δεκαετία του 1840 εμφάνισε μεγάλα προβλήματα ανάπτυξης .

Αυτή η πρώτη κρίση της βιομηχανικής καπιταλιστικής οικονομίας δεν ήταν καθαρά βρετανικό φαινόμενο και οι σοβαρότερες συνέπειες της κρίσης ήταν κοινωνικές:  η μετάβαση στη νέα οικονομία προκάλεσε αθλιότητα και δυσαρέσκεια , την πρώτη ύλη της κοινωνικής επανάστασης. Έτσι έχουμε τις επαναστάσεις του 1848 στην ηπειρωτική Ευρώπη και το μεγάλο κίνημα των Χαρτιστών στη Βρετανία[xxii].

Επίσης φαίνεται ότι υπήρχαν ορισμένα ενδογενή μειονεκτήματα της οικονομικής διεργασίας που απειλούσαν τη  θεμελιώδη την κινητήρια δύναμη, δηλαδή το κέρδος.

Τα τρία πιο προφανή μειονεκτήματα ήταν: i. ο εμπορικός κύκλος  της οικονομικής άνθησης και της οικονομικής κρίσης, ii. η πτωτική τάση του συντελεστή κέρδους και iii. η έλλειψη επικερδών επενδυτικών ευκαιριών.

Ως τη δεκαετία του 1830 , αναγνώριζε κανείς γενικά ότι υπήρχαν περιοδικά φαινόμενα κατά τακτά διαστήματα, τουλάχιστον στον τομέα του εμπορίου και των χρηματοδοτήσεων.

Επίσης θα πρέπει να αναφερθούμε στους «Νόμους περί σιτηρών» οι οποίοι σύμφωνα με τους βαμβακοβιομήχανους  κρατούσαν τεχνητά υψηλό το κόστος ζωής  από το μονοπώλιο των γαιοκτητικών  συμφερόντων που εμπόδιζαν και την ουσιαστική ανάπτυξη των βρετανικών εξαγωγών, ενώ η κατάσταση επιδεινωνόταν από τους υψηλούς προστατευτικούς δασμούς  που το κοινοβούλιο γαιοκτημόνων έθετε.

Ο επιχειρηματικός  κόσμος του Manchester έγινε το κέντρο μιας μαχητικής αντίδρασης ενάντια στους γαιοκτήμονες  γενικά και τους «Νόμους περί σιτηρών» ειδικότερα και ο άξονας του Συνδέσμου κατά των Νόμων περί σιτηρών το 1836-38.

Οι νόμοι δεν καταργήθηκαν παρά το 1846, ενώ η κατάργησή τους δεν οδήγησε αμέσως σε πτώση του κόστους ζωής.

Η βιομηχανία πιεζόταν πάρα πολύ να προχωρήσει σε αυτοματισμούς , έτσι ώστε να αντισταθμίσει τη μείωση των περιθωρίων κέρδους με τα πολλά μικρά κέρδη ανά μονάδα .

Η επιτυχία της είχε διακυμάνσεις.

Επίσης θα πρέπει να προσθέσουμε την αναφορά του στο γεγονός ότι καμιά οικονομία δεν μπορεί να αναπτυχθεί πέρα από ένα ορισμένο σημείο πριν αποκτήσει επαρκή ικανότητα παραγωγής κεφαλαιουχικών αγαθών.

Η αγορά για τέτοια είδη-όπως οι σιδηρόδρομοι- δεν υπάρχει αρχικά αλλά δημιουργείται στην πορεία μιας βιομηχανικής επανάστασης[xxiii].

Τα μειονεκτήματα αυτά ίσχυαν ιδιαίτερα για τη μεταλλουργία, κυρίως του σιδήρου στην παραγωγή του οποίου είχε αυξηθεί κατά τη δεκαετία του 1780 χάρη σε μερικές απλές καινοτομίες, όπως η κάμινος αναδεύσεως και η ελασματοποίηση.

Ωστόσο η ζήτηση για μη στρατιωτικούς σκοπούς ήταν περιορισμένη , ενώ η ζήτηση για το στρατό, μολονότι ικανοποιητικά μεγάλη λογω μιας σειράς  πολέμων μεταξύ 1756 και του 1815 σημείωσε απότομη κάμψη μετά το Βατερλό.

Σίγουρα δεν ήταν μεγάλη για να κάνει την Βρετανία μείζονα σιδηροπαραγωγό χώρα.

Τα μειονεκτήματα αυτά ίσχυαν λιγότερο για τα ορυχεία, που ήταν κυρίως ορυχεία άνθρακα ο οποίος εκτός των άλλων ήταν και σημαντική μορφή οικιακού καυσίμου.

Η ανάπτυξη των πόλεων και ιδίως του Λονδίνου , έδωσε ώθηση στη γρήγορη ανάπτυξη των ανθρακωρυχείων  από τα τέλη ήδη του 16ου αιώνα.

Η τεράστια αυτή βιομηχανία ,μολονότι δεν αναπτυσσόταν αρκετά γρήγορα ώστε να προκαλέσει μια πραγματικά μαζική εκβιομηχάνιση σημερινού τύπου ,ήταν ωστόσο αρκετά μεγάλη για να δώσει κίνητρο στη βασική εφεύρεση που έμελλε να μετασχηματίσει τις βιομηχανίες κεφαλαιουχικών αγαθών δηλαδή το σιδηρόδρομο.

Στην πραγματικότητα τα μεγάλα έξοδα που συνεπαγόταν ο σιδηρόδρομος ήταν και το κύριο πλεονέκτημά του δεδομένης  της τοποθέτηση κεφαλαίων που ήταν επισφαλή σε άλλες επενδύσεις όπως τα εξωτερικά δάνεια.- νοτιοαμερικάνικα ,ελληνικά  του 1824- και τα οποία  αναζητούσαν μια λιγότερο απογοητευτική διέξοδο.

Έτσι έχουμε πραγματικός χείμαρρο επενδύσεων κεφαλαίου που τοποθετήθηκε  σε αυτούς, ιδίως στα μέσα της δεκαετίας του 1840.

