510 New Articles

Λευκάδιος Χερν 1850 – 1904

Ο συγγραφέας Πάτρικ Λευκάδιος Χερν (Patrick Lafcadio Hearn) γεννήθηκε στις 27 Ιουνίου του 1850 στη Λευκάδα (εξ ου και το μεσαίο όνομά του). Πατέρας του ήταν ο ιρλανδός γιατρός Κάρολος Μουσχ Χερν, που υπηρετούσε τότε στα αγγλοκρατούμενα Επτάνησα, και μητέρα του η Ρόζα Κασιμάτη απ’ τα Κύθηρα.

Μια μετάθεση του πατέρα του το 1856 στις Ινδίες είχε ως συνέπεια τον χωρισμό των γονέων του. Ο μικρός Λευκάδιος μετακόμισε τότε στο Δουβλίνο, όπου δοκίμασε τις πρώτες πίκρες από τη σκληρή συμπεριφορά της δεσποτικής θείας του. Στα 16 του χρόνια έχασε την όρασή του απ’ το αριστερό του μάτι. Λίγο αργότερα, ο πατέρας του πέθανε και λόγω οικονομικών δυσχερειών αναγκάστηκε να σταματήσει το σχολείο.

Σε ηλικία 19 ετών έφυγε για την Αμερική. Εγκαταστάθηκε στο Σινσινάτι, όπου έπιασε δουλειά ως δημοσιογράφος. Το 1877 μετακόμισε στη Νέα Ορλεάνη για μια σειρά άρθρων και παρέμεινε εκεί για 10 χρόνια, μεταφράζοντας έργα ξένων λογοτεχνών. Κατόπιν, η εκδοτική εταιρία για την οποία δούλευε τον έστειλε στις Δυτικές Ινδίες. Στα τρία χρόνια που έμεινε εκεί έγραψε δύο νουβέλες.

Την άνοιξη του 1890 ο Χερν ταξίδεψε στην Ιαπωνία, όπου έμελλε να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του. Ασπάστηκε τον βουδισμό, παντρεύτηκε, πήρε την ιαπωνική υπηκοότητα και άλλαξε το όνομά του σε Γιάκομο Κοϊζούμι.

Εργάστηκε ως καθηγητής Αγγλικής Φιλολογίας κι έγραψε πολλά μυθιστορήματα και ταξιδιωτικά διηγήματα, μέσω των οποίων γνώρισε στη Δύση τον πολιτισμό της Ανατολής. Στα ελληνικά κυκλοφορούν: Το αγόρι που ζωγράφιζε γάτες και άλλες ιστορίες (εκδόσεις Εστία), Εντός του Κύκλου των Ψυχών (εκδόσεις Ίνδικτος), Η Χώρα των Χρυσανθέμων (εκδόσεις Κέδρος), Ιαπωνικοί Θρύλοι (εκδόσεις Σιδέρη), Κείμενα από την Ιαπωνία (εκδόσεις Ίνδικτος).

Ο Λευκάδιος Χερν πέθανε στις 26 Σεπτεμβρίου του 1904.

Φράνκο Μοντιλιάνι 1918 – 2003

Ιταλοαμερικανός οικονομολόγος της νεοκεϊνσιανής σχολής, βραβευμένος με Νόμπελ Οικονομίας το 1985. Είναι γνωστός για την Υπόθεση του κύκλου ζωής (Life - Cycle Hypothesis) και για το Θεώρημα Μοντιλιάνι-Μέρτον (Modigliani-Merton Theorem»). Υπήρξε καθηγητής του τέως πρωθυπουργού Λουκά Παπαδήμου και του νυν διοικητή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής ΤράπεζαςΜάριο Ντράγκι, όταν οι δυο τους πραγματοποιούσαν μεταπτυχιακές σπουδές στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Μασαχουσέτης (MIT).

