462 New Articles

Κυριότερες Ειδήσεις για τον Πολιτισμό

Grid List

Γιατί η σύγχρονη Αριστερά ξαναδιαβάζει Νίκο Πουλαντζά

Πολιτισμος

Ο σοσιαλισμός ή θα είναι δημοκρατικός ή δεν θα υπάρξει». Αυτό πίστευε ο Νίκος Πουλαντζάς, ο οποίος θεωρείται σε παγκόσμιο επίπεδο ένας από τους κορυφαίους διανοητές του μαρξισμού, και για πολλούς αλλά συγκεκριμένους λόγους η σκέψη του επανέρχεται στο προσκήνιο.

Γεννήθηκε τα 1936 στην Αθήνα, ήταν μια πολυσχιδής προσωπικότητα που σκέπασε με μυστήριο η αυτοκτονία του το 1979, κι ενώ πέθανε σε ηλικία μόλις 43 ετών, πρόλαβε να φέρει επανάσταση στην κοινωνική και πολιτική επιστήμη, ενώ θεωρείται εμβληματική μορφή στον χώρο της Αριστεράς, όπως άλλωστε μαρτυρά και η λειτουργία του Ινστιτούτου πολιτικού προβληματισμού, «Νίκος Πουλαντζάς».

 
 

Ο Πουλαντζάς προσπάθησε να φανταστεί πώς η Αριστερά θα μπορούσε να υπερασπιστεί τη δημοκρατία σε μια απόσταση ταυτόχρονα από το κράτος και να πιέσει για ριζοσπαστικό μετασχηματισμό από μέσα του.

Το Dissentmagazine, ένα από τα κορυφαία περιοδικά κοινωνικού και πολιτικού προβληματισμού στην Αμερική, διόλου τυχαία έχει στην τελευταία του έκδοση αφιέρωμα σε αυτόν, τον σημαντικό Έλληνα διανοητή. Όπως διαπιστώνει μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού» σοσιαλισμού, στα τέλη του 20ου αιώνα, φάνηκε να θριαμβεύει ο καπιταλισμός και η αγορά του, ωστόσο λίγες δεκαετίες μετά, στον εικοστό πρώτο αιώνα εκδηλώνεται μια νέα απροσδόκητη αναγέννηση της σοσιαλιστικής ιδέας, στο πλαίσιο της οποίας ρηξικέλευθοι στοχαστές, όπως ο Νίκος Πουλαντζάς, αποκτούν νέα σημασία και δυναμική.

Ποια αριστερή πολιτική θα μπορούσε να κερδίσει τις εκλογές σε ένα δημοκρατικό σύστημα; Ποια θα ήταν η βάση του - με ποιο είδος συμμαχίας μεταξύ τάξεων και σε ποιες πολιτικές δυνάμεις θα απευθυνόταν; Πώς θα μπορούσε να ενεργήσει μέσα σε ένα «αστικό» πολιτικό σύστημα που οι κομμουνιστές πάντα θεωρούσαν εχθρικό; Είναι εν τέλει δυνατό να είσαι δημοκρατικός επαναστάτης;

Αυτά τα ερωτήματα απασχόλησαν και συγκεντρώνονται στο έργο του Νίκου Πουλαντζά, που πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του και συγκεκριμένα τις δεκαετίες του 1960 και του 1970 στο Παρίσι, όπου αναδείχτηκε με πρωτοφανή ταχύτητα στο πανεπιστημιακό προσωπικό. Εκεί, ο Πουλαντζάς υποστήριξε ότι η κατανόηση του καπιταλιστικού κράτους είναι κεντρική σε μια στρατηγική για τον δημοκρατικό σοσιαλισμό. Προσεγγίζοντας όσο το δυνατόν περισσότερο προς μια μαρξιστική πολιτική θεωρία, διατηρώντας τον κεντρικό ρόλο της ταξικής πάλης, προσπάθησε να συνδυάσει τις ιδέες της επαναστατικής στρατηγικής με την υπεράσπιση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ενάντια σε αυτό που ονομάζεται «αυταρχικό κρατισμό».

 

Τα πρόσφατα σημάδια της αναγέννησης της σκέψης του Πουλαντζά, συμπεριλαμβανομένης της αναδημοσίευσης πολλών βιβλίων του στα γαλλικά και στα αγγλικά, έχουν πολλά να κάνουν με το γεγονός ότι η διπλή του στρατηγική για τον δημοκρατικό σοσιαλισμό αντέχει στο καθήκον των σημερινών σοσιαλιστών: να καταλάβουν πώς να χρησιμοποιήσουν τους καπιταλιστές ως στρατηγικό όπλο, χωρίς να υποκύψουν σε μακρά ιστορία αποτυχημένων εκλογικών σχεδίων και στρατηγικών ενσωμάτωσης. Οι αγωνίες του Πουλαντζά μοιάζουν με τις τρέχουσες αγωνίες στην Αριστερά διεθνώς. Πώς η Αριστερά αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση, θέτοντας εκτός τους ολιγάρχες, αποκαθιστώντας τη χαμένη δικαιοσύνη και μεταμορφώνοντας ριζικά το κράτος;

Η κατανόηση του καπιταλιστικού κράτους

Όπως ο Μαρξ και ο Ένγκελς, και ο Πουλαντζάς πίστευε ότι ο θεμελιώδης ρόλος του κράτους είναι να υπερασπιστεί την ταξική εξουσία. Αλλά το καπιταλιστικό κράτος, υποστήριξε, το κάνει αυτό με πολύπλοκο τρόπο που είναι συγκαλυμμένο τόσο από τη φιλελεύθερη όσο και από την παραδοσιακή μαρξιστική θεωρία. Το καπιταλιστικό κράτος δεν είναι απλώς, όπως φαντάζονταν οι φιλελεύθεροι, μια πολιτική δομή που αντιπροσωπεύει την ενότητα των μεμονωμένων μελών μιας «κοινωνίας των πολιτών». Ούτε είναι, όπως στο μαρξισμό, μια έκρηξη της οικονομικής κυριαρχίας του κεφαλαίου και της εργασίας, ένα εργαλείο της κυρίαρχης τάξης. Αντίθετα, τα φιλελεύθερα ιδεώδη-η λαϊκή κυριαρχία, τα ατομικά δικαιώματα-είναι αυτά που επιτρέπουν στο καπιταλιστικό κράτος να ενεργεί προς όφελος των κυρίαρχων τάξεων. Επειδή μπορεί να αποτελέσει τον εκπρόσωπο του λαού, το καπιταλιστικό κράτος είναι ο ιδανικός διευθυντής των συμφερόντων της καπιταλιστικής τάξης. Μπορεί να οργανώσει συμβιβασμούς με τις οικονομικές τάξεις που είναι αναγκαίες για να εδραιωθεί η νομιμότητα της κοινωνικής τάξης.

Η μετατόπιση της έμφασης του Πουλαντζά από τον αγώνα ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία, τον ανάγκασε να ξανασκεφτεί τη φύση της «τάξης» και της «ταξικής πάλης». Οι τάξεις, όπως ισχυρίστηκε, γεννιούνται στην παραδοσιακή «οικονομική» αντιπαράθεση για τους μισθούς, το χρόνο και τις συνθήκες εργασίας, αλλά και πολιτικά, ανάλογα με τον τρόπο με τον οποίο οργανώνονται και ασκούν πίεση στο πολιτικό σύστημα. Ο Πουλαντζάς ισχυρίστηκε ότι η πολιτική στην καπιταλιστική κοινωνία στην πραγματικότητα «υπερπροσδιορίζει» - καθιερώνει ένα είδος σύνθετης, αντιφατικής ιεραρχίας πάνω σε άλλα είδη ταξικής πάλης. Η ίδια νομική ρύθμιση που επιτρέπει στο καπιταλιστικό κράτος να «οργανώσει» τα συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων ταυτόχρονα αποδιοργανώνει τις κυριαρχούμενες τάξεις: τα αναγνωρίζει νομικά και πολιτικά μόνο ως απομονωμένα άτομα χωρίς να αναγνωρίζει την οικονομική θέση στην οποία έχουν ταξινομημένα. Ο διαχωρισμός στο καπιταλιστικό κράτος, της πολιτικής από την οικονομία, απομονώνει την ταξική πάλη σε εργοστάσια και εργασιακούς χώρους, ενώ η πραγματική μάχη έχει ήδη αποφασιστεί στην ίδια τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος.

 
 
 

 

Με λίγα λόγια, αρνήθηκε τόσο τη φιλελεύθερη εκδοχή περί ουδετερότητας του κράτους, όσο και την αντίληψη των μαρξιστών ότι το κράτος αποτελούσε απλώς εργαλείο στα χέρια της κυρίαρχης τάξης. Για τον Πουλαντζά το κράτος αποτελούσε έκφραση των πολύπλοκων σχέσεων όλων των πολιτικοκοινωνικών δυνάμεων, ένα όργανο εξισορρόπησης των ταξικών ανταγωνισμών.

Η εργατική τάξη και οι σύμμαχοί της θα πρέπει να επιδιώξουν όχι απλώς την κατάκτηση του κράτους, αλλά και την πραγματοποίηση των ριζικών εκείνων μετασχηματισμών του κρατικού μηχανισμού που θα στοχεύουν στη δημιουργία των καταλλήλων θεσμικών προϋποθέσεων για το πέρασμα στον δημοκρατικό σοσιαλισμό. Γιατί, όπως υποστήριξε επιγραμματικά: «Ο σοσιαλισμός ή θα είναι δημοκρατικός ή δεν θα είναι σοσιαλισμός», μία θέση που τον αντιπαραθέτει με όλη την παράδοση του σοβιετικού εγχειρήματος.

Όταν ο Πουλαντζάς σημειώνει ότι ο δημοκρατικός δρόμος προς το σοσιαλισμό είναι μια «μακρά διαδικασία», αναφέρεται στο γεγονός ότι δεν πρόκειται για μια αστραπιαία κίνηση, για μια έφοδο στο κράτος, μια εκλογική ή ένοπλη νίκη, πόσω μάλλον για ένα διάταγμα. Ο σοσιαλισμός συνίσταται στο ριζικό μετασχηματισμό του συσχετισμού δυνάμεων μεταξύ τάξεων, που πρέπει να υλοποιηθεί σε διάφορους θεσμικούς κόμβους του κράτους, οι οποίοι συμπυκνώνουν αυτόν ακριβώς το συσχετισμό, συνεχείς μετασχηματισμούς στις ιδέες της κοινωνίας, στο σύνολο των ηθικών και λογικών σχημάτων με τα οποία ο κόσμος οργανώνει την καθημερινότητά του.

Το φασιστικό φαινόμενο

Καθώς ο Πουλαντζάς συζητούσε τη φύση του κράτους στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα και της δεκαετίας του '70, η μεταπολεμική μετα-ιδεολογική συναίνεση έφτασε να ανατραπεί. Αριστερά κινήματα με νέες ιδέες γεννήθηκαν παντού, ενώ ταυτόχρονα οι παραδοσιακές κοινωνικοδημοκρατικές και κομμουνιστικές συνδικαλιστικές δυνάμεις αυξήθηκαν, προφανώς βάζοντας τους στο δρόμο προς την εκλογική εξουσία. Αλλά σχεδόν παντού, τα βήματα του σοσιαλισμού προς την εξουσία απαντήθηκαν με βίαιη αντίδραση. Οι φόβοι μιας αριστερής κυβέρνησης οδήγησαν σε ένα στρατιωτικό πραξικόπημα στην Ελλάδα το 1967 και η δημοκρατικά εκλεγμένη σοσιαλιστική κυβέρνηση του Σαλβαδόρ Αλιέντε στη Χιλή συντρίφτηκε από ένα παρόμοιο - και εξίσου αμερικανικό - πραξικόπημα το 1973.

Ο Πουλαντζάς υποστήριξε ότι η στρατιωτική δικτατορία και ο νεοφιλελευθερισμός είναι μέρος ενός ενιαίου μενού επιλογών που είχαν οι καπιταλιστικές κυβερνήσεις ως απάντηση στην οικονομική και πολιτική κρίση.

Όσον αφορά το φασιστικό φαινόμενο, ο Νίκος Πουλαντζάς υποστήριξε ότι ο φασισμός είναι αποτέλεσμα βαθιάς οικονομικής και ιδεολογικής κρίσης της κυρίαρχης τάξης. Όταν κανένα τμήμα της κυρίαρχης τάξης δεν μπορεί να επιβάλει την ηγεσία του στο «συνασπισμό της εξουσίας», τότε το φασιστικό κράτος αντικαθιστά το δημοκρατικό κοινοβουλευτικό πολίτευμα, ως λύση στην κρίση της καπιταλιστικής κοινωνίας, η οποία απειλείται από την οργανωμένη εργατική τάξη. Η μικροαστική τάξη, που συνθλίβεται από τη συγκέντρωση μεγάλων καπιταλιστικών επιχειρήσεων, έρχεται να διαδραματίσει αποφασιστικό ρόλο στη διακυβέρνηση, γιατί η καπιταλιστική ανάπτυξη την έχει αναγκάσει να μεταπέσει στα εργατικά στρώματα. Τις απόψεις του αυτές τις εκφράζει κατά βάση στο βιβλίο του «Φασισμός και Δικτατορία», που κυκλοφόρησε το 1970.

Μέσα και έξω από το κράτος: Ο δημοκρατικός δρόμος προς το σοσιαλισμό

Ο Πουλαντζάς προσπάθησε να φανταστεί πως η Αριστερά θα μπορούσε ταυτόχρονα να υπερασπιστεί τη δημοκρατία αλλά να πάρει και απόσταση από το κράτος, παίρνοντας ώθηση για ριζοσπαστική μεταμόρφωση μέσα σε αυτό. Δεν πρόκειται απλώς για την είσοδο σε κρατικούς θεσμούς προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για καλό σκοπό, έγραψε ο Πουλαντζάς. Ο αγώνας πρέπει πάντα να εκφράζεται και να υποστηρίζεται στην ανάπτυξη λαϊκών κινημάτων, αμεσοδημοκρατικών οργάνων και τρόπων αυτοδιαχείρισης.

Μπορεί να διέβλεπε τον κίνδυνο του ρεφορμισμού, ωστόσο, όπως έγραψε, η ιστορία δεν μας έχει δώσει ακόμη μια επιτυχημένη εμπειρία του δημοκρατικού δρόμου προς τον σοσιαλισμό. Όμως μας έδωσε, έλεγε, μερικά αρνητικά παραδείγματα για να αποφευχθούν και κάποια λάθη για να τα αντικατοπτρίσουμε. Αλλά ένα πράγμα είναι σίγουρο: ο σοσιαλισμός ή θα είναι δημοκρατικός ή δεν θα είναι σοσιαλισμός.

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, σύμφωνα με το Dissent, ότι ο Πουλαντζάς απαντά σε πολλά από τα ερωτήματα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι δημοκράτες σοσιαλιστές. Αλλά και οι αντιφάσεις και οι αμφισημίες του, οι οποίες αντικατοπτρίζουν μια εποχή αβεβαιότητας που μοιάζει πολύ με τη δική μας, είναι ακριβώς αυτό που κάνει τον Πουλαντζά μια προκλητική πηγή σήμερα. Ακόμη και αν δεν κατάφερε να δώσει ικανοποιητικές απαντήσεις στις προκλήσεις της δεκαετίας του '70, έκανε πολλά για να τις επισημάνει.

Στόχος του σοσιαλισμού, όπως εξάλλου τονίζει, δεν είναι η επαναστατική ήττα του κεφαλαιοκρατικού κράτους, αλλά η «ριζική μεταβολή» του.

 Πηγή: https://tvxs.gr

Η Μάχη του Ρίμινι

Ιστορία

Στρατιωτική αναμέτρηση του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, κατά την οποία δοξάστηκαν τα ελληνικά όπλα. Διεξήχθη από τις 13 έως τις 21 Σεπτεμβρίου 1944 επί ιταλικού εδάφους, στο πλαίσιο της συμμαχικής Επιχείρησης Ελαία (Operation Olive). Είχε ως αντικειμενικό σκοπό τη διάσπαση της λεγόμενης «Γοτθικής Αμυντικής Γραμμής», που είχαν συμπήξει οι υποχωρούντες Γερμανοί.

Μετά την κατάληψη της Ρώμης από τα συμμαχικά στρατεύματα (4 Ιουνίου 1944), οι γερμανικές δυνάμεις που στάθμευαν στην Ιταλία συμπτύχθηκαν επί της «Γοτθικής Αμυντικής Γραμμής», που εκτεινόταν από την Πίζα έως το Ρίμινι στις ακτές της Αδριατικής. Την εκτέλεση της Επιχείρησης Ελιά ανέλαβαν η 5η Αμερικανική Στρατιά υπό τον αντιστράτηγο Μαρκ Κλαρκ στα δυτικό τομέα και η 8η Βρετανική Στρατιά υπό τον αντιστράτηγο σερ Όλιβερ Λις στον ανατολικό τομέα, ο οποίος εκτεινόταν έως την Αδριατική Θάλασσα.

Στην 8η Βρετανική Στρατιά είχε ενταχθεί η 3η Ελληνική Ορεινή Ταξιαρχία, αποτελούμενη από τρία τάγματα πεζικού, με διοικητή τον συνταγματάρχη Θρασύβουλο Τσακαλώτο (1897-1989). Η μονάδα αυτή είχε συγκροτηθεί στη Μέση Ανατολή μετά το Εαμικό στασιαστικό κίνημα της 6ης Απριλίου 1944 και αποτελείτο κυρίως από νομιμόφρονες προς την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση του Εμμανουήλ Τσουδερού, αξιωματικούς και στρατιώτες. Η Ταξιαρχία μεταφέρθηκε στο Τάραντα στις 11 Αυγούστου 1944 και από εκεί σιδηροδρομικώς στο χωριό Κατόλικα, 20 χιλιόμετρα νοτίως του Ρίμινι, όπου από τις 8 Σεπτεμβρίου ανέλαβε τον παραλιακό τομέα, ενταχθείσα αρχικά υπό τις διαταγές της 2ης Νεοζηλανδικής Μεραρχίας και στη συνέχεια υπό τη 1η Καναδική Μεραρχία. Το ίδιο βράδυ, αλλά και στις 10 Σεπτεμβρίου, βρέθηκε κάτω από εχθρικά πυρά, τα οποία απέκρουσε επιτυχώς. Την περιοχή του Ρίμινι υποστήριζαν μονάδες της 76ης Μηχανοκίνητης Στρατιάς της Βέρμαχτ, υπό τη διοίκηση του στρατηγού Τράουγκοτ Χερ.

Από τις 13 Σεπτεμβρίου η ελληνική ταξιαρχία πέρασε στην αντεπίθεση. Υποστηριζόμενη από το πυροβολικό και τα τεθωρακισμένα των συμμάχων είχε ως αντικειμενικό σκοπό την κατάληψη της πόλης του Ρίμινι. Οι Γερμανοί αμύνονταν λυσσωδώς, αλλά η ελληνική επίθεση υπήρξε θυελλώδης. Στις 15 Σεπτεμβρίου οι άνδρες του Τσακαλώτου επιτέθηκαν στο αεροδρόμιο του Ρίμινι, το οποίο κατέλαβαν μετά από τριήμερη μάχη. Ο δρόμος για το Ρίμινι ήταν ανοιχτός. Στις 4:30 μ.μ. της 20ης Σεπτεμβρίου το 2ο Τάγμα της 3ης Ορεινής Ταξιαρχίας ανέτρεψε τη γερμανική αντίσταση και τις πρωινές ώρες της 21ης Σεπτεμβρίου εισήλθε πρώτο στο Ρίμινι, όπου ύψωσε την ελληνική σημαία στο Δημαρχείο της πόλης. Ακολούθησαν ευθύς αμέσως το 1ο και το 3ο Τάγμα. Στις 7:30 π.μ. ο Δήμαρχος του Ρίμινι παρέδωσε άνευ όρων την πόλη δια πρωτοκόλλου στον διοικητή του 2ου Λόχου του 3ου Τάγματος, λοχαγό Μιχαήλ Αποστολάκη. Οι συνολικές απώλειες της ελληνικής Ταξιαρχίας στις εννιά ημέρες που διάρκεσε η Μάχη του Ρίμινι ανήλθαν σε 116 νεκρούς (10 αξιωματικοί και 106 οπλίτες) και 316 τραυματίες (23 αξιωματικοί και 293 οπλίτες).