Ήταν μια ευτυχής συγκυρία, διότι οι σιδηρόδρομοι έλυσαν σχεδόν όλα τα προβλήματα της οικονομικής ανάπτυξης μονομιάς[xxiv].

Η τεράστια αύξηση της παραγωγής επιτεύχθηκε με τη γενική υιοθέτηση μεθόδων οι οποίες δοκιμάστηκαν για πρώτη φορά στις αρχές του 18ου αιώνα με την ορθολογική οργάνωση της παραγωγής και με την επέκταση των καλλιεργημένων εκτάσεων.

Όλα αυτά επιτεύχθηκαν με κοινωνικό μάλλον παρά με τεχνολογικό μετασχηματισμό[xxv].

Οι «Νόμοι περί σιτηρών»  ήταν ουσιαστικά μια καταδικασμένη ενέργεια οπισθοχώρησης

στην τελική εισαγωγή του καπιταλισμού στην ύπαιθρο.

Τελικά ηττήθηκαν από το κύμα της ριζοσπαστικής προόδου της μεσαίας τάξης μετά το 1830, το «Νόμο περί πτωχών» του 1834 και την κατάργηση των «Νόμων περί σιτηρών» το 1836[xxvi].

Αναφορικά με το ζήτημα της εξεύρεσης των κατάλληλων ειδικοτήτων των εργατών μπορούμε να πούμε ότι η αργή εκβιομηχάνιση της Βρετανίας κατά την διάρκεια των αιώνων πριν το 1789 είχε δημιουργήσει αρκετά μεγάλο απόθεμα κατάλληλων ειδικοτήτων, τόσο στην τεχνική της υφαντουργίας όσο και στην επεξεργασία μετάλλων.

Επίσης έχουμε και την Ιρλανδική μετανάστευση 1,5 εκ. ατόμων και το  λιμό του 1835-180.

Η βρετανική εκβιομηχάνιση στηρίχθηκε πράγματι σε αυτή τη μη προγραμματισμένη προσφορά ειδικοτήτων, γεγονός που δεν μπορούσε να συμβεί στην ηπειρωτική Ευρώπη.

Τα προβλήματα προσφοράς κεφαλαίου ήταν ασήμαντα.

Αντίθετα με όσα συνέβαιναν στην ηπειρωτική Ευρώπη στη Βρετανία δεν υπήρχε έλλειψη κεφαλαίου για άμεσες επενδύσεις[xxvii].

Η κυβερνητική πολιτική ήδη στα τέλη  του 18ο αιώνα ήταν σταθερά προσανατολισμένη  υπέρ της κυριαρχίας των επιχειρήσεων εν γένει.

Ο τρόπος  με τον οποίο δημιουργήθηκε η πρώτη σημαντική βιομηχανική οικονομία ήταν μάλλον τυχαίος και απρογραμμάτιστος.

Η Βρετανία εκείνης της περιόδου ήταν το «εργαστήρι του κόσμου», με ισχυρό εμπόριο,

υψηλές καταναλώσεις πρώτων υλών, υψηλές επενδύσεις συνολικού κεφαλαίου υψηλότερες από αυτές των ανταγωνιστών της Γαλλίας και Η.Π.Α.

Η βιομηχανική επανάσταση που ξεκίνησε από εμπόρους και επιχειρηματίες στα Βρετανικά νησιά άρχιζε να μετασχηματίζει τον κόσμο.

Τίποτα δεν θα στεκόταν εμπόδιο στο δρόμο της.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’ -H ΓΑΛΛΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Ενώ η οικονομία του κόσμου, τον 19ο αιώνα , δημιουργήθηκε κατά κύριο λόγο με την επίδραση της βρετανικής Βιομηχανικής Επανάστασης, η πολιτική και η ιδεολογία του διαμορφώθηκαν κυρίως με την επίδραση της Γαλλικής Επανάστασης.

Η Γαλλία δημιούργησε τις επαναστάσεις και του έδωσε τις ιδέες του[xxviii].

Η Γαλλία έδωσε το λεξιλόγιο και τα βασικά θέματα της φιλελεύθερης και ριζοσπαστικής-δημοκρατικής πολιτικής στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου.

Την έννοια και το λεξιλόγιο του εθνικισμού, τους νομικούς κώδικες, το πρότυπο της τεχνικής και επιστημονικής οργάνωσης , το μετρικό σύστημα στις περισσότερες χώρες.

Η ιδεολογία του σύγχρονου κόσμου διαπέρασε για πρώτη φορά, μέσω της γαλλικής επίδρασης, τους αρχαίους πολιτισμούς που ως τότε είχαν αντισταθεί στις ευρωπαϊκές ιδέες.

Η κρίση των παλαιών καθεστώτων δεν αποτελούσε καθαρά γαλλικό φαινόμενο ούτε η Γαλλική Επανάσταση ένα μεμονωμένο φαινόμενο ,αλλά ήταν πολύ πιο ουσιαστική από κάθε άλλη σύγχρονή της με πολύ πιο σοβαρές συνέπειες[xxix].

Η Γαλλική επανάσταση ξεχωρίζει διότι:

1.Πραγματοποιήθηκε στην ισχυρότερη και μεγαλύτερη πληθυσμιακά χώρα της Ευρώπης.

2.Ήταν η μόνη από όλες τις προηγούμενες ή τις μετέπειτα επαναστάσεις που είχε χαρακτήρα μαζικής κοινωνικής επανάστασης , και ήταν απείρως πιο ριζοσπαστική από κάθε άλλη ανάλογη αναταραχή.

3.Η γαλλική επανάσταση ήταν η μόνη από τις σύγχρονές της που είχε οικουμενικό χαρακτήρα[xxx].

Τα αίτιά της θα πρέπει να αναζητηθούν όχι μόνο στις γενικές συνθήκες της Ευρώπης αλλά στη συγκεκριμένη κατάσταση στην Ευρώπη.