Ο Φράνκο Μοντιλιάνι (Franco Modigliani) γεννήθηκε στις 18 Ιουνίου 1918 στη Ρώμη. Ο πατέρας του Ενρίκο Μοντιλιάνι ήταν παιδίατρος και η μητέρα του Όλγα Φλάσελ εθελόντρια κοινωνική λειτουργός. Η ζωή του άλλαξε δραματικά στα 14 του, όταν ο πατέρας του πέθανε κατά τη διάρκεια εγχείρησης. Ο μέτριος έως τότε μαθητής άρχισε να διαβάζει μανιωδώς και υπερπηδώντας μία τάξη του Λυκείου βρέθηκε στα 17 του φοιτητής του Πανεπιστημίου της Ρώμης.

Η οικογένειά του πίστευε ότι θα ακολουθήσει το επάγγελμα του πατέρα του, αυτός όμως προτίμησε να σπουδάσει νομικά, τα οποία άνοιγαν πολλές πόρτες στην πατρίδα του. Στο δεύτερο έτος των σπουδών του πήρε μέρος σε ένα φοιτητικό διαγωνισμό οικονομικών και προς μεγάλη του έκπληξη απέσπασε το πρώτο βραβείο. Τότε άρχισε να ενδιαφέρεται για τα οικονομικά, αλλά κάποιοι από τους καθηγητές του τον απέτρεψαν, επειδή μεγάλα ονόματα της οικονομικής σκέψης είχαν εξοβελιστεί από τη διδακτέα ύλη των Πανεπιστημίων, με εντολή του φασίστα Μπενίτο Μουσολίνι, που κυβερνούσε εκείνη την περίοδο την Ιταλία. Έτσι, συνέχισε τις σπουδές του στη Νομική και τα βράδια εντρυφούσε στους κλασικούς της οικονομίας, όπως τους είχαν συστήσει οι καθηγητές του.

Το 1939, όντας μεταπτυχιακός φοιτητής, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Ιταλία, λόγω της αντιφασιστικής του δράσης και της εβραϊκής του καταγωγής. Κατέφυγε στη Γαλλία, έπειτα από πρόσκληση της οικογένειας της φίλης του Σερένα Κάλαμπι, την οποία παντρεύτηκε τον Μάιο της ίδιας χρονιάς. Γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης, αλλά τα μαθήματα του φάνηκαν ανιαρά και χωρίς ουσία. Προτίμησε να ολοκληρώσει τη διδακτορική του διατριβή, την οποία υπέβαλε στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης. Τον Ιούνιο του 1939 ανακηρύχθηκε διδάκτορας νομικής, σε μια εποχή που τα τύμπανα του πολέμου άρχισαν να ηχούν.

Στα τέλη Αυγούστου 1939 μαζί με την σύζυγό του μετακόμισε στις Ηνωμένες Πολιτείες, λίγες μόνο μέρες πριν από την εισβολή της Ναζιστικής Γερμανίας στην Πολωνία, που σήμανε την έναρξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Στη νέα του πατρίδα αναζωπυρώθηκε το ενδιαφέρον του για τα οικονομικά, χάρη στην υποτροφία που πήρε για τη Νέα Σχολή Κοινωνικής Έρευνας, ένα εκπαιδευτικό ίδρυμα που έδρευε στη Νέα Υόρκη και δημιουργήθηκε για να φιλοξενήσει εμιγκρέδες ακαδημαϊκούς και μεταπτυχιακούς φοιτητές από την εμπόλεμη Ευρώπη. Εκεί συνάντησε τον ουκρανοεβραίο καθηγητή Τζέικομπ Μάρσακ (1898-1977), ο οποίος τον μύησε στον κεϋνσιανισμό, που εκείνη την περίοδο αποτελούσε ό,τι το πιο προωθημένο στην οικονομική σκέψη, και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξή του. Για να εξασφαλίσει τα προς το ζην εργαζόταν τα πρωινά σ' ένα βιβλιοπωλείο, που πουλούσε ευρωπαϊκά βιβλία.