Ο Διοικητής των Συμμαχικών Στρατευμάτων στην Ιταλία, βρετανός στρατάρχης Χάρολντ Αλεξάντερ, σε έκθεση του με τον τίτλο «Οι Σύμμαχοι Στρατοί στην Ιταλία από τις 3 Σεπτεμβρίου 1943 μέχρι τις 12 Δεκεμβρίου 1944» σημειώνει για τη δράση της 3ης Ελληνικής Ορεινής Ταξιαρχίας τα εξής:

Στις 20 Σεπτεμβρίου, έπειτα από πάλη χωρίς ελπίδα, εκκαθαρίσθηκε το Σαν Φορτουνάτο και στη διάρκεια της νύχτας οι Έλληνες, υπό τη διοίκηση της 1ης Καναδικής Μεραρχίας, εισήλθαν στο Ρίμινι. Ήμουνα ευτυχής, γιατί η επιτυχία αυτή είχε τόσο έγκαιρα λαμπρύνει τα πεπρωμένα της ηρωικής αυτής χώρας, που ήταν η μόνη μαχόμενη σύμμαχος στο πλευρό μας σε στιγμές ζοφερές και γιατί μία νέα νίκη στην Ιταλία είχε προστεθεί στη δόξα που αποκτήθηκε στα βουνά της Αλβανίας.

 

Σαν σήμερα: Πέθανε ο νομπελίστας ποιητής Γιώργος Σεφέρης - Ένας από τους σημαντικότερους ποιητές στην ιστορία της Ελλάδας

Πολιτισμος

Γράφει ο ΠΕΤΡΟΣ ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ

Πρόκειται για έναν από τους σημαντικότερους ποιητές στην ιστορία της Ελλάδας. Εκτός από το Νόμπελ Λογοτεχνίας που έλαβε το 1963, τα ποιήματά του μελοποιήθηκαν και τραγουδήθηκαν από μεγάλους καλλιτέχνες αλλά και ολόκληρο τον ελληνικό λαό. Η ζωή του Γιώργου Σεφέρη ήταν γεμάτη από εικόνες, τις οποίες αποτύπωσε στην ποίηση και τα δοκίμιά του.

Γεννήθηκε το 1900 στην Σμύρνη, και το πραγματικό του όνομα να ήταν Γιώργος Σεφεριάδης. Ξεκίνησε το σχολείο στην Σμύρνη το 1906 και το ολοκλήρωσε στην Αθήνα 12 χρόνια αργότερα. Φοίτησε στην Σορβόννη, σπουδάζοντας νομικά (ο πατέρας του ήταν δικηγόρος), από την οποία πήρε διδακτορικό το 1924. Εκεί θα έρθει σε πρώτη επαφή με την ποίηση.

Το 1926 διορίστηκε ως υπάλληλος στο υπουργείο Εξωτερικών. Από εκεί ξεκίνησε μια μεγάλη καριέρα ως διπλωμάτης, που το 1957 έφτασε στο απόγειό της, όταν και διορίστηκε πρεσβευτής της Ελλάδας στην Μεγάλη Βρετανία.

 
 

Η πρώτη του ποιητική συλλογή, εκδόθηκε το 1931, με τίτλο «Στροφή», με πολλούς να λένε ότι η συγκεκριμένη ποιητική συλλογή εγκαινίασε την καινούργια εποχή της ελληνικής ποίησης. Η καθιέρωση του ως ποιητής έγινε 4 χρόνια αργότερα, με την συλλογή «Μυθιστόρημα».

Ο Σεφέρης, δεν έγραψε μόνο ποιήματα αλλά και δοκίμια. Από την δεκαετία του ’50, η ποίηση του μεταφράστηκε και εκτιμήθηκε και εκτός Ελλάδας. Συνεπεία αυτού, ήταν η βράβευσή του με το Νόμπελ Λογοτεχνίας τον Δεκέμβριο του 1963, «για το υπέροχο λυρικό ύφος του, που είναι εμπνευσμένο από ένα βαθύ αίσθημα για το ελληνικό πολιτιστικό ιδεώδες», όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της Σουηδικής Ακαδημίας.

Στις αρχές Αυγούστου του 1971, εισέρχεται στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός και εγχειρίζεται στον δωδεκαδάκτυλο. Τα ξημερώματα της 20ης Σεπτεμβρίου, πεθαίνει από μετεγχειρητικές επιπλοκές. Στην κηδεία του, που έλαβε αντιδικτατορικό χαρακτήρα, παραβρέθηκε πλήθος κόσμου. Στη νεκρώσιμη πομπή προς το Α' Νεκροταφείο, μπροστά στην Πύλη του Αδριανού, το πλήθος σταματά την κυκλοφορία και αρχίζει να τραγουδά το απαγορευμένο τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη σε στίχους Σεφέρη «Άρνηση» (Στο περιγιάλι το κρυφό, όπως είναι πιο γνωστό).

Ο Σεφέρης είναι ένας από τους πιο σημαντικούς ποιητές της Ελλάδας και είναι ο πρώτος που κέρδισε Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Η συνεισφορά του στα γράμματα και ειδικότερα στην ποίηση θεωρείται τεράστια, με πολλούς μεταγενέστερους ποιητές να ακολουθούν το ύφος του.

Πηγή: https://www.e-daily.gr/themata/137376/san-shmera-pethane-o-nompelistas-poihths-giwrgos-seferhs-pics-video

Η ανατίναξη του κτιρίου της ΕΣΠΟ

Ιστορία

Μία από τις κορυφαίες αντιστασιακές πράξεις κατά των Γερμανών κατακτητών και των Ελλήνων συνεργατών τους ήταν η πολύνεκρη ανατίναξη του κτιρίου της ναζιστικής «Εθνικής Σοσιαλιστικής Πατριωτικής Οργάνωσης» (ΕΣΠΟ) στη γωνία των οδών Πατησίων και Γλάδστωνος. Το εγχείρημα έφερε σε πέρας στις 20 Σεπτεμβρίου 1942 μια ομάδα αποφασισμένων ανδρών και γυναικών της αντιστασιακής οργάνωσης «Πανελλήνιος Ένωσις Αγωνιζομένων Νέων» (ΠΕΑΝ).

Την εποχή εκείνη η ΕΣΠΟ, με αρχηγό τον γιατρό Σπύρο Στεροδήμο, προκαλούσε τους υπόδουλους Έλληνες, επειδή προσπαθούσε να στρατολογήσει νέους για να συγκροτήσουν την «Ελληνική Λεγεώνα», που θα πολεμούσε στο πλευρό της Βέρμαχτ στο ανατολικό μέτωπο. Η ΠΕΑΝ ήταν μια μικρή αντιστασιακή οργάνωση με αρχηγό τον δημοκρατικό αξιωματικό της Αεροπορίας Κώστα Περρίκο, που είχε αποταχθεί τον Απρίλιο του 1935 από την κυβέρνηση του Παναγή Τσαλδάρη.

Πολλά από τα μέλη της οργάνωσης συμπαθούσαν πολιτικά τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο και βρίσκονταν σε ανοιχτή γραμμή μαζί του. Ιδεολογικά κινούνταν μεταξύ φιλελευθερισμού και σοσιαλδημοκρατίας. Η ΠΕΑΝ προέτρεπε τους Έλληνες σε αντίσταση με κάθε μέσο, προκειμένου να ενισχυθεί η μεταπολεμική θέση της χώρας και οι εθνικές διεκδικήσεις και καλούσε σε ενότητα όλες τις αντιστασιακές οργανώσεις. Ήταν δημοφιλής στη μορφωμένη νεολαία των αστικών κέντρων, αλλά οι σχέσεις της με το ΕΑΜ ήταν ψυχρές.

Το χτύπημα εναντίον της ΕΣΠΟ προετοιμάστηκε προσεκτικά και αποφασίστηκε να γίνει το πρωί της Κυριακής 20 Σεπτεμβρίου. Στην επιχείρηση πήραν μέρος τέσσερα άτομα: Ο Περρίκος, ο τεχνικός τηλεπικοινωνιών Αντώνης Μυτιληναίος, ο φοιτητής Νομικής Σπύρος Γαλάτης και η δασκάλα Ιουλία Μπίμπα. Η βόμβα συναρμολογήθηκε στο σπίτι της Μπίμπα και μεταφέρθηκε από την ίδια και τον Μυτιληναίο με μεγάλη προσοχή έξω από τα γραφεία της ΕΣΠΟ.

Ο Μυτιληναίος και ο Γαλάτης εισχώρησαν στο κτίριο από μια αφύλαχτη πόρτα της οδού Γλάδστωνος και τοποθέτησαν τη βόμβα σ' ένα άδειο γραφείο στον ημιώροφο. Στον πρώτο όροφο στεγάζονταν τα γραφεία της ΕΣΠΟ και στους υπόλοιπους γερμανικές υπηρεσίες. Ο Γαλάτης άναψε το φιτίλι και αμέσως μαζί με τον Μυτιληναίο απομακρύνθηκαν. Ο Περρίκος και η Μπίμπα παρακολουθούσαν την επιχείρηση από κοντινό ζαχαροπλαστείο, έτοιμοι για κάθε βοήθεια.

Κώστας Περρίκος - Ιουλία Μπίμπα

Ήταν ακριβώς 12:03 το μεσημέρι, όταν ακούστηκε μια εκκωφαντική έκρηξη και πυκνός μαύρος καπνός σκέπασε την Πατησίων. Επικράτησε μεγάλη σύγχυση και πανικός, ώστε οι Γερμανοί σήμαναν συναγερμό, νομίζοντας ότι επρόκειτο για αεροπορική επιδρομή. Το εσωτερικό του κτιρίου κατέρρευσε και πήρε φωτιά. Η πυροσβεστική ξέθαβε νεκρούς από τα ερείπια: 29 μέλη της ΕΣΠΟ και 48 Γερμανοί αξιωματικοί έχασαν τη ζωή τους. Ο αρχηγός της ΕΣΠΟ Σπύρος Στεροδήμος ανασύρθηκε βαρύτατα τραυματισμένος και εξέπνευσε λίγες μέρες αργότερα. Η ναζιστική οργάνωση, μετά το πλήγμα, διαλύθηκε.

Σχεδόν αμέσως, η Γκεστάπο εξαπέλυσε ανθρωποκυνηγητό για τη σύλληψη των δραστών της βομβιστικής επίθεσης. Χρειάστηκαν τη συνδρομή ενός προδότη υπαξιωματικού της Χωροφυλακής, του Πολύκαρπου Νταλιάνη, για να εξαρθρώσουν στις 11 Νοεμβρίου 1942 τον επιχειρησιακό πυρήνα της ΠΕΑΝ. Περρίκος, Μπίμπα, Μυτιληναίος και Γαλάτης συνελήφθησαν και μεταφέρθηκαν στα ανακριτικά γραφεία της Γκεστάπο στον Πειραιά. Παρότι υπέστησαν φρικτά βασανιστήρια, δεν λύγισαν και δεν μίλησαν. Μάλιστα, ο Αντώνης Μυτιληναίος κατόρθωσε να δραπετεύσει και να διαφύγει στη Μέση Ανατολή.

Τα υπόλοιπα τρία μέλη της οργάνωσης πέρασαν από γερμανικό στρατοδικείο και καταδικάσθηκαν στην εσχάτη των ποινών. Ο αρχηγός της ΠΕΑΝ Κώστας Περρίκος τρις εις θάνατον και 15 χρόνια δεσμά και η δασκάλα Ιουλία Μπίμπα δις εις θάνατον και 15 χρόνια δεσμά. Ο Γαλάτης καταδικάσθηκε σε θάνατο και 5 χρόνια δεσμά, αλλά τελικά του δόθηκε χάρη, αφού η οικογένειά του πλήρωσε 1.000 λίρες και μεταφέρθηκε σε φυλακές στη Γερμανία. Στις 4 Φεβρουαρίου 1943, ο 37χρονος υποσμηναγός Κώστας Περρίκος εκτελέστηκε στην Καισαριανή, παρά τις μεγάλες προσπάθειες του αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού. Η Ιουλία Μπίμπα μεταφέρθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Γερμανία και καρατομήθηκε δια πελέκεως. Ο προδότης Νταλιάνης σκοτώθηκε αργότερα από αντιστασιακούς.

Η είδηση της ανατίναξης του κτιρίου της ΕΣΠΟ πέρασε γρήγορα τα σύνορα της Ελλάδας. Οι ραδιοφωνικοί σταθμοί Λονδίνου και Μόσχας μίλησαν με ενθουσιασμό για το εγχείρημα, χαρακτηρίζοντάς το ως το μεγαλύτερο σαμποτάζ στην τότε κατεχόμενη Ευρώπη. Το ΕΑΜ, είτε από επίξειξη μικρότητας είτε από κακή εκτίμηση, καταδίκασε το εγχείρημα κάνοντας λόγο για «επικίνδυνη και πρόωρη ατομική τρομοκρατία» και το χαρακτήρισε «προβοκάτσια», ενώ εκτίμησε ότι ο Περρίκος ήταν άνθρωπος της Γκεστάπο και ότι σύντομα επρόκειτο να αφεθεί ελεύθερος.

Μαρτυρίες

  • Αντώνης Μυτιληναίος: «Μαρτύρων Πορεία» (εκδόσεις. «Επικαιρότητα»)
  • Π.Μ. Μιχαηλίδης: «Αγαθουπόλεως 7» (εκδόσεις «Καστανιώτης»)
 

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ – ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ - 6ο ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΣΤΕΓΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΧΟΡΩΔΙΩΝ

Πολιτισμος

  • Τεχνική Διεύθυνσης
  • Φωνητική Τεχνική
  • Πώς να μιλάς και να τραγουδάς, ώστε να σε ακούν

 

Η Στέγη Ελληνικών Χορωδιών προχωρά στη διοργάνωση του                      6ου Πανελλήνιου Σεμιναρίου.

Το Σεμινάριο θα διεξαχθεί  στην Αθήνα από την Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2019 στις 16:30 έως & την Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2019 στις 14:00, διάρκειας 16 ωρών και θα φιλοξενηθεί στις αίθουσες του Ελληνικού Ωδείου στο Μαρούσι  (Λεωφόρος Κηφισίας & Πεντέλης 2).

            Εισηγητές του Σεμιναρίου είναι οι καταξιωμένοι στο είδος τους  Μίλτος Λογιάδης, Χριστίνα Γιαννακοπούλου & Νίνα Καλούτσα.

Το Σεμινάριο θα περιλαμβάνει τα παρακάτω θέματα :

Μίλτος Λογιάδης

  • Τεχνική διεύθυνσης - Κινησιολογία μουσικών συνόλων.
  • Προετοιμασία τού μαέστρου για τη διδασκαλία και την εκτέλεση του έργου. 
  • Διαχείριση χρόνου δοκιμών - Μεθοδολογία πρόβας. 
  • Ερμηνεία αποσπασμάτων έργων διαφόρων εποχών – Ρυθμός - Φραζάρισμα - Αναπνοές - Δοξαριές - Στυλιστικά ζητήματα εκτέλεσης Παλιάς Μουσικής.
  • Διάταξη μουσικών συνόλων στον χώρο - Θέματα ακουστικής. 
  • Ανάγνωση παρτιτούρας - Παίξιμο παρτιτούρας στο πιάνο - Μεταγραφή παρτιτούρας στο πιάνο. 
  • Χόρδισμα συγχορδιών - Αρμονική στήλη - Διακροτήματα. 

Νίνα Καλούτσα

  • Πώς να μιλάς και να τραγουδάς, ώστε να σε ακούν.

«Φωνή ως έκφραση του σώματος, της ψυχής και του πνεύματος

Χριστίνα Γιαννακοπούλου

  • Φωνητική Προετοιμασία μιας χορωδίας – Τρόποι Μέθοδοι
  • Είδη Ζεστάματος – Τρόποι –Ασκήσεις
  • Μεταφώνηση : Τι είναι – Προβλήματα – Αντιμετώπιση
  • Άρθρωση, ορθοφωνία, απόδοση φωνηέντων για να επιτύχουμε ομοιογένεια στον ήχο
  • Τοποθέτηση της φωνής για να τραγουδάμε και να μιλάμε χωρίς να κουράζουμε τη φωνή μας

Το Σεμινάριο θα περιλαμβάνει επίσης υποδειγματική διδασκαλία.

Στους συμμετέχοντες θα απονεμηθούν Βεβαιώσεις Συμμετοχής.  

Λήξη υποβολής Δηλώσεων Συμμετοχής: Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2019.  O αριθμός των ενεργά συμμετεχόντων (20 άτομα) έχει ήδη συμπληρωθεί. Υπάρχουν ακόμα θέσεις για ακροατές, γι’ αυτό όσοι ενδιαφέρεστε να παρακολουθήσετε τις εργασίες του σεμιναρίου, μπορείτε να κλείσετε μία θέση στέλνοντας την αίτησή σας και το ποσό της προκαταβολής μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία. Σε περίπτωση που υπάρξει κάποια ακύρωση συμμετοχής από τους ενεργά συμμετέχοντες, η θέση θα καλυφθεί από τυχόν άλλους ενδιαφερόμενους βάσει σειράς προτεραιότητας.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ - ΕΓΓΡΑΦΕΣ :

Στέγη Ελληνικών Χορωδιών : website : www.stegi-chorus.gr

email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Θωμάς Λουζιώτης 6945-159679, Νίκος Καριώτης 6981-386802, Κατερίνα Βασιλικού 6944-557182. Γιώργος Γεωργόπουλος 6936-773337.

Υπεύθυνοι Οργάνωσης Σεμιναρίου Στέγης Ελληνικών Χορωδιών :

Θωμάς Λουζιώτης,  Γιώργος Γεωργόπουλος,

Κατερίνα Βασιλικού, Νίκος Καριώτης

Cinama Orfeas Pyrgos, σήμερα Πέμπτη, σε α' προβολή, "Ad Astra"

Πολιτισμος

Ένωσις Κέντρου

Ιστορία

Φωτογραφία: Οι ιδρυτές της Ενώσεως Κέντρου, (όρθιοι) Ηλ. Τσιριμώκος, Στ. Στεφανόπουλος, Σ. Παπαπολίτης, Στ. Κωστόπουλος, Αλεξ. Μπαλτατζής, (καθήμενοι) Π. Κατσώτας, Γ. Παπανδρέου, Γ. Αθανασιάδης- Νόβας

Η Ένωσις Κέντρου, σύμφωνα με την καθαρεύουσα της εποχής, υπήρξε ένας κομματισμός σχηματισμός που δέσποσε στα πολιτικά πράγματα της Ελλάδας τη δεκαετία του 1960 και μέχρι την επιβολή της Δικτατορίας.

Ιδρύθηκε στις 19 Σεπτεμβρίου 1961, λίγο πριν από τις εκλογές της 29ης Οκτωβρίου, οπότε κατατέθηκε και το έμβλημά του, που ήταν τα αρχικά Ε.Κ., πλαισιωμένα από στάχυ και κλάδο δάφνης. Ένα χρόνο αργότερα, στις 27 Σεπτεμβρίου 1962, ψηφίστηκε το καταστατικό του νέου κόμματος, που όριζε ότι η Ένωσις Κέντρου είναι «κόμμα εθνικόν και επιδιώκει την πραγματοποίησιν της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής Δημοκρατίας».