Συγκεκριμένα, η σύγκρουση ανάμεσα στο επίσημο πλαίσιο και στα κεκτημένα συμφέροντα του παλιού καθεστώτος αφενός και στις ανερχόμενες νέες κοινωνικές δυνάμεις αφετέρου ήταν οξύτερη στη Γαλλία απ’ότι σε άλλες χώρες[xxxi].

Η απάντηση στο ερώτημα γιατί η επανάσταση ξέσπασε εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή ή γιατί ακολούθησε αυτή την καταπληκτική πορεία μπορεί να δοθεί αν εξετάσουμε τη λεγόμενη «φεουδαλική αντίδραση», που άναψε το φυτίλι για να εκραγεί η μπαρουταποθήκη της Γαλλίας.

Οι ευγενείς στην Γαλλία αποτελούνταν από 400.000 μεταξύ 23 εκατομμυρίων Γάλλων.

Η απόλυτη μοναρχία ,ενώ ήταν ακραιφνώς αριστοκρατική, ακόμη και φεουδαλική ως προς το κοινωνικό της ήθος είχε αφαιρέσει από τους ευγενείς την πολιτική ανεξαρτησία και είχε περιορίσει τους παλιούς αντιπροσωπευτικούς του θεσμούς.

Επίσης οι ευγενείς αντιμετώπιζαν καθόλου αμελητέα οικονομικά προβλήματα.

Συνεπώς ήταν φυσικό να χρησιμοποιήσουν οι ευγενείς το μόνο βασικό πλεονέκτημα τους που ήταν τα αναγνωρισμένα προνόμια της τάξης τους.

Έτσι  αφενός ανταγωνίζονταν με επιτυχία τη μεσαία τάξη στην πλήρωση των κρατικών θέσεων και υπονόμευαν το ίδιο το κράτος εκδηλώνοντας την τάση τους ολοένα και περισσότερο να αναλάβουν αυτοί την περιφερειακή και κεντρική διοίκηση.

Επίσης εκμεταλλεύονταν στο έπακρο τα φεουδαλικά τους δικαιώματα για να αποσπάσουν χρήματα (ή και σπανιότερα υπηρεσίες) από την αγροτική τάξη[xxxii].

Δηλαδή οι ευγενείς εξερέθιζαν όχι μόνο την μεσαία τάξη αλλά και τους αγρότες των οποίων η θέση ήταν δυσχερής και είχε επιδεινωθεί την τελευταία εικοσαετία πριν την Επανάσταση.

Επίσης η νίκη κατά της Αγγλίας στον Αμερικάνικο Πόλεμο της Ανεξαρτησίας ήταν η χρεοκοπία, αφού τα χρέη γονάτισαν την μοναρχία.

Η αριστοκρατία και τα δικαστικά συμβούλια εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία που προσέφερε η κυβερνητική κρίση. Αρνούνταν να πληρώσουν και αξίωναν επέκταση των προνομίων τους.

Το πρώτο ρήγμα στο μέτωπο του απολυταρχισμού ήταν μια επαναστατική «συνέλευση ευγενών» που συγκλήθηκε το 1787 ενώ το δεύτερο και αποφασιστικό  ρήγμα ήταν η απεγνωσμένη απόφαση σύγκλησης της Γενικής Συνέλευσης των Τάξεων-της παλιάς φεουδαλικής συνέλευσης του κράτους- που είχε ξεχαστεί από το 1614.

Έτσι η Επανάσταση άρχισε ως απόπειρα της αριστοκρατίας να ανακαταλάβει το κράτος.

Η απόπειρά τους οδηγήθηκε σε αποτυχία για δύο λόγους:

1.Υποτίμησε τις ανεξάρτητες προθέσεις της τρίτης τάξης που ήταν ανομοιογενής αλλά κυριαρχούσε η μεσαία τάξη

2.Παρέβλεψε την βαθιά οικονομική και κοινωνική κρίση.

Εκείνο που έδωσε στο επαναστατικό κίνημα πραγματική ενότητα ήταν η εκπληκτική σύγκλιση ιδεών στους κόλπους μιας κοινωνικής ομάδας.

Η ομάδα αυτή ήταν η αστική τάξη[xxxiii].Οι αξιώσεις της αστικής τάξης του 1789 διατυπώνονται στην περίφημη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη κατά το ίδιο έτος, σύμφωνα με την οποία «οι άνθρωποι γεννιούνται και ζουν ελεύθεροι και ίσοι απέναντι στους νόμους».

Η αβασίλευτη δημοκρατία δεν ήταν ο αρχικός στόχος των αστών –αν και μερικοί το υποστήριξαν, και ένα τέτοιο καθεστώς θα εξέφραζε  όχι τα ταξικά συμφέροντα αλλά την γενική επιθυμία του λαού που συνταυτιζόταν με το «γαλλικό έθνος», και αυτό είχε ιδιαίτερη σημασία.

Επίσης οι αστοί του 1789 έδωσαν στον εθνικισμό την πρώτη του επίσημη έκφραση.

Ο «λαός» ως έννοια ταυτόσημη με το «έθνος» ήταν επαναστατική σύλληψη, πιο επαναστατική από το αστικοφιλελεύθερο πρόγραμμα που φιλοδοξούσε να εκφράσει.

Ήταν όμως έννοια διφορούμενη.

Την Τρίτη τάξη την αντιπροσώπευαν 610 άτομα στην πλειοψηφία τους αστοί, και οι περισσότεροι απ’ αυτούς δικηγόροι που έπαιζαν σημαντικό οικονομικό ρόλο στην επαρχιακή Γαλλία, ενώ περίπου εκατό ήταν κεφαλαιούχοι και επιχειρηματίες.

Είχε καταφέρει να επιτύχει μια αντιπροσώπευση τόσο ευρεία όσο των ευγενών και του κλήρου μαζί ενώ τώρα πάλευε να επιτύχει τη μεταβολή της Γενικής Συνέλευσης σε συνέλευση μεμονωμένων αντιπροσώπων που ψήφιζαν ως άτομα., αντί του παραδοσιακού φεουδαρχικού σώματος που ψηφίζει κατά κοινωνικές ομάδες.