Το 1941 ξεκίνησε το διδακτικό του έργο, πρώτα στο Κολέγιο Θηλέων του Νιου Τζέρσεϊ και στη συνέχεια στο Κολέγιο Μπαρντ, ως λέκτορας οικονομικών και στατιστικής. Το 1944 έλαβε το διδακτορικό του από τη Νέα Σχολή Κοινωνικής Έρευνας και το 1946 απέκτησε την αμερικανική υπηκοότητα. Το 1948 αποδέχτηκε τη θέση καθηγητή πολιτικής οικονομίας στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου, ενώ ταυτόχρονα εντάχθηκε στην Επιτροπή Κόουλς για την Οικονομική Έρευνα. Λίγο αργότερα τέθηκε επικεφαλής του ερευνητικού προγράμματος για τις Προσδοκίες και τους κύκλους οικονομικής διακύμανσης στο Πανεπιστήμιο του Ιλινόις. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο πανεπιστήμιο συνεργάστηκε με τον μαθητή του Ρίτσαρντ Μπρούμπεργκ, θέτοντας τα θεμέλια γι’ αυτό που αργότερα θα ονομαζόταν Υπόθεση του Κύκλου Ζωής (Life Cycle Hypothesis), μια θεωρία που υποστηρίζει ότι τα άτομα προγραμματίζουν την καταναλωτική και αποταμιευτική τους συμπεριφορά σε μακροχρόνιο ορίζοντα, ώστε να πετύχουν την καλύτερη δυνατή διαχρονικά κατανομή της κατανάλωσής τους για όσα χρόνια ελπίζουν ότι θα ζήσουν. Παράλληλα, οι δημοσιεύσεις του συνέβαλαν στη θεμελίωση της μετέπειτα θεωρίας των ορθολογικών προσδοκιών.

Το 1960 έγινε καθηγητής στο περίφημο Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Μασαχουσέτης, στο οποίο και παρέμεινε έως τη συνταξιοδότησή του το 1985. Σε συνεργασία με τον Αμερικανό οικονομολόγο Μέρτον Μίλερ (1923-2000), διεξήγαγε μια σημαντική έρευνα για τις χρηματοοικονομικές αγορές, καταλήγοντας στο Θεώρημα Μοντιλιάνι-Μίλερ, σύμφωνα με το οποίο η διαπραγματεύσιμη τιμή της μετοχής μιας εταιρείας εξαρτάται πρωταρχικά από τις προσδοκίες των επενδυτών για τα μελλοντικά κέρδη της εταιρείας. Στα τέλη της δεκαετίας του '70 δύο από τους πιο διακεκριμένους μαθητές του ήταν ο τέως πρωθυπουργός της Ελλάδας Λουκάς Παπαδήμος και ο νυν πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Μάριο Ντράγκι, με τους οποίους συνεργάστηκε σε ερευνητικά προγράμματα.

Το 1985 τιμήθηκε με το Νόμπελ Οικονομίας για τις αναλύσεις του σχετικά με την αποταμίευση και τις χρηματαγορές. Χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα τον Οκτώβριο του 2010, ο χρηματιστής Νίκολας Ταλέμπ (συγγραφέας του πολύκροτου μπεστ-σέλερ Ο Μαύρος Κύκνος) κατηγόρησε τον Μοντιλιάνι και άλλους νομπελίστες οικονομολόγους των τελευταίων χρόνων ότι με τις λανθασμένες θεωρίες τους για την εκτίμηση και την αποτίμηση των κινδύνων, οι οποίες περιβλήθηκαν με τη σφραγίδα της αυθεντίας, συνέβαλαν στη διεθνή οικονομική κρίση του 2008.

Το 1997 ο Μοντιλιάνι επισκέφθηκε την Αθήνα, έπειτα από πρόσκληση του παλιού του μαθητή και τότε διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Λουκά Παπαδήμου και συμμετείχε σε ημερίδα με θέμα την ανεργία. Πιστός στην κεϊνσιανή θεωρία, είχε τότε αποδώσει το ευρωπαϊκό πρόβλημα της ανεργίας στην ανεπάρκεια της ζήτησης και είχε καταγγείλει τη «μανιακή προσήλωση» της Ομοσπονδιακής Τράπεζας της Γερμανίας (Bundesbank) στη νομισματική σταθερότητα.