Η Ένωση Κέντρου προερχόταν από τη μήτρα του Κόμματος των Φιλελευθέρων του Ελευθερίου Βενιζέλου και ήταν ένας ετερόκλητος συνασπισμός προσωπικοτήτων, που ξεκινούσαν ιδεολογικά από τη Δεξιά (Στέφανος Στεφανόπουλος) και έφθαναν μέχρι την Αριστερά (Ηλίας Τσιριμώκος).

Αναμφισβήτητος αρχηγός του νέου κόμματος ήταν ο Γεώργιος Παπανδρέου και ηγετικά του στελέχη ο Σοφοκλής Βενιζέλος, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ο Γεώργιος Μαύρος, ο Ιωάννης Ζίγδης, ο Σταύρος Κωστόπουλος, ο Αλέξανδρος Μπαλτατζής, ο Ηλίας Τσιριμώκος και αργότερα ο Ανδρέας Παπανδρέου, όταν αποφάσισε να ασχοληθεί με την πολιτική.

Άμεσος στόχος του νέου πολιτικού σχηματισμού ήταν η υπερκέραση της ΕΔΑ, που ήταν αξιωματική αντιπολίτευση από το 1958 και η εκδίωξη της Δεξιάς από την εξουσία και συγκεκριμένα της ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή, που κυβερνούσε από το 1955.

Στις εκλογές της 29ης Οκτωβρίου 1961, η Ένωσις Κέντρου έλαβε το 33,34% των ψήφων (83 έδρες) και κατέλαβε τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η εκ νέου επικράτηση της ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή αμφισβητήθηκε έντονα (εκλογές «βίας και νοθείας») και τις επόμενες μέρες ο Γεώργιος Παπανδρέου κήρυξε τον γνωστό ως «ανένδοτο αγώνα».

Στις επόμενες εκλογές, που έγιναν στις 3 Νοεμβρίου 1963, η Ένωση Κέντρου αναδείχθηκε πρώτο κόμμα (42,04% των ψήφων και 138 έδρες), χωρίς όμως την απόλυτη πλειοψηφία. Σχημάτισε έτσι κυβέρνηση μειοψηφίας, στην οποία η ΕΔΑ προσέφερε την ανοχή της, η οποία δεν έγινε αποδεκτή από τον Γεώργιο Παπανδρέου.

Στις αναπόφευκτα νέες εκλογές που διεξήχθησαν στις 16 Φεβρουαρίου 1964, η Ένωση Κέντρου θριάμβευσε, συγκεντρώνοντας το 52,72% των ψήφων και 171 έδρες. Έχοντας έτσι κατακτήσει την απόλυτη πλειοψηφία, σχημάτισε αυτοδύναμη κυβέρνηση, της οποίας όμως οι αντιφάσεις έγιναν γρήγορα αισθητές. Η ομοιογένεια του κόμματος εξακολουθούσε να είναι το ζητούμενο και οι προσωπικές φιλοδοξίες και ιδεολογικές αντιθέσεις βρίσκονταν στην ημερήσια διάταξη, με κυρίαρχη την αντιπαράθεση ανάμεσα στον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη και τον Ανδρέα Παπανδρέου.

Η ρήξη των Ανακτόρων με τον Γεώργιο Παπανδρέου, που οδήγησαν στην παραίτησή του από την πρωθυπουργία στις 15 Ιουλίου 1965 («Ιουλιανά»), αποτέλεσε κομβικό σημείο στην πορεία του κόμματος. Ακολούθησε η διάσπαση του κόμματος με την αποχώρηση κυβερνητικών και κομματικών στελεχών («Αποστασία»), οι οποίοι σχημάτισαν τρεις διαδοχικές κυβερνήσεις (Γεωργίου Αθανασιάδη -Νόβα, Ηλία Τσιριμώκου και Στέφανου Στεφανόπουλου).

Η Ένωση Κέντρου παρέμεινε ως κόμμα της αντιπολίτευσης με μικρότερη κοινοβουλευτική ομάδα γύρω από τον Γεώργιο Παπανδρέου, ώσπου διαλύθηκε, ύστερα από το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967.

Επανεμφανίσθηκε μετά την επάνοδο της Δημοκρατίας και στις εκλογές της 17ης Νοεμβρίου 1974 κατήλθε σε σύμπραξη με πολιτικούς που είχαν αναδειχθεί κατά τη διάρκεια της δικτατορίας με την επωνυμία Ένωση Κέντρου - Νέες Δυνάμεις (ΕΚ-ΝΔ), με επικεφαλής τον Γεώργιο Μαύρο. Απέσπασε το 20,42% των ψήφων και εξέλεξε 60 βουλευτές, κατακτώντας τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης Η αριστερή πτέρυγα της προδικτατορικής Ένωσης Κέντρου ακολούθησε τον Ανδρέα Παπανδρέου στην ίδρυση του ΠΑΣΟΚ.

Το 1976,η ΕΚΝΔ μετονομάστηκε σε Ένωση Δημοκρατικού Κέντρου (ΕΔΗΚ) και στις εκλογές της 20ης Νοεμβρίου 1977 αναδείχθηκε τρίτο κόμμα με το 11,95% των ψήφων και 16 έδρες. Η φθίνουσα πορεία της συνεχίστηκε μέχρι εξαφανίσεως, καθώς τα επόμενα χρόνια συντρίφθηκε ανάμεσα στις συμπληγάδες της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ.

Πηγή: https://www.sansimera.gr

 
 
 

Οι εγγραφές συνεχίζονται και τα μαθήματα ξεκίνησαν σε όλες τις σχολές και τα νέα τμήματα που λειτουργούν στο Ελληνικό Ωδείο Πύργου

Πολιτισμος

        Η νέα σχολική χρονιά ξεκίνησε και το Ελληνικό Ωδείο Παράρτημα Πύργου προσφέρει και νέες μουσικές εκπαιδευτικές δυνατότητες  σε συνδυασμό με την πολύχρονη και πολυεπίπεδη γνώση και εμπειρία του.   

Για  το 2019-2020  λειτουργούν οι Αναγνωρισμένες από το Κράτος Μουσικές Σχολές: Πιάνου, Κιθάρας, Βιολιού, Βιόλας, Φλάουτου, Μονωδίας (Κλασικό τραγούδι), Ωδικής, Ενοργάνωσης, Ειδικού Αρμονίας, Αντίστιξης, Φούγκας και Σύνθεσης. Στο Ωδείο λειτουργεί τα τελευταία χρόνια  η Σχολή Βυζαντινής Μουσικής  η οποία  ανήκει στις Αναγνωρισμένες Σχολές και έχει ήδη προσφέρει στον ιεροψαλτικό χώρο, τρεις αριστούχους διπλωματούχους σπουδαστές του . Επίσης υπάρχει τμήμα που παρέχει την κατάλληλη προετοιμασία σε σπουδαστές που επιθυμούν να εισαχθούν στα Μουσικά Τμήματα των ΑΕΙ και ΑΤΕΙ .

Παράλληλα στο Ελληνικό Ωδείο Πύργου λειτουργούν οι Μουσικές Σχολές στους δρόμους της Λαϊκής και Έντεχνης Μουσικής:  Αρμόνιο, Ακορντεόν, Μπουζούκι, Ντραμς, Φλογέρα, Ηλεκτρικό Μπάσο, Ηλεκτρική Κιθάρα, Ελαφρό Τραγούδι, Ορθοφωνία. Το Ωδείο έχει δημιουργήσει και Τμήμα Παραδοσιακής Μουσικής, με Σαντούρι, Βιολί, Κλαρίνο και Τραγούδι Παραδοσιακό, έτσι ώστε να καλύπτει όλη τη γκάμα της κλασικής, σύγχρονης και παραδοσιακής μουσικής.

Για τους πολύ μικρούς μαθητές ηλικίας 4-6 ετών έφτιαξε ένα νέο τμήμα γνωριμίας με το Πιάνο.

Για μικρούς και μεγάλους σπουδαστές  που αγαπούν την Βυζαντινή και Παραδοσιακή Μουσική, υπάρχει από φέτος το Χορωδιακό Εργαστήρι ώστε όσοι το επιθυμούν να έρχονται πιο κοντά στην πατρώα μουσική  μας παράδοση.

         Ο Σεπτέμβρης της Μουσικής και φέτος συνεχίζει το ταξίδι του με ΔΩΡΕΑΝ μαθήματα σε όσους θέλουν να βρουν τη σχέση τους με τη μουσική.

                   

87 ΧΡΟΝΙΑ ΠΡΩΤΟΠΟΡΟ ΣΤΗ ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ!

 

Πληροφορίες - Εγγραφές

κάθε μέρα, Πρωί 11:00 – 13:00, Απόγευμα  17:00 – 21:00 και Σάββατο 11:00 – 13:00.

Τηλέφωνο επικοινωνίας : 26210-33179, e-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

28ης Οκτωβρίου 38, ΤΚ 27131, Πύργος. Ελληνικό Ωδείο Πύργου  86 Χρόνια Πολιτιστικής Προσφοράς.

https://www.facebook.com/ellhniko.odeio.pyrgos

Ορφέας Cinema - Πύργος - "Fast and Furius - Hobbs & Shaw" και "ΙΤ CHAPTER TWO"

Πολιτισμος

Μόνο την Τρίτη και την Τετάρτη.

Βασιλικοί Γάμοι στην Αθήνα

Ιστορία

Στις 18 Σεπτεμβρίου 1964 η Αθήνα γνώρισε στιγμές μεγαλείου και χλιδής με τον γάμο του βασιλιά των Ελλήνων Κωνσταντίνου Β’ και της Δανής πριγκίπισσας Άννας Μαρίας. Ήταν ο πρώτος και ο τελευταίος επίσημος γάμος εν ενεργεία μονάρχη που έγινε στην Ελλάδα και προσήλκυσε το γενικό ενδιαφέρον.

Και οι δύο μελλόνυμφοι ανήκαν στην ίδια δυναστεία (Σλέσβιχ - Χολστάιν - Ζόντερμπουργκ - Γκλίσμπουργκ) και ήταν μακρινοί συγγενείς. Ο Κωνσταντίνος ήταν μόλις 24 ετών και είχε διαδεχθεί στον ελληνικό θρόνο τον πατέρα του Παύλο, που είχε πεθάνει στις 6 Μαρτίου 1964. Η Άννα Μαρία μόλις είχε συμπληρώσει τα 18 της χρόνια και ήταν η τριτότοκη κόρη του βασιλιά της Δανίας Φρειδερίκου του 9ου και της βασίλισσας Ίνγκριντ.

Το ζευγάρι είχε γνωριστεί το 1959 στη Δανία και αμέσως αναπτύχθηκε μεταξύ τους ένα τρυφερό αίσθημα, που εξελίχθηκε σε έρωτα. Όταν έγιναν οι αρραβώνες του ζεύγους τον Ιανουάριο του 1963, η Άννα Μαρία είχε δηλώσει: «Δεν ονειρεύτηκα ποτέ να παντρευτώ ένα Βασιλιά. Ήθελα απλά να είμαι μία γυναίκα ευτυχισμένη με το σύζυγό της. Ναι, αγαπώ εδώ και καιρό τον Κωνσταντίνο, και εύχομαι ο χρόνος να μας επιτρέψει να ζήσουμε μερικά χρόνια όπως όλος ο κόσμος».

Δέκα ημέρες πριν από τη γαμήλια τελετή, η Αθήνα σημαιοστολίζεται και πανηγυρίζει, καθώς στις 11 Σεπτεμβρίου υποδέχεται τη μελλοντική βασίλισσα και τις επόμενες ημέρες πλήθος γαλαζοαίματων, που καταφθάνουν στην ελληνική πρωτεύουσα για το κοσμικό αυτό γεγονός.

Η γαμήλια τελετή ξεκίνησε στις 10 το πρωί της Παρασκευής 18 Σεπτεμβρίου στη Μητρόπολη των Αθηνών, που είχε διακοσμηθεί με 10.000 κόκκινες γλαδιόλες. Την παρακολούθησαν 1.200 προσκεκλημένοι, ανάμεσά τους 18 βασιλείς (Μποντουέν και Φαμπιόλα του Βελγίου, Φουμιφόν και Σιρικίτ της Ταϊλάνδης, Χουσεΐν και Μόνα της Ιορδανίας και όλα τα σκανδιναβικά βασιλικά ζεύγη), 7 διάδοχοι θρόνων, 2 βασιλικοί σύζυγοι, 103 πρίγκιπες και πριγκίπισσες, καθώς και 20 δούκες και κόμητες.

Το μυστήριο του γάμου τέλεσε ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Β’, συνεπικουρούμενος από τον πρωθιερέα των ανακτόρων, αρχιμανδρίτη Ιερώνυμο Κοτσώνη, τον μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Αθηνών επί δικτατορίας. Από εκκλησιαστικής πλευράς, στη γαμήλια τελετή παρέστησαν 104 πατριάρχες, αρχιεπίσκοποι και αρχιερείς της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τα χρυσοΰφαντα άμφιά τους. Η καθολική συμμετοχή των ηγετών της ορθοδοξίας προσέδωσε πανορθόδοξο χαρακτήρα στο γεγονός, επειδή ο Κωνσταντίνος ήταν ο μοναδικός εν ενεργεία ορθόδοξος βασιλιάς.

Στις 11:10 π.μ. η τελετή έληξε και οι νεόνυμφοι υπό τους ήχους πανηγυρικών κανονιοβολισμών επιβιβάστηκαν σε άμαξα, που την έσερναν 6 γκριζόλευκα άλογα. Εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου είχε κατακλύσει τους κεντρικούς δρόμους της Αθήνας για να παρακολουθήσουν τη βασιλική πομπή με τους νεόνυμφους. Δεν ήταν μόνο το θέαμα που τράβηξε τον κόσμο. Το νεαρό ζευγάρι προκαλούσε συμπάθεια. Ιδιαίτερα στον «δημοκρατικό» (μη Δεξιό) κόσμο είχε καλλιεργηθεί η πεποίθηση ότι ο γάμος του Κωνσταντίνου με τη Δανέζα πριγκίπισσα, που διακρινόταν για την απλότητά της, και ο παραμερισμός της πολυπράγμονος βασιλομήτορος Φρειδερίκης, θα σήμανε τον εκδημοκρατισμό της Αυλής και την αποφυγή ανάμειξής της στα πολιτικά πράγματα της χώρας. Γρήγορα, όμως, όσοι καλλιεργούσαν αυτή την πεποίθηση, θα διαψευστούν πανηγυρικά...

Πηγή: https://www.sansimera.gr

 

Η «άλλη» 11η Σεπτεμβρίου: Το πραξικόπημα στη Χιλή το 1973 που σημάδεψε την παγκόσμια ιστορία

Ιστορία

Για πολλούς είναι μία άλλη «αποφράδα» 11η Σεπτεμβρίου, ένα «ελλάσσον» επεισόδιο που συνέβη σε μία ημερομηνία που έμελλε να αλλάξει τον ρου της παγκόσμιας ιστορίας: Το 1973 απέχει πολύ περισσότερο για τους νεότερους από το 2001. Η πτώση των Δίδυμων Πύργων είναι μία πιο ανατριχιαστική εικόνα απ’ οποιοδήποτε άλλο συνταρακτικό γεγονός που χάραξε ανεξίτηλα τα ίχνη του στον δρόμο των εξελίξεων, είτε πρόκειται φερ’ ειπείν για την πτώση του Τείχους του Βερολίνου είτε για την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης.

Όμως, για πολύ καιρό πριν συμβούν τα γεγονότα της Νέας Υόρκης, η 11η Σεπτεμβρίου είχε μία διαφορετική σημασία και τα γεγονότα στη μακρινή Χιλή είχαν επίσης συγκινήσει με τρόπο διαφορετικό και μάλιστα άμεσο κι ακαριαίο σχεδόν, παρά την απουσία τότε του ίντερνετ και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Τότε ο κόσμος είχε συκλονιστεί ξανά για το πώς η «αρνητική» δύναμη της Ιστορίας -τότε ο στρατηγός Αουγκούστο Πινοσέτ, όπως το 2001 οι τζιχαντιστές- μπόρεσαν να δράσουν τόσο ανενόχλητοι εκτελώντας τη στυγερή πράξη τους.

Ο Πινοτσέτ διέταξε και πραγμάτωσε το πραξικόπημα ενάντια στον δημοκρατικά εκλεγμένο προοδευτικό πρόεδρο Σαλβαδόρ Αλιένδε και εγκαθίδρυσε μία από τις πιο αιματοβαμμένες δικτατορίες, που επιβίωσε επί 17 χρόνια χάρις στις προγραφές, τις αυθαίρετες συλλήψεις και εξαφανίσεις των πολιτικών αντιπάλων της, τους βασανισμούς και τις δολοφονίες.

Ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ, Ρίτσαρντ Νίξον, και ο σύμβουλός του, Χένρι Κίσινγκερ, και η CIA είχαν διαβιβάσει μόλις πριν από μία εβδομάδα, στις 4 Σεπτεμβρίου, τα σχέδια για την ανατροπή του Αλιέντε, παρά την αντίθετη γνώμη του Στέιτ Ντιπάρτμεντ (ΥΠΕΞ), όπως αποκαλύπτουν τα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα της αμερικανικής κυβέρνησης το 2008.

Στους μήνες που επακολούθησαν του πραξικοπήματος, το Εθνικό Στάδιο του Σαντιάγο έγινε η μακάβρια σκηνή του μαρτυρίου και της σφαγής ενός άγνωστου ακόμη αριθμού αντιφρονούντων στη δικτατορία. Αυτό το επεισόδιο παραμένει ακόμη ένα από τα πιο σκοτεινά κι αμφιλεγόμενα γεγονότα του 20ού αιώνα.

Αμέσως μετά την εκλογή του Αλιένδε, ο Νίξον έδωσε εντολή στη CIA «να κάνει την οικονομία της Χιλής να κλάψει» με στόχο να πλήξει τα μεταρρυθμιστικά σχέδια του νέου, μη αρεστού στην Ουάσινγκτον, Προέδρου: Ξεκινάει το σαμποτάζ των μεγάλων βιομηχανικών εταιρειών, εθνικών και πολυεθνικών, εμποδίζοντας τις μεταφορές προϊόντων, ευνοώντας τη φυγή κεφαλαίων και επενδυτών και διερύνοντας το εξωτερικό χρέος.

Την ίδια στιγμή, πακτωλοί δολαρίων συνεχίζουν να ρέουν προς τις Ένοπλες Δυνάμεις της Χιλής, τα στελέχη των οποίων παραδοσιακά προετοιμάζονται στις αμερικανικές στρατιωτικές σχολές. Το 1972 οι στρατιωτικές ενισχύσεις είναι τα μόνα αμερικανικά κεφάλαια που εισέρχονται στη χώρα. Η Ουάσινγκτον εμποδίζει ακόμη και την επαναδιαπραγμάτευση του χρέους της Χιλής. Ένα σχέδιο που διήρκεσε τρία χρόνια.

Στις 4 Σεπτεμβρίου 1972 ο Αλιένδε, ενώπιον της ΓΣ του ΟΗΕ, είχε καταγγείλλει όχι μόνο την επιθετικότητα των ΗΠΑ, αλλά και την πλήρη απουσία ελέγχου στις πολυεθνικές εταιρείες, που εφάρμοζαν έναν οικονομικό στραγγαλισμό ενάντια στην κυβέρνησή του: «Βρισκόμαστε ενώπιον μίας πραγματικής μετωπικής σύγκρουσης ανάμεσα σε μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες και τα εθνικά κράτη. Τα τελευταία υφίστανται παρεμβολές στη λήψη και άσκηση των θεμελιωδών πολιτικών, οικονομικών και στρατιωτικών αποφάσεών τους εκ μέρους παγκόσμιων οργανισμών που δεν εξαρτώνται από κανένα κράτος. Για αυτές τις δραστηριότητές τους δεν λογοδοτούν σε καμία κυβέρνηση ούτε υπόκεινται στον έλεγχο κάποιου Κοινοβουλίου ή θεσμού που εκπροσωπεί το κοινό συμφέρον», είχε τονίσει ο Πρόεδρος της Χιλής.