Έτσι έξη εβδομάδες περίπου μετά την έναρξη των εργασιών της Γενικής Συνέλευσης, οι λαϊκοί αντιπρόσωποι , θέλοντας να προκαταλάβουν τυχόν ενέργειες του βασιλιά, των ευγενών και του κλήρου ,ενώθηκαν με όσους ήταν πρόθυμοι να δεχθούν τους όρους τους και αυτοανακηρύχθηκαν «Εθνοσυνέλευση» με συντακτική δικαιοδοσία.

Μια απόπειρα αντεπανάστασης τους οδήγησε στη διατύπωση των διεκδικήσεων τους.

 Η εποχή του απολυταρχισμού είχε φτάσει στο τέλος της.

Η Τρίτη τάξη κατόρθωσε να επικρατήσει γιατί εκπροσωπούσε πολύ πιο ισχυρές δυνάμεις δηλαδή τους φτωχούς εργαζομένους  των πόλεων-ιδίως του Παρισιού- και την ,σε λίγο επαναστατημένη αγροτιά.

Δηλαδή πίσω από τους αντιπροσώπους της Τρίτης Τάξης στεκόταν ένας λαός που είχε εξεγερθεί.

Η αντεπανάσταση –ο Λουδοβίκος ο Ις’ δεν θα μπορούσε να ομολογήσει ότι ηττήθηκε-

μετέβαλε την ενδεχόμενη μαζική εξέγερση σε πραγματικότητα.

Η πτώση της Βαστίλης στις 14 Ιουλίου 1789,σήμανε την πτώση του δεσποτισμού και χεραιτίστηκε από όλο τον κόσμο ως η απαρχή της απελευθέρωσης.

Η πτώση της Βαστίλης έγινε αφορμή να εξαπλωθεί η επανάσταση στις επαρχιακές πόλεις και την ύπαιθρο[xxxiv].

Μέσα σε τρεις εβδομάδες από τις 14 Ιουλίου , η κοινωνική δομή του γαλλικού αγροτικού φεουδαλισμού και ο κρατικός μηχανισμός της βασιλικής Γαλλίας είχαν κατακερματιστεί[xxxv].

Η ιδιομορφία όμως της Γαλλικής Επανάστασης είναι ότι ένα τμήμα της φιλελεύθερης μεσαίας τάξης ήταν πρόθυμο να παραμείνει «επαναστατικό» ως τα όρια της αντιαστικής επανάστασης , και μάλιστα πέρα απ’αυτά.

Το τμήμα αυτό ήταν οι Ιακωβίνοι που το όνομά τους έφτασε να ταυτίζεται παντού με τη «ριζοσπαστική επανάσταση».

Οι Ιακωβίνοι είχαν περιθώρια να είναι ριζοσπαστικοί, γιατί στην εποχή τους δεν υπήρχε κοινωνική τάξη που να μπορεί να προβάλει μια διαφορετική από τη δική τους εναλλακτική κοινωνική λύση με κάποια συνοχή.

Στη Γαλλική Επανάσταση η εργατική τάξη δεν έπαιζε ακόμη σημαντικό ρόλο ενώ η αγροτική τάξη ποτέ δεν προσφέρει εναλλακτική πολιτική λύση σε κανένα.

Μόνη εναλλακτική λύση στον αστικό ριζοσπαστισμό ήταν οι άκρως δημοκρατικοί ή «Ξεβράκωτοι» ή Σανκιλότ (Sans culottes), ένα άμορφο κίνημα ,κυρίως ων φτωχών εργατών των πόλεων , μικροτεχνιτών, καταστηματαρχών, μικροεπιχειρηματιών, και αποτελούσαν την κύρια δύναμη κρούσης της Επανάστασης.

Ούτε όμως και αυτοί αποτελούσαν πραγματική εναλλακτική λύση, και οι εξελίξεις ήταν καθαρά εναντίον τους[xxxvi].

Στην περίοδο 1789-1791, οι νικητές μετριοπαθείς αστοί, μέσω της Συντακτικής πλέον Συνέλευσης , άρχισαν να υλοποιούν τη γιγαντιαία προσπάθεια ορθολογικής οργάνωσης και αναμόρφωσης της Γαλλίας που αποτελούσε άλλωστε το στόχο της.

Από οικονομική άποψη οι προοπτικές της Συντακτικής Συνέλευσης ήταν καθαρά φιλελεύθερες: πολιτική γραμμή της για την αγροτική τάξη ήταν η περίφραξη των κοινοτικών γαιών και η ενθάρρυνση των επιχειρηματιών της υπαίθρου, για την εργατική τάξη, η απαγόρευση των συνδικαλιστικών ενώσεων, για τους βιοτέχνες η κατάργηση των συντεχνιών και των σωματείων.

Η ουσιαστική ικανοποίηση που προσέφερε στο λαό ήταν περιορισμένη , με εξαίρεση από το 1790 το μέτρο για τη μεταβίβαση στην πολιτεία των εκκλησιαστικών γαιών και για την εκποίηση τους.

Το Αστικό Σύνταγμα του Κλήρου (1790), μια απόπειρα να καταργηθεί όχι η ίδια η Εκκλησία αλλά η απολυταρχική υποταγή της στη Ρώμη, οδήγησε την πλειοψηφία του κλήρου και των πιστών στην αντιπολίτευση και συνέβαλε στην απεγνωσμένη και καταστροφική προσπάθεια του βασιλιά να εγκαταλείψει τη χώρα.

Από την άλλη η ανεξέλεγκτη ελεύθερη οικονομία των μετριοπαθών επέτεινε τις διακυμάνσεις στο επίπεδο των τιμών των τροφίμων ,και συνεπώς όξυνε τη μαχητικότητα των φτωχών των πόλεων, ιδίως στο Παρίσι.

Η έκρηξη του πολέμου ώθησε τα πράγματα σε αποφασιστικές εξελίξεις , οδήγησε στη δεύτερη επανάσταση του 1792 στη Δημοκρατία των Ιακωβίνων του Έτους ΙΙ και τελικά στον Ναπολέοντα.