Ο Φράνκο Μοντιλιάνι πέθανε στις 25 Σεπτεμβρίου 2003 στο Κέμπριτζ της Μασαχουσέτης, σε ηλικία 85 ετών.

 

Αντρέ Γκορζ 1923 – 2007

O Γάλλοαυστριακός φιλόσοφος και δημοσιογράφος Αντρέ Γκορζ υπήρξε ένας από τους βασικούς θεωρητικούς της Νέας Αριστεράς τις δεκαετίες του εξήντα και εβδομήντα, καθώς και ένας εκ των ιδρυτών του εβδομαδιαίου περιοδικού «La Nouvel Observateur» («Ο Νέος Παρατηρητής»), ενός εντύπου με σοσιαλδημοκρατική οπτική και κυκλοφορία γύρω στα 500.000 τεύχη στις αρχές του αιώνα μας.

Ο Γκέρχαρτ Χιρς, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στην Βιέννη στις 9 Φεβρουαρίου 1923 από εβραίο πατέρα και καθολική μητέρα. Με το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου μετανάστευσε στην Ελβετία και στην συνέχεια στην Γαλλία, όπου υιοθέτησε το όνομα Αντρέ Γκορζ.

Ο Γκορζ αρχικά υπήρξε οπαδός του υπαρξιστικού ρεύματος του μαρξισμού που πρέσβευε ο Ζαν Πολ Σαρτρ και μετά τον Μάη του 68 της πολιτικής οικολογίας.

Στην Ελλάδα έγινε γνωστός στις αρχές της δεκαετίας του ογδόντα με το βιβλίο του «Αντίο Προλεταριάτο» (εκδόσεις «Νέα Σκέψη»), όπου ασκούσε κριτική στον επίσημο Μαρξισμό για την λατρεία του προλεταριάτου. Ο Γκορζ θεωρούσε, ότι οι νέες τεχνολογίες αλλάζουν τη δομή της απασχόλησης μέσα στην κοινωνία και το γεγονός αυτό έχει οδηγήσει σε μια κοινωνική διαίρεση μεταξύ μιας αριστοκρατίας καλοπληρωμένων εργατών και μιας αυξανόμενης μάζας ανέργων.

Το 2006, εξέδωσε το βιβλίο «Γράμμα στη Ντ. : Ιστορία ενός έρωτα» (εκδόσεις Ποταμός), στο οποίο εξέφραζε την αγάπη του προς την γυναίκα του Ντορίν. Ήταν μια ερωτική εξομολόγηση και μια προαναγγελία θανάτου. Έγραφε μεταξύ άλλων: «Σε λίγο καιρό θα γίνεις 82 χρόνων. Εχεις κοντύνει έξι εκατοστά, έχεις μείνει 45 κιλά και είσαι πάντα όμορφη, χαριτωμένη και ποθητή. Είμαστε 58 χρόνια μαζί και σ' αγαπώ περισσότερο από ποτέ... Μαζί σου ήμουν... ξένος απέναντι στον ίδιο μου τον εαυτό... Ήσουν το συμπλήρωμα του απραγματοποίητου πραγματικού».

Ένα χρόνο αργότερα, στις 24 Σεπτεμβρίου 2007, ο Αντρέ Γκορζ αυτοκτόνησε μαζί με την Ντορίν στο σπίτι τους στο Βοσνόν της βόρειας Γαλλίας, καθώς είχαν συμφωνήσει να μην επιζήσει ο ένας του άλλου.

 

Η Άλωση της Τριπολιτσάς

Από τις κορυφαίες στιγμές της Επανάστασης του '21, κατά την οποία αναδείχθηκε ο στρατηγικός νους του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.