Έναν χρόνο αργότερα, στις 9:20 της 11ης Σεπτεμβρίου 1973, ο Αλιέντε εκφώνησε τον λόγο που επρόκειτο να είναι και ο τελευταίος του: «Ζήτω η Χιλή, ζήτω ο λαός, ζήτω οι εργάτες… αυτές είναι οι στερνές μου λέξεις κι είμαι βέβαιος πως η θυσία μου δεν θα είναι μάταια. Είμαι βέβαιος πως, τουλάχιστον, θα είναι ένα ηθικό δίδαγμα που θα καταδικάσει την ψευδορκία, τη δειλία και την προδοσία», επισήμαινε ο Αλιένδε στο τελευταίο και πιο δραματικό από τα πέντε σύντομα μηνύματα που εκφώνησε στον λαό του από τα μικρόφωνα του Radio Magallanes. Η επίγνωση πως το τέλος του έφθανε ήταν αισθητή στη φωνή του, όμως δεν του έλειπαν το θάρρος και η βούληση να αφήσει στον λαό του ένα κληροδότημα.

Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες βρήκε τον θάνατο ο Αλιένδε δεν έχουν διευκρινηστεί ποτέ. Ο ίδιος βρισκόταν στο Προεδρικό Μέγαρο της Μονέδα και σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή αυτοκτόνησε με το καλάσνικοφ ΑΚ-47 που του είχε δωρήσει ο Κουβανός ηγέτης, Φιντέλ Κάστρο, προκειμένου να μην πέσει στα χέρια των πραξικοπηματιών. Άλλοι υποστηρίζουν πως σκοτώθηκε από τους πραξικοπηματίες υπερασπιζόμενος το Μέγαρο.

Οι προσπάθειες της χιλιανής Δεξιάς να απαλλάξει τον Πινοτσέτ και τους συνεργούς από κάθε κατηγορία του ποτέ δεν σταμάτησαν και η κοινωνία της χώρας εξακολουθεί να είναι διχασμένη και να παραμένουν ζωντανές οι ουλές που άφησε η Δικτατορία. Οι δυσκολίες της νυν προέδρου Μισέλ Μπατσελέτ να διαχειριστεί αυτήν τη βαριά κληρονομιά αναδεικνύουν το πόσο τα γεγονότα εκείνης της εποχής έχουν αφήσει βαθιά ίχνη στη χώρα.

Πολλοί πολιτικοί που είχαν αναλάβει καθήκοντα επί Δικτατορίας εξακολουθούν να έχουν ενεργό ρόλο στα πολιτικά δρώμενα της Χιλής. Όπως ο πρώην ΥΠΕΞ του Πινοτσέτ, Σέρχιο Φερνάνδες, ο Αντρές Τσάντγουϊκ, υπουργός Εσωτερικών του δικτάτορα, ο Σεμπαστιάν Πινιέρα, που ως νεαρός συμμετείχε στο -αντίστοιχο των ναζιστικών- πογκρόμ του Τσατσαρίλιας το 1977 για τη «σωτηρία της πατρίδας». Και πολλοί άλλοι ακόμη.

Οι προσπάθειες της Εθνικής Επιτροπής για την Ιστορική Μνήμη είναι δύσκολες. Γιατί ο στόχος της προσκρούει στις βαθιές ρίζες που έχει απλώσει ακόμη ένα πιο καταχθόνιο σχέδιο, που βρήκε την εφαρμογή του στη Χιλή και απλώθηκε στην Αργεντινή, τη Βραζιλία, τη Βολιβία, την Παραγουάη και την Ουρουγουάη. Ήταν τον σχέδιο των Chicago Boys του υπερσυντηρητικού καθηγητή Οικονομίας του Παν/μιου του Σικάγου Μίλτον Φρίντμαν για την εξάπλωση του νεοφιλελεύθερου μοντέλου οικονομίας, όποιο κι εάν είναι το κόστος για τα «υποτελή» κράτη. Ένα σχέδιο με αιχμή του δόρατος το FBI και τη CIA, προκειμένου να εξουδετερωθούν με όποιον τρόπο όσοι αντιτίθενται. Στη Χιλή, η εφαρμογή αυτού του σχεδίου έλαβε τη μορφή του αγώνα ανάμεσα στις δυνάμεις της αντίδρασης και τον εκλεγμένο Πρόεδρο από τον λαό.

Η δικτατορία του Πινοτσέτ δεν είχε σχεδιαστεί απλώς για να ανατρέψει τον προοδευτικό Αλιένδε. Είχε στόχο να χρησιμεύσει ως «εργαστήριο» για την εφαρμογή ενός μοντέλου ανάπτυξης που θα μπορούσε να εξαχθεί αργότερα και στο εξωτερικό. Μία αληθινή επανάσταση του μοντέλου παραγωγής στο πλαίσιο του τότε αναδυόμενου παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Μέσα από τη νεοφιλελεύθερη πολιτική, που κατήργησε κάθε δομή κοινωνικών παροχών και εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων, η χώρα εκσυγχρονίστηκε, προκειμένου να εξυπηρετεί τις ανάγκες των ξένων εταιρειών, στα χέρια των οποίων πέρασε η παραγωγή της. Αυτός ο εκσυγχρονισμός είναι και ο λόγος που όταν ο Πινοτσέτ αποχώρησε το 1988 από την ενεργό πολιτική, το 43% των κατοίκων της χώρας τον υποστήριζε. Το σχέδιο των Chicago Boys συνεχίζει να εφαρμόζεται ακόμη με πολλές παραλλαγές και σήμερα. Πρόσφατο παράδειγμα ο οικονομικός στραγγαλισμός της Βενεζουέλας.

Η θυσία, πάντως, του Αλιένδε εξακολουθεί να αποτελεί ένα σύμβολο αγώνα στην ήπειρο της Λατινικής Αμερικής. Ακόμη αντικατοπτρίζει το παράδειγμα για το κόστος που καλείται ένα κράτος της περιοχής να πληρώσει όταν θελήσει για κάποιο, σύντομο, χρονικό διάστημα να ακολουθήσει τη δική του εμπειρία, να εφαρμόσει το δικό του παράδειγμα στη διακυβέρνηση και στην οικονομία, να χαράξει μία ανεξάρτητη, δημοκρατική πολιτική, χωρίς τις παρεμβάσεις του «μεγάλου γείτονα», της Ουάσινγκτον, που θεωρεί τη Λατινική Αμερική ζωτικό χώρο επιρροής της.

Πηγή:  Left από ΑΠΕ-ΜΠΕ από Wikipedia, El Clarin, Corriere della Sera, Il Manifesto

Αναδημοσίευση από το https://commonality.gr 

Η Μάχη του Μυριοκέφαλου

Ιστορία

Στις 17 Σεπτεμβρίου 1176, οι Βυζαντινοί υπό τον αυτοκράτορα Μανουήλ Α Κομνηνό υφίστανται δεινή ήττα από τους Σελτζούκους Τούρκους του σουλτάνου Κιλίτζ Αρσλάν Β’ στην κλεισούρα του Μυριοκέφαλου και εγκαταλείπουν κάθε σκέψη για την ανακατάληψη της Μικράς Ασίας.

 

Μετά την μεγάλη τους νίκη στο Ματζικέρτ (1071) και την εδραίωση της κυριαρχίας τους στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας, οι Σελτζούκοι Τούρκοι αύξησαν δραματικά την πίεσή τους στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία, που βρισκόταν σε παρακμή. Το 1146, ο αυτοκράτορας Μανουήλ Α’ Κομνηνός εξεστράτευσε εναντίον τους και προέλασε μέχρι το Ικόνιο, αναγκάζοντας τον σουλτάνο Μασούντ Α’ να υπογράψει συνθήκη ειρήνης το επόμενο έτος, δια της οποίας οι ανακαταληφθείσες περιοχές και πόλεις από τον Μανουήλ επανήρχοντο στο Βυζάντιο. Ο διάδοχος του Μασούντ, Κιλίτζ Αρσλάν Β’ παραβίασε χρόνια αργότερα τους όρους της συνθήκης και άρχισε και πάλι τις επιδρομές στα εδάφη της αυτοκρατορίας

Ο Μανουήλ απάντησε με μια καλά οργανωμένη εκστρατεία, ηγούμενος πολυάριθμης στρατιάς από περίπου 30.000 άνδρες, στην οποία συμμετείχαν και σύμμαχες δυνάμεις από την Ουγγαρία, την Σερβία και από το Πριγκιπάτο της Αντιοχείας το οποίο εξουσίαζαν οι σταυροφόροι. Ο Κιλίτζ Αρσλάν με σαφώς μικρότερες δυνάμεις υποχωρούσε διαρκώς, παρενοχλώντας τους Βυζαντινούς με δυνάμεις ατάκτων και εφαρμόζοντας την τακτική της «καμμένης γης». Έτσι πριν ακόμη αρχίσει η μάχη, ο βυζαντινός στρατός άρχισε να αποδεκατίζεται από την έλλειψη εφοδίων και από δυσεντερία,εξαιτίας του μολυσμένου νερού.

Παρά την ευνοϊκή συγκυρία, ο σουλτάνος πρότεινε την σύναψη ειρήνης, την οποία ο Μανουήλ απέρριψε, παρά τις συστάσεις των στρατηγών του. Παράλληλα, έψαχνε την κατάλληλη τοποθεσία για να αντιμετωπίσει κατά μέτωπο τους Βυζαντινούς. Η αποφασιστική μάχη δόθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου 1176, σ’ ένα δύσβατο ορεινό πέρασμα κοντά στο εγκαταλελειμμένο χωριό Μυριοκέφαλο (Τσαρντάκ), στην περιοχή του Ικονίου, από το οποίο θα περνούσε υποχρεωτικά ο στρατός του Μανουήλ. Ο Κιλίτζ Αρσλάν πρόλαβε και έλαβε επίκαιρες θέσεις με τους άνδρες του, πιάνοντας στον ύπνο τους Βυζαντινούς, οι οποίοι υπέστησαν φοβερή καταστροφή. Την σύγχυση επέτεινε και μια σφοδρή αμμοθύελλα, που ελάττωσε τόσο πολύ ελαττώσει την ορατότητα, ώστε να μην είναι δυνατό οι πολεμιστές να διακρίνουν τους αντιπάλους τους και να σκοτώνονται μεταξύ τους.

Το περίεργο πάντως είναι ότι ο Κιλίτζ Αρσλάν ζήτησε την σύναψη ειρήνης, την οποία ο Μανουήλ αποδέχτηκε. Στους όρους της περιλαμβάνονται οι κατεδαφίσεις οχυρώσεων στα Βυζαντινο-Τουρκικά σύνορα (Δορύλαιο και Σουβλαίο) και την καταβολή φόρου.

Ο ίδιος ο αυτοκράτορας, σε μήνυμά του στην Κωνσταντινούπολη, παραλλήλισε την ήττα του στο Μυριοκέφαλο με την καταστροφή του Ρωμανού Δ’ Διογένη στο Ματζικέρτ, πριν από έναν αιώνα. Μετά την νίκη τους, οι Σελτζούκοι Τούρκοι δεν αντιμετώπισαν δυσκολίες για την επέκτασή τους στην Μικρά Ασία, καθώς η η Μάχη του Μυριοκέφαλου αποδιοργάνωσε το αμυντικό σύστημα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στην ευρύτερη περιοχή.

Η Μάχη του Ρίμινι

Ιστορία

Στρατιωτική αναμέτρηση του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, κατά την οποία δοξάστηκαν τα ελληνικά όπλα. Διεξήχθη από τις 13 έως τις 21 Σεπτεμβρίου 1944 επί ιταλικού εδάφους, στο πλαίσιο της συμμαχικής Επιχείρησης Ελαία (Operation Olive). Είχε ως αντικειμενικό σκοπό τη διάσπαση της λεγόμενης «Γοτθικής Αμυντικής Γραμμής», που είχαν συμπήξει οι υποχωρούντες Γερμανοί.

Μετά την κατάληψη της Ρώμης από τα συμμαχικά στρατεύματα (4 Ιουνίου 1944), οι γερμανικές δυνάμεις που στάθμευαν στην Ιταλία συμπτύχθηκαν επί της «Γοτθικής Αμυντικής Γραμμής», που εκτεινόταν από την Πίζα έως το Ρίμινι στις ακτές της Αδριατικής. Την εκτέλεση της Επιχείρησης Ελιά ανέλαβαν η 5η Αμερικανική Στρατιά υπό τον αντιστράτηγο Μαρκ Κλαρκ στα δυτικό τομέα και η 8η Βρετανική Στρατιά υπό τον αντιστράτηγο σερ Όλιβερ Λις στον ανατολικό τομέα, ο οποίος εκτεινόταν έως την Αδριατική Θάλασσα.

Στην 8η Βρετανική Στρατιά είχε ενταχθεί η 3η Ελληνική Ορεινή Ταξιαρχία, αποτελούμενη από τρία τάγματα πεζικού, με διοικητή τον συνταγματάρχη Θρασύβουλο Τσακαλώτο (1897-1989). Η μονάδα αυτή είχε συγκροτηθεί στη Μέση Ανατολή μετά το Εαμικό στασιαστικό κίνημα της 6ης Απριλίου 1944 και αποτελείτο κυρίως από νομιμόφρονες προς την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση του Εμμανουήλ Τσουδερού, αξιωματικούς και στρατιώτες. Η Ταξιαρχία μεταφέρθηκε στο Τάραντα στις 11 Αυγούστου 1944 και από εκεί σιδηροδρομικώς στο χωριό Κατόλικα, 20 χιλιόμετρα νοτίως του Ρίμινι, όπου από τις 8 Σεπτεμβρίου ανέλαβε τον παραλιακό τομέα, ενταχθείσα αρχικά υπό τις διαταγές της 2ης Νεοζηλανδικής Μεραρχίας και στη συνέχεια υπό τη 1η Καναδική Μεραρχία. Το ίδιο βράδυ, αλλά και στις 10 Σεπτεμβρίου, βρέθηκε κάτω από εχθρικά πυρά, τα οποία απέκρουσε επιτυχώς. Την περιοχή του Ρίμινι υποστήριζαν μονάδες της 76ης Μηχανοκίνητης Στρατιάς της Βέρμαχτ, υπό τη διοίκηση του στρατηγού Τράουγκοτ Χερ.

Από τις 13 Σεπτεμβρίου η ελληνική ταξιαρχία πέρασε στην αντεπίθεση. Υποστηριζόμενη από το πυροβολικό και τα τεθωρακισμένα των συμμάχων είχε ως αντικειμενικό σκοπό την κατάληψη της πόλης του Ρίμινι. Οι Γερμανοί αμύνονταν λυσσωδώς, αλλά η ελληνική επίθεση υπήρξε θυελλώδης. Στις 15 Σεπτεμβρίου οι άνδρες του Τσακαλώτου επιτέθηκαν στο αεροδρόμιο του Ρίμινι, το οποίο κατέλαβαν μετά από τριήμερη μάχη. Ο δρόμος για το Ρίμινι ήταν ανοιχτός. Στις 4:30 μ.μ. της 20ης Σεπτεμβρίου το 2ο Τάγμα της 3ης Ορεινής Ταξιαρχίας ανέτρεψε τη γερμανική αντίσταση και τις πρωινές ώρες της 21ης Σεπτεμβρίου εισήλθε πρώτο στο Ρίμινι, όπου ύψωσε την ελληνική σημαία στο Δημαρχείο της πόλης. Ακολούθησαν ευθύς αμέσως το 1ο και το 3ο Τάγμα. Στις 7:30 π.μ. ο Δήμαρχος του Ρίμινι παρέδωσε άνευ όρων την πόλη δια πρωτοκόλλου στον διοικητή του 2ου Λόχου του 3ου Τάγματος, λοχαγό Μιχαήλ Αποστολάκη. Οι συνολικές απώλειες της ελληνικής Ταξιαρχίας στις εννιά ημέρες που διάρκεσε η Μάχη του Ρίμινι ανήλθαν σε 116 νεκρούς (10 αξιωματικοί και 106 οπλίτες) και 316 τραυματίες (23 αξιωματικοί και 293 οπλίτες).

Ο Διοικητής των Συμμαχικών Στρατευμάτων στην Ιταλία, βρετανός στρατάρχης Χάρολντ Αλεξάντερ, σε έκθεση του με τον τίτλο «Οι Σύμμαχοι Στρατοί στην Ιταλία από τις 3 Σεπτεμβρίου 1943 μέχρι τις 12 Δεκεμβρίου 1944» σημειώνει για τη δράση της 3ης Ελληνικής Ορεινής Ταξιαρχίας τα εξής:

Στις 20 Σεπτεμβρίου, έπειτα από πάλη χωρίς ελπίδα, εκκαθαρίσθηκε το Σαν Φορτουνάτο και στη διάρκεια της νύχτας οι Έλληνες, υπό τη διοίκηση της 1ης Καναδικής Μεραρχίας, εισήλθαν στο Ρίμινι. Ήμουνα ευτυχής, γιατί η επιτυχία αυτή είχε τόσο έγκαιρα λαμπρύνει τα πεπρωμένα της ηρωικής αυτής χώρας, που ήταν η μόνη μαχόμενη σύμμαχος στο πλευρό μας σε στιγμές ζοφερές και γιατί μία νέα νίκη στην Ιταλία είχε προστεθεί στη δόξα που αποκτήθηκε στα βουνά της Αλβανίας.

 

Η ανατίναξη του κτιρίου της ΕΣΠΟ

Ιστορία

Μία από τις κορυφαίες αντιστασιακές πράξεις κατά των Γερμανών κατακτητών και των Ελλήνων συνεργατών τους ήταν η πολύνεκρη ανατίναξη του κτιρίου της ναζιστικής «Εθνικής Σοσιαλιστικής Πατριωτικής Οργάνωσης» (ΕΣΠΟ) στη γωνία των οδών Πατησίων και Γλάδστωνος. Το εγχείρημα έφερε σε πέρας στις 20 Σεπτεμβρίου 1942 μια ομάδα αποφασισμένων ανδρών και γυναικών της αντιστασιακής οργάνωσης «Πανελλήνιος Ένωσις Αγωνιζομένων Νέων» (ΠΕΑΝ).

Την εποχή εκείνη η ΕΣΠΟ, με αρχηγό τον γιατρό Σπύρο Στεροδήμο, προκαλούσε τους υπόδουλους Έλληνες, επειδή προσπαθούσε να στρατολογήσει νέους για να συγκροτήσουν την «Ελληνική Λεγεώνα», που θα πολεμούσε στο πλευρό της Βέρμαχτ στο ανατολικό μέτωπο. Η ΠΕΑΝ ήταν μια μικρή αντιστασιακή οργάνωση με αρχηγό τον δημοκρατικό αξιωματικό της Αεροπορίας Κώστα Περρίκο, που είχε αποταχθεί τον Απρίλιο του 1935 από την κυβέρνηση του Παναγή Τσαλδάρη.

Πολλά από τα μέλη της οργάνωσης συμπαθούσαν πολιτικά τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο και βρίσκονταν σε ανοιχτή γραμμή μαζί του. Ιδεολογικά κινούνταν μεταξύ φιλελευθερισμού και σοσιαλδημοκρατίας. Η ΠΕΑΝ προέτρεπε τους Έλληνες σε αντίσταση με κάθε μέσο, προκειμένου να ενισχυθεί η μεταπολεμική θέση της χώρας και οι εθνικές διεκδικήσεις και καλούσε σε ενότητα όλες τις αντιστασιακές οργανώσεις. Ήταν δημοφιλής στη μορφωμένη νεολαία των αστικών κέντρων, αλλά οι σχέσεις της με το ΕΑΜ ήταν ψυχρές.