Δηλαδή, μετέτρεψε την ιστορία της Γαλλικής Επανάστασης σε ιστορία της Ευρώπης.

Δύο δυνάμεις  ώθησαν τη Γαλλία σε γενικό πόλεμο :η άκρα δεξιά και η μετριοπαθής αριστερά.

Από τη μια οι δυνάμεις για την ανάκτηση της Γαλλίας συσπειρώνονταν στο εξωτερικό.

Συγχρόνως οι ίδιοι οι μετριοπαθείς φιλελεύθεροι , και ιδίως αυτοί που συσπειρώνονταν γύρω από τους εκπροσώπους της εμπορικής περιφέρειας την Gironde, αποτελούσαν την φιλοπόλεμη δύναμη.

Αυτό συνέβαινε εν μέρει διότι κάθε γνήσια επανάσταση τείνει να  γίνει οικουμενική.

Επίσης όμως ο πόλεμος θα συνέβαλλε και στην επίλυση πολυάριθμων εσωτερικών προβλημάτων και κυρίως να στρέψουν τη δυσαρέσκεια που απόρρεε από τις δυσκολίες του νέου καθεστώτος προς τους εμιγκρέδες και τους ξένους.

Έτσι η πλειοψηφία της νέας Νομοθετικής Συνέλευσης με εξαίρεση μια μικρή δεξιά πτέρυγα και μια μικρή αριστερή πτέρυγα υπό τον Ροβεσπιέρο , προπαγάνδιζαν τον πόλεμο.

Έτσι όταν αυτός άρχισε , οι κατακτήσεις της επανάστασης άρχισαν να συνδυάζουν την απελευθέρωση, την εκμετάλλευση και τον πολιτικό αντιπερισπασμό.

Ο πόλεμος κηρύχτηκε το Απρίλιο του 1792.

Η ήττα που ο λαός απέδωσε (αρκετά εύλογα) σε βασιλική δολιοφθορά και σε προδοσία έφερε τη στροφή στο ριζοσπαστισμό.

Η βασιλεία ανατράπηκε (Αύγουστος –Σεπτέμβριος ).

Το κόμμα που δέσποζε στην Εθνοσυνέλευση ήταν οι Γιρονδίνοι, πολεμοχαρείς στο εξωτερικό και μετριοπαθείς στο εσωτερικό που εκπροσωπούσε τους μεγαλοεπιχειρηματίες, τους επαρχιώτες αστούς και πολλούς διανοούμενους περιωπής.

Ο πόλεμος που διεξήγαγε η Γαλλική Δημοκρατία ήταν ένας ολοκληρωτικός πόλεμος πράγμα που σήμαινε την πλήρη κινητοποίηση των πόρων του έθνους με τη στρατολόγηση, την επιβολή δελτίων τροφίμων και μια αυστηρά ελεγχόμενη πολεμική οικονομία, καθώς κα κατάργηση της διάκρισης μετά στρατιωτών και πολιτών.

Από τη σύγκρουση Γιρονδίνων και «Ορεινών» νικήθηκαν οι πρώτοι και οδηγήθηκαν τελικά σε κακά υπολογισμένες επιθέσεις κατά  της αριστεράς, που σύντομα μεταβλήθηκαν σε οργανωμένη εξέγερση της επαρχίας κατά του Παρισιού.

Ένα αιφνίδιο χτύπημα των Ξεβράκωτων την κατέπνιξε στις 2 Ιουνίου 1793.

Η ώρα της δημοκρατία των Ιακωβίνων είχε σημάνει.

Αυτή άλλωστε έρχεται στο νου όταν κάποιος σκέφτεται την Γαλλική επανάσταση, δηλαδή τα γεγονότα του 1789 και η Δημοκρατία των Ιακωβίνων του Έτους ΙΙ.

Ο Ροβεσπιέρος, ο Danton, ο Saint-Just, ο Marat, η Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας, το επαναστατικό δικαστήριο και η λαιμητόμος είναι οι εικόνες που έρχονται πιο καθαρά στο μυαλό[xxxvii].

Οι επαναστάτες, ιδίως στη Γαλλία την είδαν ως την πρώτη δημοκρατία του λαού, ως πηγή έμπνευσης όλων των μεταγενέστερων εξεγέρσεων. Για όλους ήταν μια εποχή που δεν μπορεί να μετρηθεί με ανθρώπινα μέτρα.

Αυτό που κατόρθωσε η Δημοκρατία των Ιακωβίνων ήταν να προστατευθεί η χώρα αποτελεσματικά. Τον Ιούνιο του 1793, 60 από τους 80 νομούς της Γαλλίας είχαν εξεγερθεί κατά του Παρισιού. Τα στρατεύματα των Γερμανών πριγκίπων εισέβαλαν στη Γαλλία, όπως και οι Βρετανοί. Η χώρα ήταν ανίσχυρη και χρεοκοπημένη .

Δεκατέσσερις μήνες αργότερα η χώρα ήταν υπό σταθερό έλεγχο, οι εισβολείς είχαν εκδιωχθεί, ο γαλλικός στρατός είχε καταλάβει με τη σειρά του το Βέλγιο και ετοιμαζόταν να μπει στην εικοσαετία ενός σχεδόν αδιάκοπου στρατιωτικού θριάμβου.

Το πολίτευμα ήταν μια συμμαχία τη μεσαίας τάξης με τις εργαζόμενες μάζες ,αλλά για τους Ιακωβίνους της μεσαίας τάξης οι παραχωρήσεις στους Ξεβράκωτους ήταν ανεκτές μόνο εφόσον κρατούσαν τις μάζες αφοσιωμένες στο καθεστώς , χωρίς να τρομοκρατούνται οι ιδιοκτήτες .Στους κόλπους της συμμαχίας αυτής οι Ιακωβίνοι της μεσαίας τάξης είχαν την αποφασιστική δύναμη.