Από τις πρώτες μέρες του εθνικού ξεσηκωμού, ο Κολοκοτρώνης είχε συλλάβει την ιδέα της πολιορκίας και της άλωσης της Τριπολιτσάς (σημερινής Τρίπολης), επειδή κατείχε στρατηγική θέση και ήταν το διοικητικό κέντρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Μοριά. Στην Τριπολιτσά είχε την έδρα του ο Μόρα-Βαλεσί, ο στρατιωτικός διοικητής της Πελοποννήσου, με όλο το χαρέμι και τα πλούτη του, εκεί ζούσε ο μισός τουρκικός πληθυσμός της Πελοποννήσου και την υπερασπιζόταν σημαντικός αριθμός ενόπλων σωμάτων. Με λίγα λόγια ήταν μια επικίνδυνη εχθρική εστία, η οποία εάν δεν εξουδετερωνόταν θα ήταν μια διαρκής απειλή για τις επαναστατημένες επαρχίες της Πελοποννήσου.

Η στρατηγική σύλληψη του Κολοκοτρώνη δεν έγινε αμέσως αποδεκτή, επειδή προϋπέθετε οργανωμένο στρατό, που δεν υπήρχε. Ο Κολοκοτρώνης με επιμονή και πειστικότητα αντέστρεψε το αρνητικό για την άποψή του κλίμα μεταξύ των οπλαρχηγών κι έτσι στα μέσα Απριλίου αποφασίστηκε ο αποκλεισμός της Τριπολιτσάς σε πρώτη φάση, ώστε να διακοπεί κάθε δυνατότητα επικοινωνίας και εφοδιασμού της πόλης. Αρχιστράτηγος της επιχείρησης ορίσθηκε ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, αλλά ιθύνων νους της ήταν ο Κολοκοτρώνης, το σχέδιο του οποίου τηρήθηκε κατά γράμμα.

Μέχρι τις αρχές Μαΐου του 1821 οι επαναστάτες είχαν περισώζει την Τριπολιτσά σ' ένα κύκλο που περιλάμβανε τις περιοχές Πάπαρι, Βλαχοκερασιά, Διάσελο, Αλωνίσταινα και Βέρβενα. Τότε έφθασε η πληροφορία ότι ο Μουσταφάμπεης με 3.500 άνδρες προερχόμενος από τα Γιάννινα είχε διασπάσει την πολιορκία από τα ανατολικά και είχε εισέλθει στην πόλη. Η επιχείρηση κινδύνευε, καθώς τις επόμενες μέρες τέθηκε σε καταδίωξη του Κολοκοτρώνη και των άλλων οπλαρχηγών που πολιορκούσαν την Τριπολιτσά. Οι δύο σημαντικές ήττες που υπέστη στο Βαλτέτσι (12 Μαΐου) και στα Δολιανά (18 Μαΐου), όχι μόνο αναπτέρωσαν το ηθικό στο ελληνικό στρατόπεδο, αλλά συνέβαλαν καταλυτικά στην Άλωση της Τριπολιτσάς.

Η δύναμη των πολιορκητών συνεχώς ενισχυόταν και τις παραμονές της Άλωσης είχε φθάσει τους 10.000 άνδρες. Ο κλοιός γύρω από την Τριπολιτσά έσφιγγε διαρκώς και η πόλη υπέφερε. Οι αποθήκες των τροφίμων είχαν σχεδόν αδειάσει, τα χρήματα είχαν εξαντληθεί και οι αρρώστιες θέριζαν. Στην πόλη υπήρχαν 35.000 ψυχές, Τούρκοι, Χριστιανοί, Αλβανοί και Εβραίοι.