Το χτύπημα εναντίον της ΕΣΠΟ προετοιμάστηκε προσεκτικά και αποφασίστηκε να γίνει το πρωί της Κυριακής 20 Σεπτεμβρίου. Στην επιχείρηση πήραν μέρος τέσσερα άτομα: Ο Περρίκος, ο τεχνικός τηλεπικοινωνιών Αντώνης Μυτιληναίος, ο φοιτητής Νομικής Σπύρος Γαλάτης και η δασκάλα Ιουλία Μπίμπα. Η βόμβα συναρμολογήθηκε στο σπίτι της Μπίμπα και μεταφέρθηκε από την ίδια και τον Μυτιληναίο με μεγάλη προσοχή έξω από τα γραφεία της ΕΣΠΟ.

Ο Μυτιληναίος και ο Γαλάτης εισχώρησαν στο κτίριο από μια αφύλαχτη πόρτα της οδού Γλάδστωνος και τοποθέτησαν τη βόμβα σ' ένα άδειο γραφείο στον ημιώροφο. Στον πρώτο όροφο στεγάζονταν τα γραφεία της ΕΣΠΟ και στους υπόλοιπους γερμανικές υπηρεσίες. Ο Γαλάτης άναψε το φιτίλι και αμέσως μαζί με τον Μυτιληναίο απομακρύνθηκαν. Ο Περρίκος και η Μπίμπα παρακολουθούσαν την επιχείρηση από κοντινό ζαχαροπλαστείο, έτοιμοι για κάθε βοήθεια.

Κώστας Περρίκος - Ιουλία Μπίμπα

Ήταν ακριβώς 12:03 το μεσημέρι, όταν ακούστηκε μια εκκωφαντική έκρηξη και πυκνός μαύρος καπνός σκέπασε την Πατησίων. Επικράτησε μεγάλη σύγχυση και πανικός, ώστε οι Γερμανοί σήμαναν συναγερμό, νομίζοντας ότι επρόκειτο για αεροπορική επιδρομή. Το εσωτερικό του κτιρίου κατέρρευσε και πήρε φωτιά. Η πυροσβεστική ξέθαβε νεκρούς από τα ερείπια: 29 μέλη της ΕΣΠΟ και 48 Γερμανοί αξιωματικοί έχασαν τη ζωή τους. Ο αρχηγός της ΕΣΠΟ Σπύρος Στεροδήμος ανασύρθηκε βαρύτατα τραυματισμένος και εξέπνευσε λίγες μέρες αργότερα. Η ναζιστική οργάνωση, μετά το πλήγμα, διαλύθηκε.

Σχεδόν αμέσως, η Γκεστάπο εξαπέλυσε ανθρωποκυνηγητό για τη σύλληψη των δραστών της βομβιστικής επίθεσης. Χρειάστηκαν τη συνδρομή ενός προδότη υπαξιωματικού της Χωροφυλακής, του Πολύκαρπου Νταλιάνη, για να εξαρθρώσουν στις 11 Νοεμβρίου 1942 τον επιχειρησιακό πυρήνα της ΠΕΑΝ. Περρίκος, Μπίμπα, Μυτιληναίος και Γαλάτης συνελήφθησαν και μεταφέρθηκαν στα ανακριτικά γραφεία της Γκεστάπο στον Πειραιά. Παρότι υπέστησαν φρικτά βασανιστήρια, δεν λύγισαν και δεν μίλησαν. Μάλιστα, ο Αντώνης Μυτιληναίος κατόρθωσε να δραπετεύσει και να διαφύγει στη Μέση Ανατολή.

Τα υπόλοιπα τρία μέλη της οργάνωσης πέρασαν από γερμανικό στρατοδικείο και καταδικάσθηκαν στην εσχάτη των ποινών. Ο αρχηγός της ΠΕΑΝ Κώστας Περρίκος τρις εις θάνατον και 15 χρόνια δεσμά και η δασκάλα Ιουλία Μπίμπα δις εις θάνατον και 15 χρόνια δεσμά. Ο Γαλάτης καταδικάσθηκε σε θάνατο και 5 χρόνια δεσμά, αλλά τελικά του δόθηκε χάρη, αφού η οικογένειά του πλήρωσε 1.000 λίρες και μεταφέρθηκε σε φυλακές στη Γερμανία. Στις 4 Φεβρουαρίου 1943, ο 37χρονος υποσμηναγός Κώστας Περρίκος εκτελέστηκε στην Καισαριανή, παρά τις μεγάλες προσπάθειες του αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού. Η Ιουλία Μπίμπα μεταφέρθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Γερμανία και καρατομήθηκε δια πελέκεως. Ο προδότης Νταλιάνης σκοτώθηκε αργότερα από αντιστασιακούς.

Η είδηση της ανατίναξης του κτιρίου της ΕΣΠΟ πέρασε γρήγορα τα σύνορα της Ελλάδας. Οι ραδιοφωνικοί σταθμοί Λονδίνου και Μόσχας μίλησαν με ενθουσιασμό για το εγχείρημα, χαρακτηρίζοντάς το ως το μεγαλύτερο σαμποτάζ στην τότε κατεχόμενη Ευρώπη. Το ΕΑΜ, είτε από επίξειξη μικρότητας είτε από κακή εκτίμηση, καταδίκασε το εγχείρημα κάνοντας λόγο για «επικίνδυνη και πρόωρη ατομική τρομοκρατία» και το χαρακτήρισε «προβοκάτσια», ενώ εκτίμησε ότι ο Περρίκος ήταν άνθρωπος της Γκεστάπο και ότι σύντομα επρόκειτο να αφεθεί ελεύθερος.

Μαρτυρίες

  • Αντώνης Μυτιληναίος: «Μαρτύρων Πορεία» (εκδόσεις. «Επικαιρότητα»)
  • Π.Μ. Μιχαηλίδης: «Αγαθουπόλεως 7» (εκδόσεις «Καστανιώτης»)
 

Ένωσις Κέντρου

Ιστορία

Φωτογραφία: Οι ιδρυτές της Ενώσεως Κέντρου, (όρθιοι) Ηλ. Τσιριμώκος, Στ. Στεφανόπουλος, Σ. Παπαπολίτης, Στ. Κωστόπουλος, Αλεξ. Μπαλτατζής, (καθήμενοι) Π. Κατσώτας, Γ. Παπανδρέου, Γ. Αθανασιάδης- Νόβας

Η Ένωσις Κέντρου, σύμφωνα με την καθαρεύουσα της εποχής, υπήρξε ένας κομματισμός σχηματισμός που δέσποσε στα πολιτικά πράγματα της Ελλάδας τη δεκαετία του 1960 και μέχρι την επιβολή της Δικτατορίας.

Ιδρύθηκε στις 19 Σεπτεμβρίου 1961, λίγο πριν από τις εκλογές της 29ης Οκτωβρίου, οπότε κατατέθηκε και το έμβλημά του, που ήταν τα αρχικά Ε.Κ., πλαισιωμένα από στάχυ και κλάδο δάφνης. Ένα χρόνο αργότερα, στις 27 Σεπτεμβρίου 1962, ψηφίστηκε το καταστατικό του νέου κόμματος, που όριζε ότι η Ένωσις Κέντρου είναι «κόμμα εθνικόν και επιδιώκει την πραγματοποίησιν της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής Δημοκρατίας».

Η Ένωση Κέντρου προερχόταν από τη μήτρα του Κόμματος των Φιλελευθέρων του Ελευθερίου Βενιζέλου και ήταν ένας ετερόκλητος συνασπισμός προσωπικοτήτων, που ξεκινούσαν ιδεολογικά από τη Δεξιά (Στέφανος Στεφανόπουλος) και έφθαναν μέχρι την Αριστερά (Ηλίας Τσιριμώκος).

Αναμφισβήτητος αρχηγός του νέου κόμματος ήταν ο Γεώργιος Παπανδρέου και ηγετικά του στελέχη ο Σοφοκλής Βενιζέλος, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ο Γεώργιος Μαύρος, ο Ιωάννης Ζίγδης, ο Σταύρος Κωστόπουλος, ο Αλέξανδρος Μπαλτατζής, ο Ηλίας Τσιριμώκος και αργότερα ο Ανδρέας Παπανδρέου, όταν αποφάσισε να ασχοληθεί με την πολιτική.

Άμεσος στόχος του νέου πολιτικού σχηματισμού ήταν η υπερκέραση της ΕΔΑ, που ήταν αξιωματική αντιπολίτευση από το 1958 και η εκδίωξη της Δεξιάς από την εξουσία και συγκεκριμένα της ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή, που κυβερνούσε από το 1955.

Στις εκλογές της 29ης Οκτωβρίου 1961, η Ένωσις Κέντρου έλαβε το 33,34% των ψήφων (83 έδρες) και κατέλαβε τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η εκ νέου επικράτηση της ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή αμφισβητήθηκε έντονα (εκλογές «βίας και νοθείας») και τις επόμενες μέρες ο Γεώργιος Παπανδρέου κήρυξε τον γνωστό ως «ανένδοτο αγώνα».

Στις επόμενες εκλογές, που έγιναν στις 3 Νοεμβρίου 1963, η Ένωση Κέντρου αναδείχθηκε πρώτο κόμμα (42,04% των ψήφων και 138 έδρες), χωρίς όμως την απόλυτη πλειοψηφία. Σχημάτισε έτσι κυβέρνηση μειοψηφίας, στην οποία η ΕΔΑ προσέφερε την ανοχή της, η οποία δεν έγινε αποδεκτή από τον Γεώργιο Παπανδρέου.

Στις αναπόφευκτα νέες εκλογές που διεξήχθησαν στις 16 Φεβρουαρίου 1964, η Ένωση Κέντρου θριάμβευσε, συγκεντρώνοντας το 52,72% των ψήφων και 171 έδρες. Έχοντας έτσι κατακτήσει την απόλυτη πλειοψηφία, σχημάτισε αυτοδύναμη κυβέρνηση, της οποίας όμως οι αντιφάσεις έγιναν γρήγορα αισθητές. Η ομοιογένεια του κόμματος εξακολουθούσε να είναι το ζητούμενο και οι προσωπικές φιλοδοξίες και ιδεολογικές αντιθέσεις βρίσκονταν στην ημερήσια διάταξη, με κυρίαρχη την αντιπαράθεση ανάμεσα στον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη και τον Ανδρέα Παπανδρέου.

Η ρήξη των Ανακτόρων με τον Γεώργιο Παπανδρέου, που οδήγησαν στην παραίτησή του από την πρωθυπουργία στις 15 Ιουλίου 1965 («Ιουλιανά»), αποτέλεσε κομβικό σημείο στην πορεία του κόμματος. Ακολούθησε η διάσπαση του κόμματος με την αποχώρηση κυβερνητικών και κομματικών στελεχών («Αποστασία»), οι οποίοι σχημάτισαν τρεις διαδοχικές κυβερνήσεις (Γεωργίου Αθανασιάδη -Νόβα, Ηλία Τσιριμώκου και Στέφανου Στεφανόπουλου).

Η Ένωση Κέντρου παρέμεινε ως κόμμα της αντιπολίτευσης με μικρότερη κοινοβουλευτική ομάδα γύρω από τον Γεώργιο Παπανδρέου, ώσπου διαλύθηκε, ύστερα από το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967.

Επανεμφανίσθηκε μετά την επάνοδο της Δημοκρατίας και στις εκλογές της 17ης Νοεμβρίου 1974 κατήλθε σε σύμπραξη με πολιτικούς που είχαν αναδειχθεί κατά τη διάρκεια της δικτατορίας με την επωνυμία Ένωση Κέντρου - Νέες Δυνάμεις (ΕΚ-ΝΔ), με επικεφαλής τον Γεώργιο Μαύρο. Απέσπασε το 20,42% των ψήφων και εξέλεξε 60 βουλευτές, κατακτώντας τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης Η αριστερή πτέρυγα της προδικτατορικής Ένωσης Κέντρου ακολούθησε τον Ανδρέα Παπανδρέου στην ίδρυση του ΠΑΣΟΚ.

Το 1976,η ΕΚΝΔ μετονομάστηκε σε Ένωση Δημοκρατικού Κέντρου (ΕΔΗΚ) και στις εκλογές της 20ης Νοεμβρίου 1977 αναδείχθηκε τρίτο κόμμα με το 11,95% των ψήφων και 16 έδρες. Η φθίνουσα πορεία της συνεχίστηκε μέχρι εξαφανίσεως, καθώς τα επόμενα χρόνια συντρίφθηκε ανάμεσα στις συμπληγάδες της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ.

Πηγή: https://www.sansimera.gr

 
 
 

Βασιλικοί Γάμοι στην Αθήνα

Ιστορία

Στις 18 Σεπτεμβρίου 1964 η Αθήνα γνώρισε στιγμές μεγαλείου και χλιδής με τον γάμο του βασιλιά των Ελλήνων Κωνσταντίνου Β’ και της Δανής πριγκίπισσας Άννας Μαρίας. Ήταν ο πρώτος και ο τελευταίος επίσημος γάμος εν ενεργεία μονάρχη που έγινε στην Ελλάδα και προσήλκυσε το γενικό ενδιαφέρον.

Και οι δύο μελλόνυμφοι ανήκαν στην ίδια δυναστεία (Σλέσβιχ - Χολστάιν - Ζόντερμπουργκ - Γκλίσμπουργκ) και ήταν μακρινοί συγγενείς. Ο Κωνσταντίνος ήταν μόλις 24 ετών και είχε διαδεχθεί στον ελληνικό θρόνο τον πατέρα του Παύλο, που είχε πεθάνει στις 6 Μαρτίου 1964. Η Άννα Μαρία μόλις είχε συμπληρώσει τα 18 της χρόνια και ήταν η τριτότοκη κόρη του βασιλιά της Δανίας Φρειδερίκου του 9ου και της βασίλισσας Ίνγκριντ.

Το ζευγάρι είχε γνωριστεί το 1959 στη Δανία και αμέσως αναπτύχθηκε μεταξύ τους ένα τρυφερό αίσθημα, που εξελίχθηκε σε έρωτα. Όταν έγιναν οι αρραβώνες του ζεύγους τον Ιανουάριο του 1963, η Άννα Μαρία είχε δηλώσει: «Δεν ονειρεύτηκα ποτέ να παντρευτώ ένα Βασιλιά. Ήθελα απλά να είμαι μία γυναίκα ευτυχισμένη με το σύζυγό της. Ναι, αγαπώ εδώ και καιρό τον Κωνσταντίνο, και εύχομαι ο χρόνος να μας επιτρέψει να ζήσουμε μερικά χρόνια όπως όλος ο κόσμος».

Δέκα ημέρες πριν από τη γαμήλια τελετή, η Αθήνα σημαιοστολίζεται και πανηγυρίζει, καθώς στις 11 Σεπτεμβρίου υποδέχεται τη μελλοντική βασίλισσα και τις επόμενες ημέρες πλήθος γαλαζοαίματων, που καταφθάνουν στην ελληνική πρωτεύουσα για το κοσμικό αυτό γεγονός.

Η γαμήλια τελετή ξεκίνησε στις 10 το πρωί της Παρασκευής 18 Σεπτεμβρίου στη Μητρόπολη των Αθηνών, που είχε διακοσμηθεί με 10.000 κόκκινες γλαδιόλες. Την παρακολούθησαν 1.200 προσκεκλημένοι, ανάμεσά τους 18 βασιλείς (Μποντουέν και Φαμπιόλα του Βελγίου, Φουμιφόν και Σιρικίτ της Ταϊλάνδης, Χουσεΐν και Μόνα της Ιορδανίας και όλα τα σκανδιναβικά βασιλικά ζεύγη), 7 διάδοχοι θρόνων, 2 βασιλικοί σύζυγοι, 103 πρίγκιπες και πριγκίπισσες, καθώς και 20 δούκες και κόμητες.

Το μυστήριο του γάμου τέλεσε ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Β’, συνεπικουρούμενος από τον πρωθιερέα των ανακτόρων, αρχιμανδρίτη Ιερώνυμο Κοτσώνη, τον μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Αθηνών επί δικτατορίας. Από εκκλησιαστικής πλευράς, στη γαμήλια τελετή παρέστησαν 104 πατριάρχες, αρχιεπίσκοποι και αρχιερείς της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τα χρυσοΰφαντα άμφιά τους. Η καθολική συμμετοχή των ηγετών της ορθοδοξίας προσέδωσε πανορθόδοξο χαρακτήρα στο γεγονός, επειδή ο Κωνσταντίνος ήταν ο μοναδικός εν ενεργεία ορθόδοξος βασιλιάς.

Στις 11:10 π.μ. η τελετή έληξε και οι νεόνυμφοι υπό τους ήχους πανηγυρικών κανονιοβολισμών επιβιβάστηκαν σε άμαξα, που την έσερναν 6 γκριζόλευκα άλογα. Εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου είχε κατακλύσει τους κεντρικούς δρόμους της Αθήνας για να παρακολουθήσουν τη βασιλική πομπή με τους νεόνυμφους. Δεν ήταν μόνο το θέαμα που τράβηξε τον κόσμο. Το νεαρό ζευγάρι προκαλούσε συμπάθεια. Ιδιαίτερα στον «δημοκρατικό» (μη Δεξιό) κόσμο είχε καλλιεργηθεί η πεποίθηση ότι ο γάμος του Κωνσταντίνου με τη Δανέζα πριγκίπισσα, που διακρινόταν για την απλότητά της, και ο παραμερισμός της πολυπράγμονος βασιλομήτορος Φρειδερίκης, θα σήμανε τον εκδημοκρατισμό της Αυλής και την αποφυγή ανάμειξής της στα πολιτικά πράγματα της χώρας. Γρήγορα, όμως, όσοι καλλιεργούσαν αυτή την πεποίθηση, θα διαψευστούν πανηγυρικά...

Πηγή: https://www.sansimera.gr

 

Η «άλλη» 11η Σεπτεμβρίου: Το πραξικόπημα στη Χιλή το 1973 που σημάδεψε την παγκόσμια ιστορία

Ιστορία

Για πολλούς είναι μία άλλη «αποφράδα» 11η Σεπτεμβρίου, ένα «ελλάσσον» επεισόδιο που συνέβη σε μία ημερομηνία που έμελλε να αλλάξει τον ρου της παγκόσμιας ιστορίας: Το 1973 απέχει πολύ περισσότερο για τους νεότερους από το 2001. Η πτώση των Δίδυμων Πύργων είναι μία πιο ανατριχιαστική εικόνα απ’ οποιοδήποτε άλλο συνταρακτικό γεγονός που χάραξε ανεξίτηλα τα ίχνη του στον δρόμο των εξελίξεων, είτε πρόκειται φερ’ ειπείν για την πτώση του Τείχους του Βερολίνου είτε για την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης.

Όμως, για πολύ καιρό πριν συμβούν τα γεγονότα της Νέας Υόρκης, η 11η Σεπτεμβρίου είχε μία διαφορετική σημασία και τα γεγονότα στη μακρινή Χιλή είχαν επίσης συγκινήσει με τρόπο διαφορετικό και μάλιστα άμεσο κι ακαριαίο σχεδόν, παρά την απουσία τότε του ίντερνετ και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Τότε ο κόσμος είχε συκλονιστεί ξανά για το πώς η «αρνητική» δύναμη της Ιστορίας -τότε ο στρατηγός Αουγκούστο Πινοσέτ, όπως το 2001 οι τζιχαντιστές- μπόρεσαν να δράσουν τόσο ανενόχλητοι εκτελώντας τη στυγερή πράξη τους.

Ο Πινοτσέτ διέταξε και πραγμάτωσε το πραξικόπημα ενάντια στον δημοκρατικά εκλεγμένο προοδευτικό πρόεδρο Σαλβαδόρ Αλιένδε και εγκαθίδρυσε μία από τις πιο αιματοβαμμένες δικτατορίες, που επιβίωσε επί 17 χρόνια χάρις στις προγραφές, τις αυθαίρετες συλλήψεις και εξαφανίσεις των πολιτικών αντιπάλων της, τους βασανισμούς και τις δολοφονίες.

Ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ, Ρίτσαρντ Νίξον, και ο σύμβουλός του, Χένρι Κίσινγκερ, και η CIA είχαν διαβιβάσει μόλις πριν από μία εβδομάδα, στις 4 Σεπτεμβρίου, τα σχέδια για την ανατροπή του Αλιέντε, παρά την αντίθετη γνώμη του Στέιτ Ντιπάρτμεντ (ΥΠΕΞ), όπως αποκαλύπτουν τα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα της αμερικανικής κυβέρνησης το 2008.

Στους μήνες που επακολούθησαν του πραξικοπήματος, το Εθνικό Στάδιο του Σαντιάγο έγινε η μακάβρια σκηνή του μαρτυρίου και της σφαγής ενός άγνωστου ακόμη αριθμού αντιφρονούντων στη δικτατορία. Αυτό το επεισόδιο παραμένει ακόμη ένα από τα πιο σκοτεινά κι αμφιλεγόμενα γεγονότα του 20ού αιώνα.

Αμέσως μετά την εκλογή του Αλιένδε, ο Νίξον έδωσε εντολή στη CIA «να κάνει την οικονομία της Χιλής να κλάψει» με στόχο να πλήξει τα μεταρρυθμιστικά σχέδια του νέου, μη αρεστού στην Ουάσινγκτον, Προέδρου: Ξεκινάει το σαμποτάζ των μεγάλων βιομηχανικών εταιρειών, εθνικών και πολυεθνικών, εμποδίζοντας τις μεταφορές προϊόντων, ευνοώντας τη φυγή κεφαλαίων και επενδυτών και διερύνοντας το εξωτερικό χρέος.

Την ίδια στιγμή, πακτωλοί δολαρίων συνεχίζουν να ρέουν προς τις Ένοπλες Δυνάμεις της Χιλής, τα στελέχη των οποίων παραδοσιακά προετοιμάζονται στις αμερικανικές στρατιωτικές σχολές. Το 1972 οι στρατιωτικές ενισχύσεις είναι τα μόνα αμερικανικά κεφάλαια που εισέρχονται στη χώρα. Η Ουάσινγκτον εμποδίζει ακόμη και την επαναδιαπραγμάτευση του χρέους της Χιλής. Ένα σχέδιο που διήρκεσε τρία χρόνια.

Στις 4 Σεπτεμβρίου 1972 ο Αλιένδε, ενώπιον της ΓΣ του ΟΗΕ, είχε καταγγείλλει όχι μόνο την επιθετικότητα των ΗΠΑ, αλλά και την πλήρη απουσία ελέγχου στις πολυεθνικές εταιρείες, που εφάρμοζαν έναν οικονομικό στραγγαλισμό ενάντια στην κυβέρνησή του: «Βρισκόμαστε ενώπιον μίας πραγματικής μετωπικής σύγκρουσης ανάμεσα σε μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες και τα εθνικά κράτη. Τα τελευταία υφίστανται παρεμβολές στη λήψη και άσκηση των θεμελιωδών πολιτικών, οικονομικών και στρατιωτικών αποφάσεών τους εκ μέρους παγκόσμιων οργανισμών που δεν εξαρτώνται από κανένα κράτος. Για αυτές τις δραστηριότητές τους δεν λογοδοτούν σε καμία κυβέρνηση ούτε υπόκεινται στον έλεγχο κάποιου Κοινοβουλίου ή θεσμού που εκπροσωπεί το κοινό συμφέρον», είχε τονίσει ο Πρόεδρος της Χιλής.

Έναν χρόνο αργότερα, στις 9:20 της 11ης Σεπτεμβρίου 1973, ο Αλιέντε εκφώνησε τον λόγο που επρόκειτο να είναι και ο τελευταίος του: «Ζήτω η Χιλή, ζήτω ο λαός, ζήτω οι εργάτες… αυτές είναι οι στερνές μου λέξεις κι είμαι βέβαιος πως η θυσία μου δεν θα είναι μάταια. Είμαι βέβαιος πως, τουλάχιστον, θα είναι ένα ηθικό δίδαγμα που θα καταδικάσει την ψευδορκία, τη δειλία και την προδοσία», επισήμαινε ο Αλιένδε στο τελευταίο και πιο δραματικό από τα πέντε σύντομα μηνύματα που εκφώνησε στον λαό του από τα μικρόφωνα του Radio Magallanes. Η επίγνωση πως το τέλος του έφθανε ήταν αισθητή στη φωνή του, όμως δεν του έλειπαν το θάρρος και η βούληση να αφήσει στον λαό του ένα κληροδότημα.

Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες βρήκε τον θάνατο ο Αλιένδε δεν έχουν διευκρινηστεί ποτέ. Ο ίδιος βρισκόταν στο Προεδρικό Μέγαρο της Μονέδα και σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή αυτοκτόνησε με το καλάσνικοφ ΑΚ-47 που του είχε δωρήσει ο Κουβανός ηγέτης, Φιντέλ Κάστρο, προκειμένου να μην πέσει στα χέρια των πραξικοπηματιών. Άλλοι υποστηρίζουν πως σκοτώθηκε από τους πραξικοπηματίες υπερασπιζόμενος το Μέγαρο.

Οι προσπάθειες της χιλιανής Δεξιάς να απαλλάξει τον Πινοτσέτ και τους συνεργούς από κάθε κατηγορία του ποτέ δεν σταμάτησαν και η κοινωνία της χώρας εξακολουθεί να είναι διχασμένη και να παραμένουν ζωντανές οι ουλές που άφησε η Δικτατορία. Οι δυσκολίες της νυν προέδρου Μισέλ Μπατσελέτ να διαχειριστεί αυτήν τη βαριά κληρονομιά αναδεικνύουν το πόσο τα γεγονότα εκείνης της εποχής έχουν αφήσει βαθιά ίχνη στη χώρα.

Πολλοί πολιτικοί που είχαν αναλάβει καθήκοντα επί Δικτατορίας εξακολουθούν να έχουν ενεργό ρόλο στα πολιτικά δρώμενα της Χιλής. Όπως ο πρώην ΥΠΕΞ του Πινοτσέτ, Σέρχιο Φερνάνδες, ο Αντρές Τσάντγουϊκ, υπουργός Εσωτερικών του δικτάτορα, ο Σεμπαστιάν Πινιέρα, που ως νεαρός συμμετείχε στο -αντίστοιχο των ναζιστικών- πογκρόμ του Τσατσαρίλιας το 1977 για τη «σωτηρία της πατρίδας». Και πολλοί άλλοι ακόμη.

Οι προσπάθειες της Εθνικής Επιτροπής για την Ιστορική Μνήμη είναι δύσκολες. Γιατί ο στόχος της προσκρούει στις βαθιές ρίζες που έχει απλώσει ακόμη ένα πιο καταχθόνιο σχέδιο, που βρήκε την εφαρμογή του στη Χιλή και απλώθηκε στην Αργεντινή, τη Βραζιλία, τη Βολιβία, την Παραγουάη και την Ουρουγουάη. Ήταν τον σχέδιο των Chicago Boys του υπερσυντηρητικού καθηγητή Οικονομίας του Παν/μιου του Σικάγου Μίλτον Φρίντμαν για την εξάπλωση του νεοφιλελεύθερου μοντέλου οικονομίας, όποιο κι εάν είναι το κόστος για τα «υποτελή» κράτη. Ένα σχέδιο με αιχμή του δόρατος το FBI και τη CIA, προκειμένου να εξουδετερωθούν με όποιον τρόπο όσοι αντιτίθενται. Στη Χιλή, η εφαρμογή αυτού του σχεδίου έλαβε τη μορφή του αγώνα ανάμεσα στις δυνάμεις της αντίδρασης και τον εκλεγμένο Πρόεδρο από τον λαό.

Η δικτατορία του Πινοτσέτ δεν είχε σχεδιαστεί απλώς για να ανατρέψει τον προοδευτικό Αλιένδε. Είχε στόχο να χρησιμεύσει ως «εργαστήριο» για την εφαρμογή ενός μοντέλου ανάπτυξης που θα μπορούσε να εξαχθεί αργότερα και στο εξωτερικό. Μία αληθινή επανάσταση του μοντέλου παραγωγής στο πλαίσιο του τότε αναδυόμενου παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Μέσα από τη νεοφιλελεύθερη πολιτική, που κατήργησε κάθε δομή κοινωνικών παροχών και εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων, η χώρα εκσυγχρονίστηκε, προκειμένου να εξυπηρετεί τις ανάγκες των ξένων εταιρειών, στα χέρια των οποίων πέρασε η παραγωγή της. Αυτός ο εκσυγχρονισμός είναι και ο λόγος που όταν ο Πινοτσέτ αποχώρησε το 1988 από την ενεργό πολιτική, το 43% των κατοίκων της χώρας τον υποστήριζε. Το σχέδιο των Chicago Boys συνεχίζει να εφαρμόζεται ακόμη με πολλές παραλλαγές και σήμερα. Πρόσφατο παράδειγμα ο οικονομικός στραγγαλισμός της Βενεζουέλας.

Η θυσία, πάντως, του Αλιένδε εξακολουθεί να αποτελεί ένα σύμβολο αγώνα στην ήπειρο της Λατινικής Αμερικής. Ακόμη αντικατοπτρίζει το παράδειγμα για το κόστος που καλείται ένα κράτος της περιοχής να πληρώσει όταν θελήσει για κάποιο, σύντομο, χρονικό διάστημα να ακολουθήσει τη δική του εμπειρία, να εφαρμόσει το δικό του παράδειγμα στη διακυβέρνηση και στην οικονομία, να χαράξει μία ανεξάρτητη, δημοκρατική πολιτική, χωρίς τις παρεμβάσεις του «μεγάλου γείτονα», της Ουάσινγκτον, που θεωρεί τη Λατινική Αμερική ζωτικό χώρο επιρροής της.

Πηγή:  Left από ΑΠΕ-ΜΠΕ από Wikipedia, El Clarin, Corriere della Sera, Il Manifesto

Αναδημοσίευση από το https://commonality.gr 

Η Μάχη του Μυριοκέφαλου

Ιστορία

Στις 17 Σεπτεμβρίου 1176, οι Βυζαντινοί υπό τον αυτοκράτορα Μανουήλ Α Κομνηνό υφίστανται δεινή ήττα από τους Σελτζούκους Τούρκους του σουλτάνου Κιλίτζ Αρσλάν Β’ στην κλεισούρα του Μυριοκέφαλου και εγκαταλείπουν κάθε σκέψη για την ανακατάληψη της Μικράς Ασίας.

 

Μετά την μεγάλη τους νίκη στο Ματζικέρτ (1071) και την εδραίωση της κυριαρχίας τους στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας, οι Σελτζούκοι Τούρκοι αύξησαν δραματικά την πίεσή τους στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία, που βρισκόταν σε παρακμή. Το 1146, ο αυτοκράτορας Μανουήλ Α’ Κομνηνός εξεστράτευσε εναντίον τους και προέλασε μέχρι το Ικόνιο, αναγκάζοντας τον σουλτάνο Μασούντ Α’ να υπογράψει συνθήκη ειρήνης το επόμενο έτος, δια της οποίας οι ανακαταληφθείσες περιοχές και πόλεις από τον Μανουήλ επανήρχοντο στο Βυζάντιο. Ο διάδοχος του Μασούντ, Κιλίτζ Αρσλάν Β’ παραβίασε χρόνια αργότερα τους όρους της συνθήκης και άρχισε και πάλι τις επιδρομές στα εδάφη της αυτοκρατορίας

Ο Μανουήλ απάντησε με μια καλά οργανωμένη εκστρατεία, ηγούμενος πολυάριθμης στρατιάς από περίπου 30.000 άνδρες, στην οποία συμμετείχαν και σύμμαχες δυνάμεις από την Ουγγαρία, την Σερβία και από το Πριγκιπάτο της Αντιοχείας το οποίο εξουσίαζαν οι σταυροφόροι. Ο Κιλίτζ Αρσλάν με σαφώς μικρότερες δυνάμεις υποχωρούσε διαρκώς, παρενοχλώντας τους Βυζαντινούς με δυνάμεις ατάκτων και εφαρμόζοντας την τακτική της «καμμένης γης». Έτσι πριν ακόμη αρχίσει η μάχη, ο βυζαντινός στρατός άρχισε να αποδεκατίζεται από την έλλειψη εφοδίων και από δυσεντερία,εξαιτίας του μολυσμένου νερού.

Παρά την ευνοϊκή συγκυρία, ο σουλτάνος πρότεινε την σύναψη ειρήνης, την οποία ο Μανουήλ απέρριψε, παρά τις συστάσεις των στρατηγών του. Παράλληλα, έψαχνε την κατάλληλη τοποθεσία για να αντιμετωπίσει κατά μέτωπο τους Βυζαντινούς. Η αποφασιστική μάχη δόθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου 1176, σ’ ένα δύσβατο ορεινό πέρασμα κοντά στο εγκαταλελειμμένο χωριό Μυριοκέφαλο (Τσαρντάκ), στην περιοχή του Ικονίου, από το οποίο θα περνούσε υποχρεωτικά ο στρατός του Μανουήλ. Ο Κιλίτζ Αρσλάν πρόλαβε και έλαβε επίκαιρες θέσεις με τους άνδρες του, πιάνοντας στον ύπνο τους Βυζαντινούς, οι οποίοι υπέστησαν φοβερή καταστροφή. Την σύγχυση επέτεινε και μια σφοδρή αμμοθύελλα, που ελάττωσε τόσο πολύ ελαττώσει την ορατότητα, ώστε να μην είναι δυνατό οι πολεμιστές να διακρίνουν τους αντιπάλους τους και να σκοτώνονται μεταξύ τους.

Το περίεργο πάντως είναι ότι ο Κιλίτζ Αρσλάν ζήτησε την σύναψη ειρήνης, την οποία ο Μανουήλ αποδέχτηκε. Στους όρους της περιλαμβάνονται οι κατεδαφίσεις οχυρώσεων στα Βυζαντινο-Τουρκικά σύνορα (Δορύλαιο και Σουβλαίο) και την καταβολή φόρου.

Ο ίδιος ο αυτοκράτορας, σε μήνυμά του στην Κωνσταντινούπολη, παραλλήλισε την ήττα του στο Μυριοκέφαλο με την καταστροφή του Ρωμανού Δ’ Διογένη στο Ματζικέρτ, πριν από έναν αιώνα. Μετά την νίκη τους, οι Σελτζούκοι Τούρκοι δεν αντιμετώπισαν δυσκολίες για την επέκτασή τους στην Μικρά Ασία, καθώς η η Μάχη του Μυριοκέφαλου αποδιοργάνωσε το αμυντικό σύστημα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στην ευρύτερη περιοχή.

Μαρία Κάλλας 1923 – 1977

Ιστορία

Ελληνίδα υψίφωνος, η απόλυτη ντίβα στο χώρο του λυρικού θεάτρου. Με τα μοναδικά φωνητικά και υποκριτικά της προσόντα ανανέωσε την όπερα και το ρεπερτόριό της, ιδιαίτερα το ιταλικό «μπελ-κάντο». Αποτελεί σημείο αναφοράς για κάθε τραγουδίστρια της όπερας, που φιλοδοξεί να κερδίσει από τους ειδικούς και το κοινό τον τίτλο της «νέας Κάλλας».

Η Μαρία Σοφία Άννα Καικιλία Καλογεροπούλου, όπως ήταν το πλήρες ελληνικό όνομά της, γεννήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου του 1923 στη Νέα Υόρκη. Ήταν κόρη του φαρμακοποιού Γεωργίου Καλογερόπουλου από τον Μελιγαλά Μεσσηνίας και της Ευαγγελίας (Λίτσας) Δημητριάδη από τη Στυλίδα Φθιώτιδος. Οι γονείς της είχαν μετακομίσει στην αμερικανική μεγαλούπολη προς αναζήτηση καλύτερη τύχης.

Από νωρίς άρχισε να ασχολείται με τη μουσική, παίρνοντας τα πρώτα μαθήματα πιάνου-σολφέζ και σε ηλικία 11 ετών κέρδισε το πρώτο βραβείο σε διαγωνισμό παιδικών φωνών. Το 1937 εγκαταστάθηκε με τη μητέρα της και τη μεγάλη αδελφή της στην Αθήνα, μετά το διαζύγιο των γονιών της και εγγράφηκε στο Εθνικό Ωδείο, με δασκάλους τη Μαρία Τριβέλλα (τραγούδι), την Ήβη Πανά (πιάνο) και τον Γεώργιο Καρακαντά (μελοδραματική). Ο πρώτος ρόλος της ήταν η «Σαντούτσα» στην όπερα του Μασκάνι «Καβαλερία Ρουστικάνα», σε μία παράσταση των μαθητών του ωδείου. Το 1939 εγγράφηκε στο Ωδείο Αθηνών στην τάξη τραγουδιού της διάσημης Ελβίρα ντε Ιντάλγκο (σημαντική τραγουδίστρια της όπερας στις αρχές του 20ου αιώνα), κοντά στην οποία γνώρισε την υψηλή τεχνική των ρόλων του ιταλικού ρομαντικού ρεπερτορίου.

Το 1940 προσλήφθηκε στη Λυρική Σκηνή του τότε Βασιλικού Θεάτρου και το 1941 πρωτοεμφανίστηκε ως «Βεατρίκη» στην οπερέτα Βοκκάκιος του Σουπέ. Στη συνέχεια και ως το 1945 πρωταγωνίστησε στην Τόσκα (1942, 1943), στον Κάμπο του Ντ' Αλμπέρ (1944, 1945), στην Καβαλερία Ρουστικάνα (1944), στον Πρωτομάστορα του Μανώλη Καλομοίρη (1944, το μόνο ελληνικό έργο που τραγούδησε), στον Φιντέλιο του Μπετόβεν (1944) και την οπερέτα Ο Ζητιάνος Φοιτητής του βιεννέζου συνθέτη Καρλ Μιλέκερ (1945).

Τον Σεπτέμβριο του 1945 επέστρεψε στη γενέτειρά της, όπου ζούσε ο πατέρας της, για να προωθήσει τη διεθνή της καριέρα, αλλάζοντας το επίθετό της σε Κάλλας. Παρότι έμεινε άνεργη έως το 1947, δεν το έβαλε κάτω και μετά από μία επιτυχημένη ακρόαση της ανέθεσαν να τραγουδήσει την «Τζιοκόντα» στην ομώνυμη όπερα του Αμίλκαρε Πονκιέλι στην Αρένα της Βερόνας, έναν από τους σπουδαιότερους λυρικούς χώρους της Ιταλίας. Αν και γλίστρησε στη γενική δοκιμή και στραμπούληξε τον αστράγαλό της, κατάφερε να κάνει με επιτυχία το πρώτο σημαντικό βήμα της σταδιοδρομίας της στις 2 Αυγούστου του 1947.

Η Μαρία Κάλλας με τον Τζιανμπατίστα Μενεγκίνι

Μαέστρος της παράστασης ήταν ο διάσημος Τούλιο Σεραφίν, ο οποίος θαύμαζε τη φωνή της και έγινε δάσκαλός της, διευρύνοντας τους τεχνικούς και ερμηνευτικούς της ορίζοντες. Όμως, στη Βερόνα ζούσε και ο βιομήχανος Τζιανμπατίστα Μενεγκίνι, που τη λάτρεψε, όχι μόνο ως καλλιτέχνιδα, αλλά και ως γυναίκα. Έτσι, στις 21 Απρλίου του 1949, η Κάλλας τον παντρεύτηκε, παρότι είχε τα διπλά της χρόνια, ίσως για να αναπληρώσει συναισθηματικά την απουσία της πατρικής φιγούρας, όπως γράφτηκε.

Με τη βοήθεια του Μενεγκίνι η καριέρα της Κάλλας απογειώθηκε σε ρόλους δραματικής υψιφώνου και δραματικής κολορατούρα. Το 1951 εκπόρθησε και τη «Σκάλα» του Μιλάνου (άντρο της μεγάλης αντιπάλου της Ρενάτα Τεμπάλντι), με τους Σικελικούς Εσπερινούς του Βέρντι. Το 1954 η ευτραφής Κάλλας υποβλήθηκε σε διαιτητική θεραπεία για να χάσει κιλά και να μπορεί να ενσαρκώνει τους ρόλους της, όχι μόνο με τη φωνή της, αλλά και με το παρουσιαστικό της.