Οι ίδιες οι ανάγκες του πολέμου υποχρέωναν κάθε κυβέρνηση να απαιτεί συγκεντρωτισμό και πειθαρχία  εις βάρος της ελεύθερης, τοπικής άμεσης δημοκρατίας των λεσχών και των συνοικιών ,της έκτακτης εθελοντικής πολιτοφυλακής, των ελεύθερων εκλογών και των επιχειρηματολογιών τους , στις οποίες ευδοκιμούσαν οι Ξεβράκωτοι.

Ως το 1794 η κυβέρνηση και οι πολιτικές διεργασίες είχαν αποκτήσει μονολιθικό χαρακτήρα και χειραγωγούνταν από άμεσους πράκτορες της Επιτροπής ή της Συνέλευσης., και από μια μεγάλη ομάδα Ιακωβίνων αξιωματικών και αξιωματούχων σε σύνδεση με τοπικές κομματικές οργανώσεις.

Επίσης οι οικονομικές ανάγκες του πολέμου αποξένωσαν το λαό[xxxviii].

Ως τον Απρίλιο του 1794, αριστεροί και δεξιοί είχαν οδηγηθεί στη λαιμητόμο και συνεπώς οι Ροβεσπιερικοί ήταν πολιτικά απομονωμένοι και μόνο η κρίση του πολέμου  τους διατηρούσε στην εξουσία. Όταν στο τέλος Ιουνίου του 1794, τα  στρατεύματα της Δημοκρατίας απέδειξαν τη σταθερότητα τους νικώντας τους Αυστριακούς και κυριεύοντας το Βέλγιο, το τέλος ήταν κοντά.

Στις 9 του Θερμιδόρ (27 Ιουλίου 1794), η Συνέλευση ανέτρεψε τον Ροβεσπιέρο. Την επόμενη, αυτός ο Saint-Just και ο Couthon εκτελέστηκαν, ενώ λίγες μέρες αργότερα εκτελέστηκαν και 87 μέλη της επαναστατικής παρισινής Κομμούνας.

Ο Θερμιδόρ  ήταν το τέλος της ηρωικής και αξιομνημόνευτης φάσης της επανάστασης  η ενέργεια της οποίας ήταν αρκετή για να σκορπίσει σαν άχυρα τους στρατούς των παλαιών καθεστώτων της Ευρώπης.

Το πρόβλημα που αντιμετώπισε η γαλλική μεσαία τάξη στο τελευταίο μέρος της περιόδου που χαρακτηρίζεται ως επαναστατική(1794-1799) ήταν πως θα επιτύχει πολιτική σταθερότητα και οικονομική πρόοδο με βάση το αρχικό φιλελεύθερο πρόγραμμα του 1789-91.Ποτέ δεν επέλυσε αυτό το πρόβλημα ικανοποιητικά.

Όλες  οι εναλλαγές του πολιτεύματος ως το 1870 ήταν προσπάθειες να διατηρήσουν μιαν αστική κοινωνία, αποφεύγοντας συγχρόνως τον διπλό κίνδυνο της δημοκρατίας των Ιακωβίνων και του παλαιού καθεστώτος.

Ο επαναστατικός στρατός ήταν το τρομερό παιδί της Δημοκρατίας των Ιακωβίνων, που θα μπορούσε να κάνει και δίχως το ανίσχυρο πολιτικό καθεστώς[xxxix].

Από μια μαζική εξέγερση έγινε στρατός επαγγελματιών και διατήρησε τα χαρακτηριστικά της Επανάστασης  διατηρώντας ταυτόχρονα τα γνωρίσματα του κατεστημένου συμφέροντος, που ήταν το τυπικό βοναπαρτικό μείγμα.

 Ο Ναπολέων ήταν αυτός που έδωσε στη φιλοδοξία ένα όνομα , τη στιγμή που η διττή επανάσταση είχε ανοίξει τον κόσμο στους φιλόδοξους.

Ο μύθος του Ναπολέοντα, όμως, φάνηκε  διαχρονικά πιο αδύναμος σε σχέση με την επανάσταση των Ιακωβίνων, το όραμα της ισότητας, της ελευθερίας και της αδελφοσύνης και το όνειρο των λαών που ξεσηκώνονταν στο όνομά τους για να αποτινάξουν την τυραννία, αφού μετά την πτώση του Ναπολέοντα  αυτός ο μύθος και όχι η ανάμνηση του Βοναπάρτη ενέπνευσε τις επαναστάσεις του 18ου αιώνα, ακόμη και στην ίδια τη Γαλλία.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’ – ΠΟΛΕΜΟΣ

Από το 1792 ως το 1815 ο πόλεμος στην Ευρώπη ήταν σχεδόν αδιάκοπος και συνδυαζόταν ή συνέπιπτε με κάποιο πόλεμο στο εξωτερικό: στις Δυτικές Ινδίες, την Ανατολική Μεσόγειο και την Ινδία στα 1790 και στις αρχές της δεκαετίας του 1800, σποραδικές ναυτικές επιχειρή­σεις στο εξωτερικό μετά το 1800, στις  ΗΠΑ το 1812-14. Οι συνέπειες μιας νίκης ή μιας ήττας στους πολέμους αυτούς ήταν σημαντικές, γιατί άλλαζαν το χάρτη του κόσμου. Πρέπει συνεπώς να τους εξετά­σουμε πρώτους, θα πρέπει όμως να εξετάσουμε επίσης κι ένα λιγότερο απτό πρόβλημα. Ποιες ήταν οι συνέπειες της ίδιας της πολεμικής διερ­γασίας, της στρατιωτικής κινητοποίησης και των επιχειρήσεων, ποια πολιτικά και οικονομικά μέτρα αυτές συνεπάγονταν.