Τότε ο Κολοκοτρώνης συνέλαβε την ιδέα να κατασκευαστεί περιφερειακή τάφρος γύρω από την πόλη για να δυσκολέψει περισσότερο τη ζωή των πολιορκημένων. Η τάφρος κατασκευάστηκε ταχύτατα από τους χωρικούς και η όλη τοποθεσία ονομάστηκε Γράνα. Γύρω και πίσω από αυτή τοποθετήθηκαν τα τέσσερα ελληνικά σώματα, με επικεφαλής τους Κολοκοτρώνη, Μαυρομιχάλη, Γιατράκο και Αναγνωσταρά. Οι επαναστάτες είχαν στη διάθεσή τους ένα παμπάλαιο κανόνι και οι πολιορκούμενοι 30.

Απόντος του Μόρα-Βαλεσί, Χουρσίτ Πασά, ο Μουσταφάμπεης, που είχε το γενικό πρόσταγμα στην πόλη, αντιλήφθηκε γρήγορα την κίνηση του Κολοκοτρώνη και στις 18 Αυγούστου ενήργησε επίθεση με ιππικό για να διασπάσει τον κλοιό των Ελλήνων. Απέτυχε και οι δυνάμεις του επέστρεψαν στην πόλη έχοντας υποστεί μεγάλες απώλειες. Μπέηδες και αγάδες άρχισαν τότε να συσκέπτονται για τους όρους της παράδοσης, καθώς δεν υπήρχε ελπίδα σωτηρίας.

Όμως τους πρόλαβε ένας απλός στρατιώτης, ο Μανώλης Δούνιας από τον Πραστό Κυνουρίας. Στις 23 Σεπτεμβρίου 1821, ημέρα Παρασκευή, μαζί με δύο συντρόφους του αναρριχήθηκε στα τείχη της πόλης που έφθαναν τα πεντέμισι μέτρα ύψος και εισήλθε στην Τριπολιτσά, εκμεταλλευόμενος τη γνωριμία του με τον φύλακα του προμαχώνα. Αφού τον εξουδετέρωσε, άνοιξε την Πύλη του Μυστρά και οι έλληνες επαναστάτες εισόρμησαν στην πόλη. Οι κάτοικοί της αντιστάθηκαν, χωρίς επιτυχία, επί δίωρο.

Επακολούθησε άγρια σφαγή του πληθυσμού και πρωτοφανές πλιάτσικο. Μάταια οι οπλαρχηγοί προσπαθούσαν να συγκρατήσουν τους μαινόμενους επαναστάτες. «Το ασκέρι, όπου ήτον μέσα, το Ελληνικόν, έκοβε και εσκότωνε, από Παρασκευή έως Κυριακή, γυναίκες, παιδιά και άνδρες, τριάντα δύο χιλιάδες, μία ώρα ολόγυρα της Τριπολιτσάς. Ένας υδραίος έσφαξε ενενήντα. Έλληνες εσκοτώθηκαν εκατόν» γράφει στα Απομνημονεύματά του ο Κολοκοτρώνης.

Η εκδικητική μανία των επαναστατών εκδηλώθηκε όχι μόνο σε βάρος των Τούρκων, αλλά και των Εβραίων που είχαν δείξει εχθρική στάση απέναντι στην Επανάσταση, και των Ελλήνων που είχαν χαρακτηριστεί τουρκολάτρες, όπως ο πρόκριτος Σωτήρης Κουγιάς. Αντίθετα, οι Αλβανοί της Τριπολιτσάς αποχώρησαν συντεταγμένα με τη συνοδεία ελλήνων μαχητών, καθώς είχαν έλθει σε συμφωνία με τον ίδιο τον Κολοκοτρώνη.

Η Άλωση της Τριπολιτσάς αποτέλεσε σταθμό για την εδραίωση και την εξέλιξη της Επανάστασης. Ολόκληρη η Πελοπόννησος βρισκόταν στα χέρια των Ελλήνων, εκτός των φρουρίων, Πατρών, Μεθώνης, Κορώνης και Ναυπλίου, τα οποία πολιορκούνταν στενά.

Πηγή: https://www.sansimera.gr

 

Περισσότερα Άρθρα...

Join Radio

Εγγραφείτε προκειμένου να λαμβάνετε δωρεάν ειδοποιήσεις όταν έχουμε νεότερες πληροφορίες.