Μετά τη «Σκάλα» του Μιλάνου ήταν η σειρά της Μητροπολιτικής Όπερας της Νέας Υόρκης (ΜΕΤ) να υποκλιθεί στο φαινόμενο Μαρία Κάλλας το 1956. Η ελληνίδα ντίβα θα επιβάλλει πλήρως τους όρους της, αναγκάζοντας τον διευθυντή της Ράντολφ Μπινγκ όχι μόνο να της καταβάλλει το μεγαλύτερο ποσό που είχε πληρώσει ποτέ ο θίασος για καλλιτέχνη, αλλά και να δηλώσει ότι η πρώτη εμφάνιση της Κάλλας στη «ΜΕΤ» ήταν η πιο συναρπαστική βραδιά της ζωής του. Ο μύθος της είχε αρχίσει να δημιουργείται, βοηθούντος και του Τύπου.

Όμως, η εξαντλητική δίαιτα στην οποία είχε υποβληθεί και οι φωνητικοί ακροβατισμοί της (συχνά έφθανε στα όρια της φωνής της, ερμηνεύοντας εκ διαμέτρου αντίθετους ρόλους σε μία σεζόν ή και σε ένα ρεσιτάλ) είχαν επιπτώσεις στην ποιότητα της φωνής της, η οποία σταδιακά άρχισε να αδυνατίζει στις υψηλές νότες. Το καλοκαίρι του 1957 εμφανίστηκε στο Ηρώδειο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και κυριολεκτικά αποθεώθηκε.

Από το 1958 άρχισε η καθοδική της πορεία. Τον Ιανουάριο στη Ρώμη αποχώρησε με την πρώτη πράξη της Νόρμας του Μπελίνι και αποδοκιμάστηκε από το κοινό και τον Μάιο η «Σκάλα» του Μιλάνου της διέκοψε το συμβόλαιο. Ο Τύπος άρχισε να της επιτίθεται και πολλοί βρήκαν την ευκαιρία που χρόνια ζητούσαν να χύσουν χολή στην Ελληνίδα θεά «αυτή την καλλιτέχνιδα δεύτερης κατηγορίας, που έγινε Ιταλίδα χάρη στον γάμο της, Μιλανέζα χάρη στον αδικαιολόγητο θαυμασμό μιας μερίδας του κοινού της Σκάλας, και διεθνής χάρη στην επικίνδυνη φιλία της με την Έλσα Μάξγουελ», σχολίασε με κακοήθεια η ιταλική εφημερίδα Il Giorno.

Την ίδια χρονιά συνεργάστηκε με τους Αλέξη Μινωτή και Γιάννη Τσαρούχη για μια νέα παραγωγή της Μήδειας του Κερουμπίνι στη νεότευκτη Όπερα του Ντάλας. Αυτή η παράσταση μεταφέρθηκε το 1959 στο Κόβεντ Γκάρντεν του Λονδίνου και σ’ αυτή τη θριαμβευτική «πρεμιέρα» η Κάλλας γνώρισε τον Αριστοτέλη Ωνάση, τον μεγάλο ανεκπλήρωτο έρωτα της ζωής της.

Η Μαρία Κάλλας με τον Αριστοτέλη Ωνάση

Οι εμφανίσεις της από το 1960 άρχισαν να αραιώνουν. Το καλοκαίρι του 1960 τραγούδησε Νόρμα στην Επίδαυρο και τον επόμενο χρόνο στον ίδιο χώρο Μήδεια. Η παράσταση αυτή μεταφέρθηκε και στη Σκάλα του Μιλάνου την περίοδο 1961-1962. Παρ’ όλα αυτά, η σταδιοδρομία της στα ιταλικά θέατρα είχε τελειώσει οριστικά. Το 1962 τραγούδησε Όμπερον του Βέμπερ στο Λονδίνο και οι Τάιμς έγραψαν «Τώρα πια η φωνή της μπορεί να χαρακτηριστεί άσχημη και εκτός τόνου», όμως το κοινό συνέχισε να την αποθεώνει.

Το καλοκαίρι του 1964, σε μια έξοδό της από τον Σκορπιό, παρακολουθεί μαζί με τον Ωνάση μία μουσική εκδήλωση του φεστιβάλ της Λευκάδας και εκφράζει την επιθυμία να τραγουδήσει. Βρίσκεται ένα πιάνο κι ένας νεαρός πιανίστας (ο μετέπειτα συνθέτης Κυριάκος Σφέτσας), και χωρίς πρόβα η Κάλλας τραγουδά την άρια της Σαντούτσα Voi lo sapete, o mamma («Εσείς το ξέρετε, μητέρα») από την Καβαλερία Ρουστικάνα του Μασκάνι, που ήταν και ο πρώτος ρόλος της καριέρας της στην παράσταση του Εθνικού Ωδείου το 1937. Το 1965 αποσύρθηκε οριστικά από τις λυρικές παραστάσεις, παρά την εξαιρετική Τόσκα που τραγούδησε στη Μετροπόλιταν της Νέας Υόρκης. Το κύκνειο άσμα της ήταν η Νόρμα, που ανέβηκε στο Παρίσι, στις 29 Μαΐου του 1965. Στην τρίτη πράξη της όπερας του Μπελίνι κατέρρευσε επί σκηνής και μεταφέρθηκε λιπόθυμη στο καμαρίνι της.

Στη συνέχεια προσπαθεί να βάλει μια τάξη στα προσωπικά της. Ζητά διαζύγιο από τον σύζυγό της για να παντρευτεί τον Ωνάση, ο οποίος αρνείται να της το δώσει. Το 1966 απεκδύεται την αμερικανική υπηκοότητα και λαμβάνει την ελληνική. Με αυτή της την ενέργεια λύεται και τυπικά ο γάμος της με τον Μενεγκίνι. Πλέον, ελπίζει ότι ο Αριστοτέλης Ωνάσης θα της ζητήσει να παντρευτούν, κάτι που τελικά δεν συμβαίνει, καθώς τον Ιούλιο του 1968 ο Έλληνας μεγιστάνας παντρεύεται τη χήρα του Αμερικανού Προέδρου Κένεντι, Τζακ. Αυτή του η πράξη βυθίζει σε κατάθλιψη την κορυφαία υψίφωνο.

Καταβάλλει μεγάλες προσπάθειες να ξεπεράσει τα προσωπικά της προβλήματα, επανακάμπτοντας στην καλλιτεχνική δράση. Παίζει στην κινηματογραφική εκδοχή της Μήδειας του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Πιερ-Πάολο Παζολίνι (1969), ηχογραφεί δίσκους, διδάσκει όπερα στη μουσική σχολή Τζούλιαρντ της Νέας Υόρκης και δίνει ρεσιτάλ με ένα παλιό της γνώριμο, τον ιταλό τενόρο Τζουζέπε Ντι Στέφανο, που κι αυτός αντιμετώπιζε φωνητικά προβλήματα. Η τελευταία της εμφάνιση έγινε στην πόλη Σαπόρο της Ιαπωνίας στις 11 Δεκεμβρίου του 1974.

Έκτοτε, η Μαρία Κάλλας κλείστηκε στο διαμέρισμά της στο Παρίσι και τον εαυτό της. Η μεγάλη ντίβα έφυγε από τη ζωή το πρωί της 16ης Σεπτεμβρίου 1977 από καρδιακή προσβολή, σε ηλικία 54 ετών.

Πηγή: https://www.sansimera.gr

 

Αλεξάντερ Φλέμινγκ 1881 – 1955

Ιστορία

Ο σκωτσέζος γιατρός και ερευνητής Αλεξάντερ Φλέμινγκ κατέχει περίοπτη θέση στην ιστορία της ιατρικής με την ανακάλυψη της πενικιλίνης, που άνοιξε τον δρόμο για την αποτελεσματική χρήση των αντιβιοτικών φαρμάκων στην θεραπεία των μολυσματικών ασθενειών. Για το επίτευγμά του αυτό τιμήθηκε το 1945 με το Νόμπελ Φυσιολογίας – Ιατρικής.

O Αλεξάντερ Φλέμινγκ γεννήθηκε στις 6 Αυγούστου 1881, σ’ ένα μικρό αγρόκτημα στο Λόχφιλντ της νοτιοδυτικής Σκωτίας. Ήταν το τρίτο από τα τέσσερα παιδιά του αγρότη Χιού Φλέμινγκ και της δεύτερης συζύγου Γκρέις Μόρτον. Ο πατέρας του από τον πρώτο του γάμο είχε ακόμη τέσσερα παιδιά.

Σε ηλικία 16 ετών, εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο και γράφτηκε στο Βασιλικό Πολυτεχνικό Ινστιτούτο. Παράλληλα, βρήκε μια δουλειά γραφείου σε μια ναυτιλιακή εταιρεία για τα προς το ζην. Φαίνεται ότι οι σπουδές του στα τεχνικά επαγγέλματα δεν τόν έλκυαν και έτσι με την προτροπή του μεγάλου αδελφού του, που ήταν ήδη γιατρός, αποφάσισε να στραφεί στην ιατρική. Το 1903, έγινε δεκτός στην Ιατρική Σχολή του Νοσοκομείου «Σεντ Μέρι» (που αργότερα εντάχθηκε στο Αυτοκρατορικό Κολέγιο του Λονδίνου), από το οποίο αποφοίτησε τρία χρόνια αργότερα. Παρέμεινε στο «Σεντ Μέρι» και τα επόμενα χρόνια εργάστηκε ως βοηθός στην ερευνητική ομάδα του διακεκριμένου μικροβιολόγου Άλμροθ Ράιτ, δείχνοντας ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη βακτηριολογία.

Όταν ξέσπασε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, ο Αλεξάντερ Φλέμιγκ κατατάχθηκε στο ιατρικό σώμα του βρετανικού Στρατού. Εργάστηκε για την ανάπτυξη μιας θεραπείας που θα μείωνε τους θανάτους στρατιωτών από τις διάφορες μολύνσεις, υποστηρίζοντας ότι τα αντισηπτικά δεν ήταν αρκετά αποτελεσματικά. Ωστόσο, το εγχείρημά του απορρίφθηκε, κυρίως λόγω έλλειψης κονδυλίων.

Μετά το τέλος του Μεγάλου Πολέμου, επέστρεψε στο νοσοκομείο «Σεντ Μέρι» και συνέχισε την ιατρική του έρευνα. Το 1922 προσδιόρισε το ένζυμο λυσοζύμη, το οποίο απαντά σε ορισμένους ζωικούς ιστούς και εκκρίσεις, όπως είναι τα δάκρυα και το σάλιο, και ανακάλυψε τις ανασταλτικές του ιδιότητες στην δράση των βακτηρίων, ανακάλυψε δηλαδή ότι εκδήλωνε αντιβιοτική δραστηριότητα.

Το 1928 και συγκεκριμένα στις 15 Σεπτεμβρίου, έκανε τυχαία τη μεγάλη ανακάλυψη. Λίγο προτού καταστρέψει έναν δοκιμαστικό σωλήνα με την καλλιέργεια κάποιων βακτηριδίων σταφυλόκοκκου, παρατήρησε ότι είχε αναπτυχθεί ένα είδος μπλε μούχλας, που φάνηκε να είναι σε θέση να σκοτώσει τους επιβλαβείς μικροοργανισμούς. Μια σειρά πειραμάτων απέδειξε αργότερα τα συμπεράσματά του και οδήγησε στην ανακάλυψη της πενικιλίνης, όπως ονόμασε την δραστική ουσία.

Δυστυχώς, η έρευνά του έπρεπε να σταματήσει, καθώς δεν κατόρθωσε να προσελκύσει το ενδιαφέρον της ιατρικής κοινότητας. Το έργο του ολοκλήρωσαν άλλοι επιστήμονες στα τέλη της δεκαετίας του ’30, οπότε αμερικανικές και βρετανικές φαρμακοβιομηχανίες άρχισαν τη μαζική παραγωγή πενικιλίνης. Το νέο φάρμακο χρησιμοποιήθηκε ευρέως στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, για την αντιμετώπιση πολλών μολύνσεων.

Το 1945, ο Αλεξάντερ Φλέμινγκ τιμήθηκε με το Νόμπελ Φυσιολογίας – Ιατρικής για την ανακάλυψη της πενικιλίνης. Σε μια από τις δηλώσεις του είπε σεμνά και ταπεινά: «Η φύση δημιούργησε την πενικιλίνη. Εγώ απλώς τη βρήκα». Στην πραγματικότητα, η ανακάλυψή του έφερε τα πάνω - κάτω στη σύγχρονη ιατρική, αφού άνοιξε το δρόμο για τη δημιουργία πολλών αντιβιοτικών και την αντιμετώπιση δεκάδων ασθενειών.

Ένα χρόνο πριν από την βράβευσή του είχε αναγορευτεί σε «ιππότη» από τον βασιλιά της Μεγάλης Βρετανίας και έφερε έκτοτε τον τίλο του «σερ». Το 1946 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου Αθηνών και το 1951 επίτιμο μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Το 1953 η σχέση του με την Ελλάδα έγινε στενότερη, καθώς νυμφεύτηκε σε δεύτερο γάμο την ελληνίδα γιατρό Αμαλία Κουτσούρη, στενή συνεργάτιδά στο στο νοσοκομείο «Σεντ Μέρι» του Λονδίνου. Ήταν ο δεύτερος γάμος και για την λαίδη Αμαλία, η οποία έγινε ευρύτερη γνωστή ως Αμαλία Φλέμινγκ για την πολιτική δράση τα χρόνια της χούντας και τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης ως μέλος του ΠΑΣΟΚ. Από τον πρώτο του γάμο με την νοσηλεύτρια Σάρα ΜακΕλρόι (1881-1949), ο Φλέμινγκ είχε αποκτήσει ένα γιο, τον Ρόμπερτ Φλέμινγκ (1924-2015), ο οποίος ακολούθησε καριέρα γενικού ιατρού.

Ο Αλεξάντερ Φλέμινγκ πέθανε στις 11 Μαρτίου 1955, στο Λονδίνο, σε ηλικία 73 ετών.

Έιμι Γουαϊνχάουζ 1983 – 2011

Ιστορία

Αγγλίδα τραγουδοποιός, από τις σπουδαιότερες της γενιάς της. Με το ταλέντο, αλλά και την πολυτάραχη ζωή της, απασχολήσει όσο λίγες το κοινό και τα μέσα ενημέρωσης την πρώτη δεκαετία του 2000. Διέθετε μία βαθιά εκφραστική κοντράλτο φωνή και η μουσική της ήταν ένα εκλεκτικό μείγμα σόουλ, ριθμ εντ μπλουζ και τζαζ.

Η Έιμι Γουαϊνχάουζ γεννήθηκε στο Λονδίνο στις 14 Σεπτεμβρίου 1983 από γονείς ιουδαϊκού θρησκεύματος, που αγαπούσαν τη μουσική και την εμφύσησαν στα δύο παιδιά τους. Ο πατέρας της, Μιτς Γουϊανχάουζ, ήταν τεχνίτης υαλοπινάκων και η μητέρα της, Τζάνις Σίτον, φαρμακοποιός. Από τα 14 χρόνια της άρχισε να ασχολείται με τη μουσική και να σκαρώνει τα πρώτα της τραγούδια, ενώ συμμετείχε σε διάφορα τοπικά γκρουπ.

Στις αρχές του 2000 εμφανιζόταν σε κλαμπ του Λονδίνου, τραγουδώντας σόουλ και τζαζ επιτυχίες. Η εκφραστική φωνή της εντυπωσίασε τα αφεντικά της Island και το 2002 υπέγραψε συμβόλαιο συνεργασίας με τη θρυλική αγγλική δισκογραφική εταιρεία, θυγατρική πλέον της Universal.

Στις 20 Οκτωβρίου 2003 κυκλοφόρησε τον πρώτο της δίσκο με τίτλο «Frank», που γνώρισε κριτική αποδοχή και εμπορική αποδοχή. Από τον δίσκο ξεχώρισαν τα τραγούδια «Stronger Than Me», «Take the Box», «In My Bed» και «Fuck Me Pumps». Στις αρχές του χρόνου είχε γνωρίσει σ’ ένα μπαρ του Λονδίνου τον κατά ένα χρόνο μεγαλύτερό της Μπλέικ Φίλντερ-Σίβιλ, τεχνικό της τηλεόρασης, με τον οποίο θα έχει μία θυελλώδη ερωτική σχέση. Συχνά θα απασχολήσουν τα πρωτοσέλιδα του βρετανικού λαϊκού Τύπου με τη βίαιη συμπεριφορά τους και την εμπλοκή τους σε υποθέσεις ναρκωτικών. Θα παντρευτούν τον Μάιο του 2007 στο Μαϊάμι και θα χωρίσουν τον Αύγουστο του 2009.

Τον Ιούνιο του 2006 πεθαίνει η γιαγιά της Σύνθια, που ήταν τραγουδίστρια της τζαζ, κι ένα πρόσωπο που έπαιξε σημαντικό ρόλο στη ζωή της. Η Έιμι καταρρέει και πολλοί εντοπίζουν ξανά τη στροφή της στα ναρκωτικά και το αλκοόλ. Στις 26 Οκτωβρίου του ίδιου χρόνου κυκλοφόρησε το δεύτερό της άλμπουμ με τίτλο «Back to Black», που απογείωσε την καριέρα της και τις χάρισε πέντε βραβεία Γκράμι, τα περισσότερα που έχει κατακτήσει μία καλλιτέχνιδα σε μία μόνο διοργάνωση. Από τον δίσκο ξεχώρισαν τα τραγούδια «Rehab», «You Know I'm No Good», «Back to Black», «Tears Dry on Their Own» και «Love Is a Losing Game».

H επίδραση που έχει πλέον στη μουσική βιομηχανία είναι τόσο μεγάλη, ώστε να δημιουργηθεί ο όρος «το φαινόμενο Γουάινχαουζ» για να περιγράψει το πώς η επιτυχία της άνοιξε το δρόμο για την ολική επαναφορά της βρετανικής μουσικής στο παγκόσμιο προσκήνιο, για πρώτη φορά μετά τους Beatles. Η σαρωτική επιτυχία του δίσκου έσπασε τα όρια της μουσικής και πέρασε στην ευρύτερη ποπ κουλτούρα: η εμφάνισή της, με τα παλιομοδίτικα (vintage) ρούχα και τα εντυπωσιακά χτενίσματα, έγινε πρότυπο για αμέτρητες γυναίκες, με αποτέλεσμα να επηρεαστεί δραστικά η βιομηχανία της μόδας.

Η κατάσταση της υγείας της, όμως, επιδεινωνόταν δραματικά, λόγω του εθισμού της στο αλκοόλ και τα ναρκωτικά Η τελευταία -και ίσως η χειρότερη της καριέρας της- συναυλία έγινε στις 18 Ιουνίου 2011 στο Βελιγράδι. Η Γουαϊνχάουζ εμφανίστηκε στη σκηνή σε κατάσταση μέθης και αποδοκιμάστηκε έντονα από τους 20.000 θεατές. Τέσσερις ημέρες αργότερα ήταν προγραμματισμένη και η πρώτη της συναυλία στην Αθήνα, η οποία ακυρώθηκε.

Η Έιμι Γουαϊνχάουζ άφησε την τελευταία της πνοή στο σπίτι της στο Λονδίνο στις 23 Ιουλίου 2011, σε ηλικία μόλις 27 ετών. Ο θάνατός της οφειλόταν, σύμφωνα με τις τοξικολογικές εξετάσεις, σε υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ.

Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή 1873 – 1950

Ιστορία

Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή υπήρξε ένας από τους κορυφαίους μαθηματικούς της εποχής του με διεθνή αναγνώριση.Το επιστημονικό του έργο εκτείνεται σε ένα ευρύ φάσμα ενδιαφερόντων, από τα Μαθηματικά και την Φυσική ως την Αρχαιολογία. Πολυσχιδής προσωπικότητα, διέπρεψε ως καθηγητής μαθηματικών και από τα πανεπιστήμια του Βελγίου και της Γερμανίας, βρέθηκε να οργανώνει το Ιόνιο Πανεπιστήμιο στη Σμύρνη και να εργάζεται ως μηχανικός στο εργοτάξιο του φράγματος στο Ασουάν. Είχε φιλικές σχέσεις, μεταξύ άλλων, με τον Αλβέρτο Αϊνστάιν και τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή γεννήθηκε στις 13 Σεπτεμβρίου 1873, στο Βερολίνο, όπου ο πατέρας του Στέφανος Καραθεοδωρή υπηρετούσε ως πρεσβευτής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η μητέρα του Δέσποινα Πετροκόκκινου καταγόταν από αρχοντική οικογένεια της Χίου.

 

Από το 1891 έως το 1895, σπούδασε πολιτικός μηχανικός στη Στρατιωτική Σχολή των Βρυξελλών. Μετά την αποφοίτησή του αποδέχτηκε την πρόσκληση του θείου του, Αλέξανδρου Καραθεοδωρή, ο οποίος ήταν γενικός διοικητής της Κρήτης, να τον επισκεφθεί στα Χανιά. Εκεί γνωρίστηκε με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος αργότερα ως πρωθυπουργός της Ελλάδας θα τον προσκαλέσει να οργανώσει το νεοσύστατο πανεπιστήμιο της Σμύρνης κατά την διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας,

Στην συνέχεια πήγε στη Μυτιλήνη, όπου μετείχε στην κατασκευή έργων οδοποιίας, ενώ το 1898 πήγε στην Αίγυπτο, για να εργαστεί ως μηχανικός στην βρετανική εταιρεία που κατασκεύαζε το φράγμα στο Ασουάν. Κατά την εκεί παραμονή του συνέχισε να μελετά μαθηματικά συγγράμματα, ενώ έκανε και μετρήσεις στην κεντρική είσοδο της πυραμίδας του Χέοπος, τις οποίες και δημοσίευσε.

Στην Αίγυπτο, ο Καραθεοδωρή κατάλαβε πόσο μεγάλη γοητεία και επιρροή ασκούσαν πάνω του τα Μαθηματικά και συνειδητοποίησε πως η δουλειά του μηχανικού δεν ήταν εκείνη που αναζητούσε το ανήσυχο πνεύμα του. Έτσι το 1900, ο 27χρονος πια Καραθεοδωρή, προς μεγάλη έκπληξη των δικών του, αποφάσισε να εγκαταλείψει το επάγγελμα του μηχανικού και να πάει στην Γερμανία για να σπουδάσει Μαθηματικά.

Για δύο χρόνια παρακολούθησε μαθήματα Μαθηματικών στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, με διαπρεπείς καθηγητές, όπως ο Λάτσαρους Φουκς και Φέρντιναντ Φρομπένιους.Το 1904 υπέβαλε την διδακτορική του διατριβή με τίτλο « Περί των Ασυνεχών Λύσεων του Λογισμού των Μεταβολών» στο Πανεπιστήμιο της Γοττίγγης (Γκέτινγκεν), η οποία έγινε δεκτή και το 1905 αναγορεύτηκε σε διδάκτορα της Φιλοσοφίας των Μαθηματικών.

Το 1908, νυμφεύτηκε την Ευφροσύνη Καραθεοδωρή, μακρινή συγγενή του. Το ζευγάρι απέκτησε δύο παιδιά: τον Στέφανο και την Δέσποινα, σύζυγο τα κατοπινά χρόνια του πολιτικού και Προέδρου της Βουλής Κωνσταντίνου Ροδόπουλου.

Η φήμη που απέκτησε τα επόμενα χρόνια στην Γερμανία, τον έφερε σε φιλική και επαγγελματική επαφή με τον Αλβέρτο Αϊνστάιν. Οι δύο άνδρες γνωρίστηκαν το 1915 διατήρησαν μια επιστημονική σχέση, στηριγμένη στην αλληλοεκτίμηση και αλληλοσεβασμό. Οι θεωρίες που κατά καιρούς παρουσιάζουν τον Καραθεοδωρή ως καθοδηγητή του Αϊνστάιν σχετικά με τη διατύπωση της θεωρίας της σχετικότητας δεν έχουν επιβεβαιωθεί από τα υπάρχοντα στοιχεία (αλληλογραφία, δημοσιεύματα κ.λπ.).

Το 1913, έγινε καθηγητής στην έδρας της Μαθηματικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου του Γοττίγγης, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι το 1918. Το 1920, με πρόσκληση του Ελευθερίου Βενιζέλου, ανέλαβε να οργανώσει το νεοσύστατο Ιόνιο Πανεπιστήμιο στη Σμύρνη. Η απόφαση του Καραθεοδωρή να επιστρέψει στην πατρίδα του προκειμένου να της φανεί χρήσιμος, παρόλο που μεσουρανούσε στη Γερμανία, είναι ενδεικτική της αγάπης του για την Ελλάδα.

Στην Σμύρνη, ο Καραθεοδωρή έμεινε μέχρι την κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου, τον Αύγουστο του 1922. Όταν οι Τούρκοι εισέβαλαν στην πόλη, ο Καραθεοδωρή κατόρθωσε να διασώσει τη βιβλιοθήκη και πολλά από τα εργαστηριακά όργανα του Ιονίου Πανεπιστημίου και να τα μεταφέρει στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Παρέμεινε στην Αθήνα και το 1922 διορίστηκε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και τον επόμενο χρόνο στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Απογοητευμένος από την κατάσταση των ελληνικών πανεπιστημίων, εγκατέλειψε την Ελλάδα το 1924, για να αναλάβει θέση καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, που εκείνο τον καιρό ήταν το δεύτερο μεγαλύτερο πανεπιστήμιο της Γερμανίας και δίδασκαν σ' αυτό κορυφαία ονόματα.

Το 1930, πάλι με πρόσκληση του Ελευθέριου Βενιζέλου, ανέλαβε καθήκοντα κυβερνητικού επιτρόπου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, προκειμένου να βοηθήσει στην αναδιοργάνωση του πρώτου και στην οργάνωση του νεοσύστατου δεύτερου. Το 1932, επέστρεψε στην έδρα του στο Μόναχο και παρέμεινε στην πόλη αυτή, ακόμα και μέσα στα δύσκολα χρόνια του Β Παγκοσμίου Πολέμου.

Η συμβολή του στα μαθηματικά ήταν σημαντική ιδίως στους τομείς της πραγματικής ανάλυσης, της συναρτησιακής ανάλυσης και της θεωρίας μέτρου και ολοκλήρωσης.

Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή πέθανε στο Μόναχο στις 2 Φεβρουαρίου 1950, σε ηλικία 72 ετών και ενταφιάστηκε στο κοιμητήριο Βαλντφρίνχοφ της πρωτεύουσας της Βαυαρίας.

 

Η Μάχη της Πέτρας

Ιστορία

Η Μάχη της Πέτρας υπήρξε η τελευταία μάχη του Αγώνα για την ελληνική ανεξαρτησία. Έλαβε χώρα στις 12 Σεπτεμβρίου 1829 στην Πέτρα της Βοιωτίας, μεταξύ Θήβας και Λιβαδειάς. Την εποχή εκείνη ήταν μία στενή δίοδος, που σχημάτιζαν οι όχθες της Λίμνης Κωπαΐδας και το βουνό Ζαγαρά (Ελικών). Επικεφαλής των ελληνικών δυνάμεων ήταν ο Δημήτριος Υψηλάντης, που κατά περίεργη συγκυρία έθεσε τέρμα στον Αγώνα, τον οποίον είχε αρχίσει ο αδελφός του, Αλέξανδρος, με τη διάβαση του Προύθου στις 24 Φεβρουαρίου 1821.

Το καλοκαίρι του 1829, η Πελοπόννησος με τα νησιά και μεγάλο μέρος της Στερεάς Ελλάδας είχαν απελευθερωθεί. Τη διακυβέρνηση των περιοχών αυτών είχε αναλάβει με απόφαση της Εθνοσυνέλευσης ο Ιωάννης Καποδίστριας. Πρώτο μέλημα του Κυβερνήτη ήταν η δημιουργία τακτικού στρατού και η εκκαθάριση της Στερεάς Ελλάδας από τα υπολείμματα των Οθωμανών. Ο Καποδίστριας είχε πληροφορίες ότι στο μελλοντικό ελληνικό κράτος θα συμπεριλαμβάνονταν όσες περιοχές θα είχαν απελευθερωθεί δι' ιδίων δυνάμεων.

Οι Έλληνες ήταν απογοητευμένοι με τη Συνθήκη του Λονδίνου (10/3/1829), που προέβλεπε ελληνικό κράτος με σύνορα τη γραμμή Παγασητικού - Αμβρακικού, υπό την επικυριαρχία του σουλτάνου. Όμως, το ξέσπασμα του ρωσοτουρκικού πολέμου τούς αναπτέρωσε το ηθικό, καθώς πίστευαν ότι η φορά των πραγμάτων θα ήταν διαφορετική και η εθνική ανεξαρτησία δεν θα αργούσε.

Τον Αύγουστο του 1829 ο τουρκαλβανός πολέμαρχος Ασλάν Μπέης Μουχουρδάρης, σταλμένος από τη Λάρισα με 4.000 άνδρες, προέλασε ανενόχλητος και διαμέσου Λαμίας και Θήβας έφθασε στην Αθήνα. Στόχος του, να ανεφοδιάσει τη φρουρά της Ακροπόλεως και στη συνέχεια να οδηγήσει στη Θράκη όλες τις διαθέσιμες δυνάμεις για την αντιμετώπιση του ρωσικού κινδύνου. Αφού συγκέντρωσε περί τους 7.000 άνδρες, άρχισε την προς βορρά πορεία του. Μαζί του ήταν και ο Οσμάναγας Ουτσιάκαγας, επικεφαλής των τουρκικών δυνάμεων της Αττικής.

Ο Υψηλάντης είχε πληροφορηθεί έγκαιρα τις προθέσεις των Τούρκων και επέλεξε τη στενή δίοδο της Πέτρας για να εμποδίσει το πέρασμα του εχθρού, που διέθετε πυροβολικό και ισχυρές δυνάμεις πεζικού και ιππικού. Η ελληνική δύναμη εμφανίσθηκε στην περιοχή στις 28 Αυγούστου. Ανερχόταν σε περίπου 3.000 άνδρες και ήταν χωρισμένη σε 4 χιλιαρχίες. Για πρώτη, ίσως, φορά οι Έλληνες παρουσίασαν τακτικό στρατό, που οφείλεται στις στρατιωτικές μεταρρυθμίσεις του Καποδίστρια, με τη δημιουργία το 1828 του Λόχου των Ευελπίδων. Ο Υψηλάντης είχε σχέδιο για τη μάχη, προχωρώντας σε πρώτη φάση στην κατασκευή οχυρωματικών έργων.

Το απόγευμα της 10ης Σεπτεμβρίου φάνηκε, επιτέλους, ο τουρκικός στρατός, που στρατοπέδευσε σε μικρή απόσταση από τις ελληνικές δυνάμεις. Τα χαράματα της 12ης Σεπτεμβρίου το σύνολο των τουρκικών δυνάμεων κινήθηκε εναντίον των ελληνικών οχυρωματικών θέσεων. Ένα βήμα πριν από την εισπήδηση των οχυρωμάτων, οι Τούρκοι δέχτηκαν καταιγισμό πυρών από τους Έλληνες, οι οποίοι στη συνέχεια βγήκαν από τα χαρακώματα και με τα ξίφη τους επέπεσαν επί των επιτιθεμένων. Οι τουρκαλβανοί άτακτοι γρήγορα υποχώρησαν, παρασύροντας και τους υπόλοιπους Τούρκους, που κινδύνευαν να περικυκλωθούν.

Η Μάχη της Πέτρας, παρότι δεν επέφερε την τελειωτική ήττα του εχθρού, αποτελεί οπωσδήποτε λαμπρή νίκη των ελληνικών όπλων. Το ηθικό των Τούρκών καταρρακώθηκε, ενώ δεν πέτυχαν και τον στόχο τους να διαβούν το στενά. Οι απώλειες και από τις δύο πλευρές δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλες. Οι Έλληνες είχαν 3 νεκρούς και 12 τραυματίες, ενώ οι Τούρκοι άφησαν στο πεδίο της μάχης περίπου 100 νεκρούς και 4 σημαίες.

Την επομένη της μάχης (13 Σεπτεμβρίου) ο τούρκος διοικητής Οσμάναγας Ουτσιάκαγας, που ενδιαφερόταν να εκτελέσει τις διαταγές της Πύλης και να βρεθεί στη Θράκη, προσφέρθηκε να συνθηκολογήσει με τους Έλληνες, προκειμένου να περάσει τα στενά της Πέτρας. Οι Έλληνες δέχθηκαν, υπό τον όρο να παραδώσουν την περιοχή από τη Λιβαδιά ως τις Θερμοπύλες και την Αλαμάνα. Έπειτα από διαπραγματεύσεις που κράτησαν όλη τη μέρα, η συνθήκη υπογράφηκε τη νύχτα της 13ης προς τη 14η Σεπτεμβρίου.

Οι Τούρκοι θα παραχωρούσαν όλη την Ανατολική Στερεά Ελλάδα, εκτός από την Αθήνα και τη Χαλκίδα. Οι Έλληνες, από την πλευρά τους, ανέλαβαν την υποχρέωση να αφήσουν τον εχθρό να διέλθει ακωλύτως από το στενό της Πέτρας. Και εκτέλεσαν στο ακέραιο τα συμφωνηθέντα το πρωί της 14ης Σεπτεμβρίου 1829. Την ίδια ημέρα οι ηττημένοι του ρωσσοτουρκικού πολέμου, Τούρκοι, υπέγραφαν τη συνθήκη της Ανδριανουπόλεως με την οποία ουσιαστικά αναγνώριζαν την ανεξαρτησία της Ελλάδας.

Η Μάχη της Πέτρας έχει ιδιαίτερη αξία, γιατί ήταν η πρώτη και μοναδική φορά κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του '21, που μία επίλεκτη τουρκική στρατιά συνθηκολόγησε επί του πεδίου της μάχης.

11η Σεπτεμβρίου 2001

Ιστορία

11 Σεπτεμβρίου 2001, 8:45 π.μ.: Η Νέα Υόρκη και όλος ο κόσμος παγώνουν, όταν ένα αεροσκάφος της εταιρίας American Airlines, με 92 επιβαίνοντες, προσκρούει στον βόρειο Πύργο του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου, προκαλώντας καταστροφική έκρηξη. Πάνω από τον 75ο όροφο το κτίριο τυλίγεται στις φλόγες και ο πανικός που προκαλείται είναι άνευ προηγουμένου. Δεκάδες άνθρωποι σκοτώνονται, ενώ αρκετοί είναι αυτοί που πηδούν στο κενό για να σωθούν.

Σωστικά συνεργεία και δημοσιογράφοι σπεύδουν στο σημείο και λίγα λεπτά αργότερα, στις 9:03 π.μ., οι τηλεοπτικοί σταθμοί μεταδίδουν σε απευθείας σύνδεση ένα ακόμη αεροσκάφος της ίδιας εταιρίας, με 64 επιβαίνοντες, να προσκρούει στον νότιο Πύργο του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου.

Η Αμερική παραδίδεται στον εφιάλτη της τρομοκρατίας. Δεν είναι μόνο η αμερικανοί πολίτες που δυσκολεύονται να πιστέψουν αυτό που συνέβη, αλλά ολόκληρη η ανθρωπότητα. Ο αμερικανός πρόεδρος Τζορτζ Γ. Μπους, που πραγματοποιεί επίσκεψη σε σχολείο της Φλόριντα, πληροφορείται τα γεγονότα από τον αρχηγό του γενικού επιτελείου και αμέσως κάνει την πρώτη του ανακοίνωση: «Πρόκειται για εθνική τραγωδία. Δύο αεροσκάφη συνετρίβησαν στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου, σε μια ενδεχόμενη τρομοκρατική επίθεση εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών».

Όμως, το έργο των τρομοκρατών δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί. Στις 9:43 π.μ. η πτήση 77 της American Airlines, που ξεκίνησε από την Ουάσιγκτον και είχε προορισμό το Λος Άντζελες, με 64 επιβάτες, προσκρούει στο Πεντάγωνο, μέρος του οποίου καταρρέει. Κανείς δεν ξέρει τι θα ακολουθήσει και για προληπτικούς λόγους εκκενώνονται ο Λευκός Οίκος, το Καπιτώλιο, το Υπουργείο Δικαιοσύνης, το Ανώτατο Δικαστήριο και όλα τα ομοσπονδιακά κτίρια στην Ουάσινγκτον, καθώς επίσης και τα κτίρια των Ηνωμένων Εθνών και της Παγκόσμιας Τράπεζας.

Αλλά η τραγωδία στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου δεν έχει τελειώσει. Με διαφορά λίγων λεπτών, καταρρέουν διαδοχικά οι δίδυμοι πύργοι και ένα τεράστιο σύννεφο σκόνης καλύπτει τον ουρανό του Μανχάταν. Χιλιάδες άνθρωποι βρίσκουν τραγικό θάνατο κάτω από τόνους τσιμέντου.

Όπως έγινε αργότερα γνωστό, ένα ακόμα αεροσκάφος της United Airlines, που είχε απογειωθεί από το αεροδρόμιο του Νιου Τζέρσεϊ, με προορισμό το Λος Άντζελες, είχε καταληφθεί επίσης από τρομοκράτες. Τα σχέδιά τους, όμως, εικάζεται ότι ανέτρεψαν οι επιβάτες, που εξεγέρθηκαν, με αποτέλεσμα το αεροσκάφος να καταπέσει περίπου 100 χλμ. ανατολικά του Πίτσμπουργκ, στην πολιτεία της Πενσιλβάνια.

Υπολογίζεται ότι από τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου έχασαν τη ζωή τους περισσότεροι από 3.000 άνθρωποι. Από την πρώτη στιγμή, οι ΗΠΑ χαρακτήρισαν ως υπ' αριθμόν ένα καταζητούμενο τον πολυεκατομμυριούχο σαουδάραβα Οσάμα Μπιν Λάντεν, αρχηγό του τρομοκρατικού δικτύου της Αλ Κάιντα. Σε τηλεοπτικό διάγγελμά του προς τους αμερικανούς πολίτες, ο πρόεδρος Μπους υποσχέθηκε σκληρή απάντηση, όχι μόνο στους τρομοκράτες, αλλά και σε αυτούς που τους υποθάλπουν.

Περίπου ένα μήνα αργότερα, στις 8 Οκτωβρίου, οι ΗΠΑ επιτέθηκαν στο Αφγανιστάν, ανατρέποντας τους Ταλιμπάν, που παρείχαν άσυλο στον Λάντεν. Στο όνομα του «πολέμου κατά της διεθνούς τρομοκρατίας», το Μάρτιο του 2003 οι ΗΠΑ επιτέθηκαν και στο Ιράκ, ανατρέποντας τον Σαντάμ Χουσεΐν, ενώ η Αλ Κάιντα απάντησε με επιθέσεις κατά συμμάχων των Αμερικανών, όπως στις 11 Μαρτίου 2004 στο σιδηροδρομικό δίκτυο της Μαδρίτης και στις 7 Ιουλίου 2005 στο μετρό του Λονδίνου. Όπως πολλοί αναλυτές είχαν προβλέψει, μετά την 11η Σεπτεμβρίου, «ο κόσμος δεν θα είναι πια ο ίδιος»…

Πηγή: https://www.sansimera.gr