Στη διάρκεια αυτής της εικοσαετίας συγκρούστηκαν μεταξύ τους δύο πολύ διαφορετικές κατηγορίες εμπολέμων, δηλαδή, κράτη και συστήματα. Η Γαλλία ως κράτος, με τα συμφέροντα και τις φιλοδοξίες της, αντιμε­τώπιζε -ή ήταν σε συμμαχία με- άλλα κράτη του ίδιου τύπου. Από την άλλη μεριά, η Γαλλία ως Επανάσταση έκανε έκκληση στους λαούς της γης να ανατρέψουν την τυραννία και να ασπασθούν την ελευθερία, και οι δυνάμεις της συντήρησης και της αντίδρασης την αντιστρατεύονταν. Αναμφίβολα, μετά τα πρώτα κοσμογονικά χρόνια του επαναστα­τικού πολέμου, μειώθηκε η διαφορά μεταξύ αυτών των δυο τύπων δια­μάχης. Προς το τέλος της ναπολεόντειας ηγεμονίας, το στοιχείο της αυτοκρατορικής κατάκτησης και εκμετάλλευσης είχε επικρατήσει έναντι του στοιχείου της απελευθέρωσης, όποτε τα γαλλικά στρατεύ­ματα νικούσαν, καταλάμβαναν ή προσαρτούσαν κάποια χώρα· έτσι οι εχθροπραξίες σε παγκόσμια κλίμακα συνδυάζονταν πολύ λιγότερο με εμφύλιο πόλεμο, είτε σε διεθνή κλίμακα είτε στο εσωτερικό, της κάθε χωράς. Αντιστρόφως, οι αντεπαναστατικές δυνάμεις αποδέχονταν τον αμετάκλητο χαρακτήρα πολλών από τα επιτεύγματα της Επανάστα­σης στη Γαλλία και, συνεπώς, ήταν πρόθυμες να διαπραγματευθούν (με ορισμένες επιφυλάξεις) όρους ειρήνης, όπως συμβαίνει ανάμεσα σε δυνάμεις με ομαλή λειτουργία και όχι ανάμεσα σε δυνάμεις του φωτός και του σκότους. Μέσα σε λίγες εβδομάδες μετά την πρώτη ήττα του Ναπολέοντα ήταν ακόμη και πρόθυμες να δεχτούν ξανά τη Γαλλία ως ισότιμο παίκτη στο παραδοσιακό παιχνίδι των συμμαχιών, των αντισυμμαχιών, της μπλόφας, της απειλής και του πολέμου, όπου η διπλω­ματία ρύθμιζε τις σχέσεις μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων. Ωστόσο, διατηρήθηκε η διττή φύση των πολέμων, ως σύγκρουση δηλαδή μεταξύ κρατών και μεταξύ κοινωνικών συστημάτων. Από κοινωνική άποψη, οι εμπόλεμοι ήταν πολύ άνισα χωρισμένοι. Εκτός από την ίδια τη Γαλλία, υπήρχε ένα μόνο σημαντικό κράτος στο οποίο η επαναστατική του προέλευση και η προσήλωση του στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δημιουργούσε κάποια ιδεο­λογική συμπάθεια για τη Γαλλία και αυτές ήταν οι ΗΠΑ[xl]. Στις άλλες συγκρούσεις οι ιδεολογικοί σύμμαχοι της Γαλλίας ήταν κόμματα και ιδεολογικά ρεύματα μάλλον παρά κράτη στο σύνολο τους[xli].

Σοβαρό πολιτικό φιλοϊακωβινικό ή φιλογαλλικό αίσθημα υπήρχε κυρίως σε ορισμένες περιοχές κοντά στη Γαλλία, όπου οι κοινωνικές συνθήκες ήταν ανάλογες ή υπήρχαν μόνιμες πολιτιστικές επαφές (Κάτω Χώρες, Ρηνανία, Ελβετία[xlii] και Σαβοΐα), στην Ιταλία[xliii] και, για κάπως διαφορετικούς λόγους, στην Ιρλανδία[xliv] και την Πολωνία[xlv].

Στο εξωτερικό, ο Ιακωβινισμός έκανε την άμεση ιδεολογική του έκκληση στις μορφωμένες και τις μεσαίες τάξεις συνεπώς η πολιτική του δύναμη, , εξαρτιόταν από την ετοιμότητα και την προθυμία τους να τη χρησιμοποιήσουν[xlvi].

.Σε γενικές συνεπώς γραμμές, η στρατιωτική αξία του ξένου φιλοϊακωβινισμού ήταν κατά κύριο λόγο η βοήθεια που πρόσφερε στη γαλλική κατάκτηση, καθώς και μια πηγή πολιτικά εμπίστων διοικητών στις κατακτημένες περιοχές. Πράγματι, οι περιοχές που διέθεταν ισχυρό Ιακωβινισμό μετατρέπονταν συχνά σε δημοκρατίες-δορυφόρους και έπειτα, εφόσον αυτό εξυπηρετούσε, τις προσαρτούσε  η Γαλλία[xlvii].

Ο ξένος Ιακωβινισμός είχε κάποια στρατιωτική σημασία, και οι αλ­λοδαποί Ιακωβίνοι μέσα στη Γαλλία έπαιζαν ουσιαστικό ρόλο στη δια­μόρφωση της στρατηγικής της Δημοκρατίας, όπως κυρίως η ομάδα Saliceti, που άλλωστε ευθύνεται αρκετά για την άνοδο του Ιταλού Ναπολέοντα Βοναπάρτη στον γαλλικό στρατό, καθώς και για τις μετέπειτα επιτυχίες του στην Ιταλία. Δεν θα μπορούσαμε  όμως  να ισχυριστούμε ότι η επιρροή της ομάδας αυτής, ή των Ιακωβίνων γενι­κότερα, είχε αποφασιστική σημασία[xlviii].

Αν όμως οι Γάλλοι είχαν την υποστήριξη των επαναστατικών δυνά­μεων στο εξωτερικό, το ίδιο συνέβαινε και με τους πολέμιους τους. Γιατί δεν μπορεί να παραβλέψει κανείς το κοινωνικοεπαναστατικό στοι­χείο των αυθόρμητων κινημάτων λαϊκής αντίστασης ενάντια στη γαλ­λική κατάκτηση, παρόλο που οι αγρότες που πρωτοστάτησαν το εξέφρα­ζαν μέσα από μαχητικό συντηρητισμό προσκείμενο στην Εκκλησία και τον Βασιλιά. Είναι ενδεικτικό ότι η στρατιωτική τακτική που στον αιώνα μας ταυτίζεται σχεδόν απόλυτα με τους επαναστατικούς πολέμους, η τακτική του αντάρτη ή του παρτιζάνου, ήταν στα 1792-1815 σχεδόν αποκλειστικά χαρακτηριστικό της αντιγαλλικής παράταξης.

 Παραδόξως, η στρατιωτική σημασία της επαναστατικής αυτής τακτικής ήταν πιθανότατα μεγαλύτερη για τους πολέμιους των Γάλ­λων απ’ ότι ήταν για τους Γάλλους η στρατιωτική σημασία του ξένου Ιακωβινισμού. Καμιά περιοχή πέρα από τα γαλλικά σύνορα δεν διατή­ρησε φιλοϊακωβινική κυβέρνηση ούτε στιγμή μετά την ήττα ή την υπο­χώρηση των γαλλικών στρατευμάτων[xlix].

Από κοινωνική άποψη, λοιπόν, δεν είναι τόσο μεγάλη παραποίηση της αλήθειας αν πούμε ότι ο πόλεμος ήταν πόλεμος της Γαλλίας και των γειτονικών της περιοχών ενάντια στους υπόλοιπους. Αν μιλήσουμε με βάση τις παλιού τύπου σχέσεις των δυνάμεων, το σχήμα ήταν πιο πολύπλοκο. Η βασική σύγκρουση εδώ ήταν ανάμεσα στη Γαλλία και τη Βρετανία, που είχε κυριαρχήσει στις ευρωπαϊκές διεθνείς σχέσεις σχεδόν έναν ολόκληρο αιώνα. Από πλευράς Βρετανών, ο  πόλεμος ήταν σχεδόν αποκλειστικά οικονομικός[l]. Στην Ευρώπη, ο στόχος αυτός δεν προϋπέθετε εδα­φικές φιλοδοξίες, εκτός βέβαια από τον έλεγχο ορισμένων σημείων μεγάλης ναυτικής σπουδαιότητας και τη βεβαιότητα ότι τα σημεία αυτά δεν θα έπεφταν στα χέρια κρατών με αρκετή ισχύ ώστε να είναι επικίνδυνα. Ως προς τα υπόλοιπα, η Βρετανία ήταν ευχαριστημένη με κάθε διακανονισμό των πραγμάτων της ηπειρωτικής Ευρώπης που εξα­σφάλιζε ότι τα άλλα κράτη θα κρατούσαν υπό έλεγχο όλους τους δυνά­μει ανταγωνιστές της. Στο εξωτερικό, ο στόχος προϋπέθετε την ολο­σχερή καταστροφή των αποικιακών αυτοκρατοριών άλλων λαών και την προσάρτηση από τη Βρετανία σημαντικού αριθμού εδαφών[li].

. Οι περισσότερες ναυτικές δυνάμεις ήταν ανίσχυρες ή, λόγω της θέσης τους στην Ευρώπη, υπερβολικά αποκομ­μένες για να προκαλέσουν ιδιαίτερα προβλήματα στους Βρετανούς· ωστόσο, ο αγγλοαμερικανικός πόλεμος του 1812-14 ήταν το αποτέλε­σμα μιας τέτοιας σύγκρουσης.

Η γαλλική εχθρότητα για τη Βρετανία ήταν κάπως πιο πολύπλοκη, αλλά το στοιχείο εκείνο που, όπως το βρετανικό, απαιτούσε ολοκληρω­τική νίκη ενισχύθηκε πολύ από την Επανάσταση, που ανέδειξε στην εξουσία μια γαλλική αστική τάξη με φιλοδοξίες το ίδιο απεριόριστες όπως οι βρετανικές. Η νίκη ενάντια στους Βρετανούς απαιτούσε το λιγότερο την καταστροφή του βρετανικού εμπορίου από το οποίο, όπως ορθά πιστευόταν, εξαρτιόταν η Βρετανία, καθώς και μια εγγύηση ενάντια στη μελλοντική βρετανική ανάκαμψη, εγγύηση που θα πρόσφερε η οριστική καταστροφή της Αγγλίας.

Οι άλλες αντιγαλλικές δυνάμεις είχαν εμπλακεί σ’ έναν λιγότερο εξαντλητικό αγώνα. Όλες έλπιζαν να ανατρέψουν τη Γαλλική Επα­νάσταση, αλλά  όχι σε βάρος των δικών τους πολιτικών φιλοδοξιών. Η ελπίδα αυτή έπαψε σαφώς πια να είναι εφικτή μετά τα 1792-95.

Ωστόσο, ακόμη κι αν λογαριάσουμε τη διάσπαση της αντιγαλλικής πλευράς και το δυναμικό των συμμάχων από τους οποίους μπορούσαν να αντλήσουν βοήθεια οι Γάλλοι, θεωρητικά οι αντιγαλλικές συμμαχίες ήταν μονίμως πολύ ισχυρότερες από τις φιλογαλλικές, τουλάχιστον στην αρχή. Παρ’ όλα αυτά, η στρατιωτική ιστορία των πολέμων είναι η ιστορία ενός σχεδόν ασταμάτητου και εκπληκτικού γαλλικού θριάμ­βου. Ο λόγος έγκειται στην Επανάσταση. Η πολιτική της ακτινοβολία στο εξωτερικό δεν ήταν, όπως είδαμε, αποφασιστικής σημασίας. Το περισ­σότερο που μπορούμε να πούμε είναι ότι απέτρεψε τον πληθυσμό των αντιδραστικών κρατών από το να αντισταθούν στους Γάλλους που τους έφεραν την ελευθερία τους. Η λαϊκή συμμετοχή όμως επέφερε αλλαγές στην πολε­μική τέχνη των Γάλλων και τους έδωσε ανυπολόγιστη υπεροχή απέναν­τι στις στρατιές του παλιού καθεστώτος. Από τεχνική άποψη, ο παλιός στρατός ήταν καλύτερα εκπαιδευμένος και πιο πειθαρχημένος και, όπου οι. ιδιότητες αυτές ήταν αποφασιστικές, όπως π.χ. στις ναυ